diff --git "a/8/8221.json" "b/8/8221.json" new file mode 100644--- /dev/null +++ "b/8/8221.json" @@ -0,0 +1,1818 @@ +{ + "letter_id": "8221", + "bd_url": "https://www.bullinger-digital.ch/letter/8221", + "dominant_topic": 5, + "topic_dist": [ + 0.042787, + 0.043299, + 0.042628, + 0.037681, + 0.044905, + 0.085188, + 0.043108, + 0.057171, + 0.0539, + 0.042972, + 0.041691, + 0.042238, + 0.072833, + 0.047649, + 0.070069, + 0.071578, + 0.044478, + 0.040123, + 0.041103, + 0.034597 + ], + "citations": [ + { + "rank": 1, + "cf_id": "cf011", + "work_id": "pta0003.pta018.pta-grcBibex", + "max_score": 0.683062, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_3_5", + "bdc_text": "gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im . Und ist mein gar frünttlich bitt an eüch , ir wöllen mir me der zuckererbslin schicken ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta018.pta-grcBibex_window_100", + "psc_text": "τόπῳ τῷ λεγομένῳ θεοῦ πίστις, Φελμωνὶ Ἀλμωνί. καὶ νῦν, εἰ εἰσὶν ὑπὸ τὴν χεῖρά σου πέντε ἄρτοι, δὸς εἰς χεῖράς μου τὸ εὑρεθέν. καὶ ἀπεκρίθη ὁ ἀρχιερεὺς τῷ Δαυὶδ καὶ εἶπεν· οὐκ εἰσὶν ἄρτοι βέβηλοι ὑπὸ τὴν χεῖρά μου ἀλλ’ ἢ ἄρτοι ἅγιοι. εἰ εἰσὶν τὰ παιδάρια πεφυλαγμένα ἀπὸ γυναικός, καὶ φάγεται. καὶ ἀπεκρίθη Δαυὶδ τῷ ἀρχ ιερεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀλλ᾽ ἀπὸ γυναικὸς ἀπεσχήμεθα ἐχθὲς καὶ τρίτην ἡμέραν. ἐν τῷ ἐξελθεῖν με εἰς ὁδὸν γέγονε πάντα παιδάρια ἡγνισμένα, καὶ αὐτὴ ἡ ὁδὸς βέβηλος, διότι σήμερον ἁγιασθήσεται διὰ τὰ σκεύη. καὶ ἔδωκεν αὐτῷ Ἀχι μέλεχ ὁ ἱερεὺς τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως, ὅτι οὐκ ἦν ἐκεῖ ἄρτος ὅτι ἀλλ’ ἢ οἱ ἄρτοι τοῦ προσώπου οἱ ἀφῃρημένοι ἐκ προσώπου κυρίου παρατεθῆναι ἄρτον θερ μόν, ᾗ ἡμέρᾳ ἔλαβεν αὐτούς. Ταῦτα μὲν ἡ ἱστορία. ἀντὶ δὲ τοῦ· ἐν τῷ τόπῳ τῷ λεγομένῳ θεοῦ πίστις, Φελμωνὶ Ἀλμωνὶ Ἀκύλας φησι· πρὸς τὸν τόπον τόνδε τινὰ τοῦδέ", + "candidate_score": 0.683062, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_2_4", + "bdc_text": "Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ; gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta018.pta-grcBibex_window_100", + "psc_text": "τόπῳ τῷ λεγομένῳ θεοῦ πίστις, Φελμωνὶ Ἀλμωνί. καὶ νῦν, εἰ εἰσὶν ὑπὸ τὴν χεῖρά σου πέντε ἄρτοι, δὸς εἰς χεῖράς μου τὸ εὑρεθέν. καὶ ἀπεκρίθη ὁ ἀρχιερεὺς τῷ Δαυὶδ καὶ εἶπεν· οὐκ εἰσὶν ἄρτοι βέβηλοι ὑπὸ τὴν χεῖρά μου ἀλλ’ ἢ ἄρτοι ἅγιοι. εἰ εἰσὶν τὰ παιδάρια πεφυλαγμένα ἀπὸ γυναικός, καὶ φάγεται. καὶ ἀπεκρίθη Δαυὶδ τῷ ἀρχ ιερεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀλλ᾽ ἀπὸ γυναικὸς ἀπεσχήμεθα ἐχθὲς καὶ τρίτην ἡμέραν. ἐν τῷ ἐξελθεῖν με εἰς ὁδὸν γέγονε πάντα παιδάρια ἡγνισμένα, καὶ αὐτὴ ἡ ὁδὸς βέβηλος, διότι σήμερον ἁγιασθήσεται διὰ τὰ σκεύη. καὶ ἔδωκεν αὐτῷ Ἀχι μέλεχ ὁ ἱερεὺς τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως, ὅτι οὐκ ἦν ἐκεῖ ἄρτος ὅτι ἀλλ’ ἢ οἱ ἄρτοι τοῦ προσώπου οἱ ἀφῃρημένοι ἐκ προσώπου κυρίου παρατεθῆναι ἄρτον θερ μόν, ᾗ ἡμέρᾳ ἔλαβεν αὐτούς. Ταῦτα μὲν ἡ ἱστορία. ἀντὶ δὲ τοῦ· ἐν τῷ τόπῳ τῷ λεγομένῳ θεοῦ πίστις, Φελμωνὶ Ἀλμωνὶ Ἀκύλας φησι· πρὸς τὸν τόπον τόνδε τινὰ τοῦδέ", + "candidate_score": 0.657644, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_4", + "bdc_text": "Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta018.pta-grcBibex_window_100", + "psc_text": "τόπῳ τῷ λεγομένῳ θεοῦ πίστις, Φελμωνὶ Ἀλμωνί. καὶ νῦν, εἰ εἰσὶν ὑπὸ τὴν χεῖρά σου πέντε ἄρτοι, δὸς εἰς χεῖράς μου τὸ εὑρεθέν. καὶ ἀπεκρίθη ὁ ἀρχιερεὺς τῷ Δαυὶδ καὶ εἶπεν· οὐκ εἰσὶν ἄρτοι βέβηλοι ὑπὸ τὴν χεῖρά μου ἀλλ’ ἢ ἄρτοι ἅγιοι. εἰ εἰσὶν τὰ παιδάρια πεφυλαγμένα ἀπὸ γυναικός, καὶ φάγεται. καὶ ἀπεκρίθη Δαυὶδ τῷ ἀρχ ιερεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀλλ᾽ ἀπὸ γυναικὸς ἀπεσχήμεθα ἐχθὲς καὶ τρίτην ἡμέραν. ἐν τῷ ἐξελθεῖν με εἰς ὁδὸν γέγονε πάντα παιδάρια ἡγνισμένα, καὶ αὐτὴ ἡ ὁδὸς βέβηλος, διότι σήμερον ἁγιασθήσεται διὰ τὰ σκεύη. καὶ ἔδωκεν αὐτῷ Ἀχι μέλεχ ὁ ἱερεὺς τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως, ὅτι οὐκ ἦν ἐκεῖ ἄρτος ὅτι ἀλλ’ ἢ οἱ ἄρτοι τοῦ προσώπου οἱ ἀφῃρημένοι ἐκ προσώπου κυρίου παρατεθῆναι ἄρτον θερ μόν, ᾗ ἡμέρᾳ ἔλαβεν αὐτούς. Ταῦτα μὲν ἡ ἱστορία. ἀντὶ δὲ τοῦ· ἐν τῷ τόπῳ τῷ λεγομένῳ θεοῦ πίστις, Φελμωνὶ Ἀλμωνὶ Ἀκύλας φησι· πρὸς τὸν τόπον τόνδε τινὰ τοῦδέ", + "candidate_score": 0.645792, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 2, + "cf_id": "cf011", + "work_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1", + "max_score": 0.681413, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_3_5", + "bdc_text": "gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im . Und ist mein gar frünttlich bitt an eüch , ir wöllen mir me der zuckererbslin schicken ;", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1504", + "psc_text": "αὐτὸς ὁ κύριος τιμὴν ἑαυτοῦ ὁμολογεῖ τοὺς τριάκοντα ἀργυροῦς δεδόσθαι. ἔοικε δὲ ἡ τῆς λέξεως διάνοια τοιοῦτόν τινα ἐμφαίνειν νοῦν, ἐγὼ μὲν ὁ κύριος ἐκ πρώτης ἀρξάμενος ἡμέρας οὐ διέλιπον τῆς ἐμαυτοῦ χρηστότητος ὑμῖν τοῖς ἐκ περιτομῆς δείγματα παρέχων, καὶ μυρία ὅσα ὑμὰς εὐεργετῶν, οὐ μόνον τὰ διὰ τῶν ἀνέκαθεν προφητῶν, ἀλλὰ καὶ τὰ διὰ τῆς ἐμαυτοῦ παρουσίας ἔν τε ταῖς προτρεπτικαῖς διδασκαλίαις καὶ τοῖς λογι- 1 Marc. 14, 10. 6 Matth. 26, 14. κοῖς μαθήμασιν, ἔν τε τοῖς σημείοις καὶ τέρασι καὶ ταῖς ἄλλαις παραδοξοποιίαις, ταῖς τε ἰάσεσι καὶ ταῖς θεραπείαις· ὑμεῖς δὲ οἱ τῆς τοσαύτης εὐεργεσίας ἠξιωμένοι δότε τὸν μισθόν μου ἤ ἀπείπασθε, αἰτῶν αὐτοῦς, ὡς εἴκὸς, καρποῦς εὐσεβείας καὶ δεῖγμα τῆς εἰς αὐτὸν πίστεως. οἱ δὲ, κατὰ τὸ εἰρημένον ἐν τῇ πρὸ ταύτης παραθέσει, “ἀντὶ τοῦ ἀγαπᾶν με ἐνδιέβαλλόν με, καὶ ἔθεντο κατ’ ἐμοῦ κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν καὶ μῖσος ἀντὶ τῆς ἀγαπήσεώς μου,” τριάκοντα ἀργυροῦς στήσαντες, ὥσπερ", + "candidate_score": 0.681413, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_3_5", + "bdc_text": "gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im . Und ist mein gar frünttlich bitt an eüch , ir wöllen mir me der zuckererbslin schicken ;", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1501", + "psc_text": "μοι, ὅτι λόγος κυρίου ἐστί. καὶ ἐρῶ πρὸς αὐτοὺς, εἰ καλὸν ἐνώπιον ὑμῶν ἐστι, δότε τὸν μισθόν μου ἢ άπείπασθε. καὶ ἔστησαν τὸν μισθόν μου τριάκοντα ἀργυροῦς. καὶ εἶπεν κύριος πρός με, κάθες αὐτοὺς εἰς τὸ χωνευτήριον, καὶ σκέψαι εἰ δόκιμόν ἐστιν, ὃν τρόπον ἐδοκιμάσθην ὑπὲρ αὐτῶν. καὶ ἔλαβον τοὺς τριάκοντα ἀργυροῦς, καὶ ἐνέβαλον αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον κυρίου εἰς τὸ χωνευτήριον, καὶ ἀπέρριψα τὴν ῥάβδον τὴν δευτέραν τὸ σχοίνισμα τοῦ διασκεδάσαι τὴν διαθήκην ἀνὰ μέσον Ἰούδα καὶ ἀνὰ μέσον Ἰσραήλ.” Καὶ ταῦτα τέλους ἐτύγχανεν ὅτε κατὰ μὲν τὸν Λουκᾶν “ ἀπελθὼν ὁ Ἰούδας συνελάλει τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι καὶ στρατηγοῖς τοῦ ἱεροῦ, ὅπως αὐτὸν παραδῷ αὐτοῖς· καὶ ἐχάρησαν, καὶ συνέθεντο αὐτῷ ἀργύρια δοῦναι,” κατὰ δὲ τὸν Μάρκον “ὁπη 2 Zach. 11, 7. 26 Luc. 22, 4. νίκα ἀπῆλθε πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς, ἵνα παραδῷ αὐτόν. οἶ δὲ ἐχάρησαν, καὶ ἐπηγγείλαντο αὐτῷ ἀργύρια δοῦναι.” ἀλλ’ ἐν τούτοις μὲν ἀπλῶς τὸ ἀργύριον", + "candidate_score": 0.677308, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_2_4", + "bdc_text": "Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ; gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1342", + "psc_text": "18 Luc. 3, 1. τῆς ἐρήμου κηρύσσουσα, ἢ τοῖς ἐκπορευομένοις ὄχλοις βαπτισθῆναι ὑπ’ αὐτοῦ, ὡς ἑρπετοῖς ἐρήμου τυγχάνουσιν, οἰκείως τῷ ‟ γεννήματα ἐχιδνῶν, τίς ὑπέδειξεν ἐμὶν φυγεῖν ἀπὸ τῆς μελλούσης ὀργῆς ” πάλιν τε αὖ τἀς σκολιὰς ψυχὰς εἰς εὐθείας καὶ τὰς τραχείας εἰς ὁδοὺς λείας μετασκευάζουσα ἔφασκε τοῖς αὐτοῖς ‟ ποιήσατε οὖν καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας.’ καὶ ταῦτά γε συνετελεῖτο προπαρασκευάζοντος Ἰωάννου τοὺς ὀψομένους τὴν δόξαν κυρίου, καὶ τὸ καλούμενον σωτήριον τοῦ θεοῦ, οὐκ ἄλλον ὅντα τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἐμαρτύρει λέγων ‟ ἐγὼ μὲν ὑμὰς ὕδατι βαπτίζω, ἔρχεται δὲ ὁ ἰσχυρότερός μου ὀπίσω μου, οὑ οὐκ εἰμὶ ἄξιος τὰ ὑποδήματα βαστάσαι, αὐτὸς ὑμᾶς βαπτίσει ἐν πνεύματι ἁγίῳ καὶ πυρί.” ὃς καὶ ἰδὼν τὸν Ἰησοῦν ἐρχόμενον ἀνεφώνησεν ‟ ἰδὲ ὁ ἀμνὸς τοῦ θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου. οὗτός ἐστι περὶ οὗ ἐγὼ εἶπον, ὀπίσω μου ἔρχεται ἀνὴρ, ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονε.” τὸν αὐτὸν δὲ εἶναι τὸ σωτήριον τοῦ", + "candidate_score": 0.650504, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_4", + "bdc_text": "Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1342", + "psc_text": "18 Luc. 3, 1. τῆς ἐρήμου κηρύσσουσα, ἢ τοῖς ἐκπορευομένοις ὄχλοις βαπτισθῆναι ὑπ’ αὐτοῦ, ὡς ἑρπετοῖς ἐρήμου τυγχάνουσιν, οἰκείως τῷ ‟ γεννήματα ἐχιδνῶν, τίς ὑπέδειξεν ἐμὶν φυγεῖν ἀπὸ τῆς μελλούσης ὀργῆς ” πάλιν τε αὖ τἀς σκολιὰς ψυχὰς εἰς εὐθείας καὶ τὰς τραχείας εἰς ὁδοὺς λείας μετασκευάζουσα ἔφασκε τοῖς αὐτοῖς ‟ ποιήσατε οὖν καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας.’ καὶ ταῦτά γε συνετελεῖτο προπαρασκευάζοντος Ἰωάννου τοὺς ὀψομένους τὴν δόξαν κυρίου, καὶ τὸ καλούμενον σωτήριον τοῦ θεοῦ, οὐκ ἄλλον ὅντα τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἐμαρτύρει λέγων ‟ ἐγὼ μὲν ὑμὰς ὕδατι βαπτίζω, ἔρχεται δὲ ὁ ἰσχυρότερός μου ὀπίσω μου, οὑ οὐκ εἰμὶ ἄξιος τὰ ὑποδήματα βαστάσαι, αὐτὸς ὑμᾶς βαπτίσει ἐν πνεύματι ἁγίῳ καὶ πυρί.” ὃς καὶ ἰδὼν τὸν Ἰησοῦν ἐρχόμενον ἀνεφώνησεν ‟ ἰδὲ ὁ ἀμνὸς τοῦ θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου. οὗτός ἐστι περὶ οὗ ἐγὼ εἶπον, ὀπίσω μου ἔρχεται ἀνὴρ, ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονε.” τὸν αὐτὸν δὲ εἶναι τὸ σωτήριον τοῦ", + "candidate_score": 0.642002, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_4", + "bdc_text": "Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1504", + "psc_text": "αὐτὸς ὁ κύριος τιμὴν ἑαυτοῦ ὁμολογεῖ τοὺς τριάκοντα ἀργυροῦς δεδόσθαι. ἔοικε δὲ ἡ τῆς λέξεως διάνοια τοιοῦτόν τινα ἐμφαίνειν νοῦν, ἐγὼ μὲν ὁ κύριος ἐκ πρώτης ἀρξάμενος ἡμέρας οὐ διέλιπον τῆς ἐμαυτοῦ χρηστότητος ὑμῖν τοῖς ἐκ περιτομῆς δείγματα παρέχων, καὶ μυρία ὅσα ὑμὰς εὐεργετῶν, οὐ μόνον τὰ διὰ τῶν ἀνέκαθεν προφητῶν, ἀλλὰ καὶ τὰ διὰ τῆς ἐμαυτοῦ παρουσίας ἔν τε ταῖς προτρεπτικαῖς διδασκαλίαις καὶ τοῖς λογι- 1 Marc. 14, 10. 6 Matth. 26, 14. κοῖς μαθήμασιν, ἔν τε τοῖς σημείοις καὶ τέρασι καὶ ταῖς ἄλλαις παραδοξοποιίαις, ταῖς τε ἰάσεσι καὶ ταῖς θεραπείαις· ὑμεῖς δὲ οἱ τῆς τοσαύτης εὐεργεσίας ἠξιωμένοι δότε τὸν μισθόν μου ἤ ἀπείπασθε, αἰτῶν αὐτοῦς, ὡς εἴκὸς, καρποῦς εὐσεβείας καὶ δεῖγμα τῆς εἰς αὐτὸν πίστεως. οἱ δὲ, κατὰ τὸ εἰρημένον ἐν τῇ πρὸ ταύτης παραθέσει, “ἀντὶ τοῦ ἀγαπᾶν με ἐνδιέβαλλόν με, καὶ ἔθεντο κατ’ ἐμοῦ κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν καὶ μῖσος ἀντὶ τῆς ἀγαπήσεώς μου,” τριάκοντα ἀργυροῦς στήσαντες, ὥσπερ", + "candidate_score": 0.641682, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_4", + "bdc_text": "Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1501", + "psc_text": "μοι, ὅτι λόγος κυρίου ἐστί. καὶ ἐρῶ πρὸς αὐτοὺς, εἰ καλὸν ἐνώπιον ὑμῶν ἐστι, δότε τὸν μισθόν μου ἢ άπείπασθε. καὶ ἔστησαν τὸν μισθόν μου τριάκοντα ἀργυροῦς. καὶ εἶπεν κύριος πρός με, κάθες αὐτοὺς εἰς τὸ χωνευτήριον, καὶ σκέψαι εἰ δόκιμόν ἐστιν, ὃν τρόπον ἐδοκιμάσθην ὑπὲρ αὐτῶν. καὶ ἔλαβον τοὺς τριάκοντα ἀργυροῦς, καὶ ἐνέβαλον αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον κυρίου εἰς τὸ χωνευτήριον, καὶ ἀπέρριψα τὴν ῥάβδον τὴν δευτέραν τὸ σχοίνισμα τοῦ διασκεδάσαι τὴν διαθήκην ἀνὰ μέσον Ἰούδα καὶ ἀνὰ μέσον Ἰσραήλ.” Καὶ ταῦτα τέλους ἐτύγχανεν ὅτε κατὰ μὲν τὸν Λουκᾶν “ ἀπελθὼν ὁ Ἰούδας συνελάλει τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι καὶ στρατηγοῖς τοῦ ἱεροῦ, ὅπως αὐτὸν παραδῷ αὐτοῖς· καὶ ἐχάρησαν, καὶ συνέθεντο αὐτῷ ἀργύρια δοῦναι,” κατὰ δὲ τὸν Μάρκον “ὁπη 2 Zach. 11, 7. 26 Luc. 22, 4. νίκα ἀπῆλθε πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς, ἵνα παραδῷ αὐτόν. οἶ δὲ ἐχάρησαν, καὶ ἐπηγγείλαντο αὐτῷ ἀργύρια δοῦναι.” ἀλλ’ ἐν τούτοις μὲν ἀπλῶς τὸ ἀργύριον", + "candidate_score": 0.638351, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_4", + "bdc_text": "Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1500", + "psc_text": "“ Καὶ λήψομαι ἐμαυτῷ δύο ῥάβδους, τὴν μίαν ἐκάλεσα κάλλος, καὶ τὴν ἑτέραν ἐκάλεσα σχοίνισμα, καὶ ποιμανῶ τὰ πρόβατά μου, καὶ ἐξαρῶ τοὺς τρεῖς ποιμένας ἐν μηνὶ ἑνὶ, καὶ βαρυνθήσεται ἡ ψυχή μου ἐπ’ αὐτούς. καὶ γὰρ αἶ ψυχαὶ αὐτῶν ἐπωρύοντο ἐπ’ ἐμὲ, καὶ εἶπα, οὐ ποιμανῶ ὑμᾶς · τὸ ἀποθνῆσκον ἀποθνησκέτω, καὶ τὸ ἐκλεῖπον ἐκλειπέτω, καὶ τὰ κατάλοιπα ἐσθιέτωσαν, ἕκαστος τὰς σάρκας τοῦ πλησίον αὐτοῦ. καὶ λήψομαι τὴν ῥάβδον τὴν καλὴν, καὶ ἀπορρίψω αὐτὴν τοῦ διασκεδάσαι τὴν διαθήκην μου, ἣν διεθέμην πρὸς πάντας τοὺς λαούς. καὶ διασκεδασθήσεται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, καὶ γνώσονται οἱ Καναναῖος τὰ πρόβατα τὰ φυλασσόμενά μοι, ὅτι λόγος κυρίου ἐστί. καὶ ἐρῶ πρὸς αὐτοὺς, εἰ καλὸν ἐνώπιον ὑμῶν ἐστι, δότε τὸν μισθόν μου ἢ άπείπασθε. καὶ ἔστησαν τὸν μισθόν μου τριάκοντα ἀργυροῦς. καὶ εἶπεν κύριος πρός με, κάθες αὐτοὺς εἰς τὸ χωνευτήριον, καὶ σκέψαι εἰ δόκιμόν ἐστιν, ὃν τρόπον ἐδοκιμάσθην ὑπὲρ αὐτῶν. καὶ ἔλαβον τοὺς", + "candidate_score": 0.635146, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_4", + "bdc_text": "Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1503", + "psc_text": "οὖν ταῦτά ἐστι τῷ “ καὶ ἔστησαν τὸν μισθόν μου τριάκοντα ἀργυροῦς” ἐν τῇ προφητείᾳ εἰρημένῳ ὑπὸ τοῦ κυρίου. ἀνθ’ οὗ ὁ μὲν Σύμμαχος ἐποίησε καὶ ἐστάθμισαν τὸν μισθόν μου τριάκοντα ἀργυρ��ῦς·” ὁ δὲ Ἀκύλας “ καὶ ἔστησαν σαν τὸν μισθόν μου τριάκοντα ἀργυροῦς.” οἷς ἐπιλέγεται “ καὶ εἶπε κύριος πρός με, κάθες αὐτοὺς εἰς τὸ χωνευτήριον, καὶ σκέψαι εἰ δόκιμόν ἐστιν, ὃν τρόπον ἐδοκιμάσθην ὑπὲρ αὐτῶν.” ἀνθ’ οὗ πάλιν ὁ μὲν Ἀκύλας φησὶ “καὶ εἶπε κύριος πρός με, κάθες αὐτοὺς εἰς τὸ χωνευτήριον, ῥῖψον αὐτὰ πρὸς τὸν πλάστην· ὑπερμεγέθης ἡ τιμὴ, ἣν ἐτιμήθην ὑπὲρ αὐτῶν. καὶ πρόσσχες τίνα τρόπον αὐτὸς ὁ κύριος τιμὴν ἑαυτοῦ ὁμολογεῖ τοὺς τριάκοντα ἀργυροῦς δεδόσθαι. ἔοικε δὲ ἡ τῆς λέξεως διάνοια τοιοῦτόν τινα ἐμφαίνειν νοῦν, ἐγὼ μὲν ὁ κύριος ἐκ πρώτης ἀρξάμενος ἡμέρας οὐ διέλιπον τῆς ἐμαυτοῦ χρηστότητος ὑμῖν τοῖς ἐκ περιτομῆς δείγματα παρέχων, καὶ μυρία ὅσα ὑμὰς εὐεργετῶν, οὐ μόνον τὰ διὰ τῶν ἀνέκαθεν", + "candidate_score": 0.632697, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_4", + "bdc_text": "Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_761", + "psc_text": "καὶ ἐν Ἠσαίᾳ δὲ τῷ προφήτῃ φήτῃ μεγάλης βουλῆς ἄγγελος, ὁμοῦ δὲ καὶ θεὸς καὶ ἄρχων καὶ ἐξουσιαστὴς προσαγορεύεται, ἐν οἶς τὴν εἰς ἀνθρώπους αὐτοῦ γένεσιν θεσπίζει λέγων ‟ὅτι 12 Gen. 31, 11. παιδίον ἐγενήθη ἡμῖν, καὶ υἱὸς ἐδόθη ἡμῖν, οὗ ἡ ἀρχὴ ἐπὶ τοῦ ὤμου αὐτοῦ, καὶ καλεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ μεγάλης βουλῆς ἄγγελος, ἄρχων εἰρήνης, θεὸς ἰσχυρὸς, ἐξουσιαστὴς, πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. ‟Ἀναστὰς δὲ τὴν νύκτα ἐκείνην ἔλαβε τὰς δύο γυναῖκας καὶ τὰς δύο παιδίσκας καὶ τὰ ἕνδεκα παιδία αὑτοῦ. καὶ διέβη τὴν διάβασιν τὴν Ἰαβώχ, καὶ ἔλαβεν αὐτοὺς, καὶ διεβίβασε πάντα τὰ ἑαυτοῦ. ὑπελείφθη δὲ Ἰακὼβ μόνος, καὶ ἐπάλαιε μετ’ αὐτοῦ ἄνθρωπος ἕως πρωΐ. εἶδε δὲ ὅτι οὐ δύναται πρὸς αὐτὸν, καὶ ἥψατο τοῦ πλάτους τοῦ μηροῦ αὐτοῦ, καὶ ἐνάρκησε τὸ πλάτος τοῦ μηροῦ Ἰακὼβ ἐν τῷ παλαίειν αὐτὸν μετ’ αὐτοῦ. καὶ εἶπεν αὐτῷ, ἀπόστειλόν με, ἀνέβη γὰρ ὁ ὄρθρος· ὁ δὲ εἶπεν, οὐ μή σε ἀποστείλω,", + "candidate_score": 0.632424, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_20", + "bdc_text": "Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_608", + "psc_text": "διδασκόμεθα λέγειν τὸ νῦν ἔγνων ὅτι ἔσωσε κύριος τὸν Χριστὸν αὑτοῦ,” 8 Ps. 19, 1. 17 Ps. 19, 3. μὴ πάλαι τοῦτο εἰδότες, εἰ μὴ ὅτε πρότερον τὸ σωτήριον αὐτοῦ συνήκαμεν τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ τὴν δύναμιν κατανοήσαντες. Ψαλμοῦ κζ΄ Χριστὸς ὀνομαστὶ κύριον τὸν πατέρα καὶ ὑπερασπιστὴν κεκτημένος. ‟ Κύριος Κύριος κραταίωμα τοῦ λαοῦ αὐτοῦ καὶ ὑπερασπιστὴς τῶν σωτηρίων τοῦ Χριστοῦ αὐτοῦ ἐστί.” Καὶ ὁ μετὰ χεῖρας Ψαλμὸς εἰς τὸν Χριστὸν ἀναφέρεται, αὐτοῦ δὴ τοῦ Χριστοῦ περιέχων εὐχὴν, ἣν παρὰ τὸν τοῦ πάθους προσηύξατο καιρόν. διὸ ἐν μὲν τῇ καταρχῆ̣ τοῦ Ψαλμοῦ φησι ‟ πρὸς πρὸς σὲ, κύριε, ἐκέκραξα· ὁ θεός μου μὴ παρασιωπήσῃς ἀπ’ ἐμοῦ, καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον.” πρὸς δὲ τῷ τέλει τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν αὐτοῦ θεσ·πίζει λέγων εὐλογητὸς κύριος, ὅτι εἰσήκουσε τῆς φωνῆς τῆς δεήσεως μου· κύριος βοηθός μου καὶ ὑπερασπιστής μου, ἐπ’ αὐτῷ ἤλπισεν ἡ καρδία μου, καὶ ἐβοηθήθην, καὶ ἀνέθαλεν ἡ σάρξ μου,", + "candidate_score": 0.624387, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_10_12", + "bdc_text": "Er ist mins vetter Hans Jacobs zuͦ Louffenberg schwager ; dan ich bey mir keine überkoumen kan . Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ;", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1386", + "psc_text": "ἀνατεθραμμένος, εἰσῆλθεν κατὰ τὸ εἰωθὸς αὐτῷ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῶν σαββάτων εἰς τὴν συναγωγὴν, ἀναστάντι δὲ αὐτῷ ἐπεδόθη Ἡσαΐας ὁ προφήτης, οὑ καὶ ἀναπτύξας τὴν βίβλον, ἀνέγνω τὸ ἐγγεγραμμένον, πνεῦμα κυρίου ἐπ’ ἐμὲ, οὐ εἵνεκεν ἔχρισέ με, εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με, κηρῦξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ τυφλοῖς ἀνάβλεψιν, ἀποστεῖλαι τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει, καλέσαι ἐνιαυ- 3 Rom. 3, 2. 14 Es. 61, 1. τὸν κυρίου δεκτόν. καὶ πτύξας τὸ βιβλίον ἀποδοὺς τῷ ὑπηρέτῃ ἐκάθισεν. καὶ πάντων οἷ ὀφθαλμοὶ ἐν τῇ συναγωγῇ ἦσαν ἀτενίζοντες αὐτῷ. ἤρξατο δὲ λέ- γειν πρὸς αὐτοὺς ὅτι σήμερον πεπλήρωται ἡ γραφὴ αὕτη ἐν τοῖς ὠσὶν ὑμῶν. ” ὁ μὲν οὖν σωτὴρ καὶ κύριος ἡμῶν διὰ ταύτης φαίνεται σαφῶς τῆς γραφῆς διαφερόντως καὶ κρειττόνως παρὰ τοὺς πάλαι σωματικώτερον χριομένους ἱερέας, οὐκ ἐλαίῳ σκευαστῷ,, οὐδὲ ὑπ’ ἀνθρώπων, ὁμοίως τοῖς ἄλλοις, ἀλλ’ ἐνθέῳ πνεύματι αὐτοῦ δὴ τοῦ θεοῦ καὶ πατρὸς αὑτοῦ κεχρισμένος, παρ’ οὑ καὶ τῆς ἀγεννήτου θεότητος μετασχὼν θεὸς καὶ", + "candidate_score": 0.623179, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_20", + "bdc_text": "Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_783", + "psc_text": "καλεῖ, προλαβὼν αὐτὸς ὁ χρηματίζων τῷ Μωσεῖ φησιν ἐγὼ παρελεύσομαι πρότερός σου τῇ δόξῃ μου, καὶ καλέσω ἐν ὀνόματι κυρίου.” τοῦτο γοῦν εἰρηκότος ἐξῆς ἐπιλέγει ἡ γραφὴ διηγηματικῶς “καὶ κατέβη κύριος 1 Ex. 33, 17. 8 Ex. 34, 5.π ἐν νεφέλη, καὶ παρέστη αὐτῷ ἐκεῖ, καὶ ἐκάλεσεν ἐν ὀνόματι κυρίου· οὔκουν αὐτὸς ὁ κύριος τὴν υποσχεσιν τὴν αὑτοῦ πληρώσων κάτεισι, καὶ ὥσπερ ὁ λόγος φησὶ, πρόεισι πρὸ προσώπου Μωσῇ. καὶ αὐτὸς δὲ ὁ κύριος καλεῖ λέγων ’ κύριε ὁ θεὸς οὐκτίρμων καὶ ἐλεήμων\" καὶ τὰ ἑξῆς, σαφῶς ὁ κύριος τὸν θεράποντα ἑαυτόν τε ὅστις εἴη καὶ τὴν τοῦ κρείττονος κυρίου γνῶσιν μυσταγωγῶν. τοῦτο δέ σοι παραστήσει ἔνθα προσευχόμενος ὑπὲρ τοῦ λαοῦ τῶν προκειμένων τοῦ κυρίου μνημονεύει φωνῶν τὸν κύριον ταῦτα εἰρηκέναι, ἀλλ’ οὐκ αὐτὸν, ἐν οἷς \"καὶ νῦν ὑψωθήτω ἡ χείρ σου, κύριε, ὃν τρόπον εἶπας λέγων, κύριος μακρόθυμος καὶ πολυέλεος καὶ ἀλ��θινὸς, ἀφαιρῶν ἀνομίας καὶ ἀδικίας καὶ ἁμαρτίας, καὶ", + "candidate_score": 0.622601, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_20", + "bdc_text": "Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_316", + "psc_text": "θεοῦ δὲ δύναμις ἦν ἡ συνεργοῦσα αὐτοῖς ἐν τῷ εὐαγγελικῷ κηρύγματι, ἄλλος πάλιν προφήτης ἀναφωνεῖ ‘‘κύριος δώσει ῥῆμα τοῖς εὐαγγελιζομένοις δυνάμει πολλῇ.” Καὶ πάλιν ὁ Ἠσαίας “ἐπ’ ὄρος ὑψηλὸν ἀνάβηθι ὁ εὐαγγελιζόμενος Σιῶν, ὕψωσον τῇ ἰσχύϊ τὴν φωνήν σου ὁ εὐαγγελιζόμενος Ἰερουσαλήμ· ὑψώσατε, μὴ φοβεῖσθε, εἷπον ταῖς πόλεσιν Ἰούδα, ἰδοὺ ὁ θὲς ὑμῶν, ἰδοὺ κύριος μετὰ ἰσχύος ἔρχεται, καὶ ὁ βραχίων μετὰ κυρίας· ἰδοὺ ὁ μισθὸς αὐτοῦ μετ’ αὐτοῦ, καὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ ἐναντίον αὐτοῦ· ὡς ποιμὴν ποιμανεῖ τὸ ποίμνιον αὐτοῦ, καὶ ἐν τῷ βραχίονι αὐτοῦ συνάξει ἄρνας καὶ ἐν γαστρὶ ἐχούσας παρακαλέσει.” Ταῦτα δὲ ὁποίας ἔχεται διανοίας ὁδῷ προϊόντες κατὰ τὴν εὐαγγελικὴν εἰσόμεθα διδασκαλίαν. πλὴν ἀλλὰ πέφανται τὸ εὐαγγέλιον καὶ τοὔνομα δὲ τοῦ εὐαγγελίου διὰ τῶν προφητικῶν φωνῶν μεμαρτυρημένον, ἔχεις τε λευκὰς καὶ ἐναργεῖς ἀποδείξεις ἐκ τίνος μὲν ἄρξεται τὸ εὐαγγέλιον, ὅτι δὴ ἐξ αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ, δι’ ὧν τε κηρυχθήσεται, ὅτι διὰ τῶν ἀποστόλων αὐτοῦ· ἀλλὰ καὶ ποίᾳ", + "candidate_score": 0.622156, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_10", + "bdc_text": "Er ist mins vetter Hans Jacobs zuͦ Louffenberg schwager ;", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1087", + "psc_text": "μου νυσταγμὸν, καὶ ἀνάπαυσιν τοῖς κροτάφοις μου, ἕως οὗ εὕρω τόπον τῷ κυρίῳ, σκήνωμα τῷ θεῷ Ἰακώβ. ἰδοὺ ἠκούσαμεν αὐτὴν Ἐφραθὰ, εὕρομεν αὐτὴν ἐν τοῖς πεδίοις τοῦ δρυμοῦ· εἰσελευσόμεθα εἰς τὰ σκηνώματα αὐτοῦ, προσκυνήσομεν εἰς τὸν τόπον, οὗ ἔστησαν οἱ πόδες αὐτοῦ.” εἶθ’ ἑξῆς ἐπιλέγει 'ἕνεκεν Δαβὶδ τοῦ δούλου σου, μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ σου. ὤμοσε κύριος τῷ Δαβὶδ ἀλήθειαν, καὶ οὐ μὴ ἀθετήσῃ αὐτόν. ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας σου θήσομαι ἐπὶ τὸν θρόνον σου.’ καὶ ἐπιφέρει τούτοις λέγων “ἐκεῖ ἐξανατελῶ κέρας τῷ Δαβὶδ, ἡτοίμασα λύχνον τῷ Χριστῇμου· τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ ἐνδύσω αἰσχύνην, ἐπὶ δὲ αὐτὸν ἐξανθήσει τὸ ἁγίασμά μου.” Συνᾴδει τῇ πρὸ ταύτης καὶ ἡ παροῦσα προφητεία, ἐκ Βηθλεὲμ τὸν προκηρυττόμενον θεὸν προελεύσεσθαι σημαίνουσα. τοῦτο δὲ οὖν αὐτὸ καὶ ὁ Δαβὶδ πρότερον μὲν ἀγνοῶν εὔχεται παρὰ τοῦ θ·εοῦ μαφεῖν, εἶτ’ εὐξάμενος παιδεύεται. ἐπειδὴ γὰρ τετύχηκε χρησμοῦ τοῦ πρὸς αὐτὸν ἐν τῷ ψαλμῷ φήσαντος “ ἐκ καρποῦ τῆς", + "candidate_score": 0.606318, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_12", + "bdc_text": "Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ;", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_984", + "psc_text": "εἰς βάθος ἢ εἰς ὕψος. καὶ εἶπεν Ἄχαζ, οὐ μὴ αἰτήσω, οὐδὲ μὴ πειράσω κύριον. καὶ εἶπεν, ἀκούσατε δὴ οἶκος Δαβὶδ, μὴ μικρὸν ὑμῖν ἀνθρώποις παρέχειν ἀγῶνα καὶ πῶς κυρίῳ παρέχετε ἀγῶνα; διὰ τοῦτο δώσει κύριος αὐτὸς ὑμῖν σημεῖον. ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ λήψεται, καὶ τέξεται υἱὸν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ· βούτυρον καὶ μέλι φάγεται, πρὶν ἢ γνῶναι αὐτὸν ἢ προελέσθαι πονηρὰ, ἐκλέξεται τὸ ἀγαθόν· διότι πρὶν ἢ γνῶναι τὸ παιδίον ἀγαθὸν ἢ κακὸν, ἀπειθεῖ πονηρίᾳ, τοῦ ἐκλέξασθαι τὸ ἀγαθόν. καὶ καταλειφθήσεται ἡ γῆ, ἣν σὺ φοβῇ, ἀπὸ προσώπου τῶν δύο βασιλέων.” Καὶ τὰ μὲν τῆς προφητείας ὧδέ πη εἶχεν. ἐπιστήσαι δὲ ἄξιον τῷ τοῦ λόγου προοιμίῳ μαρτυρα- 14 Es. 7, 9. μένω τοῖς ἐντυγχάνουσιν, ὅτι ’ ἐὰν μὴ πιστεύσωσιν οὐδὲ μὴ συνῶσι. καὶ ἀναγκαίως χρῆν ἐπισημήνα- σθαι, δεικνύντας ὅτι μὴ μόνον συνέσεως, ἀλλὰ καὶ πίστεως δεῖ τοῖς ἐντευξομένοις ^ καὶ οὐ μόνον πί- στεως, ἀλλὰ καὶ", + "candidate_score": 0.598925, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 3, + "cf_id": "cf011", + "work_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2", + "max_score": 0.679171, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_3_5", + "bdc_text": "gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im . Und ist mein gar frünttlich bitt an eüch , ir wöllen mir me der zuckererbslin schicken ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1194", + "psc_text": "χρῆσθαι τροφῇ. μέμφεται δὲ καὶ ὁ σωτὴρ καὶ κύριος ἡμῶν ἐν εὐαγγελίοις τοῖς νομίζουσιν, ὅτι ἀγγέλων ἦν τροφὴ τὸ ἐν τῇ ἐρήμῳ χορηγηθὲν τῷ λαῷ μάννα. διὸ ἔλεγεν· ἀμήν, ἀμήν, λέγω ὑμῖν· οὐ Μωσῆς δέδωκεν ὑμῖν τὸν ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, ἀλλ’ ὁ πατήρ μου δίδωσιν ὑμῖν τὸν ἄρτον τὸν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τὸν ἀληθινόν , καὶ πάλιν· οἱ πατέρες ὑμῶν ἔφαγον ἐν τῇ ἐρήμῳ τὸ μάννα, καὶ ἀπέθανον· οὗτός ἐστιν ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβαίνων, ἵνα τις ἐξ αὐτοῦ φάγῃ καὶ μὴ ἀποθνῄσκῃ . εἰ μὲν οὖν, φησίν, οὐράνιος ἦν ἄρτος, ᾧ χρῆσθαι τοὺς ἀγγέλους εἰκός, οὐδ’ ἂν ἀπέθανον οἱ ἐν τῇ ἐρήμῳ μετασχόντες ἄρτου· νῦν δὲ ἐπεὶ οὐκ ἦν οὐράνιος, οὐδὲ ἦν ἀληθῶς ἄρτος ἀγγέλων, διὰ τοῦτο ἀπέθανον. οὗτος δέ ἐστιν ἀληθῶς οὐράνιος ἄρτος, οὗ ὁ μεταλαβὼν οὐκ ἂν ἀποθάνοι ποτέ. καὶ τίς οὗτος ἦν διδάσκει λέγων· ὁ γὰρ ἄρτος τοῦ θεοῦ ἐστιν ὁ καταβαίνων ἐκ", + "candidate_score": 0.679171, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_3_5", + "bdc_text": "gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im . Und ist mein gar frünttlich bitt an eüch , ir wöllen mir me der zuckererbslin schicken ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1324", + "psc_text": "ἐπλήρου καταξιώσας αὐτοὺς τῆς οἰκείας τροφῆς, οὐ μόνον τῆς σωματικῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐπουρανίου καὶ πνευματικῆς, ὁπηνίκα πρώτοις αὐτοῖς ἐπεδήμει ὁ Χριστὸς τοῦ θεοῦ, τροφὴν αὐτοῖς παρεῖχεν τὸν ἐπουράνιον ἄρτον αὐτὸς ἑαυτόν. οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐψώμισεν αὐτοὺς ἐκ πέντε ἄρτων παραδόξως ἐπὶ τῆς ἐρήμου ὥσπερ πάλαι διὰ Μωσέως τὸ μάννα. Ἔτι δὲ καὶ ἐκ πέτρας μέλι ἐχόρτασεν αὐτούς· πέτρα δὲ ἦν αὐτὸς χορηγῶν αὐτοῖς τὰ πάσης ἡδονῆς καὶ παντὸς μέλιτος γλυκύτερα μαθήματα, περὶ ὧν ἦν εἰπεῖν· ὡς γλυκέα τὰ λόγιά σου τῷ φάρυγγί μου ὑπὲρ μέλι τῷ στόματί μου. Καὶ πάλαι δὲ διὰ Μωσέως ἐκ πέτρας αὐτοῖς παρεῖχε ποτόν. μέλι δὲ ἐνταῦθα τὸ ἐκ πέτρας οὐδ’ ἄλλως ἢ κατὰ διάνοιαν ἐκδεκτέον· ἐπεὶ καὶ αὐτὸς Μωσῆς τὴν αὐτὴν τίθησι μαρτυρίαν λέγων ἐν Μεγάλῃ ᾠδῇ· ἐθήλασαν μέλι ἐκ πέτρας, καὶ ἔλαιον ἐκ στερεᾶς πέτρας· ἅπερ πρὸς μὲν ψιλὴν τὴν λέξιν οὐχ ὑφέστηκεν, ἀλληγορικῶς δὲ κατὰ μόνην τὴν διάνοιαν ἐξακούεται· αὐτὸς γὰρ", + "candidate_score": 0.672843, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_3_5", + "bdc_text": "gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im . Und ist mein gar frünttlich bitt an eüch , ir wöllen mir me der zuckererbslin schicken ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_481", + "psc_text": "δὲ τῆς ἄνω ἐλπίδος γενόμενος ἐκείνης τυχεῖν εὔχεται ἐλέῳ θεοῦ χορηγουμένης. οὐ γὰρ δὴ κατὰ ὀφειλὴν οὐδὲ κατ’ ἀξίαν τῆς ἑαυτοῦ δικαιοσύνης τεύξεταί τις τῶν ἐπουρανίων· διόπερ ἀλλαχοῦ που εἴρηται· τί γάρ μοι ὑπάρχει ἐν τῷ οὐρανῷ; τὸ δὲ πᾶν ἐλέῳ θεοῦ καὶ φιλανθρωπίᾳ δωρεῖται τοῖς σμικρὰ κατωρθωκόσι τὰ μεγάλα χαριζομένου. ὃ δὴ σημαίνει ὁ παρὼν λόγος φάσκων· ὅτι κρεῖσσον τὸ ἔλεός σου ὑπὲρ ζωάς. Κἂν γὰρ μακρόβιος καὶ μακροχρόνιος ἐπὶ τοῦ παρόντος γένηταί τις, ὥσπερ πολλὰς ζωὰς ἐν πολλαῖς ἐτῶν περιόδοις κτησάμενος, ἀλλ’ οὐδέν ἐστι ταῦτα συγκρινόμενα πρὸς τὸ ἔλεος τοῦ θεοῦ τὸ τῆς αἰωνίου ζωῆς καὶ τῶν ἐπουρανίων ἀγαθῶν αἴτιον. διόπερ καὶ τῷ σῷ ἐλέῳ ἐπιθαρσήσας πᾶσάν μου τὴν παροῦσαν ζωήν σοι ἀναθήσω ὥσπερ τινὰ τίμια ἀναθήματα καὶ πολυτελῆ κειμήλια τὰ μέλη μου καὶ τὰ αἰσθητήρια τῇ σῇ ἀφορίσας λειτουργίᾳ. διὸ τὰ μὲν χείλη μου οὐδὲν ἕτερον λαλήσει, ἁγνεύσει δὲ καὶ καθαρὰ φυλαχθήσεται εἰς τὸ σχολάζειν τοῖς σοῖς", + "candidate_score": 0.66882, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_2_4", + "bdc_text": "Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ; gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1194", + "psc_text": "χρῆσθαι τροφῇ. μέμφεται δὲ καὶ ὁ σωτὴρ καὶ κύριος ἡμῶν ἐν εὐαγγελίοις τοῖς νομίζουσιν, ὅτι ἀγγέλων ἦν τροφὴ τὸ ἐν τῇ ἐρήμῳ χορηγηθὲν τῷ λαῷ μάννα. διὸ ἔλεγεν· ἀμήν, ἀμήν, λέγω ὑμῖν· οὐ Μωσῆς δέδωκεν ὑμῖν τὸν ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, ἀλλ’ ὁ πατήρ μου δίδωσιν ὑμῖν τὸν ἄρτον τὸν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τὸν ἀληθινόν , καὶ πάλιν· οἱ πατέρες ὑμῶν ἔφαγον ἐν τῇ ἐρήμῳ τὸ μάννα, καὶ ἀπέθανον· οὗτός ἐστιν ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβαίνων, ἵνα τις ἐξ αὐτοῦ φάγῃ καὶ μὴ ἀποθνῄσκῃ . εἰ μὲν οὖν, φησίν, οὐράνιος ἦν ἄρτος, ᾧ χρῆσθαι τοὺς ἀγγέλους εἰκός, οὐδ’ ἂν ἀπέθανον οἱ ἐν τῇ ἐρήμῳ μετασχόντες ἄρτου· νῦν δὲ ἐπεὶ οὐκ ἦν οὐράνιος, οὐδὲ ἦν ἀληθῶς ἄρτος ἀγγέλων, διὰ τοῦτο ἀπέθανον. οὗτος δέ ἐστιν ἀληθῶς οὐράνιος ἄρτος, οὗ ὁ μεταλαβὼν οὐκ ἂν ἀποθάνοι ποτέ. καὶ τίς οὗτος ἦν διδάσκει λέγων· ὁ γὰρ ἄρτος τοῦ θεοῦ ἐστιν ὁ καταβαίνων ἐκ", + "candidate_score": 0.651162, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_12_14", + "bdc_text": "Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ; kan man mir ouch kaine üb [er]kunnen . Der allmechttig gott wölle euch und all eüwer volck in grosser gesunttheitt erhaltten , und gruͤssend mir sey alle samen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_905", + "psc_text": "πάντων βουνῶν γεννᾷ με.» γέννημα τοίνυν τοῦ θεοῦ ἡ σοφία καὶ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ μονογενής· καὶ περὶ αὐτοῦ τὴν παροῦσαν εὐχὴν ἀναπέμπει ὁ Σολομὼν φάσκων· «ὁ θεὸς, τὸ κρίμα σου τῷ βασιλεῖ δὸς,» δῆλον δ’ ὅτι τῷ μονογενεῖ λόγῳ σου. Ἐπειδὴ γὰρ ἔκρινας αὐτὸν ἐπὶ γῆς ὀφθῆναι, ἵνα μὴ μόνον τῶν κατ’ οὐρανῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπὶ γῆς βασιλεύῃ, τοῦτο τὸ κρίμα ἤδη ποτὲ ἐπὶ πέρας ἀγέσθω· καὶ τὴν δικαιοσύνην δὲ τὴν σὴν τῷ υἱῷ τοῦ βασιλέως δὸς, ὁ θεός· υἱοῦ βασιλέως ἐνταῦθα τοῦ κατὰ σάρκα νοουμένου ἐκ σπέρματος Δαυὶδ, ὃν αὐτὸς ἑαυτῷ ὁ προὼν τοῦ θεοῦ λόγος ἐξ ἁγίου πνεύματος καὶ τῆς ἁγίας παρθένου συνεστήσατο· ὃν καὶ ἐν Παροιμίαις αἰνίττεσθαι τὸν Σολομῶνα ἡγοῦμαι δι’ ὧν γράφει λέγων· «τίς ἀνέβη εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ κατέβη; τίς συνήγαγεν ἀνέμους ἐν κόλπῳ; τίς συνέστρεψεν ὕδωρ ἐν ἱματίῳ; τίς ἐκράτησε πάντων τῶν ἄκρων τῆς γῆς; τί ὄνομα αὐτῷ, καὶ τί ὄνομα τῷ", + "candidate_score": 0.645703, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_12_14", + "bdc_text": "Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ; kan man mir ouch kaine üb [er]kunnen . Der allmechttig gott wölle euch und all eüwer volck in grosser gesunttheitt erhaltten , und gruͤssend mir sey alle samen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_521", + "psc_text": "ἀλλὰ καὶ ὁ Ἡσαΐας ταὐτὸν παρίστησιν εἰπών· ὄψεται πᾶσα σὰρξ τὸ σωτήριον τοῦ θεοῦ. σωτήριον δὲ θεοῦ πάσῃ σαρκὶ γνωσθησόμενον τί ποτε ἦν ἄρα ἢ ὁ χριστὸς τοῦ θεοῦ, καθὼς πολλάκις ἀπεδείξαμεν; τοῦτο οὖν τὸ σωτήριον πᾶσιν ἀνθρώποις τοῖς πάλαι σαρκίνοις ἀποκαλυφθήσεσθαι προεφητεύετο. εἰκότως οὖν καὶ ὁ μετὰ χεῖρας ψαλμὸς τοῦτο αὐτὸ σημαίνων ἐπισφραγίζεται τὴν ἐπαγγελίαν διὰ τοῦ φάναι· πρὸς σὲ πᾶσα σὰρξ ἥξει. Ὑποκαταβὰς δὲ σαφέστερον ἑρμηνεύει τὴν διάνοιαν ἐπιλέγων· ἐπάκουσον ἡμῶν, ὁ θεός, ὁ σωτὴρ ἡμῶν, ἡ ἐλπὶς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς καὶ τῶν ἐν θαλάσσῃ μακράν. Καὶ ἔτι σαφέστερον ἐπιλέγει· καὶ φοβηθήσονται οἱ κατοικοῦντες τὰ πέρατα ἀπὸ τῶν σημείων σου. Τὸ γὰρ φοβηθῆναι πάντας τοὺς κατοικοῦντας τὰ πέρατα ���πὸ τῶν σημείων τοῦ θεοῦ ἀγαθὸν ἦν καὶ σοφίας ἀρχή, ἐπείπερ ἀρχὴ σοφίας φόβος κυρίου. διὰ δὴ ταῦτα εἰς τὸ τέλος προγέγραπται ὁ ψαλμὸς καὶ ἔστιν ᾠδῆς ψαλμὸς ἐπινίκιον ὕμνον εἰς τὸν σωτῆρα τῶν ἐθνῶν περιέχων, ἐφ’ οἷς", + "candidate_score": 0.644002, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_12_14", + "bdc_text": "Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ; kan man mir ouch kaine üb [er]kunnen . Der allmechttig gott wölle euch und all eüwer volck in grosser gesunttheitt erhaltten , und gruͤssend mir sey alle samen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_453", + "psc_text": "πᾶσα συναγωγὴ λαῶν· ἐκχέατε ἐνώπιον αὐτοῦ τὰς καρδίας ὑμῶν· ὁ θεὸς βοηθὸς ἡμῶν. Διάψαλμα. Μνημονεύσας τοῦ σωτηρίου συνεῖδεν, ὅτι οὐ μόνον αὐτοῦ θεραπευτικὸν ἔσται, κοινὸν δὲ γενήσεται ἀγαθόν· διὸ ἐπ’ αὐτὸ συγκαλεῖ τοὺς πάντας, φιλαυτίαν μὲν ἐκτρεπόμενος, φιλανθρωπίαν δὲ καὶ τὴν πρὸς τοὺς πέλας ἀγάπην ἐνδεικνύμενος. προσκαλεῖται τοίνυν ὡς ἐπὶ σωτήριον λιμένα φάσκων· Ἐλπίσατε ἐπ’ αὐτόν, πᾶσα συναγωγὴ λαῶν. Ἢ κατὰ τὸν Ἀκύλαν· Ἀμεριμνεῖτε ἐν αὐτῷ ἐν παντὶ καιρῷ, λαός. Ἀμεριμνoῦντας δὲ ἐν αὐτῷ καὶ ἐλπίζοντας ἐξαπλοῦν προσήκει τοὺς λογισμοὺς καὶ τῆς ψυχῆς ἀπογυμνοῦν αὐτῷ ὥσπερ ἰατρῷ τὰ πάθη. διὸ ἐπιλέγει∙ Ἐκχέατε ἐνώπιον αὐτοῦ τὰς καρδίας ὑμῶν. ὁ θεὸς βοηθὸς ἡμῶν. Ἔχοντες γάρ, φησί, βοηθὸν μηδὲν ὑποστέλλεσθε μηδέ τι ἐν ταῖς διανοίαις ὑμῶν ὑποκρύπτετε, ἀναπετάσαντες δὲ τὰ ταμεῖα τῆς ψυχῆς τοὺς ἐν αὐτῇ κρυπτομένους λογισμοὺς ἀνακαλύπτετε ὡσὰν μόνῳ ἀγαθῷ σωτῆρι καὶ δυνατῷ τὰ πάντα ἰᾶσθαι ἑαυτοὺς ἐμπιστεύοντες. Πλὴν μάταιοι οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων, ψευδεῖς οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων ἐν ζυγῷ", + "candidate_score": 0.642949, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_12_14", + "bdc_text": "Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ; kan man mir ouch kaine üb [er]kunnen . Der allmechttig gott wölle euch und all eüwer volck in grosser gesunttheitt erhaltten , und gruͤssend mir sey alle samen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1440", + "psc_text": "τοῦ θεοῦ εὐφροσύνην αἰτεῖ τῆς κατὰ ψυχὴν τρυφῆς μεταποιούμενος. Εἰδὼς δὲ, ὅτι οὐ πάντων ἐστὶ δύνασθαι ταύτης τυχεῖν ἀλλ’ ἢ τῶν μακρυνόντων μὲν ἑαυτοὺς τοῦ θνητοῦ βίου καὶ τῶν σωματικῶν ἐπιθυμιῶν, μόνῳ δὲ αὐτῷ τῷ θεῷ τῇ διανοίᾳ καὶ τοῖς λογισμοῖς πλησιαζόντων, εἰκότως ἐπιλέγει· ὅτι πρὸς σὲ, κύριε, τὴν ψυχήν μου ἦρα. Ὅτι σύ, κύριε, χρηστὸς καὶ ἐπιεικὴς καὶ πολυέλεος πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις σε. Ἀντὶ τοῦ· καὶ ἐπιεικής, ὁ μὲν Ἀκύλας καὶ ὁ Θεοδοτίων· καὶ ἱλαστής, εἰρήκασιν, ὁ δὲ Σύμμαχος· καὶ ἀφίων. Καὶ ταῦτα δὲ χρησίμως ἐλέχθη τῷ Δαυὶδ θεραπεύοντι τὸ νομισθὲν φορτικὸν ῥῆμα· τοιοῦτον δὲ ἦν τό· πρὸς σὲ τὴν ψυχήν μου ἦρα, καὶ πάλιν ἀνωτέρω τό· ὅσιός εἰμι. καὶ ταῦτα γάρ μοι, φησίν, οὐκ ἐξ ἐμῆς δυνάμεως ἐπορίσθη, ἀλλ’ ἐκ τῆς σῆς χάριτος. σὺ γάρ με ἐπὶ ταῦτα ἤγαγες χρηστὸς ὢν καὶ ἀφίων ἁμαρτίας, οὐ μόνον ἐμοί, ἀλλὰ καὶ πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις σε· πολυέλεος γὰρ τυγχάνεις. Κοινοποιήσας δὲ", + "candidate_score": 0.641452, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_248", + "psc_text": "ὁ προτεταγμένος τοῦ παρόντος ψαλμὸς οὐκ ἦν, ἀλλὰ στηλογραφία , ὅπερ ἡρμήνευσεν ὁ μὲν Ἀκύλας· ταπεινοῦ τελείου Ἀ , ὁ δὲ Σύμμαχος· τοῦ ταπεινόφρονος καὶ ἀμώμου Σ , οὕτως καὶ ὁ παρὼν λόγος τὴν εἰς ἄκρον πραότητος καὶ ἀνεξικακίας τοῦ Δαυὶδ ἀρετήν, ταπεινοῦ τελείου Ἀ , ταπεινόφρονος καὶ ἀμώμου Σ , εἶθ’ ὥσπερ αἰωνίου μνήμης τὴν ταπεινοφροσύνην ἀξίαν ἀνατίθησι στηλογραφίαν. ἐπὶ ταύτῃ δὲ τῇ ἀρετῇ καὶ Μωσῆς ἐμαρτυρεῖτο· καὶ ὁ σωτὴρ δὲ καὶ κύριος ἡμῶν ἐπὶ ταύτην παρεκάλει λέγων· μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ . Ἐπεὶ δὲ ἐδεῖτο παραμονῆς καὶ τῆς ἐπὶ μήκιστον φυλακῆς ἡ τοιαύτη ἀρετή ( ὁ γὰρ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται ), διὰ τοῦτο ἐπιγέγραπται· εἰς τὸ τέλος, μὴ διαφθείρῃς · πολλοὶ γὰρ καλῶς ἀρξάμενοι οὐ διήρκεσαν εἰς τέλος . ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον τοῦ Δαυὶδ τὴν φυγὴν καὶ τὴν ἐν ἐρημίαις διατριβὴν τήν τε ἐν σπηλαίοις καρτερικωτάτην οἴκησιν ἀποδεχόμενον", + "candidate_score": 0.633016, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_20", + "bdc_text": "Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1904", + "psc_text": "Κύριος ἐν Σιὼν μέγας καὶ ὑψηλός ἐστιν ἐπὶ πάντας τοὺς λαούς. Σιὼν ἑρμηνεύεται σκοπευτήριον· οὕτω δὲ ὀνομάζειν ἔθος τῇ ἱερᾷ γραφῇ πᾶν τὸ θεοσεβὲς πολίτευμα· τῶν τὰ ἐπουράνια σκοπούντων τοῦτον δηλουμένων τὸν τρόπον, ὁποῖος ἦν λέγων ὁ ἀπόστολος· σκοπούντων ἡμῶν οὐ τὰ ἐπίγεια, ἀλλὰ τὰ ἐπουράνια. παρὰ τούτοις οὖν μέγας ἐστὶν ὁ κύριος. Εἰ δὲ καὶ ἔστι Σιὼν ἐπουράνιος καὶ Ἱερουσαλὴμ κατὰ τὸν ἀπόστολον, πολλῷ μᾶλλον εἴποι τις ἂν ἐν τῇ ἐπουράνιῳ Σιὼν μέγαν εἶναι τὸν κύριον τῆς οἰκείας αὐτοῦ βασιλείας ἐν οὐρανοῖς ὑπαρχούσης. Εἰκότως οὖν ὑψηλός ἐστιν ἐπὶ πάντας τοὺς λαούς, οὐ μόνον τοὺς εἰς αὐτὸν πεπιστευκότας καὶ οἰκείους αὐτοῦ γενομένους, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὀργιζομένους ἐπὶ τῷ βασιλεύειν αὐτόν. Ἐξομολογησάσθωσαν τῷ ὀνόματί σου τῷ μεγάλῳ, ὅτι φοβερὸν καὶ ἅγιόν ἐστιν. καὶ τιμὴ βασιλέως κρίσιν ἀγαπᾷ. Νῦν μὲν ὀργίζονται λαοὶ ἐπὶ τῇ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν βασιλείᾳ, ἔσται δέ τις καιρὸς ἐν ᾧ καὶ αὐτοὶ ἐξομολογήσονται τῷ ὀνόματι αὐτοῦ τῷ μεγάλῳ,", + "candidate_score": 0.627822, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_20", + "bdc_text": "Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1891", + "psc_text": "εἶ κύριος ὁ ὕψιστος ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν, σφόδρα ὑπερυψώθης ὑπὲρ πάντας τοὺς θεούς. Καὶ τοῦτο αἴτιον ἦν τῆς εὐφροσύνης τῆς δηλωθείσης, τὸ τὸν κύριον καὶ θεὸν αὐτῶν, ὃν αὗται μόναι ἐσέβοντο, ὕψιστον γεγονέναι ἐπὶ π��σαν τὴν γῆν, βασιλεύσαντα βασιλεύσαντος οὐκέτι μόνου μόνον τοῦ οὐρανοῦ, ἀλλὰ καὶ γῆς ἁπάσης καὶ τῶν ἐπὶ γῆς ἐθνῶν, καὶ τὸ σφόδρα ὑπερυψῶσθαι αὐτὸν ὑπὲρ πάντας τοὺς ὁπωσδήποτε νοουμένους θεούς. Οἱ ἀγαπῶντες τὸν κύριον, μισεῖτε πονηρόν∙ φυλάσσει κύριος τὰς ψυχὰς τῶν ὁσίων αὐτοῦ, ἐκ χειρὸς ἁμαρτωλῶν ῥύσεται αὐτούς. Ἀκολούθως μετὰ τὰς περὶ τῆς κρίσεως διδασκαλίας προτρεπτικὴν ἐπαγωγὴν ποιεῖται διδάσκων, ὅπως διὰ πάντα τὰ προειρημένα ἀγαπᾶν χρὴ τὸν κύριον. τὶς οὖν ὁ τρόπος ὑπάρχει τῆς περὶ τὸν κύριον ἀληθοῦς ἀληθείας ἀγάπης, διασαφεῖ λέγων· μισεῖτε πονηρά· οὐ γὰρ δυνατὸν ὁμοῦ καὶ κατὰ τὸ αὐτὸ καὶ τὸν κύριον καί τὰ πονηρὰ ἀγαπᾶν · διόπερ τὸν περὶ τὸν κύριον ἀγάπην κατορθωτέον διὰ τοῦ μισεῖν καὶ βδελλύττεσθαι βδελύττεσθαι πᾶν πονηρόν,", + "candidate_score": 0.624736, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_10_12", + "bdc_text": "Er ist mins vetter Hans Jacobs zuͦ Louffenberg schwager ; dan ich bey mir keine überkoumen kan . Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_800", + "psc_text": "χολήν, καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισάν με ὄξος. Κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· Καὶ ἀνέμενον συλλυπούμενον, καὶ οὐχ ὑπῆρ χεν, καὶ παρηγοροῦντα, καὶ οὐχ εὕρισκον. καὶ ἐνέβαλλον εἰς τὴν τροφήν μου χολήν, καὶ ἐν τῇ δίψῃ μου ἐπότισάν με ὄξος. Ὅτι μὲν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καταλιπόντες αὐτὸν, ἔφυγον κατὰ τὸν τοῦ πάθους καιρὸν, ὅμως δ’ ἐκτὸς λύπης οὐκ ἦσαν, διδάσκει τὸ εὐαγγέλιον. ὅτε γὰρ Πέτρος ἀναγέγραπται ἀποκλαυσάμενος πικρῶς, οἵ τε λοιποὶ συνηγμένοι καὶ ὑφ’ ἕνα κρυπταζόμενοι οἶκον διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, οὐκ ἕξω λύπης ὑπῆρχον. Οὐκ ἂν οὖν ἁρμόσειε ταῦτα περὶ τοῦ χοροῦ τῶν ἀποστόλων λέγεσθαι, ἀλλὰ περὶ τῶν θλιβόντων αὐτὸν, περὶ ὧν ἔλεγεν· Ἐναντίον σοῦ πάντες οἱ θλίβοντές με. Ἐγὼ μὲν γὰρ πάντα ὑπὲρ τῆς αὐτῶν σωτηρίας ἐποίουν, καλύπτων ἐν νηστείᾳ τὴν ψυχήν μου, σάκκῳ τε ἐνδύματι χρώμενος· οἱ δὲ τὰ ἐναντία τούτοις ἔπραττον, τοτὲ μὲν ὀνειδίζοντες καὶ διασύροντες τὰς ἐμὰς νηστείας, τοτὲ δὲ ἐν ταῖς παροινίαις αὐτῶν", + "candidate_score": 0.623619, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_10_12", + "bdc_text": "Er ist mins vetter Hans Jacobs zuͦ Louffenberg schwager ; dan ich bey mir keine überkoumen kan . Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_799", + "psc_text": "δὲ ὁμοίως ἐμοὶ τοὺς θλίβοντάς με γινώσκεις· οὐ γὰρ τῆς σῆς τυγχάνουσι γνώσεως ἄξιοι. διὸ περὶ αὐτῶν φημι, Ἐναντίον σοῦ πάντες οἱ θλίβοντές με. Οὕτω δέ εἰσιν ἐναντίον σοῦ, ὡς τὰ ἐναντία σοὶ προῃρημένοι· θλίβουσι δέ με μηδὲν ὠφελούμενοι ἐκ τῆς ἐμῆς θεραπείας, καὶ θλίβουσι διὰ τῆς αὐτῶν ἀπωλείας. εἶτ’ ἐπιλέγει· Ὀνειδισμὸν προσεδόκησεν ἡ καρδία μου καὶ ταλαιπωρίαν. ὃ δὴ σαφέστερον ἡρμήνευσεν ὁ Σύμμαχος εἰπών· Ὀνειδισμὸς κατέαξεν τὴν καρδίαν μου, καὶ ἠνιώμην, ὁ δὲ Ἀκύλας· Ὀνειδισμός, φησίν, συνέτριψε τὴν καρδίαν μου, καὶ ἀπεγνώσθην. Καὶ ὑπέμεινα ��υλλυπούμενον, καὶ οὐχ ὑπῆρξεν, καὶ παρακαλοῦντα, καὶ οὐχ εὗρον. καὶ ἔδωκαν εἰς τὸ βρῶμά μου χολήν, καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισάν με ὄξος. Κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· Καὶ ἀνέμενον συλλυπούμενον, καὶ οὐχ ὑπῆρ χεν, καὶ παρηγοροῦντα, καὶ οὐχ εὕρισκον. καὶ ἐνέβαλλον εἰς τὴν τροφήν μου χολήν, καὶ ἐν τῇ δίψῃ μου ἐπότισάν με ὄξος. Ὅτι μὲν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καταλιπόντες αὐτὸν, ἔφυγον κατὰ τὸν", + "candidate_score": 0.622977, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_10_12", + "bdc_text": "Er ist mins vetter Hans Jacobs zuͦ Louffenberg schwager ; dan ich bey mir keine überkoumen kan . Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_748", + "psc_text": "τοῦ θανάτου, καὶ τὸ, εἶπε κύριος· ἐκ Βασὰν ἐπιστρέψω, ἐπιστρέψω ἐκ βυθῶν θαλάσσης. ταῦτα γὰρ εἰς πλάτος ἐπὶ τοῦ παρόντος διεξέρχεται λέγων· Σῶσόν με, ὁ θεὸς, ὅτι εἰσήλθοσαν ὕδατα ἕως ψυχῆς μου. ἐνεπάγην εἰς ὕλην βυθοῦ, καὶ οὐκ ἔστιν ὑπόστασις. ἦλθον εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης καὶ καταιγὶς κατεπόντισέ με. Πειρασμοὺς δὲ καὶ διωγμοὺς καὶ ἐπαναστάσεις ἀσεβῶν ἀνδρῶν ὕδατα καλεῖν εἴωθεν ὁ λόγος· οὕτω γοῦν εἴρηται ἀλλαχοῦ· τὸ χείμαρρον διῆλθεν ἡ ψυχὴ ἡμῶν· ἄρα διῆλθεν ἡ ψυχὴ ἡμῶν τὸ ὕδωρ ἀνυπόστατον. καὶ αὐτὸς δὲ ὁ σωτὴρ ἐδίδασκε τοῦτο λέγων· κατέβη ἡ βροχὴ, ἦλθον οἱ ποταμοὶ, ἔπνευσαν οἱ ἄνεμοι, καὶ προσέρρηξαν τῇ οἰκίᾳ ἐκείνῃ, καὶ οὐκ ἔπεσε· τεθεμελίωτο γὰρ ἐπὶ τὴν πέτραν. καὶ διὰ τῶν προκειμένων τοίνυν τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὰς κατ’ αὐτοῦ ἐπιβουλὰς, ὕδατα ὀνομάζων εἰσεληλυθέναι ἕως τῆς ψυχῆς αὐτοῦ διδάσκει. Ἐπὶ μὲν οὖν τοῦ Ἰὼβ, καίπερ ὄντος ἀθλητοῦ γενναίου, γέγραπται εἰρηκὼς ὁ θεὸς τῷ πειράζοντι· ἰδοὺ πάντα ὅσα ὑπάρχει", + "candidate_score": 0.622509, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1436", + "psc_text": "τοιοῦτος ἦν κατὰ τό· μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, εἰκότως ἐν τῇ προσευχῇ ὡς ἀρετὰς ἑαυτοῦ καὶ κατορθώματα προβάλλεται τὴν πτωχείαν καὶ τὴν πενίαν. Καὶ ἄλλως δὲ ἐρεῖς, ὅτι ὥσπερ Μωσῆς φωνῆς ἀκούσας θεοῦ ἰσχνόφωνον ἑαυτὸν εἶναι ὡμολόγει, κατὰ παράθεσιν τῆς θείας φωνῆς τοῦτο φήσας· τοῦτο καὶ ὁ Δαυίδ, εἰ καὶ μέγας ἦν καὶ πλούσιος καὶ σοφὸς ἀνθρώποις συγκρινόμενος, ἀλλ’ ἀνατείνας πρὸς τὸν θεὸν τοὺς ὀφθαλμοὺς ὁρᾷ ἑαυτὸν τὸ μηθὲν ὄντα. καὶ ἐπεὶ μήπω ἦν δυνατὸς πατέρα τὸν θεὸν ὀνομάζειν, κύριον αὐτὸν καλεῖ δούλου χώραν ἑαυτὸν ἐπέχειν σημαίνων. Εἶθ’ ὡς αὐτὸς μένων κάτω που καὶ ἐν βυθῷ (τοῦ δὲ θεοῦ ὄντος ἐν ὕψει) κλῖναι τὸν θεὸν ἱκετεύει τὸ οὖς ἑαυτοῦ, ἅτε μὴ τοσοῦτον βοᾷν δυνάμενος διὰ τὴν οἰκείαν ἀσθένειαν, ὡς ἀναπέμπειν εἰς ὕψος καὶ τείνειν πρὸς τὸν θεὸν τὴν ἑαυτοῦ φωνήν. διὸ δεῖται κλῖναι ἑαυτοῦ τὸ οὖς τὸν θεὸν καὶ τῇ ἑαυτοῦ ταπεινότητι συγκαταβῆναι τὴν θείαν ἀκοήν. Φύλαξον τὴν ψυ��ήν", + "candidate_score": 0.621988, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1814", + "psc_text": "τὸ ὕψος τῆς θεότητός σου, ὅπως ἤδη ποτὲ παύσωνται οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐναβρυνόμενοι καὶ ἐγκαυχώμενοι ἐπὶ πᾶσιν, οἷς παρανόμως διαπράττονται. Τὸν λαόν σου, κύριε, ἐταπείνωσαν, καὶ τὴν κληρονομίαν σου ἐκάκωσαν. χήραν καὶ προσήλυτον ἀπέκτειναν καὶ ὀρφανοὺς ἐφόνευσαν. καὶ εἶπαν· οὐκ ὄψεται κύριος, οὐδὲ συνήσει ὁ θεὸς τοῦ Ἰακώβ. Οὐκ ἤρκει, φησίν, τοῖς ἁμαρτωλοῖς τὸ εἰς ἑαυτοὺς ἁμαρτάνειν, ἀλλ’ ἤδη καὶ τῷ σῷ λαῷ καὶ τῇ σῇ ἐκκλησίᾳ ἐπανέστησαν, τοὺς μὲν ταπεινοῦντες, τοὺς δὲ κακοῦντες, τοὺς δὲ παντελῶς ἀναιροῦντες. καὶ ταῦτα κατὰ τοῦ σοῦ λαοῦ, ὦ κύριε, καὶ κατὰ τῆς σῆς κληρονομίας τετολμήκασι, μονονουχὶ τὰ ἀσεβῆ καὶ βλάσφημα περὶ σοῦ φρονοῦντες. εἶπον γὰρ ἐν ἑαυτοῖς ἀσεβὲς λογισάμενοι· οὐκ ὄψεται κύριος, οὐδὲ συνήσει ὁ θεὸς τοῦ Ἰακώβ. Διὸ ὡς μὴ ἐφορῶντος μηδὲ συνιέντος σοῦ τὰ τοσαῦτα δρᾷν ἐπιχειροῦσι κατὰ τοῦ λαοῦ σου καὶ κατὰ τῆς κληρονομίας σου κατά τε χηρῶν καὶ προσηλύτων καὶ ὀρφανῶν τῶν κατὰ ἀνθρώπειον ἀπεριστάτων καὶ ἀβοηθήτων. οὐ τοσοῦτον δὲ", + "candidate_score": 0.621059, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1641", + "psc_text": "καὶ ἀντιβολῶ σπεῦσαι καὶ τῶν ἐπαγγελιῶν σου τῶν ἀγαθῶν δεῖξαι ἡμῖν τὰ ἀποτελέσματα, μετὰ τὰ συνενεχθέντα κατὰ τοῦ Χριστοῦ σου καὶ μετὰ τὴν τῆς βασιλείας τοῦ Δαυὶδ καθαίρεσιν. Δέομαι δὲ ἐπιταχῦναι πρὶν κατάπτωσιν παντελῆ τὸ τῶν ἀνθρώπων ὑποστῆναι γένος. τίς γάρ ἐστιν ἀνθρώπων ὁ δυνάμενος αὐτὸς ἑαυτὸν ἐκ χειρὸς ᾅδου ῥύσασθαι, εἰ μὴ εἷς μόνος ὁ πρῶτος μὲν αὐτὸς ἑαυτὸν, εἶτα δὲ καὶ πάντας τοὺς εἰς αὐτὸν πεπιστευκότας ἐκ τῶν τοῦ θανάτου πυλῶν ῥυσάμενος; εἰ καὶ τοιαῦτα πείσεται, οἷα διείληφεν ἡ προφητεία τὰ ἀπὸ τοῦ, νυνὶ δὲ ἀπώσω καὶ ἐξουδένωσας, ἀνεβάλου τὸν Χριστόν σου, φήσασα· ὅμως καὶ τῶν σῶν πρὸς τὸν Δαυὶδ ἐπαγγελιῶν τεύξεται. τὰ γὰρ ἐλέη σου, κύριε, καὶ ἡ ἀλήθειά σου εἰς τὸν αἰῶνα μένει καὶ οὐδὲ εἷς λόγος τῶν σῶν ἐπαγγελιῶν διαπεσεῖται. Εἰ δὲ καί φημι νῦν εἰς ὑπόμνησιν ἐλθὼν τῶν συμβησομένων σκυθρωπῶν, ποῦ ἐστι τὰ ἐλέη σου τὰ ἀρχαῖα, κύριε, ἃ ὤμοσας τῷ Δαυὶδ ἐν τῇ", + "candidate_score": 0.620931, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1813", + "psc_text": "ἀνταπόδοσιν τοῖς ὑπερηφάνοις, τὴν ἀξίαν αὐτοῖς ἀποδιδοὺς τιμωρίαν. νῦν γάρ σου αὐτοῦ καταπεφρονήκασιν ὡς μηδὲν ὑψηλὸν ἔχοντος, μηδὲ ὁρῶντος, μηδὲ κρίνοντος τὴν γῆν. διὸ καὶ ἄκριτα καὶ ἀπρ��νόητα ὑπειλήφασιν εἶναι τὰ κατὰ τὸν ἑαυτῶν βίον. ἀλλ’ ἐγὼ τῆς ἀσεβείας αὐτῶν ἀλλότριος εἶναι εὐχόμενος πέπεισμαι, ὅτι σὺ θεὸς ἐκδικήσεων, ἢ καὶ σὺ εἶ ὁ κρίνων πᾶσαν τὴν γῆν. εἰ γὰρ καὶ ταπεινοῖς σεαυτόν, χρηστότητι καὶ ἀνοχῇ καὶ μακροθυμίᾳ χρώμενος, ἐπέχεις τε τὴν κατὰ τῶν ἀσεβῶν ὀργήν. ἀλλ’ ἐγὼ πιστεύων, ὅτι οὐδὲν ἔσται ἄκριτον σοῦ ἐφορῶντος τὰ σύμπαντα, ἱκετεύω καὶ δέομαι ὑψωθῆναί σε καὶ δεῖξαι τοῖς πᾶσι τὸ οἰκεῖόν σου μέγεθος καὶ τὸ ὕψος τῆς θεότητός σου, ὅπως ἤδη ποτὲ παύσωνται οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐναβρυνόμενοι καὶ ἐγκαυχώμενοι ἐπὶ πᾶσιν, οἷς παρανόμως διαπράττονται. Τὸν λαόν σου, κύριε, ἐταπείνωσαν, καὶ τὴν κληρονομίαν σου ἐκάκωσαν. χήραν καὶ προσήλυτον ἀπέκτειναν καὶ ὀρφανοὺς ἐφόνευσαν. καὶ εἶπαν· οὐκ ὄψεται κύριος, οὐδὲ συνήσει ὁ θεὸς τοῦ Ἰακώβ. Οὐκ ἤρκει, φησίν,", + "candidate_score": 0.620654, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_11_13", + "bdc_text": "dan ich bey mir keine überkoumen kan . Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ; kan man mir ouch kaine üb [er]kunnen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_757", + "psc_text": "ἔκειτο ὄξους μεστή· σπόγγον οὖν μεστὸν ποιήσαντες ὄξους μετὰ χολῆς, ὑσσώπῳ περιθέντες, προσήνεγκαν αὐτοῦ τῷ στόματι. ὅτε οὖν ἔλαβεν ὁ Ἰησοῦς τὸ ὄξος μετὰ χολῆς, εἶπε· τετέλεσται καὶ αὕτη ἡ γραφὴ καὶ τὰ λοιπὰ δὲ εἰς πρόσωπον τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἀναφερόμενα, σώζοι ἀναβίαστον τὴν ἑρμηνείαν. Ἐκοπίασα κράζων, ἐβραγχίασεν ὁ λάρυγξ μου, ἐξέλιπον οἱ ὀφθαλμοί μου ἀπὸ τοῦ ἐλπίζειν με ἐπὶ τὸν θεόν μου. ἐπληθύνθησαν ὑπὲρ τὰσ τρίχας τῆς κεφαλῆς μου οἱ μισοῦντές με δωρέαν· ἐκραταιώθησαν οἱ ἐκδιώκοντές με οἱ ἐχθροί μου ἀδίκως· ἃ οὐχ ἠρπάζον τότε ἀπετιννυον· Καὶ ταῦτα ἐν τῷ κατὰ Ἰωάννην ἐπληροῦτο εὐαγγελίῳ· ἐν ᾧ εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραζε λέγων· ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρὸς μὲ καὶ πινέτω· αὖθις δὲ εἴρηται· Ἰησοῦς δὲ ἔκραζε καὶ ἔλεγεν· ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ πιστεύει εἰς ἐμὲ, ἀλλ’ εἰς τὸν πέμψαντά με. καὶ ὁ θεωρῶν ἐμὲ θεωρεῖ τὸν πέμψαντά με. ἐγὼ φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθα, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων", + "candidate_score": 0.619931, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_10_12", + "bdc_text": "Er ist mins vetter Hans Jacobs zuͦ Louffenberg schwager ; dan ich bey mir keine überkoumen kan . Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_757", + "psc_text": "ἔκειτο ὄξους μεστή· σπόγγον οὖν μεστὸν ποιήσαντες ὄξους μετὰ χολῆς, ὑσσώπῳ περιθέντες, προσήνεγκαν αὐτοῦ τῷ στόματι. ὅτε οὖν ἔλαβεν ὁ Ἰησοῦς τὸ ὄξος μετὰ χολῆς, εἶπε· τετέλεσται καὶ αὕτη ἡ γραφὴ καὶ τὰ λοιπὰ δὲ εἰς πρόσωπον τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἀναφερόμενα, σώζοι ἀναβίαστον τὴν ἑρμηνείαν. Ἐκοπίασα κράζων, ἐβραγχίασεν ὁ λάρυγξ μου, ἐξέλιπον οἱ ὀφθαλμοί μου ἀπὸ τοῦ ἐλπίζειν με ἐπὶ τὸν θεόν μου. ἐπληθύνθησαν ὑπὲρ τὰσ τρίχας τῆς κεφαλῆς μου οἱ μισοῦντές με δωρέαν· ἐκραταιώθησαν οἱ ἐκδιώκοντές με οἱ ἐχθροί μου ἀδίκως· ἃ οὐχ ἠρπάζον τότε ἀπετιννυον· Καὶ ταῦτα ἐν τῷ κατὰ Ἰωάννην ἐπληροῦτο εὐαγγελίῳ· ἐν ᾧ εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραζε λέγων· ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρὸς μὲ καὶ πινέτω· αὖθις δὲ εἴρηται· Ἰησοῦς δὲ ἔκραζε καὶ ἔλεγεν· ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ πιστεύει εἰς ἐμὲ, ἀλλ’ εἰς τὸν πέμψαντά με. καὶ ὁ θεωρῶν ἐμὲ θεωρεῖ τὸν πέμψαντά με. ἐγὼ φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθα, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων", + "candidate_score": 0.619164, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_10_12", + "bdc_text": "Er ist mins vetter Hans Jacobs zuͦ Louffenberg schwager ; dan ich bey mir keine überkoumen kan . Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1832", + "psc_text": "οἰκητήριον λαχούσης ἔχειν. Ταῦτα δ’ οὖν ἔπαθον ἄν, εἰ μὴ αὐτὸς ὁ κύριος παραστὰς βεβοηθήκει μοι. εἴ ποτε γοῦν πειραζόμενος ἐν τοῖς ἀγῶσιν ἀντελαβόμην ἀσθενείας ἐμαυτοῦ, ὡς κινδυνεύειν σαλευθῆναι τοὺς πόδας τῆς ἐμῆς ψυχῆς, ὁμολογῶ παραχρῆμα τοῦ ἐλέους σου, κύριε, αἴσθησιν εἰληφέναι καὶ ὑπὸ σοῦ βεβοηθῆσθαι, ὡς εἰ μὴ τοῦτό μοι παρῆν ὑποστηρίζον μου τοὺς πόδας, πάλαι ἂν ὀλισθήσας ἐπεπτώκειν ἀπὸ τῆς παρὰ σοὶ στάσεως. νῦν δὲ τὸ ἔλεός σου, κύριε, δίδωσί μοι παρρησίαν τοῦ λέγειν· ἔστησας ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου, καὶ κατηύθυνας τὰ διαβήματά μου. Κατὰ τὸ πλῆθος τῶν ὀδυνῶν μου ἐν τῇ καρδίᾳ μου αἱ παρακλήσεις σου ηὔφραναν τὴν ψυχήν μου. Οὐ μόνον τοῖς ποσί μου τὸ ἔλεός σου δύναμιν παρεῖχε πρὸς τὸ μὴ σαλευθῆναι, οὐδὲ μόνον ἡ παρὰ σοῦ βοήθεια τὴν ἐμὴν κατεκράτει ψυχὴν πρὸς τὸ μὴ παροικῆσαι τῷ ᾅδῃ, ἀλλὰ καὶ ἃς ἔφερον ἐν τῇ καρδίᾳ μου ὀδύνας αἱ παρὰ σοῦ παρακλήσεις ἐθεράπευον ἀπορρήτῳ δυνάμει", + "candidate_score": 0.618357, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_18_20", + "bdc_text": "Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen . Eüwer erwirde dienstwillige schwester Margrett , Hanns Adelschwillers selligen verlassne wittfrouw . Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1830", + "psc_text": "Ἡ κατὰ τὸ διάψαλμα διαστολὴ πλείστην καὶ τῆς διανοίας ἐποιήσατο μεταβολήν. ὡς γὰρ συμπληρωθέντος τοῦ προτέρου λόγου ἀφ’ ἑτέρας ἀρχῆς φησιν· τίς ἀναστήσεταί μοι ἐπὶ πονηρευομένους; Μεμαθήκαμεν γάρ, φησίν, ἀπὸ τῆς τοῦ θείου πνεύματος διδασκαλίας, ὅτι θεὸς ἐκδικήσεών ἐστι κύριος, καὶ ὅτι ἀποδώσει ἀνταπόδοσιν τοῖς ὑπερηφάνοις, καὶ ὅτι ὀρυγήσεται τῷ ἁμαρτωλῷ βόθρος, καὶ ὅτι οὐκ ἀπώσεται τὸν λαὸν αὐτοῦ οὐδὲ τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ καταλείψει· ἀλλ’ ἐπὶ τέλει τῶν πραγμάτων, ἐπὰν ἐπιστρέψῃ ὁ λαὸς εἰς κρίσιν, ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ, καὶ ὡς δεξιοὶ στήσονται πλησίον τῆς αὐτοῦ δικαιοσύνης πάντες οἱ εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ σὺν αὐτῷ τῷ κυρίῳ τὰς διατριβὰς ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν ποιησόμενοι καὶ πᾶσαν αὐτῶν τὴν ζωὴν αὐτῷ παραστησόμενοι. Τούτοις μὲν οὖν ἐπίστευσα, καὶ πιστεύσας παρεκλήθην. ἀλλὰ τέως κατὰ τὸν ἐνεστῶτα καιρόν· τίς ὑπὲρ ἐμοῦ στήσεται κατὰ τῶν πονηρευομένων; ἢ τίς ἔκδικος συμπαραστήσεταί μοι ἐπὶ τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν; ἀλλὰ γὰρ εἴποιμ’ ἂν ὁμολογῶν τἀληθῆ μηδένα", + "candidate_score": 0.616934, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_11_13", + "bdc_text": "dan ich bey mir keine überkoumen kan . Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ; kan man mir ouch kaine üb [er]kunnen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_800", + "psc_text": "χολήν, καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισάν με ὄξος. Κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· Καὶ ἀνέμενον συλλυπούμενον, καὶ οὐχ ὑπῆρ χεν, καὶ παρηγοροῦντα, καὶ οὐχ εὕρισκον. καὶ ἐνέβαλλον εἰς τὴν τροφήν μου χολήν, καὶ ἐν τῇ δίψῃ μου ἐπότισάν με ὄξος. Ὅτι μὲν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καταλιπόντες αὐτὸν, ἔφυγον κατὰ τὸν τοῦ πάθους καιρὸν, ὅμως δ’ ἐκτὸς λύπης οὐκ ἦσαν, διδάσκει τὸ εὐαγγέλιον. ὅτε γὰρ Πέτρος ἀναγέγραπται ἀποκλαυσάμενος πικρῶς, οἵ τε λοιποὶ συνηγμένοι καὶ ὑφ’ ἕνα κρυπταζόμενοι οἶκον διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, οὐκ ἕξω λύπης ὑπῆρχον. Οὐκ ἂν οὖν ἁρμόσειε ταῦτα περὶ τοῦ χοροῦ τῶν ἀποστόλων λέγεσθαι, ἀλλὰ περὶ τῶν θλιβόντων αὐτὸν, περὶ ὧν ἔλεγεν· Ἐναντίον σοῦ πάντες οἱ θλίβοντές με. Ἐγὼ μὲν γὰρ πάντα ὑπὲρ τῆς αὐτῶν σωτηρίας ἐποίουν, καλύπτων ἐν νηστείᾳ τὴν ψυχήν μου, σάκκῳ τε ἐνδύματι χρώμενος· οἱ δὲ τὰ ἐναντία τούτοις ἔπραττον, τοτὲ μὲν ὀνειδίζοντες καὶ διασύροντες τὰς ἐμὰς νηστείας, τοτὲ δὲ ἐν ταῖς παροινίαις αὐτῶν", + "candidate_score": 0.616463, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_12", + "bdc_text": "Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_748", + "psc_text": "τοῦ θανάτου, καὶ τὸ, εἶπε κύριος· ἐκ Βασὰν ἐπιστρέψω, ἐπιστρέψω ἐκ βυθῶν θαλάσσης. ταῦτα γὰρ εἰς πλάτος ἐπὶ τοῦ παρόντος διεξέρχεται λέγων· Σῶσόν με, ὁ θεὸς, ὅτι εἰσήλθοσαν ὕδατα ἕως ψυχῆς μου. ἐνεπάγην εἰς ὕλην βυθοῦ, καὶ οὐκ ἔστιν ὑπόστασις. ἦλθον εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης καὶ καταιγὶς κατεπόντισέ με. Πειρασμοὺς δὲ καὶ διωγμοὺς καὶ ἐπαναστάσεις ἀσεβῶν ἀνδρῶν ὕδατα καλεῖν εἴωθεν ὁ λόγος· οὕτω γοῦν εἴρηται ἀλλαχοῦ· τὸ χείμαρρον διῆλθεν ἡ ψυχὴ ἡμῶν· ἄρα διῆλθεν ἡ ψυχὴ ἡμῶν τὸ ὕδωρ ἀνυπόστατον. καὶ αὐτὸς δὲ ὁ σωτὴρ ἐδίδασκε τοῦτο λέγων· κατέβη ἡ βροχὴ, ἦλθον οἱ ποταμοὶ, ἔπνευσαν οἱ ἄνεμοι, καὶ προσέρρηξαν τῇ οἰκίᾳ ἐκείνῃ, καὶ οὐκ ἔπεσε· τεθεμελίωτο γὰρ ἐπὶ τὴν πέτραν. καὶ διὰ τῶν προκειμένων τοίνυν τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὰς κατ’ αὐτοῦ ἐπιβουλὰς, ὕδατα ὀνομάζων εἰσεληλυθέναι ἕως τῆς ψυχῆς αὐτοῦ διδάσκει. Ἐπὶ μὲν οὖν τοῦ Ἰὼβ, καίπερ ὄντος ἀθλητοῦ γενναίου, γέγραπται εἰρηκὼς ὁ θεὸς τῷ πειράζοντι· ἰδοὺ πάντα ὅσα ὑπάρχει", + "candidate_score": 0.611793, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_9_11", + "bdc_text": "dan er ist mir ein guͦtter fründ . Er ist mins vetter Hans Jacobs zuͦ Louffenberg schwager ; dan ich bey mir keine überkoumen kan .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1922", + "psc_text": "ἀνθρώπινον, ἀλλ’ οὐ προθεμένου μου τοῦτο ἐγίνετο. Οὕτω δ’ ���μαυτὸν ἐφύλαττον τοῦ παραβαίνειν τί τῶν σῶν ἐντολῶν, ὥστε καὶ οὓς ἑώρων ποιοῦντας παραβάσεις ἐμίσουν ἐκτρεπόμενος ὡς ἀσεβεῖς· εἰδὼς δέ, ὅτι ὁ κολλώμενος δικαίῳ δίκαιος ἔσται, πάντα διάστροφον καὶ σκαμβὸν ἄνδρα παρητούμην συνάπτεσθαί μοι καὶ κολλᾶσθαί μοι· οὕτω δέ μου διακειμένου, εἴ τις τῶν πονηρῶν ἐξέκλινεν ἐκτρεπόμενος τὴν πρός με φιλίαν, οὐ πρὸ σὲ ποιούμην οὐδ´ ἐγίνωσκον, οὐδὲ χωρισμὸν ὑπελάμβανον τὸν τοιοῦτον χωρισμόν, οὕτως εὐκαταφρόνητόν μοι ἦν λίαν ὁ τὴν κακίαν ἀναιρούμενος. Τὸν καταλαλοῦντα λάθρᾳ τοῦ πλησίον αὐτοῦ, τοῦτον ἐξεδίωκον. Ὁ σπουδαῖος ἐν παντὶ τῷ παρρησίαν ἔχειν ἀγαπῶν, ὥσπερ τὰ λάθρᾳ δρώμενα τῷ αἰσχύνης εἶναι ἄξια, παραιτεῖται· οὕτω καὶ τὸ λέγειν ἢ ἀκούειν κατά τινος κρύβδην οὐκ ἀνέχεται. Κακοήθους γοὖν καὶ ἀνελευθέρου τὸ πράγμα· ἐπήρτηται γὰρ καὶ κίνδυνος μέγας τῷ πράγματι τῆς γραφῆς λεγούσης· μὴ ἀγάπα καταλαλεῖν, ἵνα μὴ ἐξαρθῇς· καὶ Ἰάκωβος δὲ λέγει· μὴ καταλαλεῖτε ἀλλήλων, ἀδελφοὶ, ἵνα μὴ ὑπὸ", + "candidate_score": 0.611407, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_12", + "bdc_text": "Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_707", + "psc_text": "καταβὰς καὶ διεξόδους θανάτου πεποιημένος κύριος διὰ τῶν παρ’ Ἑβραίοις κοινῶς γραφομένων στοιχείων ὠνόμασται. διόπερ ὁ Σύμμαχος· δεσπότην, ἡρμήνευσεν αὐτόν. Οὗτος οὖν ὁ κύριος, αὐτὸς ὁ τοῦ θεοῦ λόγος δηλαδὴ, εἶπεν· ἐκ Βα σὰν ἐπιστρέψω, καὶ πάλιν· ἐπιστρέψω ἐκ βυθῶν θαλάσσης. ἀντὶ δὲ τοῦ· ἐπιστρέψω, καὶ τοῦ δεύτερον· ἐπιστρέψω, ὁ Σύμμαχος τοῦτον ἡρμήνευσε τὸν τρόπον· εἶπε κύριος· ἀπὸ Βασὰν ἐπιστρέψω, καὶ ἀναστρέψαι ποιήσω ἀπὸ βυθῶν θαλάσσης. Ὁρᾷς ὁποῖα κατορθώματα εἰργάσατο καταβὰς εἰς τοὺς βυθοὺς τῆς θαλάσσης ὁ κύριος; συνέθλασε τὰς κεφαλὰς τῶν δρακόντων ἐπὶ τοῦ ὕδατος καὶ τὰς τρίχας τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ τῶν τὴν ἔντριχον κορυφὴν ἐν πλημμελείαις διαπορευομένων ἐπιστρέψαι δὲ ἐποίει ἀπὸ Βασὰν καὶ ἀπὸ βυθῶν τῆς θαλάσσης τὰς πάλαι καταπεποντωμένας αὐτόσε ψυχάς. Βασὰν δὲ ἡρμήνευται αἰσχύνη, ἔνθα δι’ ἡμᾶς κατῆλθεν ὁ διὰ τῶν εἰρημένων στοιχείων δηλωθεὶς κύριος αἰσχύνης καταφρονήσας ὑπὲρ σωτηρίας τῶν αὐτόθι καταδεδουλωμένων. διὸ λέλεκται· εἶπε κύριος· ἐκ Βασὰν ἐπιστρέψω, ἐπιστρέψω ἐκ βυθῶν θαλάσσης. Εἶθ’ ἑξῆς λέλεκται·", + "candidate_score": 0.609753, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_12", + "bdc_text": "Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_757", + "psc_text": "ἔκειτο ὄξους μεστή· σπόγγον οὖν μεστὸν ποιήσαντες ὄξους μετὰ χολῆς, ὑσσώπῳ περιθέντες, προσήνεγκαν αὐτοῦ τῷ στόματι. ὅτε οὖν ἔλαβεν ὁ Ἰησοῦς τὸ ὄξος μετὰ χολῆς, εἶπε· τετέλεσται καὶ αὕτη ἡ γραφὴ καὶ τὰ λοιπὰ δὲ εἰς πρόσωπον τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἀναφερόμενα, σώζοι ἀναβίαστον τὴν ἑρμηνείαν. Ἐκοπίασα κράζων, ἐβραγχίασεν ὁ λάρυγξ μου, ἐξέλιπον οἱ ὀφ��αλμοί μου ἀπὸ τοῦ ἐλπίζειν με ἐπὶ τὸν θεόν μου. ἐπληθύνθησαν ὑπὲρ τὰσ τρίχας τῆς κεφαλῆς μου οἱ μισοῦντές με δωρέαν· ἐκραταιώθησαν οἱ ἐκδιώκοντές με οἱ ἐχθροί μου ἀδίκως· ἃ οὐχ ἠρπάζον τότε ἀπετιννυον· Καὶ ταῦτα ἐν τῷ κατὰ Ἰωάννην ἐπληροῦτο εὐαγγελίῳ· ἐν ᾧ εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραζε λέγων· ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρὸς μὲ καὶ πινέτω· αὖθις δὲ εἴρηται· Ἰησοῦς δὲ ἔκραζε καὶ ἔλεγεν· ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ πιστεύει εἰς ἐμὲ, ἀλλ’ εἰς τὸν πέμψαντά με. καὶ ὁ θεωρῶν ἐμὲ θεωρεῖ τὸν πέμψαντά με. ἐγὼ φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθα, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων", + "candidate_score": 0.609444, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_12", + "bdc_text": "Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_708", + "psc_text": "δὲ ἐποίει ἀπὸ Βασὰν καὶ ἀπὸ βυθῶν τῆς θαλάσσης τὰς πάλαι καταπεποντωμένας αὐτόσε ψυχάς. Βασὰν δὲ ἡρμήνευται αἰσχύνη, ἔνθα δι’ ἡμᾶς κατῆλθεν ὁ διὰ τῶν εἰρημένων στοιχείων δηλωθεὶς κύριος αἰσχύνης καταφρονήσας ὑπὲρ σωτηρίας τῶν αὐτόθι καταδεδουλωμένων. διὸ λέλεκται· εἶπε κύριος· ἐκ Βασὰν ἐπιστρέψω, ἐπιστρέψω ἐκ βυθῶν θαλάσσης. Εἶθ’ ἑξῆς λέλεκται· ὅπως ἂν βαφῇ ὁ ποῦς σου ἐν αἵματι. Ἀνθ’ οὗ ὁ Σύμμαχος ἡρμήνευσεν εἰπών· ὅπως συγκατεάξῃ ὁ ποῦς σου μετὰ αἵματος, καὶ λάψῃ ἡ γλῶσσα τῶν κυνῶν σου ἀπὸ ἑκάστου τῶν ἐχθρῶν σου. Συντρίβων γὰρ τοὺς ἑαυτοῦ ἐχθροὺς καὶ τὰς κεφαλὰς αὐτῶν συνθλῶν ἐπλήρου τὸν ἑαυτοῦ πόδα αἵματος τοῦ ἐκ τῶν κεφαλῶν τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ ῥυέντος. διὸ ἐλέγετο ἐν Ἡσαΐᾳ· τίς οὗτος ὁ παραγενόμενος ἐξ Ἐδὼμ ἐρύθημα ἱματίων ἐκ Βοσόρ; καὶ ἑξῆς· διὰ τί σου ἐρυθρὰ τὰ ἱμάτια καὶ τὰ ἐνδύματά σου ὡς ἀπὸ πατητοῦ ληνοῦ πλήρης καταπεπατημένης; εἶθ’ ἑξῆς ἀποκρίνεται πρὸς τοὺς ἐρωτήσαντας καί φησι· κατεπάτησα αὐτοὺς ἐν θυμῷ", + "candidate_score": 0.609419, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_12", + "bdc_text": "Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1325", + "psc_text": "μέλι δὲ ἐνταῦθα τὸ ἐκ πέτρας οὐδ’ ἄλλως ἢ κατὰ διάνοιαν ἐκδεκτέον· ἐπεὶ καὶ αὐτὸς Μωσῆς τὴν αὐτὴν τίθησι μαρτυρίαν λέγων ἐν Μεγάλῃ ᾠδῇ· ἐθήλασαν μέλι ἐκ πέτρας, καὶ ἔλαιον ἐκ στερεᾶς πέτρας· ἅπερ πρὸς μὲν ψιλὴν τὴν λέξιν οὐχ ὑφέστηκεν, ἀλληγορικῶς δὲ κατὰ μόνην τὴν διάνοιαν ἐξακούεται· αὐτὸς γὰρ ὁ Χριστὸς ἡ πέτρα ἦν ὁ ταῦτα πάντα παρέχων αὐτοῖς διὰ τῆς αὐτοῦ διδασκαλίας, οὐ καθ’ ὃν χρόνον ἐπεδήμει μόνον, ἀλλὰ καὶ πρὸ τῆς ἐνσάρκου ἐπιδημίας αὐτοῦ, ὡς ἐξ ἅπαντος αὐτοὺς μὲν εἶναι ἀναπολογήτους, δικαίαν δὲ τὴν τοῦ θεοῦ κρίσιν μετὰ τὰ τοσαῦτα τὴν ἀποβολὴν αὐτὴν ἐργασαμένην. ἀλλὰ γὰρ ταῦτα ἡμᾶς τοὺς ἐξ ἐθνῶν ἐπὶ τὴν ἔνθεον ἀγαλλίασιν διὰ τῶν πρώτων κεκλημένους ὁ λόγος διδάσκει προφυλαττομένοις, μή πῆ τοῖς ὁμοίοις καὶ αὐτοί ποτε περιπέσοιμεν. πα Ἔλεγχος τῶν ἀρχόντων τοῦ Ἰουδαίων ἔθνους καὶ προφητεία περὶ τῶν ἐθνῶν Ψαλμὸς τῷ Ἀσάφ. Ὁ θεὸς ἔστη ἐν συναγωγῇ θεῶν, ἐν μέσῳ δὲ θεοὺς διακρίνει.", + "candidate_score": 0.607468, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_12", + "bdc_text": "Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_747", + "psc_text": "τῶν ἀποστόλων τὴν κλῆσιν ἐδήλου ἐν τῷ, κύριος δώσει ῥῆμα τοῖς εὐαγγελιζομένοις δυνάμει πολλῇ. εἶθ’ ἑξῆς τὴν εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ κάθοδον καὶ τὴν διέξοδον τὴν ἐντεῦθεν ἐδίδασκεν ἐν τῷ, καὶ τοῦ κυρίου κυρίου αἱ διέξοδοι τοῦ θανάτου· καὶ ἐν τῷ, εἶπε κύριος· ἐκ Βασὰν ἐπιστρέψω, ἐπιστρέψω ἐκ βυθῶν θαλάσσης· ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις τὴν εἰς οὐρανοὺς ἐπάνοδον αὐτοῦ διὰ τοῦ αὐτοῦ ἐδήλου λέγων· ψάλατε τῷ θεῷ τῷ ἐπιβεβηκότι ἐπὶ τὸν οὐρανὸν τοῦ οὐρανοῦ κατ’ ἀνατολάς. Ταῦτα μὲν οὖν ἐκείνοις· διὰ δὲ τῶν προκειμένων τὰ ὡς ἐν παραδρομῇ τότε λελεγμένα πλατύνει, δεικνὺς ὅπως λέλεκτο· καὶ τοῦ κυρίου κυρίου αἱ διέξοδοι τοῦ θανάτου, καὶ τὸ, εἶπε κύριος· ἐκ Βασὰν ἐπιστρέψω, ἐπιστρέψω ἐκ βυθῶν θαλάσσης. ταῦτα γὰρ εἰς πλάτος ἐπὶ τοῦ παρόντος διεξέρχεται λέγων· Σῶσόν με, ὁ θεὸς, ὅτι εἰσήλθοσαν ὕδατα ἕως ψυχῆς μου. ἐνεπάγην εἰς ὕλην βυθοῦ, καὶ οὐκ ἔστιν ὑπόστασις. ἦλθον εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης καὶ καταιγὶς κατεπόντισέ με.", + "candidate_score": 0.599429, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_12", + "bdc_text": "Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_802", + "psc_text": "μοι ὄξος ἀντὶ ποτοῦ προσέφερον. τοιαύτην δέ μοι ἐκίρνων χολὴν ὁποίαν ἐδήλου ὁ προφητικὸς λόγος εἰπών· πῶς ἐστράφης εἰς πικρίαν, ἡ ἄμπελος ἡ ἀλλοτρία; Νοήσεις δὲ ὅπως τρέφεται ὁ σωτὴρ ἡμῶν ἐπακούων αὐτοῦ λέγοντος· ἐπείνων, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν· ἐδίψων, καὶ ἐποτίσατέ με. εἰ δὲ ἀντὶ τροφίμων καρπῶν τῶν διὰ εὐσεβοῦς βίου πικράς τις προσφέροι κατ’ αὐτοῦ βλασφημίας, τῇ τε διδασκαλίᾳ αὐτοῦ παρεμπλέκοι ἄθεα καὶ ψευδῆ δόγματα, οὗτος εἰς τὸ βρῶμα αὐτοῦ χολὴν ἐμβάλλει, καὶ διψῶντι οἶνον ἐκτροπίαν τὸν ἐκ τῆς εὐθείας ὁδοῦ παρατετραμμένον δίδωσιν. Τοιαῦτα δὲ ἐθέσπιζε περὶ τοῦ Ἰουδαίων λαοῦ Μωσῆς ἐν μεγάλῃ ᾠδῇ προφητικῶς ἀναφωνῶν καὶ λέγων· ἐκ γὰρ ἀμπέλου Σοδόμων ἡ ἄμπελος αὐτῶν, καὶ ἡ κληματὶς αὐτῶν ἐκ Γομόρρας· ἡ σταφυλὴ αὐτῶν σταφυλὴ χολῆς, βότρυς πικρίας αὐτῶν. ἔνθεν εἰκότως τοῖς αὐτοῖς καὶ διὰ Ἡσαΐου καταμέμφεται τὸ πνεῦμα λέγον· ἔμεινα ἵνα ποιήσῃ σταφυλὴν, ἐποίησε δὲ ἀκάνθας· καὶ πάλιν· ἔμεινα ἵνα ποιήσῃ κρίσιν, ἐποίησε δὲ ἀνομίαν, καὶ οὐ", + "candidate_score": 0.598407, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_18", + "bdc_text": "Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_515", + "psc_text": "ἐκεῖνον μὲν ὁ θεὸς ῥύσεται· τῶν γὰρ μικρῶν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ οἱ ἄγγελοι διὰ παντὸς ὁρῶσι τὸ πρόσωπον τοῦ ἐν οὐρανοῖς πατρός. προσελεύσεται δ�� τις αὐτοῖς ἄνθρωπος, ἀληθῶς ἀνὴρ τέλειος καὶ φορῶν τὸν κατ’ εἰκόνα θεοῦ πεποιημένον· ὃς ἐν καρδίᾳ βαθείᾳ πεφραγμένος ἀκατάπληκτος αὐτοῖς παρατάξεται πάντας τε αὐτοὺς καταλύσει ὡς ὑψωθῆναι καὶ δοξασθῆναι δι’ αὐτοῦ τὸν θεὸν καὶ πάντων ἐκείνων τὰ βέλη ἐλεγχθῆναι ἄτονα καὶ ἀσθενῆ, ὡς νηπίων λογισθῆναι βέλη τὰς πληγὰς αὐτῶν καὶ τὰς γλώσσας αὐτῶν ἐπ’ αὐτοὺς ἐξασθενῆσαι. τοιοῦτος γάρ ἐστιν ὁ τοῦ θεοῦ ἄνθρωπος ὁ παραταττόμενος τοῖς προλεχθεῖσιν ἐν καρδίᾳ βαθείᾳ ὡς δέχεσθαι μὲν αὐτῶν τὰς πληγὰς καὶ τὰ διὰ σοφισμάτων βέλη, γελᾶν δὲ αὐτὰ καὶ τὸ μηθὲν ἡγεῖσθαι ὡς ὑπὸ νηπίων ἀτόνων κατ’ αὐτοῦ πεμπόμενα· εἶτα καὶ ἐπιλυόμενος αὐτῶν τὰ σοφίσματα τὰς γλώσσας αὐτῶν καὶ τοὺς λόγους ἐξασθενοῦντας ἐλέγξει. βαθεῖα δὲ καρδία ἡ μὴ ἐξ ἐπιπολῆς ἔχουσα τὰ μαθήματα μηδὲ ἐν τῷ προφορικῷ λόγῳ σεμνυνομένη, ἀλλ’", + "candidate_score": 0.590288, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 4, + "cf_id": "cf011", + "work_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1", + "max_score": 0.677795, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_3_5", + "bdc_text": "gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im . Und ist mein gar frünttlich bitt an eüch , ir wöllen mir me der zuckererbslin schicken ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_442", + "psc_text": "καὶ εἶπέ μοι· μηδεὶς γνώτω τὸ ῥῆμα, περὶ οὗ ἐγὼ ἀποστέλλω σε καὶ ὑπὲρ οὗ ἐντέταλμαί σοι καὶ τοῖς παιδαρίοις διαμεμαρτύρημαι ἐν τῷ τόπῳ τῷ λεγομένῳ θεοῦ πίστις. καὶ νῦν εἴ εἰσιν ὑπὸ τὴν χεῖρά σου ἄρτοι, δὸς εἰς χεῖράς μου τὸ εὑρεθέν. καὶ ἀπεκρίθη ὁ ἱερεὺς τῷ Δαυὶδ καὶ εἶπεν· οὐκ εἰσὶν ἄρτοι βέβηλοι ὑπὸ τὴν χεῖρά μου, ὅτι ἀλλ’ ἢ ἄρτοι ἅγιοί εἰσιν. εἰ πεφυλαγμένα τὰ παιδάριά ἐστιν ἀπὸ γυναικός, καὶ φάγετε. καὶ ἀπεκρίθη Δαυὶδ τῷ ἱερεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀλλ’ ἀπὸ γυναικὸς ἀπεσχήμεθα ἐχθὲς καὶ τρίτην ἡμέραν· ἐν τῷ ἐξελθεῖν με εἰς ὁδὸν γέγονε τὰ παιδάρια ἡγνισμένα, καὶ αὕτη ἡ ὁδὸς βέβηλος. διότι σήμερον ἁγιασθήσεται διὰ τὰ σκεύη μου. καὶ ἔδωκεν αὐτῷ Ἀχιμέλεχ ὁ ἱερεὺς τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως, ὅτι οὐκ ἦν ἄρτος, ἀλλ’ ἢ ἄρτοι τοῦ προσώπου οἱ ἀφῃρημένοι ἐκ προσώπου κυρίου τοῦ παρατεθῆναι ἄρτον θερμόν, ᾗ ἡμέρᾳ ἔλαβεν αὐτούς. Ταῦτα μὲν οὖν ἡ περὶ τοῦ", + "candidate_score": 0.677795, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_3_5", + "bdc_text": "gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im . Und ist mein gar frünttlich bitt an eüch , ir wöllen mir me der zuckererbslin schicken ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_454", + "psc_text": "ὁ πτωχὸς ἐκέκραξε καὶ ὁ κύριος εἰσήκουσεν αὐτοῦ. ἀλλὰ μὴ ἐμέ, φησίν, μόνον τετυχηκέναι νομίζετε, τὸν νομιζόμενον μὲν εἶναι βασιλ��α καὶ ἄρχοντα τοῦ παντὸς ἔθνους, τῇ δὲ ψυχῇ πτωχεύοντα διὰ τὸν τοῦ θεοῦ φόβον· ἀκριβῶς δὲ γινώσκεται, ὅτι ὁ αὐτὸς κύριος καὶ παρὼν τῶν ὁμοίως ἐμοὶ πτωχῶν, λέγω δὲ τῶν φοβουμένων αὐτόν, εἰσακούσεται. Γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ κύριος∙ μακάριος ἀνήρ, ὃς ἐλπίζει ἐπ’ αὐτόν. Ὁ διὰ τὸ τελείως καὶ ἀνελλιπῶς ἐλπίζειν ἐπὶ θεὸν ἀνὴρ ὑπάρχων μακάριός ἐστιν. οὐκ ἀπεικότως ἄν τις ἐφαρμόσειεν τῇ κατὰ τὸν Ἀκύλαν ἑρμηνείᾳ τὴν προκειμένην λέξιν· ἐπείπερ ἐν τῇ προγραφῇ κατὰ τὸν Ἀκύλαν ἐλέγετο· τοῦ Δαυίδ, ὅτε ἠλλοίωσε τὸ γεῦμα αὐτοῦ εἰς πρόσωπον Ἀβιμέλεχ . ἐπεὶ τοίνυν αὐτὸς τῶν ἄρτων τῆς προθέσεως μεταλαβὼν ἠλλοίωσε τὸ γεῦμα αὐτοῦ, εἶτ’ ἀπὸ τῆς γεύσεως ᾔσθετο δυνάμεως θείας χορηγηθείσης αὐτῷ· τούτου χάριν κατὰ τό· ἀδόλως ἔλαβον, ἀφθόνως μεταδίδομαι , παρακαλεῖ καὶ ἑτέρους σπεύδειν ἐπὶ τὴν ὁμοίαν αὐτῷ γεῦσιν,", + "candidate_score": 0.676465, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_3_5", + "bdc_text": "gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im . Und ist mein gar frünttlich bitt an eüch , ir wöllen mir me der zuckererbslin schicken ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_455", + "psc_text": "τοῦ Δαυίδ, ὅτε ἠλλοίωσε τὸ γεῦμα αὐτοῦ εἰς πρόσωπον Ἀβιμέλεχ . ἐπεὶ τοίνυν αὐτὸς τῶν ἄρτων τῆς προθέσεως μεταλαβὼν ἠλλοίωσε τὸ γεῦμα αὐτοῦ, εἶτ’ ἀπὸ τῆς γεύσεως ᾔσθετο δυνάμεως θείας χορηγηθείσης αὐτῷ· τούτου χάριν κατὰ τό· ἀδόλως ἔλαβον, ἀφθόνως μεταδίδομαι , παρακαλεῖ καὶ ἑτέρους σπεύδειν ἐπὶ τὴν ὁμοίαν αὐτῷ γεῦσιν, εὔξασθαί τε τραφῆναι τῷ ἄρτῳ τῆς ζωῆς · οὗ σύμβολον καὶ εἰκὼν ἐτύγχανον οἱ διὰ Μωϋσέως νενομοθετημένοι ἄρτοι τῆς προθέσεως. διόπερ ὁ Δαυὶδ νοήσας τίνος ἦν εἰκὼν ὁ τῆς προθέσεως ἄρτος οὐκ ἐπὶ τὸν σωματικὸν σπεύδειν προτρέπει, ἀλλ’ ἐπὶ τὸν δι’ αὐτοῦ νοούμενον. ἡμεῖς μὲν οὖν οἱ ἐπὶ γῆς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβεβηκότος τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ λόγου κενώσαντος ἑαυτὸν καὶ σμικρύναντος μεταλαμβάνομεν, οἱ δὲ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν πλήρους αὐτοῦ καὶ τελείου μεταλαμβάνουσι τρεφόμενοι αὐτοῦ τῇ θεότητι καὶ τῶν τῆς σοφίας θεωρημάτων ἀπολαύοντες, ὧν καὶ ἡμᾶς καιρῷ ποτε μετασχεῖν ἐλπίζειν προσήκει. διὸ λέλεκται· μακάριος ἀνήρ, ὃς ἐλπίζει ἐπ’", + "candidate_score": 0.673971, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_2_4", + "bdc_text": "Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ; gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_205", + "psc_text": "με εἰς πλατυσμὸν καὶ εἰς εὐρυχωρίαν κατὰ τὸν Σύμμαχον· στενοχωρηθέντα γάρ με καὶ μικροῦ δεῖν ἀπογνόντα ἑαυτοῦ τὴν σωτηρίαν ἐρρύσατο κ��ὶ εἰς πλατυσμὸν ἐξήγαγεν, ὡς κατὰ πλάτος δυνηθῆναι ἐμαυτὸν ἀναλαβεῖν καὶ τῆς ἐμαυτοῦ θεραπείας ἐπιμέλειαν ποιήσασθαι. πλὴν ἀλλὰ καὶ παντελῶςῥύσεταί με, φησίν, διδοὺς ἄφεσιν τῆς ἁμαρτίας κατὰ τὸν προφητευόμενον καιρὸν τῆς αὑτοῦ παρουσίας. καὶ τοῦτο ποιήσει εὐεργετῶν με ὁ κύριος,ὅτι ἠθέλησέ με· ἢ κατὰ τὸν Ἀκύλαν· ὅτι ἐβουλήθη ἐν ἐμοί· οὐ γὰρ ἂν ἐπεστράφην οὐδ’ ἂν τὸν ἔλεγχόν μοι προσήγαγεν οὐδ’ ἂν τὸν προφήτην ἑαυτοῦ πρὸς ἐμὲ ἀπεστάλκει, εἰ μὴ σῶσαί με ἤθελεν. εὖ δὲ οἶδα καὶ ἀκριβῶς πέπεισμαι, ὅτι κατὰ τὸν καιρὸν τῆς δικαιοκρισίας αὐτοῦ οὐ μνημονεύσας μου τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν τολμηθέντων μοι ἐν ἡμέρᾳ ταλαιπωρίας μου κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου ἀποδώσει μοι. τὰς γὰρ ἄλλας μου πράξεις τὰς ἐν ἀρετῇ καὶ δικαιοσύνῃ, ὥσπερ ἐν τρυτάνῃ καὶ ζυγῷ ἀντιπαραλαβὼν καὶ ἀντιστήσας τῷ ἁμαρτήματί μου κατὰ πολὺ πλεοναζούσας εὑρήσει", + "candidate_score": 0.658981, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_2_4", + "bdc_text": "Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ; gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_454", + "psc_text": "ὁ πτωχὸς ἐκέκραξε καὶ ὁ κύριος εἰσήκουσεν αὐτοῦ. ἀλλὰ μὴ ἐμέ, φησίν, μόνον τετυχηκέναι νομίζετε, τὸν νομιζόμενον μὲν εἶναι βασιλέα καὶ ἄρχοντα τοῦ παντὸς ἔθνους, τῇ δὲ ψυχῇ πτωχεύοντα διὰ τὸν τοῦ θεοῦ φόβον· ἀκριβῶς δὲ γινώσκεται, ὅτι ὁ αὐτὸς κύριος καὶ παρὼν τῶν ὁμοίως ἐμοὶ πτωχῶν, λέγω δὲ τῶν φοβουμένων αὐτόν, εἰσακούσεται. Γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ κύριος∙ μακάριος ἀνήρ, ὃς ἐλπίζει ἐπ’ αὐτόν. Ὁ διὰ τὸ τελείως καὶ ἀνελλιπῶς ἐλπίζειν ἐπὶ θεὸν ἀνὴρ ὑπάρχων μακάριός ἐστιν. οὐκ ἀπεικότως ἄν τις ἐφαρμόσειεν τῇ κατὰ τὸν Ἀκύλαν ἑρμηνείᾳ τὴν προκειμένην λέξιν· ἐπείπερ ἐν τῇ προγραφῇ κατὰ τὸν Ἀκύλαν ἐλέγετο· τοῦ Δαυίδ, ὅτε ἠλλοίωσε τὸ γεῦμα αὐτοῦ εἰς πρόσωπον Ἀβιμέλεχ . ἐπεὶ τοίνυν αὐτὸς τῶν ἄρτων τῆς προθέσεως μεταλαβὼν ἠλλοίωσε τὸ γεῦμα αὐτοῦ, εἶτ’ ἀπὸ τῆς γεύσεως ᾔσθετο δυνάμεως θείας χορηγηθείσης αὐτῷ· τούτου χάριν κατὰ τό· ἀδόλως ἔλαβον, ἀφθόνως μεταδίδομαι , παρακαλεῖ καὶ ἑτέρους σπεύδειν ἐπὶ τὴν ὁμοίαν αὐτῷ γεῦσιν,", + "candidate_score": 0.653711, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_2_4", + "bdc_text": "Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ; gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_442", + "psc_text": "καὶ εἶπέ μοι· μηδεὶς γνώτω τὸ ῥῆμα, περὶ οὗ ἐγὼ ἀποστέλλω σε καὶ ὑπὲρ οὗ ἐντέταλμαί σοι καὶ τοῖς παιδαρίοις διαμεμαρτύρημαι ἐν τῷ τόπῳ τῷ λεγο��ένῳ θεοῦ πίστις. καὶ νῦν εἴ εἰσιν ὑπὸ τὴν χεῖρά σου ἄρτοι, δὸς εἰς χεῖράς μου τὸ εὑρεθέν. καὶ ἀπεκρίθη ὁ ἱερεὺς τῷ Δαυὶδ καὶ εἶπεν· οὐκ εἰσὶν ἄρτοι βέβηλοι ὑπὸ τὴν χεῖρά μου, ὅτι ἀλλ’ ἢ ἄρτοι ἅγιοί εἰσιν. εἰ πεφυλαγμένα τὰ παιδάριά ἐστιν ἀπὸ γυναικός, καὶ φάγετε. καὶ ἀπεκρίθη Δαυὶδ τῷ ἱερεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀλλ’ ἀπὸ γυναικὸς ἀπεσχήμεθα ἐχθὲς καὶ τρίτην ἡμέραν· ἐν τῷ ἐξελθεῖν με εἰς ὁδὸν γέγονε τὰ παιδάρια ἡγνισμένα, καὶ αὕτη ἡ ὁδὸς βέβηλος. διότι σήμερον ἁγιασθήσεται διὰ τὰ σκεύη μου. καὶ ἔδωκεν αὐτῷ Ἀχιμέλεχ ὁ ἱερεὺς τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως, ὅτι οὐκ ἦν ἄρτος, ἀλλ’ ἢ ἄρτοι τοῦ προσώπου οἱ ἀφῃρημένοι ἐκ προσώπου κυρίου τοῦ παρατεθῆναι ἄρτον θερμόν, ᾗ ἡμέρᾳ ἔλαβεν αὐτούς. Ταῦτα μὲν οὖν ἡ περὶ τοῦ", + "candidate_score": 0.652967, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_2_4", + "bdc_text": "Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ; gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_606", + "psc_text": "Ἀκύλας ὄνειδος ἀπορρέοντι, φησίν, μὴ θῇς με , ὁ δὲ Σύμμαχος· ἐπονείδιστον ἄφρονι μὴ τάξῃς με , ἡ δὲ πέμπτη ἔκδοσις· ὄνειδος ἄφρονι μὴ δῷς με . ὅπερ παράκλησιν ἐμφαίνει τοῦ ἡμαρτηκότος ἱκετεύοντος μὴ παραδοθῆναι εἰς ὀνειδισμὸν ἄφρονι. εἰ δ’ αὐτὸς ὁ κύριος παραδίδωσιν ἄφρονι τὸν ἡμαρτηκότα ὀνειδίζεσθαι πρὸς αὐτοῦ, καὶ τοῦτο ἂν εἴποις ἐπ’ ὠφελείᾳ γίνεσθαι τοῦ ὀνειδιζομένου, ὡς ἄν κακούμενος μείζονα ποιήσοιτο τὴν ἐπὶ τοῖς ἡμαρτημένοις ἐξομολόγησιν· ὅπερ ἠξίου μὴ παθεῖν ὁ Δαυὶδ ὡς πάντα πράττων τὰ τῷ θεῷ ἀρεστὰ ἐξ ἑαυτοῦ. Ἀπόστησον ἀπ’ ἐμοῦ τὰς μάστιγάς σου· ἀπὸ γὰρ τῆς χειρὸς τῆς ἰσχύος σου ἐγὼ ἐξέλειπον. ἐν ἐλεγμοῖς ὑπὲρ ἀνομίας ἐπαίδευσας ἄνθρωπον, καὶ ἐξέτηξας ὡς ἀράχνην τὴν ψυχὴν αὐτοῦ· πλὴν μάτην πᾶς ἄνθρωπος. διάψαλμα. Ἐν μὲν τῷ πρὸ τούτου ψαλμῷ παρεῖχεν ἑαυτὸν ταῖς ἐπιστρεπτικαῖς πληγαῖς οἷά τις εὐγνώμων μαθητὴς διδασκάλῳ. διὸ ἔλεγεν· ἐγὼ εἰς μάστιγας ἕτοιμος . ἐπεὶ δὲ λοιπὸν αὐτάρκως τῶν μαστίγων πεπείρατο ἐπιμόνως αὐτὸν αἰκιζομένων,", + "candidate_score": 0.652782, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_4", + "bdc_text": "Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_442", + "psc_text": "καὶ εἶπέ μοι· μηδεὶς γνώτω τὸ ῥῆμα, περὶ οὗ ἐγὼ ἀποστέλλω σε καὶ ὑπὲρ οὗ ἐντέταλμαί σοι καὶ τοῖς παιδαρίοις διαμεμαρτύρημαι ἐν τῷ τόπῳ τῷ λεγομένῳ θεοῦ πίστις. καὶ νῦν εἴ εἰσιν ὑπὸ τὴν χεῖρά σου ἄρτοι, δὸς εἰς χεῖράς μου τὸ εὑρεθέν. καὶ ἀπεκρίθη ὁ ἱερεὺς τῷ Δαυὶδ καὶ εἶπεν· οὐκ εἰσὶν ἄρτοι βέβηλοι ὑπὸ τὴ�� χεῖρά μου, ὅτι ἀλλ’ ἢ ἄρτοι ἅγιοί εἰσιν. εἰ πεφυλαγμένα τὰ παιδάριά ἐστιν ἀπὸ γυναικός, καὶ φάγετε. καὶ ἀπεκρίθη Δαυὶδ τῷ ἱερεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀλλ’ ἀπὸ γυναικὸς ἀπεσχήμεθα ἐχθὲς καὶ τρίτην ἡμέραν· ἐν τῷ ἐξελθεῖν με εἰς ὁδὸν γέγονε τὰ παιδάρια ἡγνισμένα, καὶ αὕτη ἡ ὁδὸς βέβηλος. διότι σήμερον ἁγιασθήσεται διὰ τὰ σκεύη μου. καὶ ἔδωκεν αὐτῷ Ἀχιμέλεχ ὁ ἱερεὺς τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως, ὅτι οὐκ ἦν ἄρτος, ἀλλ’ ἢ ἄρτοι τοῦ προσώπου οἱ ἀφῃρημένοι ἐκ προσώπου κυρίου τοῦ παρατεθῆναι ἄρτον θερμόν, ᾗ ἡμέρᾳ ἔλαβεν αὐτούς. Ταῦτα μὲν οὖν ἡ περὶ τοῦ", + "candidate_score": 0.643584, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_12_14", + "bdc_text": "Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ; kan man mir ouch kaine üb [er]kunnen . Der allmechttig gott wölle euch und all eüwer volck in grosser gesunttheitt erhaltten , und gruͤssend mir sey alle samen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_203", + "psc_text": "γὰρ αὐτὸν καὶ ληφθέντα ὥσπερ αἰχμάλωτον ὁ τῶν ὅλων θεὸς καὶ πατὴρ ἐξαποστείλας τὸν ἑαυτοῦ υἱὸν ἔλαβε. πόθεν δὲ αὐτὸν ἔλαβεν, ἑξῆς διδάσκει λέγων· ἐξ ὑδάτων πολλῶν. φησὶ γοῦν καὶ ἐν ἑξηκοστῷ ὀγδόῳ ψαλμῷ· σῶσόν με, ὁ θεός, ὅτι εἰσήλθοσαν ὕδατα ἕως ψυχῆς μου· ἐνεπάγην εἰς ὕλην βυθοῦ, καὶ οὐκ ἔστιν ὑπόστασις. τούτοις τοιγαροῦν ἀκολούθως καὶ ἐν τοῖς προκειμένοις εὐχαριστῶν, φησί· προσελάβετό με ἐξ ὑδάτων πολλῶν. τίνα δὲ τὰ ὕδατα, ἐπιφέρει σαφέστερον εἰπών· ἐξ ἐχθρῶν μου δυνατῶν καὶ ἐκ τῶν μισούντων με, ὅτι ἐστερεώθησαν ὑπὲρ ἐμέ. προέφθασάν με ἐν ἡμέρᾳ κακώσεώς μου. καὶ ταῦτα δὲ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον εὐαγγελίζεται αὐτὸνἀναλαβεῖν ἐκ τῶν πολλῶν ὑδάτων, ἐλευθερίαν δὲ τὴν ἀπὸ τῶν ἐχθρῶν τῶν πάλαι κατακεκρατηκότων αὐτοῦ γενέσθαι. Καὶ ἐξήγαγέ με εἰς πλατυσμόν, ῥύσεταί με, ὅτι ἠθέλησέ με. καὶ ἀνταποδώσει μοι κύριος κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου καὶ κατὰ τὴν καθαριότητα τῶν χειρῶν μου ἀνταποδώσει μοι. Ἤδη μέν, φησὶ, τῆς ἐξομολογήσεώς μου καὶ", + "candidate_score": 0.642616, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_4", + "bdc_text": "Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_205", + "psc_text": "με εἰς πλατυσμὸν καὶ εἰς εὐρυχωρίαν κατὰ τὸν Σύμμαχον· στενοχωρηθέντα γάρ με καὶ μικροῦ δεῖν ἀπογνόντα ἑαυτοῦ τὴν σωτηρίαν ἐρρύσατο καὶ εἰς πλατυσμὸν ἐξήγαγεν, ὡς κατὰ πλάτος δυνηθῆναι ἐμαυτὸν ἀναλαβεῖν καὶ τῆς ἐμαυτοῦ θεραπείας ἐπιμέλειαν ποιήσασθαι. πλὴν ἀλλὰ καὶ παντελῶςῥύσεταί με, φησίν, διδοὺς ἄφεσιν τῆς ἁμαρτίας κατὰ τὸν προφητευόμενον καιρὸν τῆς αὑτοῦ παρουσίας. καὶ τοῦτο ποιήσει εὐεργετῶν με ὁ κύριος,ὅτι ἠθέλησέ με· ἢ κατὰ τὸν Ἀκύλαν· ὅτι ἐβουλήθη ἐν ἐμοί· οὐ γὰρ ἂν ἐπεστράφην οὐδ’ ἂν τὸν ἔλεγχόν μοι προσήγαγεν οὐδ’ ἂν τὸν προφήτην ἑαυτοῦ πρὸς ἐμὲ ἀπεστάλκει, εἰ μὴ σῶσαί με ἤθελεν. εὖ δ��� οἶδα καὶ ἀκριβῶς πέπεισμαι, ὅτι κατὰ τὸν καιρὸν τῆς δικαιοκρισίας αὐτοῦ οὐ μνημονεύσας μου τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν τολμηθέντων μοι ἐν ἡμέρᾳ ταλαιπωρίας μου κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου ἀποδώσει μοι. τὰς γὰρ ἄλλας μου πράξεις τὰς ἐν ἀρετῇ καὶ δικαιοσύνῃ, ὥσπερ ἐν τρυτάνῃ καὶ ζυγῷ ἀντιπαραλαβὼν καὶ ἀντιστήσας τῷ ἁμαρτήματί μου κατὰ πολὺ πλεοναζούσας εὑρήσει", + "candidate_score": 0.634939, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_20", + "bdc_text": "Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_330", + "psc_text": "εὐλογεῖ τὸν κύριον. Τοῦ Δαυιδ, πρὸ τοῦ χρισθῆναι. κύριος φωτισμός μου καὶ σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι; κύριος ὑπερασπιστὴς τῆς ζωῆς μου, ἀπὸ τίνος δειλιάσω; ἐν τῷ ἐγγίζειν ἐπ’ ἐμὲ κακοῦντας εἰς τοῦ φαγεῖν τὰς σάρκας μου οἱ θλίβοντές με καὶ οἱ ἐχθροὶ μου αὐτοὶ ἠσθένησαν καὶ ἔπεσαν. Καὶ διὰ τοῦτο τί διδάσκει τὸ πνεῦμα τὸ προφητικόν; ὅπως προσήκει τὸν τῷ θεῷ ἀνακείμενον εὐχαριστεῖν αὐτῷ καὶ ὁποῖα παρὰ τοῦ θεοῦ αἰτεῖν. περιέχει δὲ ὁ λόγος εὐχαριστίαν. εἰκότως τοίνυν οὔτε ψαλμὸς οὔτε ᾠδὴ οὔτε τι τῶν παραπλησίων ἐπιγέγραπται· κύριος φωτισμός μου καὶ σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι; ὁ μὲν τὴν ψυχὴν ἐν νυκτὶ καὶ σκότῳ καλινδούμενος οὐκ εἰδώς, ὅποι φέρεται καὶ ὅπως προσκόπτει, μυρία κακὰ φοβηθήσεται, ὡς ἂν παντελῶς ἐπισπώμενος· ὅθεν πάντα φόβον ὑπιδόμενος καταπτήσσει καὶ τῆς εἰς τὸν θεὸν ὁμολογίας ἔξαρνος γίνεται. ὁ δὲ τῆς ψυχῆς τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑπὸ τῆς κυρίου ἐλλάμψεως φωτισθεὶς πρῶτον μὲν ἁπάντων αὐτὸν τὸν αὐτοῦ πρόμαχον καὶ σωτῆρα,", + "candidate_score": 0.633515, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_450", + "psc_text": "οὖν ἡμῖν εἰς τὴν τοῦ ψαλμοῦ προγραφὴν εἰρήσθω. Εὐλογήσω τὸν κύριον ἐν παντὶ καιρῷ, διὰ παντὸς ἡ αἴνεσις αὐτοῦ ἐν τῷ στόματί μου. Εὐχαριστῶν ὁ Δαυίδ, ἐφ’ οἷς ἠξιώθη τροφῆς ἱερατικῆς, οὐκ ἐπὶ τοῦ παρόντος, φησί, μόνον, ἀλλὰ καὶ διὰ πάσης τῆς ζωῆς χάριτας ὁμολογῶν καὶ εὐλογῶν αὐτὸν διατελέσω, οὐδὲ ἀπολειφθήσεταί ποτε τὸ στόμα μου τῆς εἰς αὐτὸν αἰνέσεως· ἀντὶ γὰρ θυσίας καὶ ὁλοκαυτωμάτων πεπαίδευμαι τὴν διὰ χειλέων προσάγειν αὐτῷ θυσίαν. Ἐν τῷ κυρίῳ ἐπαινεθήσεται ἡ ψυχή μου· ἀκουσάτωσαν πραεῖς καὶ εὐφρανθήτωσαν. Ἐπειδὴ γὰρ φεύγοντί μοι οὐδεὶς βοηθὸς πάρεστιν οὐδέ τις καταφυγὴ οὐδὲ ἀσφάλεια· μόνον δὲ τὸν κύριον φυλακτήριον ἐπάγομαι τῆς ἐμαυτοῦ ψυχῆς καὶ ἐπ’ αὐτῷ, ἀλλ’ οὐκ ἐπὶ ταῖς ἐμαῖς δικαιοπραγίαις ἡ ψυχή μου θαρρεῖ· εἰκότως, ἐπὶ τῷ κυρίῳ καυχήσεται ἡ ψυχή μου· ἀκουσάτωσαν πραεῖς καὶ εὐφρανθήτωσαν. ἐμὲ δὲ λαβόντες ὑπόδειγμα πάντες οἱ πρᾶοι καὶ ταπεινοὶ καὶ ἐπιεικεῖς διὰ τὴν εἰς τὸν θεὸν εὐλάβειαν θαρρείτωσαν καὶ πλ��ρούσθωσαν εὐφροσύνης τὰ", + "candidate_score": 0.630243, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_20", + "bdc_text": "Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_370", + "psc_text": "κυρίου ἐν ἰσχύϊ. ὁ γὰρ πάντα ἰσχύων ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι αὐτὸν Χριστῷ, οὗτος ἀκούει τῶν ἐντολῶν κυρίου καὶ ποιεῖ. φωνὴ οὖν κυρίου οὐκ ἐν τῇ ἀσθενεῖ καὶ λελυμένῃ ψυχῇ, ἀλλ’ ἐν τῇ εὐτόνῳ ἰσχυρῶς κατεργαζομένῃ τὸ ἀγαθόν. Φωνὴ κυρίου ἐν μεγαλοπρεπείᾳ. Οὐ διὰ μόνων, φησί, τῶν εἰρημένων ἡμῖν περὶ ὑδάτων ἡ φωνὴ παρίσταται τοῦ κυρίου, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἰσχύος αὐτοῦ καὶ τῆς μεγαλοπρεπείας, ἣν ἔστιν ὀφθαλμοῖς κατανοῆσαι ἀθρόως τὸν σύμπαντα κόσμον ἀπείρατα ἰδίως τε τὰ τούτου μέρη θεασάμενον τά τε μεγέθη τὰ ἀνεκδιήγητα καὶ τὰ ἀνέκφραστα κάλλη τήν τε ἐν αὐτοῖς ὁρωμένην πολυποίκιλον σοφίαν· ἃ δὴ τυγχάνει παραστατικὰ τῆς τοῦ συστησαμένου τὰ πάντα δυνάμεώς τε καὶ ἰσχύος. ἔνθεν οἱ προφητικοὶ λόγοι τὴν θεολογίαν ἀπὸ τῆς μεγαλουργίας αὐτοῦ παρελάμβανον. διὸ εἴρηται παρὰ τῷ Ἱερεμίᾳ· κύριος ὁ ποιήσας τὴν γῆν ἐν τῇ ἰσχύϊ αὐτοῦ, καὶ τὰ ἑξῆς. Φωνὴ κυρίου συντρίβοντος κέδρους, καὶ συντρίψει κύριος τὰς κέδρους τοῦ Λιβάνου καὶ λεπτυνεῖ αὐτὰς", + "candidate_score": 0.627422, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_49", + "psc_text": "καὶ περὶ τὴν ὑπακοὴν τοῦ θείου λόγου βραδεῖς βαρυκαρδίους ὠνόμασεν ἢ τοὺς βεβαρημένους τὸ συνειδὸς ὑπὸ μοχθηρῶν λογισμῶν· πλήττων δὲ τούτους τῷ λόγῳ φησίν· ἕως ποτε ταῖς ἑαυτῶν ἁμαρτίαις παραμένετε σπεύδειν δέον ἐπὶ μετάνοιαν καὶ τὴν φίλην τῷ θεῷ ἐξομολόγησιν; κατὰ δὲ τὴν ἱστορίαν, ἔοικεν ὁ Δαυῒδ πρὸς τοὺς ἐπὶ τοῖς πειρασμοῖς καὶ ταῖς περιστάσεσι ταραττομένους καὶ θορυβουμένους καὶ πάντα μᾶλλον πράττοντας ἢ ἐπὶ τὸν θεὸν καταφεύγοντας ταῦτα λέγειν. τί γὰρ χρὴ ταράττειν καὶ ταράττεσθαι, φησίν, ἐν τοῖς περιστατικοῖς καιροῖς; τί δὲ χρὴ ματαιότητι ἑαυτοὺς ἐκδιδόναι, ὦ βαρυκάρδιοι ἄνδρες; τί δὲ τὸ ψεῦδος μετιέναι τὸ ἀληθὲς καταλιπόντας; ἀλλὰ γὰρ ἐντεῦθεν μαθόντες, ὅτι θεὸς καὶ κύριός ἐστιν ὁ τῶν ὅλων ἔφορος καὶ προνοητὴς ὁ μηδέποτε καταλειπὼν πάντα ὅσιον αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀεὶ θαυμαστὰ ἐπ’ αὐτῷ δεικνύς· σπουδάζετε καὶ αὐτοὶ ὅσιοι γένεσθε εὖ καὶ ἀκριβῶς εἰδότες, ὅτι καὶ ὑμῶν ὥσπερ οὖν καὶ ἐμοῦ αὐτοῦ κύριος εἰσακούσεται ἐν τῷ κεκραγέναι με πρὸς αὐτόν. ἐπακούσαντος", + "candidate_score": 0.626263, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_10_12", + "bdc_text": "Er ist mins vetter Hans Jacobs zuͦ Louffenberg schwager ; dan ich bey mir keine überkoumen kan . Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_471", + "psc_text": "με· ἀνταπεδίδοσάν μοι πονηρὰ ἀντὶ ἀγαθῶν, καὶ ἀτεκνίαν τῇ ψυχῇ μου , ἐκ προσώπου λεχθε��η ἂν τοῦ Ἀβιμέλεχ. καὶ ταῦτα δὲ εἰκὸς εἰρηκέναι τὸν Δαυίδ· αὐτοῦ γὰρ ἐπιγέγραπται ὁ ψαλμὸς ἀποστολικῇ διαθέσει λέξοντος ἄν· τίς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τίς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι; καί· παθόντος ἑνὸς μέλους συμπάσχει πάντα τὰ μέλη . Καὶ ἄλλος δὲ παρὰ ταῦτα μάρτυρας μὲν ἀδίκους εἴποι ἄν τις πάντας τοὺς ἐνδιαβάλλοντας τὸν Δαυὶδ παρὰ τοῦ Σαούλ· τότε μὲν γὰρ οἱ Ζιφαῖοι ἔλεγον ἐλθόντες· ἰδοὺ Δαυὶδ κέκρυπται παρ’ ἡμῖν , καὶ ἄλλοτε ἄλλους εἰκὸς κεχαρισμένα τῷ βασιλεῖ πράττοντας πολλὰ κατ’ αὐτοῦ ψευδομαρτυρεῖν καὶ ἃ μὴ ἐγίνωσκεν μηδὲ διενοεῖτο, ταῦτα κατ’ αὐτοῦ λέγειν. τὸ δ’ ἀνταπεδίδοσάν μοι πονηρὰ ἀντὶ ἀγαθῶν, δύναται εἰς αὐτὸν ἀναφέρεσθαι. ἐπειδὴ πολλάκις εὖ παθὼν ὑπὸ τοῦ Δαυὶδ ὁ Σαοὺλ τοῖς ἐναντίοις αὐτὸν ἠμείβετο, δεινὰ κατὰ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ μηχανώμενος, καὶ ἀτεκνίαν ἐμποιῶν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ. ἀτεκνία δὲ ψυχῆς ἐστιν, ὅταν τὰ", + "candidate_score": 0.622532, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_20", + "bdc_text": "Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_713", + "psc_text": "θεὸς ὁ θεός σου ἔλαιον ἀγαλλιάσεως· οὐ γὰρ εἶπεν· ἔχρισά σε ἐγὼ ὁ θεός, ἀλλ’ ἔχρισέ σε, ὥστε ἐκ τούτου παρίστασθαι ἕτερον εἶναι τὸ διαλεγόμενον πρόσωπον. ποῖον οὖν ἐστι τοῦτο ἢ ὁ προφήτης ὁ χωρήσας τὴν τοῦ ἁγίου πνεύματος εἰς ἑαυτὸν γενομένην ἐνέργειαν; Ἡ γλῶσσά μου κάλαμος γραμματέως ὀξυγράφου. Ἀντὶ δὲ τοῦ ἐξερεύξατο ἡ καρδία μου, ὁ Σύμμαχος ἐκινήθη, φησίν, ἡ καρδία μου λόγῳ ἀγαθῷ· ὡς γὰρ ἑτέρου ἀπαγγείλαντος τὸν λόγον αὐτὸς κεκινῆσθαί φησι διὰ τῆς ἀκοῆς. ἐν δὲ τῷ φάσκειν· λέγω ἐγὼ τὰ ἔργα μου τῷ βασιλεῖ, οὐδέτερον δηλοῦσι βασιλέα ἢ τὸν ἀγαπητὸν αὐτόν, ᾧ καὶ τὰ ἑξῆς προσπεφώνηται. τούτῳ γάρ, φησίν, τὰ ἔργα μου διηγήσομαι· ἢ κατὰ τὸν Ἀκύλαν καὶ τὸν Σύμμαχον· τὰ δικαιώματά μου ἐξαγγέλλω. πολλῆς δὲ γέμων παρρησίας ἐπ’ ἀγαθοῖς ἔργοις ὁ τῶν προφητῶν χορὸς ταῦτα λέγειν τεθάρσηκεν. εἰ δὲ καὶ γνῶναι ποθείς, τίνα ἦν τῶν προφητῶν τὰ ἔργα, μάθοις ἂν διὰ τῶν ἔμπροσθεν, ἐν οἷς", + "candidate_score": 0.622009, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_20", + "bdc_text": "Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_134", + "psc_text": "μετὰ δολίας καρδίας προσῄεσαν αὐτῷ, σαφῶς ἡ τῶν εὐαγγελίων διδάσκει γραφή. Ἐξολοθρεύσαι κύριος πάντα τὰ χείλη τὰ δόλια καὶ γλῶσσαν μεγαλορήμονα τοὺς εἰπόντας τὴν γλῶσσαν ἡμῶν μεγαλυνοῦμεν, τὰ χείλη ἡμῶν παρ’ ἡμῶν ἐστιν· τίς ἡμῶν κύριός ἐστιν; Ὅτι μὴ ἀνθρώπου ἦν τὸ τῆς κακίας αὐτῶν περιγενέσθαι, ἀλλὰ τοῦ κυρίου αὐτοῦ· μόνος γὰρ αὐτῶν τὰ χείλη ἐξολοθρεύσει καὶ τὸ στόμα τὸ ἀσεβὲς ἀποφράξει εἰς τὸ μηδὲν κατισχύσαι τοῦ ὑπ’ αὐτῶν βλασφημουμένου σωτῆρος· οἱ μὲν γὰρ ἐν τοῖς ἑαυτῶν λογισμοῖς π��νηρὰ διανοούμενοι ἔφασαν· τὰ χείλη ἡμῶν παρ’ ἡμῶν ἐστιν. εἶθ’ ὁμοίως τῷ Φαραῷ λέγοντι· οὐκ οἶδα τὸν κύριον, καὶ αὐτοί φασι· τίς ἡμῶν κύριός ἐστιν; καὶ ὡς ἐλεύθεροι καὶ αὐτεξούσιοι καὶ κύριοι τῆς ἑαυτῶν προαιρέσεως καταχρήσασθαι, εἰς ὅπερ ἐβουλήθησαν, τοῖς ἑαυτῶν χείλεσιν ὥρμησαν διὰ τῶν κατὰ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν διαβολῶν τε καὶ συκοφαντιῶν νικήσειν τὸν λόγον καὶ σβέσειν αὐτοῦ τὴν διδασκαλίαν νομίσαντες. τοιαῦτα δὲ ἦν τὰ Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων χείλη μεθ’ ὑποκρίσεως", + "candidate_score": 0.621484, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_20", + "bdc_text": "Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_714", + "psc_text": "τούτῳ γάρ, φησίν, τὰ ἔργα μου διηγήσομαι· ἢ κατὰ τὸν Ἀκύλαν καὶ τὸν Σύμμαχον· τὰ δικαιώματά μου ἐξαγγέλλω. πολλῆς δὲ γέμων παρρησίας ἐπ’ ἀγαθοῖς ἔργοις ὁ τῶν προφητῶν χορὸς ταῦτα λέγειν τεθάρσηκεν. εἰ δὲ καὶ γνῶναι ποθείς, τίνα ἦν τῶν προφητῶν τὰ ἔργα, μάθοις ἂν διὰ τῶν ἔμπροσθεν, ἐν οἷς ἔφασκον· ταῦτα πάντα ἦλθεν ἐφ’ ἡμᾶς, καὶ οὐκ ἐπελαθόμεθά σου, καὶ οὐκ ἠδικήσαμεν ἐν διαθήκῃ σου · καὶ πάλιν· ὅτι ἕνεκά σου θανατούμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν . μέγα δὲ ἦν ἔργον καὶ τὸ διὰ γλώττης τὰ μέλλοντα προφητεύειν, καὶ τῷ βασιλεῖ διακονεῖσθαι τὴν εὐαγγελικὴν ᾠδήν. ἀντὶ δὲ τοῦ κάλαμος γραμματέως ὀξυγράφου, ὁ μὲν Ἀκύλας· σχοῖνος γραμματέως ταχινοῦ· ὁ δὲ Σύμμαχος· ἡ γλῶσσά μου, φησίν, γραφεῖον γραφέως ταχεινοῦ. σφόδρα δὲ θαυμαστῶς τὴν ἑαυτοῦ γλῶσσαν οὐ χεῖρα γραμματέως ἐπιστήμονος, οὐδὲ γραμματέα φησίν, ἀλλὰ κάλαμον γραμματέως ὀξυγράφου· δηλῶν, ὅτι ὄργανον ἦν ἡ προφητικὴ γλῶσσα ἑτέρου τοῦ χρωμένου αὐτῇ, ἁγίου πνεύματος, ὅπερ ἦν ὁ", + "candidate_score": 0.621395, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_10_12", + "bdc_text": "Er ist mins vetter Hans Jacobs zuͦ Louffenberg schwager ; dan ich bey mir keine überkoumen kan . Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_482", + "psc_text": "διὸ καὶ ἐδίδασκε λέγων· περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου · καί· νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται . ταῦτα γὰρ ὑπερβολῇ φιλανθρωπίας ὑπέμεινεν ὑπερπάσχων καὶ ὑπεραλγῶν, οἷα πατὴρ ἐφ’ υἱοὺς ἀπολλυμένους. διὸ ἔλεγεν ἐν προφήταις περὶ αὐτοῦ· ἄνθρωπος ἐν πληγῇ ὤν καὶ εἰδὼς φέρειν μαλακίαν · καὶ πάλιν· οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται · καὶ αὖθις· αὐτὸς δ’ ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, καὶ τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν . διὸ καὶ ἐν ταῖς ἀρρωστίαις αὐτῶν καὶ ἐν τῷ παρενοχλεῖσθαι αὐτοὺς ἐκείνους θεωρῶν ὁ σωτὴρ τὸν καταληψόμενον αὐτοὺς ὄλεθρον καὶ τὴν ἐσχάτην ἀπώλειαν ὑπὲρ αὐτῶν ἐνεδύετο σάκκον καὶ ἐταπείνου ἐν νηστείᾳ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ. οἱ δὲ τοιαῦτα ἔπραττον ὡς τὴν εὐχὴν αὐτοῦ τὴν ὑπὲρ αὐτῶν μὴ παραπέμπεσθαι εἰς τὰ ὦτα τοῦ πατρός, ἀλλ’ ὥσπερ ἀντικρουομένην ὑπὸ τοῦ μεγέθους τῆ�� αὐτῶν δυσσεβείας καθέλκεσθαι καὶ ἐπαναστρέφειν πρὸς αὐτόν. διὸ ἔλεγεν· καὶ ἡ προσευχή μου εἰς κόλπον μου", + "candidate_score": 0.620721, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_7", + "bdc_text": "der wirtt eüch geben , waß sey kosten von meinenttwegen ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_250", + "psc_text": "εὐαγγελιζόμενοι. τίνα δὲ ταῦτα; αὐτός, φασίν, οὗτος, ᾧ τὰς λογικὰς θυσίας προσανήνεγκαν, δώσει σοι πάντα ὅσα κατὰ διάνοιαν ᾐτήσω, ἐφαμίλλως τῇ καρδίᾳ σου παρασχόμενός σοι τὰς ἐξ αὐτοῦ εὐεργεσίας. εὖ δὲ ἴσθι, ὅτικαὶ τὴν βουλὴν σου πᾶσαν πληρώσειεν ὁ αὐτός, ἐπεὶ οὐκ ἀλλότρια αὐτοῦ τυγχάνει τὰ βεβουλευμένα σοι, τοιαῦτα δὲ ἔσται τὰ περὶ σὲ χρηστὰ καὶ ἀγαθὰ τέλη ὡς καὶ ἡμᾶς τοὺς ἔμπροσθεν συνευξαμένους σοι καὶ ἀπευξαμένους συναπολαβεῖν τῶν ἀγαθῶν· ἀγαλλιασόμεθα γοῦν ἐπὶ τῷ σωτηρίῳ τῷ σῷ· μεμαθήκαμεν γὰρ καὶ ἔγνωμεν ἐκ τῆς τοῦ ἁγίου πνεύματος ὑποβολῆς, ὡς προελεύσεται ἐκ σοῦ τοῦ Δαυὶδ γέννημα πάντων ἀνθρώπων σωτήριον. ἐφ’ ᾧ ἡμεῖς οἱ νῦν καὶ ταῦτα λέγοντες ἀγαλλιασόμεθα τότε τοῦ σωτηρίου ἐπιφανέντος· οὐ σὺ μόνος, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἅμα σοὶ μεγαλυνθησόμεθα ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ θεοῦ ἡμῶν, ἐπεὶ δὲ καὶ τὰ αἰτήματά σου θεοῦ ἄξια τυγχάνει. θάρσει καὶ πέπεισο ἀκριβῶς, ὅτι καὶ ταῦτα πάντα ἐπινεύσας ταῖς σαῖς εὐχαῖς δωρήσεταί σοι ὁ θεός,", + "candidate_score": 0.610213, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_12", + "bdc_text": "Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_275", + "psc_text": "σαφῶς τοὺς μὲν λαοὺς δαμάλεις ὠνόμασεν, τοὺς δὲ τῶν λαῶν ἡγουμένους ταύρους. καὶ ἐν τῷ παρόντι δὲ ψαλμῷ ἀντὶ τοῦ· περιεκύκλωσάν με μόσχοι πολλοὶ ὁ Ἀκύλας· δαμάλαιοι ταῦροι πίονες. ἠ κατὰ τὸν Σύμμαχον ἀντὶ τοῦ ταῦροι πίονες· οἱ σιτιστοὶ περιέσχον με, φησί, καὶ περιεστοιχίσαντό με· κατὰ δὲ τὸν Ἀκύλαν· δυνάσται Βασὰν διεδειγματίσαντό με, εἴρηται τοῦ λόγου αἰνιττομένου τὴν τοῦ Πιλάτου στρατιωτικὴν τάξιν, ἣν Βασὰν ὠνόμασεν, οἳ στέφανον ἐξ ἀκανθῶν πλέξαντες ἀντὶ διαδήματος ἐπέθηκαν αὐτῷ. ἤνοιξάν τε ἐπ’ αὐτῷ τὸ στόμα αὐτῶν ὡς λέων ἁρπάζων καὶ ὠρυόμενος, βοῶντες· αἶρε, αἶρε, σταύρωσον αὐτόν. τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ἡμῶν . Ἀκύλας δέ· ὡς λέων, φησίν, ἁλίσκων καὶ βρυχώμενος· κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· ὡς λέων θηρεύων βρυχώμενος. οἱ γὰρ αἵματος διψῶντες καὶ τοῖς ἑαυτῶν τέκνοις ἐπισπώμενοι τὸ τοῦ σωτῆρος αἷμα βρυχωμένου λέοντος οὐδὲν διέφερον. Ὅτι ἐκύκλωσάν με κύνες πολλοί, συναγωγὴ πονηρευομένων περιέσχον με. Ταύρους μὲν ἔλεγεν ὡς ὑπονόμου ζυγὸν", + "candidate_score": 0.60453, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_9_11", + "bdc_text": "dan er ist mir ein guͦtter fründ . Er ist mins vetter Hans Jacobs zuͦ Louffenberg schwager ; dan ich bey mir keine überkoumen kan .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_482", + "psc_text": "διὸ καὶ ἐδίδασκε λέγων· περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου · καί· νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται . ταῦτα γὰρ ��περβολῇ φιλανθρωπίας ὑπέμεινεν ὑπερπάσχων καὶ ὑπεραλγῶν, οἷα πατὴρ ἐφ’ υἱοὺς ἀπολλυμένους. διὸ ἔλεγεν ἐν προφήταις περὶ αὐτοῦ· ἄνθρωπος ἐν πληγῇ ὤν καὶ εἰδὼς φέρειν μαλακίαν · καὶ πάλιν· οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται · καὶ αὖθις· αὐτὸς δ’ ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, καὶ τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν . διὸ καὶ ἐν ταῖς ἀρρωστίαις αὐτῶν καὶ ἐν τῷ παρενοχλεῖσθαι αὐτοὺς ἐκείνους θεωρῶν ὁ σωτὴρ τὸν καταληψόμενον αὐτοὺς ὄλεθρον καὶ τὴν ἐσχάτην ἀπώλειαν ὑπὲρ αὐτῶν ἐνεδύετο σάκκον καὶ ἐταπείνου ἐν νηστείᾳ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ. οἱ δὲ τοιαῦτα ἔπραττον ὡς τὴν εὐχὴν αὐτοῦ τὴν ὑπὲρ αὐτῶν μὴ παραπέμπεσθαι εἰς τὰ ὦτα τοῦ πατρός, ἀλλ’ ὥσπερ ἀντικρουομένην ὑπὸ τοῦ μεγέθους τῆς αὐτῶν δυσσεβείας καθέλκεσθαι καὶ ἐπαναστρέφειν πρὸς αὐτόν. διὸ ἔλεγεν· καὶ ἡ προσευχή μου εἰς κόλπον μου", + "candidate_score": 0.599856, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_9_11", + "bdc_text": "dan er ist mir ein guͦtter fründ . Er ist mins vetter Hans Jacobs zuͦ Louffenberg schwager ; dan ich bey mir keine überkoumen kan .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_580", + "psc_text": "θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς τὴν μετάνοιαν αὐτοῦ. διό φημι· καὶ ὁ στεναγμός μου ἀπὸ σοῦ οὐκ ἀπεκρύβη. Ἡ καρδία μου ἐταράχθη, ἐγκατέλιπέ με ἡ ἰσχύς μου, καὶ τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου καὶ αὐτὸ οὐκ ἔστι μετ’ ἐμοῦ. οἱ φίλοι μου καὶ οἱ πλησίον μου ἐξ ἐναντίας μου ἤγγισαν καὶ ἔστησαν, καὶ οἱ ἔγγιστά μου ἀπὸ μακρόθεν ἔστησαν· καὶ ἐξεβιάζοντο ἐξεβιάσαντο οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου, καὶ οἱ ζητοῦντες τὰ κακά μοι ἐλάλησαν ματαιότητας καὶ δολιότητας ὅλην τὴν ἡμέραν ἐμελέτησαν. Προεπισημηνάμενος ἐν τῇ προγραφῇ, ὡς ἄρα εἴη εἰς ἀνάμνησιν ἡ ἀνάμνησις , εἰκότως ἀναπέμπεται ἀναπεμπάζεται καὶ τῇ μνήμῃ τὰ πάλαι παλαιὰ αὐτῷ συμβεβηκότα ἐπαναλαμβάνει ἐπαναλαμβάνων . διδάσκει δὲ ἐν οἷς γέγονεν ἐν τῷ τῆς ἁμαρτίας ὀλισθήματι ὀλίσθῳ περιπεσών, οὗ χάριν καὶ τὴν πᾶσαν ποιεῖται ἐξομολόγησιν· ἐταλαιπώρησα οὖν καὶ κατεκάμφθην καὶ σκυθρωπάζων ἐπορευόμην , καὶ ἐταπεινώθην καὶ ὠρυόμην ἀπὸ στεναγμοῦ τῆς καρδίας μου . εἰς πάντα ταῦτα εἰς ταῦτα γὰρ πάντα", + "candidate_score": 0.599849, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_12", + "bdc_text": "Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_203", + "psc_text": "γὰρ αὐτὸν καὶ ληφθέντα ὥσπερ αἰχμάλωτον ὁ τῶν ὅλων θεὸς καὶ πατὴρ ἐξαποστείλας τὸν ἑαυτοῦ υἱὸν ἔλαβε. πόθεν δὲ αὐτὸν ἔλαβεν, ἑξῆς διδάσκει λέγων· ἐξ ὑδάτων πολλῶν. φησὶ γοῦν καὶ ἐν ἑξηκοστῷ ὀγδόῳ ψαλμῷ· σῶσόν με, ὁ θεός, ὅτι εἰσήλθοσαν ὕδατα ἕως ψυχῆς μου· ἐνεπάγην εἰς ὕλην βυθοῦ, καὶ οὐκ ἔστιν ὑπόστασις. τούτοις τοιγαροῦν ἀκολούθως καὶ ἐν τοῖς προκειμένοις εὐχαριστῶν, φησί· προσελάβετό με ἐξ ὑδάτων πολλῶν. τίνα δὲ τὰ ὕδατα, ἐπιφέρει σαφέστερον εἰπών· ἐξ ἐχθρῶν μου δυνατῶν καὶ ἐκ τῶν μισούντων με, ὅτι ἐστε��εώθησαν ὑπὲρ ἐμέ. προέφθασάν με ἐν ἡμέρᾳ κακώσεώς μου. καὶ ταῦτα δὲ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον εὐαγγελίζεται αὐτὸνἀναλαβεῖν ἐκ τῶν πολλῶν ὑδάτων, ἐλευθερίαν δὲ τὴν ἀπὸ τῶν ἐχθρῶν τῶν πάλαι κατακεκρατηκότων αὐτοῦ γενέσθαι. Καὶ ἐξήγαγέ με εἰς πλατυσμόν, ῥύσεταί με, ὅτι ἠθέλησέ με. καὶ ἀνταποδώσει μοι κύριος κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου καὶ κατὰ τὴν καθαριότητα τῶν χειρῶν μου ἀνταποδώσει μοι. Ἤδη μέν, φησὶ, τῆς ἐξομολογήσεώς μου καὶ", + "candidate_score": 0.599744, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_18", + "bdc_text": "Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_132", + "psc_text": "πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ, χείλη δόλια ἐν καρδίᾳ, καὶ ἐν καρδίᾳ ἐλάλησαν. Διαβάλλει διὰ τούτων πᾶσαν τὴν καθ’ ἑαυτὸν γενεάν· διὸ καὶ προιὼν ἔφασκεν· σύ, κύριε, φυλάξεις ἡμᾶς καὶ διατηρήσεις ἡμᾶς ἀπὸ τῆς γενεᾶς ταύτης εἰς τὸν αἰῶνα· καὶ θέα, ὅπως ῥυσθῆναι εὔχεται καὶ φυλαχθῆναι ἀπ’ αὐτῆς ἐκείνης τῆς προτέρας γενεᾶς· ταύτης δὲ καὶ ὁ σωτὴρ ἐμνημόνευσεν λέγων· ἄνδρες Νινευῗται ἀναστήσονται ἐν τῇ κρίσει μετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτήν· βασίλισσα νότου ἀναστήσεται ἐν τῇ κρίσει κατὰ τὴν γενεὰν ταύτην, καὶ ἀλλαχοῦ· οὕτως ἔσται τῇ γενεᾷ τῇ πονηρᾷ ταύτῇ. ἀλλ’ ἵνα μὴ ἀσημάντως διαβάλλῃ τὴν γενεάν, ὁποία τις ἦν κατὰ μέρος διεξέρχεται διδάσκων, ὅτι οὐδεὶς ὅσιος περιλέλειπτο ἐν αὐτῇ· ἀλλ’ ἐκλελοίπει πᾶς ὅσιος καὶ πᾶσαι αἱ ἀλήθειαι ἀφῄρηντο τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων. οὐδεὶς γάρ, φησί, περιλέλειπται ἐν ἀνθρώποις ὅσιος δυνάμενός μοι σωτηρίας αἴτιος γενέσθαι· δέομαι γὰρ σωτῆρος, ἀλλ’ ἐπεὶ μηδείς ἐστιν, σὺ αὐτός, κύριε, σωτήρ μου γενοῦ, ἐπεὶ πᾶς", + "candidate_score": 0.595487, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 5, + "cf_id": "cf025", + "work_id": "066_Gregorius-I_Prolegomena", + "max_score": 0.677131, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_3_5", + "bdc_text": "gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im . Und ist mein gar frünttlich bitt an eüch , ir wöllen mir me der zuckererbslin schicken ;", + "psc_chunk_id": "066_Gregorius-I_Prolegomena_window_81", + "psc_text": "ἀσκητικῶν ἀγώνων οὐδαμῶς εἵλετο. Ὅστις ὑπὸ τοῦ διαβόλου σκοτισθεὶς τοὺς τῆς καρδίας ὀφθαλμοὺς μέχρι τούτου ἐχώρησεν, ἵνα τὸν δοῦλον τοῦ Θεοῦ δηλητηρίῳ θανατώσηisubgr;· φυράσας γὰρ ἄλευρον, εἶτα ζυμώσας ἄρτον, καὶ ἐν αὐτῷ ἐγκρύψας θανατηφόρον φάρμακον, καὶ ὀπτήσας, ὡς δῆθεν εὐλογίας χάριν τῷ τοῦ Θεοῦ ἀνθρώπῳ ἀπέστειλεν. Ὁ δὲ διορατικὸς ἐκεῖνος ἀνὴρ τὸν μἐν ἄρτον εὐχαρίστως ἐδέξατο· οὐ μέν τοι δὲ διέλαθεν αὐτὸν ὁ ἐν τῷ ἄρτῳ κρυπτόμενος δόλος· ἐν δὲ τῇ ὥρᾳ ἐν ᾗ εἰώθει ὁ ἅγιος τροφῆς μεταλαμβάνειν, ὄρνεον, τὸ δὴ λεγόμενον κόραξ, ἐν τῇ σύνεγγυς ὕλῃ τὴν οἴκησιν ἔχον, κατὰ τὸ σύνηθες ἤρχετο πρὸς τὸν ἅγιον, καὶ ἐκ τῶν τιμίων αὐτοῦ χειρῶν ἄρτον πρὸς τροφὴν ἑαυτῷ ἐδέχετο. Ὁ δὲ ἱερὸς ἐκεῖνος ἀνὴρ λαβὼν τὸν θανατηφόρον ἄρτον, ὅνπερ ἦν αὐτῷ ἀποστείλας Φλορέντιος ὁ πρεσβύτετερος, ἔθηκεν ἐνώπιον τοῦ κόρακος, καὶ ἐκέλευσεν αὐτῷ, λέγων· « Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος λαβὲ τὸν ἄρτον", + "candidate_score": 0.677131, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_2_4", + "bdc_text": "Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ; gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "066_Gregorius-I_Prolegomena_window_81", + "psc_text": "ἀσκητικῶν ἀγώνων οὐδαμῶς εἵλετο. Ὅστις ὑπὸ τοῦ διαβόλου σκοτισθεὶς τοὺς τῆς καρδίας ὀφθαλμοὺς μέχρι τούτου ἐχώρησεν, ἵνα τὸν δοῦλον τοῦ Θεοῦ δηλητηρίῳ θανατώσηisubgr;· φυράσας γὰρ ἄλευρον, εἶτα ζυμώσας ἄρτον, καὶ ἐν αὐτῷ ἐγκρύψας θανατηφόρον φάρμακον, καὶ ὀπτήσας, ὡς δῆθεν εὐλογίας χάριν τῷ τοῦ Θεοῦ ἀνθρώπῳ ἀπέστειλεν. Ὁ δὲ διορατικὸς ἐκεῖνος ἀνὴρ τὸν μἐν ἄρτον εὐχαρίστως ἐδέξατο· οὐ μέν τοι δὲ διέλαθεν αὐτὸν ὁ ἐν τῷ ἄρτῳ κρυπτόμενος δόλος· ἐν δὲ τῇ ὥρᾳ ἐν ᾗ εἰώθει ὁ ἅγιος τροφῆς μεταλαμβάνειν, ὄρνεον, τὸ δὴ λεγόμενον κόραξ, ἐν τῇ σύνεγγυς ὕλῃ τὴν οἴκησιν ἔχον, κατὰ τὸ σύνηθες ἤρχετο πρὸς τὸν ἅγιον, καὶ ἐκ τῶν τιμίων αὐτοῦ χειρῶν ἄρτον πρὸς τροφὴν ἑαυτῷ ἐδέχετο. Ὁ δὲ ἱερὸς ἐκεῖνος ἀνὴρ λαβὼν τὸν θανατηφόρον ἄρτον, ὅνπερ ἦν αὐτῷ ἀποστείλας Φλορέντιος ὁ πρεσβύτετερος, ἔθηκεν ἐνώπιον τοῦ κόρακος, καὶ ἐκέλευσεν αὐτῷ, λέγων· « Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος λαβὲ τὸν ἄρτον", + "candidate_score": 0.662654, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 6, + "cf_id": "cf048", + "work_id": "tlg2959.tlg001.opp-grc1", + "max_score": 0.67626, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_3_5", + "bdc_text": "gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im . Und ist mein gar frünttlich bitt an eüch , ir wöllen mir me der zuckererbslin schicken ;", + "psc_chunk_id": "tlg2959.tlg001.opp-grc1_window_229", + "psc_text": "ὁ κύριος ἡμῶν ἐν εὐαγγελίοις παρακελεύεται Ἰησοῦς Χριστός, ὡδε νομοθετῶν· οἱ λύχνοι ὑμῶν‘« μὴ σβεννύσθωσαν, καὶ »αἱ ὀσφύες ὑμῶν μὴ λυέσθωσαν. διὰ τοῦτο καὶ ὐμεῖς ὃμοιοι γίνεσθε ἀνθρώποις προσδεχομένοις τὸν κύριον αὐτῶν, πότε ἀναλύσει ἐκ τῶν γάμων, ἳνα ἐλθόντι καὶ κρούσαντι αὐτῷ εὐθέως ἀνοίξωσι. μακάριοί 3 vgl. 2 Tim. 3, 17 — 4 Gen. 15, 9 — 8 De lepra 9, 2. 4. 11, –14 Symp. 8, 10. De lepra 11, 4. De cibis 12, ff — 20 Lnk. 12, –38. De lepra 10, 5 4—S. 55, 19 Phot. Bibl. 237 S. 309a, 6—309 b, 2 1 κατά P 178v | περισπόμενος B | καὶ — ἀνάκειται Ζ. 2 unleserl. Ο 2 ὅλος — ἀνάκ.] οὐκ εὐαρεστεῖ τῷ 2. Hd. M Al | χρῆναι (w. e. seh.) OP | τὸν τ(έλ)ειον unleserl. Ο 3 ἀναθεῖναι — ἐλλιπής Ζ. 4 unleserl. Ο : ganz anders 2. Hd. MAI 4 ἐλλειπής P", + "candidate_score": 0.67626, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_2_4", + "bdc_text": "Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ; gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "tlg2959.tlg001.opp-grc1_window_170", + "psc_text": "διὰ τὴν ἐκπύρωσιν καὶ τὴν ἀκμὴν τοῦ σώματος δυσκαόρθωτον εἴη τινί, εἰς δεύτερον κατὰ συγγνώμην παρελθεῖν τὸν οὕτως ἔχοντα γάμον, οὐκ αὐτὸ τοῦτο τὴν διγαμίαν ἀποφηνάμενος εἶναι καλόν, ἀλλ’ ἄμεινον κρίνας τῆς ἐκπυρώσεως. ὣσπερ γὰρ εἴ τις ἡμέρᾳ τοῦ πάσχα καὶ τῆς ἐῖσφαλῶς ἐπισφαλῶς νοσηλευομένῳ προσέφερε τροφὴν καὶ ἐκέλευε διὰ τὴν ἀσθένειαν ἀπογεύεσθαι τῶν προσφερομένων τούτων, λέγων· Ὡς ἄρα τὸ μὲν ἀληθῶς, ὦ οὗτος, καλὸν † ἐχρῆν ὣσπερ δὴ καὶ ἡμᾶς καὶ σὲ καρτερῶς διαμείναντα τῶν αὐτῶν . . μεταλαβεῖν (ἀπηγόρευται γὰρ σήμερον διαίτης ἐπιμνησθῆναι τὸ σύνολον)· ολον)· ἀλλ᾿ ἐπειδὴ νόσῳ προκατασχεθεὶς ἐξησθένησας καὶ οὐ δύνῃ φέρειν, ταύτῃ δὴ συγγνώμην ἀπονέμοντες συμβουλευόμεν σιτίων ἐπορέξασθαί σε. ἴνα μὴ παντάπασι διὰ τὴν νόσον οὐ δυνηθεὶς ἀντισχεῖν πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς τροφῆς διαφθαρῇε· οὕτω δὴ καὶ ὁ ἀπόστολος ἐνθάδε, πρότερον εἰπὼν ὅτι βούλοιτο πάντας καὶ σώφρονας, ὥσπερ δὴ καὶ αὐτός, τὸ μετὰ ταῦτα τοῖς νόσῳ τῶν παθῶν, ἵνα μὴ πορνεύσαντες πάντῃ λυμανθῶσιν, τῶν", + "candidate_score": 0.647781, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_10_12", + "bdc_text": "Er ist mins vetter Hans Jacobs zuͦ Louffenberg schwager ; dan ich bey mir keine überkoumen kan . Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ;", + "psc_chunk_id": "tlg2959.tlg001.opp-grc1_window_170", + "psc_text": "διὰ τὴν ἐκπύρωσιν καὶ τὴν ἀκμὴν τοῦ σώματος δυσκαόρθωτον εἴη τινί, εἰς δεύτερον κατὰ συγγνώμην παρελθεῖν τὸν οὕτως ἔχοντα γάμον, οὐκ αὐτὸ τοῦτο τὴν διγαμίαν ἀποφηνάμενος εἶναι καλόν, ἀλλ’ ἄμεινον κρίνας τῆς ἐκπυρώσεως. ὣσπερ γὰρ εἴ τις ἡμέρᾳ τοῦ πάσχα καὶ τῆς ἐῖσφαλῶς ἐπισφαλῶς νοσηλευομένῳ προσέφερε τροφὴν καὶ ἐκέλευε διὰ τὴν ἀσθένειαν ἀπογεύεσθαι τῶν προσφερομένων τούτων, λέγων· Ὡς ἄρα τὸ μὲν ἀληθῶς, ὦ οὗτος, καλὸν † ἐχρῆν ὣσπερ δὴ καὶ ἡμᾶς καὶ σὲ καρτερῶς διαμείναντα τῶν αὐτῶν . . μεταλαβεῖν (ἀπηγόρευται γὰρ σήμερον διαίτης ἐπιμνησθῆναι τὸ σύνολον)· ολον)· ἀλλ᾿ ἐπειδὴ νόσῳ προκατασχεθεὶς ἐξησθένησας καὶ οὐ δύνῃ φέρειν, ταύτῃ δὴ συγγνώμην ἀπονέμοντες συμβουλευόμεν σιτίων ἐπορέξασθαί σε. ἴνα μὴ παντάπασι διὰ τὴν νόσον οὐ δυνηθεὶς ἀντισχεῖν πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς τροφῆς διαφθαρῇε· οὕτω δὴ καὶ ὁ ἀπόστολος ἐνθάδε, πρότερον εἰπὼν ὅτι βούλοιτο πάντας καὶ σώφρονας, ὥσπερ δὴ καὶ αὐτός, τὸ μετὰ ταῦτα τοῖς νόσῳ τῶν παθῶν, ἵνα μὴ πορνεύσαντες πάντῃ λυμανθῶσ��ν, τῶν", + "candidate_score": 0.619487, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_18", + "bdc_text": "Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen .", + "psc_chunk_id": "tlg2959.tlg001.opp-grc1_window_523", + "psc_text": "κόπρια, τὰ ἐπισκοτοῦντα καὶ καλύπτοντα πάθη τὴν ψυχήν, τὰ ἀπὸ τῆς θρύψεως ἡμῶν καὶ τῆς ἀμελείας πληθύνοντα. καὶ τοίνυν ὁ σπουδάζων εἰς τὴν ἑορτὴν τῶν σκηνῶν ἐκείνων φθάσαι καὶ τοῖς ἀνίοις συγκαταλεχθῆναι πρῶτον τὸν ὡραῖον τὴν πίστιν κτησάσθω καρπόν , εἶτα τὰ κάλλυντρα, τὴν ἄσκησιν καὶ μελέτην τῶν γραφῶν· εἶτα τοὺς ἐριθηλέας ἐφεξῆς κλάδους τῆς ἀγάπης καὶ δασεῖς. οὓς καὶ μετὰ τὰ κάλλυντρα παρεγγυᾷ λαμβάνεσθαι, κλάδους δασεῖς εὐθυβολώτατα τὴν ἀπάπην φράσας· τὸ γὰρ δασὺ κατάκαρπον ὅλον ἐστὶ καὶ πυκνόν, μηδὲν ψιλὸν ἢ διάκενον ἔχον, ἀλλὰ πάντα πεπληρωμένα, καὶ τοὺς ὄρπηκας καὶ τὰ στελέχη. τοιοῦτον γάρ ἐστιν ἡ ἀπάπη, μηδαμόθεν ὑπόκενος ἢ ἄκαρπος οὐσα. ἦ γάρ, »ἐὰν πωλήσω τὰ ὑπάρχοντά μου καὶ δώσω πτωχοῖς, καὶ ἐὰν τὸ σῶμά μου πυρὶ παραδώσω , καὶ ἐὰν τοσαύτην πίστιν, ὥστε ὅρη μεθιστᾶν, κτήσωμαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι.. ἡ ἀγάπη ἄρα τὸ κατάκαρπόν ἐστι καὶ δασύτατον ξύλον πάντων, ἡ γέμουσα καὶ πεπληρωμένη τῶν", + "candidate_score": 0.585238, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 7, + "cf_id": "cf014", + "work_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1", + "max_score": 0.674469, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_3_5", + "bdc_text": "gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im . Und ist mein gar frünttlich bitt an eüch , ir wöllen mir me der zuckererbslin schicken ;", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_20", + "psc_text": "ἀλλὰ μὴν καὶ παχύτητος οὕτως ἔχειν ὁ χιτὼν ὀφείλει ὡς μὴ δεῖσθαι κοινωνοῦ πρὸς τὸ θάλπειν τὸν ἐνδυόμενον. ὑπόδημα δὲ τὸ εὐτελὲς μὲν κατὰ τὴν ἀξίαν, ἀνενδεῶς δὲ τὴν χρείαν ἀποπληροῦν. Καὶ ἁπαξαπλῶς, ὡς ἐν τῷ ἐνδύματι ἡγεῖσθαι προσήκει τὸ χρειῶδες, οὕτω καὶ ἐν τροφῇ ἄρτος ἐκπληρώσει τὴν χρείαν καὶ ὕδωρ θεραπεύσει τὴν δίψαν τῷ ὑγιαίνοντι καὶ ὅσα ἐκ σπερμάτων παροψήματα πρὸς τὰς ἀναγκαίας χρείας τὴν ἰσχὺν τῷ σώματι δύναται διασώσασθαι. ἐσθίειν δὲ μὴ λυσσώδη γαστριμαργίαν ἐμφαίνοντα, ἀλλὰ πανταχοῦ τὸ εὐσταθὲς καὶ πρᾶον καὶ περὶ τὰς ἡδονὰς ἐγκρατὲς διασώζοντα· μηδὲ τότε τὸν νοῦν ἀργὸν ἐν τῇ περὶ Θεοῦ ἐννοίᾳ ἔχοντα, ἀλλʼ αὐτὴν τῶν βρωμάτων τὴν φύσιν καὶ τὴν τοῦ ὑποδεχομένου σώματος κατασκευὴν ἀφορμὴν ποιεῖσθαι δοξολογίας· πῶς ποικίλα εἴδη τροφῶν τῇ ἰδιότητι τῶν σωμάτων ἁρμόζοντα παρὰ τοῦ πάντα οἰκονομοῦντος ἐπινενόηται. εὐχαὶ πρὸ τῆς τροφῆς ἀξίως γινέσθωσαν τῶν τοῦ Θεοῦ παροχῶν, ὧν τε νῦν δίδωσι, καὶ ὧν πρὸς τὸ μέλλον ἐταμιεύσατο. εὐχαὶ", + "candidate_score": 0.674469, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_2_4", + "bdc_text": "Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ; gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1210", + "psc_text": "ἐκ τῆς συμπαθείας τῶν καθʼ ἡμᾶς λυπηρῶν ἣν συνεπαθήσατε ἡμῖν, ὡς ἐνδεδυμένοι σπλάγχνα οἰκτιρμοῦ, καθὼς ἀπήγγειλαν ἡμῖν οἱ προειρημένοι. καὶ γὰρ εἰ καὶ τὰ τραύματα ἡμῶν ὅμοια διαμένει, ἀλλʼ οὖν φέρει τινὰ ἡμῖνom. E. ῥᾳστώνην τὸ ἑτοίμουςἑτοίμως E. ἔχειν τοὺς ἰατρούς, δυναμένους, εἰ καιροῦ λάβοιντο, ταχεῖαν ἐπαγαγεῖνἐπάγειν editi antiqui. τῶν ἀλγημάτων τὴν ἴασιν. διὸ καὶ πάλιν ὑμᾶς διὰ τῶν ἀγαπητῶν καὶ προσφθεγγόμεθα καὶ παρακαλοῦμεν, εἰ μὲν δίδωσιν ὑμῖν ὁ Κύριος ἄδειαν τοῦ ὡςπρὸς E. Harl. ἡμᾶς ἀφικέσθαι,πορεύεσθαι tres alii MSS.; πορεύσεσθαι duo MSS. μὴ ὀκνῆσαι ἡμῶν τὴν ἐπίσκεψιν. ἐντολῆς γάρ ἐστι τῆς μεγίστης ἡ τῶν ἀσθενούντων ἐπίσκεψις. εἰ δὲ ὁ ἀγαθὸς Θεὸς καὶ σοφὸς τῆς ζωῆς ἡμῶν οἰκονόμος τὴν χάριν ταύτην εἰς ἕτερον καιρὸν ταμιεύεται,om. E. ἀλλʼ ἐπιστείλατε ἡμῖν ὅσα παρʼ ὑμῶν πρέπει γραφῆναι εἰς παράκλησιν μὲν τῶν θλιβομένων, διόρθωσιν δὲ τῶν συντετριμμένων. πολλὰ γὰρ ἤδη τὰ συντρίμματα τῆς Ἐκκλησίας γέγονε, καὶ πολλὴ ἡμῖν επʼ αὐτοῖς ἡ θλίψις· καὶ προσδοκία", + "candidate_score": 0.658809, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_2_4", + "bdc_text": "Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ; gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_437", + "psc_text": "ὑμῖνἡμῖν E. ἔδωκεν ὁ Κύριος ὑπὲρ τῆς ἀληθείας παρρησίαν, καὶ τὸ ἐπὶ τῇ ὁμολογίᾳ τῆς θείαςἀληθείας editi antiqi. καὶ σωτηρίου Τριάδος καύχημα, τοῦτο καὶ ἡμῖν διὰ τῶν ὑμετέρων εὐχῶν καὶ τῆς συνεργίας ὑμῶν χαρίσηται. τὸ δὲ καθέκαστον αὐτὸς ὁ προειρημένος συνδιάκονος ἀναγγελεῖ ὑμῶν τῇ ἀγάπῃ. καὶ πᾶσι δὲ τοῖς γενομένοις κανονικῶς παρὰ τῆς ὑμετέρας τιμιότητος συνεθέμεθα, τὸν ἀποστολικὸν ὑμῶν ζῆλον ὑπὲρ τῆς ὀρθοδοξίας ἀποδεξάμενοι. Οὐαλεριανῷ, ἐπισκόπῳ ἸλλυριῶνἸλλυρικοῦ Harl., Reg. secundus, Coisl. secundus. Χάρις τῷ Κυρίῳ,Θεῷ νοννυλλι MSS. τῷ δόντι ἡμῖν ἀρχαίας ἀγάπης καρπὸν ἰδεῖν ἐν τῇ σῇ καθαρότητι, ὅς γε τοσοῦτον διεστὼς τῷ σώματι, συνῆψας ἡμῖν σεαυτὸνἑαυτόν E. διὰ γράμματος, καὶ τῷ πνευματικῷ σου καὶ ἁγίῳ πόθῳ περιπτυξάμενος ἡμᾶς, ἀμύθητόν τιτό E, Med. φίλτρον ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν ἐνεποίησας. ἔργῳ γὰρ ἐμάθομεν τῆς παροιμίας τὴν δύναμιν, ὅτι Ὥσπερ ψυχῇ διψώσῃ ψυχρὸν ὕδωρ, οὕτως ἀγγελία ἀγαθὴ ἐκ γῆςγῆς sic E, Med., Harl. τῆς alii MSS. et editi. μακρόθεν. Δεινὸς γάρ ἐστι παρʼ", + "candidate_score": 0.652285, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_2_4", + "bdc_text": "Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ; gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_20", + "psc_text": "ἀλλὰ μὴν καὶ παχύτητος οὕτως ἔχειν ὁ χιτὼν ὀφείλει ὡς μὴ δεῖσθαι κοινωνοῦ πρὸς τὸ θάλπειν τὸν ἐνδυόμενον. ὑπόδημα δὲ τὸ εὐτελὲς μὲν κατὰ τὴν ἀξίαν, ἀνενδεῶς δὲ τὴν χρείαν ἀποπληροῦν. Καὶ ἁπαξαπλῶς, ὡς ἐν τῷ ἐνδύματι ἡγεῖσθαι προσήκει τὸ χρειῶδες, οὕτω καὶ ἐν τροφῇ ἄρτος ἐκπληρώσει τὴν χρείαν καὶ ὕδωρ θεραπεύσει τὴν δίψαν τῷ ὑγιαίνοντι καὶ ὅσα ἐκ σπερμάτων παροψήματα πρὸς τὰς ἀναγκαίας χρείας τὴν ἰσχὺν τῷ σώματι δύναται διασώσασθαι. ἐσθίειν δὲ μὴ λυσσώδη γαστριμαργίαν ἐμφαίνοντα, ἀλλὰ πανταχοῦ τὸ εὐσταθὲς καὶ πρᾶον καὶ περὶ τὰς ἡδονὰς ἐγκρατὲς διασώζοντα· μηδὲ τότε τὸν νοῦν ἀργὸν ἐν τῇ περὶ Θεοῦ ἐννοίᾳ ἔχοντα, ἀλλʼ αὐτὴν τῶν βρωμάτων τὴν φύσιν καὶ τὴν τοῦ ὑποδεχομένου σώματος κατασκευὴν ἀφορμὴν ποιεῖσθαι δοξολογίας· πῶς ποικίλα εἴδη τροφῶν τῇ ἰδιότητι τῶν σωμάτων ἁρμόζοντα παρὰ τοῦ πάντα οἰκονομοῦντος ἐπινενόηται. εὐχαὶ πρὸ τῆς τροφῆς ἀξίως γινέσθωσαν τῶν τοῦ Θεοῦ παροχῶν, ὧν τε νῦν δίδωσι, καὶ ὧν πρὸς τὸ μέλλον ἐταμιεύσατο. εὐχαὶ", + "candidate_score": 0.650383, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_2_4", + "bdc_text": "Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ; gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1211", + "psc_text": "ἀγαθὸς Θεὸς καὶ σοφὸς τῆς ζωῆς ἡμῶν οἰκονόμος τὴν χάριν ταύτην εἰς ἕτερον καιρὸν ταμιεύεται,om. E. ἀλλʼ ἐπιστείλατε ἡμῖν ὅσα παρʼ ὑμῶν πρέπει γραφῆναι εἰς παράκλησιν μὲν τῶν θλιβομένων, διόρθωσιν δὲ τῶν συντετριμμένων. πολλὰ γὰρ ἤδη τὰ συντρίμματα τῆς Ἐκκλησίας γέγονε, καὶ πολλὴ ἡμῖν επʼ αὐτοῖς ἡ θλίψις· καὶ προσδοκία βοηθείας ἑτέρωθεν οὐδαμόθεν, ἐὰν μὴ ὁ Κύριος δι’ ὑμῶν τῶν γνησίως δουλευόντων αὐτῷ ἐξαποστείλῃ τὴν ἴασιν. Τὸ μὲν οὖνταμιεύσεται Reg. sec. Coisl. sec. ἰταμὸν καὶ ἀναίσχυντον τῆς αἱρέσεως τῶν Ἀρειανῶν, φανερῶς ἀπορραγὲν τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, μένει ἐπὶ τῆς ἰδίας πλάνης, καὶ ὀλίγα ἡμᾶς λυμαίνεται διὰ τὸ πᾶσι πρόδηλον αὐτῶν τὴν ἀσέβειαν εἶναι· οἱ δὲ τὴν δορὰν τοῦ προβάτου περιβεβλημένοι καὶ τὴν ἐπιφάνειαν ἥμερον προβαλλόμενοι καὶ πραεῖαν, ἔνδοθεν δὲ σπαράσσοντες ἀφειδῶς τὰ τοῦ Χριστοῦ ποίμνια, καὶ διὰ τὸ ἐξ ἡμῶν ὡρμῆσθαι, εὐκόλως ἐμβάλλοντεςτὴν add. E. βλάβην τοῖς ἁπλουστέροις, οὗτοί εἰσιν οἱ χαλεποὶ καὶ δυσφύλακτοι. οὓς ἀξιοῦμεν παρὰ τῆς ὑμετέρας ἀκριβείας", + "candidate_score": 0.648993, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0_2", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor . Fürgeliebtter herr und schwager , eüwer und all eüwers volcks gesundheitt wer mir ein gros ß fröüd zuͦ hörren . Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ;", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1305", + "psc_text": "ῥᾴδιον, ἐὰν τοὺς ἔνδοθεν ἐκ τῶν παθῶν ἐπανισταμένους ἡμῖν θορύβους κατασιγάσωμεν, καὶ τῶν ἔξωθεν προσπιπτόντων ὑψηλοτέραν τὴν γνώμην καταστησώμεθα. καὶ γὰρ οὔτε ζημίαι, οὔτε ἀρρωστίαι, οὔτε αἱ λοιπαὶ δυσχέρειαι τοῦ βίου, ἅψονται τοῦ σπουδαίου, ἕως ἂν ἔχῃ τὴν διάνοιαν τῷ Θεῷ, ἐμπορευομένην,ἐμπολιτευομένην Med.; συμπορευομένην editi antiqui. καὶ τὸ μέλλον ἀποσκοποῦσαν, καὶ τῆς χαμόθεν ἐγειρομένης ζάλης κούφως καὶ εὐσταλῶς ὑπεραίρουσαν. ἐπεὶ οἵ γε σφοδρῶς ταῖς τοῦ βίου μερίμναις κατειλημμένοι, οἷον ὄρνιθες πολύσαρκοι εἰκῆ τὸ πτερὸν ἔχοντες, κάτω που σύρονται μετὰ τῶν βοσκημάτων. Σὲ δὲ τοσοῦτον ἰδεῖν ὑπὸ τῶν πραγμάτωνἰδεῖν add. E. ἐπετράπημεν, ὅσον οἱ ἐν πελάγει ἀλλήλους παραμειβόμενοι. πλὴν ἀλλʼ , ἐπειδὴ καὶ ἐξ ὄνυχος ἔστιν ὅλον γνωρίσαι τὸν λέοντα, ἐκ βραχείας τῆς πείρας ἡγούμεθά σε ἱκανῶς ἐγνωκέναι. ὅθεν καὶ μέγα ποιούμεθα τὸ ἐν λόγῳ σέ τινι τὰ καθʼτινι τὰ καθ̓ τὸ καθʼ Regius sec. et Coisl. sec. ἡμᾶς τίθεσθαι καὶ μὴ ἀπεῖναί σου τῆς διανοίας, ἀλλὰ διηνεκῶς σοι συνεῖναι διὰ", + "candidate_score": 0.648171, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_2_4", + "bdc_text": "Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ; gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_796", + "psc_text": "καὶ ὁ Κύριος ἡμᾶς κατευοδώσει. ἐρρωμένος καὶ εὔθυμος εἴης, ὑπερευχόμενός μου, καὶ χαρισθείης μοι τῇ τοῦ ἁγίου φιλανθρωπίᾳ. Σωφρονίῳ μαγίστρῳ. Εἰ αὐτὸς διπλῆν ἔλαβες χάριν, ὡς αὐτὸς τῇ ἀνυπερβλήτῳ προθυμίᾳ περὶ τὰ ἀγαθὰ ἔργα ἐπέστειλας ἡμῖν, μίαν μὲν τῷ δέξασθαι γράμματα, δευτέραν δὲ τῷ ὑπουργῆσαι τῇ χρείᾳ ἡμῶν· πόσην τινὰ χρὴ νομίζειν ἡμᾶς ἔχειν τὴν χάριν, γράμμασί τε τῆς ἡδίστης φωνῆς ἐντυχόντας, καὶ τὴν ἐπιζητηθεῖσαν χρείαν τοσούτῳ τάχει πληρωθεῖσαν ὁρῶντας. ὥστε ἡδέως δεξάμενοι τὸ ἀποσταλὲν διὰ τὴν οἰκείαν αὐτοῦ φύσιν, πολλῷ ἥδιον αὐτὸ προσηκάμεθα τῷ σὲ εἶναι τὸν τῆς κατασκευῆς αὐτοῦ προεστῶτα. παράσχοι δὲ ἡμῖν ὁ Κύριος ἰδεῖν σε ἐν τάχει, ὥστε ἀπὸ γλώττης ὁμολογῆσαι τὴν χάριν, καὶ πάντων ὁμοῦ τῶν ἐν σοὶ καλῶν ἀπολαῦσαι. Μελετίῳ ἀρχιάτρῳ. Ἡμῖν οὐδʼ ὅσον ταῖς γεράνοις ὑπάρχει τὰ δυσχερῆ τοῦ χειμῶνος διαφυγεῖν, ἀλλʼ ἕνεκα μὲν τοῦ προϊδέσθαι τὸ μέλλον οὐδὲν ἴσως τῶν γεράνων χείρους ἐσμέν· τῷ δὲ κατὰ τὸν βίον αὐτεξουσίῳ τοσούτον τῶν ὀρνίθων", + "candidate_score": 0.647968, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0_2", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor . Fürgeliebtter herr und schwager , eüwer und all eüwers volcks gesundheitt wer mir ein gros ß fröüd zuͦ hörren . Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ;", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_685", + "psc_text": "ἐγειρομένης ὑψηλότερος γενόμενος τῇ γνώμῃ, ἀβάπτιστον τοῖς ἁλμυροῖς καὶ πικροῖς τῆς κακοδοξίας κύμασι διαφύλασσεδιαφύλαξαι editi antiqi. τὴν ὁλκάδα, ἀναμένων τὴν γαλήνην, ἣν ποιήσει ὁ Κύριος, ἐπειδὰν εὑρεθῇ φωνὴ ἀξία τοῦ διαναστῆσαι αὐτὸν πρὸς τὴν ἐπιτίμησιν τῶν πνευμάτων καὶ τῆς θαλάσσης. εἰ δὲ βούλει ἡμᾶς λοιπὸν ὑπὸ τῆς μακρᾶς ἀρρωστίας ἐπειγομένουςἀπαγομένους E. πρὸς τὴν ἀναγκαίαν ἔξοδον ἐπισκέψασθαι, μήτε καιρὸν ἀναμείνῃς, μήτε τὸ παρʼ ἡμῶν σύνθημα, εἰδὼς ὅτι πατρικοῖς σπλάγχνοις πᾶσα εὐκαιρία ἐστὶ περιπτύσσεσθαι τέκνον ἀγαπητὸν καὶ λόγου παντὸς κρείττων ἡ κατὰ ψυχὴν διάθεσις. Βάρος δὲ ὑπερβαῖνον τὴν δύναμιν μὴ ὀδύρου. εἰ μὲν γὰρ αὐτὸς ἦς ὁ μέλλων φέρειν τὸ βάσταγμα τοῦτο, οὐδὲ οὕτως ἂν ἦν βαρύ, ἀλλʼ ἀφορητὸν παντελῶς. εἰ δὲ Κύριος ὁ συνδιαφέρων, Ἐπίρριψον ἐπὶ Κύριον τὴν μέριμνάν σου, καὶ αὐτὸς ποιήσει. μόνον ἐκεῖνο παραφυλάσσειν ἐν πᾶσι παρακλήθητι, μὴ αὐτὸς τοῖς μοχθηροῖς ἔθεσι συμπεριφέρεσθαι, ἀλλὰ τὰ κακῶς προειλημμένα διὰ τῆς δεδομένης σοι παρὰ Θεοῦ σοφίας μετατιθέναι πρὸς τὸ χρήσιμον. καὶ", + "candidate_score": 0.646541, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0_2", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor . Fürgeliebtter herr und schwager , eüwer und all eüwers volcks gesundheitt wer mir ein gros ß fröüd zuͦ hörren . Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ;", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_373", + "psc_text": "εὐλαβείας σου editi antiqi. διὰ τοῦ αἰδεσιμωτάτου ἀδελφοῦ Ἑλληνίου· καὶ ὅσα ἐνέφηνας ἡμῖν, αὐτὸς ταῦτα γυμνῶς διηγήσατο. ἀκούσαντες δὲ ὅπωςαὐτὸς ταῦτα ... ὅπως καὶ ταῦτα διηγησαμένου ἀκούσαντες ὅπως editi antiqi. διετέθημεν, οὐκ ἀμφιβάλλεις πάντως. πλὴν ἀλλʼ ἐπειδὴ ἐκρίναμεν πάσης λύπης ἀνωτέραν ποιεῖσθαι τὴν πρὸς σὲ ἀγάπην ἐδεξάμεθα καὶ ταῦτα ὡς ἦν προσῆκον, καὶ εὐχόμεθα τῷ ἁγίῳ Θεῷ, τὰς λειπομένας ἡμέρας ἢ ὥραςἡμῶν add. Harl. οὕτωοὕτωom. E. διαφυλαχθῆναι ἐν τῇ περὶ σὲ διαθέσει, ὡς καὶ ἐν τῷ κατόπιν χρόνῳ, ἐν ᾧ οὐδὲν ἡμῖν αὐτοῖς οὔτε μικρὸν οὔτε μεῖζον ἐλλελοιπόσι συνέγνωμεν. Εἰ δὲ ὁ δεῖνα ἄρτι, παρακύψαι φιλοτιμούμενος πρὸς τὸν βίον τῶν Χριστιανῶν, εἶτα οἰόμενος αὐτῷ σεμνότητά τινα φέρειν τὸ ἡμῖν συνανατρίβεσθαι, ἅ τε οὐκ ἤκουσε κατασκευάζει, καὶ ἃ μὴ ἐνόησεν ἐξηγεῖται, θαυμαστὸν οὐδέν. ἀλλʼ ἐκεῖνο θαυμαστὸν καὶ παράδοξον, ὅτι τούτων ἀκροατὰς ἔχει τοὺς γνησιωτάτους μοι τῶν παρʼ ὑμῖν ἀδελφῶν, καὶ οὐκ ἀκροατὰς μόνον, ἀλλὰ καὶ μαθητάς, ὡς ἔοικεν. εἴ γεγάρ E.", + "candidate_score": 0.640998, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0_2", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor . Fürgeliebtter herr und schwager , eüwer und all eüwers volcks gesundheitt wer mir ein gros ß fröüd zuͦ hörren . Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ;", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1029", + "psc_text": "εὐχαριστοῦμεν οὖν τῷ Κυρίῳ, μαθόντες ὅτι καὶ ἔρρωσαι τῷ σώματι, καὶ εἰρηνευούσῃ τῇ ἐκκλησίᾳ τῆς σωτηρίου οἰκονομίας τὴν ἀνάμνησιν ἐτέλεσας. Ἡμᾶς δὲ θόρυβοί τινες διετάραξαν· οὐ μὴν ἔξω κατηφείας διηγάγομεν, τῷ τὸν θεοφιλέστατον ἀδελφὸν ἡμῶν πεφυγαδευμένον εἶναι. ἀλλʼ ὑπὲρ μὲν ἐκείνου προσεύχου, ἵνα δῴη αὐτῷ ὁ Θεός ποτε ἐπιδεῖν τὴν ἑαυτοῦ ἐκκλησίαν τῶν αἱρετικῶν δηγμάτων τὰ τραύματα ἰαθεῖσαν· ἡμᾶς δὲ λίαν καταξίωσον ἐπισκέψασθαι, ἕως ἔτι ἐσμὲν ἐπὶ γῆς. ποίησον ἔργον σαυτῷ μὲν ἀκόλουθον, ἡμῖν δὲ εὐχῆς ἄξιον τῆς μεγίστης. θαυμάσαι δέ ἐστι καὶ τὴν διάνοιαν τῶν εὐλογιῶν, ὅτι δι’ αἰνιγμάτων ηὔξω ἡμῖν γῆρας ἰσχυρόν. ἔδειξας γάρ, ὅτι διὰ μὲν τῶν λαμπηνῶν πρὸς τοὺς νυκτερινοὺς διεγείρεις καμάτους, διὰ δὲ τῶν τραγημάτων τὸ πᾶσι τοῖς μέρεσι τετονῶσθαι κατεγγυᾷ. οὐ γὰρ ἔμοιγε καθʼ ἡλικίαν τὸ τρώγειν, πάλαι τῶν ὀδόντων ἔκ τε τοῦ χρόνου καὶ τῆς ἀρρωστίας ἐκτετριμμένων. πρὸς μὲν οὖν τὰ ἐπερωτηθέντα γεγόνασί τινες ἐν τῷ ὑπομνηστικῷ ἀποκρίσεις, οἵας ἐμοὶ δυνατὸν ἦν, καὶ", + "candidate_score": 0.640948, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0_2", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor . Fürgeliebtter herr und schwager , eüwer und all eüwers volcks gesundheitt wer mir ein gros ß fröüd zuͦ hörren . Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ;", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_636", + "psc_text": "ἀνδρί, ἱκετεύω σου τὴν σεμνοπρέπειαν προσθεῖναί τι τῇ ἐκ φύσεως περὶ τὸ καλὸν σπουδῇ δι’ ἡμᾶς, ὥστε ἐναργὲς τῷ ἀνδρὶ γενέσθαι τῆς ὑπὲρ αὐτοῦ παρακλήσεως ἡμῶν τὸ ὄφελος. Ἀμφιλοχίῳ, ὡς παρὰ Ἡρακλείδου Ἐγὼ καὶ τῶν ὁμιληθέντων ἡμῖν πρὸς ἀλλήλους ποτὲ μέμνημαι, καὶ ὧν τε αὐτὸς εἶπον, ὧν τε ἤκουσα παρὰ τῆς εὐγενείας σου, οὐκ ἐπιλέλησμαι. καὶ νῦν βίος μέν με δημόσιος οὐ κατέχει. εἰ γὰρ καὶ τῇ καρδίᾳ ὁ αὐτός εἰμι καὶ οὔπω τὸν παλαιὸν ἀπεδυσάμην ἄνθρωπον, πλὴν τῷ γε σχήματι, καὶ τῷ μακρὰν ἐμαυτὸν ποιῆσαι τῶν τοῦ βίου πραγμάτων, ἔδοξα λοιπὸν οἷον ἐπιβεβηκέναι τῆς ὁδοῦ τῆς κατὰ Χριστὸν πολιτείας. καθέζομαι δὲ ἐπʼ ἐμαυτοῦ, ὥσπερ οἱ εἰς πέλαγος ἀφιέναι μέλλοντες ἀποσκοπεύωνσκοπεύων E. τὸ μέλλον. οἱ μὲν γὰρ πλέοντες ἀνέμων χρῄζουσι πρὸς τὴν εὔπλοιαν, ἡμεῖς δὲ τοῦ χειραγωγήσοντος ἡμᾶς καὶ ἀσφαλῶς διὰ τῶν ἁλμυρῶν κυμάτων τοῦ βίου παραπέμψοντος. χρῄζειν γὰρ ἐμαυτὸν λογίζομαι πρῶτον μὲν χαλινοῦ πρὸς τὴν νεότητα, ἔπειτα κέντρων πρὸς", + "candidate_score": 0.64055, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0_2", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor . Fürgeliebtter herr und schwager , eüwer und all eüwers volcks gesundheitt wer mir ein gros ß fröüd zuͦ hörren . Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ;", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1262", + "psc_text": "ἄνθρωπος, κἂν θορυβήσητε ὑμεῖς, κἂν μή, γενήσεται πάντως καὶ λαλούντων ὑμῶν καὶ σιωπώντων οὐδὲν ἧττον τὰ σπουδαζόμενα· εἰ δὲ μεταβουλεύσεται, μὴ παρασύρητε τὸ σεμνότατονσέμνον editi antiqui. ὄνομα τοῦ φίλου ἡμῶν, μηδὲ ἐν προσχήματι δῆθεν τῆς περὶ τὸν προστάτην ὑμῶνἡμῶν E. σπουδῆς ἑαυτοῖς τι κέρδος ἐντεῦθεν, ἐξ ὧν ἐπανατείνεσθε φόβον καὶ ἀπειλήν, καταπράττεσθε. πρὸς δὲ αὐτὸν ἐκεῖνον τὸν τὰς διαθήκας γράφοντα οὔτε δι’ ἐμαυτοῦ οὔτε δι’ ἑτέρου ἐφθεγξάμην ἢ μικρὸν ἢ μεῖζον περὶ τοῦ πράγματος τούτου. Καὶ τούτοις ἀπιστεῖν οὐκ ὀφείλεις, εἰ μὴ παντελῶς με ἀπεγνωσμένονεἶναι add. E. editi antiqui. ἡγῇ, καὶ καταφρονεῖν τῆς μεγάλης ἁμαρτίας τοῦ ψεύδους. ἀλλὰ πάνυ ἡμῖν αὐτὸς καὶ τὴν ἐπὶ τῷ πράγματι τούτῳ ὑπόνοιαν ἄφες, καὶ τοῦ λοιποῦ πάσης διαβολῆς ὑψηλοτέραν ποιοῦ τὴν ἐμὴν περὶπρὸς E. Harl. σὲ διάθεσιν, τὸν Ἀλέξανδρον μιμούμενος, ὅς, ἐπιστολὴν κατὰ τοῦ ἰατροῦ δεξάμενος ὡς ἐπιβουλεύοντος, ἐπειδὴ ἔτυχεν ἐν αὐτῷ τῷ καιρῷ φάρμακον λαβὼν ὥστε πιεῖν, τοσοῦτον ἀπέσχε πιστεῦσαι τῷ διαβάλλοντι, ὥστε", + "candidate_score": 0.638829, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0_2", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor . Fürgeliebtter herr und schwager , eüwer und all eüwers volcks gesundheitt wer mir ein gros ß fröüd zuͦ hörren . Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ;", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_387", + "psc_text": "Ὀδυσσέως, ἀλλʼ εἰς πάντα μου τὸν βίον εὐξαίμην ἄν σου ἀκούειν, καὶ μακρὸν ἄν μοι γενέσθαι τούτου γε ἕνεκα τοῦτον, καὶ ταῦτα δυσκόλως πρὸς αὐτὸν διακείμενος. τί δήποτʼ οὖν ἐπιστέλλω νῦν, παρεῖναι δέον ; ὅτι μεκἀμέ E, MSS. Med. κάμνουσα ἡ πατρὶς ἐπείγει πρὸς ἑαυτήν. οἷα γὰρ πέπονθεν, οὐκ ἀγνοεῖς, ὦ ἄριστε· ὅτι Πενθέως τρόπον Μαινάδες ὄντως τινές, δαίμονες,Perhaps a marginal gloss. αὐτὴν διεσπάσαντο. διαιροῦσι γὰρ αὐτὴν καὶ ἐπιδιαιροῦσιν· ὥσπερ οἱ κακοὶ τῶν ἰατρῶν, χαλεπώτερα τὰ ἕλκη ποιοῦντες τῇ παρʼ ἑαυτῶν ἀπειρίᾳ. ἐπεὶ οὖν κέκμηκε κατατεμνομένη, λείπεται αὐτὴν θεραπεύειν, ὡς ἀρρωστοῦσαν. ἐπέστειλαν οὖνγ’ οὖν E. ἐπείγοντες ἡμᾶς οἱ πολῖται· καὶ ἀνάγκη ἀπαντᾷν, οὐχ ὥς τι ὄφελος ἐσομένους τοῖς πράγμασιν, ἀλλὰ τὴν ἐκ τῆς ἀπολείψεως μέμψιν ἐκκλίνοντας. οἶσθα γάρ, ὡς εὔκολοι μὲν ἐλπίσαι οἱ ἀμηχανοῦντες, εὔκολοι δέ που καὶ καταμέμψασθαι, ἐπὶ τὸ παρεθὲν ἀεὶ τρέποντες τὰς αἰτίας. Καίτοι ἔγωγε καὶ αὐτοῦ τούτου ἕνεκεν ἐδεόμην σοι συνελθεῖν καὶ δοῦναι γνώμην· μᾶλλον δὲ", + "candidate_score": 0.637156, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0_2", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor . Fürgeliebtter herr und schwager , eüwer und all eüwers volcks gesundheitt wer mir ein gros ß fröüd zuͦ hörren . Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ;", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1345", + "psc_text": "τῶν εἰς αὐτὸν ὀφειλομένων, καὶ ἐπέστειλα, εἰδὼς ὅτι ἡ ἡμέρα αὐτῷ, ἐν ᾗ ἂν πρῶτον ἴδῃ σου τ���ν σεμνότητα, ἀρχὴ εὐθύμου βίου πρὸς τὸν μετὰ ταῦτα χρόνον γενήσεται, καὶ δώσει τινὰ βελτίονα τῶν πραγμάτων αὐτοῦαὐτῷ editi antiqui. μεταβολήν. Ἀνεπίγραφος, ὑπὲρ συγγενῶν Αὐτῷ μοι περισπούδαστον ἦν συντυχεῖν σου τῇ λογιότητι πολλῶν ἕνεκεν· πρῶτον μέν, ὥστε ἀπολαῦσαι τῶν ἐν σοὶ καλῶν διὰ πολλοῦ τοῦ ἐν τῷ μεταξὺ χρόνου, ἔπειτα δέ, καὶ περὶ τῶν κατὰ Ἀριαραθίαν ἀνθρώπων παρακαλέσαι σε· οἷς ἐκ παλαιοῦ θλιβομένοις ἔδωκεν ὁ Κύριος ἀξίαν παραμυθίαν, τῆς σῆς ὀρθότητος τὴν ἐπιστασίαν αὐτοῖς χαρισάμενος. ἔστι δέ τι καὶ ἕτερον τῶν συγγενῶν τῶν ἐμῶν πάνυ βεβαρημένον, καὶ σχεδὸν τὸ καιριώτατον τῆς Ἀριαραθικῆς ἀπορίας ὑπάρχον· ὃ καὶom. Med., Coisl. sec., Regius sec. παρακαλῶ κατὰ τὸ ἐνδεχόμενον ἰατρευθῆναι παρὰ τῆς σῆς χρηστότητος, ὥστε φορητὸν τοῦ λοιποῦ γενέσθαι τοῖς κεκτημένοις. Πρωτεύοντι Πολλὰς ἡμῖν ποιοῦσι τὰς ἐπιστολὰς πρὸς τὴν σὴν τιμιότητα οἱ ταῖς διαβεβαιώσεσιν ἡμῶν μὴ προσέχοντες,", + "candidate_score": 0.636227, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0_2", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor . Fürgeliebtter herr und schwager , eüwer und all eüwers volcks gesundheitt wer mir ein gros ß fröüd zuͦ hörren . Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ;", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1390", + "psc_text": "ἡλίοις ἐφύλαξας; ἢ τάχα ζημιῶσαί με προείλουτιμωρεῖσθαί με βούλει add. editi antiqui. τῆς μελιχρᾶς σου φωνῆς ἀποστερῶν; μὴ σύ γε, ὦ γενναῖε, ἀλλὰ γενοῦ πρᾶος, καὶ δὸς ἀπολαῦσαιἀπολαύειν editi antiqui. τῆς παγχρύσου σου γλώττης. Βασίλειος Λιβανίῳ Οἱ πρὸς τὸ ῥόδον ἔχοντες, ὡς τοὺς φιλοκάλους εἰκός, οὐδὲ πρὸς αὐτὰς τὰς ἀκάνθας, ὧν τὸ ἄνθος ἐκφύεται, δυσχεραίνουσι. καί τινος ἤκουσα τοιοῦτόν τι περὶ αὐτῶν, παίζοντος τάχα ἢ καὶ σπουδάζοντος, ὅτι, καθάπερ ἐρωτικά τινα κνίσματακνήσματα E. τοῖς ἐρασταῖς, τὰς λεπτὰς ἐκείνας ἀκάνθας ἡ φύσις τῷ ἄνθει προσέφυσε, πρὸς μείζονα πόθον τοῖς εὐπλήκτοιςἀπλήκτοις Regius primus; ἀπράκτοις Regius see. et Coisl. see.; ἀπλήστοις E. κέντροις τοὺς δρεπομένους ὑπερεθίζουσα. Τί βούλεταί μοιτί βούλεταί μοι τί μοι δὴ βούλεται τοῖς γράμμασι τὸ ῥόδον ἐπεισαγόμενον; πάντως οὐδέν σε χρὴ editi antiqui. τὸ ῥόδον τοῖς γράμμασιν ἐπεισαγόμενον; πάντως οὐδὲν δεῖ σε διδαχθῆναι τῆς ἐπιστολῆς μεμνημένον τῆς σῆς, ἣ τὸ μὲν ἄνθος εἶχε τοῦ ῥόδου, ὅλον ἡμῖν τὸ ἔαρ τῇ", + "candidate_score": 0.635744, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_685", + "psc_text": "ἐγειρομένης ὑψηλότερος γενόμενος τῇ γνώμῃ, ἀβάπτιστον τοῖς ἁλμυροῖς καὶ πικροῖς τῆς κακοδοξίας κύμασι διαφύλασσεδιαφύλαξαι editi antiqi. τὴν ὁλκάδα, ἀναμένων τὴν γαλήνην, ἣν ποιήσει ὁ Κύριος, ἐπειδὰν εὑρεθῇ φωνὴ ἀξία τοῦ διαναστῆσαι αὐτὸν πρὸς τὴν ἐπιτίμησιν τῶν πνευμάτων καὶ τῆς θαλάσσης. εἰ δὲ βούλει ἡμᾶς λοιπὸν ὑπὸ τῆς μακρᾶς ἀρρωστίας ἐπειγομένουςἀπαγομένους E. πρὸς τὴν ἀναγκαίαν ἔξοδον ἐπισκέψασθαι, μήτε καιρὸν ἀναμείνῃς, μήτε τὸ παρʼ ἡμῶν σύνθημα, εἰδὼς ὅτι πατρικοῖς σπλάγχνοις πᾶσα εὐκαιρία ἐστὶ περιπτύσσεσθαι τέκνον ἀγαπητὸν καὶ λόγου παντὸς κρείττων ἡ κατὰ ψυχὴν διάθεσις. Βάρος δὲ ὑπερβαῖνον τὴν δύναμιν μὴ ὀδύρου. εἰ μὲν γὰρ αὐτὸς ἦς ὁ μέλλων φέρειν τὸ βάσταγμα τοῦτο, οὐδὲ οὕτως ἂν ἦν βαρύ, ἀλλʼ ἀφορητὸν παντελῶς. εἰ δὲ Κύριος ὁ συνδιαφέρων, Ἐπίρριψον ἐπὶ Κύριον τὴν μέριμνάν σου, καὶ αὐτὸς ποιήσει. μόνον ἐκεῖνο παραφυλάσσειν ἐν πᾶσι παρακλήθητι, μὴ αὐτὸς τοῖς μοχθηροῖς ἔθεσι συμπεριφέρεσθαι, ἀλλὰ τὰ κακῶς προειλημμένα διὰ τῆς δεδομένης σοι παρὰ Θεοῦ σοφίας μετατιθέναι πρὸς τὸ χρήσιμον. καὶ", + "candidate_score": 0.63524, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0_2", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor . Fürgeliebtter herr und schwager , eüwer und all eüwers volcks gesundheitt wer mir ein gros ß fröüd zuͦ hörren . Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ;", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1429", + "psc_text": "ἀναπέμπομεν τὸν νοῦν· δοκεῖ γὰρ ὀφθαλμὸν εἶναι τοῦτον, τὸν τὰ ἀφανῆ ἰδεῖν δυνάμενον. καὶ γὰρ λέγεται· Νοῦς ὁρᾷ, καὶ νοῦς ἀκούει. ταῦτά σοι ὀλίγα δοκοῦντα, πολλὰ γέγραφα, ὅτι ἑκάστη λέξις νοῦς ἐστιν· καὶ οἶδα ὅτι ἀναγνοὺς αἰσθήσῃ. Βασιλείῳ τῷ μεγαλῷ Ὁ παρʼ ὑμῖν μῖμος, παρʼ ἡμῖν δὲ εὐλαβής, ᾔτησέ με γραφὴν πρὸς ὑμᾶς λαμπρῶς ἀκουσθῆναι. Γρηγορίῳ Βασίλειος ὁ μέγας Ὁ παρʼ ἡμῖν μῖμος, παρʼ ὑμῖν δὲ εὐλαβής, ἐλθὼν πρὸς ἡμᾶς ἐν εὐκταίᾳ καὶ λαμπρᾷ ἡμέρᾳ ἀπελύθη ὡς ἀληθῶς θεοπρεπῶς.", + "candidate_score": 0.634461, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_4", + "bdc_text": "Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_544", + "psc_text": "τὴν χειροτονίαν χωρὶς ἡμετέρας ὑπομνήσεως ἐπανῆκε. Ποιμενίῳ, ἐπισκόπῳ Σατάλων Πάντως ἐπεζήτησαςἐπιζητήσας editi antiqi. γράμματα παρὰ τῶν Ἀρμενίων, ὅτε ἐπανῆκαν διὰ σοῦ, καὶ τὴν αἰτίαν ἔμαθες, δι’ ἣν οὐκ ἔδωκα αὐτοῖς τὴν ἐπιστολήν. εἰ μὲν οὖν εἶπον φιλαλήθως, ἔδωκας ἡμῖν αὐτόθεν τὴν συγγνώμην· εἰ δὲ ἀπεκρύψαντο ἐκεῖνοι, ὅπερ οὐκοὖν E. εἰκάζω—ἀλλὰ παρʼ ἡμῶν ἄκουε. Ὁ τὰ πάντα γενναῖος Ἄνθιμος, ὁ διὰ μακροῦ χρόνου τὴν πρὸς ἡμᾶς εἰρήνην σπεισάμενος, ἐπειδὴ εὗρε καιρὸν ἑαυτοῦ τετήν add. E. κενοδοξίαν ἐκπληρῶσαι καὶ ἡμῖν λύπην τινὰ προξενῆσαι, ἐχειροτόνησε τὸν Φαῦστον ἰδίᾳ αὐθεντίᾳ καὶ ἰδίᾳ χειρί, οὐδενὸς ὑμῶν ἀναμείνας ψῆφον καὶ ἡμῶν καταγελάσας ἀκριβολογουμένων περὶ τὰ τοιαῦτα. ἐπεὶ οὖν συνέχεε μὲν παλαιὰν εὐταξίαν, κατεφρόνησε δὲ καὶ ὑμῶν, παρʼ ὧν ἀνέμενον ἐγὼ τὴν μαρτυρίαν δέξασθαι, ἐποίησε δὲ πρᾶγμα οὐκ οἶδα εἰ εὐάρεστον τῷ Θεῷ, τούτου ἕνεκενἕνεκα E. λυπηθεὶς πρὸς αὐτούς, οὐδεμίαν ἔδωκα ἐπιστολὴν πρὸς οὐδένα τῶν Ἀρμενίων, οὐδὲ πρὸς τὴν σὴν εὐλάβειαν. ἀλλʼ οὐδὲ εἰς κοινωνίαν ἐδεξάμην τὸν", + "candidate_score": 0.63358, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_10_12", + "bdc_text": "Er ist mins vetter Hans Jacobs zuͦ Louffenberg schwager ; dan ich bey mir keine überkoumen kan . Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ;", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1291", + "psc_text": "ᾐσθόμην,ᾔσθην E. Vat.; ᾔσθήθην Reg. καὶ ἐμαυτὴν ὀδύρομαι, οὐκ ἀδελφόν, οὐ φίλον, οὐ συγγενῆ, οὐ δοῦλον, οὐκ ἐλεύθερον, οὐδένα ἀνθρώπων τὸ παράπαν ἔχουσα συναλγοῦντα· καὶ, ὡς ἔοικε, μόνην ἑαυτὴν ἐλεεινοτέραν τῆς πόλεως εὑρίσκω, ἐν ᾗ τοσαύτη σπάνις μισοπονήρων ἐστίν· οἳ τὴν εἰς ἀλλήλους γινομένην παροινίαν οὐκ οἴονται βαδίζουσαν ἐν κύκλῳ καὶ αὐτούς ποτε καταλήψεσθαι. Ταῦτα καὶ πολλῷ ἔτι πληκτικώτερα μετὰ ἀμυθήτων δακρύων πρὸς ἐμὲ διεξελθοῦσα, ἀπῆλθεν, οὐδὲ ἐμὲ τῶν μέμψεων ἐλεύθερον ἀφεῖσα, ὅτι δέον πατρικῶς αὐτῇ συναλγεῖν, ἐναδιαφορῶ κακῷ τοσούτῳ καὶ φιλοσοφῶ ἐν ἀλλοτρίοις παθήμασιν. οὐ γὰρ χρημάτων ἄφεσιν κελεύεις ὑπεριδεῖν, οὐδὲ τοὺς εἰς τὸ σῶμα πόνους συνενεγκεῖν, ἀλλʼ εἰς αὐτὴν ζημιωθῆναι τὴν ὑπόληψιν, ἧς ἡ βλάβη κοινὴ ζημία τοῦ κλήρου γίνεται. Ἐπὶ τούτοις τοῖς ῥήμασι τίνα με βούλει νῦν πρὸς αὐτὴν εἰπεῖν αὐτὸς δοκίμασον, ὦ θαυμάσιε, ἔχοντα τοιαύτην κρίσιν παρʼ ἑαυτῷ· μὴ παραδιδόναι ταῖς ἀρχαῖς τοὺς κακούργους, μὴ μέντοι μηδὲ ἐξαιρεῖσθαι παραδοθέντας· οἷς πάλαι προείρηται παρὰ τοῦ ἀποστόλου φοβεῖσθαι", + "candidate_score": 0.633295, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0_2", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor . Fürgeliebtter herr und schwager , eüwer und all eüwers volcks gesundheitt wer mir ein gros ß fröüd zuͦ hörren . Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ;", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1247", + "psc_text": "γὰρ ἐν τῷ μεταξὺ καὶ χαλεπώτερα ἀκούομεν γεγενῆσθαι πάθη περὶ τοὺς τόπους· ἅπερ, ἐὰν μὲν ᾖ δυνατόν, καὶ θᾶττον, εἰ δὲ μή, διὰ γοῦν τοῦ εὐλαβεστάτου ἀδελφοῦ Παύλου τοῦ συμπρεσβυτέρου ἐπανιόντος μάθοιμεν, ὡς εὐχόμεθα, ὅτι ἀβλαβὴς καὶ ἀνεπηρέαστος ὑμῶν φυλάττεται ἡ ζωή. διὰ δὲ τὸ ἀκοῦσαιὅτι add. E. πάντα λῃστῶν καὶ δησερτόρωνδισεκτόρων E. δησαρτόρων Regius primus; δισερτόρων Regius sec.; δισερτέρων Coisl. sec.; δεσερτόρων Med. πεπληρῶσθαι τὰ τῆς ὁδοῦ, ἐφοβήθημέν τι εἰς χεῖρας ἐμβαλεῖν τοῦ ἀδελφοῦ, μὴ καὶ αὐτῷ παραίτιοι θανάτου γενώμεθα. ἐὰν δὲ δῷ ὁ Κύριος μετρίαν γαλήνην, ὡς ἀκούομεν τοῦ στρατοπέδου τὴν πάροδον, σπουδάσομεν καὶ τῶν ἡμετέρων ἐκπέμψαι τινά, τὸν ἐπισκεψόμενον καὶ ἕκαστα ἡμῖν τῶν παρʼ ὑμῖνὑμῶν editi antiqui. ἀναγγέλλοντα. Τῇ ὁμοζύγῳ Ἀρινθαίου στρατηλάτου παραμυθητική Τὸ μὲν ἀκόλουθον ἦν καὶ ὀφειλόμενόν σου τῇ διαθέσει ἡμᾶς αὐτοὺς παρεῖναι καὶ συμμετέχειν τῶν γινομένων. οὕτω γὰρ ἂν ἑαυτῶν τε τὴν λύπην κατεπραύναμεν καὶ τῇ σεμνότητί σου τῆς παρακλήσεως τὸ εἰκὸς ἀπεπληρώσαμεν. ἐπεὶ", + "candidate_score": 0.632704, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_4", + "bdc_text": "Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_20", + "psc_text": "ἀλλὰ μὴν καὶ παχύτητος οὕτως ἔχειν ὁ χιτὼν ὀφείλει ὡς μὴ δεῖσθαι κοινωνοῦ πρὸς τὸ θάλπειν τὸν ἐνδυόμενον. ὑπόδημα δὲ τὸ εὐτελὲς μὲν κατὰ τὴν ἀξίαν, ἀνενδεῶς δὲ τὴν χρείαν ἀποπληροῦν. Καὶ ἁπαξαπλῶς, ὡς ἐν τῷ ἐνδύματι ἡγεῖσθαι προσήκει τὸ χρειῶδες, οὕτω καὶ ἐν τροφῇ ἄρτος ἐκπληρώσει τὴν χρείαν καὶ ὕδωρ θεραπεύσει τὴν δίψαν τῷ ὑγιαίνοντι καὶ ὅσα ἐκ σπερμάτων παροψήματα πρὸς τὰς ἀναγκαίας χρείας τὴν ἰσχὺν τῷ σώματι δύναται διασώσασθαι. ἐσθίειν δὲ μὴ λυσσώδη γαστριμαργίαν ἐμφαίνοντα, ἀλλὰ πανταχοῦ τὸ εὐσταθὲς καὶ πρᾶον καὶ περὶ τὰς ἡδονὰς ἐγκρατὲς διασώζοντα· μηδὲ τότε τὸν νοῦν ἀργὸν ἐν τῇ περὶ Θεοῦ ἐννοίᾳ ἔχοντα, ἀλλʼ αὐτὴν τῶν βρωμάτων τὴν φύσιν καὶ τὴν τοῦ ὑποδεχομένου σώματος κατασκευὴν ἀφορμὴν ποιεῖσθαι δοξολογίας· πῶς ποικίλα εἴδη τροφῶν τῇ ἰδιότητι τῶν σωμάτων ἁρμόζοντα παρὰ τοῦ πάντα οἰκονομοῦντος ἐπινενόηται. εὐχαὶ πρὸ τῆς τροφῆς ἀξίως γινέσθωσαν τῶν τοῦ Θεοῦ παροχῶν, ὧν τε νῦν δίδωσι, καὶ ὧν πρὸς τὸ μέλλον ἐταμιεύσατο. εὐχαὶ", + "candidate_score": 0.632063, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_18_20", + "bdc_text": "Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen . Eüwer erwirde dienstwillige schwester Margrett , Hanns Adelschwillers selligen verlassne wittfrouw . Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_706", + "psc_text": "ἐπιεικῶς Harl. ἥμερον καὶ φιλάνθρωπον τὴν τοῦ καταφρονητοῦ Γλυκερίου (τέως γὰρ οὕτω γράφομεν) αἰχμαλωσίαν συναγαγών, καὶ τὴν κοινὴν ἀσχημοσύνην ἡμῶν, ὡς οἷόν τε ἦν, συγκαλύψας. δεῖ δὲσυγκαλύψας. δεῖ δέ om. E ὅμως τὴν σὴν εὐλάβειαν μαθοῦσαν τὰ κατʼ αὐτὸν οὕτω λῦσαι τὴν ἀτιμίαν. Οὗτος ὁ νῦν σοβαρὸς καὶ σεμνὸς ὑμῖν Γλυκέριος ἐχειροτονήθη μὲν παρʼ ἡμῶν τῆς κατὰ ΟὐήνεσανΣύννασαν Harl. ἐκκλησίας διάκονος, ὡς καὶ τῷ πρεσβυτέρῳ διακονήσων καὶ τοῦ ἔργου τῆς ἐκκλησίας ἐπιμελησόμενος. καὶ γάρ ἐστιν, εἰ καὶ τὰ ἄλλα δύστροπος ὁ ἀνήρ, ἀλλὰ τὰ ἐπίχειρα οὐκ ἀφυής. ἐπεὶ δὲ κατέστη, τοῦ μὲν ἔργου ἠμέλησε τοσοῦτον ὅσον οὐδὲ τὴν ἀρχὴν γεγονότος· παρθένους δὲ ἀθλίας συναγαγὼν κατʼ ἰδίαν ἐξουσίαν καὶ αὐθεντίαν, τὰς μὲν ἑκούσας προσδραμούσας αὐτῷ (οἶσθα δὲ τὸ τῶν νέων περὶ τὰ τοιαῦτα πρόχειρον), τὰς δὲ ἀκούσας ἀγελαρχεῖν ἐπεχείρησε, καὶ πατριαρχίας ὄνομα ἑαυτῷ καὶ σχῆμα περιθείς, ἐξαίφνης ἐσοβαρεύσατο, οὐκ ἔκ τινος ἀκολουθίαςδικαίας add. editi antiqi. καὶ εὐσεβείας ἐπὶ τοῦτο ἐλθών, ἀλλʼ", + "candidate_score": 0.62946, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_9_11", + "bdc_text": "dan er ist mir ein guͦtter fründ . Er ist mins vetter Hans Jacobs zuͦ Louffenberg schwager ; dan ich bey mir keine überkoumen kan .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1291", + "psc_text": "ᾐσθόμην,ᾔσθην E. Vat.; ᾔσθήθην Reg. καὶ ἐμαυτὴν ὀδύρομαι, οὐκ ἀδελφόν, οὐ φίλον, οὐ συγγενῆ, οὐ δοῦλον, οὐκ ἐλεύθερον, οὐδένα ἀνθρώπων τὸ παράπαν ἔχουσα συναλγοῦντα· καὶ, ὡς ἔοικε, μόνην ἑαυτὴν ἐλεεινοτέραν τῆς πόλεως εὑρίσκω, ἐν ᾗ τοσαύτη σπάνις μισοπονήρων ἐστίν· οἳ τὴν εἰς ἀλλήλους γινομένην παροινίαν οὐκ οἴονται βαδίζουσαν ἐν κύκλῳ καὶ αὐτούς ποτε καταλήψεσθαι. Ταῦτα καὶ πολλῷ ἔτι πληκτικώτερα μετὰ ἀμυθήτων δακρύων πρὸς ἐμὲ διεξελθοῦσα, ἀπῆλθεν, οὐδὲ ἐμὲ τῶν μέμψεων ἐλεύθερον ἀφεῖσα, ὅτι δέον πατρικῶς αὐτῇ συναλγεῖν, ἐναδιαφορῶ κακῷ τοσούτῳ καὶ φιλοσοφῶ ἐν ἀλλοτρίοις παθήμασιν. οὐ γὰρ χρημάτων ἄφεσιν κελεύεις ὑπεριδεῖν, οὐδὲ τοὺς εἰς τὸ σῶμα πόνους συνενεγκεῖν, ἀλλʼ εἰς αὐτὴν ζημιωθῆναι τὴν ὑπόληψιν, ἧς ἡ βλάβη κοινὴ ζημία τοῦ κλήρου γίνεται. Ἐπὶ τούτοις τοῖς ῥήμασι τίνα με βούλει νῦν πρὸς αὐτὴν εἰπεῖν αὐτὸς δοκίμασον, ὦ θαυμάσιε, ἔχοντα τοιαύτην κρίσιν παρʼ ἑαυτῷ· μὴ παραδιδόναι ταῖς ἀρχαῖς τοὺς κακούργους, μὴ μέντοι μηδὲ ἐξαιρεῖσθαι παραδοθέντας· οἷς πάλαι προείρηται παρὰ τοῦ ἀποστόλου φοβεῖσθαι", + "candidate_score": 0.624585, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_496", + "psc_text": "προλαβόντας ὑμᾶς ἑορτάζειν καὶ εὐχαριστεῖν τῷ Κυρίῳ τῷ δι’ ἡμῶνἡμᾶς editi antiqi. καταξιώσαντι τὴν εὐχὴν ὑμῶν ἐκπληρωθῆναι. Σαταλεῦσινἀνεπίγραφος ἐπὶ ἐκκλησίᾳ E. Ἤγαγεν εἰς ἔργον ὁ Κύριος τοῦ λαοῦ αὐτοῦαὐτοῦ om. E τὰ αἰτήματα, καὶ ἔδωκεν αὐτῷ διὰ τῆς ἡμετέρας ταπεινώσεως ποιμένα ἄξιον μὲν τοῦ ὀνόματος, καὶ οὐ κατὰ τοὺς πολλοὺς καπηλεύοντα τὸν λόγον, δυνάμενον δὲ καὶ ὑμῖνἡμῖν editi antiqi. τοῖς τὴν ὀρθότητα τοῦ κηρύγματος ἀγαπῶσι καὶ τὴν κατʼ ἐντολὰςἐντολήν E. τοῦ Κυρίου ζωὴν καταδεξαμένοις ἀρέσκειν καθʼ ὑπερβολὴν ἐν τῷ ὀνόματιῥήματι editi antiqi. τοῦ Κυρίου τοῦ πληρώσαντος αὐτὸν τῶν πνευματικῶν αὐτοῦ χαρισμάτων. Μοδέστῳ ὑπάρχῳ Αὐτὸ τὸ γράφειν πρὸς ἄνδρα τοσοῦτον, κἂν μηδεμία πρόφασις ἑτέρα προσῇ, μέγιστόν ἐστι τῶν εἰς τιμὴν φερόντων τοῖς αἰσθανομένοις· διότι αἱ πρὸς τοὺς παμπληθὲςπαμπληθεῖς editi antiqi. τῶν λοιπῶν ὑπερέχοντας ὁμιλίαι μεγίστην τοῖς ἀξιουμένοιςτήν add. E. περιφάνειαν προξενοῦσιν. ἐμοὶ δʼ ὑπὲρ πατρίδος πάσης ἀγωνιῶντι ἀναγκαία πρὸς τὴν σὴν μεγαλόνοιαν ἡ ἔντευξις, ἧς ἱκετεύω πράως καὶ κατὰ τὸν σεαυτοῦ", + "candidate_score": 0.623265, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_373", + "psc_text": "εὐλαβείας σου editi antiqi. διὰ τοῦ αἰδεσιμωτάτου ἀδελφοῦ Ἑλληνίου· καὶ ὅσα ἐνέφηνας ἡμῖν, αὐτὸς ταῦτα γυμνῶς διηγήσατο. ἀκούσαντες δὲ ὅπωςαὐτὸς ταῦτα ... ὅπως καὶ ταῦτα διηγησαμένου ἀκούσαντες ὅπως editi antiqi. διετέθημεν, οὐκ ἀμφιβάλλεις πάντως. πλὴν ἀλλʼ ἐπειδὴ ἐκρίναμεν πάσης λύπης ἀνωτέραν ποιεῖσθαι τὴν πρὸς σὲ ἀγάπην ἐδεξάμεθα καὶ ταῦτα ὡς ἦν προσῆκον, καὶ εὐχόμεθα τῷ ἁγίῳ Θεῷ, τὰς λειπομένας ἡμέρας ἢ ὥραςἡμῶν add. Harl. οὕτωοὕτωom. E. διαφυλαχθῆναι ἐν τῇ περὶ σὲ διαθέσει, ὡς καὶ ἐν τῷ κατόπιν χρόνῳ, ἐν ᾧ οὐδὲν ἡμῖν αὐτοῖς οὔτε μικρὸν οὔτε μεῖζον ἐλλελοιπόσι συνέγνωμεν. Εἰ δὲ ὁ δεῖνα ἄρτι, παρακύψαι φιλοτιμούμενος πρὸς τὸν βίον τῶν Χριστιανῶν, εἶτα οἰόμενος αὐτῷ σεμνότητά τινα φέρειν τὸ ἡμῖν συνανατρίβεσθαι, ἅ τε οὐκ ἤκουσε κατασκευάζει, καὶ ἃ μὴ ἐνόησεν ἐξηγεῖται, θαυμαστὸν οὐδέν. ἀλλʼ ἐκεῖνο θαυμαστὸν καὶ παράδοξον, ὅτι τούτων ἀκροατὰς ἔχει τοὺς γνησιωτάτους μοι τῶν παρʼ ὑμῖν ἀδελφῶν, καὶ οὐκ ἀκροατὰς μόνον, ἀλλὰ καὶ μαθητάς, ὡς ἔοικεν. εἴ γεγάρ E.", + "candidate_score": 0.621737, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_656", + "psc_text": "ἀδύνατον, εἰ μὴ πρότερον τοῦ ἔργου ἡμῶν ἐπιλαθώμεθα, εἰς ὃ ἔταξεν ἡμᾶς ὁ Κύριος. μέμνησαι γὰρ πάντως τῶν κηρυγμάτων τῶν ἐκκλησιαστικῶν, πιστὸς ὢν τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι, ὅτι καὶ ὑπὲρ τῶν ἐν ἀποδημίαις ἀδελφῶν δεόμεθα, καὶ ὑπὲρ τῶν ἐν ταῖςταῖς om. E στρατείαις ἐξεταζομένων, καὶ ὑπὲρ παρρησιαζομένων διὰ τὸ ὄνομα Κυρίου, καὶ ὑπὲρ τῶν τοὺς πνευματικοὺς καρποὺς ἐπιδεικνυμένων, ἐν τῇ ἁγίᾳ Ἐκκλησίᾳ τὰς εὐχὰς ποιούμεθα· ὧν πάντως ἐν τοῖς πλείοσινχρόνοις E. editi antiqi. ἢ καὶ ἐν τοῖς πᾶσι νομίζομεν καὶ τὴν σὴν ἐμπεριλαμβάνεσθαι τιμιότητα. ἰδίᾳ δέ σου ἡμεῖς πῶς ἂν ἐπιλαθώμεθα, τοσαῦτα ἔχοντες τὰ κινοῦντα ἡμᾶς πρὸς μνήμην, ἀδελφὴν τοιαύτην, ἀδελφιδοὺςἀδελφικήν E. τοιούτους, συγγένειαν οὕτω χρηστήν, οὕτως ἀγαπῶσαν ἡμᾶς, οἶκον, οἰκέτας, φίλους, ἐξ ὧν, κἂν μὴ βουλώμεθα, ἀναγκαίως ὑπομιμνησκόμεθά σου τῆς ἀγαθῆς προαιρέσεως; Περὶ δὲ τοῦδε ὁ ἀδελφὸς ὁ δεῖνα οὐδὲν ἡμῖν ἤνεγκεν ἐπαχθές, οὐδὲ παρʼ ἡμῶν βλάπτουσα αὐτόν τις κρίσις ἐξενήνεκται οὐδεμία. τρέψον οὖν τὴν λύπην ἐπὶ τοὺς τὰ", + "candidate_score": 0.620567, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_502", + "psc_text": "τὸ θνητόν, συνημμένον Πατρὶ καὶ Υἱῷ κατὰ πάντα ἐν δόξῃ καὶἐν add. E. ἀϊδιότητι, ἐν δυνάμει καὶ βασιλείᾳ, ἐν δεσποτείᾳ καὶ θεότητι, ὡς καὶ ἡ τοῦ σωτηρίου βαπτίσματος παράδοσις μαρτυρεῖ. Οἱ δὲ κτίσμα λέγοντες ἢ τὸν Υἱὸν ἢ τὸ Πνεῦμα, ἢ ὅλως αὐτὸαὐτούς editi antiqi. εἰς τὴν λειτουργικὴν καὶ δουλικὴν κατάγοντες τάξιν, μακράν εἰσι τῆς ἀληθείας, ὧν φεύγειν προσήκει τὰς κοινωνίας καὶ ἐκτρέπεσθαι τοὺς λόγους ὡς δηλητήρια ὄνταὄντας E. ψυχῶν· ἐὰν δέ ποτε δῷδώη E. ἡμῖν ὁ Κύριος γενέσθαι κατὰ ταὐτόν, πλατύτερον ὑμῖν τοὺς περὶ τῆς πίστεως ἐκθησόμεθα λόγους, ὥστε μετʼ ἀποδείξεων γραφικῶν καὶ τὸ τῆς ἀληθείας ἰσχυρὸν καὶ τὸ σαθρὸν τῆς αἱρέσεως ὑμᾶς ἐπιγνῶναι. Στρατιώτῃ Ὑπὲρ πολλῶν ἔχοντες εὐχαριστεῖν τῷ Κυρίῳ, ὧν καὶ ἠξιώθημεν παρʼ αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ἐπιδημίας ἡμῶν,ὑμῶν E. μέγιστον ἀγαθὸν ἐκρίναμεν τὴν γνῶσιν τῆς σῆς τιμιότητος, τὴν παρὰ τοῦ ἀγαθοῦ Δεσπότου παρασχεθεῖσαν ἡμῖν. ἔγνωμεν γὰρ ἄνδρα δεικνύντα, ὅτι καὶ ἐν τῷ στρατιωτικῷ βίῳ δυνατὸν τῆς πρὸς", + "candidate_score": 0.620326, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_7", + "bdc_text": "der wirtt eüch geben , waß sey kosten von meinenttwegen ;", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_891", + "psc_text": "τῶν κατὰ τὴν ὑμετέραν πόλιν τὰ ὦτα διατεθρύλληται, καὶ εἰσί τινες λογοποιοί, δημιουργοὶ τοῦ ψεύδους, πρὸς αὐτὸ τοῦτο μεμισθωμένοι, οἳ τὰ ἐμὰ ὑμῖν ἐξηγοῦνται, οὐκ ᾠήθην δεῖν περιιδεῖν ὑμᾶς γνώμῃ πονηρᾷ καὶ φωνῇ ῥυπώσῃ δίδασκομένους, ἀλλʼ αὐτὸς εἰπεῖν τὰ ἐμαυτοῦ ὅπως ἔχει. ἐγὼ καὶ διὰ τὴν ἐκ παιδός μοι πρὸς τὸ χωρίον τοῦτο συνήθειαν (ἐνταῦθα γὰρ ἐτράφην παρὰ τῇ ἐμαυτοῦ τίτθῃ), καὶ διὰ τὴν μετὰ ταῦτα ἐπὶ πλεῖστον διατριβήν, ὅτε φεύγων τοὺς πολιτικοὺς θορύβους, ἐπιτήδειον ἐμφιλοσοφῆσαι διὰ τὴν ἐκ τῆς ἐρημίας ἡσυχίαν τὸ χωρίον τοῦτο καταμαθών, πολλῶν ἐτῶν ἐφεξῆς ἐνδιέτριψα χρόνον, καὶ διὰ τὴν νῦν τῶν ἀδελφῶν ἐνοίκησιν, βραχείας ἀναπνοῆς ἐκ τῶν κατεχουσῶν ἡμᾶς ἀσχολιῶν ἐπιτυχών, ἄσμενος ἦλθον ἐπὶ τὴν ἐσχατιὰν ταύτην, οὐχ ὡς ἑτέροις ἐντεῦθεν πράγματα παρέξων, ἀλλʼ ὡς αὐτὸς τὴν ἐμαυτοῦ θεραπεύσων ἐπιθυμίαν. Τί οὖν χρὴ πρὸς ὀνείρους καταφεύγειν, καὶ ὀνειροσκόπους μισθοῦσθαι, καὶ ἐν ταῖς πανδήμοις ἑστιάσεσιν ἡμᾶς ποιεῖσθαι παροίνιον διήγημα; ἐγὼ γάρ, εἰ καὶ παρʼ ἄλλοις τισὶν", + "candidate_score": 0.618348, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_9_11", + "bdc_text": "dan er ist mir ein guͦtter fründ . Er ist mins vetter Hans Jacobs zuͦ Louffenberg schwager ; dan ich bey mir keine überkoumen kan .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_563", + "psc_text": "τοῦ ἐχθροῦ τῆς Ἐκκλησίας Σαβελλίου αἱρέσεως (τούτοις γὰρ οἱ ἀδελφοὶ ἀπήγγειλανἀπήγγελον editi antiqi. ἡμῖν συγγενῆ εἶναι τὰ εἰρημένα), τούτου ἕνεκεν ἐπεστείλαμεν, ἵνα μὴ ὀκνήσῃς μικρὸν διάστημα κινηθεὶς καταλαβεῖνπαραλαβεῖν E. ἡμᾶς, καὶ τὴν ἐπὶ τούτοις πληροφορίαν παρασχόμενος, ἡμῶν τε τὴν ὀδύνην καταπραῧναι, καὶ τὰςτοῦ add. E. τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίας παραμυθήσασθαι, τὰς νῦν ἀφορήτως καὶ βαρέως ἐπί τε τοῖς πεπραγμένοις καὶ ἐπὶ τοῖς θρυλλουμένοις εἰρῆσθαι παρὰ σοῦ λυπουμένας. Εὐσεβίῳ, ἐπισκόπῳ Σαμοσάτων Ὁ φιλάνθ ωπος Θεὸς ὁ συμμέτρους ταῖς θλίψεσι τὰς παρακλήσεις συνάπτων καὶ παρακαλῶν τοὺς ταπεινούς, ἵνα μὴ λάθωσιν ὑπὸ τῆς περισσοτέρας λύπης καταποθέντες, ἴσην ταῖς ἐπιγενομέναις ἡμῖν κατὰ τὴν Νικόπολιν ταραχαῖς τὴν παραμυθ��αν ἐπήγαγε, τὸν θεοφιλέστατον ἐπίσκοπον Ἰοβῖνον ἐν καιρῷ ἐπιστήσας· ὃς ὅπως εὐκαίρως ἡμῖν ἐπεφάνη, αὐτὸς διηγησάσθω. ἡμεῖς γὰρ φειδόμενοι τοῦ μήκους τῆς ἐπιστολῆς σιωπήσομεν, καὶ ἵνα μὴ δόξωμεν τοὺς ἐκ μεταβολῆς ἀγαπητοὺς ἡμῖν γενομένουςγινομένους E. Med. οἱονεὶ τῇ ὑπομνήσει τοῦ σφάλματος στηλιτεύειν. Ἀλλὰ παράσχοι ὁ ἅγιος Θεὸς ἐπιστῆναί σε", + "candidate_score": 0.606035, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_9_11", + "bdc_text": "dan er ist mir ein guͦtter fründ . Er ist mins vetter Hans Jacobs zuͦ Louffenberg schwager ; dan ich bey mir keine überkoumen kan .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_175", + "psc_text": "προαιρῇ. τί οὖν ἐστὶν ὃ παρακαλῶ; φυλαχθῆναι αὐτῷ τὴν παλαιὰν ἀπογραφήν. καὶ γὰρ καὶ κάμνει οὐ μετρίως ἡμῖν ὑπηρετῶν πρὸς τὸν βίον διὰ τὸ ἡμᾶς, ὡς αὐτὸς ἐπίστασαι, μηδὲν κεκτῆσθαι ἴδιον, ἀλλὰ τοῖς τῶν φίλων καὶ συγγενῶν ἀρκεῖσθαι.κεῖσθαι E. ὡς οὖν ἐμὸν οἶκον, μᾶλλον δὲ ὡς ἑαυτοῦ, οὕτω θέασαι τὸν τοῦ ἀδελφοῦ τοῦδε· καὶ ἀντὶ τῆς εἰς αὐτὸν εὐποιίας παρέξει Θεὸς καὶ σοί, καὶ οἴκῳ, καὶ γένει παντί σου τὴν συνήθησυνήθηom. C, D. βοήθειαν.συνήθη βοήθειαν συνήθειαν E. γίνωσκε δέ μοι πάνυ ἐπιμελὲς εἶναι μηδὲν ἐκ τῆς ἐξισώσεως ἐπηρεασθῆναι τὸν ἄνθρωπον. Ἀνεπίγραφος, ὑπὲρ συντρόφου Ὑφορῶμαι λοιπὸν τῶν ἐπιστολῶν τὸ πλῆθος. βιαίως μέν, καὶ μὴ φέρων τὴν ἐπάχθειαν τῶν ἀπαιτούντων ἡμᾶς, ἐκφωνεῖν ἀναγκάζομαι· γράφω δʼ οὖν ὅμως, ἄλλον ἀπαλλαγῆς τρόπον ἐπινοεῖν οὐκ ἔχων, ἢ διδοὺς αὐτοῖς τὰς ἐπιστολὰς αἰτοῦσιν ἑκάστοτε παρʼ ἡμῶν. φοβοῦμαι τοίνυν μή, ἐπειδὴ πολλοὶ προσκομίζουσι γράμματα, εἶς τῶν πολλῶν νομισθῇ καὶ ὁ ἀδελφὸς ὁ δεῖνα. ἐγὼ γὰρ πολλοὺς φίλους", + "candidate_score": 0.603695, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_9_11", + "bdc_text": "dan er ist mir ein guͦtter fründ . Er ist mins vetter Hans Jacobs zuͦ Louffenberg schwager ; dan ich bey mir keine überkoumen kan .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1379", + "psc_text": "Φιρμῖνος ἐτύγχανεν ὤν, τί ἂν ἔδρων οἱ βουλεύοντες παρʼ ὑμῖν; ἢ τὴν Σαλαμινίαν ἔπεμπον ἂν ἐπʼ αὐτόν; ὁρᾷς, ὅτι καὶ μόνον ὑπὸ τῶν σῶν ὑβρίζομαι πολιτῶν. οὐ μὴν ἔγωγε τοῦ φιλεῖν καὶ ἐπαινεῖν Καππαδόκας παύσομαι· ἀλλʼ εὔχομαι μὲν αὐτοὺς ἀμείνους γενέσθαι περὶ ἐμέ, μένοντας δὲ ἐπὶ τῶν αὐτῶν οἴσω. Φιρμῖνος δὲ μῆνας ἡμῖν συνεγένετο τέτταρας, ἡμέραν δὲ ἤργησεν οὐδεμίαν. τὸ δὲ συνειλεγμένον ὅσον ἐστίν, αὐτὸς εἴσῃ, καὶ ἴσως οὐ μέμψῃ. πρὸς δὲ τὸ πάλιν αὐτὸν δεῦρο δυνηθῆναι ἐλθεῖν, τίνα χρὴ προσπαρακαλεῖν σύμμαχον; εἴπερ γὰρ εὖ φρονοῦσιν οἱ βουλεύοντες, πρέποι δʼ ἂν ἀνθρώποις πεπαιδευμένοις, τιμήσουσισε add. E et alii MSS.; με add. Regius sec. et Coisl. sec. τοῖς δευτέροις, ἐπειδὴ τοῖς πρώτοις ἐλύπησαν. Βασίλειος Λιβανίῳ Ἰδού σοι καὶ ἕτερος ἥκει Καππαδόκης, υἱὸς ἐμὸς καὶ αὐτός·οὗτος E. πάντας γὰρ ἡμῖνἡμᾶς E et Med. εἰσποιεῖ τὸ σχῆμα τοῦτο, ἐν ᾧ νῦν ἐσμεν. ὥστε κατά γε τοῦτο ἀδελφὸς ἂν εἴη τοῦ προλαβόντος, καὶ τῆς", + "candidate_score": 0.603333, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_9_11", + "bdc_text": "dan er ist mir ein guͦtter fründ . Er ist mins vetter Hans Jacobs zuͦ Louffenberg schwager ; dan ich bey mir keine überkoumen kan .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_438", + "psc_text": "καὶ τῷ πνευματικῷ σου καὶ ἁγίῳ πόθῳ περιπτυξάμενος ἡμᾶς, ἀμύθητόν τιτό E, Med. φίλτρον ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν ἐνεποίησας. ἔργῳ γὰρ ἐμάθομεν τῆς παροιμίας τὴν δύναμιν, ὅτι Ὥσπερ ψυχῇ διψώσῃ ψυχρὸν ὕδωρ, οὕτως ἀγγελία ἀγαθὴ ἐκ γῆςγῆς sic E, Med., Harl. τῆς alii MSS. et editi. μακρόθεν. Δεινὸς γάρ ἐστι παρʼ ἡμῖν λιμὸς ἀγάπης, ἀδελφὲ τιμιώτατε. καὶ ἡ αἰτία πρόδηλος, ὅτι διὰ τὸ πληθυνθῆναι τὴν ἀνομίαν ἐψύγηψυγήσεται E. τῶν πολλῶν ἡ ἀγάπη. διὰ τοῦτο καὶ πολλοῦ ἄξιον ἡμῖν ἐφάνη τὸ γράμμα, καὶ ἀμειβόμεθά σε διὰ τοῦ αὐτοῦ ἀνδρὸς τοῦ εὐλαβεστάτου συνδιακόνου ἡμῶν καὶ ἀδελφοῦ Σαβίνου· δι’ οὗ καὶ γνωρίζομέν σοι ἑαυτούς καὶ παρακαλοῦμέν σε ἐπαγρυπνεῖν ταῖς ὑπὲρ ἡμῶν προσευχαῖς, ἵνα δῷ ποτὲ ὁ ἅγιος Θεὸς καὶ τοῖς ἐνταῦθα πράγμασι γαλήνην καὶ ἡσυχίαν, καὶ ἐπιτιμήσῃ τῷ ἀνέμῳ τούτῳ καὶ τῇ θαλάσσῃ, ὥστε παύσασθαι ἡμᾶς τοῦ σάλου καὶ τῆς ἀνατροπῆς, ἐν ᾗ νῦν καθεστήκαμεν, ἀεὶ καταποντισθήσεσθαικαταποντίζεσθαι editi antiqi. παντελῶς ἀναμένοντες. Ἀλλὰ τοῦτο μεγάλωςμέγας", + "candidate_score": 0.601212, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_9_11", + "bdc_text": "dan er ist mir ein guͦtter fründ . Er ist mins vetter Hans Jacobs zuͦ Louffenberg schwager ; dan ich bey mir keine überkoumen kan .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_390", + "psc_text": "εἰ δὲ βαρὺ ἄλλως καὶ διὰ τὴν ὥραν τοῦ ἔτους καὶ διὰ τὴν ἡλικίαν, ὡς αὐτὸς ἔφης, σύντροφον ἔχουσαν ἐν ἑαυτῇ τὸν ὄκνον, ἀλλὰ τό γετό γε τότε editi antiqi. ἐπιστεῖλαι πόνος οὐδείς. ὥστε, τὴν ἀπὸ τῶν γραμμάτων βοήθειαν χαριζόμενοςχαρισάμενος editi antiqi. τῇ πατρίδι, πρῶτον μὲν σαυτῷ συνειδήσεις μηδὲν τῶν εἰς δύναμιν ἡκόντων ἐλλελοιπότι, ἔπειτα μέντοι καὶ τοῖς κάμνουσιν, αὐτῷ τῷ φαίνεσθαι συναλγῶν, ἀρκοῦσαν δώσεις παραμυθίαν. ἀλλʼ εἴθε γὰρ ἦνἦνom. E. οἷόν τε, αὐτὸν ἐπιστάντα τοῖς πράγμασιν, ὄψει λαβεῖν αὐτὰ τὰ σκυθρωπά. οὕτω γὰρ ἂν ἴσως, ἀπʼ αὐτῆς τῆς ἐναργείαςἐνεργείας E. τῶν ὁρωμένων συγκινηθείς, ἀφῆκάς τινα φωνὴν πρέπουσαν καὶ τῇ σῇ μεγαλονοίᾳ καὶ τῇ κατηφείᾳ τῆς πόλεως. σὺ δὲ ἀλλʼ ἡμῖν διηγουμένοις μὴ ἀπιστήσῃς. ἢ ὅτι Σιμωνίδου ὄντως ἤ τινος τοιούτου μελοποιοῦ ἐδεόμεθα, ἐναργῶς εἰδότος ἐπιστενάζειν τοῖς πάθεσι; καίτοι τί λέγω Σιμωνίδην; δέον Αἰσχύλον εἰπεῖν, ἢ εἰ δή τις ἕτερος, παραπλησίως ἐκείνῳ συμφορᾶς μέγεθος ἐναργῶς διαθέμενος, μεγαλοφώνως ὠδύρατο. Σύλλογοι μὲν", + "candidate_score": 0.600305, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_18", + "bdc_text": "Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_853", + "psc_text": "ἐξ ἀρχῆς· ἑνὸς μὲν τοῦ μεγίστου καὶ πρώτου, τῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου διαρρήδην εἰπόντος, ὅτι Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες, ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγαπᾶτ�� ἀλλήλους· καὶ πάλιν τοῦ Ἀποστόλου σαφῶς τὸ τῆς ἀγάπης καλὸν παριστῶντος ἡμῖν, τοῦτο μὲν ἐν οἷς ἀποφαίνεται πλήρωμα νόμου εἶναι τὴν ἀγάπην, τοῦτο δὲ ὅταν προτίθησι πάντων ὁμοῦ τῶν μεγάλων τὸ τῆς ἀγάπης καλόν, ἐν οἷς φησιν· Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν, ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν, καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα, καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν ὥστε ὄρη μεθιστᾷν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι. κἂν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθῇ, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι· οὐχ ὡς δυναμένου ποτὲ τῶν ἀπηριθμημένων ἑκάστου δίχα τῆς ἀγάπης ἐνεργηθῆναι, ἀλλὰ βουλομένου τοῦ ἁγίου, ὡς αὐτὸς εἶπε, τῷ καθʼ ὑπερβολὴν τρόπῳ τὴν", + "candidate_score": 0.591812, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 8, + "cf_id": "cf044", + "work_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1", + "max_score": 0.674384, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_3_5", + "bdc_text": "gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im . Und ist mein gar frünttlich bitt an eüch , ir wöllen mir me der zuckererbslin schicken ;", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_32", + "psc_text": "περὶ ἐμοῦ τὸ λοιπὸν ἄφροντις ἕσο. οὐδέ ποτε γὰρ ἐνδοιάσω πρός τι τῶν ὑπὸ σοῦ λαληθέντων. ὥστε κύριέ μου Πέτρε μὴ ἀθύμει, ὡς ἀναισθήτῳ τὰ μέγιστα δωρούμενος ἀγαθά. οἶδα γὰρ, ὅτι τοιοῦτόν ἐστι καὶ οὕτω μέγιστον, οἷον ἄν τις καὶ ταχέως λαβεῖν βούλοιτο. αἰσθάνομαι γὰρ τοῦ δοθέντος μοι διὰ τάχους χαρίσματος. ταῦτά μου εἰπόντος ὁ Πέτρος ἔφη· χάριν ὁμολογῶ τῷ θεῷ καὶ περὶ τῆς σῆς σωτηρίας τῆς καὶ περὶ ἐμῆς ἀπολαύσεως. πλὴν νήστευσον τριῶν μηνῶν ἡμέρας, καὶ λαμβάνεις τὸ βάπτισμα. ἄρξαι τοίνυν ἀπὸ τῆς αὔριον. ἔστι δέ μοι ἡ αὔριον πρὸς Σίμωνα τὸν μάγον διάλεξις. καὶ μὴ ὀκλάσῃς παρεῖναί μοι ἐν ταῖς τῶν ἀντικειμένων ζητήσεσι. ταῦτα εἰπὼν καὶ τροφῆς αὐτὸς μεταλαβὼν, ἰδίᾳ κἀμὲ μεταλαβεῖν ἐκέλευσεν. εὐλογήσας δὲ ἐπὶ τῆς τροφῆς καὶ εὐχαριστήσας ἐπήγαγε λέγων· δώῃ σοι ὁ θεὸς κατὰ πάντα ἐξομοιωθῆναί μοι, καὶ βαπτισθέντι τῆς αὐτῆς μοι κοινωνῆσαι τραπέζης. οὕτως εἰπὼν ἡσυχάζειν μοι προσέταξεν· ἤδη γάρ που καὶ ὁ καιρὸς", + "candidate_score": 0.674384, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_4", + "bdc_text": "Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_32", + "psc_text": "περὶ ἐμοῦ τὸ λοιπὸν ἄφροντις ἕσο. οὐδέ ποτε γὰρ ἐνδοιάσω πρός τι τῶν ὑπὸ σοῦ λαληθέντων. ὥστε κύριέ μου Πέτρε μὴ ἀθύμει, ὡς ἀναισθήτῳ τὰ μέγιστα δωρούμενος ἀγαθά. οἶδα γὰρ, ὅτι τοιοῦτόν ἐστι καὶ οὕτω μέγιστον, οἷον ἄν τις καὶ ταχέως λα��εῖν βούλοιτο. αἰσθάνομαι γὰρ τοῦ δοθέντος μοι διὰ τάχους χαρίσματος. ταῦτά μου εἰπόντος ὁ Πέτρος ἔφη· χάριν ὁμολογῶ τῷ θεῷ καὶ περὶ τῆς σῆς σωτηρίας τῆς καὶ περὶ ἐμῆς ἀπολαύσεως. πλὴν νήστευσον τριῶν μηνῶν ἡμέρας, καὶ λαμβάνεις τὸ βάπτισμα. ἄρξαι τοίνυν ἀπὸ τῆς αὔριον. ἔστι δέ μοι ἡ αὔριον πρὸς Σίμωνα τὸν μάγον διάλεξις. καὶ μὴ ὀκλάσῃς παρεῖναί μοι ἐν ταῖς τῶν ἀντικειμένων ζητήσεσι. ταῦτα εἰπὼν καὶ τροφῆς αὐτὸς μεταλαβὼν, ἰδίᾳ κἀμὲ μεταλαβεῖν ἐκέλευσεν. εὐλογήσας δὲ ἐπὶ τῆς τροφῆς καὶ εὐχαριστήσας ἐπήγαγε λέγων· δώῃ σοι ὁ θεὸς κατὰ πάντα ἐξομοιωθῆναί μοι, καὶ βαπτισθέντι τῆς αὐτῆς μοι κοινωνῆσαι τραπέζης. οὕτως εἰπὼν ἡσυχάζειν μοι προσέταξεν· ἤδη γάρ που καὶ ὁ καιρὸς", + "candidate_score": 0.64026, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_18_20", + "bdc_text": "Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen . Eüwer erwirde dienstwillige schwester Margrett , Hanns Adelschwillers selligen verlassne wittfrouw . Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_223", + "psc_text": "ἀλλ’ ἐγώ σε κακῶς ἀπολῶ, φησὶν, ὡς καὶ μεταβαλεῖν πολλοὺς τῶν γοήτων ἐντεῦθεν καὶ σωφρονῆσαι, ἀφ’ ὧν αὐτὸς τὰ ἔσχατα πείσῃ, τὰ μεγάλα ἐκείνους κερδάναντας. Ταῦτα ὁ μὲν φυσώμενος ὑπὸ τῶν παρόντων ἔλεγε καὶ αὐχῶν, ὅτι καὶ δεσμοῖς ὑποβεβλήκει τὸν πατριάρχην. ὁ δὲ οὐδὲ οὕτως αὐτὸν ἀπεστρέφετο, ἀλλὰ τὴν ἐκείνου σύζυγον εὐλογήσας καὶ εἰς τὰς εὐγνώμονας ἐκείνας καὶ καταπειθεῖς ἀκοὰς ὥσπερ εἰς βαθύγειόν τινα καὶ λιπαρὰν ἄρουραν δαψιλῆ τὰ σπέρματα τῆς εὐσεβείας καταβαλὼν ᾤχετο, μὴ ἀνεῖναι προσευχομένην πρότερον ἐντειλάμενος, ἕως καὶ τὸν ἄνδρα εἰς ἐπίγνωσιν τῆς ἀληθείας χειραγωγήσειε. τῇ εὐχῇ τοίνυν θερμότερον προσκειμένῃ τῇ Θεοδώρᾳ ἐπιφαίνεταί τις αὐτῇ πρὸς ἑσπέραν αἰδέσιμος ἀνὴρ καὶ πολιὸς τὴν τρίχα· ἐῴκει δὲ ἄρα ὁ πρῶτος τῶν μαθητῶν εἶναι Πέτρος, ὁ τοῦ διδασκάλου θερμὸς ἐραστής· καί φησι πρὸς αὐτὴν· διά σε, ὦ γύναι, ὑγιὴς ἔσται Σισίννιος, ὅπως ἂν καὶ ἀνὴρ κατὰ τὸν ἀδελφόν μου Παῦλον ἁγιασθῇ διὰ τὴν γυναῖκα. ὁ μὲν οὖν ταῦτα εἰπὼν ἀπῆλθεν.", + "candidate_score": 0.623615, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_18_20", + "bdc_text": "Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen . Eüwer erwirde dienstwillige schwester Margrett , Hanns Adelschwillers selligen verlassne wittfrouw . Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_224", + "psc_text": "αἰδέσιμος ἀνὴρ καὶ πολιὸς τὴν τρίχα· ἐῴκει δὲ ἄρα ὁ πρῶτος τῶν μαθητῶν εἶναι Πέτρος, ὁ τοῦ διδασκάλου θερμὸς ἐραστής· καί φησι πρὸς αὐτὴν· διά σε, ὦ γύναι, ὑγιὴς ἔσται Σισίννιος, ὅπως ἂν καὶ ἀνὴρ κατὰ τὸν ἀδελφόν μου Παῦλον ἁγιασθῇ διὰ τὴν γυναῖκα. ὁ μὲν οὖν ταῦτα εἰπὼν ἀπῆλθεν. Ὁ Σισίννιος δὲ αὐτίκα καὶ ὥσπερ ἐκ συνθήματος τὴν Θε��δώραν καλέσας· ἦν δὲ ἄρα τοῦτο πέρας τῆς φανείσης αὐτῇ ὄψεως· τοῦ πόθου τε αὐτὴν καὶ τῶν κοινῶν ἁλῶν, καὶ τῆς ἑστίας καὶ τῆς λοιπῆς ἀπάσης κοινωνίας ἀναμιμνήσκει, καὶ πάντων αὐτῶν μίαν ἀπαιτεῖ χάριν, καὶ λιπαρεῖ τὴν γυναῖκα καὶ ἱκετεύει, ὥστε δεηθῆναι τοῦ θεοῦ ἀφεῖναί τε τὰ ἡμαρτημένα, καὶ τὴν ὁδὸν αὐτῷ ὑποδεῖξαι τῆς σωτηρίας. εἶτα κατήγορος αὐτὸς ἑαυτοῦ γίνεται, καὶ πάντα ποιῆσαι δι’ αὐτὴν καὶ παθεῖν ἀπαγγέλλει. Ἐγὼ γὰρ ἐζηλοτύπουν, φησὶν, ἐπί σοι, ὅτι τὸν σύζυγον ἐμὲ περιορῶσα παρὰ τὸν ξένον τοῦτον ἐφοίτας, τὸ τοῦ πατριάρχου προσθεὶς ὄνομα· καὶ τοὺς", + "candidate_score": 0.621423, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_10_12", + "bdc_text": "Er ist mins vetter Hans Jacobs zuͦ Louffenberg schwager ; dan ich bey mir keine überkoumen kan . Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ;", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_223", + "psc_text": "ἀλλ’ ἐγώ σε κακῶς ἀπολῶ, φησὶν, ὡς καὶ μεταβαλεῖν πολλοὺς τῶν γοήτων ἐντεῦθεν καὶ σωφρονῆσαι, ἀφ’ ὧν αὐτὸς τὰ ἔσχατα πείσῃ, τὰ μεγάλα ἐκείνους κερδάναντας. Ταῦτα ὁ μὲν φυσώμενος ὑπὸ τῶν παρόντων ἔλεγε καὶ αὐχῶν, ὅτι καὶ δεσμοῖς ὑποβεβλήκει τὸν πατριάρχην. ὁ δὲ οὐδὲ οὕτως αὐτὸν ἀπεστρέφετο, ἀλλὰ τὴν ἐκείνου σύζυγον εὐλογήσας καὶ εἰς τὰς εὐγνώμονας ἐκείνας καὶ καταπειθεῖς ἀκοὰς ὥσπερ εἰς βαθύγειόν τινα καὶ λιπαρὰν ἄρουραν δαψιλῆ τὰ σπέρματα τῆς εὐσεβείας καταβαλὼν ᾤχετο, μὴ ἀνεῖναι προσευχομένην πρότερον ἐντειλάμενος, ἕως καὶ τὸν ἄνδρα εἰς ἐπίγνωσιν τῆς ἀληθείας χειραγωγήσειε. τῇ εὐχῇ τοίνυν θερμότερον προσκειμένῃ τῇ Θεοδώρᾳ ἐπιφαίνεταί τις αὐτῇ πρὸς ἑσπέραν αἰδέσιμος ἀνὴρ καὶ πολιὸς τὴν τρίχα· ἐῴκει δὲ ἄρα ὁ πρῶτος τῶν μαθητῶν εἶναι Πέτρος, ὁ τοῦ διδασκάλου θερμὸς ἐραστής· καί φησι πρὸς αὐτὴν· διά σε, ὦ γύναι, ὑγιὴς ἔσται Σισίννιος, ὅπως ἂν καὶ ἀνὴρ κατὰ τὸν ἀδελφόν μου Παῦλον ἁγιασθῇ διὰ τὴν γυναῖκα. ὁ μὲν οὖν ταῦτα εἰπὼν ἀπῆλθεν.", + "candidate_score": 0.621404, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_18_20", + "bdc_text": "Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen . Eüwer erwirde dienstwillige schwester Margrett , Hanns Adelschwillers selligen verlassne wittfrouw . Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_217", + "psc_text": "οὕτω σὺν αὐτοῖς ὁ ἀνὴρ ἀνὰ τὸν ναὸν περιέρχοιτο. κἀκεῖνος αὐτῇ πάντα καταλέγει σὺν ἀκριβείᾳ, ὅπως τε μετὰ τὴν ἐκ τοῦ οἴκου αὐτῆς ὑποχώρησιν λάθρα τὴν ἐκκλησίαν καὶ αὐτοὶ καταλάβοιεν, καὶ ὅπως τὴν εὐχὴν τοῦ πατριάρχου διατελέσαντος τυφλὸς εὐθὺς ὁ κύριος αὐτῶν γένοιτο καὶ κωφὸς, καὶ ὡς προστάξειε μὲν αὐτοῖς χειραγωγῆσαι αὐτὸν ἐπὶ τὴν οἰκίαν, οὐδεμία δὲ αὐτοῖς ἔξοδος καίτοι πολλὰ καμοῦσι καὶ πανταχοῦ τῆς ἐκκλησίας περιελθοῦσιν εὑρίσκεται. Τούτων ἐκείνη ἀκούσασα συνῆκεν εὐθέως, ὅθεν ἡ τῶν ὤτων αὐτῷ καὶ τῶν ὀφθαλμῶν πλήρωσις ἦν, καὶ βοηθὸς ἀληθῶς αὐ��ῷ γίνεται. τραπεῖσα γὰρ εἰς εὐχὴν αὐτίκα καὶ δάκρυα μετὰ τῆς εὐχῆς θερμὰ χέουσα ἐδεῖτο τοῦ θεοῦ, ὥστε τὴν ἔξοδον ἐπιτραπῆναι τῷ Σισιννίῳ καὶ οἴκαδε ὑποστρέψαι αὐτόν. καὶ πρὸς τοὺς οἰκέτας ἐπστραφεῖσα· ᾔδει γὰρ ὡς οὐδὲ τὸν ἄνδρα περιόψεται πάντως ὁ ἐκείνης θεός· ἄγετε, φησὶ, τὸν κύριον ὑμῶν πρὸς τὸν οἶκον χειραγωγήσατε, καταλαμβάνω δὲ μετὰ βραχὺ καὶ αὐτή. ταῦτα ἔφη, καὶ ῥᾳδία ἡ ἔξοδος", + "candidate_score": 0.620926, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_10_12", + "bdc_text": "Er ist mins vetter Hans Jacobs zuͦ Louffenberg schwager ; dan ich bey mir keine überkoumen kan . Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ;", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_109", + "psc_text": "με διδάξεις, πίστεις σοι παρέξω βεβαίας, ὅτι ἐν ᾅδου ζῶσιν αἱ ψυχαὶ, καὶ ἀντὶ κρημνοῦ ἢ βυθοῦ ὀρέξω σοι φάρμακον, δἰ οὗ τοῦ ζῆν ἀνωδύνως ἀπαλλαγήσῃ. Καὶ ἡ γυνὴ τὸ ῥηθὲν οὐ συνεῖσα, ἡδέως δὲ μόνον ἁρπάσασα τὸ λεχθὲν, λέγειν ἤρξατο οὕτως· γένος μὲν καὶ πατρίδα σοι διηγήσασθαι, οὐκ οἶμαί ποτε πείσειν ἐμαυτὴν δυνηθῆναι· πλὴν ἀλλὰ καί σοι τί διαφέρει τοῦτο μαθεῖν, ἢ μόνον τὴν αἰτίαν, ἧς ἕνεκεν ὀδυνωμένη δήγμασι τὰς ἐμὰς ἐνέκρωσα χεῖρας; ὅμως τὰ κατ’ ἐμαυτὴν ὡς δυνατὸν ἀκοῦσαί σε διηγήσομαι. ἐγὼ πάνυ ἐξ εὐγενῶν οὖσα δυνατοῦ τινὸς προσταγῇ ἀνδρὶ πρὸς γένους αὐτῷ τυγχάνοντι ἐγενόμην γυνή· καὶ διδύμους υἱοὺς ἔχουσα καὶ τρίτον ἐπὶ τούτοις υἱὸν ἔσχον. ὁ δὲ τοῦ ἐμοῦ ἀνδρὸς ἀδελφὸς ἐπιμανείς μου τῇ ὄψει καὶ τῷ ἐμῷ ἔρωτι κατ’ ἄκρας ἁλοὺς, καί τοι σωφρονεῖν σφόδρα τῆς ταλαιπώρου φιλούσης καὶ μήτε συνθέσθαι τῷ ἐραστῇ βουλομένης, μήτε δὲ τῷ ἐμῷ ἀνδρὶ πάλιν ἀναθέσθαι τὸν ἐπ’ ἐμοὶ τοῦ ἀδελφοῦ", + "candidate_score": 0.620254, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_18_20", + "bdc_text": "Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen . Eüwer erwirde dienstwillige schwester Margrett , Hanns Adelschwillers selligen verlassne wittfrouw . Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_79", + "psc_text": "καὶ αὐτὸς ὑπὸ Χριστοῦ διδαχθεὶς καὶ μαθητὴς ἐκείνου τοῦ ἀγαθοῦ γενόμενος. τοιαῦτα καὶ ἐν Σιδῶνι τοῦ Πέτρου παραινοῦντος τοῖς συνιοῦσιν, ἐν ὀλίγαις ἡμέραις πολλῶν κἀκεῖ μετανοίᾳ χρησαμένων καὶ πιστευσάντων; εἶτα καὶ θεραπείας ἀξιωθέντων ἐκκλησίαν συνέστησε. καὶ τῶν συνεπομένων αὐτῷ πρεσβυτέρων τινὰ καταστήσας ἐπίσκοπον ἔξεισι τῆς Σιδῶνος. Ὡς δὲ εὐθὺς ἐπέβη τῆς Βηρυτοῦ σεισμὸς ἐγένετο· καὶ οἱ ὄχλοι προσιόντες τῷ Πέτρῳ βοηθεῖν ἐδέοντο. πεφοβήμεθα γὰρ, ἔλεγον, μὴ καὶ παντελῶς ἀπολώμεθα. τότε καὶ ὁ Σίμων τολμήσας Ἀππίωνι ἅμα καὶ Ἀννουβίωνι, Ἀθηνοδώρῳ τε καὶ ὅσοι ἕτεροι ἦσαν αὐτῷ προσηταιρισμένοι δημοσίᾳ τοῖς ὄχλοις ἐβόα τὸν Πέτρον ὑποδεικνύς· φεύγετε τοῦτον, ὦ ἄνδρες, πάσῃ σπουδῇ, φεύγετε· μάγος ἐστὶ λέγων, πιστεύσατε, καὶ τὸν σεισμὸν αὐτὸς οὗτος ἐν ὑμῖν εἰργάσατο καὶ τὰς νόσους ἐκίνησεν, ἵνα ὑμᾶς καταπλήξῃ καὶ θεὸς ἄντικρυς παρ’ ὑμῖν νομισθῇ. ἡσυχίαν δὲ τοῦ λαοῦ παρασχόντος ὁ Πέτρος βραχὺ ὑπομειδιάσας μετὰ πολλῆς μάλα τῆς παῤῥησίας ἄνδρες, ἔφη, ἅπερ οὗτοι λέγουσι θεοῦ θέλοντος ποιεῖν δυνατὸς εἶναι ὁμολογῶ·", + "candidate_score": 0.618743, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 9, + "cf_id": "cf009", + "work_id": "pta0007.pta008.pta-grc1", + "max_score": 0.672214, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_3_5", + "bdc_text": "gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im . Und ist mein gar frünttlich bitt an eüch , ir wöllen mir me der zuckererbslin schicken ;", + "psc_chunk_id": "pta0007.pta008.pta-grc1_window_174", + "psc_text": "μεγάλα, οὔτε ἐπουρανίου ὄντος τοῦ εἰς τὴν σάρκα ἡμῶν ἀναδιδομένου ἄρτου οὔτε μεγάλου αἰτήματος τοῦ περὶ τούτου ἀξιοῦν, ὡσπερεὶ κατ’ αὐτοὺς ἐπιλαθόμενος ὧν ἐδίδαξε προστάττει περὶ ἐπιγείου καὶ μικροῦ ἔντευξιν ἀναφέρειν τῷ πατρί; ἡμεῖς δὲ ἑπόμενοι αὐτῷ διδασκάλῳ, διδάσκοντι τὰ περὶ τοῦ ἄρτου, διὰ πλειόνων ταῦτα παραθησόμεθα. φησὶν ἐν τῷ κατὰ Ἰωάννην πρὸς ἐληλυθότας εἰς Καφαρναοὺμ ζητεῖν αὐτόν· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ζητεῖτέ με οὐχ ὅτι εἴδετε σημεῖα, ἀλλ’ ὅτι ἐφάγετε ἐκ τῶν ἄρτων καὶ ἐχορτάσθητε. ὁ γὰρ φαγὼν ἐκ τῶν ὑπὸ Ἰησοῦ εὐλογηθέντων ἄρτων καὶ πληρωθεὶς αὐτῶν μᾶλλον ζητεῖ καταλαβεῖν ἀκριβέστερον τὸν υἱὸν τοῦ θεοῦ καὶ σπεύδει πρὸς αὐτόν. διόπερ καλῶς προστάττει λέγων· ἐργάζεσθε μὴ τὴν βρῶσιν τὴν ἀπολλυμένην ἀλλὰ τὴν βρῶσιν τὴν μένουσαν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὑμῖν δώσει. πρὸς ταῦτα δὲ πυθομένων τῶν ἀκουσάντων καὶ λεγόντων· τί ποιῶμεν, ἵνα ἐργαζώμεθα τὰ ἔργα τοῦ θεοῦ; ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτό ἐστι τὸ", + "candidate_score": 0.672214, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_3_5", + "bdc_text": "gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im . Und ist mein gar frünttlich bitt an eüch , ir wöllen mir me der zuckererbslin schicken ;", + "psc_chunk_id": "pta0007.pta008.pta-grc1_window_195", + "psc_text": "εἰσῆλθεν εἰς τὸ στόμα μου μηδένα κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον λέγειν ἄνθρωπον τῷ τὰ καθαρθέντα ὑπὸ θεοῦ μὴ δεῖν ὑπὸ Πέτρου κοινοῦσθαι· φησὶ γὰρ ἡ λέξις· ἃ ὁ θεὸς ἐκαθάρισε σὺ μὴ κοίνου. οὐκοῦν τὸ καθαρὸν βρῶμα καὶ τὸ ἀκάθαρτον κατὰ τὸν Μωϋσέως νόμον ἐν ὀνομασίαις διακρινόμενον πλειόνων ζῴων, τὴν ἀναφορὰν ἔχον ἐπὶ τὰ διάφορα ἤθη τῶν λογικῶν, διδάσκει τούσδε μὲν τροφίμους ἡμῖν τυγχάνειν τούσδε δὲ ἐναντίως ἔχειν, ἕως καθαρίσας πάντας ποιήσῃ τροφίμους ὁ θεὸς ἢ τοὺς ἀπὸ παντὸς γένους. τούτων δὴ οὕτως ἐχόντων καὶ τοσαύτης διαφορᾶς βρωμάτων οὔσης, εἷς παρὰ πάντας τοὺς εἰρημένους ἐστὶν ὁ ἐπιούσιος ἄρτος, περὶ οὗ εὔχεσθαι δεῖ, ἵνα ἐκείνου ἀξιωθῶμεν καὶ τρεφόμενοι τῷ ἐν ἀρχῇ πρὸς θεὸν θεῷ λόγῳ θεοποιηθῶμεν. ἐρεῖ δέ τις τὸ ἐπιούσιον παρὰ τὸ ἐπιέναι κατεσχηματίσθαι, ὥστε αἰτεῖν ἡμᾶς κελεύεσθαι τὸν ἄρτον τὸν οἰκεῖον τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ἵνα προλαβὼν αὐτὸν ὁ θεὸς ἤδη ἡμῖν δωρήσηται, ὥστε τὸ οἱονεὶ αὔριον δοθησόμενον σήμερον ἡμῖν δοθῆναι,", + "candidate_score": 0.669463, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_3_5", + "bdc_text": "gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im . Und ist mein gar frünttlich bitt an eüch , ir wöllen mir me der zuckererbslin schicken ;", + "psc_chunk_id": "pta0007.pta008.pta-grc1_window_173", + "psc_text": "γεγένηται τὸ θέλημα τοῦ θεοῦ, γένηται καὶ ἐπὶ γῆς, ἐσόμεθα πάντες οὐρανὸς, τῆς μὴ ὠφελούσης σαρκὸς καὶ συγγενοῦς αὐτῇ αἵματος μὴ δυναμένων κληρονομεῖν βασιλείαν θεοῦ. κληρονομεῖν δ’ ἂν λεχθησομένων, ἐὰν μεταβάλωσιν ἀπὸ σαρκὸς καὶ γῆς καὶ χοῦ καὶ αἵματος ἐπὶ τὴν οὐράνιον οὐσίαν. Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον, ἢ ὡς ὁ Λουκᾶς· τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δίδου ἡμῖν καθ’ ἡμέραν. ἐπεί τινες ὑπολαμβάνουσι περὶ τοῦ σωματικοῦ ἄρτου λέγεσθαι εὔχεσθαι ἡμᾶς, ἄξιον αὐτῶν τὴν ψευδοδοξίαν διὰ τούτων περιελόντας παραστῆσαι τὸ ἀληθὲς περὶ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. λεκτέον οὖν πρὸς αὐτοὺς ὅτι πῶς ὁ λέγων δεῖν αἰτεῖν ἐπουράνια καὶ μεγάλα, οὔτε ἐπουρανίου ὄντος τοῦ εἰς τὴν σάρκα ἡμῶν ἀναδιδομένου ἄρτου οὔτε μεγάλου αἰτήματος τοῦ περὶ τούτου ἀξιοῦν, ὡσπερεὶ κατ’ αὐτοὺς ἐπιλαθόμενος ὧν ἐδίδαξε προστάττει περὶ ἐπιγείου καὶ μικροῦ ἔντευξιν ἀναφέρειν τῷ πατρί; ἡμεῖς δὲ ἑπόμενοι αὐτῷ διδασκάλῳ, διδάσκοντι τὰ περὶ τοῦ ἄρτου, διὰ πλειόνων ταῦτα παραθησόμεθα. φησὶν ἐν τῷ", + "candidate_score": 0.668965, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_2_4", + "bdc_text": "Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ; gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "pta0007.pta008.pta-grc1_window_195", + "psc_text": "εἰσῆλθεν εἰς τὸ στόμα μου μηδένα κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον λέγειν ἄνθρωπον τῷ τὰ καθαρθέντα ὑπὸ θεοῦ μὴ δεῖν ὑπὸ Πέτρου κοινοῦσθαι· φησὶ γὰρ ἡ λέξις· ἃ ὁ θεὸς ἐκαθάρισε σὺ μὴ κοίνου. οὐκοῦν τὸ καθαρὸν βρῶμα καὶ τὸ ἀκάθαρτον κατὰ τὸν Μωϋσέως νόμον ἐν ὀνομασίαις διακρινόμενον πλειόνων ζῴων, τὴν ἀναφορὰν ἔχον ἐπὶ τὰ διάφορα ἤθη τῶν λογικῶν, διδάσκει τούσδε μὲν τροφίμους ἡμῖν τυγχάνειν τούσδε δὲ ἐναντίως ἔχειν, ἕως καθαρίσας πάντας ποιήσῃ τροφίμους ὁ θεὸς ἢ τοὺς ἀπὸ παντὸς γένους. τούτων δὴ οὕτως ἐχόντων καὶ τοσαύτης διαφορᾶς βρωμάτων οὔσης, εἷς παρὰ πάντας τοὺς εἰρημένους ἐστὶν ὁ ἐπιούσιος ἄρτος, περὶ ��ὗ εὔχεσθαι δεῖ, ἵνα ἐκείνου ἀξιωθῶμεν καὶ τρεφόμενοι τῷ ἐν ἀρχῇ πρὸς θεὸν θεῷ λόγῳ θεοποιηθῶμεν. ἐρεῖ δέ τις τὸ ἐπιούσιον παρὰ τὸ ἐπιέναι κατεσχηματίσθαι, ὥστε αἰτεῖν ἡμᾶς κελεύεσθαι τὸν ἄρτον τὸν οἰκεῖον τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ἵνα προλαβὼν αὐτὸν ὁ θεὸς ἤδη ἡμῖν δωρήσηται, ὥστε τὸ οἱονεὶ αὔριον δοθησόμενον σήμερον ἡμῖν δοθῆναι,", + "candidate_score": 0.652844, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_2_4", + "bdc_text": "Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ; gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "pta0007.pta008.pta-grc1_window_246", + "psc_text": "θεὸς τὸν ῥύπον τῶν υἱῶν καὶ τῶν θυγατέρων Σιὼν, καὶ τὸ αἷμα ἐκκαθαριεῖ ἐκ μέσου αὐτῶν πνεύματι κρίσεως καὶ πνεύματι καύσεως · εἰσπορεύεται γὰρ ὡς πῦρ χωνευτηρίου καὶ ὡς πόα πλυνόντων, ἀποπλύνων καὶ καθαίρων τοὺς τοιούτων φαρμάκων δεδεημένους διὰ τὸ μὴ δεδοκιμασμένως θέλειν ἔχειν ἐν ἐπιγνώσει τὸν θεόν · οἷς παραδοθέντες ἑκόντες μισήσουσι τὸν ἀδόκιμον νοῦν · οὐ γὰρ βούλεται ὁ θεός τινι τὸ ἀγαθὸν ὡς κατὰ ἀνάγκην γενέσθαι ἀλλὰ ἑκουσίως, τάχα τινῶν ἐκ τοῦ ἐπὶ πλεῖον ὡμιληκέναι τῇ κακίᾳ μόγις τὸ αἶσχος αὐτῆς κατανενοηκότων καὶ ἀποστρεφομένων αὐτὴν ὡς ψευδῶς ὑποληφθεῖσαν εἶναι καλήν. ἐπίστησον δὲ εἰ διὰ τοῦτο καὶ σκληρύνει τὴν τοῦ Φαραὼ καρδίαν ὁ θεὸς, ἵν’ ὅπερ εἶπε μὴ σκληρυνθεὶς δυνηθῇ εἰπεῖν· ὁ κύριος δίκαιος. ἐγὼ δὲ καὶ ὁ λαός μου ἀσεβής. ἀλλ’ ἐπὶ πλεῖον δέεται τοῦ σκληρύνεσθαι καὶ ἐπὶ πλεῖον πάσχειν τινὰ, ἵνα μὴ ἐκ τοῦ τάχιον τοῦ σκληρύνεσθαι παύεσθαι καταφρονῶν ὡς κακοῦ τοῦ σκληρύνεσθαι ἔτι πλεονάκις ἄξιος", + "candidate_score": 0.651746, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0_2", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor . Fürgeliebtter herr und schwager , eüwer und all eüwers volcks gesundheitt wer mir ein gros ß fröüd zuͦ hörren . Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ;", + "psc_chunk_id": "pta0007.pta008.pta-grc1_window_12", + "psc_text": "οἴομαι συναισθόμενόν τινα τῶν τοῦ Ἰησοῦ μαθητῶν τῆς ἀνθρωπίνης ἀσθενείας, ἀπολειπομένης τοῦ ὃν τρόπον εὔχεσθαι δεῖ, καὶ μάλιστα τοῦτ’ ἐγνωκότα, ὅτε ἐπιστημόνων καὶ μεγάλων λόγων ἤκουεν ἀπαγγελλομένων ὑπὸ τοῦ σωτῆρος ἐν τῇ πρὸς τὸν πατέρα εὐχῇ, παυσαμένῳ τοῦ προσεύχεσθαι τῷ κυρίῳ εἰρηκέναι· κύριε, δίδαξον ἡμᾶς προσεύχεσθαι, καθὼς καὶ Ἰωάννης ἐδίδαξε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ. ὅλος δὲ ὁ εἱρμὸς τοῦ ῥητοῦ οὕτως ἔχει· καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν προσευχόμενον ἐν τόπῳ τινὶ, ὡς ἐπαύσατο, εἶπέ τις τῶν μαθητῶν αὐτοῦ πρὸς αὐτόν· κύριε, δίδαξον ἡμᾶς προσεύχεσθαι, καθὼς καὶ Ἰωάννης ἐδίδαξε προσεύχεσθαι τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἆρα γὰρ ἄνθρωπος, ἐντεθραμμένος τῇ νομικῇ κατηχήσει καὶ τῇ ἀκροάσει τῶν προφητικῶν λόγων τῶν τε συ��αγωγῶν μὴ ἀπολειπόμενος, οὐκ ἠπίστατο ὁπωσδήποτε εὔχεσθαι, μέχρις οὗ ἴδῃ τὸν κύριον εὐχόμενον ἐν τόπῳ τινί; ἀλλὰ τοῦτο ἄτοπον φάσκειν· ηὔχετο μὲν γὰρ κατὰ τὰ Ἰουδαίων ἔθη, ἑώρα δὲ μείζονος ἐπιστήμης ἑαυτὸν δεόμενον εἰς τὸν περὶ τῆς εὐχῆς τόπον. τί δὲ καὶ ὁ", + "candidate_score": 0.637224, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_4", + "bdc_text": "Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "pta0007.pta008.pta-grc1_window_174", + "psc_text": "μεγάλα, οὔτε ἐπουρανίου ὄντος τοῦ εἰς τὴν σάρκα ἡμῶν ἀναδιδομένου ἄρτου οὔτε μεγάλου αἰτήματος τοῦ περὶ τούτου ἀξιοῦν, ὡσπερεὶ κατ’ αὐτοὺς ἐπιλαθόμενος ὧν ἐδίδαξε προστάττει περὶ ἐπιγείου καὶ μικροῦ ἔντευξιν ἀναφέρειν τῷ πατρί; ἡμεῖς δὲ ἑπόμενοι αὐτῷ διδασκάλῳ, διδάσκοντι τὰ περὶ τοῦ ἄρτου, διὰ πλειόνων ταῦτα παραθησόμεθα. φησὶν ἐν τῷ κατὰ Ἰωάννην πρὸς ἐληλυθότας εἰς Καφαρναοὺμ ζητεῖν αὐτόν· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ζητεῖτέ με οὐχ ὅτι εἴδετε σημεῖα, ἀλλ’ ὅτι ἐφάγετε ἐκ τῶν ἄρτων καὶ ἐχορτάσθητε. ὁ γὰρ φαγὼν ἐκ τῶν ὑπὸ Ἰησοῦ εὐλογηθέντων ἄρτων καὶ πληρωθεὶς αὐτῶν μᾶλλον ζητεῖ καταλαβεῖν ἀκριβέστερον τὸν υἱὸν τοῦ θεοῦ καὶ σπεύδει πρὸς αὐτόν. διόπερ καλῶς προστάττει λέγων· ἐργάζεσθε μὴ τὴν βρῶσιν τὴν ἀπολλυμένην ἀλλὰ τὴν βρῶσιν τὴν μένουσαν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὑμῖν δώσει. πρὸς ταῦτα δὲ πυθομένων τῶν ἀκουσάντων καὶ λεγόντων· τί ποιῶμεν, ἵνα ἐργαζώμεθα τὰ ἔργα τοῦ θεοῦ; ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτό ἐστι τὸ", + "candidate_score": 0.635191, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_20", + "bdc_text": "Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "pta0007.pta008.pta-grc1_window_12", + "psc_text": "οἴομαι συναισθόμενόν τινα τῶν τοῦ Ἰησοῦ μαθητῶν τῆς ἀνθρωπίνης ἀσθενείας, ἀπολειπομένης τοῦ ὃν τρόπον εὔχεσθαι δεῖ, καὶ μάλιστα τοῦτ’ ἐγνωκότα, ὅτε ἐπιστημόνων καὶ μεγάλων λόγων ἤκουεν ἀπαγγελλομένων ὑπὸ τοῦ σωτῆρος ἐν τῇ πρὸς τὸν πατέρα εὐχῇ, παυσαμένῳ τοῦ προσεύχεσθαι τῷ κυρίῳ εἰρηκέναι· κύριε, δίδαξον ἡμᾶς προσεύχεσθαι, καθὼς καὶ Ἰωάννης ἐδίδαξε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ. ὅλος δὲ ὁ εἱρμὸς τοῦ ῥητοῦ οὕτως ἔχει· καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν προσευχόμενον ἐν τόπῳ τινὶ, ὡς ἐπαύσατο, εἶπέ τις τῶν μαθητῶν αὐτοῦ πρὸς αὐτόν· κύριε, δίδαξον ἡμᾶς προσεύχεσθαι, καθὼς καὶ Ἰωάννης ἐδίδαξε προσεύχεσθαι τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἆρα γὰρ ἄνθρωπος, ἐντεθραμμένος τῇ νομικῇ κατηχήσει καὶ τῇ ἀκροάσει τῶν προφητικῶν λόγων τῶν τε συναγωγῶν μὴ ἀπολειπόμενος, οὐκ ἠπίστατο ὁπωσδήποτε εὔχεσθαι, μέχρις οὗ ἴδῃ τὸν κύριον εὐχόμενον ἐν τόπῳ τινί; ἀλλὰ τοῦτο ἄτοπον φάσκειν· ηὔχετο μὲν γὰρ κατὰ τὰ Ἰουδαίων ἔθη, ἑώρα δὲ μείζονος ἐπιστήμης ἑαυτὸν δεόμενον εἰς τὸν περὶ τῆς εὐχῆς τόπον. τί δὲ καὶ ὁ", + "candidate_score": 0.632612, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_10_12", + "bdc_text": "Er ist mins vetter Hans Jacobs zuͦ Louffenberg schwager ; dan ich bey mir keine überkoumen kan . Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ;", + "psc_chunk_id": "pta0007.pta008.pta-grc1_window_250", + "psc_text": "σκορπίος καὶ δίψα, ὅπως διαγνωσθῇ τὰ ἐν τῇ καρδίᾳ σου. εἰ δὲ καὶ ἀπὸ τῆς ἱστορίας ἀναμνησθῆναι βουλόμεθα, ἰστέον ὅτι τὸ τῆς Εὔας εὐεξαπάτητον καὶ τὸ σαθρὸν τοῦ λογισμοῦ αὐτῆς οὐχ, ὅτε παρακούσασα τοῦ θεοῦ τοῦ ὄφεως ἤκουσεν, ὑπέστη ἀλλὰ καὶ πρότερον ὂν ἠλέγχθη, τοῦ ὄφεως διὰ τοῦτο αὐτῇ προσεληλυθότος, ἐπεὶ τῇ ἰδίᾳ φρονιμότητι ἀντελάβετο τῆς ἀσθενείας αὐτῆς. ἀλλ’ οὐδὲ ἐν τῷ Κάϊν πονηρία ἤρξατο γίνεσθαι, ὅτε ἀπέκτεινε τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ (καὶ πρότερον γὰρ ἐπὶ τῷ Κάϊν καὶ ταῖς θυσίαις αὐτοῦ οὐ προσέσχεν ὁ καρδιογνώστης θεὸς ), εἰς φανερὸν δὲ ἦλθεν ἡ κακία αὐτοῦ, ὅτε ἀνεῖλε τὸν Ἄβελ. ἀλλὰ καὶ εἰ μὴ πιὼν οὗ ἐγεώργησεν οἴνου ἐμεθύσθη ὁ Νῶε καὶ ἐγεγύμνωτο, οὐκ ἂν ἀνεφάνη οὔτε ἡ τοῦ Χὰμ προπέτεια καὶ εἰς τὸν πατέρα ἀσέβεια οὔτε ἡ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ σεμνότης καὶ αἰδὼς πρὸς τὸν γεγεννηκότα. καὶ ἡ κατὰ τοῦ Ἰακὼβ τοῦ Ἠσαῦ ἐπιβουλὴ πρόφασιν ἔδοξεν ἐσχηκέναι τὴν τῆς εὐλογίας ἀφαίρεσιν,", + "candidate_score": 0.624499, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_20", + "bdc_text": "Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "pta0007.pta008.pta-grc1_window_278", + "psc_text": "κύριε. καὶ τί προσθήσει Δαυῒδ ἔτι τοῦ λαλῆσαι πρός σε; καὶ νῦν σὺ οἶδας τὸν δοῦλόν σου, κύριε· διὰ τὸν δοῦλόν σου πεποίηκας, καὶ κατὰ τὴν καρδίαν σου ἐποίησας πᾶσαν τὴν μεγαλωσύνην σου ταύτην γνωρίσαι τῷ δούλῳ σου ἕνεκα τοῦ μεγαλῦναί σε. κύριέ μου κύριε. τῶν δὲ ἐξομολογήσεων παράδειγμα· ἀπὸ πασῶν τῶν ἀνομιῶν μου ῥῦσαί με, καὶ ἐν ἄλλοις· προσώζεσαν καὶ ἐσάπησαν οἱ μώλωπές μου ἀπὸ προσώπου τῆς ἀφροσύνης μου· ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους, ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. τῶν δὲ αἰτήσεων ἐν εἰκοστῷ ἑβδόμῳ ψαλμῷ· μὴ συνελκύσῃς με μετὰ ἁμαρτωλῶν, καὶ μετὰ ἐργαζομένων ἀδικίαν μὴ συναπολέσῃς με, καὶ εἴ τι τούτοις ὅμοιον. εὔλογον δὲ ἀρξάμενον ἀπὸ δοξολογίας εἰς δοξολογίαν καταλήγοντα καταπαύειν τὴν εὐχὴν, ὑμνοῦντα καὶ δοξάζοντα τὸν τῶν ὅλων πατέρα διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐν ἁγίῳ πνεύματι, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ταῦτα κατὰ δύναμιν ἐμὴν εἰς τὸ τῆς εὐχῆς πρόβλημα καὶ εἰς τὴν ἐν τοῖς εὐαγγελίοις εὐχὴν", + "candidate_score": 0.621117, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_18_20", + "bdc_text": "Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen . Eüwer erwirde dienstwillige schwester Margrett , Hanns Adelschwillers selligen verlassne wittfrouw . Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "pta0007.pta008.pta-grc1_window_53", + "psc_text": "βούλομαι οὖν προσεύχεσθαι τοὺς ἄνδρας ἐν παντὶ τόπῳ, ἐπαίροντας ὁσίους χεῖρας χωρὶς ὀργῆς καὶ διαλογισμῶν. ἀλλὰ πρὸς τούτοις τὴν γυναῖκα χρὴ ἔχειν μάλιστα εὐχομένην τὸ κατεσταλμένον καὶ τὸ κόσμιον ψυχῇ καὶ σώματι, πάντων μᾶλλον ἐξαιρέτων καὶ ὅτε εὔχεται αἰδουμένην τὸν θεὸν καὶ πᾶσαν ἀκόλαστον καὶ γυναικείαν ὑπόμνησιν ἐξορίσασαν ἀπὸ τοῦ ἡγεμονικοῦ καὶ κεκοσμημένην οὐκ ἐν πλέγμασι καὶ χρυσῷ ἢ μαργαρίταις ἢ ἱματισμῷ πολυτελεῖ ἀλλ’ οἷς πρέπον ἐστὶ κεκοσμῆσθαι γυναῖκα θεοσέβειαν ἐπαγγελλομένην (θαυμάζω δὲ εἰ διστάξαι τις ἂν μακαρίαν ἐκ μόνης τῆς τοιαύτης καταστάσεως ἀποφήνασθαι τὴν εἰς τὸ εὔχεσθαι τοιαύτην ἑαυτὴν παραστήσασαν). ὡς ἐδίδαξεν ἐν τῇ αὐτῇ ἐπιστολῇ ὁ Παῦλος λέγων· γυναῖκας ὡσαύτως ἐν καταστολῇ κοσμίῳ, μετὰ αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης κοσμεῖν ἑαυτὰς, μὴ ἐν πλέγμασι καὶ χρυσῷ ἢ μαργαρίταις ἢ ἱματισμῷ πολυτελεῖ ἀλλὰ, ὃ πρέπει γυναιξὶν ἐπαγγελλομέναις θεοσέβειαν, δι’ ἔργων ἀγαθῶν. καὶ ὁ προφήτης δὲ Δαυῒδ πολλὰ μὲν καὶ ἄλλα φησὶν ἔχειν εὐχόμενον τὸν ἅγιον· καὶ ταῦτα δὲ οὐκ ἀκαίρως παραθετέον.", + "candidate_score": 0.620032, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_18_20", + "bdc_text": "Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen . Eüwer erwirde dienstwillige schwester Margrett , Hanns Adelschwillers selligen verlassne wittfrouw . Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "pta0007.pta008.pta-grc1_window_5", + "psc_text": "δεῖ, μὴ εἰδόσιν εὔχεσθαι ὃ δεῖ; τὸ μὲν οὖν ἕτερον τούτων, λέγω δὴ τὸ ὃ δεῖ. οἱ λόγοι εἰσὶ τῆς εὐχῆς, τὸ δὲ καθὸ δεῖ ἡ κατάστασις τοῦ εὐχομένου· οἷον ὡς ἐπὶ παραδείγματος τὸ μὲν ὃ δεῖ· αἰτεῖτε τὰ μεγάλα, καὶ τὰ μικρὰ ὑμῖν προστεθήσεται, καὶ αἰτεῖτε τὰ ἐπουράνια, καὶ τὰ ἐπίγεια ὑμῖν προστεθήσεται, καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς, καὶ δεήθητε οὖν τοῦ κυρίου τοῦ θερισμοῦ, ἵνα ἐκβάλῃ ἐργάτας εἰς τὸν θερισμὸν αὐτοῦ, καὶ προσεύχεσθε μὴ εἰσελθεῖν εἰς πειρασμὸν, καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ γένηται ὑμῶν ἡ φυγὴ χειμῶνι μηδὲ σαββάτῳ, καὶ προσευχόμενοι δὲ μὴ βαττολογήσητε, καὶ εἴ τι τούτοις ἐστὶ παραπλήσιον· τὸ δὲ καθὸ δεῖ · βούλομαι οὖν προσεύχεσθαι τοὺς ἄνδρας ἐν παντὶ τόπῳ, ἐπαίροντας ὁσίας χεῖρας χωρὶς ὀργῆς καὶ διαλογισμοῦ· ὡσαύτως καὶ γυναῖκας ἐν καταστολῇ κοσμίῳ, μετὰ αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης κοσμεῖν ἑαυτὰς, μὴ ἐν πλέγμασιν ἢ χρυσῷ ἢ μαργαρίταις ἢ ἱματισμῷ πολυτελεῖ ἀλλ’, ὃ πρέπει γυναιξὶν ἐπαγγελλομέναις θεοσέβειαν,", + "candidate_score": 0.619231, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_7", + "bdc_text": "der wirtt eüch geben , waß sey kosten von meinenttwegen ;", + "psc_chunk_id": "pta0007.pta008.pta-grc1_window_117", + "psc_text": "ἀνθρωπίνην δόξαν εὖ τὸν πέλας δοκούντων ποιεῖν ἢ ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ ταῖς γωνίαις τῶν πλατειῶν προσευχομένων, ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις, τὸ αὐτό· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν. ὥσπερ γὰρ ἀπέσχεν ὁ κατὰ Λουκᾶν πλούσιος τὰ ἀγαθὰ ἐν τῇ ἑαυτοῦ ἀνθρωπίνῃ ζωῇ, διὰ τὸ ἀπεσχηκέναι ταῦτα οὐκέτι χωρῶν τυχεῖν αὐτῶν μετὰ τὸν ἐνεστηκότα βίον· οὕτως ὁ ἀπέχων ἑαυτοῦ τὸν μισθὸν, εἴ τι δώσει τινὶ ἢ ἐν εὐχαῖς, ἅτε μὴ σπείρας εἰς τὸ πνεῦμα ἀλλὰ εἰς τὴν σάρκα, θερίσει μὲν τὴν φθορὰν, οὐ θερίσει δὲ τὴν αἰώνιον ζωήν. εἰς τὴν σάρκα δὲ σπείρει ὁ ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ ταῖς ῥύμαις, ὅπως δοξασθῇ ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, ποιῶν ἐλεημοσύνην μετὰ σαλπισμοῦ τοῦ ἔμπροσθεν ἑαυτοῦ, ἢ ὁ φιλῶν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ ταῖς γωνίαις τῶν πλατειῶν ἑστὼς προσεύχεσθαι, ὅπως φανεὶς τοῖς ἀνθρώποις εὐσεβής τις καὶ ὅσιος εἶναι παρὰ τοῖς ἑωρακόσι νομισθῇ. ἀλλὰ καὶ πᾶς ὁ τὴν πλατεῖαν καὶ εὐρύχωρον ὁδεύων ὁδὸν, τὴν", + "candidate_score": 0.616863, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_9_11", + "bdc_text": "dan er ist mir ein guͦtter fründ . Er ist mins vetter Hans Jacobs zuͦ Louffenberg schwager ; dan ich bey mir keine überkoumen kan .", + "psc_chunk_id": "pta0007.pta008.pta-grc1_window_12", + "psc_text": "οἴομαι συναισθόμενόν τινα τῶν τοῦ Ἰησοῦ μαθητῶν τῆς ἀνθρωπίνης ἀσθενείας, ἀπολειπομένης τοῦ ὃν τρόπον εὔχεσθαι δεῖ, καὶ μάλιστα τοῦτ’ ἐγνωκότα, ὅτε ἐπιστημόνων καὶ μεγάλων λόγων ἤκουεν ἀπαγγελλομένων ὑπὸ τοῦ σωτῆρος ἐν τῇ πρὸς τὸν πατέρα εὐχῇ, παυσαμένῳ τοῦ προσεύχεσθαι τῷ κυρίῳ εἰρηκέναι· κύριε, δίδαξον ἡμᾶς προσεύχεσθαι, καθὼς καὶ Ἰωάννης ἐδίδαξε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ. ὅλος δὲ ὁ εἱρμὸς τοῦ ῥητοῦ οὕτως ἔχει· καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν προσευχόμενον ἐν τόπῳ τινὶ, ὡς ἐπαύσατο, εἶπέ τις τῶν μαθητῶν αὐτοῦ πρὸς αὐτόν· κύριε, δίδαξον ἡμᾶς προσεύχεσθαι, καθὼς καὶ Ἰωάννης ἐδίδαξε προσεύχεσθαι τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἆρα γὰρ ἄνθρωπος, ἐντεθραμμένος τῇ νομικῇ κατηχήσει καὶ τῇ ἀκροάσει τῶν προφητικῶν λόγων τῶν τε συναγωγῶν μὴ ἀπολειπόμενος, οὐκ ἠπίστατο ὁπωσδήποτε εὔχεσθαι, μέχρις οὗ ἴδῃ τὸν κύριον εὐχόμενον ἐν τόπῳ τινί; ἀλλὰ τοῦτο ἄτοπον φάσκειν· ηὔχετο μὲν γὰρ κατὰ τὰ Ἰουδαίων ἔθη, ἑώρα δὲ μείζονος ἐπιστήμης ἑαυτὸν δεόμενον εἰς τὸν περὶ τῆς εὐχῆς τόπον. τί δὲ καὶ ὁ", + "candidate_score": 0.603299, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 10, + "cf_id": "cf011", + "work_id": "pta0003.pta009.pta-grc1", + "max_score": 0.670826, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_3_5", + "bdc_text": "gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im . Und ist mein gar frünttlich bitt an eüch , ir wöllen mir me der zuckererbslin schicken ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta009.pta-grc1_window_372", + "psc_text": "περὶ δὲ τοῦ μυστικοῦ σώματός τε καὶ αἵματος. ἐπειδὴ γὰρ τοῖς πέντε ἄρτοις ἔθρεψεν τὰ πλήθη, μέγα δὲ θαῦμα τοῦτο παρέσχεν τοῖς ἑωρακόσιν, Ἰουδαίων δὲ οἱ πλεῖστοι ἐξευτελίζοντες τὸ γεγονὸς ἔλεγον αὐτῷ τί οὖν ποιεῖς σὺ σημεῖον, ἵνα ἴδωμεν καὶ πιστεύσωμεν , εἶτα παρέβαλλον τὸ μάννα τὸ ἐν τῇ ἐρήμῳ λέγοντες οἱ πατέρες ἡμῶν τὸ μάννα ἔφαγον ἐν τῇ ἐρήμῳ, καθώς ἐστιν γεγραμμένον· ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς φαγεῖν«, πρὸς ταῦτα ὁ σωτὴρ ἀπεκρίνατο ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ Μωσῆς δέδωκεν ὑμῖν τὸν ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, ἀλλ’ ὁ πατήρ μου δίδωσιν ὑμῖν τὸν ἄρτον τὸν ἀληθινὸν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ . εἶτ’ ἐπιφέρει ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς καὶ πάλιν ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ καταβὰς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ αὖθις ὁ δὲ ἄρτος ὃν ἐγὼ δώσω τὸ σῶμά μού ἐστιν . καὶ πάλιν προστίθησιν ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου", + "candidate_score": 0.670826, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_12_14", + "bdc_text": "Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ; kan man mir ouch kaine üb [er]kunnen . Der allmechttig gott wölle euch und all eüwer volck in grosser gesunttheitt erhaltten , und gruͤssend mir sey alle samen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta009.pta-grc1_window_236", + "psc_text": "πάντα καὶ ἄλλα τούτοις ἀδελφὰ μυρία, περὶ ὧν ὁ αὐτὸς ἀπόστολος ὑπὲρ ἡμῶν ἐδεῖτο τοῦ θεοῦ, ἵνα ἐξισχύσωμεν καταλαβέσθαι σὺν πᾶσιν τοῖς ἁγίοις τί τὸ πλάτος καὶ μῆκος καὶ βάθος καὶ ὕψος, γνῶναί τε τὴν ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην τοῦ θεοῦ . καὶ αὐτὸς δὲ ὁ σωτὴρ ἡμῶν πλεῖστα ὅσα μυστήρια περὶ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν περί τε τῆς συντελείας τοῦ παντὸς περί τε τῶν ἐπαγγελιῶν ποτὲ μὲν διὰ παραβολῶν ποτὲ δὲ καὶ ἐν ἀπορρήτοις ἐξέφαινεν τοῖς αὐτοῦ μαθηταῖς, πρὸς οὓς ἔλεγεν ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τοῦ θεοῦ . ὧν οὐκ ἂν εὕροι τις τὰ ἴσα παρὰ Μωσεῖ ἢ παρὰ τοῖς λοιποῖς προφήταις. τί οὖν; ἐπεὶ μὴ τῷ Ἰουδαίων λαῷ παρεδόθη ταῦτα, εἰς ἐπιτήδειον καιρὸν φυλαττόμενα τῇ ἐκκλησίᾳ Χριστοῦ, παρὰ τοῦτο χρῆν ἡμᾶς τὴν δωρηθεῖσαν ἡμῖν χάριν ἀθετεῖν ἢ μειζόνως εὐχαριστεῖν τῷ τῆς τοσαύτης ἡμᾶς καταξιώσαντι γνώσεως; κατὰ τὸν αὐτὸν οὖν τρόπον καὶ τὰς περὶ τοῦ υἱοῦ διδασκαλίας ἐκ", + "candidate_score": 0.647116, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_12_14", + "bdc_text": "Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ; kan man mir ouch kaine üb [er]kunnen . Der allmechttig gott wölle euch und all eüwer volck in grosser gesunttheitt erhaltten , und gruͤssend mir sey alle samen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta009.pta-grc1_window_121", + "psc_text": "ὁ θεός, ὁ θεός σου, ἔλαιον ἀγαλλιάσεως παρὰ τοὺς μετόχους σου . θεὸς γὰρ ἐν τούτοις χριόμενος ὑπὸ τοῦ θεοῦ τίς ἂν ἕτερος εἴη ἢ αὐτὸς ὁ διὰ τὸ χρῖσμα τὸ πατρικὸν Χριστὸς ἀνηγορευμένος; κζʹ. ὁ δ’ αὐτὸς οὗτος καὶ ἀγαπητὸς ἦν τοῦ θεοῦ, ὃ δὴ παρίστησιν ἡ τοῦ ψαλμοῦ προγραφὴ περιέχουσα ᾠδὴ ὑπὲρ τοῦ ἀγαπητοῦ . κηʹ. Ἡσαίας δὲ βραχίονα αὐτὸν ἀπεκάλει λέγων »ἀποκαλύψει κύριος τὸν βραχίονα τὸν ἅγιον αὐτοῦ ἐνώπιον πάντων τῶν ἐθνῶν. κθʹ. καὶ Δαυὶδ ὁμοῦ δικαιοσύνην καὶ σωτήριον αὐτὸν ἠπίστατο, διὸ ἔλεγεν »ἐγνώρισεν κύριος τὸ σωτήριον αὐτοῦ, ἐνώπιον τῶν ἐθνῶν ἀπεκάλυψεν τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ«, καὶ πάλιν εὐαγγελίζεσθε ἡμέραν ἐξ ἡμέρας τὸ σωτήριον αὐτοὺ , καὶ αὖθις τίς δώσει ἐκ Σιὼν τὸ σωτήριον τοῦ Ἰσραήλ; καὶ δεῖξον ἡμῖν, κύ��ιε, τὸ ἔλεός σου, καὶ τὸ σωτήριόν σου δώῃς ἡμῖν . λ′. καὶ τί με δεῖ καθ’ ἕκαστον ἀναλέγεσθαι, παρὸν τῷ φιλομαθεῖ τὰ τοιαῦτα συνάγειν ἐξ ἁπάσης τῆς θεοπνεύστου", + "candidate_score": 0.644726, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_12_14", + "bdc_text": "Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ; kan man mir ouch kaine üb [er]kunnen . Der allmechttig gott wölle euch und all eüwer volck in grosser gesunttheitt erhaltten , und gruͤssend mir sey alle samen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta009.pta-grc1_window_410", + "psc_text": "ἐκ σπέρματος Δαυὶδ ἀνείληφεν μορφὴν δούλου ὁ σωτὴρ καὶ κύριος ἡμῶν. καὶ τοῦτ’ ἦν τὸ τρισμακάριον τέλος καθ’ ὃ τὴν ἐπηγγελμένην τῶν οὐρανῶν βασιλείαν τοῖς ταύτης ἀξίοις τοῦ σωτῆρος ἡμῶν πιστουμένου, ὁ ἐπὶ πάντων θεὸς καὶ πατὴρ αὐτοῦ, τὸ πάντων ἀνώτατον ἀγαθόν, αὐτὸς ἑαυτὸν τοῖς ὑπὸ τῷ υἱῷ βασιλευομένοις δωρήσεται, πάντα ἐν πᾶσιν γιγνόμενος. ὃ δὴ παρίστη πάλιν αὐτὸς ὁ σωτὴρ καί κύριος ἡμῶν. τὴν μεγάλην εὐχὴν ὑπὲρ τῶν αὐτοῦ γνωρίμων ἀναπέμπων τῷ θεῷ καὶ πατρί . δι’ ἧς ἐξαιτεῖται λέγων »ἵνα πάντες ἓν ὦσιν. καθὼς σύ. πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἕν ὦσιν. ἵνα ὁ κόσμος πιστεύῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλας. κἀγὼ τὴν δόξαν ἣν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς. ἵνα ὦσιν ἕν καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν· ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσιν τετελειωμένοι εἰς τὸ ἕν. ἵνα γινώσκῃ ὁ κόσμος ὅτι σύ με ἀπέστειλας καὶ ἠγάπησας αὐτοὺς καθὼς ἐμὲ ἠγάπησας.", + "candidate_score": 0.641594, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_4", + "bdc_text": "Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta009.pta-grc1_window_372", + "psc_text": "περὶ δὲ τοῦ μυστικοῦ σώματός τε καὶ αἵματος. ἐπειδὴ γὰρ τοῖς πέντε ἄρτοις ἔθρεψεν τὰ πλήθη, μέγα δὲ θαῦμα τοῦτο παρέσχεν τοῖς ἑωρακόσιν, Ἰουδαίων δὲ οἱ πλεῖστοι ἐξευτελίζοντες τὸ γεγονὸς ἔλεγον αὐτῷ τί οὖν ποιεῖς σὺ σημεῖον, ἵνα ἴδωμεν καὶ πιστεύσωμεν , εἶτα παρέβαλλον τὸ μάννα τὸ ἐν τῇ ἐρήμῳ λέγοντες οἱ πατέρες ἡμῶν τὸ μάννα ἔφαγον ἐν τῇ ἐρήμῳ, καθώς ἐστιν γεγραμμένον· ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς φαγεῖν«, πρὸς ταῦτα ὁ σωτὴρ ἀπεκρίνατο ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ Μωσῆς δέδωκεν ὑμῖν τὸν ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, ἀλλ’ ὁ πατήρ μου δίδωσιν ὑμῖν τὸν ἄρτον τὸν ἀληθινὸν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ . εἶτ’ ἐπιφέρει ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς καὶ πάλιν ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ καταβὰς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ αὖθις ὁ δὲ ἄρτος ὃν ἐγὼ δώσω τὸ σῶμά μού ἐστιν . καὶ πάλιν προστίθησιν ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου", + "candidate_score": 0.636347, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_11_13", + "bdc_text": "dan ich bey mir keine überkoumen kan . Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ; kan man mir ouch kaine üb [er]kunnen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta009.pta-grc1_window_152", + "psc_text": "οὐχ ἵνα ποιήσω τὸ θέλημα τὸ ἐμὸν ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμ��αντός με , καὶ αὖθις οὐ δύναμαι ἔχω ποιεῖν ἀπ’ ἐμαυτοῦ οὐδέν· καθὼς ἀκούω κρίνω, καὶ ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ δικαία ἐστίν, ὅτι οὐ ζητῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμὸν ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με . καὶ ὅτι γε ἕτερος ἦν ὁ πέμψας αὐτὸν παρ’ αὐτὸν παρίστησιν ἑξῆς λέγων »ἐὰν ἐγὼ μαρτυρῶ περὶ ἐμαυτοῦ, ἡ μαρτυρία μου οὐκ ἔστιν ἀληθής· ἄλλος ἐστὶν ὁ μαρτυρῶν περὶ ἐμοὺ«. εἶτα μνημονεύσας τοῦ βαπτιστοῦ, τὸν πατέρα μάρτυρα εἶναι αὐτοῦ διδάσκει φάσκων καὶ ὁ πέμψας με πατήρ, αὐτὸς μεμαρτύρηκεν περὶ ἐμοὺ , καὶ προστίθησιν εἰ ἠγαπᾶτέ με. ἐχάρητε ἂν ὅτι πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα· ὅτι ὁ πατήρ μου μείζων μού ἐστιν . δι’ ὧν ἁπάντων ἕτερον ἑαυτὸν τοῦ πατρὸς δείκνυσιν. καὶ τὸ ὑπερέχον τῆς δόξης τοῦ πατρὸς παρίστησιν διὰ τοῦ τὸν μὲν ἀπεσταλκέναι λέγειν, ἑαυτὸν δὲ ἀπεστάλθαι καὶ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ κατεληλυθέναι οὐχ ἵνα", + "candidate_score": 0.616577, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 11, + "cf_id": "cf034", + "work_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1", + "max_score": 0.67002, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_3_5", + "bdc_text": "gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im . Und ist mein gar frünttlich bitt an eüch , ir wöllen mir me der zuckererbslin schicken ;", + "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_77", + "psc_text": "κύριος ὠδῖνι σαρκικῇ, ἣν αὐτὸς ἐσπαργάνωσεν ὁ κύριος αἵματι τιμίῳ. ὢ τῶν ἁγίων λοχευμάτων, ὢ τῶν ἁγίων σπαργάνων· ὁ λόγος τὰ πάντα τῷ νηπίῳ, καὶ πατὴρ καὶ μήτηρ καὶ παιδαγωγὸς καὶ τροφεύς. »φάγεσθέ μου«, φησί, »τὴν σάρκα καὶ πίεσθέ μου τὸ αἷμα.« ταύτας ἡμῖν οἰκείας τροφὰς ὁ κύριος χορηγεῖ καὶ σάρκα ὀρέγει καὶ αἷμα ἐκχεῖ· καὶ οὐδὲν εἰς αὔξησιν τοῖς παιδίοις ἐνδεῖ. ὢ τοῦ παραδόξου μυστηρίου· ἀποδύσασθαι ἡμῖν τὴν παλαιὰν καὶ σαρκικὴν ἐγκελεύεται φθοράν, ὥσπερ καὶ τὴν παλαιὰν τροφήν, καινῆς δὲ ἄλλης τῆς Χριστοῦ διαίτης μεταλαμβάνοντας, ἐκεῖνον, εἰ δυνατόν, ἀναλαμβάνοντας ἐν ἑαυτοῖς ἀποτίθεσθαι καὶ τὸν σωτῆρα ἐνστερνίσασθαι, ἵνα καταργήσωμεν τῆς σαρκὸς ἡμῶν τὰ πάθη. ἀλλ᾿ οὐ ταύτῃ νοεῖν ἐθέλεις, κοινότερον δὲ ἴσως. ἄκουε καὶ ταύτῃ· σάρκα ἡμῖν τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον ἀλληγορεῖ, καὶ γὰρ ὑπ᾿ αὐτοῦ δεδημιούργηται ἡ σάρξ· αἷμα ἡμῖν τὸν λόγον αἰνίττεται, καὶ γὰρ ὡς αἷμα πλούσιον ὁ λόγος ἐπικέχυται τῷ βίῳ· ἡ κρᾶσις δὲ ἡ ἀμφοῖν ὁ", + "candidate_score": 0.67002, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_2_4", + "bdc_text": "Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ; gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_150", + "psc_text": "αἰσχρὸν γεγονέναι διὰ τὸ ἀνέλεγκτον εἶναι βούλεται, ᾗ καθαρώτατον καὶ κάλλιστον ἔπρεπεν τὸν ὄντως ἐσόμενον εὐδαίμονα εἶναι. εἰ γὰρ »οἱ ἄρχοντες οὐκ εἰσὶ φόβος τῷ ἀγαθῷ ἔργῳ«, πῶς ὁ φύσει ἀγαθὸς θεὸς φόβος ἔσται τῷ μὴ ἁμαρτάνοντι; »ἐὰν δὲ τὸ κακὸν ποιῇς, φοβοῦ«, ᾗ φησιν ὁ ἀπόστολος. διὰ τοῦτό τοι καὶ αὐτὸς ὁ ἀπόστολος ἐπιστύφει παρ᾿ ἕκαστα τὰς ἐκκλησίας κατ᾿ εἰκόνα κυρίου καὶ συναισθόμενος τῆς ἑαυτοῦ παρρησίας καὶ τῆς τῶν ἀκουόντων ἀσθενείας πρὸς τοὺς Γαλάτας λέγει· »ἐχθρὸς ὑμῶν γέγονα ἀληθεύων ὑμῖν;« ὡς δὲ οἱ ὑγιαίνοντες οὐ χρῄζουσιν ἰατροῦ, παρ᾿ ὅσον ἔρρωνται, οἱ δὲ νοσοῦντες ἐπιδέονται τῆς τέχνης, οὕτως καὶ ἡμεῖς οἱ ἐν τῷ βίῳ νοσοῦντες περί τε τὰς ἐπιθυμίας τὰς ἐπονειδίστους περί τε τὰς ἀκρασίας τὰς ἐπιψόγους καὶ περὶ τὰς ἄλλας τῶν παθῶν φλεγμονὰς τοῦ σωτῆρος ἐπιδεόμεθα· ὃ δὲ οὐ μόνον τὰ ἤπια ἐπιπάσσει φάρμακα, ἀλλὰ καὶ τὰ στυπτικά. ἱστᾶσιν γοῦν τῶν ἁμαρτιῶν τὰς νομὰς αἱ πικραὶ τοῦ φόβου ῥίζαι·", + "candidate_score": 0.650521, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_18_20", + "bdc_text": "Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen . Eüwer erwirde dienstwillige schwester Margrett , Hanns Adelschwillers selligen verlassne wittfrouw . Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_381", + "psc_text": "τοῖς ἐπιγείοις βασιλείοις λέγει, τοῖς φθαρτοῖς, ἔνθα δοξοκαλία καὶ δοξοκοπία καὶ κολακεία καὶ πλάνη· οἱ δὲ τὴν οὐράνιον θεραπεύοντες αὐλὴν περὶ τὸν πάντων βασιλέα τὴν ἀκήρατον τῆς ψυχῆς ἐσθῆτα, τὴν σάρκα, ἁγιάζονται, καὶ ταύτῃ ἐπενδύονται ἀφθαρσίαν. καθάπερ οὖν ἡ ἄγαμος μόνῳ σχολάζει τῷ θεῷ καὶ ἡ φροντὶς αὐτῆς οὐ περισχίζεται, γημαμένη δὲ ἥ γε σώφρων διαιρεῖται τὸν βίον καὶ πρὸς θεὸν καὶ πρὸς ἄνδρα, ἡ δὲ ἄλλως φερομένη ὅλη γίνεται τοῦ γάμου, τοῦτ᾿ ἔστι τοῦ πάθους, τὸν αὐτόν, οἶμαι, τρόπον ἡ σώφρων γυνὴ σχολάζουσα μὲν τῷ ἀνδρὶ ἀνυποκρίτως θεοσεβεῖ, φιλοκοσμοῦσα δὲ ἀποπέπτωκεν καὶ τοῦ θεοῦ καὶ τοῦ γάμου τοῦ σώφρονος, τὸν κόσμον ἀντικαταλλαττομένη τἀνδρὸς κατὰ τὰ αὐτὰ τῇ Ἀργείᾳ ἑταίρᾳ, τῇ Ἐριφύλῃ λέγω, ἣ χρυσὸν φίλου ἀνδρὸς ἐδέξατο τιμήεντα. Ταύτῃ καὶ τὸν Κεῖον ἀποδέχομαι σοφιστὴν τὰς ἐοικυίας καὶ καταλλήλους ἀρετῆς καὶ κακίας εἰκόνας ὑπογράφοντα· τὴν μὲν αὐταῖν ἀφελῶς ἱσταμένην ἐποίησε καὶ λευχείμονα καὶ καθάριον, τὴν ἀρετήν, αἰδοῖ μόνῃ κεκοσμημένην (τοιαύτην", + "candidate_score": 0.622033, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_18_20", + "bdc_text": "Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen . Eüwer erwirde dienstwillige schwester Margrett , Hanns Adelschwillers selligen verlassne wittfrouw . Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_508", + "psc_text": "εἶναι ἁρμόζει, τοῖς θεῷ μὲν παιδαγωγουμένοις, θεῷ δὲ εἰσπεποιημένοις. διὸ καὶ στάσιν καὶ κίνησιν καὶ βάδισμα καὶ ἐσθῆτα καὶ ἁπαξαπλῶς τὸν πάντα βίον ὅτι μάλιστα ἐλευθεριώτατον ἐπαναιρετέον. ἀλλὰ καὶ τὸν δακτύλιον οὐκ ἐπ᾿ ἄρθρῳ φορητέον τοῖς ἀνδράσι (γυναικεῖον γὰρ τοῦτο), εἰς δὲ τὸν μικρὸν δάκτυλον, καὶ τούτου εἰς τοὔσχατον καθιέναι· ἔσται γὰρ οὕτως εὐεργὴς ἡ χείρ, ἐν οἷς αὐτῆς δεόμεθα· καὶ οὐ ῥᾷστα ὁ σημαντὴρ ἀποπεσεῖται τῇ μείζονι τοῦ ἄρθρου συνδέσει φυλαττόμενος. αἱ δὲ σφραγῖδες ἡμῖν ἔστων πελειὰς ἢ ἰχθὺς ἢ ναῦς οὐριοδρομοῦσα ἢ λύρα μουσική, ᾗ κέχρηται Πολυκράτης, ἢ ἄγκυρα ναυτική, ἣν Σέλευκος ἐνεχαράττετο τῇ γλυφῇ, κἂν ἁλιεύων τις ᾖ, ἀποστόλου μεμνήσεται καὶ τῶν ἐξ ὕδατος ἀνασπωμένων παιδίων· οὐ γὰρ εἰδώλων πρόσωπα ἐναποτυπωτέον, οἷς καὶ τὸ προσέχειν ἀπείρηται, οὐδὲ μὴν ξίφος ἢ τόξον τοῖς εἰρήνην διώκουσιν ἢ κύπελλα τοῖς σωφρονοῦσιν. πολλοὶ δὲ τῶν ἀκολάστων ἐγγεγλυμμένους ἔχουσι τοὺς ἐρωμένους ἢ τὰς ἑταίρας, ὡς μηδὲ ἐθελήσασιν αὐτοῖς λήθην ποτὲ ἐγγενέσθαι δυνηθῆναι", + "candidate_score": 0.621505, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_18_20", + "bdc_text": "Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen . Eüwer erwirde dienstwillige schwester Margrett , Hanns Adelschwillers selligen verlassne wittfrouw . Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_507", + "psc_text": "αὐταῖς ἐπιτρέπειν βοηθοῖς εἰς τοῦτο δεδομέναις. εἰ δὲ ἄρα δέοι καὶ ἡμᾶς ἐμπολιτευομένους καὶ ἄλλας τινὰς τῶν κατ᾿ ἀγρὸν διοικουμένους πράξεις, πολλάκις δὲ καὶ ἄνευ γυναικῶν γενομένους ὑπὲρ ἀσφαλείας ἀποσφραγίζεσθαί τινα, δίδωσιν καὶ ἡμῖν εἰς τοῦτο μόνον σημαντῆρα, τοὺς δὲ ἄλλους ἀπορριπτέον δακτυλίους, ἐπεὶ »κόσμος« κατὰ τὴν γραφὴν »χρυσοῦς φρονίμῳ παιδεία«. αἱ δὲ χρυσοφοροῦσαι τῶν γυναικῶν δεδιέναι μοι δοκοῦσιν, μή, ἢν ἀφέληταί τις αὐτῶν τὰ χρυσία, δοῦλαι νομισθῶσιν οὐ κοσμούμεναι. τὸ δὲ εὐγενὲς τῆς ἀληθείας, ἐν τῷ φύσει καλῷ κατὰ ψυχὴν ἐξεταζόμενον, οὐ πράσει καὶ ὠνῇ τὸν δοῦλον, ἀλλὰ τῇ γνώμῃ τῇ ἀνελευθέρῳ διακέκρικεν, ἡμῖν δὲ οὐ φαίνεσθαι ἐλευθέροις, ἀλλὰ εἶναι ἁρμόζει, τοῖς θεῷ μὲν παιδαγωγουμένοις, θεῷ δὲ εἰσπεποιημένοις. διὸ καὶ στάσιν καὶ κίνησιν καὶ βάδισμα καὶ ἐσθῆτα καὶ ἁπαξαπλῶς τὸν πάντα βίον ὅτι μάλιστα ἐλευθεριώτατον ἐπαναιρετέον. ἀλλὰ καὶ τὸν δακτύλιον οὐκ ἐπ᾿ ἄρθρῳ φορητέον τοῖς ἀνδράσι (γυναικεῖον γὰρ τοῦτο), εἰς δὲ τὸν μικρὸν δάκτυλον, καὶ τούτου εἰς τοὔσχατον καθιέναι·", + "candidate_score": 0.619168, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_7", + "bdc_text": "der wirtt eüch geben , waß sey kosten von meinenttwegen ;", + "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_376", + "psc_text": "δεῖσθαι τῶν σκεπόντων κοινὸν ἑκατέροις, οὕτως καὶ τὰ σκέποντα παραπλήσια εἶναι χρή, εἰ δέ, καὶ σκέπην ταύτην παραληπτέον, καθ᾿ ἣν * * κρύπτειν ὄμματα θηλειῶν χρεών. εἰ γὰρ κα��� πλεονεκτεῖ τὸ θῆλυ διὰ τὴν ἀσθένειαν, τὸ ἔθος τῆς ἀγωγῆς τῆς κακῆς αἰτιατέον, δι᾿ ἣν πολλάκις φαύλοις διαίταις ἐντρεφόμενοι ἄνδρες γυναικῶν γεγόνασι θηλύτεροι· οὐ δὴ καθυφεῖναι χρὴ τοῦ τόνου. εἰ δὲ συμπεριφέρεσθαι χρή, ὀλίγον ἐνδοτέον αὐταῖς μαλακωτέροις χρῆσθαι τοῖς ὑφάσμασιν μόνον τὰς μεμωρημένας λεπτουργίας καὶ τὰς ἐν ταῖς ὑφαῖς περιέργους πλοκὰς ἐκποδὼν μεθιστάντας, νῆμα χρυσοῦ καὶ σῆρας Ἰνδικοὺς καὶ τοὺς περιέργους βόμβυκας χαίρειν ἐῶντας. σκώληξ φύεται τὸ πρῶτον, εἶτα ἐξ αὐτοῦ δασεῖα ἀναφαίνεται κάμπη, μεθ᾿ ἣν εἰς τρίτην μεταμόρφωσιν νεοχμοῦται βομβύλιον (οἳ δὲ νεκύδαλλον αὐτὸ καλοῦσιν), ἐξ οὗ μακρὸς τίκτεται στήμων, καθάπερ ἐκ τῆς ἀράχνης ὁ τῆς ἀράχνης μίτος· τὰ γὰρ περιττὰ ταῦτα καὶ διαφανῆ ἔλεγχός ἐστι διανοίας οὐκ ἐρρωμένης, ὀλίγῳ παραπετάσματι τὴν αἰσχύνην τοῦ σώματος προαγωγεύοντα. οὐ γὰρ ἔτι σκέπη", + "candidate_score": 0.612517, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_12", + "bdc_text": "Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ;", + "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_94", + "psc_text": "»ἐψώμισεν αὐτοὺς γενήματα ἀγρῶν, ἐθήλασαν μέλι ἐκ πέτρας καὶ ἔλαιον ἐκ στερεᾶς πέτρας, βούτυρον βοῶν καὶ γάλα προβάτων μετὰ στέατος ἀρνῶν« καὶ τὰ ἐπὶ τούτοις ἔδωκεν αὐτοῖς· ἀλλὰ καὶ τὴν γέννησιν τοῦ παιδίου ὁ προφητεύων »βούτυρον« φησὶν »ἔδεται καὶ μέλι«. ἐμοὶ δὲ καὶ θαυμάζειν ἔπεισιν ὅπως σφᾶς τελείους τινὲς τολμῶσι καλεῖν καὶ γνωστικούς, ὑπὲρ τὸν ἀπόστολον φρονοῦντες, φυσιούμενοί τε καὶ φρυαττόμενοι, αὐτοῦ ὁμολογοῦντος τοῦ Παύλου περὶ ἑαυτοῦ· »οὐχ ὅτι ἤδη ἔλαβον ἢ ἤδη τετελείωμαι, διώκω δὲ εἰ καὶ καταλάβω, ἐφ᾿ ᾧ καὶ κατελήφθην ὑπὸ Χριστοῦ. ἀδελφοί, ἐγὼ ἐμαυτὸν οὔπω λογίζομαι κατειληφέναι· ἓν δέ, τὰ μὲν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος, τοῖς δὲ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενος, κατὰ σκοπὸν διώκω εἰς τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.« καὶ τέλειον μὲν ἑαυτὸν ἡγεῖται, ὅτι ἀπήλλακται τοῦ προτέρου βίου, ἔχεται δὲ τοῦ κρείττονος, οὐχ ὡς ἐν γνώσει τέλειος, ἀλλ᾿ ὡς τοῦ τελείου ἐφιέμενος· διὸ καὶ ἐπιφέρει »ὅσοι οὖν τέλειοι, τοῦτο φρονοῦμεν«, τελείωσιν δηλονότι λέγων τὸ ἀποτετάχθαι", + "candidate_score": 0.604039, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 12, + "cf_id": "cf044", + "work_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1", + "max_score": 0.669483, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_3_5", + "bdc_text": "gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im . Und ist mein gar frünttlich bitt an eüch , ir wöllen mir me der zuckererbslin schicken ;", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_330", + "psc_text": "τοῦτο οὖν ὑμᾶς εἰδέναι βουλόμεθα, ὅτι ἐὰν μή τις ἑαυτὸν δαίμοσιν δοῦλον ἐκδῷ, ὡς τάχιον εἶπον, ὁ δαίμων τὴν κατ᾽ αὐτοῦ ἐξουσίαν οὐκ ἔχει. ἕνα οὖν Θεὸν σέβειν ἑλόμενοι καὶ τραπέζης δαιμόνων ἀποσχόμενοι καὶ σωφροσύνην μετὰ φιλανθρωπίας καὶ δικαιοσύνης ἀναδεξάμενοι καὶ τρισμακαρίᾳ ἐπονομασίᾳ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν βαπτισάμενοι, τῷ ὅσον δύνασθε ἐπὶ τὸ τέλειον τῆς ἁγνείας ἑαυτοὺς ἐπιδιδόναι, δύνασθε κολάσεως ἀϊδίου ῥυσθέντες αἰωνίων ἀγαθῶν κληρονόμοι καταστῆναι. ταῦτα εἰπὼν τοῖς ὑπὸ παθῶν ὀχλουμένοις προσιέναι ἐκέλευσεν, καὶ οὕτως πολλοὶ πείρᾳ τῶν ἐχθὲς θεραπευθέντων συνεληλυθότες προσῄεσαν, ὁ δὲ τὰς χεῖρας αὐτοῖς ἐπιθεὶς καὶ εὐξάμενος ἐξ αὐτῆς ἰασάμενος, ἐντειλάμενος αὐτοῖς καὶ τοῖς ἄλλοις ὀρθριώτερον συνεδρεύειν, αὐτὸς λουσάμενος καὶ τροφῆς μεταλαβών ὕπνωσεν. Τῇ μὲν οὖν ἐν Τριπόλει τρίτῃ ἡμέρᾳ ὀρθριώτερον ἐξ ὕπνου ἐγερθεὶς ὁ Πέτρος εἰς τὸν κῆπον εἰσῄει, ἔνθα ἦν ὑδροχοεῖον μέγα, εἰς ὅ διηνεκῶς πλούσιον ἔῤῥεεν ὕδωρ. ἐκεῖ λουσάμενος εἶθ’ οὕτως εὐξάμενος ἐκαθέσθη, ἡμᾶς δὲ περικαθεζομένους καὶ εἰς αὐτὸν ἀτενίζοντας ὥσπερ ἀκοῦσαί τι βουλομένους", + "candidate_score": 0.669483, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0_2", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor . Fürgeliebtter herr und schwager , eüwer und all eüwers volcks gesundheitt wer mir ein gros ß fröüd zuͦ hörren . Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ;", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_475", + "psc_text": "ἄκουσαν αὐτὴν πρὸς τὸν σωφρονίζοντα ἀεὶ εἰσέρχεσθαι λόγον ἀνάγκασον, κολάκευσον. Πολὺ δὲ κρεῖττον, εἰ χειραγωγήσας ἥξεις· ἵνα καὶ αὐτὸς σώφρων γένῃ· θελήσεις γὰρ σώφρων γενέσθαι, ἵνα γνώσῃ σεμνοῦ γάμου τὸ τέλος, καὶ οὐκ ὀκνήσεις, εἰ ἀγαπᾷς, λέγω δὴ πατὴρ γενέσθαι, ἴδια τέκνα φιλεῖν καὶ ὑπὸ ἰδίων φιλεῖσθαι τέκνων. ὁ σώφρονα γυναῖκα ἔχειν θέλων καὶ αὐτὸς σωφρονεῖ, τὴν ὀφειλομένην εὐνὴν ἀποδίδωσιν, ταύτῃ συνεστιᾶται, ταύτῃ σύνεστιν, σὺν αὐτῇ πρὸς τὸν σωφρονίζοντα ἔρχεται λόγον, οὐ λυπεῖ, οὐκ εἰκῆ μάχεται, ἑαυτὸν μισητὸν οὐ ποιεῖ, ἅ δύναται καλὰ παρέχει, ὧν μὴ ἔχει, τῇ κολακείᾳ τὸ λυποῦν ἀποπληροῖ. ἡ σώφρων γυνὴ κολακευθῆναι οὐκ ἀναμένει, κύριον τὸν ἄνδρα γνωρίζει, πενομένου τὴν πενίαν φέρει, πεινῶντι συμπεινᾷ, ἀποδημοῦντι συναποδημεῖ, λυπούμενον παραμυθεῖται , κἄν προῖκα μείζονα ἔχῃ, ὡς μηδὲν ἔχουσα ὑπόκειται. ὁ δὲ ἀνὴρ κἂν πένητα ἔχῃ γυναῖκα, μεγάλην προῖκα ἡγείσθω αὐτῆς τὴν σωφροσύνην. ἡ σώφρων γυνὴ αὐταρκείᾳ βρωμάτων καὶ ποτῶν χρῆται, ἵνα μὴ λιπανθέντος τοῦ σώματος τῷ βάρει πρὸς", + "candidate_score": 0.633376, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0_2", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor . Fürgeliebtter herr und schwager , eüwer und all eüwers volcks gesundheitt wer mir ein gros ß fröüd zuͦ hörren . Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ;", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_400", + "psc_text": "δὲ αἰσχυνθῆναι κατὰ τοῦτο εἴρηκα, ὅτι μὴ πλεῖον ἐποιήσαμεν αὐτῶν, ὧν καὶ πλεῖον ἐγνώκαμεν. εἰ δὲ αἰσχυν��ῆναι ἔστιν, τὴν εὐποιΐαν αὐτοῖς ἴσην δείξαντες καὶ οὐ πλεῖον, πῶς γε μᾶλλον, ἐὰν αὐτῶν τῆς εὐποιΐας τὸ ἧττον δείξωμεν; Ὅτι δὲ ὄντως ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ταῖς τῶν πεπλανημένων εὐποιΐαις αἱ τῶν ἀλήθειαν ἐγνωκότων ἰσάζονται πράξεις, αὐτὸς ἡμᾶς ὁ ἀψευδὴς ἐδίδαξεν, εἰπὼν πρὸς μὲν τοὺς ἀμελοῦντας ἐλθεῖν καὶ ἐπακούειν αὐτοῦ βασίλισσα νότου ἐγερθήσεται μετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης, καὶ κατακρινεῖ αὐτήν, ὅτι ἦλθεν ἀπὸ τῶν περάτων τῆς γῆς ἀκοῦσαι τὴν σοφίαν Σολομῶνος· καὶ ἰδοὺ πλεῖον Σολομῶνος ὧδε, καὶ οὐ πιστεύετε. πρὸς δὲ τοὺς ἐν τῷ λαῷ μὴ θέλοντας μετανοῆσαι ἐπὶ τῷ κηρύγματι αὐτοῦ εἶπεν· ἄνδρες Νινευῖται ἐγερθήσονται μετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτήν, ὅτι ἀκούσαντες μετενόησαν εἰς τὸ κήρυγμα Ἰωνᾶ· καὶ ἰδοὺ πλεῖον ὧδε, καὶ οὐδεὶς πιστεύει. καὶ οὕτως πρὸς πᾶσαν ἀσέβειαν αὐτῶν ἀντιπαραθεὶς τοὺς ἀπὸ τῶν ἐθνῶν πεποιηκότας, εἰς κατάκρισιν τῶν ἐν θεοσεβείᾳ", + "candidate_score": 0.631158, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_18_20", + "bdc_text": "Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen . Eüwer erwirde dienstwillige schwester Margrett , Hanns Adelschwillers selligen verlassne wittfrouw . Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_174", + "psc_text": "Σίμωνι. Κᾀγὼ ἔφην· ὁ κύριος ἡμῶν Πέτρος εἰ ἠγνόει ὅτι αὐτὸς μόνος κατισχύει τῆς ἐκείνου δυναστείας, οὐκ ἄν ἡμᾶς προπέμπων ἐνετέλλετο, λανθανόντως τὰ κατὰ Σίμωνα διαμανθάνοντας αὐτῷ γράφειν. ὅμως ἐπεὶ ἑσπέρα κατειλήφει, ἁλῶν μεταλαβόντες ὑπνώσαμεν. ἕωθεν δέ τις τῇ Βερνίκῃ συνήθης ἐλθὼν ἔφη, τὸν Σίμωνα εἰς τὴν Σιδῶνα ἐκπεπλευκέναι, τῶν δὲ αὐτοῦ μαθητῶν καταλελοιπέναι Ἀππίωνα τὸν πλειστονίκην, ἄνδρα Ἀλεξανδρέα, γραμματικὸν τὴν ἐπιστήμην, ὅν πρὸς πατρός μοι φίλον ὄντα ἐπέγνων, καὶ Ἀννουβιῶνα τὸν Διοςπολίτην τινὰ ἀστρολόγον, καὶ Ἀθηνόδωρον τὸν Ἀθηναῖον τῷ Ἐπικούρου ἀρεσκόμενον λόγῳ. ἡμεῖς δὲ τὰ κατὰ τὸν Σίμωνα μαθόντες, ἕωθεν πάντα γράψαντες καὶ Πέτρῳ διαπέμψαντες, εἰς περίπατον ἀπετραπόμεθα. Καὶ Ἀππίων ἀπηντήσατο ἡμῖν, οὐ μόνον μετὰ τῶν προειρημένων ἑταίρων τῶν δύο, ἀλλὰ καὶ μεθ᾽ ἑτέρων ἀνδρῶν ὡς τριάκοντα. καὶ ἅμα τῷ ἰδεῖν με προσαγορεύσας καὶ καταφιλήσας ἔφη· οὗτός ἐστιν Κλήμης, περὶ οὗ ὑμῖν τῆς τε εὐγενείας καὶ τῆς ἐλευθεροτροπείας πολὺν ἐποιούμην λόγον, ὅτι ἀνὴρ πρὸς γένους Τιβερίου Καίσαρος ὢν καὶ", + "candidate_score": 0.623289, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_18_20", + "bdc_text": "Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen . Eüwer erwirde dienstwillige schwester Margrett , Hanns Adelschwillers selligen verlassne wittfrouw . Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_412", + "psc_text": "τίς τὰς καλὰς καὶ πολλὰς σινδόνας μετὰ τῶν ἑπομένων μοι δακτυλίων καὶ ��ποδήσεων φυλάξει; τίς δὲ καὶ τὰ ἡδέα καὶ πολυτελῆ ὄψα προετοιμάσει, ἅ τινα ποικίλα ὄντα πολλῶν καὶ τεχνιτῶν δεῖται μαγείρων, καὶ πάντα ἐκεῖνα ὅσα ἐκτεθηλυμένων ἀνθρώπων ὡς θηρίῳ μεγάλῳ τῇ ἐπιθυμίᾳ ἐκ πάσης πλεονεξίας πορισθέντα ἑτοιμάζεται; πλὴν ἡ τοιαύτη σε προαίρεσις ὑπεισῆλθεν, ἴσως μὴ συνέντα καὶ τὸν ἐμὸν ἀγνοοῦντα βίον, ὅτι ἄρτῳ μόνῳ καὶ ἐλαίαις χρῶμαι, καὶ σπανίως λαχάνοις, καὶ ὅτι ἱμάτιόν μοι καὶ τριβώνιον ὑπάρχει τοῦτο αὐτὸ ὅ περιβέβλημαι, καὶ ἑτέρου χρείαν οὐκ ἔχω οὐδὲ ἄλλων τινῶν. ἐν γὰρ τούτοις καὶ περισσεύομαι. ὁ νοῦς γάρ μου τὰ ἐκεῖ πάντα ὁρῶν αἰώνια ἀγαθὰ οὐδὲν τῶν ἐνταῦθα περιβλέπεται. πλήν σου μὲν τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν ἀποδέχομαι, καὶ θαυμάζων ἐπαινῶ, πῶς ἀνὴρ ἐκ πολυτελῶν ἐθῶν ὑπάρχων ῥᾳδίως τοῖς ἀναγκαίοις τὸν σεαυτοῦ ὑπήλλαξας βίον. ἡμεῖς γὰρ ἐκ παίδων, ἐγώ τε καὶ Ἀνδρέας ὁ σύναιμος καὶ κατὰ Θεὸν ἀδελφὸς ὤν ἐμός, οὐ μόνον", + "candidate_score": 0.622171, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_408", + "psc_text": "πάνυ ἡμᾶς, κύριε, λυπεῖ τοῦτο πράττειν, διὰ τὸ ὑπὸ σοῦ κελεύεσθαι. πρῶτον μέν, ὅτι πάντα καλῶς νοεῖν τε καὶ συμβουλεύειν ἄξιος ὤν ὑπὸ τῆς τοῦ Θεοῦ προνοίας ἐξελέγης. πρὸς τούτοις δὲ ἐπὶ τὸ πολὺ ἡμερῶν δύο ἀνάγκῃ τοῦ προάγειν ἀπολιμπανόμεθά σου· καὶ αὗται μὲν πολλαὶ πρὸς τὸ μή σε τὸν κύριον ἡμῶν ὁρᾶν Πέτρον, πλὴν λογιζόμεθα, ὅτι πλεῖον λυπηθήσονται οἱ πολὺ μακρὰν προπεμπόμενοι, ὡς ἐπὶ πλεῖον ἀναμένειν σε κατὰ πόλιν κεκελευσμένοι, ἀνιώμενοι ἐν τῷ ἐπὶ πλεῖον ἐστερῆσθαι τὸ ὁρᾶν σου τὸ περιπόθητον πρόσωπον. καὶ ἡμεῖς οὐκ ἔλαττον ἐκείνων ἀθυμοῦντες ὡς κελεύεις διὰ τὸ συμφέρον ποιεῖν οὐκ ἀντιλέγομεν. ὁμῶς ταῦτα εἰπόντες προῆξαν, ἐντολὴν ἔχοντες, ἐν τῷ πρώτῳ πανδοχείῳ προσομιλῆσαι τῷ συνοδοιποροῦντι ὄχλῳ, ὅπως σποράδην ἀλλήλων γενόμενοι εἰς τὰς πόλεις εἰσέρχωνται. Πορευθέντων οὖν αὐτῶν ἐγὼ Κλήμης μεγάλως ἔχαιρον, ὅτι σὺν αὑτῷ με ἐκέλευσεν εἶναι. καὶ ἀποκριθεὶς εἶπον· εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ, ὅτι με οὐκ ἐξαπέσταλκας, ὡς τοὺς ἑτέρους, ἐπειδὴ ὀδυνώμενος ἄν διαπεφωνήκειν. ὁ", + "candidate_score": 0.620356, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_18_20", + "bdc_text": "Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen . Eüwer erwirde dienstwillige schwester Margrett , Hanns Adelschwillers selligen verlassne wittfrouw . Dem erwirdigen , hochgelertten herren meister Heinrich Bullinger zuͦ Zeürich , meinem lieben herren und schwager , zuͦ hanndenn etc.", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_411", + "psc_text": "ἥττων ἐπιθυμίας ἔσομαι. ἀλλ᾽ ἐπειδὴ πολλῷ ἄμεινον καὶ ἀσφαλέστερον συνεῖναί μέ σοι, τούτῳ, ᾧ ὁ νοῦς μου αἰδεῖσθαι εὐλόγως προείληφεν, διὸ πάντῃ σοι συνεῖναι εὔχομαι· πρὸς τούτοις δὲ μέμνημαί σου ἐν Καισαρείᾳ εἰπόντος· εἴ τις βούλεταί μοι συνοδε��σαι, εὐσεβῶς συνοδευέτω. εὐσεβῶς δὲ ἔφης, τὸ μηδένα λυπεῖν κατὰ Θεόν, οἷον ἀπολιπόντα γονεῖς, γυναῖκα ὁμόφρονα, ἢ ἑτέρους τινὰς τῇ θεοσεβείᾳ προσκειμένους. ὅθεν ἐγὼ κατὰ πάντα ἐπιτήδειός εἰμί σοι συνοδοιπόρος, ᾧ εἰ καὶ τὰ μέγιστα χαρίζῃ, τὰς δούλων μοι ὑπηρεσίας συγχωρεῖς ποιεῖν. Καὶ ὁ Πέτρος ἀκούσας γελοίαζων ἔφη· τί οὖν οἴει, Κλήμης, μὴ ὑπ᾽ αὐτῆς ἀνάγκης σε εἰς δούλων μοι ταγῆναι τόπον; ἐπεὶ τίς τὰς καλὰς καὶ πολλὰς σινδόνας μετὰ τῶν ἑπομένων μοι δακτυλίων καὶ ὑποδήσεων φυλάξει; τίς δὲ καὶ τὰ ἡδέα καὶ πολυτελῆ ὄψα προετοιμάσει, ἅ τινα ποικίλα ὄντα πολλῶν καὶ τεχνιτῶν δεῖται μαγείρων, καὶ πάντα ἐκεῖνα ὅσα ἐκτεθηλυμένων ἀνθρώπων ὡς θηρίῳ μεγάλῳ τῇ ἐπιθυμίᾳ ἐκ πάσης πλεονεξίας πορισθέντα ἑτοιμάζεται; πλὴν ἡ", + "candidate_score": 0.617243, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_7", + "bdc_text": "der wirtt eüch geben , waß sey kosten von meinenttwegen ;", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_585", + "psc_text": "εἰπὲ, τί σοι δοκεῖ τὸ ἀγαθὸν, ἢ καὶ τὸ δίκαιον. Καὶ ὁ Πέτρος· ἵνα μὴ ἐριστικώτερον διαλεγόμενος δαπανῶ τοὺς χρόνους, ἀπαιτῶν δικαίως τῶν ἐμῶν προτάσεών σε τὰς ἀποκρίσεις ποιεῖσθαι, ὥς σοι δοκεῖ αὐτὸς ὧν ἐπυθόμην ποιήσομαι τὰς ἀποκρίσεις. ἐγώ φημι ἀγαθὸν εἶναι τὸν παρεκτικόν, οἷον ὡς αὐτὸν ὁρῶ ποιοῦντα τὸν δημιουργὸν, παρέχοντα τὸν ἥλιον ἀγαθοῖς καὶ κακοῖς, καὶ τὸν ὑετὸν δικαίοις καὶ ἀδίκοις. καὶ ὁ Σίμων ἔφη· τοῦτο ἀδικώτατον, ὅτι τὰ αὐτὰ δικαίοις καὶ ἀδίκοις παρέχει. καὶ ὁ Πέτρος· σὺ οὖν ἡμῖν τοῦ λοιποῦ λέγε, πῶς ποιῶν ἀγαθὸς ἄν ἦν. καὶ ὁ Σίμων· σὲ δεῖ λέγειν. καὶ ὁ Πέτρος· ἐγὼ λέξω. εἰ μὲν τὰ αὐτὰ παρέχων ἀγαθοῖς καὶ δικαίοις, εἴ τε κακοῖς καὶ ἀδίκοις, κατὰ σὲ οὐδὲ δίκαιός ἐστιν, καὶ εἰ ἀγαθοῖς ἀγαθὰ παρεῖχεν, κακοῖς τε κακά, δίκαιον ἄν αὐτὸν εὐλόγως ἔλεγες. ποίᾳ οὖν ἔτι πράξει χρώμενος ἂν ἦν, εἰ μὴ ταύτῃ χρῆται ὁδῷ, κακοῖς μὲν παρέχων τὰ πρόσκαιρα, ἐὰν", + "candidate_score": 0.61024, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_9_11", + "bdc_text": "dan er ist mir ein guͦtter fründ . Er ist mins vetter Hans Jacobs zuͦ Louffenberg schwager ; dan ich bey mir keine überkoumen kan .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_224", + "psc_text": "νοῦς ἡμῶν ὁπότ᾽ ἂν τὰ πρῶτα τῇ τέρψει τὸ εἶδος τῆς ἐρωμένης ἀπομάξηται, ὥσπερ ἐν κατόπτρῳ ἐνορῶν ἀεὶ τὴν μορφὴν, διὰ τῆς μνήμης βασανίζεται καὶ μὴ τυγχάνων μὲν τῆς ἐπιθυμίας, τῆς ἐπιτυχίας μελετᾷ τὰς ὁδούς, ἐπιτυχὼν δὲ μᾶλλον αὔξεται, ὥσπερ τὸ πῦρ τῆς ὕλης εὐποροῦν, καὶ μάλισθ᾽ ὅτ᾽ ἂν τῇ ψυχῇ τοῦ ἐρῶντος πρὸ τοῦ πάθους προσεντετυπωμένος μὴ προϋπάρξῃ φόβος. ὡς γὰρ ὕδωρ πῦρ κατασβέννυσιν, οὕτως καὶ φόβος τῆς ἀλόγου ἐπιθυμίας ἐστὶ σβεστήριος. ὅθεν ἐγὼ ἔκ τινος Ἰουδαίου τὰ Θεῷ πρέποντα νοεῖν καὶ ποιεῖν ἐκμαθοῦσα, εὐάλωτος πρὸς μοιχείαν ὑπὸ ψευδῶν μύθων οὐ γίνομαι. θέλοντι δέ σοι καὶ σπουδάζοντι σωφρονεῖν, φλεγμαινέσῃ ψυχῇ πρὸς ἔρωτα, βοηθοίη Θεὸς καὶ τὴν ἴασιν πα��ασχοίη. Ἐπακούσας δὲ ὁ Ἀππίων τῆς ὑποκριτοῦ ἀντιγραφῆς ἔφη μή τι ἀλόγως Ἰουδαίους μισῶ, νῦν γοῦν ταύτην τίς ποτε συντυχὼν Ἰουδαῖος καὶ εἰς τὴν θρησκείαν μεταγαγὼν ἀνέπεισε σωφρονεῖν, καὶ ἀδύνατόν ἐστιν τοῦ λοιποῦ αὐτὴν εἰς κοινωνίαν ἑτέρου τινὸς συνελθεῖν, ὅτι οἱ τοιοῦτοι", + "candidate_score": 0.607262, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_18", + "bdc_text": "Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_412", + "psc_text": "τίς τὰς καλὰς καὶ πολλὰς σινδόνας μετὰ τῶν ἑπομένων μοι δακτυλίων καὶ ὑποδήσεων φυλάξει; τίς δὲ καὶ τὰ ἡδέα καὶ πολυτελῆ ὄψα προετοιμάσει, ἅ τινα ποικίλα ὄντα πολλῶν καὶ τεχνιτῶν δεῖται μαγείρων, καὶ πάντα ἐκεῖνα ὅσα ἐκτεθηλυμένων ἀνθρώπων ὡς θηρίῳ μεγάλῳ τῇ ἐπιθυμίᾳ ἐκ πάσης πλεονεξίας πορισθέντα ἑτοιμάζεται; πλὴν ἡ τοιαύτη σε προαίρεσις ὑπεισῆλθεν, ἴσως μὴ συνέντα καὶ τὸν ἐμὸν ἀγνοοῦντα βίον, ὅτι ἄρτῳ μόνῳ καὶ ἐλαίαις χρῶμαι, καὶ σπανίως λαχάνοις, καὶ ὅτι ἱμάτιόν μοι καὶ τριβώνιον ὑπάρχει τοῦτο αὐτὸ ὅ περιβέβλημαι, καὶ ἑτέρου χρείαν οὐκ ἔχω οὐδὲ ἄλλων τινῶν. ἐν γὰρ τούτοις καὶ περισσεύομαι. ὁ νοῦς γάρ μου τὰ ἐκεῖ πάντα ὁρῶν αἰώνια ἀγαθὰ οὐδὲν τῶν ἐνταῦθα περιβλέπεται. πλήν σου μὲν τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν ἀποδέχομαι, καὶ θαυμάζων ἐπαινῶ, πῶς ἀνὴρ ἐκ πολυτελῶν ἐθῶν ὑπάρχων ῥᾳδίως τοῖς ἀναγκαίοις τὸν σεαυτοῦ ὑπήλλαξας βίον. ἡμεῖς γὰρ ἐκ παίδων, ἐγώ τε καὶ Ἀνδρέας ὁ σύναιμος καὶ κατὰ Θεὸν ἀδελφὸς ὤν ἐμός, οὐ μόνον", + "candidate_score": 0.593414, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_18", + "bdc_text": "Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_558", + "psc_text": "ἀμαθῆ ἔθνη ἀποστέλλων ἡμᾶς, βαπτίζειν αὐτοὺς εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, ἐνετείλατο ἡμῖν πρότερον διδάξαι αὐτούς· ἀφ᾽ ὧν ἐντολῶν αὕτη πρώτη καὶ μεγάλη τυγχάνει, τὸ φοβηθῆναι κύριον τὸν Θεὸν καὶ αὐτῷ μόνῳ λαρεύειν. Θεὸν δὲ φοβεῖσθαι ἐκεῖνον εἶπεν, οὗ οἱ ἄγγελοι οἱ τῶν ἐν ἡμῖν ἐλαχίστων πιστῶν ἐν τῷ οὐρανῷ ἑστήκασιν θεωροῦντες τὸ πρόσωπον τοῦ πατρὸς διαπαντός. μορφὴν γὰρ ἔχει, διὰ πρῶτον καὶ μόνον κάλλος· καὶ πάντα μέλη, οὐ διὰ χρῆσιν· οὐ γὰρ διὰ τοῦτο ὀφθαλμοὺς ἔχει, ἵνα ἐκεῖθεν βλέπῃ· πανταχόθεν γὰρ ὁρᾷ, τοῦ ἐν ἡμῖν βλεπτικοῦ πνεύματος ἀπαραβλήτως λαμπρότερος ὤν τὸ σῶμα, καὶ παντὸς φωτὸς στιλπνότερος, ὡς πρὸς σύγκρισιν αὐτοῦ τὸ ἡλίου φῶς λογισθῆναι σκότος. ἀλλ᾽ οὐδὲ διὰ τοῦτο ὦτα ἔχει, ἵνα ἀκούῃ, πανταχόθεν γὰρ ἀκούει, νοεῖ, κινεῖ, ἐνεργεῖ, ποιεῖ. τὴν δὲ καλλίστην μορφὴν ἔχει δἰ ἄνθρωπον, ἵνα οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ αὐτὸν ἰδεῖν δυνηθῶσιν, ἵνα χαρῶσιν δἰ ἅ τινα ταῦτα ὑπέμειναν. τῇ γὰρ αὐτοῦ μορφῇ ὡς ἐν μεγίστῃ σφραγίδι τὸν", + "candidate_score": 0.586279, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 13, + "cf_id": "cf007", + "work_id": "pta0037.pta001.pta-grc1", + "max_score": 0.668874, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_3_5", + "bdc_text": "gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen . Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im . Und ist mein gar frünttlich bitt an eüch , ir wöllen mir me der zuckererbslin schicken ;", + "psc_chunk_id": "pta0037.pta001.pta-grc1_window_114", + "psc_text": "ἵνα τὰ μεγάλα τοῦ θεοῦ δειχθῇ ἔργα καὶ μάθωσιν Βαβυλώνιοι τὸν θεὸν φοβεῖσθαι, διὰ τοῦτο ἡσύχαζεν, ἵνα καὶ ἡ τούτων πίστις δειχθῇ καὶ ὁ θεὸς ἐν αὐτοῖς δοξασθῇ. εἰ γὰρ τοῦτο ἐγεγόνει, ἤμελλον ἂν λέγειν Βαβυλώνιοι· εἰ μὴ Δανιήλ ὑπὲρ αὐτῶν τὸν βασιλέα παρεκάλεσεν, ἐν πυρὶ ἂν οὗτοι σήμερον ἀπωλώλεισαν — καὶ ἀνθρωπίνη χάρις μᾶλλον ἐνομίζετο εἶναι, οὐκέτι θεοῦ δύναμις. Τί δὲ ὅλως ὁ βασιλεὺς εἰδὼς τὸν Δανιήλ Ἰουδαῖον ὄντα οὐ κατενύγη καὶ εἶπεν αὐτῷ· σὺ διὰ τί οὐ προσκυνεῖς τῇ εἰκόνι; πάντως ἂν εἰρήκει τῷ βασιλεῖ· ὅτι οὐ σέβομαι ἔργα χειροποίητα, ἀλλὰ τὸν ζῶντα θεὸν τὸν ποιήσαντα τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ ἔχοντα πάσης σαρκὸς κυρείαν, ὥσπερ ἀπεκρίθη τῷ Κύρρῳ ἐπὶ τοῦ Βήλ. συναρπαγεὶς εἶπεν αὐτῷ ὁ βασιλεὺς ... ... τὸν Βήλ, πλὴν ἢ κατὰ γνώμην τῶν σατραπῶν· τὸ ἕως ἡμερῶν τριάκοντα ἐὰν αἰτήσηται παρὰ παντὸς θεοῦ ἢ ‹ἀνθρώπου ἀλλ’› ἢ παρὰ τοῦ βασιλέως, ἐμβληθήσεται εἰς τὸν λάκκον", + "candidate_score": 0.668874, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_12_14", + "bdc_text": "Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ; kan man mir ouch kaine üb [er]kunnen . Der allmechttig gott wölle euch und all eüwer volck in grosser gesunttheitt erhaltten , und gruͤssend mir sey alle samen .", + "psc_chunk_id": "pta0037.pta001.pta-grc1_window_79", + "psc_text": "αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος, ὅτι ἡ σοφία καὶ ἡ σύνεσις καὶ ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ ἐστιν· καὶ αὐτὸς ἀλλοιοῖ καιροὺς καὶ χρόνους, καθιστᾷ βασιλεῖς καὶ μεθιστᾷ, διδοὺς σοφίαν τοῖς σοφοῖς καὶ φρόνησιν τοῖς εἰδόσιν σύνεσιν· αὐτὸς ἀποκαλύπτει βαθέα καὶ ἀπόκρυφα, γινώσκων τὰ ἐν τῷ σκότει καὶ τὸ φῶς μετ’ αὐτοῦ ἐστιν. σοί, ὁ θεὸς τῶν πατέρων μου, ἐξομολογοῦμαι καὶ αἰνῶ, ὅτι σοφίαν καὶ δύναμιν ἔδωκάς μοι καὶ ἐγνώρισάς μοι ἃ ἠξιώσαμεν παρὰ σοῦ, καὶ τὸ ῥῆμα τοῦ βασιλέως ἐγνώρισάς μοι. δεῖ οὖν νοεῖν ἡμᾶς τὴν τοῦ θεοῦ εὐσπλαγχνίαν, πῶς τοῖς ἀξίοις καὶ φοβουμένοις αὐτὸν ταχέως ἀποκαλύπτει καὶ φανεροῖ ἀποπληρῶν τὰς δεήσεις καὶ τὰ αἰτήματα αὐτῶν, ὡς ὁ προφήτης λέγει· τίς σοφὸς καὶ συνήσει ταῦτα; καὶ ἄνθρωπος συνετὸς καὶ γνώσεται ταῦτα; Τούτου δὲ γενομένου ἀνέσ‹τη Δα›νιὴλ καὶ ἦλθεν πρὸς Ἀριώ‹χ › καὶ εἶπεν αὐτῷ· τοὺς σοφοὺς Βαβυλῶνος μὴ ἀπολέσῃς, εἰσάγαγε δέ με ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καὶ ἀναγγελῶ τῷ βασιλεῖ τὸ ἐνύπνιον", + "candidate_score": 0.642891, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_12_14", + "bdc_text": "Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ; kan man mir ouch kaine üb [er]kunnen . Der allmechttig gott wölle euch und all eüwer volck in grosser gesunttheitt erhaltten , und gruͤssend mir sey alle samen .", + "psc_chunk_id": "pta0037.pta001.pta-grc1_window_82", + "psc_text": "ὃ καὶ αὐτὸς ταπεινοφρονῶν καὶ σμικρύνων ἑαυτὸν καὶ μὴ καυχώμενος παρὰ πάντας Βαβυλωνίους σοφώτερος εὑρεθεὶς ἔλεγεν· κἀμοὶ οὐκ ἐν σοφίᾳ τῇ οὔσῃ ἐν ἐμοὶ παρὰ πάντας κατοικοῦντας ἐπὶ τῆς γῆς τὸ μυστήριον τοῦτο ἀπεκαλύφθη, ἀλλ’ ἕνεκεν τοῦ τὴν σύγκρισιν τῷ βασιλεῖ γνωρίσαι, ἵνα τοὺς διαλογισμοὺς τῆς καρδίας σου γνῷς. τοῦ γὰρ βασιλέως κρατήσαντος μὲν τῆς Αἰγύπτου, τὴν δὲ Ἰουδαίαν χώραν παραλαβόντος καὶ τὸν λαὸν μετοικίσαντος, διελογίζετο ἐπὶ τῆς κοίτης ὤν, τί ἄρα ἔσται μετὰ ταῦτα. ὁ δὲ τὰ κρυπτὰ πάντων ἐπιστάμενος καὶ τοὺς διαλογισμοὺς τῶν καρδιῶν ἐρευνῶν, ἀπεκάλυψεν αὐτῷ διὰ μὲν τῆς εἰκόνος τὰ ἐσόμενα, ἀπέκρυψεν δὲ ἀπ’ αὐτοῦ τὸ ὅραμα, ἵνα μὴ ὑπὸ τῶν σοφῶν Βαβυλῶνος τὰ τοῦ θεοῦ βουλεύματα ἑρμηνευθῆναι δυνηθῇ, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ μακαρίου Δανιήλ ἅτε προφήτου τοῦ θεοῦ τὰ πᾶσιν ἀποκεκρυμμένα φανερωθῇ. Λέγει γοῦν· σὺ βασιλεῦ ἐθεώρεις, καὶ ἰδοὺ εἰκὼν μία, μεγάλη ἡ εἰκὼν ἐκείνη καὶ ἡ πρόσοψις αὐτῆς φοβερά· εἰκὼν ἧς ἡ κεφαλὴ αὐτῆς χρυσίου", + "candidate_score": 0.640851, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_4", + "bdc_text": "Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im .", + "psc_chunk_id": "pta0037.pta001.pta-grc1_window_22", + "psc_text": "ἔθετο Δανιήλ ἐπὶ τὴν καρδ‹ίαν αὐ›τοῦ ὡς οὐ μὴ ἀλισγηθῇ ἐν τῇ τραπέζῃ τοῦ βασιλέως καὶ ‹ἐν τῷ οἴ›νῳ τοῦ πότου αὐτοῦ καὶ ἠξίωσε τὸν ἀρχιευ‹νοῦχον δοῦναι› αὐτ‹οῖς ἀπὸ τῶν σπερμάτων, ἵνα› ἐπι‹δείξῃ ὅτι οὐκ› ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος. κ‹αὶ τὸν Δαν›ιὴλ ἔδωκεν ὁ θεὸς εἰς ἔλεον καὶ οἰκτιρμοὺς ἐνώπιον τοῦ ἀρχιευνούχου. ἔλεγεν δὲ ὁ ἀρχιευνοῦχος πρὸς αὐτόν· φοβοῦμαι ἐγὼ τὸν κύριόν μου τὸν βασιλέα τὸν ἐκτάξαντα τὴν βρῶσιν ὑμῶν καὶ τὴν πόσιν ὑμῶν, μήποτε ὀφθῇ τὰ πρόσωπα ὑμῶν σκυθρωπὰ παρὰ τὰ παιδάρια τὰ συνήλικα ὑμῶν καὶ καταδικάσητε τὴν κεφαλήν μου τῷ βασιλεῖ. ἦν μὲν οὖν τὸ λεγόμενον ὑπὸ τοῦ Μελγὰδ ἐχόμενον λόγου· ἀγνοῶν γὰρ τὸ δι’ αὐτῶν οἰκονομούμενον, εὐλαβεῖτο μήποτε ὁραθῶσιν αἱ ἰδέαι αὐτῶν σκυθρωπαὶ παρὰ τὰ παιδάρια τὰ ἐσθίοντα τὴν τράπεζαν τοῦ βασιλέως καὶ ἐν τούτῳ αἴτιος εὑρεθεὶς θανάτῳ αὐτὸς παραδοθῇ. οἱ δὲ ἀποδεῖξαι αὐτῷ βουλόμενοι ὅτι μὴ βρώματα ἐπίγεια εἴη τὰ παρέχοντα ἀνθρώποις κάλλος καὶ ἰσχύν,", + "candidate_score": 0.632011, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_18", + "bdc_text": "Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen .", + "psc_chunk_id": "pta0037.pta001.pta-grc1_window_175", + "psc_text": "ὕστερον [κεκυφὼς πρὸς τὴν γῆν ἐλεεινῶς] ἐν τοῖς ὄρεσιν βρυχώμενος μετὰ τῶν θηρίων διῆγεν φοβούμενος τοὺς ἑαυτοῦ σατράπας, μήποτε ὑπ’ αὐτῶν ἀναιρεθῇ. καὶ διὰ τοῦτο ἡ γραφὴ λέγει· ἐν τῇ χλόῃ τῇ ἔξω καὶ ἐν ��ῇ δρόσῳ τοῦ οὐρανοῦ κοιτασθήσεται καὶ μετὰ θηρίων ἀγρίων ἡ μερὶς αὐτοῦ ἐν τῷ χόρτῳ τῆς γῆς· ἡ καρδία αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων ἀλλοιωθήσεται, καὶ καρδία θηρίου δοθήσεται αὐτῷ. οὐκέτι γὰρ ὡς ἄνθρωπος ὁ μέγας βασιλεὺς καὶ δυνάστης ἐν τοῖς βασιλείοις διαιτώμενος διῆγεν, ἀλλὰ μονάζων ἐν ἐρημίαις χόρτον καὶ χλόην ἤσθιεν, ἕως οὗ ἡ καρδία αὐτοῦ ἀλλοιωθεῖσα ἐγενήθη ὡς θηρίου ἐν ὕλαις καὶ σπηλαίοις νεμομένου, ἕως οὗ ἡ θρὶξ αὐτοῦ ὡς λεόντων ηὔξησεν καὶ οἱ ὄνυχες αὐτοῦ ὡς ὀρνέων ἐμεγαλύνθησαν καὶ ἑπτὰ καιροὶ ἠλλάγησαν ἐπ’ αὐτόν. — συνέκρινεν μὲν γὰρ ταῦτα οὕτως γενέσθαι ὁ θεὸς ὁ ὕψιστος, καθὼς Δανιήλ λέγει· σύγκριμα ὑψίστου ἐστὶν ὃ ἔφθασεν ἐπὶ τὸν κύριόν μου τὸν βασιλέα. ὁ δὲ λόγος ἀκούσας", + "candidate_score": 0.590259, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 14, + "cf_id": "cf021", + "work_id": "038_Augustinus-Hipponensis_Sermones-de-Scripturis", + "max_score": 0.667823, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_4_6", + "bdc_text": "Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im . Und ist mein gar frünttlich bitt an eüch , ir wöllen mir me der zuckererbslin schicken ; dan es lieber innimbt weder die andere artzney , und wölles dissem man geben , der eüch den brieff von mir bringt ;", + "psc_chunk_id": "038_Augustinus-Hipponensis_Sermones-de-Scripturis_window_841", + "psc_text": "PRIMUM. 1. Praestabit nobis, qui diem istum commendavit in sanctis suis, ut infirmitas vocis nostrae sufficiat intentioni vestrae. Hoc ideo commendavi, ut me silentio vestro adjuvare dignemini: animus enim promptus est ad vos, sed caro infirma. Et ipse animus, quaecumque forte gaudia de Scriptura Dei concepit, parturit et parere quaerit in auribus et mentibus vestris: praestate in vobis nidum sermoni. Commendatur enim et in Scriptura turtur, quaerere nidum sibi, ubi ponat pullos suos (Psal. LXXXIII, 4). Et hoc quod gestamus in manibus, Scriptura scilicet quam videtis, commendat nobis inquirendam et laudandam mulierem quamdam, de qua paulo ante, cum legeretur, audistis, magnam, habentem magnum virum, eum virum qui invenit perditam, ornavit inventam. De hac secundum lectionis tenorem, quam me portare conspicitis, pauca pro tempore, quae Dominus suggesserit, dicam. Dies enim est martyrum: et ideo magis laudanda est mater martyrum. Jam quae sit ista mulier, me proloquente accepistis: videte etiam ut me", + "candidate_score": 0.667823, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_1_3", + "bdc_text": "Fürgeliebtter herr und schwager , eüwer und all eüwers volcks gesundheitt wer mir ein gros ß fröüd zuͦ hörren . Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ; gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen .", + "psc_chunk_id": "038_Augustinus-Hipponensis_Sermones-de-Scripturis_window_2693", + "psc_text": "Non loquatur os nostrum vanitatem. Fac nos beatos de te, quia non perdemus te. Cum tenuerimus te, nec te perdemus, nec nos peribimus. Fac nos beatos de te, quia Beatus populus, cujus est Dominus Deus ipsius. Nec irascitur si dixerimus de Deo, Fundus noster. Legimus enim quoniam Dominus pars haereditatis meae (Psal. XV, 5) . Magna res, fratres, et haereditas ipsius sumus, et haereditas nostra est: quia et colimus eum, et colit nos. Nulla est injuria illi quia colit nos. Quia si nos colimus illum ut Deum nostrum, ille colit nos ut agrum suum. Et ut sciatis quia colit nos, audite eum quem misit nobis: Ego sum, inquit, vitis, vos estis palmites, Pater meus agricola est (Joan. XV, 1, 5) . Ergo colit nos. Sed si fructum reddamus, parat horreum. Si autem sub tanto cultore steriles esse voluerimus, et pro frumento spinas protulerimus: nolo dicere quod sequitur, ad gaudium finiamus.", + "candidate_score": 0.662101, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_6_8", + "bdc_text": "dan es lieber innimbt weder die andere artzney , und wölles dissem man geben , der eüch den brieff von mir bringt ; der wirtt eüch geben , waß sey kosten von meinenttwegen ; dan ich es im redlich widergeben wil ;", + "psc_chunk_id": "038_Augustinus-Hipponensis_Sermones-de-Scripturis_window_570", + "psc_text": "habent arrham, quam qui habent pignus. Eamdem quippe rem interpretes dicere voluerunt. Interest tamen aliquid in loquendi usu inter arrham et pignus. Pignus enim quando datur, cum datum fuerit propter quod pignus datum est, pignus aufertur. Jam multos vestrum intellexisse non dubito. Non video, sed ex collocutione, quia loquimini ad alterutrum, sentio eos qui intellexerunt, velle exponere iis qui nondum intellexerunt. Ergo planius aliquanto dicam, ut ad omnes perveniat. Accipis, verbi gratia, codicem ab amico tuo; ut tibi det, das aliquod pignus: cum reddideris quod accepisti, propter quod pignus posuisti, ille quod reddideris habebit, tu pignus recipies: non enim habebit ambas res. CAPUT IX. 9. Charitas verius arrha quam pignus dicitur. Quid ergo, fratres? Si charitatem modo Deus tanquam pignus dedit per Spiritum sanctum suum, cum rem ipsam reddiderit, qua promissa pignus dedit, auferendum est nobis pignus? Absit. Sed quod dedit, hoc implebit. Ergo melius arrha quam pignus. Aliquando enim", + "candidate_score": 0.628664, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_14", + "bdc_text": "Der allmechttig gott wölle euch und all eüwer volck in grosser gesunttheitt erhaltten , und gruͤssend mir sey alle samen .", + "psc_chunk_id": "038_Augustinus-Hipponensis_Sermones-de-Scripturis_window_2532", + "psc_text": "Obsecro autem vos, fratres. Multitudini dicebat: sed omnes unum facere volebat. Obsecro autem vos, fratres, ut idipsum dicatis omnes, et non sint in vobis schismata; sitis autem perfecti in eodem sensu, et in eadem scientia (I Cor. I, 10) . Et alio loco: Unanimes, unum sentientes, nihil per contentionem, neque per inanem gloriam (Philipp. II, 2, 3) . Et Dominus ad Patrem de suis: Ut sint unum, sicut et nos unum sumus (Joan. XVII, 22) . Et in Actibus Apostolorum: Multitudinis autem credentium erat anima una et cor unum (Act. IV, 32) . Ergo magnificate Dominum mecum, et exaltemus nomen ejus in unum (Psal. XXXIII, 4). Quia unum est necessarium, unum illud supernum, unum ubi Pater et Filius et Spiritus sanctus sunt unum. Videte nobis commendari unitatem. Certe Trinitas est Deus noster. Pater non est Filius, Filius non est Pater, Spiritus sanctus nec Pater est, nec Filius, sed amborum Spiritus:", + "candidate_score": 0.628039, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_7_9", + "bdc_text": "der wirtt eüch geben , waß sey kosten von meinenttwegen ; dan ich es im redlich widergeben wil ; dan er ist mir ein guͦtter fründ .", + "psc_chunk_id": "038_Augustinus-Hipponensis_Sermones-de-Scripturis_window_653", + "psc_text": "sunt judicia ejus, audisti, sufficiat tibi: et investigabiles viae ejus. Quis enim cognovit sensum Domini? aut quis consiliarius ejus fuit? aut quis prior dedit illi, et retribuetur ei? Quis prior dedit, cum totum gratis accepit? Quis prior dedit illi, et retribuetur ei? Si Dominus retribuere vellet, nihil nisi poenam debitam retribuisset. Nihil dederunt, ut eis retribueretur. Pro nihilo salvos faciet illos (Psal. LV, 8). Quis prior dedit illi, quasi suorum gratia meritorum? Quis prior dedit illi, quis praevenit gratiam, quae gratis datur? Si aliquid meritorum antevenit gratiam, jam non gratis datur, sed ex debito redditur. Si autem gratis non datur, gratia quare vocatur? Quis ergo prior dedit illi, et retribuetur ei? Quoniam ex ipso, et per ipsum, et in ipso sunt omnia (Rom. XI, 33, 36) . Quae utique, nisi omnia bona quae ab illo accepimus, et accepimus ut boni simus? Omne enim datum optimum, et omne donum perfectum desursum", + "candidate_score": 0.598336, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_19", + "bdc_text": "Eüwer erwirde dienstwillige schwester Margrett , Hanns Adelschwillers selligen verlassne wittfrouw .", + "psc_chunk_id": "038_Augustinus-Hipponensis_Sermones-de-Scripturis_window_2528", + "psc_text": "viduam mittebat? Nequaquam. Non pascendo defecerat, quando ad viduam mittebat: sed religiosam viduam, per obsequium exhibitum servo suo, benedicere disponebat. Sic ergo susceptus est Dominus, tanquam hospes, qui in sua propria venit, et sui eum non receperunt: sed quotquot receperunt eum, dedit eis potestatem filios Dei fieri (Joan. I, 11); adoptans servos, et fratres faciens; redimens captivos, et faciens cohaeredes. Ne quis tamen vestrum forsitan dicat: O beati qui Christum suscipere in domum propriam meruerunt! Noli dolere, noli murmurare quia temporibus natus es, quando jam Dominum non vides in carne: non tibi abstulit istam dignationem. Cum uni, inquit, ex minimis meis fecistis, mihi fecistis (Matth. XXV, 40) . CAPUT II. 3. Marthae et Mariae officium utrumque bonum: melius tamen Mariae. Haec de Domino pascendo in carne, sed pascente in spiritu, pauca pro tempore dixerimus: veniamus ad causam, quam de unitate proposui. Martha Dominum pascere disponens et praeparans, circa multum ministerium", + "candidate_score": 0.564909, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_19", + "bdc_text": "Eüwer erwirde dienstwillige schwester Margrett , Hanns Adelschwillers selligen verlassne wittfrouw .", + "psc_chunk_id": "038_Augustinus-Hipponensis_Sermones-de-Scripturis_window_2527", + "psc_text": "concorditer servierunt. Suscepit eum Martha, sicut solent suscipi peregrini. Sed tamen suscepit famula Dominum, aegra Salvatorem, creatura Creatorem. Suscepit autem Spiritu pascenda, in carne pascendum. Voluit enim Dominus formam servi accipere, et accepta forma servi in illa pasci a servis, dignatione, non conditione. Nam et ista dignatio fuit, se praebere pascendum. Habebat carnem, in qua esuriret quidem, et sitiret: sed nescitis quia in eremo esurienti Angeli ministrabant (Matth. IV, 11)? Ergo quod pasci voluit, pascenti praestitit. Quid autem mirum, si et de sancto Elia praestitit viduae, quem prius corvo ministrante pascebat (III Reg. XVII, 6)? Numquid pascendo defecerat, quando ad viduam mittebat? Nequaquam. Non pascendo defecerat, quando ad viduam mittebat: sed religiosam viduam, per obsequium exhibitum servo suo, benedicere disponebat. Sic ergo susceptus est Dominus, tanquam hospes, qui in sua propria venit, et sui eum non receperunt: sed quotquot receperunt eum, dedit eis potestatem filios Dei fieri (Joan. I, 11);", + "candidate_score": 0.563169, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 15, + "cf_id": "cf025", + "work_id": "078_Gregorius-I_Liber-antiphonarius", + "max_score": 0.664935, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_1_3", + "bdc_text": "Fürgeliebtter herr und schwager , eüwer und all eüwers volcks gesundheitt wer mir ein gros ß fröüd zuͦ hörren . Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ; gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen .", + "psc_chunk_id": "078_Gregorius-I_Liber-antiphonarius_window_103", + "psc_text": "Feria secunda. Antiph. Miserere mei, Domine, quoniam conculcavit me homo, tota die bellans tribulavit me. Psal. Conculcaverunt me inimici mei tota die, quoniam multi bellantes adversum me. Resp. Deus, exaudi Orationem meam, auribus percipe verba oris mei. Vers. Deus, in nomine tuo salvum me fac, et in virtute tua judica me. Off. Domine, convertere, et eripe animam meam, salvum me fac propter misericordiam tuam. Vers. 1. Domine, ne in ira tua 680 arguas me, neque in furore tuo corripias me. Vers. 2. Miserere mei, Domine, quoniam infirmus sum; sana me, Domine, quoniam conturbata sunt omnia ossa mea. Com. Dominus virtutum ipse est rex gloriae. Psal. Ipse. Feria tertia. Antiph. Exspecta Dominum, viriliter age, et confortetur cor tuum, et sustine Dominum. Psal. Dominus illuminatio mea et salus mea; quem timebo? Resp. Discerne causam meam, Domine, ab homine iniquo et doloso eripe me. Vers. Emitte lucem tuam et veritatem tuam, ipsa me", + "candidate_score": 0.664935, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_1_3", + "bdc_text": "Fürgeliebtter herr und schwager , eüwer und all eüwers volcks gesundheitt wer mir ein gros ß fröüd zuͦ hörren . Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ; gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen .", + "psc_chunk_id": "078_Gregorius-I_Liber-antiphonarius_window_258", + "psc_text": "Rex magnus super omnem terram. Off. Exspectans exspectavi Dominum, et respexit me, et exaudivit deprecationem meam; et misit in os meum canticum novum, Hymnum Deo nostro. Ad Com. Qui manducat carnem meam, et bibit sanguinem meum, in me manet, et ego in eo, dicit Dominus. Psal. ut supra. Hebdomada decima sexta. Antiph. Miserere mihi, Domine, quoniam ad te clamavi tota die; quia tu, Domine, suavis ac mitis es, et copiosus in misericordia omnibus invocantibus te. Psal. Inclina, Domine, aurem tuam mihi, et exaudi me, quoniam inops et pauper sum ego. 721 Resp. Bonum est confidere in Domino, quam confidere in homine. Vers. Bonum est sperare in Domino, quam sperare in principibus. Item Resp. Misit Dominus verbum suum. Vers. Confiteantur Domino. All. Dominus regnavit, exsultet terra, laetentur insulae multae. Offert. Domine, in auxilium meum respice. Confundantur et revereantur, qui quaerunt animam meam ut auferant eam. Domine, in auxilium meum respice. Vers.", + "candidate_score": 0.661101, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_1_3", + "bdc_text": "Fürgeliebtter herr und schwager , eüwer und all eüwers volcks gesundheitt wer mir ein gros ß fröüd zuͦ hörren . Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ; gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen .", + "psc_chunk_id": "078_Gregorius-I_Liber-antiphonarius_window_234", + "psc_text": "illi sanctos. Allel. Sancti tui, Domine. Off. Benedic anima. Ad Com. Messis quidem multa, operarii vero pauci. Rogate ergo Dominum messis, ut mittat operarios in messem suam. 715 Hebdomada prima post octavam Pentecostes. Antiph. Domine, in tua misericordia speravi, exsultavit cor meum in salutari tuo; cantabo Domino qui bona tribuit mihi. Psalm. Usquequo, Domine, oblivisceris me in finem? Usquequo avertis faciem tuam a me? Resp. Ego dixi, Domine, miserere mei, sana animam meam, quoniam peccavi tibi. Vers. Beatus qui intelligit super egenum et pauperem, in die mala liberavit cum Dominus. Item aliud Resp. Miserere mei, Domine, quoniam infirmus sum; sana me, Domine. Vers. Conturbata sunt omnia ossa mea, et anima mea turbata est valde. All. Dominus regnavit, decorem indutus est; indutus est Dominus fortitudinem, et praecinxit se virtute. Offert. Intende voci orationis meae. Vers. 1. Verba mea auribus percipe, Domine. Vers. 2. Dirige in conspectu tuo viam meam. Ad Com.", + "candidate_score": 0.656351, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_13_15", + "bdc_text": "kan man mir ouch kaine üb [er]kunnen . Der allmechttig gott wölle euch und all eüwer volck in grosser gesunttheitt erhaltten , und gruͤssend mir sey alle samen . Dattum Reinfelden den 27 .", + "psc_chunk_id": "078_Gregorius-I_Liber-antiphonarius_window_258", + "psc_text": "Rex magnus super omnem terram. Off. Exspectans exspectavi Dominum, et respexit me, et exaudivit deprecationem meam; et misit in os meum canticum novum, Hymnum Deo nostro. Ad Com. Qui manducat carnem meam, et bibit sanguinem meum, in me manet, et ego in eo, dicit Dominus. Psal. ut supra. Hebdomada decima sexta. Antiph. Miserere mihi, Domine, quoniam ad te clamavi tota die; quia tu, Domine, suavis ac mitis es, et copiosus in misericordia omnibus invocantibus te. Psal. Inclina, Domine, aurem tuam mihi, et exaudi me, quoniam inops et pauper sum ego. 721 Resp. Bonum est confidere in Domino, quam confidere in homine. Vers. Bonum est sperare in Domino, quam sperare in principibus. Item Resp. Misit Dominus verbum suum. Vers. Confiteantur Domino. All. Dominus regnavit, exsultet terra, laetentur insulae multae. Offert. Domine, in auxilium meum respice. Confundantur et revereantur, qui quaerunt animam meam ut auferant eam. Domine, in auxilium meum respice. Vers.", + "candidate_score": 0.652167, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_13_15", + "bdc_text": "kan man mir ouch kaine üb [er]kunnen . Der allmechttig gott wölle euch und all eüwer volck in grosser gesunttheitt erhaltten , und gruͤssend mir sey alle samen . Dattum Reinfelden den 27 .", + "psc_chunk_id": "078_Gregorius-I_Liber-antiphonarius_window_237", + "psc_text": "Cantabo Domino qui bona tribuit mihi, et psallam nomini Domini Altissimi. Psalm. XII. Hebdomada tertia Antiph. Respice in me, et miserere mei, Domine, quoniam unicus et pauper sum ego; vide humilitatem meam, et laborem meum, et dimitte omnia peccata mea, Deus meus. Psalm. Ad te, Domine, levavi animam meam; Deus meus, in te confido, non erubescam. Resp. Jacta cogitatum tuum in Domino, et ipse te enutriet. Vers. Dum clamarem ad Dominum, exaudivit vocem meam ab his qui appropinquant mihi. Item Resp. Adjutor in opportunitatibus, in tribulatione, sperent in te, qui noverunt te, quoniam non derelinques quaerentes te, Domine. Vers. Quoniam non in finem oblivio erit pauperis, patientia pauperum non peribit in aeternum; exsurge, Domine, non praevaleat homo. Allel. Diligam te, Domine, virtus mea, Dominus firmamentum meum, et refugium meum, et liberator meus. Off. Sperent in te omnes 716 qui noverunt nomen tuum, Domine, quoniam non derelinquis quaerentes te. Psallite Domino", + "candidate_score": 0.648596, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_1", + "bdc_text": "Fürgeliebtter herr und schwager , eüwer und all eüwers volcks gesundheitt wer mir ein gros ß fröüd zuͦ hörren .", + "psc_chunk_id": "078_Gregorius-I_Liber-antiphonarius_window_258", + "psc_text": "Rex magnus super omnem terram. Off. Exspectans exspectavi Dominum, et respexit me, et exaudivit deprecationem meam; et misit in os meum canticum novum, Hymnum Deo nostro. Ad Com. Qui manducat carnem meam, et bibit sanguinem meum, in me manet, et ego in eo, dicit Dominus. Psal. ut supra. Hebdomada decima sexta. Antiph. Miserere mihi, Domine, quoniam ad te clamavi tota die; quia tu, Domine, suavis ac mitis es, et copiosus in misericordia omnibus invocantibus te. Psal. Inclina, Domine, aurem tuam mihi, et exaudi me, quoniam inops et pauper sum ego. 721 Resp. Bonum est confidere in Domino, quam confidere in homine. Vers. Bonum est sperare in Domino, quam sperare in principibus. Item Resp. Misit Dominus verbum suum. Vers. Confiteantur Domino. All. Dominus regnavit, exsultet terra, laetentur insulae multae. Offert. Domine, in auxilium meum respice. Confundantur et revereantur, qui quaerunt animam meam ut auferant eam. Domine, in auxilium meum respice. Vers.", + "candidate_score": 0.632757, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 16, + "cf_id": "cf020", + "work_id": "028_Hieronymus-Stridonensis_Liber-Psalmorum-1", + "max_score": 0.662823, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_1_3", + "bdc_text": "Fürgeliebtter herr und schwager , eüwer und all eüwers volcks gesundheitt wer mir ein gros ß fröüd zuͦ hörren . Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ; gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen .", + "psc_chunk_id": "028_Hieronymus-Stridonensis_Liber-Psalmorum-1_window_190", + "psc_text": "Audiam quid loquatur Deus Dominus. loquetur enim pacem ad populum suum et ad sanctos suos, ut non convertantur ad stultitiam. Verumtamen prope est his qui timent eum salutare ejus. ut habitet gloria in terra nostra. Misericordia et veritas occurrerunt: justitia et pax deosculatae sunt. Veritas de terra orta est, et justitia de coelo prospexit. Sed et Dominus dabit bonum, et terra nostra dabit germen suum, Justitia ante eum ibit, et ponet in via gressus suos. ORATIO DAVID. [ LXXXVI.] Inclina, Domine, aurem tuam, exaudi me: quia egenus et pauper [Al. add. sum ] ego. Custodi animam meam, quia sanctus [h. misericors ] ego: salva servum tuum tu [Al. tacet tu], Deus meus, qui confidit in te. Miserere mei, Domine: quoniam ad te clamabo tota die. Laetifica animam servi tui: quia ad te, Domine, animam meam levo. Tu enim es, Domine, bonus: et propitiabilis, et multus misericordia omnibus qui invocant te.", + "candidate_score": 0.662823, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_13_15", + "bdc_text": "kan man mir ouch kaine üb [er]kunnen . Der allmechttig gott wölle euch und all eüwer volck in grosser gesunttheitt erhaltten , und gruͤssend mir sey alle samen . Dattum Reinfelden den 27 .", + "psc_chunk_id": "028_Hieronymus-Stridonensis_Liber-Psalmorum-1_window_243", + "psc_text": "propter iniquitatem suam [Al. iniquitates suas ]. Et vidit tribulationem eorum: cum audiret eos rogantes. Et recordatus est pacti sui cum eis: et poenituit [Al. ad. cum] secundum multitudinem misericordiae suae. Et dedit eos miserabiles: coram omnibus qui ceperant eos. Salva nos, Domine Deus noster, et congrega nos de gentibus: Ut confiteamur nomini sancto tuo, et canamus laudantes te. Benedictus Dominus Deus Israel. ab aeterno, et usque in aeternum [h. a saeculo et usque in saeculum ]: et dicet omnis populus, amen. Alleluia. [CVII.] Confitemini Domino, quoniam bonus: quoniam in aeternum [h. saeculum] misericordia ejus. Dicant redempti [Al. qui redempti sunt] a Domino: quos redemit de manu hostis. Et de terris congregavit eos, ab oriente et occidente: ab aquilone et mari: Erraverunt in solitudine, in deserta via: civitatem quae habitaretur, non repererunt. Esurientes et sitientes: anima eorum in ipsis deficiebat. Et clamaverunt ad Dominum in tribulatione sua: de afflictione [h.", + "candidate_score": 0.646373, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_12_14", + "bdc_text": "Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ; kan man mir ouch kaine üb [er]kunnen . Der allmechttig gott wölle euch und all eüwer volck in grosser gesunttheitt erhaltten , und gruͤssend mir sey alle samen .", + "psc_chunk_id": "028_Hieronymus-Stridonensis_Liber-Psalmorum-1_window_303", + "psc_text": "aeternum [h. saeculum] misericordia ejus. Et Og regem Basan: quoniam in aeternum [h. saeculum] misericordia ejus. Et dedit terra eorum [Al. add. in] haereditatem: quoniam in aeternum [h. saeculum] misericordia ejus. Haereditatem Israel servo suo: quoniam in aeternum [h. saeculum] misericordia ejus. Quia in humilitate nostra memor fuit nostri: quoniam in aeternum [h. saeculum] misericordia ejus. Et eripuit nos de tribulationibus nostris [h. Et redemit nos de hostibus nostris ]: quoniam in aeternum [h. saeculum] misericordia ejus. Qui dat panem omni carni: quoniam in aeternum [h. saeculum] misericordia ejus. Confitemini Deo coeli: quoniam in aeternum [h. saeculum] misericordia ejus. [ CXXXVII.] Super flumina Babylonis ibi sedimus, et flevimus: cum recordaremur Sion. Super salices in medio ejus: suspendimus citharas nostras. Quoniam ibi interrogaverunt nos qui captivos duxerunt nos verba carminis [h. cantionum ]; Et qui affligebant nos laeti: canite nobis de canticis Sion. Quomodo cantabimus canticum Domini, in terra aliena? Si", + "candidate_score": 0.646061, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0_2", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor . Fürgeliebtter herr und schwager , eüwer und all eüwers volcks gesundheitt wer mir ein gros ß fröüd zuͦ hörren . Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ;", + "psc_chunk_id": "028_Hieronymus-Stridonensis_Liber-Psalmorum-1_window_105", + "psc_text": "auribus percipite, universi habitatores occidentis [h. orbis ]. Tam filii Adam, quam filii [h. viri] singulorum: simul dives et pauper. Os meum loquetur sapientias [Al. sapientiam ], et meditatio cordis mei prudentias [Al. prudentiam ]. Inclinabo [Al. inclino] ad parabolam aurem meam: aperiam in cithara aenigma meum. Quare timebo in diebus mali? iniquitas calcanei mei circumdabit me. Qui fiduciam habent in fortitudine sua, et in multitudine divitiarum suarum superbiunt. Fratrem redimens non redimet vir: nec dabit Deo propitiationem pro eo: et pretium redemptionis animae eorum: Sed quiescet in saeculo, et vivet ultra in sempiternum, et non videbit interitum [Al. in aeternum ], cum viderit sapientes morientes: Simul insipiens et indoctus peribunt, et relinquent alienis divitias suas. Interiora sua domos suas in saeculo, tabernacula sua in generatione et generatione: vocaverunt nominibus suis terras [Al. add. suas]. Et homo in honore non commorabitur: assimilatus jumentis [Al. ad. est], et exaequatus est. Haec", + "candidate_score": 0.637109, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_1", + "bdc_text": "Fürgeliebtter herr und schwager , eüwer und all eüwers volcks gesundheitt wer mir ein gros ß fröüd zuͦ hörren .", + "psc_chunk_id": "028_Hieronymus-Stridonensis_Liber-Psalmorum-1_window_190", + "psc_text": "Audiam quid loquatur Deus Dominus. loquetur enim pacem ad populum suum et ad sanctos suos, ut non convertantur ad stultitiam. Verumtamen prope est his qui timent eum salutare ejus. ut habitet gloria in terra nostra. Misericordia et veritas occurrerunt: justitia et pax deosculatae sunt. Veritas de terra orta est, et justitia de coelo prospexit. Sed et Dominus dabit bonum, et terra nostra dabit germen suum, Justitia ante eum ibit, et ponet in via gressus suos. ORATIO DAVID. [ LXXXVI.] Inclina, Domine, aurem tuam, exaudi me: quia egenus et pauper [Al. add. sum ] ego. Custodi animam meam, quia sanctus [h. misericors ] ego: salva servum tuum tu [Al. tacet tu], Deus meus, qui confidit in te. Miserere mei, Domine: quoniam ad te clamabo tota die. Laetifica animam servi tui: quia ad te, Domine, animam meam levo. Tu enim es, Domine, bonus: et propitiabilis, et multus misericordia omnibus qui invocant te.", + "candidate_score": 0.627614, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 17, + "cf_id": "cf010", + "work_id": "004_Cyprianus-Carthaginensis_Testimonia-adversus-Judaeos", + "max_score": 0.662318, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_4_6", + "bdc_text": "Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im . Und ist mein gar frünttlich bitt an eüch , ir wöllen mir me der zuckererbslin schicken ; dan es lieber innimbt weder die andere artzney , und wölles dissem man geben , der eüch den brieff von mir bringt ;", + "psc_chunk_id": "004_Cyprianus-Carthaginensis_Testimonia-adversus-Judaeos_window_76", + "psc_text": "At ubi advenit impletio temporis, misit Deus Filium suum natum de muliere (Gal. IV, 4). Item in Epistola Joannis: Omnis spiritus qui confitetur Jesum Christum in carne venisse, de Deo est. Qui autem negat in carne venisse, de Deo non est, sed est de antichristi spiritu (I Joan. IV, 2, 3). CAP. IX. - QUOD HOC FUTURUM ESSET SIGNUM NATIVITATIS EJUS, UT DE VIRGINE NASCERETUR HOMO ET DEUS, HOMINIS ET DEI FILIUS. Apud Esaiam: Et adjecit Dominus loqui ad Achaz dicens: Pete tibi signum a Deo Domino tuo in altitudinem sursum et in altitudinem deorsum. Et dixit Achaz: Non petam, et non tentabo Dominum Deum meum. Et dixit: Audite itaque, domus David. Non pusillum vobis certamen cum hominibus, quoniam Deus praestat agonem. Propter hoc dabit Deus ipse vobis signum. Ecce virgo in uterum accipiet, et pariet filium, et vocabitis nomen ejus Emmanuel. Butyrum et mel manducabit priusquam sciat reprobare malum", + "candidate_score": 0.662318, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 18, + "cf_id": "cf052", + "work_id": "051_Prosper-Aquitanus_Expositio-Psalmorum-a-C-usque-ad-CL", + "max_score": 0.661693, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_12_14", + "bdc_text": "Han ouch befollen , das m[an] mir von Bassel söll bringen ; kan man mir ouch kaine üb [er]kunnen . Der allmechttig gott wölle euch und all eüwer volck in grosser gesunttheitt erhaltten , und gruͤssend mir sey alle samen .", + "psc_chunk_id": "051_Prosper-Aquitanus_Expositio-Psalmorum-a-C-usque-ad-CL_window_429", + "psc_text": "Og coacervantem Basan; hoc est, confusionis: quid enim coacervat diabolus nisi confusionem? (Vers. 21, 22.) Et dedit terram eorum haereditatem, haereditatem Israel populo suo. Dat etiam, quos diabolus possidebat, haereditatem semini Abrahae, quod est Christus (Gal. III, 16). (Vers. 23, 24.) Quia in humilitate nostra memor fuit nostri, et redemit nos ab inimicis nostris. Redemit nos sanguine Unigeniti sui. (Vers. 25.) Qui dat escam omni carni. Haec est esca de qua Dominus dicit, Caro mea vera est esca (Joan. VI, 56) , quae datur omnibus gentibus: quia nullus renatorum fidelium ab esu ejus excipitur. (Vers. 26, 27.) Confitemini Domino coeli; confitemini Domino dominorum, quoniam in aeternum misericordia ejus. Quod hic ait, Domino coeli, hoc videtur superius dixisse, Deo deorum; et quod ibi subdidit, hoc etiam hic connexuit, Confitemini Domino deorum: ut si sunt qui dicantur dii, et domini, sive in coelo, sive in terra: 494 nobis tamen unus sit Deus", + "candidate_score": 0.661693, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_3", + "bdc_text": "gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen .", + "psc_chunk_id": "051_Prosper-Aquitanus_Expositio-Psalmorum-a-C-usque-ad-CL_window_519", + "psc_text": "Si non blandiretur, 519 nulla esset correctio (Sent. 70). Ministri igitur eloquiorum Dei et misericordiam ejus, et justitiam praedicabunt; et sicut regnum aeternum, ita ignem perpetuum non tacebunt: ut in via qua ad retributionem tenditur constituti, sciant quid eligere debeant, quid cavere. Magnitudinem autem Dei, quae non habet finem, quomodo enarrabunt, nisi quia semper hoc praedicabunt, quod finis ejus nequeat inveniri? Ineffabilium enim nullus eloquentior est narrator quam qui fatetur inexplicabilia esse quae loquitur. Hi ergo, inquit, narratores magnitudinis tuae memoriam abundantiae suavitatis tuae eructabunt, quia non es oblitus nostri, nosque tui meminisse facis. Doctrina itaque sana hoc de abundantia suavitatis divinae ructat, facitque eructari, ut omnes boni Dei gratia se regi, Dei gratia noverint custodiri, et per ipsam sibi, ut de illa possint gaudere, praestari. (Vers. 8-9.) Misericors et miserator Dominus, longanimis et multum misericors. Suavis Dominus universis, et miserationes ejus super omnia opera ejus. Misericordia et gratia, bonitas", + "candidate_score": 0.639501, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_0_2", + "bdc_text": "Erwirdiger , hochgelertter , insunders lieber herr und schwager , mein früntlichen gruͦ ß seye euwer erwirde allzeitt zuͦvor . Fürgeliebtter herr und schwager , eüwer und all eüwers volcks gesundheitt wer mir ein gros ß fröüd zuͦ hörren . Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ;", + "psc_chunk_id": "051_Prosper-Aquitanus_Expositio-Psalmorum-a-C-usque-ad-CL_window_183", + "psc_text": "Excelsus super omnes gentes Dominus, et super coelos gloria ejus. Non solum super omnes gentes majestas Domini, sed etiam super coelos gloria ejus excelsa est. (Vers. 5, 6.) Quis sicut Dominus Deus noster, qui in altis habitat, et humilia respicit in coelo et in terra? Per Isaiam Spiritus ita loquitur: Haec dicit Altissimus in excelsis habitans, in aeternum nomen ei Dominus altissimus, in sanctis requiem habens (Isai. LVII, 15) . Meritoque coelum intelliguntur, qui habitantur a Domino; qui cum sint sancti, atque ideo excelsi, iidem tamen sunt humiles, neque aliunde nisi de humilitate sublimes. In altis itaque Dominus habitat, id est, in sanctis, et spiritalibus atque coelestibus; et humilia respicit, id est, ipsos sanctos, numquam in se, sed semper in Domino gloriantes. Delectatur enim altitudine humilium, et humilitate celsorum. In coelo et in terra, hoc est, quorum conversatio in coelis est, licet mortali sint carne circumdati. Si vero alia sunt", + "candidate_score": 0.636137, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 19, + "cf_id": "cf016", + "work_id": "stoa0022.stoa035.opp-lat1", + "max_score": 0.659093, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_4_6", + "bdc_text": "Und , lieber herr und schwager , eüwer artzney , die ir mir meinem Aneli geschickt hand , die han ich im ingeben , und seind 3 groß würm von im gangen , das es jetz , gott sey lob , ein wenig ruͦw hatt , aber geheblt seych nach veil zeytt wie vor , das ich gedenck , es habe nach me bey im . Und ist mein gar frünttlich bitt an eüch , ir wöllen mir me der zuckererbslin schicken ; dan es lieber innimbt weder die andere artzney , und wölles dissem man geben , der eüch den brieff von mir bringt ;", + "psc_chunk_id": "stoa0022.stoa035.opp-lat1_window_113", + "psc_text": "fecit aduentu. est inquit frumentum in Aegypto, hoc est: ubi maior fames, ibi maior ubertas est. magnum frumentum in Aegypto. denique et deus pater dicit: ex Aegypto uocaui filium meum. ex isto grano illa fecunditas; neque enim messis esse potuisset, nisi Aegyptii granum ante seuissent. est ergo frumentum, quod nemo ante esse credebat; in hoc frumento negotiantur patriarchae. et illi quidem argentum c detulerant, sed bonus losephIoseph frumentum dedit, argentum reddidit; non enim pecunia emitur Christus, sed gratia: pretium tuum fides est, hac emuntur diuina mysteria. portat autem frumentum hoc asinus ille ante inmundus in lege, sed iam mundus in gratia.- § 46 Tenebatur tamen Beniamin iunior et patrio adhuc haerebat D adfectu. tenebant eum legis uincula, mos paternus. fames inualescebat, quia sero ueniebat. intercedunt pro eo duo, Ruben E et ludas, hoc est humilitas atque confessio. his uadibus aput patrem utitur, his committitur, quorum unus primitiuus, alius resuscitatilsresuscitatus. lex", + "candidate_score": 0.659093, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_16_18", + "bdc_text": "tag mertzens im 1570 . jaa . Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen .", + "psc_chunk_id": "stoa0022.stoa035.opp-lat1_window_132", + "psc_text": "quia uidere nihil proderat. nec solum uidisse contentus quasi nesciret interrogauit: hic frater uester est adulescentior? consuetudo et gratia caritatis est, ut dilectos nobis non solum oculis, sed etiam sermone teneamus. agnouerat Ioseph dilectum suum, sed ideo interrogabat, ut D quem tenebat animus uox sonaret. § 57 demque non expectauit ut responderetur, sed continuo benedixit eum et turbatus est desiderii sui fructu. torquebantur autem uiscera eius, quia conplectendi eius quem desiderauerat libertas differebatur. denique ingressus in promptuarium plorauit et lauit faciem suam et continuit se. grandis amoris aculei cito corda conpungunt, nisi desiderii frena laxentur. uincebatur E 3 Gen. 43, 27 8 Gen. 43, 28 17 Gen. 43, 28 23 Gen. 43, 29 25 Gen. 43, 29 sq. 4 pater nr (nr ex nr ml SP) puer tuus N' 5 illi WE nominauerunt N 7 proprior B et (r alt. exp. m2) W proprie PD 10 tenet IIVDOT habet Sl'", + "candidate_score": 0.59121, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 20, + "cf_id": "cf025", + "work_id": "078_Gregorius-I_Liber-responsalis", + "max_score": 0.658778, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_1_3", + "bdc_text": "Fürgeliebtter herr und schwager , eüwer und all eüwers volcks gesundheitt wer mir ein gros ß fröüd zuͦ hörren . Umb mich und mein Anelin statt es nach also in unsserem blöden wessen ; gott der herr wölle unß gesunttheit geben nach seinem weillen .", + "psc_chunk_id": "078_Gregorius-I_Liber-responsalis_window_111", + "psc_text": "Antiph. Miserere mei, Deus, et a delicto meo munda me, quia tibi soli peccavi. Ant. Confitebor tibi, Domine, quoniam exaudisti me. Ant. Deus, Deus meus, ad te de luce vigilo; quia factus es adjutor meus. Ant. Benedictus es in firmamento coeli, et laudabilis in saecula, Deus noster. Ant. Laudate Dominum de coelis. In Evangelio. Antiph. Semen cecidit in terram bonam, et attulit fructum in patientia. Ant. Semen cecidit in terram bonam, et tulit fructum aliud centesimum, et aliud sexagesimum. Ant. Jesus haec dicens clamabat: Qui habet aures audiendi, audiat. Ant. Vobis datum est nosse mysterium regni Dei, caeteris autem in parabolis, dixit Jesus discipulis suis. Ant. Qui verbum Dei retinet, corde perfecto et optimo, fructum afferet in patientia. Ant. Si vere, fratres, divites esse cupitis, veras divitias amate. Ant. Si culmen veri honoris quaeritis, ad illam coelestem patriam quantocius properate. 760 Responsoria in Quinquagesimam.--Ad Invitatorium. Antiph. Quoniam Deus magnus Dominus,", + "candidate_score": 0.658778, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_13_15", + "bdc_text": "kan man mir ouch kaine üb [er]kunnen . Der allmechttig gott wölle euch und all eüwer volck in grosser gesunttheitt erhaltten , und gruͤssend mir sey alle samen . Dattum Reinfelden den 27 .", + "psc_chunk_id": "078_Gregorius-I_Liber-responsalis_window_557", + "psc_text": "Resp. Hic est fratrum amator, et populi Israel; hic est qui multum orat pro populo, et universa sancta civitate Jerusalem. Vers. Ecce quam bonum et quam jucundum habitare fratres in unum. Et universa. Resp. Exaudiat Dominus Orationes vestras, et reconcilietur vobis; nec vos deserat in tempore malo Dominus Deus vester. Vers. Adaperiat Dominus cor vestrum in lege sua, et in praeceptis suis; et faciat pacem Dominus. Resp. Congregatae sunt gentes in multitudine, ut dimicent contra nos, et ignoramus quid agere debeamus. Domine Deus, ad te sunt oculi nostri, ne pereamus. Vers. Qui regis. Vers. Tu scis quae cogitant in nos, quomodo poterimus subsistere ante faciem illorum, nisi tu adjuves nos. Domine Deus. Resp. Tu, Domine universorum, qui nullam habes indigentiam, voluisti templum tuum fieri in nobis. Conserva domum istam immaculatam in aeternum, Domine. Vers. Qui regis. Conserva. 864 Antiphonae in eodem. Antiph. Lugebat autem Judam Israel planctum magnum, et dicebat:", + "candidate_score": 0.652715, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_13_15", + "bdc_text": "kan man mir ouch kaine üb [er]kunnen . Der allmechttig gott wölle euch und all eüwer volck in grosser gesunttheitt erhaltten , und gruͤssend mir sey alle samen . Dattum Reinfelden den 27 .", + "psc_chunk_id": "078_Gregorius-I_Liber-responsalis_window_572", + "psc_text": "Ant. Respexisti humilitatem meam, Domine Deus meus. Ant. Respice humilitatem meam, Domine. Ant. Respexit Dominus humilitatem meam, et fecit in me magna, qui potens est. Ant. Quia respexit Deus humilitatem meam, beatam me dicent omnes generationes. Ant. Quia fecit mihi Dominus magna quia potens est, et sanctum nomen ejus. Ant. Qui fecit in me magna, potens est; recordatus Dominus misericordiae suae. Ant. Recordatus mei Deus, fecit in me magna quia potens est. Ant. Fecit in me Deus meus magna quia potens est, et sanctum nomen ejus. Ant. Fac nobiscum, Domine, magna, quia potens es, sicut locutus es. Ant. Sanctum est nomen tuum, Domine, a progenie in progenies. Ant. Misericordia Dei et sanctum nomen ejus, super timentibus eum. Ant. Misericordia Domini a progenie in progenies, timentibus eum. Ant. A progenie in progenies misericordia tua, Domine. Ant. Super timentes Dominum misericordia ejus. Ant. Fecit potentiam Dominus in brachio suo, et exaltavit humiles.", + "candidate_score": 0.641619, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_1", + "bdc_text": "Fürgeliebtter herr und schwager , eüwer und all eüwers volcks gesundheitt wer mir ein gros ß fröüd zuͦ hörren .", + "psc_chunk_id": "078_Gregorius-I_Liber-responsalis_window_557", + "psc_text": "Resp. Hic est fratrum amator, et populi Israel; hic est qui multum orat pro populo, et universa sancta civitate Jerusalem. Vers. Ecce quam bonum et quam jucundum habitare fratres in unum. Et universa. Resp. Exaudiat Dominus Orationes vestras, et reconcilietur vobis; nec vos deserat in tempore malo Dominus Deus vester. Vers. Adaperiat Dominus cor vestrum in lege sua, et in praeceptis suis; et faciat pacem Dominus. Resp. Congregatae sunt gentes in multitudine, ut dimicent contra nos, et ignoramus quid agere debeamus. Domine Deus, ad te sunt oculi nostri, ne pereamus. Vers. Qui regis. Vers. Tu scis quae cogitant in nos, quomodo poterimus subsistere ante faciem illorum, nisi tu adjuves nos. Domine Deus. Resp. Tu, Domine universorum, qui nullam habes indigentiam, voluisti templum tuum fieri in nobis. Conserva domum istam immaculatam in aeternum, Domine. Vers. Qui regis. Conserva. 864 Antiphonae in eodem. Antiph. Lugebat autem Judam Israel planctum magnum, et dicebat:", + "candidate_score": 0.624619, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_14_16", + "bdc_text": "Der allmechttig gott wölle euch und all eüwer volck in grosser gesunttheitt erhaltten , und gruͤssend mir sey alle samen . Dattum Reinfelden den 27 . tag mertzens im 1570 .", + "psc_chunk_id": "078_Gregorius-I_Liber-responsalis_window_100", + "psc_text": "Ant. Beatus Valentinus dedit Orationem dicens: Deus qui dispersa congregas, et congregata separas, auge fidem et fiduciam servis tuis. Per Christum Dominum nostrum. ( Desunt quatuor lineae in Ms.) Responsoria cum Alleluia in Septuagesima. Resp. Alleluia. Dum praesens est imitantur illam, et desiderant eam dum se eduxerit, et in perpetuum coronata triumphat ante Dominum, allel. Vers. Sola namque tenes principatum in conspectu Domini; propterea revertere in thesauros tuos. Ante. Resp. Multiplicantur a Domino anni tui, alleluia. Per viam sapientiae incedas, et per semitam justitiae revertaris ad nos, alleluia, allel. Vers. Sola namque, ut supra. Et per semitam. Resp. Allel. Revertere in thesauros tuos, te benedicent angeli, allel., allel. Vers. Sola namque, ut supra. Te benedicent. Resp. Allel. Sola tenes principatum in conspectu Domini; propterea revertere in thesauros tuos, te benedicent angeli, quia placuisti Domino, allel., allel. Vers. Angelus Domini bonus comitetur tecum, et bene disponat itinere tuo. Quia placuisti. Resp.", + "candidate_score": 0.623716, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_17_19", + "bdc_text": "jaa . Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen . Eüwer erwirde dienstwillige schwester Margrett , Hanns Adelschwillers selligen verlassne wittfrouw .", + "psc_chunk_id": "078_Gregorius-I_Liber-responsalis_window_474", + "psc_text": "supra. Et fructus vester. ( Desunt duae lineae in Ms. ) Antiphonae in matutinis Laudibus. Antiph. Hoc est praeceptum meum ut diligatis invicem sicut dilexi vos. Ant. Majorem charitatem nemo habet, ut animam suam ponat quis pro amicis suis. Ant. Vos amici mei estis, si feceritis quae praecipio vobis, allel. Ant. Beati mundo corde, quoniam Deum videbunt. Ant. In patientia vestra possidebitis animas vestras. Vers. Constitues eos principes. In Evangelio. Antiph. Vos qui reliquistis omnia, et secuti estis me, centuplum accipietis, et vitam aeternam possidebitis. Ant. Vos qui secuti estis me, sedebitis super sedes judicantes duodecim tribus Israel, allel. Item Antiphonae in matutinis Laudibus. Antiph. Ego vos elegi de mundo, ut eatis et fructum plurimum afferatis. Ant. Qui manet in me, et ego in eo, hic fert fructum multum, allel. Ant. Non vos me elegistis, sed ego elegi vos, et posui vos ut eatis, et fructum afferatis, et fructus vester", + "candidate_score": 0.611947, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_17_19", + "bdc_text": "jaa . Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen . Eüwer erwirde dienstwillige schwester Margrett , Hanns Adelschwillers selligen verlassne wittfrouw .", + "psc_chunk_id": "078_Gregorius-I_Liber-responsalis_window_463", + "psc_text": "Antiphonae in matutinis Laudibus.--In Evangelio. Antiph. Unus ex duobus, ut supra. Ant. Videns Andreas crucem, cum gaudio dicebat: Quia amator tuus semper fui et desideravi. Amplector te, o bona crux. Ant. Ego si patibulum crucis expavescerem, crucis gloriam non praedicarem. Ant. Non me permittas, ut supra. Ant. Christus me misit. 842 In die ad Vesperas. Antiph. Juravit, cum reliquis, ut supra. In Evangelio. Antiph. Concede nobis, ut supra. Ant. Biduo vivens pendebat in cruce, ut supra. Ant. Andreas apostolus Domini magnum operatus est miraculum in templo Dei. Praedicandum [ Forte praedicando] jugiter convertit populum Mirmidonium. In vigilia sanctae Luciae virginis. Ad Vesperas. Antiph. Orante sancta Lucia, apparuit ei beata Agathes, et consolabatur ancillam Christi. Responsoria unde supra. Resp. Lucia virgo, quid a me petis quod ipsa poteris praestare continuo? Nam et matri tuae fides tua subveniat, et ecce salva est, quia jucundum Domini in tua virginitate habitaculum praeparasti. Vers. Sicut", + "candidate_score": 0.595676, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_17_19", + "bdc_text": "jaa . Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen . Eüwer erwirde dienstwillige schwester Margrett , Hanns Adelschwillers selligen verlassne wittfrouw .", + "psc_chunk_id": "078_Gregorius-I_Liber-responsalis_window_513", + "psc_text": "et dedit illi sacerdotium magnum. Vers. Justum deduxit Dominus. Ant. Qui me dignatus es de stercore erigere, miserere mihi servo tuo; et concede mihi gratiam ad regendam plebem tuam. Ant. Luce splendida fulgebis, et omnes fines terrae adorabunt te; nomen magnum invocabunt te. In die ad Vesperas. Antiph. Virgam virtutis tuae. Psal. Dixit Dominus. Ant. In concilio justorum. Psal. Confitebor. Ant. Potens in terra erit semen. Psal. Beatus vir. Ant. Pretiosa in conspectu. Psal. Credidi. Ant. Justi confitebuntur. Psal. Eripe me, Domine. Vers. Ecce sacerdos magnus. In Evangelio. Antiph. Hodie huic domui salus a Deo facta est, atque supra firmam petram aedificata est Ecclesia Dei. Ant. Architectus fundavit domum istam, et sanctificavit eam, alleluia, quia sancta sanctorum manebunt in ea, alleluia. In vigilia unius virginis, ad Vesperas. Vers. Specie tua. Ant. Simile est regnum coelorum homini negotiatori quaerenti bonas margaritas; 854 inventa una pretiosa, dedit omnia sua, et comparavit eam.", + "candidate_score": 0.594836, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_17_19", + "bdc_text": "jaa . Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen . Eüwer erwirde dienstwillige schwester Margrett , Hanns Adelschwillers selligen verlassne wittfrouw .", + "psc_chunk_id": "078_Gregorius-I_Liber-responsalis_window_100", + "psc_text": "Ant. Beatus Valentinus dedit Orationem dicens: Deus qui dispersa congregas, et congregata separas, auge fidem et fiduciam servis tuis. Per Christum Dominum nostrum. ( Desunt quatuor lineae in Ms.) Responsoria cum Alleluia in Septuagesima. Resp. Alleluia. Dum praesens est imitantur illam, et desiderant eam dum se eduxerit, et in perpetuum coronata triumphat ante Dominum, allel. Vers. Sola namque tenes principatum in conspectu Domini; propterea revertere in thesauros tuos. Ante. Resp. Multiplicantur a Domino anni tui, alleluia. Per viam sapientiae incedas, et per semitam justitiae revertaris ad nos, alleluia, allel. Vers. Sola namque, ut supra. Et per semitam. Resp. Allel. Revertere in thesauros tuos, te benedicent angeli, allel., allel. Vers. Sola namque, ut supra. Te benedicent. Resp. Allel. Sola tenes principatum in conspectu Domini; propterea revertere in thesauros tuos, te benedicent angeli, quia placuisti Domino, allel., allel. Vers. Angelus Domini bonus comitetur tecum, et bene disponat itinere tuo. Quia placuisti. Resp.", + "candidate_score": 0.594313, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_17_19", + "bdc_text": "jaa . Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen . Eüwer erwirde dienstwillige schwester Margrett , Hanns Adelschwillers selligen verlassne wittfrouw .", + "psc_chunk_id": "078_Gregorius-I_Liber-responsalis_window_475", + "psc_text": "Antiphonae in matutinis Laudibus. Antiph. Ego vos elegi de mundo, ut eatis et fructum plurimum afferatis. Ant. Qui manet in me, et ego in eo, hic fert fructum multum, allel. Ant. Non vos me elegistis, sed ego elegi vos, et posui vos ut eatis, et fructum afferatis, et fructus vester maneat. Ant. Beati pacifici, beati mundo corde, quoniam ipsi Deum videbunt. Ant. Jam non dicam vos servos, sed amicos meos, quia omnia quaecunque audivi a Patre meo, nota feci vobis. In Evangelio. Antiph. Vos estis lux hujus mundi. In patientia 845 possidebitis animas vestras. Ant. Vestri capilli capitis omnes numerati sunt; nolite timere, multis passeribus meliores estis vos. Ant. Non enim vos estis qui loquimini, sed Spiritus Patris vestri, qui loquitur in vobis, dicit Dominus. Ant. Quodcunque petieritis Patrem in nomine meo, dabitur vobis a Patre meo, dicit Dominus. Item Antiphonae in matutinis Laudibus. Antiph. Ego vos elegi de mundo,", + "candidate_score": 0.592233, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8221_sent_17_19", + "bdc_text": "jaa . Mein Anelin laß eüch als sein hertzlieben vetteren und all seine lieben vetteren und bässenen , die kleinen und die grossen vast gruͤtzen . Eüwer erwirde dienstwillige schwester Margrett , Hanns Adelschwillers selligen verlassne wittfrouw .", + "psc_chunk_id": "078_Gregorius-I_Liber-responsalis_window_97", + "psc_text": "in somnis, dicens. Defuncti. Resp. Cum essem puella in domo patris mei, desponsavit me vir Judaeus, et amavit me Christus Deus. Vers. Ecce enim ex hoc beatam me dicent omnes generationes. Et amavit me. Resp. Accipiens Simeon puerum in manibus, gratias agens benedixit Dominum. Vers. Lumen ad revelationem. Antiphonae in matutinis Laudibus. Antiph. Responsum accepit Simeon a Spiritu sancto, non visurum se mortem, nisi videret Dominum. Ant. Accipiens Simeon puerum in manibus, gratias agens benedixit Dominum. Ant. Revertere in terram Judam; mortui sunt enim qui quaerebant animam pueri. Ant. Obtulerunt pro eo Domino par turturum, aut duos pullos columbarum. Ant. Simeon justus et timoratus exspectabat redemptionem Israel; et Spiritus sanctus erat in eo. Vers. Responsum accepit Simeon. In Evangelio. Antiph. Simeon puerum portabat, puer autem senem regebat. Quem Virgo peperit, et post partum virgo permansit. Ipsum quem genuit adoravit. Ant. Tolle puerum et matrem ejus, et vade in terram Juda.", + "candidate_score": 0.58963, + "ce_score": null + } + ] + } + ], + "biblical_hits": [] +} \ No newline at end of file