diff --git "a/8/8688.json" "b/8/8688.json" new file mode 100644--- /dev/null +++ "b/8/8688.json" @@ -0,0 +1,2442 @@ +{ + "letter_id": "8688", + "bd_url": "https://www.bullinger-digital.ch/letter/8688", + "dominant_topic": 12, + "topic_dist": [ + 0.041042, + 0.045125, + 0.046187, + 0.037511, + 0.044531, + 0.076924, + 0.041155, + 0.055, + 0.051283, + 0.04714, + 0.04136, + 0.040531, + 0.078829, + 0.045851, + 0.074859, + 0.072992, + 0.04117, + 0.042356, + 0.04012, + 0.036034 + ], + "citations": [ + { + "rank": 1, + "cf_id": "cf018", + "work_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1", + "max_score": 0.696408, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10_12", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc. Sagt min h von Cham selig , ich sölltigen die sach annemmen mit der zuͦchen , und mit klagen . Wenn dann mitt der zyt mir manglete und ichs anzeigte , wölte erst hälleffen , und wurdent dann min gl. das best Uff sömliche zuͦsag , stuͤnd ich für ein ersammen radt Zürych und erklagt mich nüt , sunder namm den stand guͦt willig Nun me aber , so ich zuͦ Glaris ob einem jar gehuset , befind ich leyder , so ich alles , was ich darff , brot , wyn , kleyder , buͦcher und in alles , das ich bruͦchen muͦ ß", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_2162", + "psc_text": "9 τοῦ < Μ 10 * etwa <καὶ ἐφοβήθη, ὡς> * | ἄλλοι] ἀλλότριοι Μ 11 ὁ < Μ 12 τοῦ < Μ | γὰρ < U | <φησι> * 14 ἰδεῖν hinter ἀληθείᾳ U 15 vor σώφρονι + ἐν U 17 θελήσωσι Μ | <ὅτι> * οἱ ἰδόντες τοὺς δύο τοὺς ἐν ἐσθήσεσι λευκαῖς οὐκ ἐν παραπληθίᾳ ὁρῶσιν, ἀλλὰ ἤκουον ἐρρωμένῃ τῇ διανοίᾳ ὅτι »ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε εἰς τὸν οὐρανὸν ἀτενίζοντες; οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανὸν ἀναληφθεὶς οὕτως ἐλεύσεται« καὶ τὰ ἑξῆς. εἶτα δὲ καὶ Πέτρος, ὡς ἔφην, ὁρῶν καὶ ἀκούων καὶ ἀποκρινόμενος καὶ λέγων »μηδαμῶς, κύριε«, εὐσταθῶν ἦν τῇ διανοίᾳ. Ἄγαβος γὰρ προφητεύων ἔλεγεν καὶ μετὰ σχήματος θαυμαστοῦ αἰνιττόμενος, λαβὼν τὴν ζώνην τοῦ Παύλου καὶ δήσας τοῖς ἰδίοις ποσὶν φησίν »οὗτος οὗ ἐστιν ἡ ζώνη αὕτη, δήσουσιν αὐτὸν καὶ ἀποίσουσιν εἰς Ἱερουσαλήμ«. ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐν Ἀντιοχείᾳ κατῆλθον προφῆται καὶ κατήγγελλον λιμὸν ἔσεσθαι", + "candidate_score": 0.696408, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10_12", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc. Sagt min h von Cham selig , ich sölltigen die sach annemmen mit der zuͦchen , und mit klagen . Wenn dann mitt der zyt mir manglete und ichs anzeigte , wölte erst hälleffen , und wurdent dann min gl. das best Uff sömliche zuͦsag , stuͤnd ich für ein ersammen radt Zürych und erklagt mich nüt , sunder namm den stand guͦt willig Nun me aber , so ich zuͦ Glaris ob einem jar gehuset , befind ich leyder , so ich alles , was ich darff , brot , wyn , kleyder , buͦcher und in alles , das ich bruͦchen muͦ ß", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_3391", + "psc_text": "ἐγερῶ U 21 τοιαύτῃ] τῇ αὐτοῦ U | ♦ etwa > * 23 τῶν δὲ2] τῆς δὲ U 24 θήρων U | etwa τὰ λείψανα συνάγει καὶ ὁλοσχερεῖς ἡμᾶς εἰς παλιγγενεσίαν> * vgl. S. 520, 7f Εἰ γὰρ τὰ <ὄντα> ἐξ οὐκ ὄντων ἐποίησεν εἰς τὸ εἶναι, πόσῳ δὴ μᾶλλον τὸ ὄν εἰς τὴν ἰδίαν κατάστασιν εὐχερῶς ἀποκαταστήσει; ἴνα δικαίαν ὁρίσῃ κρίσιν, ἴνα μὴ ἓτερον ἀνθ᾿ ἑτέρου κρίνῃ, ἵνα μὴ ἀπο- στερήσῃ τὸ καμόν. εἰ γὰρ ψυχῆς ἡ ἀπόλαυσις καὶ οὐρανῶν βασιλείας κληρονομία, μετασχέτω τὸ σῶμα ὡν βούλεται· τρυφάτωσαν οἱ περὶ τὸν Γεδεὼν καὶ μὴ κακουχείσθωσαν ἐν μηλωταῖς καὶ αἰγείοις δέρμασι«, μὴ μάτην καμνέτω Ἰωάννης ἐκ καμήλων ἔχων τὸ ἔνδυμα, μὴ ἐν ἀναχωρήσει τὴν σάρκα ὑπωπιάσωμεν, μὴ τὰ σώματα ἡμῶν δαμάσωμεν ἐν ἁγνείᾳ. εἰ δὲ ἄρα κοινωνεῖ σῶμα ψυχῇ ἐν πολιτείαις ἐν ἁγνείᾳ ἐν νηστείᾳ καὶ ταῖς ἄλλαις ἀρεταῖς, »οὐκ ἄδικος ὁ θεὸς. ἀποστερεῖν τὸν κάματον τοῦ κεκμηκότος καὶ μὴ", + "candidate_score": 0.678941, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10_12", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc. Sagt min h von Cham selig , ich sölltigen die sach annemmen mit der zuͦchen , und mit klagen . Wenn dann mitt der zyt mir manglete und ichs anzeigte , wölte erst hälleffen , und wurdent dann min gl. das best Uff sömliche zuͦsag , stuͤnd ich für ein ersammen radt Zürych und erklagt mich nüt , sunder namm den stand guͦt willig Nun me aber , so ich zuͦ Glaris ob einem jar gehuset , befind ich leyder , so ich alles , was ich darff , brot , wyn , kleyder , buͦcher und in alles , das ich bruͦchen muͦ ß", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_2170", + "psc_text": "Μ 11 καὶ < U 14 ἐγκρατευσαμένων U 15 τῷ κόσμῳ *] κοσμήσας M U | προετύπου U 18 f hinter τοῦτο (Ζ. 18) ist vielleicht <ποιῆσαι> einzuschieben; ἀπαγορεύειν τινά τι ist auch in dieser nachlässigen Anknüpfung schwer erträglich λίας ἀγαθῆς προτρεπόμενοι τὸν δυνάμενον, οὐκ ἀνάγκην δὲ ἐπιτιθέαμεν τῷ μὴ δυναμένῳ, ἀλλὰ οὐδὲ ἐκβάλλομεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς ζωῆς. ὁ γὰρ ἅγιος λόγος πάντῃ ἐκήρυξε τὴν ἀσθένειαν τῶν ἀσθενούντων βαστάζειν, ὡς καὶ ὁ ἅγιος ἀπόστολος εὐθὺς εὑρεθήσεται λέγων καὶ ἐλέγχων τοὺς τοιούτους * μὴ ὄντας τοῦ αὐτοῦ χαρίσματος ὅτι »νεωτέρας χήρας παραιτοῦ· μετὰ γὰρ τὸ καταστρηνιάσαι τοῦ Χριστοῦ γαμεῖν θέλουσιν, ἔχουσαι τὸ κρίμα, ὅτι τὴν πρώτην πίστιν ἠθέτησαν«. αἱ γὰρ ἐπαγγειλάμεναι καὶ ἀθετήσασαι ἔχουσι κρίμα, αἱ δὲ μὴ ἐπαγγειλάμεναι, ἀλλὰ συναφθεῖσαι δι᾿ ἀσθένειαν κρίμα οὐχ ἕξουσιν. εἰ δὲ κρίμα ἔμελλον ἔχειν, πῶς ἔλεγε »γαμείτωσαν, οἰκοδεσποτείτωσαν;« 10. Πᾶς τοίνυν προφητεύων παρακολουθῶν εὑρίσκεται, κἄν τε ἐν τῇ παλαιᾷ διαθήκῃ κἄν τε ἐν τῇ", + "candidate_score": 0.675558, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10_12", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc. Sagt min h von Cham selig , ich sölltigen die sach annemmen mit der zuͦchen , und mit klagen . Wenn dann mitt der zyt mir manglete und ichs anzeigte , wölte erst hälleffen , und wurdent dann min gl. das best Uff sömliche zuͦsag , stuͤnd ich für ein ersammen radt Zürych und erklagt mich nüt , sunder namm den stand guͦt willig Nun me aber , so ich zuͦ Glaris ob einem jar gehuset , befind ich leyder , so ich alles , was ich darff , brot , wyn , kleyder , buͦcher und in alles , das ich bruͦchen muͦ ß", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_2923", + "psc_text": "προϋπάρχειν + κτἑ τῶν βλασφημιῶν αὐτοῦ Georg. | ταύτας] τουτους Μ 3 ἀναπλακήσας Μ 4 πεπέμφθαι U | <κάτω> * 5 πρὸς] εἰς U 6 δεδέσθαι] δέχεσθαι Μ τῷ σώματι· τὴν πάλαι Ἐλλήνων μυθώδη ὐπόνοιαν φανταζόμενος. εἰς ταῦτα δὲ καὶ <ἄλλους> μύθους ἐκτίθεται. ψυχὴν γάρ φησι διὰ τοῦτο καλοῦμεν, διὰ τὸ ἄνωθεν ἐψύχθαι. μαρτυρίας δὲ κατὰ τὸν ἴδιον νοῦν ἐπιπλάσσεται ἀπὸ τῶν θείων γραφῶν, οὐχ οὕτως ἐχούσας οὐδὲ οὕτως ἐκδεδομένας. τὸ γὰρ εἰπεῖν, φησί, ��ὸν προφήτην »πρὶν ἢ ταπεινωθῆναί με ἐγὼ ἐπλημμέλησα«, [ἐξ] αὐτῆς, φησί, τῆς ψυχῆς ὁ λόγος, ὡς ἄνω ἐν οὐρανῷ πλημμεληςάσης, πρὶν ἢ ἐν τῷ σώματι τεταπεινῶσθαι· καὶ τὸ εἰπεῖν »ἐπίστρεψον ἡ ψυχή μου εἰς τὴν ἀνάπαυςίν σου«, ὡς τοῦ ἀνδραγαθήσαντος ἐνταῦθα ἐν ἀγαθοεργίᾳ, ἐπιστρέφοντος εἰς τὴν ἄνω ἀνάπαυσιν διὰ τὴν αὐτοῦ τῆς ἐργαςίας δικαιοπραγίαν. καὶ πολλὰ ἔστιν ἄλλα τοιαῦτα λέγειν. τὸ κατ᾿ εἰκόνα δέ φησιν ἀπολωλεκέναι τὸν Ἀδάμ. ἐντεῦθεν φησὶ καὶ τοὺς χιτῶνας τοὺς δερματίνους ἐπισημάνασθαι", + "candidate_score": 0.674116, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10_12", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc. Sagt min h von Cham selig , ich sölltigen die sach annemmen mit der zuͦchen , und mit klagen . Wenn dann mitt der zyt mir manglete und ichs anzeigte , wölte erst hälleffen , und wurdent dann min gl. das best Uff sömliche zuͦsag , stuͤnd ich für ein ersammen radt Zürych und erklagt mich nüt , sunder namm den stand guͦt willig Nun me aber , so ich zuͦ Glaris ob einem jar gehuset , befind ich leyder , so ich alles , was ich darff , brot , wyn , kleyder , buͦcher und in alles , das ich bruͦchen muͦ ß", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_214", + "psc_text": "τὸν μὲν διὰ τὰ ἁμαρτήματα δίκην ἀπαιτεῖσθαι, τὸν δὲ ἔπαινον ἀπεκδέχεσθαι διὰ τὸ εὖ πεπραχέναι ὥρισται καθ᾿ ἑκατέρων τὸ διάφορον. ὡς καὶ μιᾷ φωνῇ † δικαίᾳ λέγειν συντόμῳ ἀληθείᾳ 12 Hinweis auf eine verlorene Schrift des Epiph. — 13f vgl. haer. 5, 3, 1 ff; S. 184, 27 V Μ 1 σαρατάμ V | θεβουλά Μ | > ßmann] μωμοζάνη V μωμαζανὴ Μ (Archetypus μωζάνη) | ἀκραὰβ Μ | καὶ σὲτ Μ | δαδλί V | διγγίμ M 4 τελαα V τέλλα M | σήρ Μ 5 σαράτιν Μ | ἀρί] ἄρτι V ἀρί V corr 6 ἀκρο V ἀκραάβ | κεσὲ Μ | αἰγουκὲρων Μ | ὑδριχόον M | δαλι V 7 διγγίμ M 8 εἰς] εἰ Μ 9f φρενοβλαβῆ////, ν wegradiert V 11 ἀσυστατοῦσα M 19 δύναται + <ἅμα> ? * 21 κατὰ < V 22 [ὅτι] * 25 ἔχων Μ καὶ ὡς M | μιᾷ φωνῇ, zum", + "candidate_score": 0.673715, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10_12", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc. Sagt min h von Cham selig , ich sölltigen die sach annemmen mit der zuͦchen , und mit klagen . Wenn dann mitt der zyt mir manglete und ichs anzeigte , wölte erst hälleffen , und wurdent dann min gl. das best Uff sömliche zuͦsag , stuͤnd ich für ein ersammen radt Zürych und erklagt mich nüt , sunder namm den stand guͦt willig Nun me aber , so ich zuͦ Glaris ob einem jar gehuset , befind ich leyder , so ich alles , was ich darff , brot , wyn , kleyder , buͦcher und in alles , das ich bruͦchen muͦ ß", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_2935", + "psc_text": "γοῦν πεποίηκε σύνταξιν εἰς ἑκάστην γραφήν, καὶ ὅσα κτἑ. Georg. | 3 ἐστι + τῶν αὐτοῦ <συγγραμμάτων>? vgl. Z. 19 * 4* etwa <ἀδύνταον ἅπαντα εἰς μέσον φέρειν· ἀεὶ δὲ ἐξηγούμενος τὴν γραφὴν> * 5 ἃ αὐτῷ] οὕτως Μ | ἐν < Μ 6 τῶν < Georg. | τῶν προοιμίων][τῶν] παροιμιῶν? * 6f τῶν ἄλλων] ἀλόγων Georg. 7 παρ᾿ αὐτοῦ < U | χαριέστατα Μ 7f διηγήματα Georg. 8 εἰς δόγματα] περὶ πίστεως Georg. 8f καὶ περὶ — θεωρίας < Georg. 9 ἀτοπώτατα U ἀτοπώτερος Georg. | τῶν πρὸ — θεωρίας < Georg. 10 πλὴν—αἰσχρουργιῶν < Georg. 10f γὰρ αὐτὸς] δὲ αὐτῷ Georg. 11 αὐτὸς < U | ἀσκητῶν U 11f ὡς καὶ—διὸ καὶ] τοιοῦτον ὡς καὶ Georg. 12f ἀπὸ ὑπερβολῆς—πεπτωκέναι] δἰ ὑ��ερβολῆν ἀστίας τε καὶ σκληραγωγίας ἀνατραπῆναι Georg. 13 ἀσιτίας < Μ 14 <μετὰ> * 15 [καὶ] * 18 ἀλλὰ ὡς πολλάκις εἶπον *] ὡς πολλάκις εἶπον ἀλλὰ MU", + "candidate_score": 0.673581, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10_12", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc. Sagt min h von Cham selig , ich sölltigen die sach annemmen mit der zuͦchen , und mit klagen . Wenn dann mitt der zyt mir manglete und ichs anzeigte , wölte erst hälleffen , und wurdent dann min gl. das best Uff sömliche zuͦsag , stuͤnd ich für ein ersammen radt Zürych und erklagt mich nüt , sunder namm den stand guͦt willig Nun me aber , so ich zuͦ Glaris ob einem jar gehuset , befind ich leyder , so ich alles , was ich darff , brot , wyn , kleyder , buͦcher und in alles , das ich bruͦchen muͦ ß", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_2932", + "psc_text": "Μ 12 λέγειν vor τῶν πρὸ αὐτοῦ U 13f ἐξέμεσε U 14 αὗν < Μ 16 παρὰ < U δείξω. καὶ ἔστι τάδε, ὅσαπερ ἐν τῷ πρώτῳ ψαλμῷ εἰσηγήσατο τῷ βίῳ — ἐν πάσῃ γὰρ ργαφῇ ἀεὶ ὀλισθαίνων κατὰ λέξιν ἐν τοῖς ἀναγκαίοις παρέπεσεν. ἐπιδὴ δὲ ὄγκος πολύς ἐστι (λέγεται γὰρ πολλὴν πεποιηκέναι σύνταξιν εἰς ἑκάστην γραφήν, ὡς ἔφην), * οὐ παρῃτήσατο εἰπεῖ ἃ αὐτῷ ἔδοξε. καὶ ὅσα μὲν ἐν προσομιλίαις καὶ διὰ τῶν προοιμίων εἰς ἤθη τε καὶ εἰς φύσεις ζῴων τε καὶ τῶν ἄλλων παῤ αὐτοῦ εἴρηται, μέσος φερόμενος πολλάκις χαρίεντα διηγήσατο· ὅσα δὲ εἰς δόγματα ἐδογμάτισε καὶ περὶ πίστεως καὶ μείζονος θεωρίας, τῶν πάντων ἀτοπώτατος τῶν πρὸ αὐτοῦ καὶ μετ᾿ αὐτὸν εὑρίσκται, πλὴν τῶν ἐν ταῖς αἱρέσεσιν αἰσχρουργιῶν. ἔδοξε γὰρ αὐτὸς καὶ ἀσκητικὸν βίον ἐπανῃρῆσθαι, ὡς καὶ ἄνω μοι προδεδήλωται· διὸ καὶ τὸν θώρακα αὐτοῦ φαςί τινες ἀπὸ ὑπερβολῆς πολιτείας, ἀσιτίας τε καὶ ἀποχῆς ἐμψύχων πεπτωκέναι. φέρε", + "candidate_score": 0.673407, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10_12", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc. Sagt min h von Cham selig , ich sölltigen die sach annemmen mit der zuͦchen , und mit klagen . Wenn dann mitt der zyt mir manglete und ichs anzeigte , wölte erst hälleffen , und wurdent dann min gl. das best Uff sömliche zuͦsag , stuͤnd ich für ein ersammen radt Zürych und erklagt mich nüt , sunder namm den stand guͦt willig Nun me aber , so ich zuͦ Glaris ob einem jar gehuset , befind ich leyder , so ich alles , was ich darff , brot , wyn , kleyder , buͦcher und in alles , das ich bruͦchen muͦ ß", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_2780", + "psc_text": "Sin. | ἐνθένδε Anast. Sin. 6 θεραπεία] θέα Μ 7 * <τῶν δεύτερον μετανοούντων>* | <καὶ> 8 ἐξωκείλασα ΜU 10 τὰ <Μ |<περὶ> * 11 ἔπος * 13[ὡς]?* 14 κλυὸν χρύσεον U 15 γεγεννημένα Μ 16 δὲ * 20 στριφνότητος ΜU 21 ἀπανθρωπίαν + <τρέψαντες>? * συνῆψαν U 21f ὡς ἐὰν εἴ τις] ὡσεὶ ἥτις Μ 22 ἀπὸ 1 * 20 <ἣ> * | νομι[σ]τεύεται * 21 <τοῦ> * | ἄνω μοι] ἀνόμου Μ 24f τινὲς – γεγενῆσθαι < U; wohl vom Rand her an die falsche Stelle geratener Satz; hinter κατειληφαμεν Ζ. 19 einzuschieben ? κὴν γεγενῆσθαι. μολύνουσι δὲ ἑαυτῶν τὸ σῶμα καὶ τὸν νοῦν καὶ τὴν ψυχὴν ἐν ἀσελγείᾳ. οἱ μὲν γάρ εἰσι προσχήματι μοναζόντων, αἱ δὲ σὺν αὐτοῖς οὖσαι προσχήματι μοναζουςῶν. ἐφθαρμένοι δέ εἰσι τοῖς σώμασι, τὴν μὲν ἐπιθυμίαν αὐτῶν ἐκτελοῦντες, τῷ δὲ ἔργῳ κεχρημένοι (ἵνα σεμνότερον εἴπω) τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἱούδα τοῦ Αὐνᾶν καλουμένου. ὡς γὰρ ἐκεῖνος τῷ σώματι μὲν τῇ Θάμαρ συνήπτετο καὶ τὴν ἐπιθυμίαν ἐξετέλει, εἰς καταβολὴν δὲ σπέρματος κατὰ τὴν ὑπὸ θεοῦ δοθεῖσαν παιδοπούαν οὐκ ἐτελεσιούργει, ἀλλὰ ἑαυτὸν ἠδίκει, ᾧ τρόπ�� <αὐτὸς> τὸ πονηρὸν εἰργάζετο, οὕτω καὶ οὗτοι κέχρηνται μὲν ταῖς νομιζομέναις *, τελοῦντες ταύτην τὴν ἀθέμιτον ἐργαςίαν. πεφιλοτίμηται γὰρ παῤ αὐτοῖς", + "candidate_score": 0.672198, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_14_16", + "bdc_text": "ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab. Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_2162", + "psc_text": "9 τοῦ < Μ 10 * etwa <καὶ ἐφοβήθη, ὡς> * | ἄλλοι] ἀλλότριοι Μ 11 ὁ < Μ 12 τοῦ < Μ | γὰρ < U | <φησι> * 14 ἰδεῖν hinter ἀληθείᾳ U 15 vor σώφρονι + ἐν U 17 θελήσωσι Μ | <ὅτι> * οἱ ἰδόντες τοὺς δύο τοὺς ἐν ἐσθήσεσι λευκαῖς οὐκ ἐν παραπληθίᾳ ὁρῶσιν, ἀλλὰ ἤκουον ἐρρωμένῃ τῇ διανοίᾳ ὅτι »ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε εἰς τὸν οὐρανὸν ἀτενίζοντες; οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανὸν ἀναληφθεὶς οὕτως ἐλεύσεται« καὶ τὰ ἑξῆς. εἶτα δὲ καὶ Πέτρος, ὡς ἔφην, ὁρῶν καὶ ἀκούων καὶ ἀποκρινόμενος καὶ λέγων »μηδαμῶς, κύριε«, εὐσταθῶν ἦν τῇ διανοίᾳ. Ἄγαβος γὰρ προφητεύων ἔλεγεν καὶ μετὰ σχήματος θαυμαστοῦ αἰνιττόμενος, λαβὼν τὴν ζώνην τοῦ Παύλου καὶ δήσας τοῖς ἰδίοις ποσὶν φησίν »οὗτος οὗ ἐστιν ἡ ζώνη αὕτη, δήσουσιν αὐτὸν καὶ ἀποίσουσιν εἰς Ἱερουσαλήμ«. ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐν Ἀντιοχείᾳ κατῆλθον προφῆται καὶ κατήγγελλον λιμὸν ἔσεσθαι", + "candidate_score": 0.670984, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_14_16", + "bdc_text": "ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab. Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_529", + "psc_text": "ἀπαρτηθῆναι M 13 > * 14 * etwa <παρθενίαν μὲν αὐχούσας> * 19 πλασθέντα hergestellt V corr πλασθέντα M ὀλέθρια ὑποβάλλοντές τινα ἐκεῖσε λέγουσιν. ἐκ τούτου γάρ φησι τὸν Ζαχαρίαν ἀπεκτάνθαι ἐν τῷ ναῷ, ἐπειδή φησίν, ἀπτασίαν ἑώρακε, καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου θέλων εἰπεῖν τὴν ὀπτασίαν ἀπεφράγη τὸ στόμα. εἶδε γάρ, φησίν, ἐν τῇ ὤρᾳ τοῦ θυμιάματός τινα, ὡς ἐθυμία, ἄνθρωπον ἑστῶτα, φησίν, ὄνου μορφὴν ἔχοντα. καὶ ἐξελθόντος, φημί, καὶ θέλοντος εἰπεῖν· οὐαὶ ὑμῖν, τίνι προσκυνεῖτε; ἀπέφραξεν αὐτοῦ τὸ στόμα ὁ ὀφθεὶς αὐτῷ ἔ��δον ἐν τῷ ναῷ, ἵνα μὴ δύνηται λαλῆσαι. ὅτε δὲ ἡνοίγη τὸ στόμα αὐτοῦ ἴνα λαλήσῃ, τότε ἀπεκάλυψεν αὐτοῖο καὶ ἀπέκτειναν αὐτόν. καὶ οὕτως, φησίν, ἀπέθανε Ζαχαρίας. διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ἱερεὺς προσετάγη ὑπ' αὐτοῦ τοῦ νομοθετήσαντος, Ι φησίν, ἔχειν κώδωνας, ἱν ὅταν εἰσέρχηται ἱερατεῦσαι, τὸν κτύπον ἀκούων κρύπτηται ὁ προσκυνούμενος, ἵνα μὴ φωραθῇ τὸ ἰνδαλτικὸν αὐτοῦ τῆς μορφῆς πρόσωπον. ἔστι δὲ τὸ πᾶν τῆς εὐηθείας αὐτῶν", + "candidate_score": 0.669182, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_7_9", + "bdc_text": "über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß . Sunst muͦß ich holtz , ain kommen kernen und anders , alls thüwr und ettlichs thuͤwlich dann by üch uberkummen .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_2704", + "psc_text": "λέγειν, οὐκ εἰσὶ δὲ τῶν Γιωστικῶν· ἕτερα γὰρ τούτων τὰ γρονήματα. τὰ δὲ εἰς ἡμᾶς ἐλθόντα περὶ αὐτῶν τοῦτορ ἔχει τὸν τρόπον. Ἐν μὲν τῇ ἐκκλησίᾳ οἱ πλείους συνήγοντο ἕως καιροῦ τινος, ἕως εἰς πλάτος ἦλθεν ἡ αὐτῶν ἄνοια καὶ ἀπεβλήθησαν τῆς ἐκκλησίας. εἰσὶ δὲ πάντες ἀπόκοποι πλὴν ὀλίγων, καὶ αὐτοὶ δὲ περὶ ἀρχῶν καὶ ἐξουσιῶν * καὶ ἄλλων οὕτως δοξάζουσι. καὶ ὅταν λάβωσιν ἄνθρωπον εἰς μαθητείαν, καθ᾿ ὅσον μὲν χρόνον οὔπω τῶν μορίων ἀπετμήθη. ἐμψύχωι τὐ μεταλαμβάιει· ὅταν δὲ πείσωσι τὸν τοιοῦτον ἤ μετὰ ἀνάγκης αὐτὸν ἀποτέμωσι, τότε πᾶν ὁτιοῦ μεταλαμβάνει ὡς ἤδη πεπαυμέιος ἀγῶιος καὶ μηκέτι ἐπικίνδυνος ὤν εἰς τὸ ἐποτρύνεσθαι διὰ τῶν ἐδεσμάτων εἰς ἡδονὴν ἥκειν ἐπιθυμίας. οὐ μόνον δὲ τοὺς ἰδίους τοῦτον ἀπαρτίζουσι τὸν τρόπον, ἀλλὰ πολλάκις καὶ ξέιους παρερχομένους καὶ παρ᾿ αὐτοῖς ἐπιξενωθέντα ταύτῃ διέθεντο τῇ ἀγωγῇ. ὡς πολὺς περὶ τούτου θρυλεῖται λόγος. ἀρπάζουσι γὰρ τοὺς τοιούτους ἔνδον καὶ ὀπίσω ἐπὶ συμψελίοις δήσαντες μετὰ ἀνάγκης", + "candidate_score": 0.666829, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_0_2", + "bdc_text": "1558 . Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_3345", + "psc_text": "hinter γινώσκων Μ 16 ἐφθόνεσε Μ 22 τῶν) * 25 * etwa <ἀκούουσα> * 26 vor + <τὸ> 27 ἐλαττώματι *] ἐλαττώμασι M τροχὸν μεταβάλλοι, ἀνασκευάσας καὶ ἀνακαινίσας τὸ σκεῦος ἄνευ ἐλαττώματος εἰς τὸ δύνασθαι διηνεκῶς ζῆν. ἔνθεν τὸ πρῶτον μὲν ἀπειλεῖ θάνατον, τ��� δὲ δεύτερον οὐκέτι θάνατον λέγει, ἀλλὰ »γῆ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ«, μὴ παραδεδωκὼς θανάτῳ τὸν ἄνθρωπον. * * καὶ μεθ᾿ ἓτερα καὶ ἐποίησεν ὁ θεὸς χιτῶνας δερματίους καὶ ἐνέδυσε τοὺς περὶ τὸν Ἀδὰμ καὶ ἐξέβαλεν αὐτοὺς ἐκ τοῦ παραδείσου«. ὁρᾷς ὃτι μάταιος ἡ σοῦ σοῦ καινοτομουμένη κενοφωνία, Ὠρίγενες. πρὸ πόσου γὰρ χρόνου ᾖσαν σώματα τοῖς περὶ τὸν Ἀδάμ. 66. Εἰ δὲ τοῦτό σε ἀνακρίνει καὶ οὐ δύνασαι, ψυχικῶς διανοούμενος, τοῦ πνεύματος δέξασθαι τὴν χάριν, χάριν, ἄπιστε καὶ ἐπέκεινα τῶν D676 ἀπίστων τυγχάνων, λεγε μοι ἑκάστην ὑπόθεσιν ἐκ θεοῦ γεγονυῖαν, πόσην τὴν τὴν θαυματουργίαν καὶ ἔκπληξιν; πόθεν ἐξ οὐκ ὄντων οὐρανὸς τέ ταται ἐν μετεώρῳ ἀναπεπετασμένος; πόθεν", + "candidate_score": 0.666628, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_6_8", + "bdc_text": "küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_2870", + "psc_text": "γὰρ ἐκεῖνος τῷ σώματι μὲν τῇ Θάμαρ συνήπτετο καὶ τὴν ἐπιθυμίαν ἐξετέλει, εἰς καταβολὴν δὲ σπέρματος κατὰ τὴν ὑπὸ θεοῦ δοθεῖσαν παιδοπούαν οὐκ ἐτελεσιούργει, ἀλλὰ ἑαυτὸν ἠδίκει, ᾧ τρόπῳ <αὐτὸς> τὸ πονηρὸν εἰργάζετο, οὕτω καὶ οὗτοι κέχρηνται μὲν ταῖς νομιζομέναις *, τελοῦντες ταύτην τὴν ἀθέμιτον ἐργαςίαν. πεφιλοτίμηται γὰρ παῤ αὐτοῖς οὐχ ἡ ἁγνεία, ἀλλ᾿ ὑποκριτικὴ μὲν ἁγνεία τῷ ὀνόματι καλουμένη, φιλοτίμησις δὲ ἕως τοῦ μὴ ἐγκυμονῆσαι τὴν ὑπὸ τοῦ δοκοῦντος * ἐφθαρμένην γυναῖκα, ἢ κατὰ τὸ μὴ παραστῆσαι τεκνογονίαν ἐν τῷ κόσμῳ ἢ ἵνα μὴ φωραθῶσιν ὑπὸ ἀνθρώπων, βουλόμενοι ἐν τιμῇ εἶναι διὰ τὴν νομιζομένην παῤ αὐτοῖς τῆς ἁγνείας ἄσκησιν· ὅμως τοῦτο αὐτῶν ἐστι τὸ ἔργον, ἕτεροι δὲ αὐτὸ τοῦτο φιλοτιμοῦνται τὸ μυσαρὸν ἐπιτελεῖν οὐχὶ διὰ γυναικῶν, ἀλλὰ καὶ ἑτέροις τρόποις, ἰδίαις χερςὶ μολυνόμενοι. καὶ ὡσαύτως μιμοῦνται τὸν προειρημένον υἱὸν τοῦ Ἰούδα, τὴν γῆν ταῖς ἀθεμίτοις αὐτῶν ἐργαςίαις καὶ μυσαραῖς σταγόσιν ἐπιμολύνοντες καὶ ποσὶν ἑαυτῶν τὰς ῥύσεις ἑαυτῶν ἀνατρίβοντες ἐν", + "candidate_score": 0.663017, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_6_8", + "bdc_text": "küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_830", + "psc_text": "πλησμονὴν M 22 ἐνπαροινεῖν M 23 ἐν τῷ] ἔν τε Μ 24 αὐτοῦ aus αὐτῶν Vcorr 28 φησὶν ὁ κύριος aus τοῦ δὲ κυρίου πάλιν λέγοντος Vcorr ὁ λουσάμενος ἅπαξ οὐ χρείαν ἔχει τὴν κεφαλὴν <νίψασθαι> , εἰ μὴ τοὺς πόδας μόνον· ἔστιν γὰρ καθαρὸς ὅλος«. ἔδειξεν οὐν ὅτι οὐ χρὴ βαπτισμοῖς χρῆσθαι καὶ ἔθεσιν ἀνωφελέσι καὶ ἐντάλμασιν ἀνθρώπων καὶ διδασκαλίαις, ὡς καὶ ἐν τῷ εὐαγγελίῳ συνῳδὰ τῷ προφήτῃ λέγει ὁ λαὸς οὑτος τοῖς χείλεσί με τιμᾷ, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾿ ἐμοῦ. μάτην δὲ σέβονταί με, διδάσκοντες διδασκαλίας, ἐντάλματα ἀνθρώπων«. ἐπεὶ κατὰ ποίαν αἰτίαν ἐμέμφετο τοὺς Φαρισαίους καὶ Γραμματεῖς, τοὺς βαπτισμοῖς πυγμῇ χρωμένους ἑαυτῶν <τε> καὶ ζεστῶν καὶ ποτηρίων καὶ τῶν ἄλλων; καὶ τελείως ὅτι τὸ ἀνίπτοις χερσὶν ἐσθίειν οὐ κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον«; ὥστε οὐ μόνον τὸ βαπτίζεσθαι τούτων ἀνέτρεψεν, ἀλλὰ καὶ τὸ νίψαι χεῖρας περιττὸν εἶναι ἔδειξε καὶ τῷ <μὴ> βουλομένῳ τὰς νίπτεσθαι μὴ εἶναι βλάβην.", + "candidate_score": 0.657987, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16_18", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind . Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_529", + "psc_text": "ἀπαρτηθῆναι M 13 > * 14 * etwa <παρθενίαν μὲν αὐχούσας> * 19 πλασθέντα hergestellt V corr πλασθέντα M ὀλέθρια ὑποβάλλοντές τινα ἐκεῖσε λέγουσιν. ἐκ τούτου γάρ φησι τὸν Ζαχαρίαν ἀπεκτάνθαι ἐν τῷ ναῷ, ἐπειδή φησίν, ἀπτασίαν ἑώρακε, καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου θέλων εἰπεῖν τὴν ὀπτασίαν ἀπεφράγη τὸ στόμα. εἶδε γάρ, φησίν, ἐν τῇ ὤρᾳ τοῦ θυμιάματός τινα, ὡς ἐθυμία, ἄνθρωπον ἑστῶτα, φησίν, ὄνου μορφὴν ἔχοντα. καὶ ἐξελθόντος, φημί, καὶ θέλοντος εἰπεῖν· οὐαὶ ὑμῖν, τίνι προσκυνεῖτε; ἀπέφραξεν αὐτοῦ τὸ στόμα ὁ ὀφθεὶς αὐτῷ ἔνδον ἐν τῷ ναῷ, ἵνα μὴ δύνηται λαλῆσαι. ὅτε δὲ ἡνοίγη τὸ στόμα αὐτοῦ ἴνα λαλήσῃ, τότε ἀπεκάλυψεν αὐτοῖο καὶ ἀπέκτειναν αὐτόν. καὶ οὕτως, φησίν, ἀπέθανε Ζαχαρίας. διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ἱερεὺς προσετάγη ὑπ' αὐτοῦ τοῦ νομοθετήσαντος, Ι φησίν, ἔχειν κώδωνας, ἱν ὅταν εἰσέρχηται ἱερατεῦσαι, τὸν κτύπον ἀκούων κρύπτηται ὁ προσκυνούμενος, ἵνα μὴ φωραθῇ τὸ ἰνδαλτικὸν αὐτοῦ τῆς μορφῆς πρόσωπον. ἔστι δὲ τὸ πᾶν τῆς εὐηθείας αὐτῶν", + "candidate_score": 0.65696, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_6_8", + "bdc_text": "küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_980", + "psc_text": "τοῦ νῦν δικαίαις ψυχαῖς ἐνθάδε καὶ ἐκτραφέντα διὰ τὸ νήπια ἐκπεπέμφθαι, ὕστερον τελειότητος V M 4 * etwa εἶναι Ε; * | vor οἱ ψυχικοὶ + καὶ M | ὑλικούς + τε M 15 ἀφ’ aus ἐφ’ Vcorr 16 ἑαυτὸ U] ἑαυτῶ VM 17 χωρεῖν angeflickt Veorr 19 σὺν] * κότας πολὺ καὶ ὑπεραναβεβηκότας τὸν Δημιουργὸν ἄνω δοθήσεσθαι τοῖς ἀγγέλοις τοῖς ἅμα Χριστῷ οὐσιν, οὐδέν τι τῶν σωμάτων ἀνακομιζομένους, ἀλλὰ μόνον τὰς ψυχὰς ἐν πληρώματι εὑρεθείσας τῆς αὐτῶν γνώσεως καὶ τὸν Δημιουργὸν ὑπερβεβηκυίας δίδοσθαι τοῖς μετὰ τοῦ Χριστοῦ ἀγγέλοις εἰς νύμφας. 8. Τοιαύτη ἐστὶν ἡ κατ’ αὐτοὺς τραγῳδία, ἔχουσα μὲν καὶ πλείω τούτων· ἐγὼ δὲ μόνον ἅτινα φύσει ἀναγκαῖον εἶναι ἡγησάμην εἰς τοὐμφανὲς ἐλθεῖν, ταῦθ᾿ ὑπηγόρευσα, ὡς ἡ εἰς ἡμᾶς † γνῶσις ἦλθεν· τὸ πόθεν τε ὡρμᾶτο ἐν ποίοις δὲ καιροῖς ὑπῆρχεν καὶ ἀπὸ ποίων τὰς προφάσεις εἴληφεν καὶ τίς αὐτοῦ ἡ διδασκαλία, ἅμα τε τίσιν ἐβλάστησε τῷ βίω̣ κακόν", + "candidate_score": 0.656846, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_14_16", + "bdc_text": "ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab. Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_554", + "psc_text": "nachgetragen V corr < M Ι ἀπέχεσθαι βρωμάτων zu γαμεῖν am Rande nachgetragen V corr < Μ I τὴν + ἰδίαν M 13 καὶ αὐτὴ] αὕτη u. < καὶ M 16 f τὴν κε- φαλὴν *] τὰς κεφαλὰς VM 17 nach τοῦ δράκοντος + σὺ συνέθλασας τὴν κεφα- λὴν τοῦ δράκοντος (wohl Glosse) M 21 <ἐπι>τελοῦντες *] τελοῦντες U < 22 κατέβαλον V; lies μετέλαβον? * χρουργίας εἶπεν ὅτι τὴν Μῆτιν καταπιὼν οὐχὶ τὸ βρέφος ἠδύνατο καταπιεῖν, ἀλλὰ τὴν γονὴν τὴν ἰδίαν * σημαίνων. 17. Τί δὲ ἕτερον εἴποιμι; ἢ πῶς ἀποσείσομαι τὸν πηλώδη τοῦτον πόνον, βουλόμενος μὲν εἰπεῖν καὶ μr̀ι βουλόμενος, ἀναγκαζόμενος δέ, ἴνα μὴ δόξω τι τῶν ὄντων παρακρύπτειν, καὶ φοβούμενος ἵνα μὴ ἀποκαλύπτων τὰ δεινὰ αὐτῶν ἢ χράνω ἢ πλήξω ἢ εἰς τὸ περιερ- γάσασθαι περὶ τούτου τοὺς ἀπαγομένους ἡδοναῖς καὶ ἐπιθυμίαις ἐπο- τρύνω. ὅμως ἐγὼ μὲν ἀθῷος εἴην καὶ πᾶσα ἡ τῆς ἁγίας καθολικῆς ἐκκλησίας †", + "candidate_score": 0.656838, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_14_16", + "bdc_text": "ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab. Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_1577", + "psc_text": "< M | ἐνανθρωπήσας ἐνηνθρώπησεν VM | τελειότητα M 8 * ἀνατροπῆς > * 14 ἣν δὴ U] ἤδη V ἦν δὴ M 23 Unterschrift κατὰ Σηθιανῶν VM 24 κατὰ Ἀρχοντικῶν εἰκοστὴ ἡ καὶ μݲ VM 27 αὐτῶν aus αὐτὸν Vcorr 30 Κωνσταντί///ου, ν V corr εἶτα ἐπανελθόντος εἰς τὰ οἰκεῖα καὶ διδάξαντος. μετέλαβεν δέ, ὡς ἔφην, ἐν Παλαιστίνῃ ὡς ἀπὸ ἀσπίδος ἰὸν ἀπὸ Πέτρου τινὸς γέροντος, ἀναξίως Πέτρου καλουμένου, ὃς κατῴκει ἐν τῇ τῆς Ἐλευθεροπόλεως > Ἱερουσαλὴμ ἐνορίᾳ, ἐπέκεινα τῆς Χεβρὼν σημείοις τρισί· Καφαρβαριχὰ τὴν κώμην καλοῦσιν. οὑτος ὁ γέρων τὰ πρῶτα ἔνδυμα εἶχεν ἔκπληκτον, ὑποκρίσεως γέμον· ἔξωθεν μὲν γὰρ ἀληθῶς κώδιον προβάτου ἠμφίεστο, ἠγνοεῖτο δὲ ἔνδοθεν λύκος ὑπάρχων ἅρπαξ. ἀναχωρητὴς γὰρ ἐδόκει εἶναι, ἐν σπηλαίῳ τινὶ καθεζόμενος, ὃς πολλοὺς δῆθεν συνήγαγεν εἰς ἀπόταξιν καὶ πατὴρ δῆθεν διά τε τὸ γῆρας καὶ τὸ σχῆμα ἐκαλεῖτο, τά τε αὐτοῦ ὑπάρχοντα πτωχοῖς διένειμεν καὶ καθ᾿ ἡμέραν ἐλεημοσύνας ἐποίει. ἐν δὲ τῇ", + "candidate_score": 0.656612, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_6_8", + "bdc_text": "küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_1532", + "psc_text": "15 ἑκάστου *] ἕκαστον VM 17 ἀνθρώπων Pet.] ἄνθρωπον VM 20 σημαίην M 21f προασφαλιζομένη, προ vorgesetzt V corr 29 ἐν τῇ παλαιᾷ διαθήκῃ nachgetragen V corr κόσμῳ. πῶς ἂν ἂν εἴη σωτηρίας ἀνθρώπων ἐπιμελόμενος ὁ παρ’ αὐτοῦ τοῦ σωτῆρος ἀκούων »ἀπωλείας υἱός. καὶ τό »συμφέρει αὐτῷ, εἰ οὐκ ἐγεννήθη« καὶ τό »ἑταῖρε, ἐφ᾿ ὃ πάρει« καὶ τό »εἷς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με« καὶ τό ὁ ἐσθίων μετ᾿ ἐμοῦ τὸν ἄρτον ἐπῇρεν κατ ἐμοῦ πτερνισμόν. ὡς ἔχει τὸ εὐαγγέλιον ἐκ προαγούσης μαρτθρίας τοῦ Ψαλτηρίου) καὶ > οὐαὶ δι’ οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται«; αὐτὸς γὰρ ὁ Ἰούδας περὶ ἑαυτοῦ τὸ πᾶν ὑπέφηνεν καὶ τὴν τῶν ἐπαινούντων αὐτὸν ἄνοιαν καὶ <ἀφ᾿> ἑαυτοῦ ἤλεγξεν, εἰ ἄκων ἀλλ᾿ ὅμως μετὰ τὸ λαβεῖν τὸ τίμημα τὰ τριάκοντα ἀργύρια ὕστερον μεταμεληθεὶς καὶ ἀποστρέψας τὰ ἀργύρια, ὡς κακόν τι πεπραχώς, κακὸν μὲν ἑαυτῷ κακὸν δὲ καὶ τοῖς σταυρώσασιν. ὁ δὲ κύριος ἀγαθὸν δι᾿ ἑαυτοῦ ἐπιτελῶν", + "candidate_score": 0.656215, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_6_8", + "bdc_text": "küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_2869", + "psc_text": "* 17 εὶ *] ἢ Μ U 18 <ἔλαχον τὸ> * 20 <ἣ> * | νομι[σ]τεύεται * 21 <τοῦ> * | ἄνω μοι] ἀνόμου Μ 24f τινὲς – γεγενῆσθαι < U; wohl vom Rand her an die falsche Stelle geratener Satz; hinter κατειληφαμεν Ζ. 19 einzuschieben ? κὴν γεγενῆσθαι. μολύνουσι δὲ ἑαυτῶν τὸ σῶμα καὶ τὸν νοῦν καὶ τὴν ψυχὴν ἐν ἀσελγείᾳ. οἱ μὲν γάρ εἰσι προσχήματι μοναζόντων, αἱ δὲ σὺν αὐτοῖς οὖσαι προσχήματι μοναζουςῶν. ἐφθαρμένοι δέ εἰσι τοῖς σώμασι, τὴν μὲν ἐπιθυμίαν αὐτῶν ἐκτελοῦντες, τῷ δὲ ἔργῳ κεχρημένοι (ἵνα σεμνότερον εἴπω) τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἱούδα τοῦ Αὐνᾶν καλουμένου. ὡς γὰρ ἐκεῖνος τῷ σώματι μὲν τῇ Θάμαρ συνήπτετο καὶ τὴν ἐπιθυμίαν ἐξετέλει, εἰς καταβολὴν δὲ σπέρματος κατὰ τὴν ὑπὸ θεοῦ δοθεῖσαν παιδοπούαν οὐκ ἐτελεσιούργει, ἀλλὰ ἑαυτὸν ἠδίκει, ᾧ τρόπῳ <αὐτὸς> τὸ πονηρὸν εἰργάζετο, οὕτω καὶ οὗτοι κέχρηνται μὲν ταῖς νομιζομέναις *, τελοῦντες ταύτην τὴν ἀθέμιτον ἐργαςίαν. πεφιλοτίμηται γὰρ παῤ αὐτοῖς", + "candidate_score": 0.65608, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_1_3", + "bdc_text": "Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 . An wyn 16 soum sind 22 eymer .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_507", + "psc_text": "— ἀλλὰ < Μ 20 φασί Μ Ι κόκκινον] lies σπαρτίον? * 22 τοῦ αὐτοῦ *] τούτου V M 23 καὶ μὴ ἐγειρομένην < M 25 f καὶ ἅπερ — ἐσθίομεν am Rande nacbgetragen V corr ἐσθίομεν, κρέα ἢ λάχανα ἢ ἄρτον ἢ εἴ τι ἕτερον, χάριν ποιοῦμεν ταῖς κτίσεσι, συλλέγοντες ἀπὸ πάντων τὴν ψυχὴν καὶ μεταφέροντες θεθ' ἑαυτῶν εἰς τὰ ἐπουράνια. διόπερ καὶ πάντων μεταλαμβάνουσι κρεῶν λέγοντες, ἵνα ἐλεήσωμεν τὸ γένος ἡμῶν. φάσκουσι δὲ τὴν αὐτὴν ψυχὴν εἶναι, ἴν τε τοῖς ζῴοις καὶ ἐν κνωδάλοις καὶ ἰχθύσι καὶ ὄφεσι καὶ ἀνθρώποις ἐγκατεσπάρθαι καὶ ἐν λαχάνοις καὶ ἐν δένδρεσι καὶ ἐν γεννήμασι. καὶ οἱ μὲν αὐτῶν Φιβιωνῖται καλούμενοι ἀναφέρουσι τὰς αἰσχρὰς αὐτῶν θυσίας τὰς τῆς πορνείας, τὰς ὑφ' ὴμῶν ���νταῦθα προειρημένας, όνόμασι τρακοσίοις ἑξήκοντα πέντε, οἷς αὐτοὶ ἔπλασαν ἀρχόντων δῆθεν, ἐμπαίζοντες τοῖς γυναικαρίοις καὶ λέγοντες· μίγηθι μετ' ἐμοῦ, ἵνα σε άνενέγκω πρὸς τὸν ἄρχοντα. καθ' ἑκάστην δὲ μῖξιν ὀνομάζουσιν ἑνὸς", + "candidate_score": 0.655346, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_13_15", + "bdc_text": "und nitt wol manglen kan , uß den 25 gl. erkouffen muͦß , das ich nitt nun zuͦ uffenthallt miner kinden , deren ettwas . ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab.", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_1384", + "psc_text": "25 nach καὶ von 5 Buchstaben V 25f ὁμογηκέναι V ὁμολογηκέναι M 27f διὰ τοῦ] propter hoc lat. τοῦ μὴ ἀποκριθῆναι τοῖς εἰποῦσιν αὐτῷ »ἐν ποίᾳ δυνάμει τοῦτο ποιεῖς«, ἀλλὰ τῇ ἀντεπερωτήσει ἀπορῆσαι αὐτοὺς τὸ ἄρρητον τοῦ Πατρὸς ἐν τῷ <μὴ> εἰπεῖν δεδειχέναι αὐτὸν ἐξηγοῦνται. ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ εἰρηκέναι »πολλάκις λάκις ἐπεθύμησα ἀκοῦσαι ἕνα τῶν λόγων τούτων, καὶ οὐκ ἔσχον τὸν ἐροῦντα« ἐμφαίνοντός φασιν εἶναι διὰ τοῦ »ἕνα« τὸν ἀληθῶς ἕνα θεόν, ὃν οὐκ ἐγνώκεισαν. ἔτι ἐν τῷ προσσχόντα αὐτὸν τῇ Ἱερουσαλὴμ δακρῦσαι ἐπ᾿ αὐτὴν καὶ εἰπεῖν »εἰ ἔγνως καὶ σὺ σήμερον τὰ πρὸς εἰρήνην; ἐκρύβη δὲ <ἀπὸ> σοῦ«, διὰ τοῦ »ἐκρύβη« ῥήματος τὸ ἀπόκρυφον τοῦ Βυθοῦ δεδηλωκέναι. καὶ πάλιν εἰπόντα »δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, καὶ μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ«, τὸν τῆς ἀληθείας πατέρα κατηγγελκέναι. ὅ γὰρ οὐκ ᾔδεισαν, φασί, τοῦτο αὐτοῖς ὑπέσχετο διδάξειν. <Ἀπόδειξιν> δὲ τῶν ἀνωτάτω καὶ οἱονεὶ κορωνίδα τῆς ὑποθέσεως οὐτῶν φέρουσι ταῦτα", + "candidate_score": 0.652719, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_13_15", + "bdc_text": "und nitt wol manglen kan , uß den 25 gl. erkouffen muͦß , das ich nitt nun zuͦ uffenthallt miner kinden , deren ettwas . ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab.", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_554", + "psc_text": "nachgetragen V corr < M Ι ἀπέχεσθαι βρωμάτων zu γαμεῖν am Rande nachgetragen V corr < Μ I τὴν + ἰδίαν M 13 καὶ αὐτὴ] αὕτη u. < καὶ M 16 f τὴν κε- φαλὴν *] τὰς κεφαλὰς VM 17 nach τοῦ δράκοντος + σὺ συνέθλασας τὴν κεφα- λὴν τοῦ δράκοντος (wohl Glosse) M 21 <ἐπι>τελοῦντες *] τελοῦντες U < 22 κατέβαλον V; lies μετέλαβον? * χρουργίας εἶπεν ὅτι τὴν Μῆτιν καταπιὼν οὐχὶ τὸ βρέφος ἠδύνατο καταπιεῖν, ἀλλὰ τὴν γονὴν τὴν ἰδίαν * σημαίνων. 17. Τί δὲ ἕτερον εἴποιμι; ἢ πῶς ἀποσείσομαι τὸν πηλώδη τοῦτον πόνον, βουλόμενος μὲν εἰπεῖν καὶ μr̀ι βουλόμενος, ἀναγκαζόμενος δέ, ἴνα μὴ δόξω τι τῶν ὄντων παρακρύπτειν, καὶ φοβούμενος ἵνα μὴ ἀποκαλύπτων τὰ δεινὰ αὐτῶν ἢ χράνω ἢ πλήξω ἢ εἰς τὸ περιερ- γάσασθαι περὶ τούτου τοὺς ἀπαγομένους ἡδοναῖς καὶ ἐπιθυμίαις ἐπο- τρύνω. ὅμως ἐγὼ μὲν ἀθῷος εἴην καὶ πᾶσα ἡ τῆς ἁγίας καθολικῆς ἐκκλησίας †", + "candidate_score": 0.636574, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_13_15", + "bdc_text": "und nitt wol manglen kan , uß den 25 gl. erkouffen muͦß , das ich nitt nun zuͦ uffenthallt miner kinden , deren ettwas . ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab.", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_1912", + "psc_text": "M 25 μέλει aus μέλλειν V corr μέλειν V M 26 καὶ + <γὰρ> ? * των κατὰ τὴν ἑκάστου ἀναλογίαν. καὶ μέλει μὲν αὐτῷ περὶ πάντων e ἐν τῷ λέγειν »ἀνθρώπους καὶ κτήνη σώσεις, κύριε« καὶ ἐν τῷ εἰρηκέναι »τίς δέδωκε κόρακι βοράν;« καὶ »νεοσσοὶ κοράκων πρὸς κύριον κεκράγασι τὰ σῖτα ζητοῦντες« καί »δώσεις τὴν τροφὴν εὔκαιρον τοῖς πᾶσιν«. ἀλλὰ οὐκ ἐν τῷ ἀλοᾶν τοὺς βοῦς παρεκελεύετο μὴ φιμοῦν βοῦν ἀλοῶντα, ἐπεὶ ἐδείκνυεν ἂν μὴ δύνασθαι τὸν θεὸν τρέφειν αὐτοῦ τὴν κτίσιν ἄλλως εἰ [καὶ] μὴ διὰ τῆς <ὑπὸ> τῶν ἀνθρώπων τοῖς κτήνεσιν ἐπικουρουμένης τροφῆς. ἔδειξε δὲ ὁ ἅγιος ἀπόστολος f οὐ δι᾿ ἀπροίαν τροφῆς τὸν θεὸν διὰ τοῦ ἀλοητοῦ ἐπιμέλεσθαι βοῶν ἐν τῷ παρακελύεσθαι μὴ φιμοῦν τοὺς τοιούτους, ἀλλὰ διὰ τοῦ αἰνίγματος περὶ τῶν ἀποστόλων σημαίνεσθαι τὴν σχέσιν. † τῶν γὰρ g κατὰ τὸ αἰσθητὸν πάντων ποιεῖται τὴν πρόνοιαν καὶ ὁμοίως μέλει αὐτῷ περὶ πάντων. οὐ γὰρ ἀντιθέτως", + "candidate_score": 0.636033, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_13_15", + "bdc_text": "und nitt wol manglen kan , uß den 25 gl. erkouffen muͦß , das ich nitt nun zuͦ uffenthallt miner kinden , deren ettwas . ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab.", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_2991", + "psc_text": "Ὠριγένη Μ 21 ἐὰν τὸ βραχὺ] auch nicht eine kleine Stunde S | τὸ] τῶ Μ 22 χαρακτηριάζον Μ τεῖται τὸ σχῆμα, ἀνάγκή, φησί, τὴν ἀναστασιν ἐπὶ μόνου τοῦ εἴδους φῴζεσθαι δεῖν προσδοκᾶν. καὶ ἵνα μὴ εἴπῃς ὅτι οὐ μανθάνω· σκοτεινῶς ἐκεῖνος γὰρ τοῦτο διέλαβεν, ἐγὼ δέ σοι σαφέστερον ὧδε τὸν νοῦν τούτων ἐξηγήσομαι. ἤδη γὰρ πάντως ἑώρακας δέρμα αῴου η ἄλλο τι τοιοῦτο γεμισθὲν ὕδατος, ὅπως ἐὰν πρὸς ὀλίγον κενούμενον πρὸς ὀλίγον πληροῖτο, ἀεὶ τὸ εἶδος τὸ αὐτὸ δείκνυσιν. οὗον γὰρ ἂν ᾖ τὸ περιέχον, ἀνάγκη πρὸς κὐτὸ καὶ τὸ ἐντὸς σχηματίζεσθαι. φέρε γὰρ ὑπεκρέοντος τοῦ ὕδατος, εἴ τις προσβάλλοι τοσοῦτον ὅσον ἐκχεῖται, μὴ ἐῶν τὸν ἀσκὸν ἀθρόως κενωθῆναι τοῦ ὕδατος, εἰ μὴ τοιοῦτο ἀνάγκη φαίνεσθαι τὸ προστιθέμενον οἷον καὶ τὸ πρότερον, διὰ τὸ εἶναι καὶ τὸ περιέχον τὸ αὐτὸ περὶ ὅ εἰσρεῖ καὶ ἀπορρεὶ τὸ ὕδωρ. καὶ δὴ καὶ τὸ σῶμα τούτοις ὁ ἐθέλων ἀπεικάζειν οὐκ αἰδεσθήσεται. ὡσαύτως", + "candidate_score": 0.63542, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_3_5", + "bdc_text": "An wyn 16 soum sind 22 eymer . An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten . Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_1310", + "psc_text": "σε τῶι εἰς ἡμᾶς ὑπ᾿ αὐτοῦ λεγομένων ἐληλυθότων, ἀγαπητέ, καθὼς πολλάκις ἀπᾐτησας παρ᾿ ημῶν. Οὕτως οὖν ἀπαγγέλλει ἡ πάνσοφος αὐτῶν Σιγὴ τὴν γένεσθιν τῶν εἰκοσιτεσσάρων στοιχείων· τῇ Μονότητι συνυπάρχειν ἑνότητα, ἐξ ὧι δύο προβολαί, καθὰ προείρηται, Μονάς τε καὶ τὸ Ἕν, δὶς δύο οὒσαι τέσσαρες ἐγένοντο· δὶς γὰρ δύο τέσσαρες. καὶ πάλιν αἱ δύο καὶ τέσσαρες εἰς τὸ αὐτὸ συντεθεῖσαι τὸν τῶν ἓξ ἐφανέρωσαν ἀριθμόν, οὓτοι δὲ οἱ ἓξ τετραπλασιασθέντες τὰς εἰκοσιτέσσαρας ἀπεκύησαν μορφάς. καὶ τὰ με) τῆς 4 Psal. 8, 3 — 5 Psal. 18, 2 V M lat. Hipp. (Z. —18 ausgelassen) 1 ἐπιβοᾷ + ὁμοίως Hipp. | τούτων] hunc lat. τοῦτον Hipp. 2 αἱ < 3 καὶ θρηνοῦσα — αὐτόν + Hipp. | * alte ücke, änze κατὰ > * 4 δὲ + φησὶ Hipp. 5 οὐρανοὶ + τῶν οὐρανῶν V M 5—7 καὶ2 — γνωρίσασα] δὲ ἐν πόνοις γένηται Ἡ ψυχή, ὡς] ἐπιβοᾷ οὐδὲν ἕτερον ἢ", + "candidate_score": 0.634224, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_2_4", + "bdc_text": "Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 . An wyn 16 soum sind 22 eymer . An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_507", + "psc_text": "— ἀλλὰ < Μ 20 φασί Μ Ι κόκκινον] lies σπαρτίον? * 22 τοῦ αὐτοῦ *] τούτου V M 23 καὶ μὴ ἐγειρομένην < M 25 f καὶ ἅπερ — ἐσθίομεν am Rande nacbgetragen V corr ἐσθίομεν, κρέα ἢ λάχανα ἢ ἄρτον ἢ εἴ τι ἕτερον, χάριν ποιοῦμεν ταῖς κτίσεσι, συλλέγοντες ἀπὸ πάντων τὴν ψυχὴν καὶ μεταφέροντες θεθ' ἑαυτῶν εἰς τὰ ἐπουράνια. διόπερ καὶ πάντων μεταλαμβάνουσι κρεῶν λέγοντες, ἵνα ἐλεήσωμεν τὸ γένος ἡμῶν. φάσκουσι δὲ τὴν αὐτὴν ψυχὴν εἶναι, ἴν τε τοῖς ζῴοις καὶ ἐν κνωδάλοις καὶ ἰχθύσι καὶ ὄφεσι καὶ ἀνθρώποις ἐγκατεσπάρθαι καὶ ἐν λαχάνοις καὶ ἐν δένδρεσι καὶ ἐν γεννήμασι. καὶ οἱ μὲν αὐτῶν Φιβιωνῖται καλούμενοι ἀναφέρουσι τὰς αἰσχρὰς αὐτῶν θυσίας τὰς τῆς πορνείας, τὰς ὑφ' ὴμῶν ἐνταῦθα προειρημένας, όνόμασι τρακοσίοις ἑξήκοντα πέντε, οἷς αὐτοὶ ἔπλασαν ἀρχόντων δῆθεν, ἐμπαίζοντες τοῖς γυναικαρίοις καὶ λέγοντες· μίγηθι μετ' ἐμοῦ, ἵνα σε άνενέγκω πρὸς τὸν ἄρχοντα. καθ' ἑκάστην δὲ μῖξιν ὀνομάζουσιν ἑνὸς", + "candidate_score": 0.631465, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_13_15", + "bdc_text": "und nitt wol manglen kan , uß den 25 gl. erkouffen muͦß , das ich nitt nun zuͦ uffenthallt miner kinden , deren ettwas . ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab.", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_1532", + "psc_text": "15 ἑκάστου *] ἕκαστον VM 17 ἀνθρώπων Pet.] ἄνθρωπον VM 20 σημαίην M 21f προασφαλιζομένη, προ vorgesetzt V corr 29 ἐν τῇ παλαιᾷ διαθήκῃ nachgetragen V corr κόσμῳ. πῶς ἂν ἂν εἴη σωτηρίας ἀνθρώπων ἐπιμελόμενος ὁ παρ’ αὐτοῦ τοῦ σωτῆρος ἀκούων »ἀπωλείας υἱός. καὶ τό »συμφέρει αὐτῷ, εἰ οὐκ ἐγεννήθη« καὶ τό »ἑταῖρε, ἐφ᾿ ὃ πάρει« καὶ τό »εἷς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με« καὶ τό ὁ ἐσθίων μετ᾿ ἐμοῦ τὸν ἄρτον ἐπῇρεν κατ ἐμοῦ πτερνισμόν. ὡς ἔχει τὸ εὐαγγέλιον ἐκ προαγούσης μαρτθρίας τοῦ Ψαλτηρίου) καὶ > οὐαὶ δι’ οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται«; αὐτὸς γὰρ ὁ Ἰούδας περὶ ἑαυτοῦ τὸ πᾶν ὑπέφηνεν καὶ τὴν τῶν ἐπαινούντων αὐτὸν ἄνοιαν καὶ <ἀφ᾿> ἑαυτοῦ ἤλεγξεν, εἰ ἄκων ἀλλ᾿ ὅμως μετὰ τὸ λαβεῖν τὸ τίμημα τὰ τριάκοντα ἀργύρια ὕστερον μεταμεληθεὶς καὶ ἀποστρέψας τὰ ἀργύρια, ὡς κακόν τι πεπραχώς, κακὸν μὲν ἑαυτῷ κακὸν δὲ καὶ τοῖς σταυρώσασιν. ὁ δὲ κύριος ἀγαθὸν δι᾿ ἑαυτοῦ ἐπιτελῶν", + "candidate_score": 0.62841, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_529", + "psc_text": "ἀπαρτηθῆναι M 13 > * 14 * etwa <παρθενίαν μὲν αὐχούσας> * 19 πλασθέντα hergestellt V corr πλασθέντα M ὀλέθρια ὑποβάλλοντές τινα ἐκεῖσε λέγουσιν. ἐκ τούτου γάρ φησι τὸν Ζαχαρίαν ἀπεκτάνθαι ἐν τῷ ναῷ, ἐπειδή φησίν, ἀπτασίαν ἑώρακε, καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου θέλων εἰπεῖν τὴν ὀπτασίαν ἀπεφράγη τὸ στόμα. εἶδε γάρ, φησίν, ἐν τῇ ὤρᾳ τοῦ θυμιάματός τινα, ὡς ἐθυμία, ἄνθρωπον ἑστῶτα, φησίν, ὄνου μορφὴν ἔχοντα. καὶ ἐξελθόντος, φημί, καὶ θέλοντος εἰπεῖν· οὐαὶ ὑμῖν, τίνι προσκυνεῖτε; ἀπέφραξεν αὐτοῦ τὸ στόμα ὁ ὀφθεὶς αὐτῷ ἔνδον ἐν τῷ ναῷ, ἵνα μὴ δύνηται λαλῆσαι. ὅτε δὲ ἡνοίγη τὸ στόμα αὐτοῦ ἴνα λαλήσῃ, τότε ἀπεκάλυψεν αὐτοῖο καὶ ἀπέκτειναν αὐτόν. καὶ οὕτως, φησίν, ἀπέθανε Ζαχαρίας. διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ἱερεὺς προσετάγη ὑπ' αὐτοῦ τοῦ νομοθετήσαντος, Ι φησίν, ἔχειν κώδωνας, ἱν ὅταν εἰσέρχηται ἱερατεῦσαι, τὸν κτύπον ἀκούων κρύπτηται ὁ προσκυνούμενος, ἵνα μὴ φωραθῇ τὸ ἰνδαλτικὸν αὐτοῦ τῆς μορφῆς πρόσωπον. ἔστι δὲ τὸ πᾶν τῆς εὐηθείας αὐτῶν", + "candidate_score": 0.628146, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_2_4", + "bdc_text": "Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 . An wyn 16 soum sind 22 eymer . An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_508", + "psc_text": "ἐν γεννήμασι. καὶ οἱ μὲν αὐτῶν Φιβιωνῖται καλούμενοι ἀναφέρουσι τὰς αἰσχρὰς αὐτῶν θυσίας τὰς τῆς πορνείας, τὰς ὑφ' ὴμῶν ἐνταῦθα προειρημένας, όνόμασι τρακοσίοις ἑξήκοντα πέντε, οἷς αὐτοὶ ἔπλασαν ἀρχόντων δῆθεν, ἐμπαίζοντες τοῖς γυναικαρίοις καὶ λέγοντες· μίγηθι μετ' ἐμοῦ, ἵνα σε άνενέγκω πρὸς τὸν ἄρχοντα. καθ' ἑκάστην δὲ μῖξιν ὀνομάζουσιν ἑνὸς ὄνομά τινος βάρβαρον τῶν παρ' αὐτοῖς πεπλασμένων, καὶ δῆθεν εὔχονται λέγοντες· προσφέρω σοὶ τῷ δεῖνι, ἵνα προσενέγκῃς τῷ δεῖνι. τῇ δὲ ἄλλῃ μίξει πάλιν ἄλλῳ ὑποτίθεται ὡσαύτως προσφέρειν, ἴνα καὶ αὐτὸς τῷ ἄλλῳ. καὶ ἕως ἀνέλθῃ, μᾶλλον δὲ κατέλθῃ τριακοσίας ἑξήκοντα πέντε πτώσεις τῆς λαγνείας, καθ' ἑκάστην ὅνομά τι ἐπικαλεῖται τὸ τοιοῦτο ἐργαζόμενος. καὶ ἄρχεται πάλιν κατιέναι διὰ τῶν αὐτῶν, τὰ αὐτὰ αἰσχρὰ ἐπιτελῶν καὶ ἐμπαίζων ταῖς ἠπατημέναι. ὅταν οὖν εἰς τοσοῦτον ὄγκον ἐλάσῃ ἀριθμοῦ ἑπτακοσίων τριάκοντα πτώσεων, λέγν δὴ μίξεων αἰσχρῶν καὶ όνομάτων τῶν παρ' αὐτοῖς Ι πεπλασμένων, τότε λοιπὸν τολμᾷ ὁ τοιοῦτος καὶ λέγει· »ἐγώ εἰμι ὁ Χριστός,", + "candidate_score": 0.627376, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_15", + "bdc_text": "Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab.", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_529", + "psc_text": "ἀπαρτηθῆναι M 13 > * 14 * etwa <παρθενίαν μὲν αὐχούσας> * 19 πλασθέντα hergestellt V corr πλασθέντα M ὀλέθρια ὑποβάλλοντές τινα ἐκεῖσε λέγουσιν. ἐκ τούτου γάρ φησι τὸν Ζαχαρίαν ἀπεκτάνθαι ἐν τῷ ναῷ, ἐπειδή φησίν, ἀπτασίαν ἑώρακε, καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου θέλων εἰπεῖν τὴν ὀπτασίαν ἀπεφράγη τὸ στόμα. εἶδε γάρ, φησίν, ἐν τῇ ὤρᾳ τοῦ θυμιάματός τινα, ὡς ἐθυμία, ἄνθρωπον ἑστῶτα, φησίν, ὄνου μορφὴν ἔχοντα. καὶ ἐξελθόντος, φημί, καὶ θέλοντος εἰπεῖν· οὐαὶ ὑμῖν, τίνι προσκυνεῖτε; ἀπέφραξεν αὐτοῦ τὸ στόμα ὁ ὀφθεὶς αὐτῷ ἔνδον ἐν τῷ ναῷ, ἵνα μὴ δύνηται λαλῆσαι. ὅτε δὲ ἡνοίγη τὸ στόμα αὐτοῦ ἴνα λαλήσῃ, τότε ἀπεκάλυψεν αὐτοῖο καὶ ἀπέκτειναν αὐτόν. καὶ οὕτως, φησίν, ἀπέθανε Ζαχαρίας. διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ἱερεὺς προσετάγη ὑπ' αὐτοῦ τοῦ νομοθετήσαντος, Ι φησίν, ἔχειν κώδωνας, ἱν ὅταν εἰσέρχηται ἱερατεῦσαι, τὸν κτύπον ἀκούων κρύπτηται ὁ προσκυνούμενος, ἵνα μὴ φωραθῇ τὸ ἰνδαλτικὸν αὐτοῦ τῆς μορφῆς πρόσωπον. ἔστι δὲ τὸ πᾶν τῆς εὐηθείας αὐτῶν", + "candidate_score": 0.62598, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_13_15", + "bdc_text": "und nitt wol manglen kan , uß den 25 gl. erkouffen muͦß , das ich nitt nun zuͦ uffenthallt miner kinden , deren ettwas . ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab.", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_2781", + "psc_text": "*] σκεπάξει MU | προσφέρει U | πρὸ<Μ 24 ἐπιτοθάζοι Μ ταύτῃ καὶ ἔτι ὑπερβολῆ καλλίονας τῷ φυλάττειν, ἐπι θανατίους δὲ ἐν τῷ μὴ φυλάττεσθαι, * τὴν μίαν ἀπαγορεύουσι, τὰς δὲ ἄλλας καταλε λοίπασι. καὶ ἐπιλαθόμενοι ὅλον μὲν τὸ σῶμα γυμνητεύουσιν, ἀπὸ ὅλων τῶν ἐνταλμάτων ἀργήσαντες καὶ τὴν μίαν ἐντολὴν οὐχ ἁγνῶς κατασχόντες. Καὶ ὦ τῆς πολλῆς τῶν ἀνθρώπων ματαιοφροσύνης. πᾶσα δὲ πρόφασις ἑκάστην αἵρεσιν, κἄν τε βραχεῖά τις ὑπῆρξεν, ἀπὸ τῆς ἀληθείας παρείλκυσε καὶ εἰς πολλὴν φορὰν κακῶν κατήγαγεν. ὥσπερ γὰρ | εἴ τις διασφαγὴν εὑρὼν ἐν φραγμῷ παρὰ λεωφόρῳ [καὶ] νομίσῃ διὰ ταύτης βαδίζειν καὶ καταλιπὼν τὴν ὁδὸν ἐκεῖσε τρέπηται, νομίσας ἐγγύτατον ἔχειν ὅθεν ��ιακάμψας πάλιν τῆς ὁδοῦ ἐπιλάβοιτο, ἀγνοήσῃ δὲ ὅτι τεῖχός ἐστιν ὑπέρτατον καὶ μακρῷ διαστήματι ᾠκοδομημένον, ἐπιτρέχοι δὲ μὴ εὑρίσκων διὰ ποίας τὴν διέξοδον ποιήσηται, ἀντὶ ἑνὸς σημείου ἤτοι μιλίου προκόπτων κατὰ χεῖρα ἔτι πλέον, μὴ εὑρὼν τὴν ὁδόν, καὶ οὕτως τρέπηται ἐπὶ τὰ πλείω,", + "candidate_score": 0.625976, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_13_15", + "bdc_text": "und nitt wol manglen kan , uß den 25 gl. erkouffen muͦß , das ich nitt nun zuͦ uffenthallt miner kinden , deren ettwas . ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab.", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_2711", + "psc_text": "δεῖ U 25 οἱ] ὅσοι U Anast. Sin. | ἔντολμοι U 26 ἔτι , τῶν ἀφροδισίων φημί, ἐπειδὴ μὴ πέφυκεν αὐτοῖς τὰ παιδοποιὰ ὄργανα τὰ ἐκ θεοῦ κεκτισμένα. ἀλλ’ οὔτε μισθὸν ἔχουσιν εὐνουχίας βασιλείαν οὐρανῶν, |διὰ τὸ ἀγῶνος μὴ μεμυῆσθαι. εἰ δὲ καὶ ἐπιθυμιῶν μεμύηνται οἱ τοιοῦτοι, μὴ δυνάμενοι πράττειν ὃ μὴ δεῖ πράττειν καὶ μὴ πράττοντες μισθὸν οὐκ ἔχουσιν. οὐ γὰρ διὰ τὸ μὴ βούλεσθαι τὸ ἔργον παρ’ αὐτοῖς οὐ πέπρακται, ἀλλὰ διὰ τὸ μὴ δύνασθαι. καὶ αὕτη μὲν ἡ ἀγωγὴ τῆς πρώτης ὑπὸ κυρίου εἰρημένης εὐνουχίας, τῆς διὰ", + "candidate_score": 0.625863, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_13_15", + "bdc_text": "und nitt wol manglen kan , uß den 25 gl. erkouffen muͦß , das ich nitt nun zuͦ uffenthallt miner kinden , deren ettwas . ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab.", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_2791", + "psc_text": "24 τροφὰς] προφάσεις U | [ἐν τοῖς]*, ἐντὸς Öh. 25 ἀπομνημονεῦσαι U 27 διεξελθόντες] δὲ εξελθόντες Μ 28 [καὶ] * ὕστερον λῆξαι τὴν ταύτης κατάληψιν οὐ πάνυ σαφῶς ἔγνωμεν. ταύτης δὲ μόνου ἐπιμνησθέντες τῆς ὀνομασίας ἐν τάχει ὥσπερ ἐκτρώματι τῷ ταύτης ὀνόματι χρησάμενοι παρελευσόμεθα τὸν τόπον. ἐπὶ τὰς ἑτέρας δὴ διασκοποῦντες τὴν ὁρμὴν ποιεῖσθαι καὶ αἰτούμενοι τὸν τῶν ὅλων δεσπότην παραφανῆναι ἡμῖν καὶ τὰ ἀκριβῆ τῶν παρ᾿ αὐτοῖς γινομένων ἐπιδείξαντα τῷ σμικρῷ ἠμῶν νῷ πάντα κατὰ ἀκρίβειαν σημᾶναι, ἵν᾿ ἑαυτοῖς τε καὶ τοῖς πέλας τὴν διόρθωσιν ποιησώμεθα τοῦ φεύγειν τὰ φαῦλα, ἐν δὲ τοῖς ἀγαθοῖς κὰι ἀληθεστάτιος τὸ ἑδραῖον ἑαυτοῖς ἐν θεῷ προσπορίσασθαι. Κατὰ Ἀποστολικῶν μݲαݲ, τῆς δὲ ἀκολουθίας ξݲαݲ. Μετὰ δὲ τούτους ἄλλοι ἑαυτοὺς Ἀποστολικοὺς ὠνόμ��σαν, βούλονται δὲ καὶ Ἀποτακτικοὺς ἑαυτοὺς λέγειν· φυλάττεται γὰρ παρ᾿ αὐτοῖς τὸ μηδὲν κεκτὴσθαι. εἰσὶ δὲ καἲ οὗτοι ἀπόσπασμα τῶν Τατιανοῦ δογμάτνω, Ἐγκρατιτῶν τε καὶ Τατιανῶν καὶ Καθαρῶν, οἵτινες φύσει γάμον οὐ παραδέχονται· παρήλλακται", + "candidate_score": 0.625227, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_13_15", + "bdc_text": "und nitt wol manglen kan , uß den 25 gl. erkouffen muͦß , das ich nitt nun zuͦ uffenthallt miner kinden , deren ettwas . ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab.", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_636", + "psc_text": "ἡμῶν ἥν ἔχομεν ἐν Χριστῷ, οἷς οὐδὲ πρὸς κρὸς ὥραν τῇ ὑποταγῇ«· καὶ τοῖς ἐν ἀκροβυστίᾳ παραγγέλλων ἔλεγενε μὴ περιτέμνεσθε· ὅτι ἐὰν περιτέμνησθε, Χριστὸς ὑμᾶς οὐδὲν ὠφελήει« διήρκεσε δὲ ἡ περιτομὴ χρόνῳ ὑπηρετήσασα, ἕως ἡ μείζων περιτομὴ παρεγένετο, P113 τουτέστιν τὸ ·λουτρὸν τῆς παλιγγενεσίας, ὡς παντί τῳ δῆλόν ἐστι καὶ σαφέστερον δείκνυται ἀπὸ τῶν παρὰ τοῖς ἀποστόλοις εἰρημένων, μάλιστα παρὰ τῷ ἁγίῳ ἀποστόλῳ Παύλῳ· φάσκει γὰρ οὕτως »οἷς οὐδὲ πρὸς ὥραν εἴξαμεν τῇ ὑποταγῇ«. παντὶ δὲ τῷ βουλομένῳ κατανοεῖν τὰ παρὰ τοῖς ἀποστόλοις τότε πεπραγματευμένα θαυμάσαι ἔπεστι, πῶς τὰ παρὰ τῇ αἱρέσει ταύτῃ ἐξ ἐπιπνοίας πνεύματος πλά- 14 vgl. Act. 21, 28 — 16 Gal. 2, —5 — 20 Gal. 5, 2 — 21 f vgl. oben haer. S, 6. 7; S. 192, 17ff — 25 Gal. 2, 5 V M cat. (bis Ζ. 10) 1 ὁ < M 2 τὸ ὕδωρ hinter μὴ cat. 2 — 3 ἀπὸ —", + "candidate_score": 0.624777, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_4", + "bdc_text": "An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_1319", + "psc_text": "διὰ καὶ τὸν ἀλφάβητον τῶν Ἑλλήνων ἔχειν μονάδας ὀκτὼν καὶ δεκάδας ὀκτὼ καὶ εκατοντάδας ὀκτώ, τὴν τῶν ὀκτακοσίων ὀγδοήκοντα ὀκτὼ ψῆφον ἐπιδεικνύοντα, τουτέστι τὸν Ἰησοῦν, ἐκ [τῶν] πάντων συνεστῶτα τῶν καὶ διὰ τοῦτο ἄλφα καὶ ω ὀνομίζεσθαι αὐτόν, τὴν ἐκ πάντων γένεσιν σημαίνοντα. καἰ πάλιν οὕτως· τῆς πρώτης τετράδος κατὰ πρόβασιν ἀριθμοῦ εἰς αὑτὴν συντιθεμένης ὁ τῶν δέκα ανεφάνη ἀριθμός. μία γὰρ καἰ δύο καὶ τρεῖς καὶ τέσσαρες ἐπὸ τὸ αὐτὸς συντεθεῖσαι δέκα γίνονται, ὅ ἐστιν #x772;, καὶ τοῦτ᾿ εἶναι θέλουσι τὸν Ἰησοῦν. ἀλλὰ καὶ ὁ Χρειστός, φησί, γραμμάτων ὀκτὼ ὢν τὴν πρώτην ὀγδοάδα σημαίνει, ἥτις τῷ ι συμπλακεῖσα τὸν Ἰησοῦν ἀπεκύησε. λέγεται δέ, φησί, καὶ Υἱὸς Χρειστός, τουτέστιν Ἡ δωδεκάς· τὸ γὰρ Υἱὸς ὄνομα γραμμάτων ἐστὶ τεσάρων, τὸ V M lat. Hipp. (Z. 13—S. 20, 11 ausgelassen) 1vor δεκὰς+Ἡ Hipp. 2 δεκὰς καὶ ὀγδοὰς] XVIII lat. ἰῶτα εἶτα δεκαοκτὼ Hipp. | ἐπισυνελθοῦσα] ἔστη συνελθοῦσα Hipp. 3f προεβίβασεν — ὀγδοήκοντα", + "candidate_score": 0.604629, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_4_6", + "bdc_text": "An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten . Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_1309", + "psc_text": "ἐπιφωνεῖ τὸ ω εἰς ση��εῖον αἰνέσεως, ἵνα γνωρίσασα ἡ ἄνω ψυχὴ τὸ συγγενὲς αὐτῆς βοηθὸν αὐτῇ καταπέμψῃ. 8. Καὶ περὶ μὲν τοῦ παντὸς ὀνόματος, τριάκοντα ὄντος γραμμάτων τούτου, καὶ τοῦ Βυθοῦ, τοῦ αὔξοντος ἐκ τῶν τούτου γραμμάτων, ἔτι τε > τῆς Ἀληθείας σώματος δωδεκαμελοῦς ὄντος, ἑκάστου > ἐκ δύο γραμμάτων συνεστῶτος, καὶ τῆς δωνῆς αὐτῆς, ἣν προσωμίλησε <προσωμίλησε μὴ> προσομιλήσασα, καὶ περὶ τῆς ἐπιλύσεως τοῦ μὴ λαληθέντος ὀνόματος καὶ περὶ τῆς τοῦ κόσμου ψυχῆς καὶ ἀνθρώπου, καθὰ ἔχουσι τὴν κατ᾿ εἰκόνα οἰκονομίαν, οὕτως ἐλήρησεν. ἑξῆς δὲ ὡς ἀπὸ τῶν ὀνομάτων ἰσάριθμον δύναμιν ἐπέδειξεν ἡ Τετρακτὺς αὐτῷ ἀπαγγελοῦμεν, ἵνα μηδὲν λάθῃ σε τῶι εἰς ἡμᾶς ὑπ᾿ αὐτοῦ λεγομένων ἐληλυθότων, ἀγαπητέ, καθὼς πολλάκις ἀπᾐτησας παρ᾿ ημῶν. Οὕτως οὖν ἀπαγγέλλει ἡ πάνσοφος αὐτῶν Σιγὴ τὴν γένεσθιν τῶν εἰκοσιτεσσάρων στοιχείων· τῇ Μονότητι συνυπάρχειν ἑνότητα, ἐξ ὧι δύο προβολαί, καθὰ προείρηται, Μονάς τε καὶ τὸ Ἕν, δὶς δύο οὒσαι τέσσαρες ἐγένοντο· δὶς γὰρ δύο τέσσαρες.", + "candidate_score": 0.604314, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_4", + "bdc_text": "An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_1340", + "psc_text": "ᾗ ὀγδοὰς καὶ δεκὰς καὶ δωδεκάς. τὴν οὖν δωδεκάδα διὰ τὸ ἐπίσημον ἐσχηκέναι συνεπακολουθῆσαν αὐτῇ τὸ ἐπίσημον πάθος λέγουσι, καὶ διὰ τοῦτο περὶ τὸν δωδέκατον ἀριθμὸν τοῦ σφάλματος γενομένου τὸ πρόβατον ἀποσκιρτῆσαν πεπλανῆσθαι, ἐπειδὴ τὴν ἀπόστασιν ἀπὸ δωδεκάδος γεγενῆσθαι φάσκουσι. τῷ αὐτῷ τρόπῳ καὶ ἀπὸ τῆς † δωδεκάδος ἀποστᾶσαν μίαν δύναμιν ἀπολωλέναι μαντεύονται, καὶ ταύτην εἲναι τὴν γυναῖκα τὴν ἀπολέσασαν τὴν δραχμὴν καὶ ἅψασαν λύχνον καὶ εὑροῦσαν αὐτήν. οὕτως οὖν καὶ τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς καταλειφθέντας — ἐπὶ μὲν τῆς δραχμῆς τοὺς ἐννέα, ἐπὶ δὲ τοῦ προβάτου τοὺς ἕνδεκα — ἐπιπλεκομένους ἀλλήλοις τὸν τῶν ἐνενήκοντα ἐννέα τίκτειν ἀριθμόν, ἐπεὶ ἐννάκις τὰ ἕνδεκα ἐνενήκοντα ἐννέα γίνεται. διὸ καὶ τὸ ἀμὴν τοῦτον λέγουσιν ἔχειν τὸν ἀριθμόν. Οὐκ ὀκνήσω δὲ σοι καὶ ἄλλως ἐξηγουμένων αὐτῶν ἀπαγγεῖλαι, ἵνα πανταχόθεν κατανοήσῃς τὸν καρπὸν αὐτῶν. τὸ γὰρ στοιχεῖον τὸ η σὺν μὲν τῷ ἐπισήμῳ ὀγδοάδα εἲναι θέλουσιν, ἀπὸ τοῦ ἄλφα ὀγδόῳ κείμενον τόπῳ· εἶτα πάλιν ἄνευ τοῦ", + "candidate_score": 0.602333, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_4", + "bdc_text": "An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_1310", + "psc_text": "σε τῶι εἰς ἡμᾶς ὑπ᾿ αὐτοῦ λεγομένων ἐληλυθότων, ἀγαπητέ, καθὼς πολλάκις ἀπᾐτησας παρ᾿ ημῶν. Οὕτως οὖν ἀπαγγέλλει ἡ πάνσοφος αὐτῶν Σιγὴ τὴν γένεσθιν τῶν εἰκοσιτεσσάρων στοιχείων· τῇ Μονότητι συνυπάρχειν ἑνότητα, ἐξ ὧι δύο προβολαί, καθὰ προείρηται, Μονάς τε καὶ τὸ Ἕν, δὶς δύο οὒσαι τέσσαρες ἐγένοντο· δὶς γὰρ δύο τέσσαρες. καὶ πάλιν αἱ δύο καὶ τέσσαρες εἰς τὸ αὐτὸ συντεθεῖσαι τὸν τῶν ἓξ ἐφανέρωσαν ἀριθμόν, οὓτοι δὲ οἱ ἓξ τετραπλασιασθέντες τὰς εἰκοσιτέσσαρας ἀπεκύησαν μορφάς. καὶ τὰ με) τῆς 4 Psal. 8, 3 — 5 Psal. 18, 2 V M lat. Hipp. (Z. —18 ausgelassen) 1 ἐπιβοᾷ + ὁμοίως Hipp. | τούτων] hunc lat. τοῦτον Hipp. 2 αἱ < 3 καὶ θρηνοῦσα — αὐτόν + Hipp. | * alte ücke, änze κατὰ > * 4 δὲ + φησὶ Hipp. 5 οὐρανοὶ + τῶν οὐρανῶν V M 5—7 καὶ2 — γνωρίσασα] δὲ ἐν πόνοις γένηται Ἡ ψυχή, ὡς] ἐπιβοᾷ οὐδὲν ἕτερον ἢ", + "candidate_score": 0.597679, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_4", + "bdc_text": "An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_1019", + "psc_text": "ἄν πάντα γένηται«. Τὸ δὲ περὶ τὸν δωδέκατον Αἰῶνα γεγονὸς πάθος ὑποσημαίνεσθαι λέγουσι διὰ τῆς ἀποστασίας Ἰούδα, ὅς δωδέκατος ἦν τῶν ἀποστόλων, καὶ ὅτι τῷ δωδεκάτῳ μηνὶ ἔπαθεν· ἐνιαυτῷ γὰρ ἐνὶ βούλονται αὐτὸν μετὰ τὸ βάπτισμα αὐτοῦ κεκηρυχέναι. ἔτι τε ἐπὶ τῆς αἱμορροούσης σαφέστατα τοῦτο δηλοῦσθαι· δώδεκα γὰρ ἔτη παθοῦσαν αὐτὴν ὑπὸ τῆς τοῦ σωτῆρος παρουσίας τεθεραπεῦσθαι, ἁψαμένην τοῦ κρασπέδου αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο εἰρηκέναι τὸν σωτῆρα »τίς μου ἥψατο;« διδάσκοντα τοὺς μαθητὰς τὸ γεγονὸς ἐν τοῖς Αἰῶσι μυστήριον καὶ τὴν ἴασιν τοῦ πεπονθότος Αἰῶνος. ἡ γὰρ παθοῦσα δώδεκα ἔτη ἐκείνη ἡ δύναμις, ἐκτεινομένης αὐτῆς καὶ εἰς ἄπειρον ῥεούσης τῆς οὐσίας, ὡς λέγουσιν, εἶ μὴ ἔψαυσε τοῦ φορήματος τοῦ υἰοῦ τουτέστιν τῆς Ἀληθείας τῆς πρώτης τετράδος ἥτις διὰ τοῦ κρασπέδου μεμήνυται, ἀνελύθη ἄν εἰς τὴν Ε; οὐσίαν αὐτῆς. ἀλλὰ ἔστη καὶ ἐπαύσατο τοῦ πάθους· ἡ γὰρ ἐξελθοῦσα δύναμις τοῦ υἱοῦ εἶναι δὲ 10 Matth. 5, 18 — 18 Mark. 5,", + "candidate_score": 0.596237, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_5", + "bdc_text": "Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_564", + "psc_text": "Λοιπὸν ταύτην παρελθών, ἀγαπητοί, ἐφεξῆς βαδιοῦμαι ἐπὶ τὰς ἄλλας τραχείας τρίβους, οὐχ ἵνα βαδίσω, ἀλλ' ἴνα ἀπὸ μήκοθεν ὑποδείξω τοῖς βουλομένοις τὰ τραχύτατα μὲν ἐπιγινώσκειν, φεύγειν δὲ διὰ τῆς στενῆς καὶ τεθλιμμένης ὁδοῦ τῆς φερούσης εἰς ζωὴν αἰώνιον καὶ καταλιμπάνειν τὴν πλατεῖαν καὶ εὐρύχωρον καὶ ἀκαν- θώδη καὶ προσκομμάτων ἔμπλεον ὀδόν. βορβορώδη καὶ ἀσελγείας καὶ πορνείας ἐμπεπλησμένην, ἡς πορνείας καὶ ἀσελγείας τὸ ὅμοιον ἔστιν ἰδεῖν ἐν τῷ ἑρπετῷ τῷ δεινοτάτῳ, ᾠ ἐπέθεντο τὸ ὄνομα ἀπειρώδινον ἔχιδναν οἱ παλαιοί. ἔστι γὰρ τῆς τοιαύτης ἐχίδνης ἡ φύσις ὁμοία τῆς τούτων μοχθηρίας. διὰ γὰρ τῆς ἀνδρείας φύσεως ἢ γυναικείας τὴν αἰσχρότητα ἐπιτελοῦντες ταύτην ἀπαγορεύουσι τὴν τῶν σπερμάτων καταβολήν, ἀφανίζοντες τὴν ἐκ θεοῦ τοῖς κτίσμασι δεδομένην τεκνογονίαν, ὡς καὶ ὁ ἀπόστολός φησι »τὴν γὰρ ἀντι- 2 Psal. 63, 8 — 3 Psal. 7, 17 — 12 I Petr. 2, 21 — 20f vgl. Matth. 7, 13f — 29 öm. 1, 27 V M 5", + "candidate_score": 0.595906, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_4", + "bdc_text": "An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_1300", + "psc_text": "ἑβδομάδι, ἐπίσημον ὀγδοάδα ὑπάρχοντα καὶ ἔχοντα ἐν ἑαυτῷ τὸν ἅπαντα τῶν στοιχείων ἀριθμόν, <ὅν> ἐφανέρωσεν ἐλθόντος αὐτοῦ ἐπὶ βάπτισμα ἡ τῆς περιστερᾶς κάθοδος, ἥτις ἐστὶν ωݲ καὶ · ὁ γὰρ αὐτῆς ἓν καὶ ὀκτακόσια· καὶ διὰ τοῦτο Μωυσέα ἐν τῇ ἕκτῃ τῶν ἡμερῶν εἰρηκέναι τὸν ἄνθρωπον γεγονέναι , καὶ τὴν οἰκονομίαν δὲ * ἐν τῇ ἕκτῃ τῶν ἡμερῶν * ἥτις ἐστὶ <ἡ> παρασκευή, τὸν ἔσχατον ἄνθρωπον ἀναγέννησιν τοῦ πρώτου ἀνθρώπου πεφηνέναι, ἧς οἰκονομίας ἀρχὴν καὶ τέλος καὶ τὴν ἕκτην ὥραν εἶναι, ἐν ᾗ προσηλώθη τῷ ξύλῳ. τὸν γὰρ τέλειον Νοῦν, ἐπιστάμενον τὸν τῶν ἓξ ἀριθμόν, δύναμιν ποιήσεως καὶ ἀναγεννήσεως ἔχοντα, φανερῶσαι τοῖς υἱοῖς τοῦ φωτὸς τὴν διὰ τοῦ φανέντος ἐπισήμου εἰς αὐτὸν δι᾿ αὐτοῦ γενομένην ἀναγέννησιν. ἔνθεν καὶ τὰ διπλᾶ γράμματα τὸν ἀριθμὸν ἐπίσημον ἔχειν φησίν. ὁ γὰρ ἐπίσημος ἀριθμὸς 6 vgl. Matth. 17, 1 Mark. 9, 2 — 15 vgl. Matth. 27, 45 Mark. 15, 33 V M lat.", + "candidate_score": 0.594607, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_4", + "bdc_text": "An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_2228", + "psc_text": "oben angeführte Stelle aus Ps. Tertullian adv. omn. haer. 8 (eine Ergänzung ist auch dort überflüssing) 7 αὐχῶσι Μ 9f βούλονται + <οἱ μὲν>?* 10 τῆ τεσσαρεσκαιδεκάτη Μ 11 τὴν2] τῆ Μ ὀκτὼ καλανδῶν Ἀπριλλίων ἄγουσι. καὶ ἐν αὐτοῖς δὲ στάσις οὐχ ἡ τυχοῦσα, τῶν μὲν λεγόντων τῇ τεσσαρεσκαιδεκάτῃ τῆς σελήνης, τῶν δὲ πρὸ ὀκτὼ καλανδῶν Ἀπριλλίων. ἔτι δὲ εὕραμεν ἀντίγραφα Ἄκτων Πιλάτου, ἐν οἷς σημαίνει πρὸ δεκαπέντε καλανδῶν Ἀπριλλίων τὸ πάθος γεγενῆσθαι· τἀληθῆ δέ, ὡς ἐκ πολλῆς ἀκριβείας ἔγνωμεν, ἐν τῇ πρὸ δεκατριῶν καλανδῶν Ἀπριλλίων τὸν σωτῆρα πεπονθέναι κατειλήφαμεν· τινὲς δὲ τῇ πρὸ δέκα καλανδῶν Ἀπριλλίων λέγουσιν. ἐξέπεσον δὲ καὶ οὗτοι τοῦ προκειμένου. δέδια δὲ καὶ περὶ τούτων ἐπὶ πλεῖστον μηκῦναι τὸ λόγον· πολλὰ γὰρ ἔχομεν λέγειν. 2. Πληρώσας γὰρ ὁ νομοθέτης τὸν πάντα νόμον | Μωυσῆς, ἐκ θεοῦ λαβὼν τὸ πρόσταγμα ἐν τῇ ἐσχάτῃ βίβλῳ τουτέστιν Δευτερονομίῳ D448 τίθησι πάσας τὶς κατέρας, ὀὐ μόνον περὶ Πάσχων ἀλλὰ καὶ", + "candidate_score": 0.594233, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_5", + "bdc_text": "Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 .", + "psc_chunk_id": "tlg2021.tlg002.1st1K-grc1_window_1785", + "psc_text": "14 διὰ τοῦ/////, 2 Buchstaben ausradiert V corr 26 ἅμα vor ἀλλὰ durchgestrichen V corr 30 <γαλήνην< * Σχόλιον ιݲδݲ. »Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ὑπάειν αὐτοῦς, συνέπνιγον αὐτὸν οἱ ὄχλοι. καὶ γυνὴ ἁψαμένη αὐτοῦ ἰάθη τοῦ αἵματος, καὶ εἶπεν ὁ κύριος, τίς μου ἥψατο;« καὶ πάλιν »ἥψατό μού τις. καὶ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ«. Ἔλεγχος ιݲδ.ݲ »Ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτούς«, καὶ οὐκ εἶπεν »ἐν τῷ a ὑπάγειν αὐτόν«, ἵνα μὴ ἑτέρως αὐτὸν σχηματίσῃ παρὰ τὴν τῶν ὁδοιπορούντων ἀκολουθίαν. τὸ δέ »συνέπνιγον αὐτὸν οἱ ὅχλοι«, πνεῦμα οὐκ ἠδύναντο συμπνίγειν οἱ ὅχλοι. γυνὴ δὲ ἁψαμένη καὶ ἰαθ��ῖσα οὐκ ἀέρος ἥψατο, ἀλλὰ ἁφῆς ἀνθρωπείας. ἵνα γὰρ δείξῃ ὅτι οὐχὶ δοκήσει b μόνον ἡ ἁφὴ τοῦ σώματος αὐτοῦ ὑπὸ τῆς γυναικὸς γεγένηται, διδάσκει γέγων »τίς μου ἥψατο; καὶ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ’ ἐμοῦ«. Σχόλιον ιݲεݲ. »Ἀναβλέψας εἰς τοὺς οὐρανοὺς ηὐλόγησεν ἐπ᾿ αὐτούς«. Ἔλεγχος ιݲεݲ. Εἰ ἀνέβλεψεν εἰς οὐρανοὺς καὶ ηὐλόγησεν ἐπ᾿", + "candidate_score": 0.592582, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 2, + "cf_id": "cf048", + "work_id": "tlg2959.tlg002.opp-grc1", + "max_score": 0.678224, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10_12", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc. Sagt min h von Cham selig , ich sölltigen die sach annemmen mit der zuͦchen , und mit klagen . Wenn dann mitt der zyt mir manglete und ichs anzeigte , wölte erst hälleffen , und wurdent dann min gl. das best Uff sömliche zuͦsag , stuͤnd ich für ein ersammen radt Zürych und erklagt mich nüt , sunder namm den stand guͦt willig Nun me aber , so ich zuͦ Glaris ob einem jar gehuset , befind ich leyder , so ich alles , was ich darff , brot , wyn , kleyder , buͦcher und in alles , das ich bruͦchen muͦ ß", + "psc_chunk_id": "tlg2959.tlg002.opp-grc1_window_201", + "psc_text": "des Notwendigen in ungenziemendo Dinge verwandelt« Ezn | καὶ < S 5 ἐναλάσσει D | γινόμενον] D endet 164, 11 | »Aber—Denn« Z. 7 < Ezn 8 »welches—hat« + Ezn 14 »Und—über« Z. 15 < Ezn 15 »verbringen« S 21v | »Und siehe—zeigt» Z. 24: »wie zuch das Eisen bald zum Guten dient und bald zum Bösen; denn wenn einer Pflugschar u. Sense u. Sichel verfertigt, so diente es zum Guten, wenn aber Schwert u. Lanze u. Pfeil u. andere Waffen, welche den Menschen schädlich sind, so verübt er eine böse Tat; aber die Ursache des Bösen ist der Täter und nicht das Eise« Ezn 21 »Andeindung« ulajanie: »Jagen« ulovlenie S b ETAIP. Ἐπεὶ τοίνυν περὶ τῶν κακῶν ἐποιήσω τὸν λόγον, δεικνύναι βουλόμενος ὡς ἔστιν τὰ κακά, καὶ ὅτι τούτων οἱ ἄνθρωποι τυγχάνουσι ποιηταί, βραχύ τι πάλιν πυθέσθαι βούλομαι· πότερον οἱ ἂνθρωποι τὴν ἀφορμὴν ἀφ᾿ ἑαυτῶν λαμβάνοντες ἔχουσι, τουτέστιν αὐτοὶ", + "candidate_score": 0.678224, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10_12", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc. Sagt min h von Cham selig , ich sölltigen die sach annemmen mit der zuͦchen , und mit klagen . Wenn dann mitt der zyt mir manglete und ichs anzeigte , wölte erst hälleffen , und wurdent dann min gl. das best Uff sömliche zuͦsag , stuͤnd ich für ein ersammen radt Zürych und erklagt mich nüt , sunder namm den stand guͦt willig Nun me aber , so ich zuͦ Glaris ob einem jar gehuset , befind ich leyder , so ich alles , was ich darff , brot , wyn , kleyder , buͦcher und in alles , das ich bruͦchen muͦ ß", + "psc_chunk_id": "tlg2959.tlg002.opp-grc1_window_222", + "psc_text": "τοῦτο προσεγένετο, τῆς φύσεως αὐτῆς οὕτως ἐχούσης. λέγει δέ τις θεία φωνὴ μεμαθηκέναι τὸν ἄνθρωπον τὰ πονηρά· διδάσκεσθαι οὖν φημι τὸ παρακούειν θεοῦ (τοῦτο γὰρ καὶ μόνον ἐστὶ τὸ κακόν, ὃ παρὰ τὴν τοῦ θεοῦ προαίρεσιν γίνεται). οὐ γὰρ <δὴ> καθ᾿ ἑαυτὸν τὸ πονηρὸν <ὁ> ἄνθρωπος διδάσκεται. ὁ διδάσκων τοίνυν τὸ κακόν ἐστιν ὁ δράκων, von Gott selbst geschaffen. Sie (die Schlange) lehrt aber den Menschen, indem sie ihn abwendig machen will von dem Höchsten. Wenn du aber auch die Ursache wissen willst, Neid in betreff des Menschen hat sie. Wenn du aber auch nachforschest, woher der Neid: deshalb, weil sie nicht so geehrt ward. Denn allein der Mensch hat nach dem Bild und der Ähnlichkeit Gottes zu sein empfangen. Wenn du aber deshalb sagst, daß Gott sei der Urheber des Bösen, so entfällst du von dem Vernünftigen Gedanken. Denn wenn er jenem weggenommen, was er hatte, und es dem", + "candidate_score": 0.672039, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10_12", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc. Sagt min h von Cham selig , ich sölltigen die sach annemmen mit der zuͦchen , und mit klagen . Wenn dann mitt der zyt mir manglete und ichs anzeigte , wölte erst hälleffen , und wurdent dann min gl. das best Uff sömliche zuͦsag , stuͤnd ich für ein ersammen radt Zürych und erklagt mich nüt , sunder namm den stand guͦt willig Nun me aber , so ich zuͦ Glaris ob einem jar gehuset , befind ich leyder , so ich alles , was ich darff , brot , wyn , kleyder , buͦcher und in alles , das ich bruͦchen muͦ ß", + "psc_chunk_id": "tlg2959.tlg002.opp-grc1_window_46", + "psc_text": "S. 156; »und von diesem Βodensatz« Ezn I νῦν π. ἀνθρ. < S. 156 Ι νῦν < | π. ἀ. < Ph Ι παρ' D 11 CD (S. 156, 19 σπείρειν D) Ph: ἐπαίρειν F Ι τὰ κακά] es endet Ph Ι οὕτως — μέμφομαι S. 155, 6 < Ezn Ι εὖ ἔχειν φρονεῖν auch Dr, nur ἔχειν D Ι ἔχειν καὶ φρον. imeti i smysliti S Ι σὺ Γε — ποθῶ S. 155, 2 < D Ι σὺ δὲ] »nun« + S εἴ τινά σοι δοκεῖ μὴ καλῶς εἰρῆσθαι πρὸς ἐμοῦ, ἀναρέρων λέγε· καὶ yag πάνυ περὶ τοιούτων άκούειν ποθῶ. ΟΡΘΟΔ. Τὴν μὲν προθυμίαν ἀποδέχομαι τὴν σήν, ὦ φίλε, καί σου τὴν περὶ τὸν λόγον σπουδὴν ἐπαινῶ· ὄτι δὲ περὶ τῶν ὄντων οὕτως διετέθης, ὡς ἄρα ἐξ ὑποκειμένης τινὸς οὐσίας ταῦτα ἐδημιούργησεν ὁ θεός, οὐ πάνυ τι μέμφομαι. ὡς ἀληθῶς γὰρ ἡ τῶν κακῶν γένεσις οὕτω τοὺς πολλοὺς διατεθῆναι", + "candidate_score": 0.671474, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 3, + "cf_id": "cf048", + "work_id": "tlg2959.tlg001.opp-grc1", + "max_score": 0.677019, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_14_16", + "bdc_text": "ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab. Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "tlg2959.tlg001.opp-grc1_window_127", + "psc_text": "ἀποπαγιωθῆναι P: < B: κ. παγιωθῆναι Jh 17 καταλαβομένη κ. κατασκήψασα P 18 ἄν. ἀναδεύων] leerer Raum in B, v. 2. Hd. in V; ört nicht zu dem in P Erneuerten 19 τὸν < P 22 ἒξωθεν < B | τηκεδόνα Ο καὶ ἐν τῇ περὶ τῆς ἀνευρέσως δὲ τοῦ προβάτου φαίνεται <τὰ αὐτὰ> διδάσκων ὁ κύριός μου παραβολῇ, ἒνθα φησὶ ρπὸς τοὺς παρεστηκότας· »τίς ἐστιν ἐξ ὑμῶν ἂνθρωπος, ὃς ἒχει ἑκατὸν πρόβατα, κἂν ἀπολέσῃ ἓν ἐξ αὐτῶν, οὐκ ἀφίησι τὰ ἐνενήκοντα ἐννέα ἐπὶ τοῖς ὄρεσι, καὶ πορευθεὶς ἐπὶ τὸ ἀπολωλὸς ζητεῖ αὐτὸ ἓως εὓρῃ; καὶ εὑρὼν ἐπιτίθησιν ἐπὶ τοὺς ὤμους αὐτοῦ, καὶ ἐλθὼν εἰς οἶκον τοὺς φίλους καὶ τοὺς γείτονας, λέγων· συχάρητέ μοι. ὅτι εὑρέθη πρόβατόν μου τὸ ἀπολωλός.« Ἐπειδὴ γὰρ αὐτὸς ὡς ἀληθῶς ἠν τε καὶ ἒστιν, »ἐν ἀρχῇ« ὢν »πρὸς τὸν θεὸν. καὶ »θεὸς« ὤν, ὁ »ἀρχιστράτηγος« καὶ »ποιμἠν« τῶν κατ' οὐρανόν, ᾠ πάντα πείθονται καὶ ὁμαρτοῦσι", + "candidate_score": 0.677019, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10_12", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc. Sagt min h von Cham selig , ich sölltigen die sach annemmen mit der zuͦchen , und mit klagen . Wenn dann mitt der zyt mir manglete und ichs anzeigte , wölte erst hälleffen , und wurdent dann min gl. das best Uff sömliche zuͦsag , stuͤnd ich für ein ersammen radt Zürych und erklagt mich nüt , sunder namm den stand guͦt willig Nun me aber , so ich zuͦ Glaris ob einem jar gehuset , befind ich leyder , so ich alles , was ich darff , brot , wyn , kleyder , buͦcher und in alles , das ich bruͦchen muͦ ß", + "psc_chunk_id": "tlg2959.tlg001.opp-grc1_window_83", + "psc_text": "ὀρθῶς καλὸν γίγνεται, μὴ ὀρθῶς δὲ αἰσχρόν 15 οὐδὲ P 16 γὰρ αὐτό τι < C | πραγμ.] C | ἡγητ) unleserl. Ο παρὰ τὴν πρᾶξιν ταῖν χρωμένων τοιοῦτο γίνεσθαι. κοσμίως μὶν γὰρ πραττόμενον καὶ σωφρόνως κόσμιον ἀπέβη, αἰσχρώς δὲ καὶ ἀσχημόνως αἰσχρόν. τί γὰρ ἠδίκησε σίδηρος γεωρικῆς χάριν καὶ τεχνῶν εὑρεθεὶς τοὺς εἰς ἀλληλοφόνους θήξαντας αὐτὸν μάχας; τί δὲ χρυσὸς ἢ ἄργυρος ἢ χαλκὸς καὶ συλλήβδην ἡ εὐέργαστος πᾶσα γῆ τοὺς πλημμελοῦντας ἀχαρίστως εἰς τὸν σφέτερον δημιουργὸν ἐν τῷ προστρέπεσθαι τὰ ἀπ᾿ αὐτῶν ποικιλλόμενα βρέτη; κἂν γὰρ ἀπὸ κλεψιμαίων τῇ ὑφαντικῇ παρέχοιτό τις ἔρια τέχνῃ, πρὸς ἓν τοῦτο ἡ τέχνη δημιουργεῖ τὴν ὑποκειμένην ὓλην, εἰ δέξεται τὴν κατασκευήν, οὐδὲν ἀποβαλλομένην τῶν ἑαυτῇ χρησίμων, ἐπεὶ μηδὲ αἲτιόν ἐστιν ἐνταῦθα τὸ κλαπέν, ἄψυχον ὄν. διὸ δὴ αὐτὸ μὲν καὶ κοσμητέον. τὸν δὲ ὑφελόμενον ἀδίκῳ φωρᾷ τιμωρητέον. ἀτὰρ δὴ καὶ τοὺς δηλήμονας τῶν γάμων καὶ διαρρήκτας τῆς εὐαρμοστίας τοῦ βίου, τῶν χορδῶν", + "candidate_score": 0.671698, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_13_15", + "bdc_text": "und nitt wol manglen kan , uß den 25 gl. erkouffen muͦß , das ich nitt nun zuͦ uffenthallt miner kinden , deren ettwas . ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab.", + "psc_chunk_id": "tlg2959.tlg001.opp-grc1_window_209", + "psc_text": "Jh | τῆ σ. Ο 23 ἀναλογισόμεθα P, ἀναλογησώμεθα w. e. seh. B: ἀναλογισώμεθα PI Prot. 332 D | πάλιν < B 25 τῆς B | ἀλλοτρίας ᾀσα(θ κυρίου unleserl. Ο | τοῦ κυρίου Μ Al πάντως, ὃτι τὸ εὐαγγέλιον ἰερὰν ᾠδὴν εἶναι καὶ ἀπόρρητον διδάσκουσιν, ἣν οἱ ἁμαρτάνοντες καὶ μοιχώμενοι τῷ πονηρῷ προσᾴδουσιν; ἐξέρχονται γὰρ τὰς ἐντολάς, τὸ θέλημα »τῶν πνευματικῶν« τελοῦντες »τῆς πονηρίας«, καὶ ῥίπτουσι »τὰ ἃγια τοῖς κυσὶ καὶ τοὺς μαργαρίτας ἒμπροσθεν τῶν χοίρων«, ὅν τρόπον τρόπον κἀκεῖνοι περὶ ὠν ὁ δυσχεραίνων φησί· »καὶ ἀνέγνωσαν ἔξω νόμον.. οὐ γὰρ ὅτι πυλῶν ἔξω τῆς Ἱερουσαλὴμ ἢ ταῖν οἰκιῶν ἀνεγέιννσκον ἐξιόντες Ἰουδαῖοι τὸν νόμον, διὰ τοῦτο δὴ καὶ ὁ προφήτης ἰσχυρῶς αὐτῶν κατηγορεῖ καὶ ὑπευθύνους ἐγκλήματι βοᾷ γεγονέναι, ἀλλ’ ὅτι τὰς ἐντολὰς καὶ ἀσεβοῦντες εἰς τὸν θεὸν ἐπιμεμορφασμένως μὲν ἀνεγίωσκον δῆθεν ὡς εὐσεβεῖς τὰ προστάγματα, κατὰ ψυχὴν δὲ οὐκ ἐδέχοντο μετὰ πίστεως ἴσχοντες, ἀλλ’ ἀπέπτυον »ἔργοις ἐντεῦθεν γὰρ τὴν", + "candidate_score": 0.631446, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_13_15", + "bdc_text": "und nitt wol manglen kan , uß den 25 gl. erkouffen muͦß , das ich nitt nun zuͦ uffenthallt miner kinden , deren ettwas . ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab.", + "psc_chunk_id": "tlg2959.tlg001.opp-grc1_window_29", + "psc_text": "(λαμβάνον)τες u. (οὐ)δὲν unleserl. Ο | ἦν ἀπρεπὲς M AI 25 f ἠσχημ. μέ(χρι) unleserl. O μέχρι νόμος ἐλθὼν διεστείλατο καἰ τὸ πρότερον δοκοῦν εἶναι καλὸν ἀπαγορεύσας ἁμαρτίαν ἀπεφήνατο, » ἐπικατάρατον. « καλῶν »τὸν ἀποκαλύπτοντα τὴν άσχημοσύνην τῆς ἀδελφῆς αύτοῦ«, τοῦ θεοῦ κατὰ καιρὸν καὶ καιρὸν τὴν ἁρμόζουσαν ἡμῶν τῷ γένει σπουδαίως προσφέροντος φέροντος ὢσπερ δὴ καὶ οἱ πατέρες τοῖς υἱοῖς. οὐ γὰρ εὐθέως ἄνωθεν ἐπιστατοῦσι τοὺς παιδαγωγούς, ἀλλὰ τὴν παιδικὴν ἡλικίαν ἐάσαντες ἀθύρεσθαι μοσχαρίων δίκην, πρῶτον εἰς διδασκάλων συμψελλιζόντων ἀποστέλλουσιν, ἒστ᾿ ἂν ἀποβαλόντες τὴν μειρακιώδη τρίχα τοῦ νοῦ εἰς τὴν τῶν μειζόνων μαθημάτων ἄσκησιν παραπεμφθῶσι κἀκεῖθεν αὐθις εἰς τὴν τῶν ἔτι μειζόνων. ταύτῃ γὰρ καὶ θεὸν καὶ πατέρα τῶν ὃλων ἡγητέον προσηνέχθαι τοῖς πρὸ ἡμῶν. ἒτι γὰρ ὁ κόσμος ἀνθρώπων ἀπλήρωτος ὢν ὡς νήπιος ἠν, καὶ ἐχρῆν αὐτὸν εἰς πλῆθος πρότερον ἐκ τούτων ἀνδρωθέντα πληθυνθῆναι. ἀλλ’ ὅτε λοιπὸν ἀπὸ περάτων ἐπὶ πέρατα κατῳκίσθη, τῆς εἰς ἂπειρον κεχυμένης, οὐκέτι τοῖς", + "candidate_score": 0.627943, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_13_15", + "bdc_text": "und nitt wol manglen kan , uß den 25 gl. erkouffen muͦß , das ich nitt nun zuͦ uffenthallt miner kinden , deren ettwas . ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab.", + "psc_chunk_id": "tlg2959.tlg001.opp-grc1_window_51", + "psc_text": "ἒργον, ὦ Ἀριστο., ἀναπληρῶσαι 23 ὁ πα(ρ᾿) unleserl. Ο | περὶ < Ρ 24 ἀποπληρούτω Ο | . . . .ξαμ. . .Ο: διαδεχομένη Ρ | με? Ο (ab. MAl) Λόγος β΄. Θεοφίλα. Εἰπεῖν οὖν ἴφη τὴν Θεοφίλαν, ὂτι Δοκεῖ μοι ἀναγκαῖον εἶναι, ἐπειδὴ καλῶς ἡ Μάρκελλα ὁρμήσασα ἐπὶ τὸν λόγον οὐχ ἱκανῶς ἐπλήρωσεν, ἐμὲ πειρᾶσθαι τέλος ἐπιθεῖναι τῷ λόγῳ. τὸ μὲν γὰρ εἰς παρθενίαν ἐκ προβάσεως προκόψαι τὸν ἂνθρωπον, τοῦ θεοῦ παρορμήσατος αὐτὸν κατὰ καιρὸν καὶ καιρόν , δοκεῖ μοι καλῶς διελέσθαι, τὸ δὲ μηκέτι χρῆναι λέγειν τοὐντεῦθεν τεκνογονεῖν οὐ καλῶς. ἐγὼ γὰρ καθεωρακέναι μοι δοκῶ σαφῶς ἀπὸ τῶν γραφῶν ὅτι παρθενίας ἐλθούσης ὁ λόγος οὐκ ἀνεῖλε πάντῃ τὴν τεκνογονίαν. οὐ γὰρ ἐπειδὴ τῶν ἄστρων ἡ σελήνη μείζων ἐστί, παρὰ τοῦτο τῶν ἄλλων ἀστέρων τὸ φῶς ἀναιρῖται. ἀρξώμεθα δὲ ἀπὸ τῆς Γενέσεως, ἴνα δὴ καὶ πρεσβεύωμεν μᾶλλον τὴν γραφήν. ἡ γὰρ ἀπόφασις τοῦ θεοῦ καὶ τὸ διάταγμα τὸ ἐπὶ", + "candidate_score": 0.626641, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_5", + "bdc_text": "Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 .", + "psc_chunk_id": "tlg2959.tlg001.opp-grc1_window_364", + "psc_text": "πηρωθῆναι τὰς ὅψεις ἐν τῷ παραδείσῳ τυγχάνων ἀπεκαρπεύετο, τοῦ θεοῦ θεμιστεύοντος τὸν ἄνθρωπον τῶν τῆς σοφίας ἐργάτην τεθῆναι καὶ φύλακα φυτῶν. τοιούτους γὰρ ἠν καρποὺς πεπιστευμένος γεωργεῖν καὶ ὁ πρῶτος Ἀδάμ. καὶ ὁ Ἱερεμίας δὲ ταῦτα τυγχάνειν ἰδικῶς ἴν τινι τόπῳ καὶ ἀφεστῶτι μεγάλην ἀπόστασιν τῆς καθ’ ἡμᾶς οἰκουμένης οἶδεν, ἔνθα τοὺς ἐξολισθήσαντας τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν κατοικτίζων λέγει »μέθετε ποῦ ἐστι φρόνησις, ποῦ ἐστιν ἰσχύς, ποῦ ἐστιν ἡ σύνεσις τοῦ γνῶναι, ἅμα ποῦ ἐστι μακροβίωσις καὶ ζωή, ποῦ ἐστι φῶς ὀφθαλμῶν καὶ εἰρήνη. τίς εὑρε τὸν τόπον αὐτῆς, ἢ τίς εἰσῆλθεν εἰς τοὺς αὐτῶν;‘ τούτων οὐν διελθούσας εἰς τοὺς θησαυροὺς ἀποκαρπεύεσθαι λόγος τῶν ἀρετῶν τὰς παρθένους, εὐτάκτοις φωσὶ καὶ πολλοῖς καταρδομένας, ἃ δίκην πηγῆς αὐταῖς ὁ θεὸς ἀνερεύγεται, καταλάμπων ἐκεῖνον τὸν αἰῶνα φωσὶν ἀδότοις. αἱ δὲ χορεύουσιν ἐμμελῶς γεραίρουσαι τὸν θεόν· περικέχυται τὰρ αὐταῖς ἀὴρ καθαρὸς καὶ μὴ καθιππευομενος ἡλίῳ. 1 vgl. Plato Phaedi-. Β — 8 f vgl. Apok.", + "candidate_score": 0.592097, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 4, + "cf_id": "cf014", + "work_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1", + "max_score": 0.676074, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10_12", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc. Sagt min h von Cham selig , ich sölltigen die sach annemmen mit der zuͦchen , und mit klagen . Wenn dann mitt der zyt mir manglete und ichs anzeigte , wölte erst hälleffen , und wurdent dann min gl. das best Uff sömliche zuͦsag , stuͤnd ich für ein ersammen radt Zürych und erklagt mich nüt , sunder namm den stand guͦt willig Nun me aber , so ich zuͦ Glaris ob einem jar gehuset , befind ich leyder , so ich alles , was ich darff , brot , wyn , kleyder , buͦcher und in alles , das ich bruͦchen muͦ ß", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1091", + "psc_text": "δεδιδαγμένους. κεφάλαιον δὲ τοῦ κακοῦ· οἱ λαοὶ τοὺς τῶν προσευχῶν καταλιπόντες οἴκους, ἐν ταῖς ἐρήμοις συνάγονται, θέαμα ἐλεεινόν· γυναῖκες, καὶ παιδία, καὶ γέροντες, καὶ οἱ ἄλλως ἀσθενεῖς, ἐν ὄμβροις λαβροτάτοις, καὶ νιφετοῖς καὶ ἀνέμοις καὶ παγετῷ τοῦ χειμῶνος, ὁμοίως δὲ καὶ ἐν θέρει ὑπὸ τὴν φλόγα τοῦ ἡλίου ἐν τῷ ὑπαίθρῳ ταλαιπωροῦντες. καὶ ταῦτα πάσχουσι διὰ τὸ τῆς πονηρᾶς ζύμης Ἀρείου γενέσθαι μὴ καταδέχεσθαι. Πῶς ἂν ὑμῖν ταῦτα λόγος ἐναργῶς παραστήσειεν, εἰ μὴ αὐτὴ ἡ πεῖρα καὶ ἡ διὰ τῶν ὀφθαλμῶν θέα κινήσειειν ὑμᾶς πρὸς συμπάθειαν; ὥστε παρακαλοῦμεν ὑμᾶς νῦν γοῦν χεῖρα ὀρέξαι ταῖς κατὰ τὴν ἀνατολὴν ἐκκλησίαις εἰς γόνυ κλιθείσαις ἤδη, καὶ ἀποστεῖλαί τινας τοὺς τῶν μισθῶν ὑπομιμνήσκοντας τῶν ἀποκειμένων ἐπὶ τῇ ὑπομονῇ τῶν ὑπὲρ Χριστοῦ παθημάτων. οὐ γὰρ τοσοῦτον ὁ συνήθης λόγος ἐνεργεῖν πέφυκεν, ὅσον ἡ ξένη φωνὴ ἐμποιεῖν τὴν παράκλησιν, καὶ ταῦτα παρὰ ἀνδρῶν γινομένη πανταχοῦ ἐπὶ τοῖς καλλίστοις τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι γνωριζομένων, ὁπ��ίους ὑμᾶς ἡ", + "candidate_score": 0.676074, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10_12", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc. Sagt min h von Cham selig , ich sölltigen die sach annemmen mit der zuͦchen , und mit klagen . Wenn dann mitt der zyt mir manglete und ichs anzeigte , wölte erst hälleffen , und wurdent dann min gl. das best Uff sömliche zuͦsag , stuͤnd ich für ein ersammen radt Zürych und erklagt mich nüt , sunder namm den stand guͦt willig Nun me aber , so ich zuͦ Glaris ob einem jar gehuset , befind ich leyder , so ich alles , was ich darff , brot , wyn , kleyder , buͦcher und in alles , das ich bruͦchen muͦ ß", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_286", + "psc_text": "κατέλαβεν οὐ μικρός, μή ποτε οἵ ποτε ἐφεδρεύοντες τῇ ἐκκλησίᾳ τῆς μητροπόλεως ἡμῶν καὶ βουλόμενοι αὐτὴν αἱρετικῶν ζιζανίων πληρῶσαι, καιροῦ νῦννῦνom. A, B. λαβόμενοι, τὴν πολλῷ καμάτῳ κατασπαρεῖσαν ἐν ταῖς ψυχαῖς τῶν ἀνθρώπων εὐσέβειαν ταῖς παρʼ ἑαυτῶν πονηραῖς διδασκαλίαις ἐκριζώσωσι, καὶ ταύτης τὴν ἑνότητα κατατέμωσιν, ὅπερ καὶ ἐπὶ πολλῶν ἐκκλησίων πεποιήκασιν. ἐπειδὴ δὲ καὶ γράμματα πρὸς ἡμᾶς ἀφίκετο τοῦ κλήρου, παρακαλοῦντα μὴ παροφθῆναι ἐν καιρῷ τοιούτῳ, περιβλεψάμενος ἐν κύκλῳ ἐμνήσθην τῆς ὑμετέρας ἀγάπης, καὶ τῆς ὀρθῆς πίστεως, καὶ τοῦ ζήλου ὃν ἔχετε ἀεὶ ὑπὲρ τῶν ἐκκλησίων τοῦ Θεοῦ. Καὶ τούτου ἕνεκεν ἀπέστειλα τὸν ἀγαπητὸν Εὐστάθιον τὸν συνδιάκονον, παρακαλέσαι ὑμῶν τὴν σεμνοπρέπειαν καὶ δυσωπῆσαι πᾶσι τοῖς ὑπὲρ τῶν ἐκκλησίων καμάτοις καὶ τὸν παρόντα ἐπιθεῖναι, κἀμοῦ τε τὸ γῆρας τῇ συντυχίᾳ ἀναπαῦσαι, καὶ τῇ ὀρθῇ ἐκκλησίᾳ τὴν περιβόητον εὐσέβειαν διορθώσασθαι, δόντας αὐτῇ μεθʼ ἡμῶν (εἰ ἄρα καταξιωθείημεν συναντιλαβέσθαι ὑμῖν τοῦ ἀγαθοῦ ἔργου) ποιμένα κατὰ τὸ βούλημα τοῦ Κυρίου, δυνάμενον διευθῦναι τὸν λαὸν", + "candidate_score": 0.675385, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_7_9", + "bdc_text": "über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß . Sunst muͦß ich holtz , ain kommen kernen und anders , alls thüwr und ettlichs thuͤwlich dann by üch uberkummen .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_332", + "psc_text": "Ἐκαρτέρησα ὡς ἡ τίκτουσα, ἀεὶ μὲν ἐπιθυμῶν ἢ συντυχίας ἢ λόγων,λόγου E. ἀεὶ δὲ ἀποτυγχάνων διὰ τὰς ἁμαρτίας τὰς ἐμαυτοῦ. οὐ γὰρ δὴ ἄλλην τινὰ αἰτίαν ἔχω τοῖς γινομένοις ἐπινοεῖν,εἰπεῖν duo MSS. πλήν γε δὴ τοῦ πεπεῖσθαι παλαιῶν ἁμαρτημάτων ἐκτιννύειν δίκας, ἐν τῷ χωρισμῷ τῆς ἀγάπης σου· εἰ δὴ καὶ ὀνομάζειν χωρισμὸν ὅσιον ἐπὶ σοῦ καὶ οὑτινοσοῦν τῶν τυχόντων, μὴ ὅτι γε ἡμῶν, οἷς ἐξ ἀρχῆς ἐν πατρὸς γέγονας χώρᾳ. Ἀλλʼ ἡ ἁμαρτία μου νῦν, οἷα νεφέλη βαθεῖά τις ἐπισχοῦσα, πάντων ἐκείνων ἄγνοιαν ἐ��εποίησεν. ὅταν γὰρ ἀπίδω, πλὴν τοῦ ἐμοὶ λύπην τὸ γινόμενον φέρειν, μηδὲν ἕτερον ἐξ αὐτοῦ κατορθούμενον,κατορθούμενον, πῶς οὐχί κατορθούμενος, πῶς οὐκ editi antiqi. πῶς οὐχὶ εἰκότως ταῖς ἐμαυτοῦ κακίαις ἀνατίθημι τὰ παρόντα; ἀλλʼ εἴτε ἁμαρτίαι τῶν συμβάντων αἰτίαι, τοῦτό μοι πέρας ἔστω τῶν δυσχερῶν· εἴτε τιτό add. editi; om. E. οἰκονομούμενον ἦν, ἐξεπληρώθη πάντως τὸ σπουδαζόμενον. οὐ γὰρ ὀλίγος ὁ τῆς ζημίας χρόνος. διό, μηκέτι στέγων, πρῶτος", + "candidate_score": 0.672435, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_0_2", + "bdc_text": "1558 . Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_971", + "psc_text": "ὡς ἐν ἀλλοτρίᾳ τῇ σαρκὶ διάγοντες, ἔργῳ ἐδείκνυσαν, τί τὸ παροικεῖν τοῖς ὧδε, καὶ τί τὸ πολίτευμα ἔχειν ἐν οὐρανῷ. ἐκεῖνα θαυμάσας, καὶ μακαρίσας τῶν ἀνδρῶν τὴν ζωήν, ὅτι ἔργῳ δεικνύουσι τὴν νέκρωσιν τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ηὐχόμην καὶ αὐτός, καθόσον ἐμοὶ ἐφικτόν, ζηλωτὴς εἶναι τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων. Τούτου γοῦν ἕνεκεν θεασάμενός τινας ἐπὶ τῆς πατρίδος ξηλοῦν τὰ ἐκείνων ἐπιχειροῦντας, ἐνόμισά τινα βοήθειαν εὑρηκέναι πρὸς τὴν ἐμαυτοῦ σωτηρίαν, καὶ ἀπόδειξιν ἐποιούμην τῶν ἀφανῶν τὰ ὁρώμενα. ἐπεὶ οὖν ἄδηλα ἑκάστου ἡμῶν τὰ ἐν τῷ κρυπτῷ, ἡγούμην αὐτάρκη μηνύματα εἶναι τῆς ταπεινοφροσύνης τὸ ταπεινὸν τοῦ ἐνδύματος, καὶ ἤρκει μοι πρὸς πληροφορίαν τὸ παχὺ ἱμάτιον, καὶ ἡ ζώνη, καὶ τῆς ἀδεψήτου βύρσης τὰ ὑποδήματα. καὶ πολλῶν ἀπαγόντων με τῆς πρὸς αὐτοὺς συνηθείας, οὐκ ἠνειχόμην, ὁρῶν αὐτοὺς τοῦ ἀπολαυστικοῦ βίου τὸν καρτερικὸν προτιμῶντας· καὶ διὰ τὸ παρηλλαγμένον τῆς πολιτείας ζηλοτύπως εἶχον πρὸς αὐτούς. ὅθεν οὐδὲ τὰς περὶ τῶν δογμάτων διαβολὰς προσιέμην, καίτοι", + "candidate_score": 0.668404, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_6_8", + "bdc_text": "küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_332", + "psc_text": "Ἐκαρτέρησα ὡς ἡ τίκτουσα, ἀεὶ μὲν ἐπιθυμῶν ἢ συντυχίας ἢ λόγων,λόγου E. ἀεὶ δὲ ἀποτυγχάνων διὰ τὰς ἁμαρτίας τὰς ἐμαυτοῦ. οὐ γὰρ δὴ ἄλλην τινὰ αἰτίαν ἔχω τοῖς γινομένοις ἐπινοεῖν,εἰπεῖν duo MSS. πλήν γε δὴ τοῦ πεπεῖσθαι παλαιῶν ἁμαρτημάτων ἐκτιννύειν δίκας, ἐν τῷ χωρισμῷ τῆς ἀγάπης σου· εἰ δὴ καὶ ὀνομάζειν χωρισμὸν ὅσιον ἐπὶ σοῦ καὶ οὑτινοσοῦν τῶν τυχόντων, μὴ ὅτι γε ἡμῶν, οἷς ἐξ ἀρχῆς ἐν πατρὸς γέγονας χώρᾳ. Ἀλλʼ ἡ ἁμαρτία μου νῦν, οἷα νεφέλη βαθεῖά τις ἐπισχοῦσα, πάντων ἐκείνων ἄγνοιαν ἐνεποίησεν. ὅταν γὰρ ἀπίδω, πλὴν τοῦ ἐμοὶ λύπην τὸ γινόμενον φέρειν, μηδὲν ἕτερον ἐξ αὐτοῦ κατορθούμενον,κατορθούμενον, πῶς οὐχί κατορθούμενος, πῶς οὐκ editi antiqi. πῶς οὐχὶ εἰκότως ταῖς ἐμαυτοῦ κακίαις ἀνατίθημι τὰ παρόντα; ἀλλʼ εἴτε ἁμαρτίαι τῶν συμβάντων αἰτίαι, τοῦτό μοι πέρας ἔστω τῶν δυσχερῶν· εἴτε τιτό add. editi; om. E. οἰκονομούμενον ἦν, ἐξεπληρώθη πάντως τὸ σπουδαζόμενον. οὐ γὰρ ὀλίγος ὁ τῆς ζημίας χρόνος. διό, μηκέτι στέγων, πρῶτος", + "candidate_score": 0.664348, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_7_9", + "bdc_text": "über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß . Sunst muͦß ich holtz , ain kommen kernen und anders , alls thüwr und ettlichs thuͤwlich dann by üch uberkummen .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_509", + "psc_text": "φροντίζουσαν, ἐπεὶ εἶδον λοιπὸν ὑπὲρ δύναμιν ἀφορήτοις ἀνάγκαις συνεχομένην, κατελεήσας καὶ παθὼν τὴν ψυχὴν ἔσπευσα παρακαλέσαι σε, ἵνα, εἴ τις δύναμις, τῷ ἀποσταλέντι παρʼ αὐτῆς ἀνθρώπῳ καταξιώσῃς συμπρᾶξαι, πρὸς τὸ ὅπερ αὕτη παριοῦσαπαριοῦσα Bigot. alter secunda manu, περιοῦσα alii MSS. et editi. ὑπέσχετο ὑφʼ ἡμῶν, ἤδη τοῦτο αὐτὴν ἀποδοῦσαν τῆς εἰς τὸ πλέον ἐπηρείας ἀπαλλαγῆναι. ὑπέσχετο γὰρ τὸ κεφάλαιον δοῦσα συγχωρεῖσθαι τοὺς τόκους. Νῦν τοίνυν οἱ φροντίζοντες αὐτῆς τῶν κληρονόμων μετὰ τὸ κεφάλαιον καὶ τὴν τῶν τόκων εἴσπραξιν ἐπιχειροῦσι ποιήσασθαι. ὡς οὖν εἰδὼς ὅτι Κύριός ἐστιν ὁ τὰ τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν ἰδιοποιούμενος, οὕτω σπούδασον χρήσασθαι ἑαυτὸν τῇ σπουδῇ τῇ ὑπὲρ τοῦ πράγματος ἐπʼ ἐλπίδι τῆς παρʼ αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν μισθαποδοσίας. οἶμαι γὰρ καὶ τὴν ἡμερότητα τοῦ θαυμασιωτάτου ἐπάρχουὑπάρχου conj. ed. Ben. μαθοῦσαν ὅτι τὸ κεφάλαιον ἐκτέτισται, συμπαθήσειν τῷ ἐλεεινῷ λοιπὸν καὶ ἀθλίῳ οἴκῳ εἰς γόνυ κλιθέντι καὶ οὐκέτι ἀρκοῦντι ταῖς ἔξωθεν αὐτῷ ἐπαγομέναις ἐπηρείαις. παρακαλῶ οὖν, καὶ τῇ", + "candidate_score": 0.664329, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_7_9", + "bdc_text": "über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß . Sunst muͦß ich holtz , ain kommen kernen und anders , alls thüwr und ettlichs thuͤwlich dann by üch uberkummen .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_796", + "psc_text": "καὶ ὁ Κύριος ἡμᾶς κατευοδώσει. ἐρρωμένος καὶ εὔθυμος εἴης, ὑπερευχόμενός μου, καὶ χαρισθείης μοι τῇ τοῦ ἁγίου φιλανθρωπίᾳ. Σωφρονίῳ μαγίστρῳ. Εἰ αὐτὸς διπλῆν ἔλαβες χάριν, ὡς αὐτὸς τῇ ἀνυπερβλήτῳ προθυμίᾳ περὶ τὰ ἀγαθὰ ἔργα ἐπέστειλας ἡμῖν, μίαν μὲν τῷ δέξασθαι γράμματα, δευτέραν δὲ τῷ ὑπουργῆσαι τῇ χρείᾳ ἡμῶν· πόσην τινὰ χρὴ νομίζειν ἡμᾶς ἔχειν τὴν χάριν, γράμμασί τε τῆς ἡδίστης φωνῆς ἐντυχόντας, καὶ τὴν ἐπιζητηθεῖσαν χρείαν τοσούτῳ τάχει πληρωθεῖσαν ὁρῶντας. ὥστε ἡδέως δεξάμενοι τὸ ἀποσταλὲν διὰ τὴν οἰκείαν αὐτοῦ φύσιν, πολλῷ ἥδιον αὐτὸ προσηκάμεθα τῷ σὲ εἶναι τὸν τῆς κατασκευῆς αὐτοῦ προεστῶτα. παράσχοι δὲ ἡμῖν ὁ Κύριος ἰδεῖν σε ἐν τάχει, ὥστε ἀπὸ γλώττης ὁμολογῆσαι τὴν χάριν, καὶ πάντων ὁμοῦ τῶν ἐν σοὶ καλῶν ἀπολαῦσαι. Μελετίῳ ἀρχιάτρῳ. Ἡμῖν οὐδʼ ὅσον ταῖς γεράνοις ὑπάρχει τὰ δυσχερῆ τοῦ χειμῶνος διαφυγεῖν, ἀλλʼ ἕνεκα μὲν τοῦ προϊδέσθαι τὸ μέλλον οὐδὲν ἴσως τῶν γεράνων χείρους ἐσμέν· τῷ δὲ κατὰ τὸν βίον αὐτεξουσίῳ τοσούτον τῶν ὀρνίθων", + "candidate_score": 0.664285, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_17_19", + "bdc_text": "Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 . anno et gefat daran haben söltend. Io .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1302", + "psc_text": "ἰδόνταςεἰδότας E. Harl. ἡμᾶς καὶ τὴν σὴν εὐγένειαν, τελείαν ἀποδοῦναι τῷ Θεῷ τὴν χάριν. ἐν πολλῇ γάρ ἐσμεν ἐπιθυμίᾳ, μάλιστα νῦν, ὅτε ἠκούσαμεν τετιμῆσθαί σε τῇ μεγάλῃ τιμῇ, τῷ ἀθανάτῳ ἐνδύματι, ὃ περισχὸνπεριέχον E. editi antiqui. ἡμῶν τὴν ἀνθρωπότητα, τὸν ἐν τῇ σαρκὶ θάνατον ἐξηφάνισε καὶ κατεπόθη τὸ θνητὸν ἐν τῷ τῆς ἀφθαρσίας ἐνδύματι. Ἐπειδὴ οὖν οἰκεῖον μέν σε ἑαυτῷμέν σε ἑαυτῷ σεαυτῷ editi antiqui; μέν σε αὐτῷ Harl. et Paris. ὁ Κύριος διὰ τῆς χάριτος ἐποίησεν, ἠλλοτρίωσε δὲ πάσηςπαλαιᾶς Harl. τῆς ἁμαρτίας, ἤνοιξε δὲ βασιλείαν οὐρανῶν, καὶ ὁδοὺς τὰς ἀπαγούσας πρὸς τὴν ἐκεῖ μακαριότητα ὑπέδειξε, παρακαλοῦμέν σε, ἄνδρα τοσοῦτον φρονήσει τῶν λοιπῶν ὑπερέχοντα, λελογισμένως τὴν χάριν δέξασθαι, καὶ πιστὸν φύλακα γενέσθαι τοῦ θησαυροῦ, πάσῃ ἐπιμελείᾳ τηροῦντα τῆς βασιλικῆς παρακαταθήκης τὴν φυλακήν, ἵνα ἄσυλον τὴν σφραγῖδα διασωσάμενος παραστῇς τῷ Κυρίῳ ἐκλάμπων ἐν τῇ λαμπρότητι τῶν ἁγίων, μηδένα σπῖλον ἢ ῥυτίδα ἐμβαλὼνἐπιβάλλων quinque MSS. τῷ καθαρῷ τῆς ἀφθαρσίας ἐνδύματι, ἀλλʼ ἐν", + "candidate_score": 0.664085, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16_18", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind . Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_537", + "psc_text": "ἡμῖν ἐνεδείξατο ὁ γενναῖος Βασίλειος, ὃν ἀντὶ φυλακτηρίου τῆς ἐμῆς ζωῆς παρὰ τῆς σῆς εὐλαβείας ὑπεδεξάμην, ἐγὼ μὲν καὶ εἰπεῖν αἰσχύνομαι· εἴσῃ δὲ τὰ καθʼ ἕκαστον παρὰ τοῦ ἀδελφοῦ ἡμῶν διδαχθείς. καὶ τοῦτο λέγω οὐκ ἐκεῖνον ἀμυνόμενος (εὔχομαι γὰρ αὐτῷ μὴ λογισθῆναι παρὰ τοῦ Κυρίου), ἀλλὰ βεβαίαν μοι τὴν παρὰ σοῦ ἀγάπην μεῖναι ἡμῖν διοικούμενος, ἣν φοβοῦμαι μὴ διασαλεύσωσι ταῖς ὑπερβολαῖς τῶν διαβολῶν, ἃς εἰκὸς αὐτοὺς κατασκευάσαι εἰς ἀπολογίαν τοῦ πταίσματος. ὅπεροὗπερ Medicaeus, Regius primus, Bigot. alter. δʼ ἂν κατηγορήσωσιν ἡμῶν, ἐκεῖνο παρὰ τῆς σῆς ἀγχινοίας ἐξεταζέσθωσαν, εἰ ἐνεκάλεσαν ἡμῖν, εἰ τὴνεἰ τὴν... εἰ ὅλως τὴν ... ἢ ὅλως editi antiqi. διόρθωσιν τοῦ ἁμαρτήματος οὗ νῦν ἡμῖν ἐπάγουσιν ἐπεζήτησαν, εἰ ὅλως φανερὰν ἑαυτῶν τὴν πρὸς ἡμᾶς λύπην κατέστησαν. νῦν δέ, ἐν φαιδρῷ τῷ προσώπῳ καὶ πεπλασμένοιςτετιμημένοις tres MSS. ἀγάπης ῥήμασιν ἀμύθητόν τινα δόλου καὶ πικρίας βυθὸν τῇ ψυχῇ συγκαλύπτοντες, διὰ τῆς ἀνελευθέρου φυγῆςσιωπῆς E, editi antiqi. ἐφανέρωσαν. ἐφʼ ᾧ ὅσον", + "candidate_score": 0.663626, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_14_16", + "bdc_text": "ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab. Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_995", + "psc_text": "(πῶς γὰρ οὐκ ἔμελλεν;) ὑπὸ δὲ πλευριτικοῦ πάθους κατασχεθείς, καὶ ἅμα ἐκ τῆς προσγενομένης αὐτῷ ψύξεως, τῆς τῶν νεφρῶν ἀρρωστίας συνήθως ἐπαναστάσης, ἠναγκάσθη, ἀπαραιτήτως ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν κατεχόμενος, ἐπιμελείας ἕνεκεν τοῦ σώματος καὶ παραμυθίας τῶν ἀφορήτων ὀδυνῶν, πρός τι χωρίον ἡσυχίαν ἔχον μετατεθῆναι· τούτου χάριν πάντες ἤλθομεν ἐπὶ τὸ ἱκετεῦσαι τὸ μέγεθός σου, μηδὲν ἀγανακτῆσαι τῇ ἀναβολῇ τῆς ἀπαντήσεως, καὶ γὰρ οὔτε τι τῶν δημοσίων χεῖρον ἔσχεν ἐκ τῆς ἡμετέρας ὑπερθέσεως, οὔτε τι τῶν ἐκκλησιαστικῶν τούτου ἕνεκεν παρεβλάβη. Ἀλλʼ εἰ μὲν περὶ χρημάτων ἐστὶν ὁ λόγος, ὡς διαφορηθέντων, αὐτοῦ εἰσιν οἱ ταμίαι τῶν ἱερῶν χρημάτων ἕτοιμοι δοῦναι λόγον τῷ βουλομένῳ, καὶ δεῖξαι τὴν συκοφαντίαν τῶν κατατολμησάντων τῆς ἀκριβοῦς ἀκοῆς σου· ῥᾴδιον γὰρ αὐτοῖς ἀπʼ αὐτῶν τῶν γραμμάτων τοῦ μακαρίου ἐπισκόπου φανερὰν τὴν ἀλήθειαν τοῖς ἐπιζητοῦσι ποιῆσαι· εἰ δέ τι ἕτερόν ἐστι κανονικὸν ἐξετάσεως δεόμενον, καὶ τούτου καταδέχεται ὑποδέξασθαι τὴν ἀκρόασιν καὶ τὴν κρίσιν ἡ μεγαλόνοιά σου, πάντων ἡμῶν χρεία, ὅτι", + "candidate_score": 0.661208, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_14_16", + "bdc_text": "ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab. Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_471", + "psc_text": "κρίσεως ἀποστήσομαι. αὐτὸς δὲ ἕκαστος τῆς οἰκείας ἐργασίας ἐν ἡμέρᾳ τῆς ἀνταποδόσεως τοὺς καρποὺς ἐπιγνώσεται. Εὐσεβίῳ, ἐπισκόπῳ Σαμοσάτων Πάνυ ὡρμημένος καταλαβεῖν τὴν Νικόπολιν, μετὰ τὸ δέξασθαι τὰ παρὰ τῆς ὁσιότητόςκοσμιότητος vulgata. σου γράμματα ἄρνησιν ἔχοντα τῆς ἀφίξεως, παρείθην ἀπὸὑπό E. editi antiqi. τῆς ἐπιθυμίαςἀθυμίας E. Harl., editi antiqi. καὶ πάσης ὁμοῦ τῆς ἀσθενείας ἀνεμνήσθην. ἦλθε δέ μοι εἰς ἔννοιαν καὶ ἡ τῶν κεκληκότων ἀφοσίωσις, ὅτι, παροδικὴν πρὸς ἡμᾶς ποιησάμενοι τὴν κλῆσιν διὰ τοῦ αἰδεσιμωτάτου ἀδελφοῦ Ἑλληνίου τοῦ ἐξισοῦντος Ναζιανζόν, δεύτερον περὶ τῶν αὐτῶν ὑπομιμνήσκονταὑπομνήσκοντα Harl. ἢ ὁδηγοῦντα ἡμᾶς οὐ κατηξίωσανοὐ κατηξίωσαν οὐκ ἠξίωσαν E. ἀποστεῖλαι. ἐπεὶ οὖν ὕποπτοι αὐτοῖς ἐσμὲν διὰ τὰςτὰς τῆς E. ἁμαρτίας ἡμῶν, ἐφοβήθημεν μή που τὸ φαιδρὸν αὐτοῖς τῆς πανηγύρεως τῇ παρουσίᾳ ἡμῶν ἐπιθολώσωμεν. μετὰ μὲν γὰρ τῆς σῆς μεγαλοφυΐας καὶ πρὸς τοὺς μεγάλους ἀποδύσασθαι πειρασμοὺς οὐκ ὀκνοῦμεν, ἄνευ δὲ σοῦ οὐδὲ ταῖς τυχούσαις θλίψεσιν ἀντιβλέψαι αὐτάρκως ἔχομεν. ἐπεὶ οὖν ἐκκλησιαστικῶν ἕνεκεν γίνεσθαι ἡμῶν ἡ πρὸς", + "candidate_score": 0.661052, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_14_16", + "bdc_text": "ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab. Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_892", + "psc_text": "ἐκ τῶν κατεχουσῶν ἡμᾶς ἀσχολιῶν ἐπιτυχών, ἄσμενος ἦλθον ἐπὶ τὴν ἐσχατιὰν ταύτην, οὐχ ὡς ἑτέροις ἐντεῦθεν πράγματα παρέξων, ἀλλʼ ὡς αὐτὸς τὴν ἐμαυτοῦ θεραπεύσων ἐπιθυμίαν. Τί οὖν χρὴ πρὸς ὀνείρους καταφ��ύγειν, καὶ ὀνειροσκόπους μισθοῦσθαι, καὶ ἐν ταῖς πανδήμοις ἑστιάσεσιν ἡμᾶς ποιεῖσθαι παροίνιον διήγημα; ἐγὼ γάρ, εἰ καὶ παρʼ ἄλλοις τισὶν ἦσαν αἱ διαβολαί, ὑμᾶς ἂν τῆς ἐμαυτοῦ γνώμης μάρτυρας παρεστησάμην. καὶ νῦν ἀξιῶ αὐτῶν ἕκαστον τῶν παλαιῶν ἐκείνων ἀναμνησθῆναι, ὅτε ἐκάλει μὲν ἡμᾶς ἡ πόλις ἐπὶ τὴν τῶν νέων ἐπιμέλειαν, πρεσβεία δὲ παρῆν τῶν παρʼ ὑμῖν ἀνδρῶν οἱ ἐν τέλει· μετὰ δὲ ταῦτα, ὅπως πανδημεὶ πάντες περιχυθέντες ἡμᾶς, τί μὲν οὐχὶ διδόντες; τί δὲ οὐχ ὑπισχνούμενοι; ὅμως κατασχεῖν ἡμᾶς οὐκ ἠδυνήθησαν. πῶς οὖν ὁ τότε καλούμενος οὐχ ὑπακούων, νῦν ἐπεχείρουν ἂν ἄκλητος εἰσωθίζεσθαι; πῶς δὲ ὁ τοὺς ἐπαινοῦντάς με καὶ θαυμάζοντας ἀποφεύγων, ἔμελλον ἂν νῦν διώκειν τοὺς διαβάλλοντας; μὴ οἰηθῆτε, ὦ ἄριστοι· οὐχ οὕτως εὔωνα τὰ ἡμέτερα. οὔτε γὰρ ἄν", + "candidate_score": 0.657724, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_14_16", + "bdc_text": "ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab. Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_509", + "psc_text": "φροντίζουσαν, ἐπεὶ εἶδον λοιπὸν ὑπὲρ δύναμιν ἀφορήτοις ἀνάγκαις συνεχομένην, κατελεήσας καὶ παθὼν τὴν ψυχὴν ἔσπευσα παρακαλέσαι σε, ἵνα, εἴ τις δύναμις, τῷ ἀποσταλέντι παρʼ αὐτῆς ἀνθρώπῳ καταξιώσῃς συμπρᾶξαι, πρὸς τὸ ὅπερ αὕτη παριοῦσαπαριοῦσα Bigot. alter secunda manu, περιοῦσα alii MSS. et editi. ὑπέσχετο ὑφʼ ἡμῶν, ἤδη τοῦτο αὐτὴν ἀποδοῦσαν τῆς εἰς τὸ πλέον ἐπηρείας ἀπαλλαγῆναι. ὑπέσχετο γὰρ τὸ κεφάλαιον δοῦσα συγχωρεῖσθαι τοὺς τόκους. Νῦν τοίνυν οἱ φροντίζοντες αὐτῆς τῶν κληρονόμων μετὰ τὸ κεφάλαιον καὶ τὴν τῶν τόκων εἴσπραξιν ἐπιχειροῦσι ποιήσασθαι. ὡς οὖν εἰδὼς ὅτι Κύριός ἐστιν ὁ τὰ τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν ἰδιοποιούμενος, οὕτω σπούδασον χρήσασθαι ἑαυτὸν τῇ σπουδῇ τῇ ὑπὲρ τοῦ πράγματος ἐπʼ ἐλπίδι τῆς παρʼ αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν μισθαποδοσίας. οἶμαι γὰρ καὶ τὴν ἡμερότητα τοῦ θαυμασιωτάτου ἐπάρχουὑπάρχου conj. ed. Ben. μαθοῦσαν ὅτι τὸ κεφάλαιον ἐκτέτισται, συμπαθήσειν τῷ ἐλεεινῷ λοιπὸν καὶ ἀθλίῳ οἴκῳ εἰς γόνυ κλιθέντι καὶ οὐκέτι ἀρκοῦντι ταῖς ἔξωθεν αὐτῷ ἐπαγομέναις ἐπηρείαις. παρακαλῶ οὖν, καὶ τῇ", + "candidate_score": 0.657704, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_5_7", + "bdc_text": "Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ;", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_332", + "psc_text": "Ἐκαρτέρησα ὡς ἡ τίκτουσα, ἀεὶ μὲν ἐπιθυμῶν ἢ συντυχίας ἢ λόγων,λόγου E. ἀεὶ δὲ ἀποτυγχάνων διὰ τὰς ἁμαρτίας τὰς ἐμαυτοῦ. οὐ γὰρ δὴ ἄλλην τινὰ αἰτίαν ἔχω τοῖς γινομένοις ἐπινοεῖν,εἰπεῖν duo MSS. πλήν γε δὴ τοῦ πεπεῖσθαι παλαιῶν ἁμαρτημάτων ἐκτιννύειν δίκας, ἐν τῷ χωρισμῷ τῆς ἀγάπης σου· εἰ δὴ καὶ ὀνομάζειν χωρισμὸν ὅσιον ἐπὶ σοῦ καὶ οὑτινοσοῦν τῶν τυχόντων, μὴ ὅτι γε ἡμῶν, οἷς ἐξ ἀρχῆς ἐν πατρὸς γέγονας χώρᾳ. Ἀλλʼ ἡ ἁμαρτία μου νῦν, οἷα νεφέλη βαθεῖά τις ἐπισχοῦσα, πάντων ἐκείνων ἄγνοιαν ἐνεποίησεν. ὅταν γὰρ ἀπίδω, πλὴν τοῦ ἐμοὶ λύπην τὸ γινόμενον φέρειν, μηδὲν ἕτερον ἐξ αὐτοῦ κατορθούμενον,κατορθούμενον, πῶς οὐχί κατορθούμενος, πῶς οὐκ editi antiqi. πῶς οὐχὶ εἰκότως ταῖς ἐμαυτοῦ κακίαις ἀνατίθημι τὰ παρόντα; ἀλλʼ εἴτε ἁμαρτίαι τῶν συμβάντων αἰτίαι, τοῦτό μοι πέρας ἔστω τῶν δυσχερῶν· εἴτε τιτό add. editi; om. E. οἰκονομούμενον ἦν, ἐξεπληρώθη πάντως τὸ σπουδαζόμενον. οὐ γὰρ ὀλίγος ὁ τῆς ζημίας χρόνος. διό, μηκέτι στέγων, πρῶτος", + "candidate_score": 0.657675, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_5_7", + "bdc_text": "Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ;", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_957", + "psc_text": "νῦν πλέον δοθῆναι ὑμῖν τὴν πνευματικὴν γαλήνην, ἵνα ἃ νῦν ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἀθλήσεως ἐπεδείξασθε, τούτων ἐκ τῷ τῆς ἀνέσεως χρόνῳ κομίσησθε τὴν ἀπόλαυσιν. πέφυκε γάρ πως τὰ δυσχερῆ κατὰ τὴν πεῖραν ἡδονὴν φέρειν τοῖς ὑπομιμνησκομένοις. τὸ δὲ νῦν ἔχον παρακαλοῦμεν ὑμᾶς μὴ ἐκκακεῖν, μηδὲ ἀπαγορεύειν πρὸς τὴν συνέχειαν τῶν κακώσεων. ἐγγὺς γὰρ οἱ στέφανοι, καὶ ἐγγὺς ἡ ἀντίληψις τοῦ Κυρίου. μὴ ἐκχέητε τὰ προπεπονημένα ὑμῖν· μὴ ἀχρειώσητε τὸν κόπον τὸν διὰ πάσης τῆς οἰκουμένης βεβοημένον. ὀλιγοχρόνιοι τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων αἱ καταστάσεις· Πᾶσα σὰρξ χόρτος, καὶ πᾶσα δόξα ἀνθρώπου ὡς ἄνθος χόρτου. ἐξηράνθη ὁ χόρτος, καὶ τὸ ἄνθος ἐξέπεσε· τὸ δὲ ῥῆμα Κυρίου μένει εἰς τὸν αἰῶνα. Τῆς διαμενούσης ἐντολῆς ἀντεχόμενοι, τῆς παρερχομένης φαντασίας καταφρονήσωμεν. πολλὰς Ἐκκλησίας ἀνώρθωσε τὸ καθʼ ὑμᾶς ὑπόδειγμα. πολύν, κατὰ τὸ λανθάνον, ἑαυτοῖς συνηγάγετε τὸν μισθόν, δι’ ὧν τοὺς ἀπειροτέρους εἰς τὸν ὅμοιον ζῆλον προσεκαλέσασθε. πλούσιος ὁ μισθαποδότης, δυνάμενος ὑμῖν ἄξια χαρίσασθαι τῶν ἀγώνων τά", + "candidate_score": 0.656633, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16_18", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind . Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1334", + "psc_text": "οὐχ ὅτι ἐχωρίσθημεν ἀνδρὸς τοιούτου, δυσχεραίνειν ὀφείλομεν· ἀλλʼ ὅτι τῆς πρὸς τὸν τοιοῦτον ἄνδρα συνοικήσεως κατηξιώθημεν, εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ, οὗ πᾶσα σχεδὸν ἡ Ῥωμαϊκὴ ἀρχὴ τῆς ζημίας ἐπῄσθητο,ἐπῄσθετο Regius sec., Clarom., et Bigot. ὃν καὶ ὁ βασιλεὺς ἀνεκαλέσατο, καὶ στρατιῶται ὠδύραντο καὶ οἱ ἐπὶ τῶν μεγίστων ἀξιωμάτων ὡς γνήσιον υἱὸν κατεπένθησαν. Ἐπεὶ οὖν κατέλιπέ σοι τὴν μνήμην τῆς οἰκείας αὐτοῦἑαυτοῦ Med. ἀρετῆς, ἀρκοῦσαν νόμιζε ἔχειν παραμυθίαν τοῦ πάθους. ἔπειτα καὶ ἐκεῖνο εἰδέναι σε βούλομαι, ὅτι ὁ μὴ ὑποπεσὼν ταῖς θλίψεσιν, ἀλλὰ διὰ τῆς πρὸς Θεὸν ἐλπίδος τῆς λύπης τὸ βάρος ὑπενεγκών, μεγάλην ἔχει παρὰ τῷ Θεῷ τῆς ὑπομονῆς τὴν ἀντίδοσιν. οὐδὲ γὰρ ἴσα τοῖς ἔξωθεν ἐπετράπημεν λυπεῖσθαι ἐπὶ τοῖς κεκοιμημένοις παρὰ τῆς νομοθεσίας τοῦ ἀποστόλου. ἔστωσαν καὶ οἱ παῖδές σου ὥσπερ εἰκόνες ἔμψυχοι, τὴν ἀπουσίαν τοῦ ποθουμένου παραμυθούμενοι. ὥστε ἡ περὶ τὴν τεκνοτροφίαν ἀσχολία ἀπαγέτω σου τὴν ψυχὴν ἀπὸ τῶν λυπηρῶν· καὶ μεριμνῶσα δὲ περὶ τοῦ πῶς εὐαρέστως τῷ Κυρίῳ", + "candidate_score": 0.656559, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16_18", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind . Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1174", + "psc_text": "εἶδον αὐτοὺς προσιόντας μοι, ἐδιπλασίασα τὸ ἐπʼ αὐτοῖς φίλτρον. ὅτε δὲ ἀνέγνων τὴν ἐπιστολὴν καὶ εἶδον ἐν αὐτῇ ὁμοῦ μὲν τὸ περὶ τὰςτῆς editi antiqui. ἐκκλησίας προνοητικὸν τῆς σῆς διαθέσεως, ὁμοῦ δὲ τὸ περὶ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν θείων γραφῶν ἐπιμελές, ηὐχαρίστησα τῷ Κυρίῳ, καὶ ἐπηυξάμην τὰ ἀγαθὰ τοῖς τὰ τοιαῦτα ἡμῖν διακομίζουσι γράμματα, καὶ πρό γε αὐτῶν αὐτῷ τῷ γράψαντι ἡμῖν. Ἐπεζήτησας τὸ πολυθρύλλητον ἐκεῖνο, καὶ παρὰ πᾶσιν ἄνω καὶ κάτω περιφερόμενον ῥητόν, τίνα τὴνom. E. λύσιν ἔχει· τό, Πᾶς ὁ ἀποκτείνας Κάϊν ἑπτὰ ἐκδικούμενα παραλύσει. διὰ τούτου δὲ τέως μὲν αὐτὸς σεαυτὸν συνέστησας, τὸ τοῦ Τιμοθέουποιῶν add. E. editi antiqui. ὃ παρέδωκεν αὐτῷ Παῦλος, ἀκριβῶς φυλάττοντα, δῆλος γὰρ εἶ προσέχων τῇ ἀναγνώσει· ἔπειτα καὶ ἡμᾶς τοὺς γέροντας καὶ νεναρκηκότας ἤδη καὶ τῷ χρόν�� καὶ τῇ ἀσθενείᾳ τοῦ σῶματος καὶ τῷ πλήθει τῶν θλίψεων, αἳ πολλαὶ νῦν περὶ ἡμᾶς κινηθεῖσαι ἐβάρησανἐβάρυναν E. ἡμῶν τὴν ζωήν, ὅμως διανέστησας, καὶ ζέων τῷ", + "candidate_score": 0.656556, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16_18", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind . Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_479", + "psc_text": "ὑπὲρ ὧν ἔδοξεν ἡμῖν ἐγκαλεῖν, ἀπελυόμεθα, κἀκείνους εἰς τὴνὑπέρ add. E. τῶν ἐπιζητουμένων ὑφʼ ἡμῶν συγκατάθεσιν προηγάγομεν,προσηγάγομεν editi antiqi. ὥστε χάριτι τοῦ Κυρίου εὑρεθῆναι ἡμᾶς μηδὲ εἰς τὸ σμικρότατον πρὸς ἀλλήλους διαφερομένους. οὕτω τοίνυν περὶ ἐννάτην που ὥραν ἀνέστημεν ἐπὶ τὰς προσευχάς, εὐχαριστήσαντες τῷ Κυρίῳ τῷ δόντι ἡμῖν τὸ αὐτὸ φρονεῖν καὶ τὸ αὐτὸ λέγειν. ἐπὶ τούτοις ἔδει με καὶ ἔγραφόν τινα παρὰ τοῦ ἀνδρὸς ὁμολογίαν λαβεῖν, ὥστε καὶ τοῖς ἐναντιουμένοις αὐτῷ φανερὰν γενέσθαι τὴν συγκατάθεσιν, καὶ τοῖς λοιποῖς ἱκανὴν εἶναι τοῦ ἀνδρὸς τῆς προαιρέσεως τὴν ἀπόδειξιν. ἀλλʼ ἐβουλήθην αὐτὸς ὑπὲρὑπέρ R.J.D., ὑπό MSS. et editi. πολλῆς ἀκριβείας, τοῖς ἀδελφοῖς συντυχὼν τοῖς περὶ Θεόδοτον, παρʼ αὐτῶν λαβεῖν γραμματεῖον πίστεως, καὶ αὐτὸοὗτοι E. προτεῖναι τῷ προειρημένῳ· ἵνα ἀμφότερα γένηται, ἥ τε ὀρθὴ πίστις παρʼ αὐτοῦ ὁμολογηθῇ,ὁμολογῆται tres MSS. recen. καὶ αὐτοὶ πληροφορηθῶσι, μηδεμίαν ἔχοντες ἀντιλογίας ὑπόθεσιν ἐκ τοῦ τὰς παρʼ αὐτῶν προτάσεις παραδεχθῆναι. ἀλλὰ πρὶν μαθεῖν τίνος ἕνεκεν συνετύχομεν, καὶ τί", + "candidate_score": 0.656447, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_14_16", + "bdc_text": "ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab. Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_893", + "psc_text": "οὐχὶ διδόντες; τί δὲ οὐχ ὑπισχνούμενοι; ὅμως κατασχεῖν ἡμᾶς οὐκ ἠδυνήθησαν. πῶς οὖν ὁ τότε καλούμενος οὐχ ὑπακούων, νῦν ἐπεχείρουν ἂν ἄκλητος εἰσωθίζεσθαι; πῶς δὲ ὁ τοὺς ἐπαινοῦντάς με καὶ θαυμάζοντας ἀποφεύγων, ἔμελλον ἂν νῦν διώκειν τοὺς διαβάλλοντας; μὴ οἰηθῆτε, ὦ ἄριστοι· οὐχ οὕτως εὔωνα τὰ ἡμέτερα. οὔτε γὰρ ἄν τις ἀκυβερνήτου πλ��ίου σωφρονῶν ἐπιβαίη, οὔτε ἐκκλησίᾳ παραβάλοι, ᾗ τὸν κλύδωνα καὶ τὴν ζάλην αὐτοὶ οἱ ἐπὶ τῶν οἰακῶν καθεζόμενοι ἐμποιοῦσι. πόθεν γὰρ γέγονε θορύβου πλήρης ἡ πόλις, ὅτε οἱ μὲν ἔφευγον, οὐδενὸς διώκοντος, οἱ δὲ ὑπεξῄεσαν, οὐδενὸς ἐπιόντος· χρησμολόγοι δὲ καὶ ὀνειροσκόποι πάντες ἐμορμολύττοντο; πόθεν ἄλλοθεν ταῦτα; ἢ οὐχὶ καὶ παιδὶ γνώριμον, ὅτι ἐκ τῶν ἡγουμένων τοῦ πλήθους; ὧν τὰς αἰτίας τῆς ἔχθρας ἐμοὶ μὲν οὐκ εὐπρεπὲς λέγειν, ὑμῖν δὲ συνορᾷν καὶ πάνυ ῥᾴδιον. ὅταν γὰρ ἡ μὲν πικρία καὶ ἡ διάστασις μηδεμίαν ἔχοι ὑπερβολὴν εἰς χαλεπότητα, ἡ δὲ τῆς αἰτίας ἐξήγησις ἀνυπόστατος παντελῶς καὶ καταγέλαστος ᾖ, δῆλόν ἐστι", + "candidate_score": 0.654553, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_17_19", + "bdc_text": "Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 . anno et gefat daran haben söltend. Io .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_840", + "psc_text": "τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι καὶ κοινωνήσω τῶν φροντίδων. ἐὰν δὲ ἐπείγῃ τὰ σπουδαζόμενα, πράξατε μὲν τῇ τοῦ Θεοῦ συνεργίᾳ τὰ χερσί, συναριθμήσατε δέ με ἑαυτοῖς ὡς παρόντα καὶ τῶν καλῶς γινομένων συνεφαπτόμενον. ἐρρωμένος καὶ εὔθυμος ἐν Κυρίῳ ὑπερευχόμενός μου, φυλαχθείης τῇ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ χάριτι τοῦ ἁγίου. Τοῖς παραλιώταις ἐπισκόποις. Ἐγένετό μοι πολλὴ ὁρμὴ τῆς συντυχίας ὑμῶν, καὶ ἀεί τι ἐπεγένετο κώλυμα, ἐμποδίζον μου τῇ προθυμίᾳ. ἢ γὰρ ἡ τοῦ σώματος ἀσθένεια συνεπόδισέ με (ἣν οὐκ ἀγνοεῖτε πάντως, ὅση μοι πάρεστιν ἐκ τῆς πρώτης ἡλικίας μέχρι τοῦ γήρως τούτου, συντραφεῖσά μοι καὶ παιδεύουσά με, κατὰ τὴν δικαίαν κρίσιν τοῦ πάντα ἐν σοφίᾳ οἰκονομοῦντος Θεοῦ), ἢ αἱ τῶν ἐκκλησιῶν ἐπιμέλειαι, ἢ οἱ πρὸς τοὺς ἐπανισταμένους τῷ λόγῳ τῆς ἀληθείας ἀγῶνες. διὸ μέχρι τοῦ παρόντος ἐν θλίψει πολλῇ καὶ λύπῃ διάγω, συνειδὼς ὅτι τὸ καθʼ ὑμᾶς ἐλλέλειπταί μοι. ἐγὼ γὰρ ἀκούσας παρὰ τοῦ Θεοῦ τοῦ διὰ τοῦτο τὴν διὰ σαρκὸς ἐπιδημίαν καταδεξαμένου,", + "candidate_score": 0.652609, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_17_19", + "bdc_text": "Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 . anno et gefat daran haben söltend. Io .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_491", + "psc_text": "ὁδὸν ἐπὶ πολλῇ τῶν καθʼ ἡμᾶς ἐκκλησιῶν ζημίᾳ παρεσκεύασε, διὰ γραμμάτων ἐπισκέψασθαί σου τὴν σεμνότητα προεθυμήθημεν, ὑπομιμνήσκοντες, ὅτι αἱ θλίψεις αὗται οὐκ ἀργῶς τοῖς δούλοις τοῦ Θεοῦ παρὰ τοῦ ἐπισκοποῦντος ἡμᾶς Κυρίου γίνονται, ἀλλὰ ἐπὶ δοκιμασίᾳ τῆς ἀληθινῆς πρὸς τὸν κτίσαντα ἡμᾶς Θεὸν ἀγάπης. ὡς γὰρ τοὺς ἀθλητὰς οἱ τῶν ἀγώνων κάματοι τοῖς στεφάνοις προσάγουσιν, οὕτω καὶ τοὺς Χριστιανοὺς ἡ ἐν τοῖςαὐτοῖς add. editi antiqi. πειρασμοῖς δοκιμασία πρὸς τὴν τελείωσιν ἄγει, ἐὰν μετὰ τῆς πρεπούσης ὑπομονῆς ἐν εὐχαριστίᾳ πάσῃ τὰ οἰκονομούμενα παρὰ τοῦ Κυρίου καταδεξώμεθα. Ἀγαθότητι Δεσ��ότου διοικεῖται τὰ πάντα. οὐδὲν τῶν συμβαινόντων ἡμῖν ὡς λυπηρὸν ὑποδέχεσθαι χρή, κἂν πρὸς τὸ παρὸν ἅπτηται τῆς ἀσθενείας ἡμῶν. εἰ γὰρ καὶ τοὺς λόγους ἀγνοοῦμεν, καθʼ οὓς ἕκαστον τῶν γινομένωνγιγνομένων E. ὡς καλὸν παρὰ τοῦ Δεσπότου ἡμῖν ἐπάγεται, ἀλλʼ ἐκεῖνο πεπεῖσθαι ὀφείλομεν, ὅτι πάντως συμφέρει τὸ γινόμενον ἢ ἡμῖν διὰ τὸν τῆς ὑπομονῆς μισθὸν ἢ τῇ παραληφθείσῃ ψυχῇ, ἵνα μή, ἐπὶ πλέον τῇ", + "candidate_score": 0.651282, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_17_19", + "bdc_text": "Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 . anno et gefat daran haben söltend. Io .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_507", + "psc_text": "ἀναγκαζομένῃ τοσοῦτον ἀθρόως ἐκ τῆς οἰκίας προΐεσθαι χρῆμα. Τίς οὖν ἡ αἰτία δι’ ἣν ἡ τοσαύτη μεταβολὴ γέγονεν ἐγὼ νοεῖν οὐκ ἔχω. πλὴν ὅπερ ἂν ᾖ, παρακαλῶ σε, μεμνημένον τῆς σεαυτοῦ ἐλευθεριότητος καὶ πρὸς τὸν Κύριον ἀπιδόντα τὸν ἀμειβόμενον τὰς χρηστὰς προαιρέσεις, δοῦναι τὸν καιρὸν ὃν ἐξ ἀρχῆς ὑπέσχου τῆς ἀνέσεως, ἵνα δυνηθῶσι συμπωλήσαντες τὰ ἑαυτῶν διαλῦσαι τὸ χρέος. δῆλον δὲ ὅτι κἀκείνων μέμνημαι, ὅτι ὑπέσχου, εἰ λάβοις τὸ ὁμολογηθὲν χρυσίον, πάντα τὰ ὁμολογηθέντα χαρτία, καὶ τὰ ἐπὶ τῶν ἀρχόντων πραχθέντα καὶ τὰ ἰδιωτικῶς γενόμενα,γινόμενα editi antiqi. παραδώσειν τῇ προειρημένῃ. Παρακαλῶ οὖν, καὶ ἡμᾶς τίμησον καὶ κτῆσαι παρὰ τῷ Κυρίῳ μεγάλην ἑαυτῷ εὐλογίαν, ἀναμνησθεὶς τῶν σεαυτοῦ ὑποσχέσεων, γινώσκων ὅτι ἄνθρωπος εἶ καὶ αὐτὸςκαί add. E. ἀναμένειν ὀφείλεις τοὺς καιροὺς ἐν οἷς δεηθήσῃ τῆς παρὰ τοῦ Θεοῦ ἀντιλήψεως· ἣν μὴ ἀποκλείσῃς σεαυτῷ διὰ τῆς παρούσης σκληρότητος, ἀλλʼ εὐτρέπισον τοὺς οἰκτιρμοὺς τοῦ Θεοῦ ἐπὶ σαυτόν, πᾶσαν χρηστότητα καὶ ἐπιείκειαν τοῖς καταπονουμένοις ἐπιδειξάμενος.", + "candidate_score": 0.65119, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_18", + "bdc_text": "min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_840", + "psc_text": "τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι καὶ κοινωνήσω τῶν φροντίδων. ἐὰν δὲ ἐπείγῃ τὰ σπουδαζόμενα, πράξατε μὲν τῇ τοῦ Θεοῦ συνεργίᾳ τὰ χερσί, συναριθμήσατε δέ με ἑαυτοῖς ὡς παρόντα καὶ τῶν καλῶς γινομένων συνεφαπτόμενον. ἐρρωμένος καὶ εὔθυμος ἐν Κυρίῳ ὑπερευχόμενός μου, φυλαχθείης τῇ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ χάριτι τοῦ ἁγίου. Τοῖς παραλιώταις ἐπισκόποις. Ἐγένετό μοι πολλὴ ὁρμὴ τῆς συντυχίας ὑμῶν, καὶ ἀεί τι ἐπεγένετο κώλυμα, ἐμποδίζον μου τῇ προθυμίᾳ. ἢ γὰρ ἡ τοῦ σώματος ἀσθένεια συνεπόδισέ με (ἣν οὐκ ἀγνοεῖτε πάντως, ὅση μοι πάρεστιν ἐκ τῆς πρώτης ἡλικίας μέχρι τοῦ γήρως τούτου, συντραφεῖσά μοι καὶ παιδεύουσά με, κατὰ τὴν δικαίαν κρίσιν τοῦ πάντα ἐν σοφίᾳ οἰκονομοῦντος Θεοῦ), ἢ αἱ τῶν ἐκκλησιῶν ἐπιμέλειαι, ἢ οἱ πρὸς τοὺς ἐπανισταμένους τῷ λόγῳ τῆς ἀληθείας ἀγῶνες. διὸ μέχρι τοῦ παρόντος ἐ�� θλίψει πολλῇ καὶ λύπῃ διάγω, συνειδὼς ὅτι τὸ καθʼ ὑμᾶς ἐλλέλειπταί μοι. ἐγὼ γὰρ ἀκούσας παρὰ τοῦ Θεοῦ τοῦ διὰ τοῦτο τὴν διὰ σαρκὸς ἐπιδημίαν καταδεξαμένου,", + "candidate_score": 0.649955, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_17_19", + "bdc_text": "Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 . anno et gefat daran haben söltend. Io .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_490", + "psc_text": "ἀλλʼ ἐπειδὴ ὁ διοικῶν τὴν ζωὴν ἡμῶν Κύριος, κατὰ τὴν ἄρρητον αὐτοῦ σοφίαν πάντως πρὸς τὸ σύμφερον τῶν ψυχῶν τῶν ἡμετέρων ταῦτα ᾠκονόμησε γενέσθαι, δι’ ὧν σοι μὲν ὀδυνηρὰν κατέστησε τὴν ζωήν, ἡμᾶς δέ, τοὺς τῇ κατὰ Θεὸν ἀγάπῃ συνημμένους, εἰς συμπάθειαν ἤγαγε, μαθόντας παρὰ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν ἐν οἷς γέγονας, ἀναγκαῖον ἡμῖν ἐφάνη τὴν ἐνδεχομένην παράκλησιν προσαγαγεῖν σοι. εἰ μὲν οὖν ἦν δυνατὸν καὶ διαβῆναι μέχρι τοῦ τόπου ἐν ᾧ συμβαίνει διάγειν σου τὴν εὐγένειαν, περὶ παντὸς ἂν τοῦτο ἐποιησάμην. ἐπεὶ δὲ καὶ ἡ τοῦ σώματος ἀρρωστία καὶ τῶν συνεχόντων ἡμᾶς πραγμάτων τὸ πλῆθος καὶ αὐτὴν ταύτην ἣν ὑπέστημεν ὁδὸν ἐπὶ πολλῇ τῶν καθʼ ἡμᾶς ἐκκλησιῶν ζημίᾳ παρεσκεύασε, διὰ γραμμάτων ἐπισκέψασθαί σου τὴν σεμνότητα προεθυμήθημεν, ὑπομιμνήσκοντες, ὅτι αἱ θλίψεις αὗται οὐκ ἀργῶς τοῖς δούλοις τοῦ Θεοῦ παρὰ τοῦ ἐπισκοποῦντος ἡμᾶς Κυρίου γίνονται, ἀλλὰ ἐπὶ δοκιμασίᾳ τῆς ἀληθινῆς πρὸς τὸν κτίσαντα ἡμᾶς Θεὸν ἀγάπης. ὡς γὰρ τοὺς ἀθλητὰς οἱ τῶν", + "candidate_score": 0.648655, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_17_19", + "bdc_text": "Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 . anno et gefat daran haben söltend. Io .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1269", + "psc_text": "ἀρετὴν βίου οἰκειωθῆναι Θεῷ. δυσωπήσει μὲν οὖν σε καὶ αὐτὴ ἡ φύσις καὶ τὸ τοῦ τρόπου πρᾶον περὶ πάνταπάντας quinque MSS. καὶ ἥμερον οὐδὲ πρὸς ὀλίγον ἐπιτρέψαι σοι τὴν ἐπʼ αὐτῷ λύπην· πάντως δὲ οὐδὲ τὴν ἡμετέραν ἀτιμάσειςἀτιμάσῃς Reg. primus et Bigot.; ἀτιμάσοις editi antiqui. πρεσβείαν, μᾶλλον δὲ τὴν τῆς σῆς πόλεως δι’ ἡμῶν πληρουμένην, οἳ τῷ περὶ σὲ φίλτρῳ καὶ τῷ πάντα σοι εὔχεσθαι τὰ καλά, καὶ σὲ αὐτὸν οἴονταιοἳ... οἴονται ἢ... οἴεται editi antiqui. Χριστιανὸν ὑποδέξασθαι. οὕτως αὐτοὺς περιχαρεῖςπεριχαρὴς E. διέθηκε φήμη ἀθρόως ἐμπεσοῦσα τῇ πόλει. Μαξίμῳ σχολαστικῷ Ἀνήγγειλέ μοι ὁ καλὸς καὶ ἀγαθὸς Θεότεκνος τὰ περὶ τῆς σεμνότητός σου, καὶ ἐνεποίησέ μοι πόθον τῆς σῆς συντυχίας, ἐναργῶςσαφῶς editi antiqui. ὑπογράφων τῷ λόγῳ τῆς ψυχῆς σου τὸν χαρακτῆρα· καὶ τοσοῦτον ἐξέκαυσέ μοι τὸ περὶ σὲ φίλτρον, ὥστʼ, εἰ μὴ καὶ τῷ γήρᾳ ἐβαρυνόμην, καὶ τῇ συντρόφῳ κατειχόμην ἀσθενείᾳ, καὶ μυρίαις ταῖς κατὰ τὴν Ἐκκλησίαν φροντίσιν ἤμην πεπεδημένος, οὐδὲν", + "candidate_score": 0.648566, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_17_19", + "bdc_text": "Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 . anno et gefat daran haben söltend. Io .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1172", + "psc_text": "τιμιότητί σου. Παλλαδίῳ καὶ Ἰννοκεντίῳπρεσβυτέροις καὶ add. E, Harl., et Clarm. μονάζουσιν Ἐγὼ πόσον μὲν ὑμᾶς ἀγαπῶ, εἰκάζειν ὀφείλετε ἐξ ὧν ἡμᾶς αὐτοὶ ἀγαπᾶτε. καὶ εἰρήνης μὲν ἐπεθύμησα ἀεὶ γενέσθαι βραβευτής, ἀποτυγχάνων δὲ λυποῦμαι μέν· πῶς γὰρ οὔ; οὐ μὴνοὐ μὲν δὲ editi antiqui; οὐ μὴν δὲ alii MSS. ἐχθραίνειν δύναμαί τισι τούτου γε ἕνεκεν, εἰδὼς ὅτι πάλαι ἀφʼ ἡμῶν ἤρθη τὸ τῆς εἰρήνης καλόν. εἰ δὲ παρʼ ἄλλοις ἡ αἰτία τῆς διαστάσεως, παράσχοι ὁ Κύριος παύσασθαι τοὺς τὰς διχοστασίας ποιοῦντας. οὐ μέντοι οὐδὲ ἐπιζητῶ συνεχῆ ὑμῶν τὴν ἐπιδημίαν· ὥστε τούτου ἕνεκεν μηδὲ ἀπολογεῖσθαίμηδὲ ἀπολογεῖσθαι μὴ ἀπολογεῖσθε editi antiqui. μοι. οἶδα γὰρ ὅτι ἄνδρες τὸν πεπονημένον προελόμενοι βίον, καὶ ἀεὶ διὰ τῶν χειρῶν ἑαυτοῖς τὰ ἀναγκαῖα συμποριζόμενοι, πολὺν ἀποδημεῖν χρόνον τῶν ἰδίων οὐ δύνανται. ἀλλʼ ὅπουπερ ἂν ἦτε, μέμνησθε ἡμῶν. καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ ἡμῶν,ὑπὲρ ἡμῶν om. Vat., Coisl. sec., Reg. sec. ἵνα αὐτοὶ γοῦν πρὸς ἑαυτοὺς εἰρήνην ἔχωμεν καὶ πρὸς", + "candidate_score": 0.64849, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_18", + "bdc_text": "min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1302", + "psc_text": "ἰδόνταςεἰδότας E. Harl. ἡμᾶς καὶ τὴν σὴν εὐγένειαν, τελείαν ἀποδοῦναι τῷ Θεῷ τὴν χάριν. ἐν πολλῇ γάρ ἐσμεν ἐπιθυμίᾳ, μάλιστα νῦν, ὅτε ἠκούσαμεν τετιμῆσθαί σε τῇ μεγάλῃ τιμῇ, τῷ ἀθανάτῳ ἐνδύματι, ὃ περισχὸνπεριέχον E. editi antiqui. ἡμῶν τὴν ἀνθρωπότητα, τὸν ἐν τῇ σαρκὶ θάνατον ἐξηφάνισε καὶ κατεπόθη τὸ θνητὸν ἐν τῷ τῆς ἀφθαρσίας ἐνδύματι. Ἐπειδὴ οὖν οἰκεῖον μέν σε ἑαυτῷμέν σε ἑαυτῷ σεαυτῷ editi antiqui; μέν σε αὐτῷ Harl. et Paris. ὁ Κύριος διὰ τῆς χάριτος ἐποίησεν, ἠλλοτρίωσε δὲ πάσηςπαλαιᾶς Harl. τῆς ἁμαρτίας, ἤνοιξε δὲ βασιλείαν οὐρανῶν, καὶ ὁδοὺς τὰς ἀπαγούσας πρὸς τὴν ἐκεῖ μακαριότητα ὑπέδειξε, παρακαλοῦμέν σε, ἄνδρα τοσοῦτον φρονήσει τῶν λοιπῶν ὑπερέχοντα, λελογισμένως τὴν χάριν δέξασθαι, καὶ πιστὸν φύλακα γενέσθαι τοῦ θησαυροῦ, πάσῃ ἐπιμελείᾳ τηροῦντα τῆς βασιλικῆς παρακαταθήκης τὴν φυλακήν, ἵνα ἄσυλον τὴν σφραγῖδα διασωσάμενος παραστῇς τῷ Κυρίῳ ἐκλάμπων ἐν τῇ λαμπρότητι τῶν ἁγίων, μηδένα σπῖλον ἢ ῥυτίδα ἐμβαλὼνἐπιβάλλων quinque MSS. τῷ καθαρῷ τῆς ἀφθαρσίας ἐνδύματι, ἀλλʼ ἐν", + "candidate_score": 0.647915, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_17_19", + "bdc_text": "Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 . anno et gefat daran haben söltend. Io .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1210", + "psc_text": "ἐκ τῆς συμπαθείας τῶν καθʼ ἡμᾶς λυπηρῶν ἣν συνεπαθήσατε ἡμῖν, ὡς ἐνδεδυμένοι σπλάγχνα οἰκτιρμοῦ, καθὼς ἀπήγγειλαν ἡμῖν οἱ προειρημένοι. καὶ γὰρ εἰ καὶ τὰ ��ραύματα ἡμῶν ὅμοια διαμένει, ἀλλʼ οὖν φέρει τινὰ ἡμῖνom. E. ῥᾳστώνην τὸ ἑτοίμουςἑτοίμως E. ἔχειν τοὺς ἰατρούς, δυναμένους, εἰ καιροῦ λάβοιντο, ταχεῖαν ἐπαγαγεῖνἐπάγειν editi antiqui. τῶν ἀλγημάτων τὴν ἴασιν. διὸ καὶ πάλιν ὑμᾶς διὰ τῶν ἀγαπητῶν καὶ προσφθεγγόμεθα καὶ παρακαλοῦμεν, εἰ μὲν δίδωσιν ὑμῖν ὁ Κύριος ἄδειαν τοῦ ὡςπρὸς E. Harl. ἡμᾶς ἀφικέσθαι,πορεύεσθαι tres alii MSS.; πορεύσεσθαι duo MSS. μὴ ὀκνῆσαι ἡμῶν τὴν ἐπίσκεψιν. ἐντολῆς γάρ ἐστι τῆς μεγίστης ἡ τῶν ἀσθενούντων ἐπίσκεψις. εἰ δὲ ὁ ἀγαθὸς Θεὸς καὶ σοφὸς τῆς ζωῆς ἡμῶν οἰκονόμος τὴν χάριν ταύτην εἰς ἕτερον καιρὸν ταμιεύεται,om. E. ἀλλʼ ἐπιστείλατε ἡμῖν ὅσα παρʼ ὑμῶν πρέπει γραφῆναι εἰς παράκλησιν μὲν τῶν θλιβομένων, διόρθωσιν δὲ τῶν συντετριμμένων. πολλὰ γὰρ ἤδη τὰ συντρίμματα τῆς Ἐκκλησίας γέγονε, καὶ πολλὴ ἡμῖν επʼ αὐτοῖς ἡ θλίψις· καὶ προσδοκία", + "candidate_score": 0.647192, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_17_19", + "bdc_text": "Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 . anno et gefat daran haben söltend. Io .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_842", + "psc_text": "Κύριος κατέλιπεν εἰπών· Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν· οὐ δύναμαι πεῖσαι ἐμαυτόν, ὅτι ἄνευ τῆς ἐν ἀλλήλοις ἀγάπης καὶ ἄνευ τοῦ, τὸ εἰς ἐμὲ ἧκον, εἰρηνεύειν πρὸς πάντας δύναμαι ἄξιος κληθῆναι δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ. πολὺν μὲν γὰρ ἀνέμεινα χρόνον, εἴ ποτε καὶ παρὰ τῆς ὑμετέρας ἀγάπης γένηται τις πρὸς ἡμᾶς ἐπισκέψις. οὐ γὰρ ἀγνοεῖτε ὅτι δημοσίᾳ προκείμενοι πᾶσιν, ὥσπερ οἱ ἐν τῇ θαλάσσῃ προβεβλημένοι σκόπελοι, ἡμεῖς τὸν θυμὸν τῶν αἱρετικῶν κυμάτων ὑποδεχόμεθα, καὶ περὶ ἡμᾶς ῥηγνύμενοι, τὰ κατόπιν ἡμῶν οὐκ ἐπικλύζουσι. τὸ δὲ ἡμεῖς ὅταν εἴπω, οὐκ εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ἀναφέρω δύναμιν, ἀλλʼ εἰς τὴν τοῦ Θεοῦ χάριν, τοῦ ἐν τῇ ἀσθενείᾳ τῶν ἀνθρώπων τὸ δυνατὸν ἑαυτοῦ δεικνύντος, καθά φησιν ὁ προφήτης ἐκ προσώπου Κυρίου λέγων· ἢ ἐμὲ οὐ φοβηθήσεσθε, τὸν τιθέντα ἄμμον ὅριον τῇ θαλάσσῃ; τῷ γὰρ ἀσθενεστάτῳ πάντων καὶ εὐκαταφρονήτῳ πράγματι, τῇ ψάμμῳ, τὴν μεγάλην καὶ βαρεῖαν θάλασσαν ἐπέδησεν ὁ δυνατός. ἐπεὶ οὖν τοιοῦτόν τι", + "candidate_score": 0.646982, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_18", + "bdc_text": "min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_491", + "psc_text": "ὁδὸν ἐπὶ πολλῇ τῶν καθʼ ἡμᾶς ἐκκλησιῶν ζημίᾳ παρεσκεύασε, διὰ γραμμάτων ἐπισκέψασθαί σου τὴν σεμνότητα προεθυμήθημεν, ὑπομιμνήσκοντες, ὅτι αἱ θλίψεις αὗται οὐκ ἀργῶς τοῖς δούλοις τοῦ Θεοῦ παρὰ τοῦ ἐπισκοποῦντος ἡμᾶς Κυρίου γίνονται, ἀλλὰ ἐπὶ δοκιμασίᾳ τῆς ἀληθινῆς πρὸς τὸν κτίσαντα ἡμᾶς Θεὸν ἀγάπης. ὡς γὰρ τοὺς ἀθλητὰς οἱ τῶν ἀγώνων κάματοι τοῖς στεφάνοις προσάγουσιν, οὕτω καὶ τοὺς Χριστιανοὺς ἡ ἐν τοῖςαὐτοῖς add. editi antiqi. ��ειρασμοῖς δοκιμασία πρὸς τὴν τελείωσιν ἄγει, ἐὰν μετὰ τῆς πρεπούσης ὑπομονῆς ἐν εὐχαριστίᾳ πάσῃ τὰ οἰκονομούμενα παρὰ τοῦ Κυρίου καταδεξώμεθα. Ἀγαθότητι Δεσπότου διοικεῖται τὰ πάντα. οὐδὲν τῶν συμβαινόντων ἡμῖν ὡς λυπηρὸν ὑποδέχεσθαι χρή, κἂν πρὸς τὸ παρὸν ἅπτηται τῆς ἀσθενείας ἡμῶν. εἰ γὰρ καὶ τοὺς λόγους ἀγνοοῦμεν, καθʼ οὓς ἕκαστον τῶν γινομένωνγιγνομένων E. ὡς καλὸν παρὰ τοῦ Δεσπότου ἡμῖν ἐπάγεται, ἀλλʼ ἐκεῖνο πεπεῖσθαι ὀφείλομεν, ὅτι πάντως συμφέρει τὸ γινόμενον ἢ ἡμῖν διὰ τὸν τῆς ὑπομονῆς μισθὸν ἢ τῇ παραληφθείσῃ ψυχῇ, ἵνα μή, ἐπὶ πλέον τῇ", + "candidate_score": 0.645572, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_17_19", + "bdc_text": "Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 . anno et gefat daran haben söltend. Io .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_916", + "psc_text": "αἰσχύνη γινώμεθα καὶ ὄνειδος τῷ ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ, ἐν τῇ ἀποκαλύψει τῶν κρυπτῶν τῆς καρδίας ἡμῶν κατὰ τὴν μεγάλην ἡμέραν τῆς ἐπιφανείας τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γίνωσκε δέ με ἐν προσδοκίᾳ εἶναι τοῦ κατʼ ἐπήρειαν τῶν αἱρετικῶν ἀνακληθήσεσθαι εἰς τὸ στρατόπεδον, ἐπὶ προφάσει δὴ τῆς εἰρήνης· καὶ τοῦτο ἀκούσαντα καὶ τὸν ἐπίσκοπον τόνδε ἐπεσταλκέναι ἡμῖν σπουδάσαι περὶ τὴν Μεσοποταμίαν γενέσθαι, καὶ τὸν ἐκεῖ τοὺς ὁμοδόξους καὶ ἐπικρατύνοντας τὰ τῶν ἐκκλησιῶν συναγαγόντα, μετʼ αὐτῶν ὁρμῆσαι πρὸς τὸν βασιλέα. ἐμοὶ δὲ τάχα μὲν οὐδὲ τὸ σῶμα αὐτὸ πρὸς τὴν ἐν τῷ χειμῶνι ὁδοιπορίαν ἀρκέσει· τέως δὲ οὐδὲ ἀναγκαῖον τὸ πρᾶγμα ἐφάνη, πλὴν εἰ μὴ αὐτὸς συμβουλεύσῃς. ἀναμενῶ γὰρ καὶ τὴν παρὰ τῆς θεοσεβείας σου συμβουλήν, ὥστε κρατυνθῆναι τὴν γνώμην. διὸ παρακαλῶ θᾶττον ἡμῖν διά τινος τῶν σπουδαίων ἀδελφῶν τὸ παραστὰν τῇ τελειότητί σου καὶ ἐνθέῳ συνέσει φανερωθῆναι. Τερεντίῳ κόμητι. Ὅτε ἠκούσαμεν τὴν σεμνότητά σου πάλιν ἐκβεβιάσθαι πρὸς τὴν τῶν κοινῶν ἐπιμέλειαν,", + "candidate_score": 0.644274, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1334", + "psc_text": "οὐχ ὅτι ἐχωρίσθημεν ἀνδρὸς τοιούτου, δυσχεραίνειν ὀφείλομεν· ἀλλʼ ὅτι τῆς πρὸς τὸν τοιοῦτον ἄνδρα συνοικήσεως κατηξιώθημεν, εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ, οὗ πᾶσα σχεδὸν ἡ Ῥωμαϊκὴ ἀρχὴ τῆς ζημίας ἐπῄσθητο,ἐπῄσθετο Regius sec., Clarom., et Bigot. ὃν καὶ ὁ βασιλεὺς ἀνεκαλέσατο, καὶ στρατιῶται ὠδύραντο καὶ οἱ ἐπὶ τῶν μεγίστων ἀξιωμάτων ὡς γνήσιον υἱὸν κατεπένθησαν. Ἐπεὶ οὖν κατέλιπέ σοι τὴν μνήμην τῆς οἰκείας αὐτοῦἑαυτοῦ Med. ��ρετῆς, ἀρκοῦσαν νόμιζε ἔχειν παραμυθίαν τοῦ πάθους. ἔπειτα καὶ ἐκεῖνο εἰδέναι σε βούλομαι, ὅτι ὁ μὴ ὑποπεσὼν ταῖς θλίψεσιν, ἀλλὰ διὰ τῆς πρὸς Θεὸν ἐλπίδος τῆς λύπης τὸ βάρος ὑπενεγκών, μεγάλην ἔχει παρὰ τῷ Θεῷ τῆς ὑπομονῆς τὴν ἀντίδοσιν. οὐδὲ γὰρ ἴσα τοῖς ἔξωθεν ἐπετράπημεν λυπεῖσθαι ἐπὶ τοῖς κεκοιμημένοις παρὰ τῆς νομοθεσίας τοῦ ἀποστόλου. ἔστωσαν καὶ οἱ παῖδές σου ὥσπερ εἰκόνες ἔμψυχοι, τὴν ἀπουσίαν τοῦ ποθουμένου παραμυθούμενοι. ὥστε ἡ περὶ τὴν τεκνοτροφίαν ἀσχολία ἀπαγέτω σου τὴν ψυχὴν ἀπὸ τῶν λυπηρῶν· καὶ μεριμνῶσα δὲ περὶ τοῦ πῶς εὐαρέστως τῷ Κυρίῳ", + "candidate_score": 0.638599, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_18", + "bdc_text": "min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_407", + "psc_text": "καὶ ἐπεθύμησε καὶ εἶδεν· ἐπεὶ οὖν καὶ ὁ τόπος μέγας καὶ περιβόητος, καὶ τὸ σὸν ἔργον παρὰ πολλοῖς ὀνομαστόν, καὶ οἱ καιροὶ χαλεποί, μεγάλου χρείαν ἔχοντες κυβερνήτου διὰ τὰς συνεχεῖς ζάλας καὶ τοὺς ἐπανισταμένους κλύδωνας τῇ Ἐκκλησίᾳ, οὐκ ἐνόμισα ἀσφαλὲς εἶναι τῇ ἐμῇ ψυχῇ ἀφωσιωμένως τῷ πράγματι χρήσασθαι, μάλιστα μεμνημένος ὧν ἔγραψας, ὅτι μέλλεις ἐπὶ τοῦ Κυρίου ἀντικαθίστασθαί μοι, δικαζόμενος πρός με ὑπὲρ τῆς ἀμελείας τῶν ἐκκλησιῶν. Ἵνα οὖν μὴ εἰσέλθω εἰς κρίσιν μετὰ σοῦ, ἀλλὰ μᾶλλον κοινωνόν σε εὕρωἕξω editi antiqi. τῆς ἀπολογίας μου τῆς ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ, περιβλεψάμενος ἐν τῷ συνεδρίῳ τοῦ πρεσβυτερίου τοῦ κατὰ τὴν πόλιν, ἐξελεξάμην τὸ τιμιώτατοντίμιον Harl., Med., et Clarom. σκεῦος, τὸν ἔκγονον τοῦ μακαρίου Ἑρμογένους, τοῦ τὴν μεγάλην καὶ ἄρρηκτονἄρρητον E, Harl., Clarom. πίστιν γράψαντος ἐν τῇ μεγάλῃ συνόδῳ· πρεσβύτερον τῆς ἐκκλησίας ἐκ πολλῶν ἤδη ἐτῶν, εὐσταθῆ τὸν τρόπον, ἔμπειρον κανόνων, ἀκριβῆ τὴν πίστιν, ἐν ἐγκρατείᾳ καὶ ἀσκήσει μέχρι νῦν διάγοντα· εἰ καὶ", + "candidate_score": 0.638532, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_537", + "psc_text": "ἡμῖν ἐνεδείξατο ὁ γενναῖος Βασίλειος, ὃν ἀντὶ φυλακτηρίου τῆς ἐμῆς ζωῆς παρὰ τῆς σῆς εὐλαβείας ὑπεδεξάμην, ἐγὼ μὲν καὶ εἰπεῖν αἰσχύνομαι· εἴσῃ δὲ τὰ καθʼ ἕκαστον παρὰ τοῦ ἀδελφοῦ ἡμῶν διδαχθείς. καὶ τοῦτο λέγω οὐκ ἐκεῖνον ἀμυνόμενος (εὔχομαι γὰρ αὐτῷ μὴ λογισθῆναι παρὰ τοῦ Κυρίου), ἀλλὰ βεβαίαν μοι τὴν παρὰ σοῦ ἀγάπην μεῖναι ἡμῖν διοικούμενος, ἣν φοβοῦμαι μὴ διασαλεύσωσι ταῖς ὑπερβολαῖς τῶν διαβολῶν, ἃς εἰκὸς αὐτοὺς κατασκευάσαι εἰς ἀπολογία�� τοῦ πταίσματος. ὅπεροὗπερ Medicaeus, Regius primus, Bigot. alter. δʼ ἂν κατηγορήσωσιν ἡμῶν, ἐκεῖνο παρὰ τῆς σῆς ἀγχινοίας ἐξεταζέσθωσαν, εἰ ἐνεκάλεσαν ἡμῖν, εἰ τὴνεἰ τὴν... εἰ ὅλως τὴν ... ἢ ὅλως editi antiqi. διόρθωσιν τοῦ ἁμαρτήματος οὗ νῦν ἡμῖν ἐπάγουσιν ἐπεζήτησαν, εἰ ὅλως φανερὰν ἑαυτῶν τὴν πρὸς ἡμᾶς λύπην κατέστησαν. νῦν δέ, ἐν φαιδρῷ τῷ προσώπῳ καὶ πεπλασμένοιςτετιμημένοις tres MSS. ἀγάπης ῥήμασιν ἀμύθητόν τινα δόλου καὶ πικρίας βυθὸν τῇ ψυχῇ συγκαλύπτοντες, διὰ τῆς ἀνελευθέρου φυγῆςσιωπῆς E, editi antiqi. ἐφανέρωσαν. ἐφʼ ᾧ ὅσον", + "candidate_score": 0.638385, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_18", + "bdc_text": "min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_492", + "psc_text": "τὸ παρὸν ἅπτηται τῆς ἀσθενείας ἡμῶν. εἰ γὰρ καὶ τοὺς λόγους ἀγνοοῦμεν, καθʼ οὓς ἕκαστον τῶν γινομένωνγιγνομένων E. ὡς καλὸν παρὰ τοῦ Δεσπότου ἡμῖν ἐπάγεται, ἀλλʼ ἐκεῖνο πεπεῖσθαι ὀφείλομεν, ὅτι πάντως συμφέρει τὸ γινόμενον ἢ ἡμῖν διὰ τὸν τῆς ὑπομονῆς μισθὸν ἢ τῇ παραληφθείσῃ ψυχῇ, ἵνα μή, ἐπὶ πλέον τῇ ζωῇ ταύτῃ ἐπιβραδύνασα τῆς ἐμπολιτευομένης τῷ βίῳ κακία ἀναπλησθῇ. εἰ μὲν γὰρ ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ ἡ τῶν Χριστιανῶν ἐλπὶς περιώριστο, εἰκότως χαλεπὸν ἂν ἐνομίσθη τὸ θᾶττον διαζευχθῆναι τοῦ σώματος· εἰ δὲ ἀρχὴ τοῦ ἀληθινοῦ βίου τοῖς κατὰ Θεὸν ζῶσίν ἐστι τὸ τῶν δεσμῶν τούτων τῶν σωματικῶν τὴν ψυχὴν ἐκλυθῆναι, τί λυπούμεθα, ὡς καὶκαί om. E οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα; παρακλήθητι οὖν μὴ ὑποπεσεῖν τοῖς πάθεσιν, ἀλλὰ δεῖξαι ὅτι ὑπέρκεισαι καὶ ὑπερῆρας. Σαταλεῦσι πολίταις Ἐγὼ τάς τε ἰδίας ὑμῶν παρακλήσεις καὶ τὰς τοῦ λαοῦ παντὸς δυσωπηθείς, καὶ ἐδεξάμηνκατεδεξάμην Harl. τὴν φροντίδα τῆς καθʼ ὑμᾶς ἐκκλησίας, καὶ ὑπεσχόμην ὑμῖν ἐνώπιον Κυρίου", + "candidate_score": 0.637722, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_18", + "bdc_text": "min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_490", + "psc_text": "ἀλλʼ ἐπειδὴ ὁ διοικῶν τὴν ζωὴν ἡμῶν Κύριος, κατὰ τὴν ἄρρητον αὐτοῦ σοφίαν πάντως πρὸς τὸ σύμφερον τῶν ψυχῶν τῶν ἡμετέρων ταῦτα ᾠκονόμησε γενέσθαι, δι’ ὧν σοι μὲν ὀδυνηρὰν κατέστησε τὴν ζωήν, ἡμᾶς δέ, τοὺς τῇ κατὰ Θεὸν ἀγάπῃ συνημμένους, εἰς συμπάθειαν ἤγαγε, μαθόντας παρὰ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν ἐν οἷς γέγονας, ἀναγκαῖον ἡμῖν ἐφάνη τὴν ἐνδεχομένην παράκλησιν προσαγαγεῖν σοι. εἰ μὲν οὖν ἦν δυνατὸν καὶ διαβῆναι μέχρι τοῦ τόπου ἐν ᾧ συμβαίνει διάγειν σου τὴν εὐγένειαν, περὶ παντὸς ἂν τοῦτο ἐποιησάμην. ἐπεὶ δὲ καὶ ἡ τοῦ σώματος ἀρρωστία καὶ τῶν συνεχόντων ἡμᾶς πραγμάτων τὸ πλῆθος καὶ αὐτὴν ταύτην ἣν ὑπέστημεν ὁδὸν ἐπὶ πολλῇ τῶν καθʼ ἡμᾶς ἐκκλησιῶν ζημίᾳ παρεσκεύασε, διὰ γραμμάτων ἐπισκέψασθαί σου τὴν σεμνότητα προεθυμήθημεν, ὑπομιμνήσκοντες, ὅτι αἱ θλ��ψεις αὗται οὐκ ἀργῶς τοῖς δούλοις τοῦ Θεοῦ παρὰ τοῦ ἐπισκοποῦντος ἡμᾶς Κυρίου γίνονται, ἀλλὰ ἐπὶ δοκιμασίᾳ τῆς ἀληθινῆς πρὸς τὸν κτίσαντα ἡμᾶς Θεὸν ἀγάπης. ὡς γὰρ τοὺς ἀθλητὰς οἱ τῶν", + "candidate_score": 0.636879, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_18", + "bdc_text": "min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_479", + "psc_text": "ὑπὲρ ὧν ἔδοξεν ἡμῖν ἐγκαλεῖν, ἀπελυόμεθα, κἀκείνους εἰς τὴνὑπέρ add. E. τῶν ἐπιζητουμένων ὑφʼ ἡμῶν συγκατάθεσιν προηγάγομεν,προσηγάγομεν editi antiqi. ὥστε χάριτι τοῦ Κυρίου εὑρεθῆναι ἡμᾶς μηδὲ εἰς τὸ σμικρότατον πρὸς ἀλλήλους διαφερομένους. οὕτω τοίνυν περὶ ἐννάτην που ὥραν ἀνέστημεν ἐπὶ τὰς προσευχάς, εὐχαριστήσαντες τῷ Κυρίῳ τῷ δόντι ἡμῖν τὸ αὐτὸ φρονεῖν καὶ τὸ αὐτὸ λέγειν. ἐπὶ τούτοις ἔδει με καὶ ἔγραφόν τινα παρὰ τοῦ ἀνδρὸς ὁμολογίαν λαβεῖν, ὥστε καὶ τοῖς ἐναντιουμένοις αὐτῷ φανερὰν γενέσθαι τὴν συγκατάθεσιν, καὶ τοῖς λοιποῖς ἱκανὴν εἶναι τοῦ ἀνδρὸς τῆς προαιρέσεως τὴν ἀπόδειξιν. ἀλλʼ ἐβουλήθην αὐτὸς ὑπὲρὑπέρ R.J.D., ὑπό MSS. et editi. πολλῆς ἀκριβείας, τοῖς ἀδελφοῖς συντυχὼν τοῖς περὶ Θεόδοτον, παρʼ αὐτῶν λαβεῖν γραμματεῖον πίστεως, καὶ αὐτὸοὗτοι E. προτεῖναι τῷ προειρημένῳ· ἵνα ἀμφότερα γένηται, ἥ τε ὀρθὴ πίστις παρʼ αὐτοῦ ὁμολογηθῇ,ὁμολογῆται tres MSS. recen. καὶ αὐτοὶ πληροφορηθῶσι, μηδεμίαν ἔχοντες ἀντιλογίας ὑπόθεσιν ἐκ τοῦ τὰς παρʼ αὐτῶν προτάσεις παραδεχθῆναι. ἀλλὰ πρὶν μαθεῖν τίνος ἕνεκεν συνετύχομεν, καὶ τί", + "candidate_score": 0.635497, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_1", + "bdc_text": "Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_63", + "psc_text": "χρόνον, τῷ δὲ διὰ τὰς ἁμαρτίας καιρὸν μετανοίας ταμιευόμενος. καίτοι ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις ἑαυτὸν συγκαταριθμήσας τοῖς ἀγνοοῦσι διὰ τὴν τῶν πολλῶν, ὡς ἔφην, ἀσθένειαν· ἐν ταῖς Πράξεσι τῶν ἀποστόλων, ὡς τελείοις κατʼ ἰδίαν διαλεγόμενος, καθʼ ὑπεξαίρεσιν ἑαυτοῦ φησίν, Οὐχ ὑμῶν ἐστὶ γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ Πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ. Καὶ ταῦτα μὲν κατὰ τὴν προτέραν ἐπιβολὴν εἰρήσθω παχύτερον. ἤδη δὲ ἐξεταστέον ὑψηλότερον τὴν διάνοιαν τοῦ ῥητοῦ καὶ κρουστέον τὴν θύραν τῆς γνώσεως, εἴ πως δυνηθείην ἐξεγεῖραι τὸν οἰκοδεσπότην, τὸν τοὺς πνευματικοὺς ἄρτους διδόντα τοῖς αἰτοῦσιν αὐτόν, ἐπειδὴ φίλοι καὶ ἀδελφοί εἰσιν οὓς ἑστιᾶσαι σπουδάζομεν. Οἱ ἅγιοι μαθηταὶ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν ἐπέκεινα θεωρίας, ὡς ἔνι ἀνθρώποις, ἐλθόντες καὶ καθαρθέντες ἀπὸ τοῦ λόγου, τὸ τέλος ἐπιζητοῦσι καὶ τὴν ἐσχάτην μακαριότητα γνῶναι ποθοῦσιν, ὅπερ ἀγνοεῖν καὶ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ καὶ αὐτὸν ὁ Κύριος ἡμῶν ἀπεφήνατο· ἡμέραν μὲν λέγων πᾶσαν τὴν ἀκριβῆ κατάληψιν τῶν ἐπινοίων τοῦ Θεοῦ, ὥραν δὲ τὴν", + "candidate_score": 0.62546, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_1", + "bdc_text": "Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1063", + "psc_text": "τοῦ καταλλήλου χωρίζομεν, οὕτω καὶ ἐν τοῖς κρέασι τοῦ χρησίμου τὸ βλαβερὸν διακρίνομεν. ἐπεί τοι λάχανόν ἐστι καὶ τὸ κώνειον, ὥσπερ κρέας ἐστὶ καὶ τὸ γύπειον· ἀλλʼ ὅμως οὔτε ὑοσκύαμον φάγοι ἄν τις νοῦν ἔχων, οὔτε κυνὸς ἅψαιτο μὴ μεγάλης ἀνάγκης κατεπειγούσης· ὡς ὅ γε φαγὼν οὐκ ἠνόμησεν. Πρὸς δὲ τοὺς λέγοντας καθʼ εἱμαρμένην διοικεῖσθαι τὰ ἀνθρώπινα, μὴ παρʼ ἡμῶν ζήτει λόγους, ἀλλὰ ταῖς οἰκείαις τῆς ῥητορικῆς ἀκίσιν αὐτοὺς κατατίτρωσκε· μακρότερον γάρ ἐστι τὸ πρόβλημα τῆς παρούσης μου ἀσθενείας. Περὶ δὲ τῆς ἐν τῷ βαπτίσματι ἀνανεύσεως οὐκ οἶδα τί ἐπῆλθέ σοι ἐρωτῆσαι, εἴπερ ἐδέξω τὴν κατάδυσιν τὸν τύπον τῶν τριῶν ἡμερῶν ἐκπληροῦν. βαπτισθῆναι γὰρ τρισσάκις ἀδύνατον μὴ ἀναδύντα τοσαυτάκις. Τὸν δὲ φάγον παροξυτονοῦμεν ἡμεῖς. Οὐσία δὲ καὶ ὑπόστασις ταύτην ἔχει τὴν διαφοράν, ἣν ἔχει τὸ κοινὸν πρὸς τὸ καθʼ ἕκαστον· οἷον, ὡς ἔχει τὸ ζῶον πρὸς τὸν δεῖνα ἄνθρωπον. διὰ τοῦτο οὐσίαν μὲν μίαν ἐπὶ τῆς θεότητος ὁμολογοῦμεν, ὥστε τὸν", + "candidate_score": 0.625252, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_4_6", + "bdc_text": "An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten . Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_643", + "psc_text": "εἶναι, ὥστε εἰς τὸν ἔσχατον χιτῶνα ἕκαστον ἑαυτῷ περιιστάναιπαριστῆσαι E, Med. τὴν κτῆσιν. καὶ παρείχετο ἡμῖν ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου τὰς ἀποδείξεις· μίαν μέν, ὡς Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ εἰπόντος· Ὁ ἔχων δύο χιτῶνας μεταδότω τῷ μὴ ἔχοντι· ἑτέραν δέ, ὡς τοῦ Κυρίου τοῖς μαθηταῖς ἀπαγορεύσαντος μὴμή om. E ἔχειν δύο χιτῶνας. προσετίθει δὲκαί add. E. τούτοις καὶκαί om. E τό· Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε, πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα, καὶ δὸς πτωχοῖς. ἔλεγε δὲ καὶ τὴν τοῦ μαργαρίτου παραβολὴν εἰς τοῦτο φέρειν· ὅτι ὁ ἔμπορος ὁ εὑρὼν τὸν πολύτιμον μαργαρίτην ἀπελθὼν ἐπώλησεν ἑαυτοῦ πάντα τὰ ὑπάρχοντα καὶ ἠγόρασεν ἐκεῖνον. προσετίθει δὲ τούτοις, ὅτι οὐδὲ ἑαυτῷ τινὰ ἐπιτρέπειν χρὴ τὴν τῶν χρημάτων διανομήν, ἀλλὰ τῷ τὰ τῶν πτωχῶν οἰκονομεῖν πεπιστευμένῳ.ἐμπεπιστευμένῳ editi antiqi. καὶ τοῦτο ἀπὸ τῶν Πράξεων ἐπιστοῦτο· ὅτι πωλοῦντες τὰ προσόντα αὐτοῖς, φέροντες ἐτίθουν παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων, καὶ παρʼ ἐκείνων διεδίδοτο ἑκάστῳ, καθότι ἄν τις χρείαν εἶχεν. ἔλεγε γὰρ", + "candidate_score": 0.616958, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_4_6", + "bdc_text": "An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten . Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_153", + "psc_text": "προστάτην, οἱ βίου δεόμενοι τὸν τροφέα· πάντες αὐτὸν ἐκ τῶν οἰκειοτάτων ὀνομάτων ἀνακαλούμενοι, ἐπὶ οἰκείῳ πάθει, οἰκεῖον ἑαυτῷαὐτῷ editi; ἑαυτῷ E. καὶ προσήκοντα ἕκαστος τὸν θρῆνον αἴρουσιν.ἐροῦσιν A, B, C, D, F. Ἀλλὰ ποῦ μοι ὁ λόγος ὑφʼ ἡδονῆς τῶν δακρύων ἐκφέρεται; οὐκ ἀνανήψομεν; οὐχ ἡμῶν αὐτῶν γενησόμεθα; οὐκ ἀποβλέψομενἀναβλέψομεν B, C. πρὸς τὸν κοινὸν Δεσπότην, ὃς ἕκαστον τῶν ἁγίων τῇ ἰδίᾳ γενεᾷ ἐπιτρέψας ὑπηρετήσασθαι, τοῖς καθήκουσι χρόνοις πρὸς ἑαυτὸν πάλιν ἀνεκαλέσατο; νῦν ἐν καιρῷ τῶν ἐκείνου φωνῶν ὑπομνήσθητε, ὃς ἐκκλησιάζων ὑμῖνὑμῖνom. F. ἀεὶ διεστέλλετο, Βλέπετε, λέγων, τοὺς κύνας, βλέπετε τοὺς κακοὺς ἐργάτας. πολλοὶ οἱ κύνες. τί λέγω κύνες; λύκοι μὲν οὖν βαρεῖς, ἐν ἐπιφανείᾳ προβάτων τὸ δολερὸν ὑποκρύπτοντες, πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης τὸ Χριστοῦ ποίμνιον διασπῶσιν. οὓς φυλακτέον ὑμῖν, ἐγρηγορικοῦ τινὸς ποιμένος ἐπιστασίᾳ. ὃν ὑμέτερον μὲν αἰτῆσαι, φιλονεικίας πάσης καὶ φιλοπρωτίας τὰς ψυχὰς καθαρεύοντας, τοῦ Κυρίου δὲ ἀναδεῖξαι, ὃς ἀπὸ τοῦ μεγάλου προστάτου τῆς ἐκκλησίας ὑμῶν Γρηγορίου μέχρι τοῦ μακαρίου", + "candidate_score": 0.614955, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_4_6", + "bdc_text": "An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten . Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_760", + "psc_text": "ἡ γάρ ἐπάνοδος φυλακὴ ἔσται τοῦ ὅρκου. τὸ δὲ εἶξαι αὐτὸν τῇ οἰκονομίᾳ εἰς ἐπιορκίαν αὐτῷ οὐ λογισθήσεται, διὰ τὸ μὴ προσκεῖσθαι τῷ ὅρκῳ, μηδὲ πρὸς βραχὺ ἀναχωρήσειν Μινδάνων, ἀλλὰ παραμενεῖν εἰς τὸ ἐφεξῆς. Σευήρῳ δὲ προφασιζομένῳ τὴν λήθην ἡμεῖς συγχωρήσομεν, εἰπόντες, ὅτι τῶν κρυπτῶν γνώστης οὐ περιόψεται τὴν ἑαυτοῦ Ἐκκλησίαν ὑπὸ τοιούτου λυμαινομένην, ποιοῦντος μὲν ἀκανονίστως τὸ ἐξ ἀρχῆς, ὅρκῳ δὲ καταδεσμοῦντος παρὰ τὰ εὐαγγέλια, παρορκεῖν δὲ διδάσκοντος δι’ ὧν μετετέθη, ψευδομένου δὲ νῦν δι’ ὧν τὴν λήθην σχηματίζεται. ἐπειδὴ δὲ οὐκ ἐσμὲν καρδιῶν κριταί, ἀλλʼ ἐξ ὧν ἀκούομεν κρίνομεν, δῶμεν τῷ Κυρίῳ τὴν ἐκδίκησιν, αὐτοὶ δὲ ἀδιακρίτως αὐτὸν δεξώμεθα, συγγνώμην δόντες ἀνθρωπίνῳ πάθει τῇ λήθῃ. Ὁ δὲ τὸν ἀκούσιον ποιήσας φόνον ἀρκούντως ἐξεπλήρωσε τὴν δίκην ἐν τοῖς ἕνδεκα ἔτεσι. δῆλον γὰρ ὅτι ἐπὶ τῶν πληγέντων τὰ Μωυσέως παρατηρήσομεν· καὶ τὸν κατακλιθέντα μὲν ἐπὶ τῶν πληγῶν ἃς ἔλαβε, βαδίσαντα δὲ πάλιν ἐπὶ τῇ ῥάβδῳ αὐτοῦ, οὐ λογισόμεθα πεφονεῦσθαι. εἰ", + "candidate_score": 0.608429, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_4_6", + "bdc_text": "An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten . Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_154", + "psc_text": "μὲν οὖν βαρεῖς, ἐν ἐπιφανείᾳ προβάτων τὸ δολερὸν ὑποκρύπτοντες, πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης τὸ Χριστοῦ ποίμνιον διασπῶσιν. οὓς φυλακτέον ὑμῖν, ἐγρηγορικοῦ τινὸς ποιμένος ἐπιστασίᾳ. ὃν ὑμέτερον μὲν αἰτῆσαι, φιλονεικίας πάσης καὶ φιλοπρωτίας τὰς ψυχὰς καθαρεύοντας, τοῦ Κυρίου δὲ ἀναδεῖξαι, ὃς ἀπὸ τοῦ μεγάλου προστάτου τῆς ἐκκλησίας ὑμῶν Γρηγορίου μέχρι τοῦ μακαρίου τούτου, ἄλλον ἐπʼ ἄλλῳ προστιθεὶς καὶ συναρμόζων ἀεί, οἷον ἔκ τινος ἁρμοῦ λίθων πολυτελῶν, θαυμαστὸν οἷον κάλλος τῆς ἐκκλησίας ὑμῶν ἐχαρίσατο. ὥστε οὐδὲ τῶν ἐφεξῆς ἀπελπιστέον. οἶδε γὰρ Κύριος τοὺς ὄντας αὐτοῦ, καὶ ἀγάγοι ἂνἂνom. E. εἰς τὸ μέσον τοὺς παρʼ ἡμῶν τυχὸν οὐ προσδοκωμένους. Πάλαι με θέλοντα τῶν λόγων παύσασθαι, ἡ ὀδύνη τῆς καρδίας οὐκ ἐπιτρέπει. ἀλλʼ ἐπισκήπτω ὑμῖν πρὸς τῶν πατέρων, πρὸς τῆς ὀρθῆς πίστεως, πρὸς τοῦ μακαρίου τούτου, διαναστῆναι τὴν ψυχήν, οἰκεῖον ἕκαστον ἑαυτοῦ τὸ σπουδαζόμενον κρίναντα, καὶ τῆς ἐφʼ ἑκάτερα τῶν πραγμάτων ἐκβάσεως πρῶτον αὐτὸν ἀπολαύσειν ἡγούμενον· μηδέ, τὸ τοῖς πολλοῖς συμβαῖνον, πρὸς τὸν πλησίον τὴν", + "candidate_score": 0.604893, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc.", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_100", + "psc_text": "κύριοι. τήν γε μὴν οἴκησιν αὐχήν τις ἕτερος ὑποδέχεται, ὑψηλόν τινα ἐπὶ τῆς ἄκρας ἀνέχων τένοντα, ὥστε τὸ πεδίον ἐκ τούτουτούτου F. ὑφηπλῶσθαι ταῖς ὄψεσι καὶ ἐκ τοῦ μετεώρου ἐξεῖναι καὶ τὸν ποταμὸν περιῤῥέοντα καθορᾷν, οὐκ ἐλάττονα τέρψιν, ἔμοιγε δοκεῖν, παρεχόμενον ἢ τοῖς ἐκ τῆς Ἀμφιπόλεως τὸν Στρύμονα καταμανθάνουσιν. ὁ μὲν γὰρ σχολαιοτέρῳσχολαίῳ C, F. τῷ ῥεύματι περιλιμνάζων, μικροῦ δεῖνμικροῦ δεῖ C. καὶ τὸτοῦ C. ποταμὸς εἶναι ὑπὸὑπὸom. F. τῆς ἡσυχίας ἀφῄρηται· ὁ δὲ ὀξύτατα ὧν ἐγὼ οἶδα ποταμῶν ῥέων βραχύ τι τῇ γείτονι πέτρᾳ παρατραχύνεται·περιτραχύνεται A, C, D. ἀφʼὑφʼ C, F ἧς ἀναχεόμενος εἰς δίνην βαθεῖαν περιειλεῖται, ὄψιν τε ἡδίστηνμεγίστην C, πασῶν add. E. ἐμοὶ καὶ παντὶ θεατῇ παρεχόμενος, καὶ χρείαν τοῖς ἐπιχωρίοις αὐταρκεστάτην, ἰχθύων γετε MSS. πλῆθος ἀμύθητον ταῖς δίναιςπεριειλούμενον add. E. ἐντρέφων. Τί δεῖ λέγειν τὰς ἐκ τῆς γῆς ἀναπνοάς, ἢ τὰς ἐκ τοῦ ποταμοῦ αὔρας; τό γε μὴν τῶν ἀνθέων πλῆθος ἢ τῶν ᾠδικῶν ὀρνίθων ἄλλος", + "candidate_score": 0.603017, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_4", + "bdc_text": "An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_643", + "psc_text": "εἶναι, ὥστε εἰς τὸν ἔσχατον χιτῶνα ἕκαστον ἑαυτῷ περιιστάναιπαριστῆσαι E, Med. τὴν κτῆσιν. καὶ παρείχετο ἡμῖν ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου τὰς ἀποδείξεις· μίαν μέν, ὡς Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ εἰπόντος· Ὁ ἔχων δύο χιτῶνας μεταδότω τῷ μὴ ἔχοντι· ἑτέραν δέ, ὡς τοῦ Κυρίου τοῖς μαθηταῖς ἀπαγορεύσαντος μὴμή om. E ἔχειν δύο χιτῶνας. προσετίθει δὲκαί add. E. τούτοις καὶκαί om. E τό· Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε, πώλησόν σου τ�� ὑπάρχοντα, καὶ δὸς πτωχοῖς. ἔλεγε δὲ καὶ τὴν τοῦ μαργαρίτου παραβολὴν εἰς τοῦτο φέρειν· ὅτι ὁ ἔμπορος ὁ εὑρὼν τὸν πολύτιμον μαργαρίτην ἀπελθὼν ἐπώλησεν ἑαυτοῦ πάντα τὰ ὑπάρχοντα καὶ ἠγόρασεν ἐκεῖνον. προσετίθει δὲ τούτοις, ὅτι οὐδὲ ἑαυτῷ τινὰ ἐπιτρέπειν χρὴ τὴν τῶν χρημάτων διανομήν, ἀλλὰ τῷ τὰ τῶν πτωχῶν οἰκονομεῖν πεπιστευμένῳ.ἐμπεπιστευμένῳ editi antiqi. καὶ τοῦτο ἀπὸ τῶν Πράξεων ἐπιστοῦτο· ὅτι πωλοῦντες τὰ προσόντα αὐτοῖς, φέροντες ἐτίθουν παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων, καὶ παρʼ ἐκείνων διεδίδοτο ἑκάστῳ, καθότι ἄν τις χρείαν εἶχεν. ἔλεγε γὰρ", + "candidate_score": 0.602941, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_14", + "bdc_text": "ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_333", + "psc_text": "οὐχί κατορθούμενος, πῶς οὐκ editi antiqi. πῶς οὐχὶ εἰκότως ταῖς ἐμαυτοῦ κακίαις ἀνατίθημι τὰ παρόντα; ἀλλʼ εἴτε ἁμαρτίαι τῶν συμβάντων αἰτίαι, τοῦτό μοι πέρας ἔστω τῶν δυσχερῶν· εἴτε τιτό add. editi; om. E. οἰκονομούμενον ἦν, ἐξεπληρώθη πάντως τὸ σπουδαζόμενον. οὐ γὰρ ὀλίγος ὁ τῆς ζημίας χρόνος. διό, μηκέτι στέγων, πρῶτος ἔρρηξα φωνήν, παρακαλῶν ἡμῶν τε αὐτῶν ἀναμνησθῆναι καὶ σεαυτοῦ, ὃς πλέον ἢ κατὰ τὸ τῆς συγγενείας εἰκὸς παρὰ πάντα τὸν βίον τὴν κηδεμονίαν ἡμῶν ἐπεδείξω, καὶ τὴν πόλιν νῦν ἡμῶν ἕνεκεν ἀγαπᾷν, ἀλλὰ μὴ δι’ ἡμᾶς ἀλλοτριοῦν σαυτὸν τῆς πόλεως. Εἴ τις οὖν παράκλησις ἐν Χριστῷ, εἴ τις κοινωνία Πνεύματος, εἴ τινατινα τις E. σπλάγχνα καὶ οἰκτιρμοί, πλήρωσον ἡμῶν τὴν εὐχήν· ἐνταῦθα στῆσον τὰ κατηφῆ, ἀρχήν τινα δὸς τοῖς φαιδροτέροις πρὸς τὸ ἑξῆς, αὐτὸς τοῖς ἄλλοις καθηγούμενος ἐπὶ τὰ βέλτιστα, ἀλλʼ οὐχὶ ἀκολουθῶν ἑτέρῳἑτέροις Harl. ἐφʼ ἃ μὴ δεῖ. καὶ γὰρ οὐδὲ σώματος χαρακτὴρ ἴδιος οὕτω τινὸς ἐνομίσθη, ὡς τῆς", + "candidate_score": 0.578708, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 5, + "cf_id": "cf044", + "work_id": "tlg1271.tlg012.1st1K-grc1", + "max_score": 0.675565, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_0_2", + "bdc_text": "1558 . Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg012.1st1K-grc1_window_23", + "psc_text": "ἅπερ ἔλεγεν σημεῖα τῶν οἰκήσεων, ἔφην αὐτῷ· εἰ μὴ ὅτι αὔριον τι ἀπαιτῶ ὀφειλόμενόν μοι, ἐξαυτῆς ἂν συνέπλεον σοι· πλὴν τάχιόν σε καταλήψομαι. καὶ ταῦτα εἰπὼν καὶ παραθέμενος αὐτὸν τοῖς τοῦ πλοίου ἠγουμένοις, ὑπέστρεφον λυπούμενος, μεμνημένος τοῦ καλοῦ καὶ συνήθους φίλου. Ἡμερῶν δὲ διατρίψας καὶ τὸ χρέος οὐχ ὅλον λαβεῖν δυνηθεὶς, τάχους ἕνεκα ἀμελήσας τοῦ περιλειφθέντος ὡς ἐμποδίου ὄντος, καὶ αὐτὸς εἰς Ἰουδαίαν ἀπέπλευσα, καὶ διὰ δεκαπέ��τε ἡμερῶν εἰς Καισάρειαν κατήντησα τὴν Στράτωνος. ἐπίβαντος δέ μου τῆς γῆς καὶ ξενίαν θηρωμένου ἔμαθον, ὅτι Πέτρος τις λεγόμενος, τοῦ ἐν Ἰουδαίᾳ φανέντος Ἰησοῦ Χριστοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ, τοῦ σημεῖα καὶ τέρατα πεποιηκότος, ὁ δοκιμώτατος ὑπάρχων μαθητὴς, αὔριον Σίμωνι τῷ ἀπὸ Γιτθῶν Σαμαρεῖ ζήτησιν ποιεῖται λόγων. ἐγὼ δὲ ταῦτα ἀκούσας ἐδεήθην τὴν τούτου μοι μηνυθῆναι μονήν· καὶ ὅμως ἕμαθον, καὶ τῷ πυλῶνι ἐπέστην· οἱ δὲ ἐν τῷ οἴκῳ ἀντέβαλλον, τίς τε ὢν καὶ πόθεν ἥκω. καὶ ἰδοὺ Βαρνάβας ἐκβὰς ἅμα τοῦ ἰδεῖν περιεπλάκη", + "candidate_score": 0.675565, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_1_3", + "bdc_text": "Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 . An wyn 16 soum sind 22 eymer .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg012.1st1K-grc1_window_23", + "psc_text": "ἅπερ ἔλεγεν σημεῖα τῶν οἰκήσεων, ἔφην αὐτῷ· εἰ μὴ ὅτι αὔριον τι ἀπαιτῶ ὀφειλόμενόν μοι, ἐξαυτῆς ἂν συνέπλεον σοι· πλὴν τάχιόν σε καταλήψομαι. καὶ ταῦτα εἰπὼν καὶ παραθέμενος αὐτὸν τοῖς τοῦ πλοίου ἠγουμένοις, ὑπέστρεφον λυπούμενος, μεμνημένος τοῦ καλοῦ καὶ συνήθους φίλου. Ἡμερῶν δὲ διατρίψας καὶ τὸ χρέος οὐχ ὅλον λαβεῖν δυνηθεὶς, τάχους ἕνεκα ἀμελήσας τοῦ περιλειφθέντος ὡς ἐμποδίου ὄντος, καὶ αὐτὸς εἰς Ἰουδαίαν ἀπέπλευσα, καὶ διὰ δεκαπέντε ἡμερῶν εἰς Καισάρειαν κατήντησα τὴν Στράτωνος. ἐπίβαντος δέ μου τῆς γῆς καὶ ξενίαν θηρωμένου ἔμαθον, ὅτι Πέτρος τις λεγόμενος, τοῦ ἐν Ἰουδαίᾳ φανέντος Ἰησοῦ Χριστοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ, τοῦ σημεῖα καὶ τέρατα πεποιηκότος, ὁ δοκιμώτατος ὑπάρχων μαθητὴς, αὔριον Σίμωνι τῷ ἀπὸ Γιτθῶν Σαμαρεῖ ζήτησιν ποιεῖται λόγων. ἐγὼ δὲ ταῦτα ἀκούσας ἐδεήθην τὴν τούτου μοι μηνυθῆναι μονήν· καὶ ὅμως ἕμαθον, καὶ τῷ πυλῶνι ἐπέστην· οἱ δὲ ἐν τῷ οἴκῳ ἀντέβαλλον, τίς τε ὢν καὶ πόθεν ἥκω. καὶ ἰδοὺ Βαρνάβας ἐκβὰς ἅμα τοῦ ἰδεῖν περιεπλάκη", + "candidate_score": 0.67055, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_7_9", + "bdc_text": "über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß . Sunst muͦß ich holtz , ain kommen kernen und anders , alls thüwr und ettlichs thuͤwlich dann by üch uberkummen .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg012.1st1K-grc1_window_33", + "psc_text": "τυχεῖν· αἰσθάνομαι γὰρ τοῦ δοθέντος μοι διὰ τάχους χαρίσματος. ταῦτά μοι εἰπόντος ὁ Πέτρος ἔφη· χάριν ὁμολογῶ τῷ θεῷ καὶ περὶ τῆς σῆς σωτηρίας, καὶ περ�� τῆς ἐμῆς ἀπολαύσεως. πλὴν νήστευσον τριῶν μηνῶν ἡμέρας καὶ λαμβάνεις τὸ ἅγιον βάπτισμα· ἄρξαι τοῦ λοιποῦ ἀπὸ τῆς αὔριον. ἔστι δέ μοι ἡ αὔριον πρὸς Σίμωνα τὸν μάγον διάλεξις· καὶ μὴ ὀκλάσῃς παρεῖναί μοι ἐν ταῖς τῶν ἀντικειμένων ζητήσεσιν. καὶ ταῦτα εἰπὼν καὶ τροφῆς αὐτὸς μεταλαβὼν, ἰδίαν κἀμὲ μεταλαβεῖν ἐκέλευσεν. εὐλογήσας δὲ ἐπὶ τῆς τροφῆς καὶ εὐχαριστήσας, ἐπήγαγε λέγων· δῴη σοι ὁ θεὸς κατὰ πάντα ἐξομοιωθῆναί μοι, καὶ βαπτισθέντα τῆς αὐτῆς τοι μεταλαβεῖν τραπέζης. ταῦτα εἰπὼν ἡσυχάζειν μοι προσέταξεν· ἤδη γάρ που καὶ τὸν ὕπνον ἀπῄτει ἡ τοῦ σώματος φύσις. Τῇ μὲν οὖν ἐπιούσῃ ἡμέρᾳ ἐγὼ Κλήμης ἔτι τῆς νυκτὸς οὔσης διϋπνισθεὶς καὶ μαθὼν τὸν Πέτρον ἐγρηγορότα καὶ τοῖς συνοῦσι περὶ θεοσεβείας διαλεγόμενον, οἳ ἦσαν δέκα καὶ ἓξ, ὧν καὶ τὰ ὀνόματα ἐκθεῖναι ἐβουλευσάμην,", + "candidate_score": 0.665471, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_6_8", + "bdc_text": "küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg012.1st1K-grc1_window_33", + "psc_text": "τυχεῖν· αἰσθάνομαι γὰρ τοῦ δοθέντος μοι διὰ τάχους χαρίσματος. ταῦτά μοι εἰπόντος ὁ Πέτρος ἔφη· χάριν ὁμολογῶ τῷ θεῷ καὶ περὶ τῆς σῆς σωτηρίας, καὶ περὶ τῆς ἐμῆς ἀπολαύσεως. πλὴν νήστευσον τριῶν μηνῶν ἡμέρας καὶ λαμβάνεις τὸ ἅγιον βάπτισμα· ἄρξαι τοῦ λοιποῦ ἀπὸ τῆς αὔριον. ἔστι δέ μοι ἡ αὔριον πρὸς Σίμωνα τὸν μάγον διάλεξις· καὶ μὴ ὀκλάσῃς παρεῖναί μοι ἐν ταῖς τῶν ἀντικειμένων ζητήσεσιν. καὶ ταῦτα εἰπὼν καὶ τροφῆς αὐτὸς μεταλαβὼν, ἰδίαν κἀμὲ μεταλαβεῖν ἐκέλευσεν. εὐλογήσας δὲ ἐπὶ τῆς τροφῆς καὶ εὐχαριστήσας, ἐπήγαγε λέγων· δῴη σοι ὁ θεὸς κατὰ πάντα ἐξομοιωθῆναί μοι, καὶ βαπτισθέντα τῆς αὐτῆς τοι μεταλαβεῖν τραπέζης. ταῦτα εἰπὼν ἡσυχάζειν μοι προσέταξεν· ἤδη γάρ που καὶ τὸν ὕπνον ἀπῄτει ἡ τοῦ σώματος φύσις. Τῇ μὲν οὖν ἐπιούσῃ ἡμέρᾳ ἐγὼ Κλήμης ἔτι τῆς νυκτὸς οὔσης διϋπνισθεὶς καὶ μαθὼν τὸν Πέτρον ἐγρηγορότα καὶ τοῖς συνοῦσι περὶ θεοσεβείας διαλεγόμενον, οἳ ἦσαν δέκα καὶ ἓξ, ὧν καὶ τὰ ὀνόματα ἐκθεῖναι ἐβουλευσάμην,", + "candidate_score": 0.658611, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_1", + "bdc_text": "Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg012.1st1K-grc1_window_23", + "psc_text": "ἅπερ ἔλεγεν σημεῖα τῶν οἰκήσεων, ἔφην αὐτῷ· εἰ μὴ ὅτι αὔριον τι ἀπαιτῶ ὀ��ειλόμενόν μοι, ἐξαυτῆς ἂν συνέπλεον σοι· πλὴν τάχιόν σε καταλήψομαι. καὶ ταῦτα εἰπὼν καὶ παραθέμενος αὐτὸν τοῖς τοῦ πλοίου ἠγουμένοις, ὑπέστρεφον λυπούμενος, μεμνημένος τοῦ καλοῦ καὶ συνήθους φίλου. Ἡμερῶν δὲ διατρίψας καὶ τὸ χρέος οὐχ ὅλον λαβεῖν δυνηθεὶς, τάχους ἕνεκα ἀμελήσας τοῦ περιλειφθέντος ὡς ἐμποδίου ὄντος, καὶ αὐτὸς εἰς Ἰουδαίαν ἀπέπλευσα, καὶ διὰ δεκαπέντε ἡμερῶν εἰς Καισάρειαν κατήντησα τὴν Στράτωνος. ἐπίβαντος δέ μου τῆς γῆς καὶ ξενίαν θηρωμένου ἔμαθον, ὅτι Πέτρος τις λεγόμενος, τοῦ ἐν Ἰουδαίᾳ φανέντος Ἰησοῦ Χριστοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ, τοῦ σημεῖα καὶ τέρατα πεποιηκότος, ὁ δοκιμώτατος ὑπάρχων μαθητὴς, αὔριον Σίμωνι τῷ ἀπὸ Γιτθῶν Σαμαρεῖ ζήτησιν ποιεῖται λόγων. ἐγὼ δὲ ταῦτα ἀκούσας ἐδεήθην τὴν τούτου μοι μηνυθῆναι μονήν· καὶ ὅμως ἕμαθον, καὶ τῷ πυλῶνι ἐπέστην· οἱ δὲ ἐν τῷ οἴκῳ ἀντέβαλλον, τίς τε ὢν καὶ πόθεν ἥκω. καὶ ἰδοὺ Βαρνάβας ἐκβὰς ἅμα τοῦ ἰδεῖν περιεπλάκη", + "candidate_score": 0.646765, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_2_4", + "bdc_text": "Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 . An wyn 16 soum sind 22 eymer . An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg012.1st1K-grc1_window_23", + "psc_text": "ἅπερ ἔλεγεν σημεῖα τῶν οἰκήσεων, ἔφην αὐτῷ· εἰ μὴ ὅτι αὔριον τι ἀπαιτῶ ὀφειλόμενόν μοι, ἐξαυτῆς ἂν συνέπλεον σοι· πλὴν τάχιόν σε καταλήψομαι. καὶ ταῦτα εἰπὼν καὶ παραθέμενος αὐτὸν τοῖς τοῦ πλοίου ἠγουμένοις, ὑπέστρεφον λυπούμενος, μεμνημένος τοῦ καλοῦ καὶ συνήθους φίλου. Ἡμερῶν δὲ διατρίψας καὶ τὸ χρέος οὐχ ὅλον λαβεῖν δυνηθεὶς, τάχους ἕνεκα ἀμελήσας τοῦ περιλειφθέντος ὡς ἐμποδίου ὄντος, καὶ αὐτὸς εἰς Ἰουδαίαν ἀπέπλευσα, καὶ διὰ δεκαπέντε ἡμερῶν εἰς Καισάρειαν κατήντησα τὴν Στράτωνος. ἐπίβαντος δέ μου τῆς γῆς καὶ ξενίαν θηρωμένου ἔμαθον, ὅτι Πέτρος τις λεγόμενος, τοῦ ἐν Ἰουδαίᾳ φανέντος Ἰησοῦ Χριστοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ, τοῦ σημεῖα καὶ τέρατα πεποιηκότος, ὁ δοκιμώτατος ὑπάρχων μαθητὴς, αὔριον Σίμωνι τῷ ἀπὸ Γιτθῶν Σαμαρεῖ ζήτησιν ποιεῖται λόγων. ἐγὼ δὲ ταῦτα ἀκούσας ἐδεήθην τὴν τούτου μοι μηνυθῆναι μονήν· καὶ ὅμως ἕμαθον, καὶ τῷ πυλῶνι ἐπέστην· οἱ δὲ ἐν τῷ οἴκῳ ἀντέβαλλον, τίς τε ὢν καὶ πόθεν ἥκω. καὶ ἰδοὺ Βαρνάβας ἐκβὰς ἅμα τοῦ ἰδεῖν περιεπλάκη", + "candidate_score": 0.636531, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_2_4", + "bdc_text": "Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 . An wyn 16 soum sind 22 eymer . An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg012.1st1K-grc1_window_188", + "psc_text": "βρώματα, εἴτε ποτὰ, εἴτε ἄλλα τινὰ, ἁμαρτίας κεκτήμεθα, διὰ τὸ δεῖν μηδὲν ἔχειν, ὡς μικρῷ τάχιον διεῖλον τὸν λόγον. πᾶσι τὰ κτήματα ἁμαρτήματα. ἡ τούτων δὲ ὅπως ποτὲ στέρησις ἁμαρτιῶν ἐστιν ἀφαίρεσις. καὶ ὁ πατῆρ ἔφη· ἀκολούθως ἔχει. καὶ ὁ Πέτρος· δικαιότατα. ἐπεὶ γὰρ τῶν σωζομένων ἐστίν, ὡς ἔφην, τοῦ μηδενὶ μηδὲν ὑπάρχειν, ὑπαρχει δὲ πολλὰ πολλοῖς κτήματα, τούτου χάριν ἐξ ὑπερβαλλούσης θεοῦ φιλανθρωπίας ἐπάγονται παιδεῖαι τοῖς μὴ εἰλικρινῶς πολιτευομένοις, ἵνα διὰ τὸ ποσῶς φιλόθεον διὰ προσκαίρων τιμωριῶν αἰωνίων σωθῶσι κολάσεων. καὶ ὁ πατήρ· οὐ πολλοὺς ἀσεβεῖς ὁρῶμεν πένητας; παρὰ τοῦτο οὖν καὶ οὗτοι τῶν σωζομένων εἰσίν; καὶ ὁ Πέτρος· οὐ πάντως. οὐ γὰρ ἀποδεκτὴ ἡ τοῦ πένητος πενία, ἐὰν ὀρέγηται, ὧν οὐ χρή· ὥστε τινὲς τῇ προαιρέσει πλουτοῦσιν χρήμασι, καὶ ὡς πλεονεκτεῖν ἐπιθυμοῦντες τιμωροῦνται. ἀλλ’ οὐδὲ ἐν τῷ πένητα εἶναί τινα πάντως δίκαιός ἐστιν. δύναται γὰρ πτωχὸς μὲν τοῖς χρήμασιν εἶναι, ἐπιθυμεῖν δὲ ἢ καὶ πράττειν, ὃ προηγουμένως οὐ", + "candidate_score": 0.627309, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_2_4", + "bdc_text": "Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 . An wyn 16 soum sind 22 eymer . An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg012.1st1K-grc1_window_33", + "psc_text": "τυχεῖν· αἰσθάνομαι γὰρ τοῦ δοθέντος μοι διὰ τάχους χαρίσματος. ταῦτά μοι εἰπόντος ὁ Πέτρος ἔφη· χάριν ὁμολογῶ τῷ θεῷ καὶ περὶ τῆς σῆς σωτηρίας, καὶ περὶ τῆς ἐμῆς ἀπολαύσεως. πλὴν νήστευσον τριῶν μηνῶν ἡμέρας καὶ λαμβάνεις τὸ ἅγιον βάπτισμα· ἄρξαι τοῦ λοιποῦ ἀπὸ τῆς αὔριον. ἔστι δέ μοι ἡ αὔριον πρὸς Σίμωνα τὸν μάγον διάλεξις· καὶ μὴ ὀκλάσῃς παρεῖναί μοι ἐν ταῖς τῶν ἀντικειμένων ζητήσεσιν. καὶ ταῦτα εἰπὼν καὶ τροφῆς αὐτὸς μεταλαβὼν, ἰδίαν κἀμὲ μεταλαβεῖν ἐκέλευσεν. εὐλογήσας δὲ ἐπὶ τῆς τροφῆς καὶ εὐχαριστήσας, ἐπήγαγε λέγων· δῴη σοι ὁ θεὸς κατὰ πάντα ἐξομοιωθῆναί μοι, καὶ βαπτισθέντα τῆς αὐτῆς τοι μεταλαβεῖν τραπέζης. ταῦτα εἰπὼν ἡσυχάζειν μοι προσέταξεν· ἤδη γάρ που καὶ τὸν ὕπνον ἀπῄτει ἡ τοῦ σώματος φύσις. Τῇ μὲν οὖν ἐπιούσῃ ἡμέρᾳ ἐγὼ Κλήμης ἔτι τῆς νυκτὸς οὔσης διϋπνισθεὶς καὶ μαθὼν τὸν Πέτρον ἐγρηγορότα καὶ τοῖς συνοῦσι περὶ θεοσεβείας διαλεγόμενον, οἳ ἦσαν δέκα καὶ ἓξ, ὧν καὶ τὰ ὀνόματα ἐκθεῖναι ἐβουλευσάμην,", + "candidate_score": 0.626243, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_2", + "bdc_text": "Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg012.1st1K-grc1_window_33", + "psc_text": "τυχεῖν· αἰσθάνομαι γὰρ τοῦ δοθέντος μοι διὰ τάχους χαρίσματος. ταῦτά μοι εἰπόντος ὁ Πέτρος ἔφη· χάριν ὁμολογῶ τῷ θεῷ καὶ περὶ τῆς σῆς σωτηρίας, καὶ περὶ τῆς ἐμῆς ἀπολαύσεως. πλὴν νήστευσον τριῶν μηνῶν ἡμέρας καὶ λαμβάνεις τὸ ἅγιον βάπτισμα· ἄρξαι τοῦ λοιποῦ ἀπὸ τῆς αὔριον. ἔστι δέ μοι ἡ αὔριον πρὸς Σίμωνα τὸν μάγον διάλεξις· καὶ μὴ ὀκλάσῃς παρεῖναί μοι ἐν ταῖς τῶν ἀντικειμένων ζητήσεσιν. καὶ ταῦτα εἰπὼν καὶ τροφῆς αὐτὸς μεταλαβὼν, ἰδίαν κἀμὲ μεταλαβεῖν ἐκέλευσεν. εὐλογήσας δὲ ἐπὶ τῆς τροφῆς καὶ εὐχαριστήσας, ἐπήγαγε λέγων· δῴη σοι ὁ θεὸς κατὰ πάντα ἐξομοιωθῆναί μοι, καὶ βαπτισθέντα τῆς αὐτῆς τοι μεταλαβεῖν τραπέζης. ταῦτα εἰπὼν ἡσυχάζειν μοι προσέταξεν· ἤδη γάρ που καὶ τὸν ὕπνον ἀπῄτει ἡ τοῦ σώματος φύσις. Τῇ μὲν οὖν ἐπιούσῃ ἡμέρᾳ ἐγὼ Κλήμης ἔτι τῆς νυκτὸς οὔσης διϋπνισθεὶς καὶ μαθὼν τὸν Πέτρον ἐγρηγορότα καὶ τοῖς συνοῦσι περὶ θεοσεβείας διαλεγόμενον, οἳ ἦσαν δέκα καὶ ἓξ, ὧν καὶ τὰ ὀνόματα ἐκθεῖναι ἐβουλευσάμην,", + "candidate_score": 0.616662, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_2", + "bdc_text": "Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg012.1st1K-grc1_window_23", + "psc_text": "ἅπερ ἔλεγεν σημεῖα τῶν οἰκήσεων, ἔφην αὐτῷ· εἰ μὴ ὅτι αὔριον τι ἀπαιτῶ ὀφειλόμενόν μοι, ἐξαυτῆς ἂν συνέπλεον σοι· πλὴν τάχιόν σε καταλήψομαι. καὶ ταῦτα εἰπὼν καὶ παραθέμενος αὐτὸν τοῖς τοῦ πλοίου ἠγουμένοις, ὑπέστρεφον λυπούμενος, μεμνημένος τοῦ καλοῦ καὶ συνήθους φίλου. Ἡμερῶν δὲ διατρίψας καὶ τὸ χρέος οὐχ ὅλον λαβεῖν δυνηθεὶς, τάχους ἕνεκα ἀμελήσας τοῦ περιλειφθέντος ὡς ἐμποδίου ὄντος, καὶ αὐτὸς εἰς Ἰουδαίαν ἀπέπλευσα, καὶ διὰ δεκαπέντε ἡμερῶν εἰς Καισάρειαν κατήντησα τὴν Στράτωνος. ἐπίβαντος δέ μου τῆς γῆς καὶ ξενίαν θηρωμένου ἔμαθον, ὅτι Πέτρος τις λεγόμενος, τοῦ ἐν Ἰουδαίᾳ φανέντος Ἰησοῦ Χριστοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ, τοῦ σημεῖα καὶ τέρατα πεποιηκότος, ὁ δοκιμώτατος ὑπάρχων μαθητὴς, αὔριον Σίμωνι τῷ ἀπὸ Γιτθῶν Σαμαρεῖ ζήτησιν ποιεῖται λόγων. ἐγὼ δὲ ταῦτα ἀκούσας ἐδεήθην τὴν τούτου μοι μηνυθῆναι μονήν· καὶ ὅμως ἕμαθον, καὶ τῷ πυλῶνι ἐπέστην· οἱ δὲ ἐν τῷ οἴκῳ ἀντέβαλλον, τίς τε ὢν καὶ πόθεν ἥκω. καὶ ἰδοὺ Βαρνάβας ἐκβὰς ἅμα τοῦ ἰδεῖν περιεπλάκη", + "candidate_score": 0.611142, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 6, + "cf_id": "cf011", + "work_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1", + "max_score": 0.674781, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10_12", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc. Sagt min h von Cham selig , ich sölltigen die sach annemmen mit der zuͦchen , und mit klagen . Wenn dann mitt der zyt mir manglete und ichs anzeigte , wölte erst hälleffen , und wurdent dann min gl. das best Uff sömliche zuͦsag , stuͤnd ich für ein ersammen radt Zürych und erklagt mich nüt , sunder namm den stand guͦt willig Nun me aber , so ich zuͦ Glaris ob einem jar gehuset , befind ich leyder , so ich alles , was ich darff , brot , wyn , kleyder , buͦcher und in alles , das ich bruͦchen muͦ ß", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_592", + "psc_text": "συνέβη τοὺς πόδας μου συνέβη , καθ’ ὃν καιρὸν ἡ καρδία μου ἐταράχθη καὶ ἐγκατέλιπέ με ἡ ἰσχύς μου καὶ τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου οὐκ ἦν μετ’ ἐμοῦ , ἀλλ’ οὐ γὰρ πάντῃ περιετράπην, οὐδὲ πτῶμα ἔπεσον τοιοῦτον, οἷον οἱ ἀποστάται μου γενόμενοι, ἑπειδὴ ἐν αὐτῷ ἐκείνῳ τῷ καιρῷ, ἐν τῷ σαλευθῆναι τοὺς πόδας μου, ἐπ’ ἐμὲ ἐμεγαλορρημόνησαν οἱ ἐχθροί μου, ἵ��α μὴ μειζόνως ἐπικροτήσωσι κατ’ ἐμοῦ, ἐπὶ σὲ κατέφυγον ὡς ἐπὶ λιμένα σωτηρίας, τὸν καὶ τὰ ἀνίατα παρὰ ἀνθρώποις τῆς ψυχῆς πάθη ἰάσασθαι δυνάμενον. Ὅτι ἐγὼ εἰς μάστιγας ἕτοιμος, καὶ ἡ ἀλγηδών δὲ μου ἐνώπιόν μου ἐστὶ διαπαντός. ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ ἀναγγελῶ καὶ μεριμνήσω ὑπὲρ τῆς ἁμαρτίας μου. Καταρχὰς εἰπών· μὴ τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με , ἐπὶ τοῦ παρόντος φησίν· ὅτι ἐγὼ εἰς μάστιγας ἕτοιμος. οὐκοῦν τὴν μὲν ὀργὴν παραιτεῖται καὶ τὸν θυμόν, ἕτοιμος ἔτι δὲ μαστίζεσθαι εἶναι λέγει· οἶδε γάρ, ὅτι ὃν ἀγαπᾷ κύριος", + "candidate_score": 0.674781, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_7_9", + "bdc_text": "über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß . Sunst muͦß ich holtz , ain kommen kernen und anders , alls thüwr und ettlichs thuͤwlich dann by üch uberkummen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_205", + "psc_text": "με εἰς πλατυσμὸν καὶ εἰς εὐρυχωρίαν κατὰ τὸν Σύμμαχον· στενοχωρηθέντα γάρ με καὶ μικροῦ δεῖν ἀπογνόντα ἑαυτοῦ τὴν σωτηρίαν ἐρρύσατο καὶ εἰς πλατυσμὸν ἐξήγαγεν, ὡς κατὰ πλάτος δυνηθῆναι ἐμαυτὸν ἀναλαβεῖν καὶ τῆς ἐμαυτοῦ θεραπείας ἐπιμέλειαν ποιήσασθαι. πλὴν ἀλλὰ καὶ παντελῶςῥύσεταί με, φησίν, διδοὺς ἄφεσιν τῆς ἁμαρτίας κατὰ τὸν προφητευόμενον καιρὸν τῆς αὑτοῦ παρουσίας. καὶ τοῦτο ποιήσει εὐεργετῶν με ὁ κύριος,ὅτι ἠθέλησέ με· ἢ κατὰ τὸν Ἀκύλαν· ὅτι ἐβουλήθη ἐν ἐμοί· οὐ γὰρ ἂν ἐπεστράφην οὐδ’ ἂν τὸν ἔλεγχόν μοι προσήγαγεν οὐδ’ ἂν τὸν προφήτην ἑαυτοῦ πρὸς ἐμὲ ἀπεστάλκει, εἰ μὴ σῶσαί με ἤθελεν. εὖ δὲ οἶδα καὶ ἀκριβῶς πέπεισμαι, ὅτι κατὰ τὸν καιρὸν τῆς δικαιοκρισίας αὐτοῦ οὐ μνημονεύσας μου τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν τολμηθέντων μοι ἐν ἡμέρᾳ ταλαιπωρίας μου κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου ἀποδώσει μοι. τὰς γὰρ ἄλλας μου πράξεις τὰς ἐν ἀρετῇ καὶ δικαιοσύνῃ, ὥσπερ ἐν τρυτάνῃ καὶ ζυγῷ ἀντιπαραλαβὼν καὶ ἀντιστήσας τῷ ἁμαρτήματί μου κατὰ πολὺ πλεοναζούσας εὑρήσει", + "candidate_score": 0.673819, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_15_17", + "bdc_text": "Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab. Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind . Sömliche 1559 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_205", + "psc_text": "με εἰς πλατυσμὸν καὶ εἰς εὐρυχωρίαν κατὰ τὸν Σύμμαχον· στενοχωρηθέντα γάρ με καὶ μικροῦ δεῖν ἀπογνόντα ἑαυτοῦ τὴν σωτηρίαν ἐρρύσατο καὶ εἰς πλατυσμὸν ἐξήγαγεν, ὡς κατὰ πλάτος δυνηθῆναι ἐμαυτὸν ἀναλαβεῖν καὶ τῆς ἐμαυτοῦ θεραπείας ἐπιμέλειαν ποιήσασθαι. πλὴν ἀλλὰ καὶ παντελῶςῥύσεταί με, φησίν, διδοὺς ἄφεσιν τῆς ἁμαρτίας κατὰ τὸν προφητευόμενον καιρὸν τῆς αὑτοῦ παρουσίας. καὶ τοῦτο ποιήσει εὐεργετῶν με ὁ κύριος,ὅτι ἠθέλησέ με· ἢ κατὰ τὸν Ἀκύλαν· ὅτι ἐβουλήθη ἐν ἐμοί· οὐ γὰρ ἂν ἐπεστράφην οὐδ’ ἂν τὸν ἔλεγχόν μοι προσήγαγεν οὐδ’ ἂν τὸν προφήτην ἑαυτοῦ πρὸς ἐμὲ ἀπεστάλκει, εἰ μὴ σῶσαί με ἤθελεν. εὖ δὲ οἶδα καὶ ἀκριβῶς πέπεισμαι, ὅτι κατὰ τὸν καιρὸν τῆς δικαιοκρισίας αὐτοῦ οὐ μνημονεύσας μου τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν τολμηθέντων μοι ἐν ἡμέρᾳ ταλαιπωρίας μου κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου ἀποδώσει μοι. τὰς γὰρ ἄλλας μου πράξεις τὰς ἐν ἀρετῇ καὶ δικαιοσύνῃ, ὥσπερ ἐν τρυτάνῃ καὶ ζυγῷ ἀντιπαραλαβὼν καὶ ἀντιστήσας τῷ ἁμαρτήματί μου κατὰ πολὺ πλεοναζούσας εὑρήσει", + "candidate_score": 0.667581, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_7_9", + "bdc_text": "über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß . Sunst muͦß ich holtz , ain kommen kernen und anders , alls thüwr und ettlichs thuͤwlich dann by üch uberkummen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_532", + "psc_text": "δὲ τοὺς δικαίους κύριος. Ἀλλὰ τὰ μὲν κατὰ τοὺς διωγμούς, ὅπως ἔσται, οὐ προείρηται μόνον, ἀλλὰ δι’ ἔργων ἀποπεπλήρωται, καὶ τὸν ἄλλον δὲ χρόνον. ὁ μὲν δίκαιος πτωχεύων ἀρκεῖται τῷ ὀλίγῳ δεδιδαγμένος ἐν προσευχῇ λέγειν· τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον . ὁ δὲ ἁμαρτωλὸς πλούτῳ περιρρεόμενος ἀγαθοῦ τινος ἀπόλαυσιν νομίζει. ἀλλ’ ἐγώ, φησίν, εὖ οἶδα, διδάσκω δὲ καὶ ἑτέρους, ὅτι πολλῷ βελτίων ἐστὶν ὁ δίκαιος τὸν ἐφήμερον ἄρτον παρὰ τοῦ θεοῦ λαμβάνων τοῦ τῶν ἁμαρτωλῶν πλούτου. εἰ δ’ ἐρωτᾷς, τὴν αἰτίαν μάνθανε, ὅτι ὁ μὲν ὀλίγῳ ἀρκούμενος ἔχει τὸν κύριον ὑποστηρίζοντα αὐτοῦ τὴν ψυχὴν καὶ τὴν ζωὴν καὶ τὸν βίον ὑπὲρ πάντα τε πλοῦτον ἐπαρκοῦντα αὐτῷ· οἱ δὲ τῶν ἁμαρτωλῶν βραχίονες οὐ διαμένουσιν ἰσχυροὶ οὐδὲ ὁ πλοῦτος αὐτῶν βέβαιος· συντριβήσονται γὰρ ὅσον οὐδέπω γενόμενοι ὡσεὶ λάχανα χλόης καὶ ὡσεὶ χόρτος ἀποξηραινόμενοι . Γινώσκει κύριος τὰς ὁδοὺς τῶν ἀμώμων, καὶ ἡ κληρονομία αὐτῶν εἰς τὸν αἰῶνα ἔσται· οὐ", + "candidate_score": 0.667251, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_0_2", + "bdc_text": "1558 . Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_205", + "psc_text": "με εἰς πλατυσμὸν καὶ εἰς εὐρυχωρίαν κατὰ τὸν Σύμμαχον· στενοχωρηθέντα γάρ με καὶ μικροῦ δεῖν ἀπογνόντα ἑαυτοῦ τὴν σωτηρίαν ἐρρύσατο καὶ εἰς πλατυσμὸν ἐξήγαγεν, ὡς κατὰ πλάτος δυνηθῆναι ἐμαυτὸν ἀναλαβεῖν καὶ τῆς ἐμαυτοῦ θεραπείας ἐπιμέλειαν ποιήσασθαι. πλὴν ἀλλὰ καὶ παντελῶςῥύσεταί με, φησίν, διδοὺς ἄφεσιν τῆς ἁμαρτίας κατὰ τὸν προφητευόμενον καιρὸν τῆς αὑτοῦ παρουσίας. καὶ τοῦτο ποιήσει εὐεργετῶν με ὁ κύριος,ὅτι ἠθέλησέ με· ἢ κατὰ τὸν Ἀκύλαν· ὅτι ἐβουλήθη ἐν ἐμοί· οὐ γὰρ ἂν ἐπεστράφην οὐδ’ ἂν τὸν ἔλεγχόν μοι προσήγαγεν οὐδ’ ἂν τὸν προφήτην ἑαυτοῦ πρὸς ἐμὲ ἀπεστάλκει, εἰ μὴ σῶσαί με ἤθελεν. εὖ δὲ οἶδα καὶ ἀκριβῶς πέπεισμαι, ὅτι κατὰ τὸν καιρὸν τῆς δικαιοκρισίας αὐτοῦ οὐ μνημονεύσας μου τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν τολμηθέντων μοι ἐν ἡμέρᾳ ταλαιπωρίας μου κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου ἀποδώσει μοι. τὰς γὰρ ἄλλας μου πράξεις τὰς ἐν ἀρετῇ καὶ δικαιοσύνῃ, ὥσπερ ἐν τρυτάνῃ καὶ ζυγῷ ἀντιπαραλαβὼν καὶ ἀντιστήσας τῷ ἁμαρτήματί μου κατὰ πολὺ πλεοναζούσας εὑρήσει", + "candidate_score": 0.667022, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_6_8", + "bdc_text": "küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_205", + "psc_text": "με εἰς πλατυσμὸν καὶ εἰς εὐρυχωρίαν κατὰ τὸν Σύμμαχον· στενοχωρηθέντα γάρ με καὶ μικροῦ δεῖν ἀπογνόντα ἑαυτοῦ τὴν σωτηρίαν ἐρρύσατο καὶ εἰς πλατυσμὸν ἐξήγαγεν, ὡς κατὰ πλάτος δυνηθῆναι ἐμαυτὸν ἀναλαβεῖν καὶ τῆς ἐμαυτοῦ θεραπείας ἐπιμέλειαν ποιήσασθαι. πλὴν ἀλλὰ καὶ παντελῶςῥύσεταί με, φησίν, διδοὺς ἄφεσιν τῆς ἁμαρτίας κατὰ τὸν προφητευόμενον καιρὸν τῆς αὑτοῦ παρουσίας. καὶ τοῦτο ποιήσει εὐεργετῶν με ὁ κύριος,ὅτι ἠθέλησέ με· ἢ κατὰ τὸν Ἀκύλαν· ὅτι ἐβουλήθη ἐν ἐμοί· οὐ γὰρ ἂν ἐπεστράφην οὐδ’ ἂν τὸν ἔλεγχόν μοι προσήγαγεν οὐδ’ ἂν τὸν προφήτην ἑαυτοῦ πρὸς ἐμὲ ἀπεστάλκει, εἰ μὴ σῶσαί με ἤθελεν. εὖ δὲ οἶδα καὶ ἀκριβῶς πέπεισμαι, ὅτι κατὰ τὸν καιρὸν τῆς δικαιοκρισίας αὐτοῦ οὐ μνημονεύσας μου τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν τολμηθέντων μοι ἐν ἡμέρᾳ ταλαιπωρίας μου κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου ἀποδώσει μοι. τὰς γὰρ ἄλλας μου πράξεις τὰς ἐν ἀρετῇ καὶ δικαιοσύνῃ, ὥσπερ ἐν τρυτάνῃ καὶ ζυγῷ ἀντιπαραλαβὼν κα�� ἀντιστήσας τῷ ἁμαρτήματί μου κατὰ πολὺ πλεοναζούσας εὑρήσει", + "candidate_score": 0.665546, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_5_7", + "bdc_text": "Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_532", + "psc_text": "δὲ τοὺς δικαίους κύριος. Ἀλλὰ τὰ μὲν κατὰ τοὺς διωγμούς, ὅπως ἔσται, οὐ προείρηται μόνον, ἀλλὰ δι’ ἔργων ἀποπεπλήρωται, καὶ τὸν ἄλλον δὲ χρόνον. ὁ μὲν δίκαιος πτωχεύων ἀρκεῖται τῷ ὀλίγῳ δεδιδαγμένος ἐν προσευχῇ λέγειν· τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον . ὁ δὲ ἁμαρτωλὸς πλούτῳ περιρρεόμενος ἀγαθοῦ τινος ἀπόλαυσιν νομίζει. ἀλλ’ ἐγώ, φησίν, εὖ οἶδα, διδάσκω δὲ καὶ ἑτέρους, ὅτι πολλῷ βελτίων ἐστὶν ὁ δίκαιος τὸν ἐφήμερον ἄρτον παρὰ τοῦ θεοῦ λαμβάνων τοῦ τῶν ἁμαρτωλῶν πλούτου. εἰ δ’ ἐρωτᾷς, τὴν αἰτίαν μάνθανε, ὅτι ὁ μὲν ὀλίγῳ ἀρκούμενος ἔχει τὸν κύριον ὑποστηρίζοντα αὐτοῦ τὴν ψυχὴν καὶ τὴν ζωὴν καὶ τὸν βίον ὑπὲρ πάντα τε πλοῦτον ἐπαρκοῦντα αὐτῷ· οἱ δὲ τῶν ἁμαρτωλῶν βραχίονες οὐ διαμένουσιν ἰσχυροὶ οὐδὲ ὁ πλοῦτος αὐτῶν βέβαιος· συντριβήσονται γὰρ ὅσον οὐδέπω γενόμενοι ὡσεὶ λάχανα χλόης καὶ ὡσεὶ χόρτος ἀποξηραινόμενοι . Γινώσκει κύριος τὰς ὁδοὺς τῶν ἀμώμων, καὶ ἡ κληρονομία αὐτῶν εἰς τὸν αἰῶνα ἔσται· οὐ", + "candidate_score": 0.66509, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_7_9", + "bdc_text": "über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß . Sunst muͦß ich holtz , ain kommen kernen und anders , alls thüwr und ettlichs thuͤwlich dann by üch uberkummen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_206", + "psc_text": "κατὰ τὸν καιρὸν τῆς δικαιοκρισίας αὐτοῦ οὐ μνημονεύσας μου τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν τολμηθέντων μοι ἐν ἡμέρᾳ ταλαιπωρίας μου κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου ἀποδώσει μοι. τὰς γὰρ ἄλλας μου πράξεις τὰς ἐν ἀρετῇ καὶ δικαιοσύνῃ, ὥσπερ ἐν τρυτάνῃ καὶ ζυγῷ ἀντιπαραλαβὼν καὶ ἀντιστήσας τῷ ἁμαρτήματί μου κατὰ πολὺ πλεοναζούσας εὑρήσει τοῦ γενομένου ἁμαρτήματος. διὸ ἀνταποδώσει μοι οὐ καθ’ ὃ ἥμαρτον (ἤδη γὰρ ἀνταπέδωκε μετελθών με κατὰ τὸν παρόντα βίον διὰ τῶν καταλαβουσῶν με συμφορῶν), κατὰ δὲ τὰς λοιπὰς πράξεις τὰς ἐν δικαιοσύνῃ ἀποδώσει μοιἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς αὑτοῦ δικαιοκρισίας, καὶ τῶν χειρῶν μου κατὰ τὴν καθαριότητα τὴν ἀμοιβὴν ποιήσεται· ἀπέπλυνα γὰρ τὸν πρότερον αὐταῖς ἐγγενόμενον ῥύπον. Καὶ ἔσομαι ἄμωμος μετ’ αὐτοῦ καὶ φυλάξομαι ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου. καὶ ἀνταποδώσει μοι κύριος κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου καὶ κατὰ τὴν καθαριότητα τῶν χειρῶν μου ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ. Διεξέρχεται ἑξῆς καταλέγων τίς ἦν ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ, καὶ ὅπως ἀπεκάθηρεν ἑαυτοῦ τὰς χεῖρας,", + "candidate_score": 0.66374, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_7_9", + "bdc_text": "über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß . Sunst muͦß ich holtz , ain kommen kernen und anders , alls thüwr und ettlichs thuͤwlich dann by üch uberkummen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_204", + "psc_text": "αὐτὸνἀναλαβεῖν ἐκ τῶν πολλῶν ὑδάτων, ἐλευθερίαν δὲ τὴν ἀπὸ τῶν ἐχθρῶν τῶν πάλαι κατακεκρατηκότων αὐτοῦ γενέσθαι. Καὶ ἐξήγαγέ με εἰς πλατυσμόν, ῥύσεταί με, ὅτι ἠθέλησέ με. καὶ ἀνταποδώσει μοι κύριος κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου καὶ κατὰ τὴν καθαριότητα τῶν χειρῶν μου ἀνταποδώσει μοι. Ἤδη μέν, φησὶ, τῆς ἐξομολογήσεώς μου καὶ τῶν προσευχῶν καὶ τῶν ἱκετηρίων ἐπακούσας ὁ κύριος γέγονέ μοι ἀντιστήριγμα, μέλλοντα γάρ με περιτρέπεσθαι καὶ μέγα πτῶμα ὑπομένειν, εἰ μετὰ τὴν ἁμαρτίαν εἰς παντελῆ ἐξέπιπτον ἀποστασίαν αὐτὸς παραστὰς ἔρεισμά μοι καὶ ἀντιστήριγμα γέγονεν, ὁπηνίκα, τὸν αὑτοῦ προφήτην Ναθὰν πέμψας ἔλεγχόν μοι ἐπήγαγε τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀνώρθωσεν. ἀλλὰ καὶ ἐξήγαγέν με εἰς πλατυσμὸν καὶ εἰς εὐρυχωρίαν κατὰ τὸν Σύμμαχον· στενοχωρηθέντα γάρ με καὶ μικροῦ δεῖν ἀπογνόντα ἑαυτοῦ τὴν σωτηρίαν ἐρρύσατο καὶ εἰς πλατυσμὸν ἐξήγαγεν, ὡς κατὰ πλάτος δυνηθῆναι ἐμαυτὸν ἀναλαβεῖν καὶ τῆς ἐμαυτοῦ θεραπείας ἐπιμέλειαν ποιήσασθαι. πλὴν ἀλλὰ καὶ παντελῶςῥύσεταί με, φησίν, διδοὺς ἄφεσιν τῆς ἁμαρτίας κατὰ τὸν προφητευόμενον καιρὸν", + "candidate_score": 0.663399, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_0_2", + "bdc_text": "1558 . Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_531", + "psc_text": "τῶν ἔργων ἐπιστώσατο. Ὀφθαλμοῖς γοῦν παρειλήφαμεν, ὡς οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐν τοῖς καθ’ ἡμῶν διωγμοῖς ῥομφαίαν ἐσπάσαντο κατὰ τῶν δικαίων, καὶ ὡς ἐνέτειναν τὰ τόξα αὐτῶν τοῦ καταβαλεῖν πένητα καὶ πτωχὸν καὶ τοῦ σφάξαι τοὺς εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ καὶ ὡς ἔπραξαν καὶ κατέβαλον καὶ ἀνε��λον ποικίλοις τρόποις θανάτων τοὺς κατὰ θεὸν ἀνδρισαμένους ἁγίους μάρτυρας. ὥσπερ δὲ ταῦτα ἱστορησάμενοι οὕτω καὶ τὴν μετελθοῦσαν αὐτοὺς τοῦ θεοῦ δίκην τεθεάμεθα, τοιαύτην γενομένην ὡς μὴ ἁμαρτεῖν τὸν φήσαντα ἀληθῶς, τὴν ῥομφαίαν αὐτῶν εἰσεληλυθέναι εἰς τὴν καρδίαν αὐτῶν καὶ τὰ τόξα αὐτῶν συντετρῖφθαι. Κρεῖσσον ὀλίγον τῷ δικαίῳ ὑπὲρ πλοῦτον ἁμαρτωλῶν πιολύν· ὅτι βραχίονες ἁμαρτωλῶν συβτριβήσονται ὑποστηρίζει δὲ τοὺς δικαίους κύριος. Ἀλλὰ τὰ μὲν κατὰ τοὺς διωγμούς, ὅπως ἔσται, οὐ προείρηται μόνον, ἀλλὰ δι’ ἔργων ἀποπεπλήρωται, καὶ τὸν ἄλλον δὲ χρόνον. ὁ μὲν δίκαιος πτωχεύων ἀρκεῖται τῷ ὀλίγῳ δεδιδαγμένος ἐν προσευχῇ λέγειν· τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον . ὁ δὲ ἁμαρτωλὸς πλούτῳ περιρρεόμενος ἀγαθοῦ", + "candidate_score": 0.663213, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_0_2", + "bdc_text": "1558 . Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_532", + "psc_text": "δὲ τοὺς δικαίους κύριος. Ἀλλὰ τὰ μὲν κατὰ τοὺς διωγμούς, ὅπως ἔσται, οὐ προείρηται μόνον, ἀλλὰ δι’ ἔργων ἀποπεπλήρωται, καὶ τὸν ἄλλον δὲ χρόνον. ὁ μὲν δίκαιος πτωχεύων ἀρκεῖται τῷ ὀλίγῳ δεδιδαγμένος ἐν προσευχῇ λέγειν· τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον . ὁ δὲ ἁμαρτωλὸς πλούτῳ περιρρεόμενος ἀγαθοῦ τινος ἀπόλαυσιν νομίζει. ἀλλ’ ἐγώ, φησίν, εὖ οἶδα, διδάσκω δὲ καὶ ἑτέρους, ὅτι πολλῷ βελτίων ἐστὶν ὁ δίκαιος τὸν ἐφήμερον ἄρτον παρὰ τοῦ θεοῦ λαμβάνων τοῦ τῶν ἁμαρτωλῶν πλούτου. εἰ δ’ ἐρωτᾷς, τὴν αἰτίαν μάνθανε, ὅτι ὁ μὲν ὀλίγῳ ἀρκούμενος ἔχει τὸν κύριον ὑποστηρίζοντα αὐτοῦ τὴν ψυχὴν καὶ τὴν ζωὴν καὶ τὸν βίον ὑπὲρ πάντα τε πλοῦτον ἐπαρκοῦντα αὐτῷ· οἱ δὲ τῶν ἁμαρτωλῶν βραχίονες οὐ διαμένουσιν ἰσχυροὶ οὐδὲ ὁ πλοῦτος αὐτῶν βέβαιος· συντριβήσονται γὰρ ὅσον οὐδέπω γενόμενοι ὡσεὶ λάχανα χλόης καὶ ὡσεὶ χόρτος ἀποξηραινόμενοι . Γινώσκει κύριος τὰς ὁδοὺς τῶν ἀμώμων, καὶ ἡ κληρονομία αὐτῶν εἰς τὸν αἰῶνα ἔσται· οὐ", + "candidate_score": 0.662798, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_14_16", + "bdc_text": "ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab. Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_570", + "psc_text": "βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ’ ἐμέ. προσώζεσαν καὶ ἐσάπησαν οἱ μώλωπές μου ἀπὸ προσώπου τῆς ἀφροσύνης μου· ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους τέλους σφόδρα, ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. Ἐπειδὴ τάδε μοι, φησί, πέπρακται, διὰ τοῦτο ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους καὶ ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. διὰ τούτων δὲ παρίστησιν, ἃ πέπονθε, καὶ ὅπως ἑαυτὸν ἐτιμωρεῖτο, οὐ μίαν ἑαυτῷ ἑαυτὸν κατηγορῶν ἁμαρτίαν, ἀλλ’ ἀλλὰ ἀθρόως πολλάς καὶ τοσαύτας ὡς μηδὲ ἔνδον κρύπτεσθαι ἐν τῇ ἑαυτοῦ οἰκείᾳ ψυχῇ μηδὲ εἴσω τοῦ σώματος λανθάνειν, ἀλλ’ ὑπερβεβηκέναι αὐτοῦ αὐτοῦ αὐτὰς ὥστε καὶ πᾶσιν αὐτὰς γνωρίζεσθαι. αὐτὸς γοῦν ἦν κατήγορος ἑαυτοῦ ἐν πρωτολογίᾳ καὶ παρὰ τοῖς πᾶσιν ἑαυτὸν , ὡς ἂν πληρωθείη ἐπ’ αὐτῷ· δίκαιος ἑαυτοῦ κατήγορος , φθάνων πάντα ἄνθρωπον κατήγορον. αὐτὸς μὲν ἑαυτὸν κατέκρινε, πᾶν δὲ ἐχθρῶν ἀπέφραττε ἀπέσφαττε στόμα, μὴ ἐχόντων ἕτερόν ἑτέραν τι κατ’ αὐτοῦ λέγειν. διδάσκει δὲ καὶ ἡμᾶς ὁ λόγος μὴ κρύπτειν τὰ ἑαυτῶν κακὰ μηδὲ μηδ’ ὥσπερ τινὰ", + "candidate_score": 0.662483, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16_18", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind . Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_205", + "psc_text": "με εἰς πλατυσμὸν καὶ εἰς εὐρυχωρίαν κατὰ τὸν Σύμμαχον· στενοχωρηθέντα γάρ με καὶ μικροῦ δεῖν ἀπογνόντα ἑαυτοῦ τὴν σωτηρίαν ἐρρύσατο καὶ εἰς πλατυσμὸν ἐξήγαγεν, ὡς κατὰ πλάτος δυνηθῆναι ἐμαυτὸν ἀναλαβεῖν καὶ τῆς ἐμαυτοῦ θεραπείας ἐπιμέλειαν ποιήσασθαι. πλὴν ἀλλὰ καὶ παντελῶςῥύσεταί με, φησίν, διδοὺς ἄφεσιν τῆς ἁμαρτίας κατὰ τὸν προφητευόμενον καιρὸν τῆς αὑτοῦ παρουσίας. καὶ τοῦτο ποιήσει εὐεργετῶν με ὁ κύριος,ὅτι ἠθέλησέ με· ἢ κατὰ τὸν Ἀκύλαν· ὅτι ἐβουλήθη ἐν ἐμοί· οὐ γὰρ ἂν ἐπεστράφην οὐδ’ ἂν τὸν ἔλεγχόν μοι προσήγαγεν οὐδ’ ἂν τὸν προφήτην ἑαυτοῦ πρὸς ἐμὲ ἀπεστάλκει, εἰ μὴ σῶσαί με ἤθελεν. εὖ δὲ οἶδα καὶ ἀκριβῶς πέπεισμαι, ὅτι κατὰ τὸν καιρὸν τῆς δικαιοκρισίας αὐτοῦ οὐ μνημονεύσας μου τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν τολμηθέντων μοι ἐν ἡμέρᾳ ταλαιπωρίας μου κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου ἀποδώσει μοι. τὰς γὰρ ἄλλας μου πράξεις τὰς ἐν ἀρετῇ καὶ δικαιοσύνῃ, ὥσπερ ἐν τρυτάνῃ καὶ ζυγῷ ἀντιπαραλαβὼν καὶ ἀντιστήσας τῷ ἁμαρτήματί μου κατὰ πολὺ πλεοναζούσας εὑρήσει", + "candidate_score": 0.661114, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_15_17", + "bdc_text": "Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab. Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind . Sömliche 1559 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_570", + "psc_text": "βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ’ ἐμέ. προσώζεσαν καὶ ἐσάπησαν οἱ μώλωπές μου ἀπὸ προσώπου τῆς ἀφροσύνης μου· ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους τέλους σφόδρα, ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. Ἐπειδὴ τάδε μοι, φησί, πέπρακται, διὰ τοῦτο ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους καὶ ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. διὰ τούτων δὲ παρίστησιν, ἃ πέπονθε, καὶ ὅπως ἑαυτὸν ἐτιμωρεῖτο, οὐ μίαν ἑαυτῷ ἑαυτὸν κατηγορῶν ἁμαρτίαν, ἀλλ’ ἀλλὰ ἀθρόως πολλάς καὶ τοσαύτας ὡς μηδὲ ἔνδον κρύπτεσθαι ἐν τῇ ἑαυτοῦ οἰκείᾳ ψυχῇ μηδὲ εἴσω τοῦ σώματος λανθάνειν, ἀλλ’ ὑπερβεβηκέναι αὐτοῦ αὐτοῦ αὐτὰς ὥστε καὶ πᾶσιν αὐτὰς γνωρίζεσθαι. αὐτὸς γοῦν ἦν κατήγορος ἑαυτοῦ ἐν πρωτολογίᾳ καὶ παρὰ τοῖς πᾶσιν ἑαυτὸν , ὡς ἂν πληρωθείη ἐπ’ αὐτῷ· δίκαιος ἑαυτοῦ κατήγορος , φθάνων πάντα ἄνθρωπον κατήγορον. αὐτὸς μὲν ἑαυτὸν κατέκρινε, πᾶν δὲ ἐχθρῶν ἀπέφραττε ἀπέσφαττε στόμα, μὴ ἐχόντων ἕτερόν ἑτέραν τι κατ’ αὐτοῦ λέγειν. διδάσκει δὲ καὶ ἡμᾶς ὁ λόγος μὴ κρύπτειν τὰ ἑαυτῶν κακὰ μηδὲ μηδ’ ὥσπερ τινὰ", + "candidate_score": 0.661048, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_5_7", + "bdc_text": "Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_205", + "psc_text": "με εἰς πλατυσμὸν καὶ εἰς εὐρυχωρίαν κατὰ τὸν Σύμμαχον· στενοχωρηθέντα γάρ με καὶ μικροῦ δεῖν ἀπογνόντα ἑαυτοῦ τὴν σωτηρίαν ἐρρύσατο καὶ εἰς πλατυσμὸν ἐξήγαγεν, ὡς κατὰ πλάτος δυνηθῆναι ἐμαυτὸν ἀναλαβεῖν καὶ τῆς ἐμαυτοῦ θεραπείας ἐπιμέλειαν ποιήσασθαι. πλὴν ἀλλὰ καὶ παντελῶςῥύσεταί με, φησίν, διδοὺς ἄφεσιν τῆς ἁμαρτίας κατὰ τὸν προφητευόμενον καιρὸν τῆς αὑτοῦ παρουσίας. καὶ τοῦτο ποιήσει εὐεργετῶν με ὁ κύριος,ὅτι ἠθέλησέ με· ἢ κατὰ τὸν Ἀκύλαν· ὅτι ἐβουλήθη ἐν ἐμοί· οὐ γὰρ ἂν ἐπεστράφην οὐδ’ ἂν τὸν ἔλεγχόν μοι προσήγαγεν οὐδ’ ἂν τὸν προφήτην ἑαυτοῦ πρὸς ἐμὲ ἀπεστάλκει, εἰ μὴ σῶσαί με ἤθελεν. εὖ δὲ οἶδα καὶ ἀκριβῶς πέπεισμαι, ὅτι κατὰ τὸν καιρὸν τῆς δικαιοκρισίας αὐτοῦ οὐ μνημονεύσας μου τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν τολμηθέντων μοι ἐν ἡμέρᾳ ταλαιπωρίας μου κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου ἀποδώσει μοι. τὰς γὰρ ἄλλας μου πράξεις τὰς ἐν ἀρετῇ καὶ δικαι��σύνῃ, ὥσπερ ἐν τρυτάνῃ καὶ ζυγῷ ἀντιπαραλαβὼν καὶ ἀντιστήσας τῷ ἁμαρτήματί μου κατὰ πολὺ πλεοναζούσας εὑρήσει", + "candidate_score": 0.660153, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_6_8", + "bdc_text": "küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_204", + "psc_text": "αὐτὸνἀναλαβεῖν ἐκ τῶν πολλῶν ὑδάτων, ἐλευθερίαν δὲ τὴν ἀπὸ τῶν ἐχθρῶν τῶν πάλαι κατακεκρατηκότων αὐτοῦ γενέσθαι. Καὶ ἐξήγαγέ με εἰς πλατυσμόν, ῥύσεταί με, ὅτι ἠθέλησέ με. καὶ ἀνταποδώσει μοι κύριος κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου καὶ κατὰ τὴν καθαριότητα τῶν χειρῶν μου ἀνταποδώσει μοι. Ἤδη μέν, φησὶ, τῆς ἐξομολογήσεώς μου καὶ τῶν προσευχῶν καὶ τῶν ἱκετηρίων ἐπακούσας ὁ κύριος γέγονέ μοι ἀντιστήριγμα, μέλλοντα γάρ με περιτρέπεσθαι καὶ μέγα πτῶμα ὑπομένειν, εἰ μετὰ τὴν ἁμαρτίαν εἰς παντελῆ ἐξέπιπτον ἀποστασίαν αὐτὸς παραστὰς ἔρεισμά μοι καὶ ἀντιστήριγμα γέγονεν, ὁπηνίκα, τὸν αὑτοῦ προφήτην Ναθὰν πέμψας ἔλεγχόν μοι ἐπήγαγε τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀνώρθωσεν. ἀλλὰ καὶ ἐξήγαγέν με εἰς πλατυσμὸν καὶ εἰς εὐρυχωρίαν κατὰ τὸν Σύμμαχον· στενοχωρηθέντα γάρ με καὶ μικροῦ δεῖν ἀπογνόντα ἑαυτοῦ τὴν σωτηρίαν ἐρρύσατο καὶ εἰς πλατυσμὸν ἐξήγαγεν, ὡς κατὰ πλάτος δυνηθῆναι ἐμαυτὸν ἀναλαβεῖν καὶ τῆς ἐμαυτοῦ θεραπείας ἐπιμέλειαν ποιήσασθαι. πλὴν ἀλλὰ καὶ παντελῶςῥύσεταί με, φησίν, διδοὺς ἄφεσιν τῆς ἁμαρτίας κατὰ τὸν προφητευόμενον καιρὸν", + "candidate_score": 0.659783, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_14_16", + "bdc_text": "ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab. Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_205", + "psc_text": "με εἰς πλατυσμὸν καὶ εἰς εὐρυχωρίαν κατὰ τὸν Σύμμαχον· στενοχωρηθέντα γάρ με καὶ μικροῦ δεῖν ἀπογνόντα ἑαυτοῦ τὴν σωτηρίαν ἐρρύσατο καὶ εἰς πλατυσμὸν ἐξήγαγεν, ὡς κατὰ πλάτος δυνηθῆναι ἐμαυτὸν ἀναλαβεῖν καὶ τῆς ἐμαυτοῦ θεραπείας ἐπιμέλειαν ποιήσασθαι. πλὴν ἀλλὰ καὶ παντελῶςῥύσεταί με, φησίν, διδοὺς ἄφεσιν τῆς ἁμαρτίας κατὰ τὸν προφητευόμενον καιρὸν τῆς αὑτοῦ παρουσίας. καὶ τοῦτο ποιήσει εὐεργετῶν με ὁ κύριος,ὅτι ἠθέλησέ με· ἢ κατὰ τὸν Ἀκύλαν· ὅτι ἐβουλήθη ἐν ἐμοί· οὐ γὰρ ἂν ἐπεστράφην οὐδ’ ἂν τὸν ἔλεγχόν μοι προσήγαγεν οὐδ’ ἂν τὸν προφήτην ἑαυτοῦ πρὸς ἐμὲ ἀπεστάλκει, εἰ μὴ σῶσαί με ἤθελεν. εὖ δὲ οἶδα καὶ ἀκριβῶς πέπεισμαι, ὅτι κατὰ τὸν καιρὸν τῆς δικαιοκρισίας αὐτοῦ οὐ μνημονεύσας μου τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν τολμηθέντων μοι ἐν ἡμέρᾳ ταλαιπωρίας μου κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου ἀποδώσει μοι. τὰς γὰρ ἄλλας μου πράξεις τὰς ἐν ἀρετῇ καὶ δικαιοσύνῃ, ὥσπερ ἐν τρυτάνῃ καὶ ζυγῷ ἀντιπαραλαβὼν καὶ ἀντιστήσας τῷ ἁμαρτήματί μου κατὰ πολὺ πλεοναζούσας εὑρήσει", + "candidate_score": 0.659203, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_6_8", + "bdc_text": "küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_532", + "psc_text": "δὲ τοὺς δικαίους κύριος. Ἀλλὰ τὰ μὲν κατὰ τοὺς διωγμούς, ὅπως ἔσται, οὐ προείρηται μόνον, ἀλλὰ δι’ ἔργων ἀποπεπλήρωται, καὶ τὸν ἄλλον δὲ χρόνον. ὁ μὲν δίκαιος πτωχεύων ἀρκεῖται τῷ ὀλίγῳ δεδιδαγμένος ἐν προσευχῇ λέγειν· τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον . ὁ δὲ ἁμαρτωλὸς πλούτῳ περιρρεόμενος ἀγαθοῦ τινος ἀπόλαυσιν νομίζει. ἀλλ’ ἐγώ, φησίν, εὖ οἶδα, διδάσκω δὲ καὶ ἑτέρους, ὅτι πολλῷ βελτίων ἐστὶν ὁ δίκαιος τὸν ἐφήμερον ἄρτον παρὰ τοῦ θεοῦ λαμβάνων τοῦ τῶν ἁμαρτωλῶν πλούτου. εἰ δ’ ἐρωτᾷς, τὴν αἰτίαν μάνθανε, ὅτι ὁ μὲν ὀλίγῳ ἀρκούμενος ἔχει τὸν κύριον ὑποστηρίζοντα αὐτοῦ τὴν ψυχὴν καὶ τὴν ζωὴν καὶ τὸν βίον ὑπὲρ πάντα τε πλοῦτον ἐπαρκοῦντα αὐτῷ· οἱ δὲ τῶν ἁμαρτωλῶν βραχίονες οὐ διαμένουσιν ἰσχυροὶ οὐδὲ ὁ πλοῦτος αὐτῶν βέβαιος· συντριβήσονται γὰρ ὅσον οὐδέπω γενόμενοι ὡσεὶ λάχανα χλόης καὶ ὡσεὶ χόρτος ἀποξηραινόμενοι . Γινώσκει κύριος τὰς ὁδοὺς τῶν ἀμώμων, καὶ ἡ κληρονομία αὐτῶν εἰς τὸν αἰῶνα ἔσται· οὐ", + "candidate_score": 0.659197, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16_18", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind . Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_135", + "psc_text": "ἡμῶν κύριός ἐστιν; καὶ ὡς ἐλεύ��εροι καὶ αὐτεξούσιοι καὶ κύριοι τῆς ἑαυτῶν προαιρέσεως καταχρήσασθαι, εἰς ὅπερ ἐβουλήθησαν, τοῖς ἑαυτῶν χείλεσιν ὥρμησαν διὰ τῶν κατὰ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν διαβολῶν τε καὶ συκοφαντιῶν νικήσειν τὸν λόγον καὶ σβέσειν αὐτοῦ τὴν διδασκαλίαν νομίσαντες. τοιαῦτα δὲ ἦν τὰ Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων χείλη μεθ’ ὑποκρίσεως προσιόντων τῷ σωτῆρι καὶ ῥαβεῖν αὐτὸν ἀποκαλούντων καὶ τῇ τοῦ διδασκάλου τιμῇ προσποιουμένων δοξάζειν, ἕτερα δὲ λάθρα κατ’ αὐτοῦ συσκευαζομένων· μεγαλορήμονες γὰρ ἦσαν οἱ πρεσβύτεροι καὶ ἀρχιερεῖς τοῦ λαοῦ, οἱ τολμῶντες ἀνακρίνειν τὸν σωτῆρα καὶ λέγειν αὐτῷ· ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς; καὶ τίς σοι δέδωκεν τὴν ἐξουσίαν ταύτην; Ἀπὸ τῆς ταλαιπωρίας τῶν πτωχῶν καὶ ἀπὸ τοῦ στεναγμοῦ τῶν πενήτων νῦν ἀναστήσομαι, λέγει κύριος, θήσομαι ἐν σωτηρίᾳ, παρρησιάσομαι ἐν αὐτῷ. Πτωχοὶ καὶ πένητες δι’ ἐμὲ γέγονασιν, φησί, ἀεὶ ἀποκλαόμενοι καὶ στενάζοντες καὶ ἀεὶ ταπεινούμενοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, οἳ καὶ τῷ ἐμῷ λόγῳ προσέχοντες καὶ πίστιν ἀκλινῆ τηροῦντες. τοιγαροῦν τούτων", + "candidate_score": 0.658083, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16_18", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind . Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_570", + "psc_text": "βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ’ ἐμέ. προσώζεσαν καὶ ἐσάπησαν οἱ μώλωπές μου ἀπὸ προσώπου τῆς ἀφροσύνης μου· ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους τέλους σφόδρα, ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. Ἐπειδὴ τάδε μοι, φησί, πέπρακται, διὰ τοῦτο ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους καὶ ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. διὰ τούτων δὲ παρίστησιν, ἃ πέπονθε, καὶ ὅπως ἑαυτὸν ἐτιμωρεῖτο, οὐ μίαν ἑαυτῷ ἑαυτὸν κατηγορῶν ἁμαρτίαν, ἀλλ’ ἀλλὰ ἀθρόως πολλάς καὶ τοσαύτας ὡς μηδὲ ἔνδον κρύπτεσθαι ἐν τῇ ἑαυτοῦ οἰκείᾳ ψυχῇ μηδὲ εἴσω τοῦ σώματος λανθάνειν, ἀλλ’ ὑπερβεβηκέναι αὐτοῦ αὐτοῦ αὐτὰς ὥστε καὶ πᾶσιν αὐτὰς γνωρίζεσθαι. αὐτὸς γοῦν ἦν κατήγορος ἑαυτοῦ ἐν πρωτολογίᾳ καὶ παρὰ τοῖς πᾶσιν ἑαυτὸν , ὡς ἂν πληρωθείη ἐπ’ αὐτῷ· δίκαιος ἑαυτοῦ κατήγορος , φθάνων πάντα ἄνθρωπον κατήγορον. αὐτὸς μὲν ἑαυτὸν κατέκρινε, πᾶν δὲ ἐχθρῶν ἀπέφραττε ἀπέσφαττε στόμα, μὴ ἐχόντων ἕτερόν ἑτέραν τι κατ’ αὐτοῦ λέγειν. διδάσκει δὲ καὶ ἡμᾶς ὁ λόγος μὴ κρύπτειν τὰ ἑαυτῶν κακὰ μηδὲ μηδ’ ὥσπερ τινὰ", + "candidate_score": 0.657305, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16_18", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind . Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_189", + "psc_text": "ὠδῖνες θανάτου, καὶ χείμαρροι ἀνομίας ἐξετάραξάν με· ὠδῖνες ᾅδου περιεκύκλωσάν με, προέφθασάν με παγίδες θανάτου. καὶ ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐπεκαλεσάμην τὸν κύριον καὶ πρὸς τὸν θεόν μου ἐκέκραξα· ἤκουσεν ἐκ ναοῦ ἁγίου αὐτοῦ φωνῆς μου, καὶ ἡ κραυγή μου ἐνώπιον αὐτοῦ εἰσελεύσεται εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ. Διδάσκει διὰ τούτων, τίνα τρόπον καὶ ὑπὸ τῶν χειμάρρων τῆς ἀνομίας ταρασσόμενος καὶ τὰ λοιπὰ τὰ προειρημένα πάσχων ᾔσθετο αὑτοῦ κινδυνεύοντος ἐπὶ τὸν λιμένα τῆς ἑαυτοῦ σωτηρίας κατέφευγε. διό φησιν· ἐν τῷ θλίβεσθαι ἐπεκαλεσάμην τὸν κύριον, καὶ πρὸς τὸν θεόν μου ἐκέκραξα. εἶτα διδάσκει, ὡς οὐκ ἠστόχησε τοῦ σκοποῦ τοιαῦτα πιστεύσας· ἡ γὰρ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει. διὸ ἐπιφέρει· ἤκουσεν ἐκ ναοῦ ἁγίου αὐτοῦ φωνῆς μου, καὶ ἡ κραυγή μου ἐνώπιον αὐτοῦ εἰσελεύσεται εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ. ναὸν δὲ θεοῦ ἐν τούτοις ποῖον χρὴ νοεῖν λέγεσθαι ὑπὸ τοῦ Δαυῒδ, μήπω τοῦ ἐν Ἱεροσολύμοις οἴκου κατεσκευασμένου ἢ πάντως που τὴν ἐπουράνιον πόλιν τοῦ θεοῦ καὶ", + "candidate_score": 0.656668, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16_18", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind . Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_304", + "psc_text": "γὰρ πρῶτα ἐξ ἐμῆς ἦν προαιρέσεως τὸ ἄγειν καὶ φέρειν τὴν ἐμαυτοῦ ψυχήν,ὅπη καὶ βούλομαι· τὰ δὲ δεύτερα τῆς σῆς ἀντιλήψεως καὶ συνεργείας δεῖται. Αἰσχυνθήτωσαν οἱ ἀνομοῦντες δια κενῆς. τὰς ὁδούς σου, κύριε, γνώρισόν μοι καὶ τὰς τρίβους σου δίδαξόν με. ὁδήγησόν με ἐπὶ τὴν ἀλήθειάν σου καὶ δίδαξόν με, ὅτι σὺ εἶ ὁ θεὸς ὁ σωτήρ μου, καὶ σὲ ὑπέμεινα ὅλην τὴν ἡμέραν. Μόνον ὑπομένειν τῇ προθέσει μηδὲ μεταβάλλειν καὶ μεθίστασθαι τῆς πίστεως· οἱ γὰρ εὐρίπιστοι καὶ παντὶ ἀνέμῳ περιφερόμενοι πάθοιεν ἄν ποτε τὰ τῆς αἰσχύνης, οὐ μὴν καὶ οἱ λέγειν μεμαθηκότες· ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν κύριον. ἀντὶ δὲ τοῦ ἀνομοῦντες οἱ λοιποὶ καὶ ἡ πέμπτη ἔκδοσις οἱ ἀποστατοῦντες, ἡρμηνεύκασιν· σαφῶς τοὺς παραβάτας καὶ μὴ τῷ προτέρῳ ἑαυτῶν σκοπῷ ἐμμένοντας καταισχυνθήσεσθαι ἀποφηνάμενοι. τῆς γὰρ ἀποστασίας ἑαυτῶν καρπὸν ὑπόκενον εὑρόντες ὡς ἂν διακενῆς ἀποστατήσαντες τοῦ θεοῦ καταισχυνθήσονται. τὰς ὁδούς σου, κύριε, γνώρισόν μοι, καὶ τὰς τρίβους σου δίδαξόν με.ὁδήγησόν με ἐπὶ", + "candidate_score": 0.655561, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_14_16", + "bdc_text": "ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab. Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_136", + "psc_text": "τῆς ταλαιπωρίας τῶν πτωχῶν καὶ ἀπὸ τοῦ στεναγμοῦ τῶν πενήτων νῦν ἀναστήσομαι, λέγει κύριος, θήσομαι ἐν σωτηρίᾳ, παρρησιάσομαι ἐν αὐτῷ. Πτωχοὶ καὶ πένητες δι’ ἐμὲ γέγονασιν, φησί, ἀεὶ ἀποκλαόμενοι καὶ στενάζοντες καὶ ἀεὶ ταπεινούμενοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, οἳ καὶ τῷ ἐμῷ λόγῳ προσέχοντες καὶ πίστιν ἀκλινῆ τηροῦντες. τοιγαροῦν τούτων αὐτῶν ἕνεκεν, ἰδού, νῦν ἀναστήσομαι καὶ τὰ πρέποντα τῇ ἐμαυτοῦ ἀναστάσει ποιήσω· σωτήριον γὰρ θήσομαι πᾶσιν ἀνθρώποις διὰ τῆς ἐμῆς ἀναστάσεως καὶ τούτῳ τῷ σωτηρίῳ παρρησιάζομαι ὡς ἐπὶ μεγάλῳ κατορθώματι. Τὰ λόγια κυρίου λόγια ἁγνά, ἀργύριον πεπυρωμένον, δοκίμιον τῇ γῇ, κεκαθαρισμένον ἑπταπλασίως. Ὥσπερ γὰρ ὁ πεπυρωμένος ἄγρυρος καὶ δεύτερον καὶ τρίτον διὰ πυρὸς ἐλθών, καὶ οὐ μόνον, ἀλλὰ καὶ αὖθις καὶ πάλιν πολλάκις διὰ χωνείας ἀποκαθαρθείς, οὐκ ἂν ὑπονοηθείη λοιπὸν ἔχειν τινὰ ὕλην ἀλλοτρίαν· οὕτως καὶ οἱ λόγοι τοῦ κυρίου οἱ λεχθέντες ἀρτίως πλήρεις εἰσὶν ἀληθείας ἁγνοὶ ὄντες καὶ ἀμίαντοι μηδενὸς ψεύδους αὐτοῖς ἀνακεκραμένου. Σύ, κ ύριε, φυλάξεις ἡμᾶς καὶ", + "candidate_score": 0.654908, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_5_7", + "bdc_text": "Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_637", + "psc_text": "πρὸς τοῖς τελευταίοις τοῦ λθ´ ἐλέγετο ἐκ προσώπου τοῦ Δαυίδ· ἐγὼ δὲ πένης εἰμὶ καὶ πτωχός . ταῦτα δ’ ἔλεγεν ὁ τοσοῦτος βασιλεὺς ὁ τὸν ἄφατον πλοῦτον συνηγιοχὼς εἰς τὴν παρασκευὴν τοῦ μετὰ ταῦτα ἐγηγερμένου διὰ Σολομῶνος ναοῦ σμικρύνων ἑαυτὸν καὶ ταπεινῶν καὶ τῇ ψυχῇ μετριοφρονῶν καὶ ἀληθῶς τῇ διαθέσει πτωχεύων· τούτου χάριν ἐπισυνῆπται ὁ παρὼν ψαλμὸς μακαρίζων τοῦ συνιέντος ἐπὶ τὸν οὕτως πτωχόν. τὸ δὲ πένητα οὔτε ἐν τῷ Ἑβραϊκῷ οὔτε παρὰ τοῖς λοιποῖ�� ἑρμηνευταῖς ἐμφέρεται. Καὶ κατὰ τετάρτην δὲ διάνοιαν εἴποι ἄν τις γνωμονικὸν εἶναι τὸν λόγον καὶ παραινετικὸν φιλανθρωπίας καὶ φιλοπτωχείας· προσήκει γὰρ καὶ ἐπὶ τῶν κοινότερον λεγομένων πτωχῶν συμπαθητικοὺς εἶναι καὶ μεταδοτικοὺς συνιέντας, ὡς ὁ κρίνων αὐτοὺς πτωχεύειν θεὸς εἰς ταύτην αὐτοὺς ἤγαγε τὴν κατάστασιν, ὁμοῦ μὲν καὶ αὐτοὺς ἐγγυμνάζων διὰ τῆς πτωχείας, ὁμοῦ δὲ καὶ τοὺς ἐν περιουσίᾳ βίου καρποὺς τῆς ἑαυτῶν προαιρέσεως παρέχειν διὰ τῆς εἰς τοὺς ἐνδεεῖς κοινωνίας βεβουλημένος. πειράζεται γοῦν ὁ πλούσιος", + "candidate_score": 0.654819, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_5_7", + "bdc_text": "Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_218", + "psc_text": "τῆς στενότητος τῶν πόνων καὶ ἱδρώτων τῶν ἐπὶ ταῖς προκοπαῖς ἐν εὐρυχωρίᾳ γεγενημένος. καὶ οὐκ ἠσθένησε τὰ ἴχνη μου. εἰ διηνεκῶς ἐν τῷ πονεῖν ἐτέλουν, κἂν ἠσθένησε τὰ ἴχνη μου, τουτέστι τοῦ ἔσω ἀνθρώπου τὰ σκέλη· ἐπειδὴ μετὰ τοὺς ὑπὲρ ἀρετῆς καμάτους ἀνάπαυλα διαδέχεται, οὐκ ἀσθενεῖ, ἀλλ’ ἰσχυροποιεῖται τὰ ἴχνη μου, ὥστ’ ἂν εἰπεῖν· καὶ ἔστησας ἐν εὐρυχώρῳ τοὺς πόδας μου. ἀλλὰ καὶ ὁ Ἰησοῦς ἑπόμενος ἐπακολουθεῖ τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ· ἐξ αὐτοῦ τοῦ πατεῖν τὴν τετριμμένην ὑπὸ Ἰησοῦ ὁδὸν ἰσχυρὰ κτᾶται τὰ ἴδια ἴχνη, ὡς ἔργῳ φάναι· ὀὐκ ἠσθένησε τὰ ἴχνη μου. Καταδιώξω τοὺς ἐχθρούς μου καὶ καταλήψομαι αὐτοὺς καὶ οὐκ ἀποστραφήσομαι, ἕως ἂν ἐκλείπωσιν. Ἐπαναλαμβάνει τῇ μνήνῃ τὰς εἰς αὐτὸν εὐεργεσίας τοῦ θεοῦ καὶ ὅσων ἐχθρῶν καὶ πολεμίων περιγέγονε διὰ τῆς τοῦ θεοῦ βοηθείας. καὶ τοῦτο δέ μοι, φησίν, παρὰ τῆς σῆς χάριτος ὑπῆρξε τὸ μὴ στενοχωρηθῆναί μου τοὺς πόδας καὶ τὸ μὴ δικτύοις τῶν ἐχθρῶν καὶ τοῖς σκανδάλοις", + "candidate_score": 0.650685, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_5_7", + "bdc_text": "Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_845", + "psc_text": "ἄρτου αὐτοῦ ἤσθιεν καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου αὐτοῦ ἔπινεν καὶ ἐν τῷ κόλπῳ αὐτοῦ ἐκάθευδεν καὶ ἦν αὐτῷ ὡς θυγάτηρ. καὶ ἦλθεν πάροδος τῷ ἀνδρὶ τῷ πλουσίῳ, καὶ ἐφείσατο λαβεῖν ἐκ τῶν ποιμνίων αὐτοῦ καὶ ἐκ τῶν βουκολίων αὐτοῦ τοῦ ποιῆσαι τῷ ξένῳ τῷ ἐλθόντι πρὸς αὐτὸν καὶ ἔλαβεν τὴν ἀμνάδα τοῦ πένητος καὶ ἐποίησεν αὐτὴν τῷ ἀνδρὶ τῷ ἐλθόντι πρὸς αὐτόν. κα�� ἐθυμώθη ὀργῇ Δαυὶδ τῷ ἀνδρὶ σφόδρα, καὶ εἶπεν Δαυὶδ πρὸς Ναθᾶν· ζῇ κύριος, ὅτι υἱὸς θανάτου ὁ ἀνὴρ ὁ ποιήσας τοῦτο. καὶ τὴν ἀμνάδα ἀποτείσει ἑπταπλασίονα, ἀνθ' ὧν ἐποίησεν τὸ ῥῆμα τοῦτο καὶ περὶ οὗ οὐκ ἐφείσατο. καὶ εἶπεν Ναθᾶν πρὸς Δαυίδ· σὺ εἶ ὁ ἀνὴρ ὁ ποιήσας τοῦτο. τάδε λέγει κύριος ὁ θεὸς Ισραηλ· ’Εγώ εἰμι ὁ χρίσας σε εἰς βασιλέα ἐπὶ Ισραηλ, καὶ ἐγώ εἰμι, ὃς ἐρρυσάμην σε ἐκ χειρὸς Σαουλ καὶ ἔδωκά σοι τὸν οἶκον τοῦ κυρίου σου καὶ τὰς γυναῖκας τοῦ κυρίου σου", + "candidate_score": 0.649936, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_17_19", + "bdc_text": "Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 . anno et gefat daran haben söltend. Io .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_612", + "psc_text": "προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσεν τῆς δεήσεώς μου καὶ ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας καὶ ἀπὸ πηλοῦ ὕλεως καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατηύθυνεν τὰ διαβήματά μου. καὶ ἐνέβαλεν εἰς τὸ στόμα μου ᾆσμα καινόν, ὕμνον τῷ θεῷ ἡμῶν· ὄψονται πολλοὶ καὶ φοβηθήσονται καὶ ἐλπιοῦσιν ἐπὶ κύριον. Ἐπειδὴ ἡ θλίψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα· ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει. εἰκότως οὐχ ἁπλῶς ὁ δίκαιος ὑπομένει, ἀλλ’ ἐπιτείνων τὴν ἐλπίδα καὶ μὴ ἀπογινώσκων τὴν παρὰ θεῷ σωτηρίαν παραμένει τῇ ὑπομονῇ. κἂν παραχρῆμα δεηθεὶς μὴ ὑπακουσθῇ, ὅμως ἐλπίζων ὑπομένει καὶ προσκαρτερεῖ ταῖς δεήσεσι καὶ ταῖς προσευχαῖς. εἰ δὲ καὶ ἐν σφάλματί ποτε γένοιτο, ὥσπερ ὁ Δαυίδ, ὁμολογεῖ μὴ ἀγνοεῖν οἷ κακῶν ἐλήλυθεν. εἰ δὲ καὶ μετὰ ταῦτα ἀναλάβοι ἑαυτὸν τοῦ σφάλματος συνῃσθημένως, εὐχαριστήσει γνωρίζων, ἀφ’ οἵου βάθους ταλαιπωρίας ἀνειμήσατο αὐτὸν ὁ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ γενόμενος ἰατρὸς καὶ σωτήρ. διόπερ ἐρεῖ· ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου", + "candidate_score": 0.644915, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_18", + "bdc_text": "min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_612", + "psc_text": "προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσεν τῆς δεήσεώς μου καὶ ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας καὶ ἀπὸ πηλοῦ ὕλεως καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατηύθυνεν τὰ διαβήματά μου. καὶ ἐνέβαλεν εἰς τὸ στόμα μου ᾆσμα καινόν, ὕμνον τῷ θεῷ ἡμῶν· ὄψονται πολλοὶ καὶ φοβηθήσονται καὶ ἐλπιοῦσιν ἐπὶ κύριον. Ἐπειδὴ ἡ θλίψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα· ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει. εἰκότως οὐχ ἁπλῶς ὁ δίκαιος ὑπομένει, ἀλλ’ ἐπιτείνων τὴν ἐλπίδα καὶ μὴ ἀπογινώσκων τὴν παρὰ θεῷ σωτηρίαν παραμένει τῇ ὑπομονῇ. κἂν παραχρῆμα δεηθεὶς μὴ ὑπακουσθῇ, ὅμως ἐλπίζων ὑπομένει καὶ προσκαρτερεῖ ταῖς δεήσεσι καὶ ταῖς προσευχαῖς. εἰ δὲ καὶ ἐν σφάλματί ποτε γένοιτο, ὥσπερ ὁ Δαυίδ, ὁμολογεῖ μὴ ἀγνοεῖν οἷ κακῶν ἐλήλυθεν. εἰ δὲ καὶ μετὰ ταῦτα ἀνα��άβοι ἑαυτὸν τοῦ σφάλματος συνῃσθημένως, εὐχαριστήσει γνωρίζων, ἀφ’ οἵου βάθους ταλαιπωρίας ἀνειμήσατο αὐτὸν ὁ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ γενόμενος ἰατρὸς καὶ σωτήρ. διόπερ ἐρεῖ· ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου", + "candidate_score": 0.641227, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_205", + "psc_text": "με εἰς πλατυσμὸν καὶ εἰς εὐρυχωρίαν κατὰ τὸν Σύμμαχον· στενοχωρηθέντα γάρ με καὶ μικροῦ δεῖν ἀπογνόντα ἑαυτοῦ τὴν σωτηρίαν ἐρρύσατο καὶ εἰς πλατυσμὸν ἐξήγαγεν, ὡς κατὰ πλάτος δυνηθῆναι ἐμαυτὸν ἀναλαβεῖν καὶ τῆς ἐμαυτοῦ θεραπείας ἐπιμέλειαν ποιήσασθαι. πλὴν ἀλλὰ καὶ παντελῶςῥύσεταί με, φησίν, διδοὺς ἄφεσιν τῆς ἁμαρτίας κατὰ τὸν προφητευόμενον καιρὸν τῆς αὑτοῦ παρουσίας. καὶ τοῦτο ποιήσει εὐεργετῶν με ὁ κύριος,ὅτι ἠθέλησέ με· ἢ κατὰ τὸν Ἀκύλαν· ὅτι ἐβουλήθη ἐν ἐμοί· οὐ γὰρ ἂν ἐπεστράφην οὐδ’ ἂν τὸν ἔλεγχόν μοι προσήγαγεν οὐδ’ ἂν τὸν προφήτην ἑαυτοῦ πρὸς ἐμὲ ἀπεστάλκει, εἰ μὴ σῶσαί με ἤθελεν. εὖ δὲ οἶδα καὶ ἀκριβῶς πέπεισμαι, ὅτι κατὰ τὸν καιρὸν τῆς δικαιοκρισίας αὐτοῦ οὐ μνημονεύσας μου τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν τολμηθέντων μοι ἐν ἡμέρᾳ ταλαιπωρίας μου κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου ἀποδώσει μοι. τὰς γὰρ ἄλλας μου πράξεις τὰς ἐν ἀρετῇ καὶ δικαιοσύνῃ, ὥσπερ ἐν τρυτάνῃ καὶ ζυγῷ ἀντιπαραλαβὼν καὶ ἀντιστήσας τῷ ἁμαρτήματί μου κατὰ πολὺ πλεοναζούσας εὑρήσει", + "candidate_score": 0.637892, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_570", + "psc_text": "βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ’ ἐμέ. προσώζεσαν καὶ ἐσάπησαν οἱ μώλωπές μου ἀπὸ προσώπου τῆς ἀφροσύνης μου· ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους τέλους σφόδρα, ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. Ἐπειδὴ τάδε μοι, φησί, πέπρακται, διὰ τοῦτο ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους καὶ ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. διὰ τούτων δὲ παρίστησιν, ἃ πέπονθε, καὶ ὅπως ἑαυτὸν ἐτιμωρεῖτο, οὐ μίαν ἑαυτῷ ἑαυτὸν κατηγορῶν ἁμαρτίαν, ἀλλ’ ἀλλὰ ἀθρόως πολλάς καὶ τοσαύτας ὡς μηδὲ ἔνδον κρύπτεσθαι ἐν τῇ ἑαυτοῦ οἰκείᾳ ψυχῇ μηδὲ εἴσω τοῦ σώματος λανθάνειν, ἀλλ’ ὑπερβεβηκέναι αὐτοῦ αὐτοῦ αὐτὰς ὥστε καὶ πᾶσι�� αὐτὰς γνωρίζεσθαι. αὐτὸς γοῦν ἦν κατήγορος ἑαυτοῦ ἐν πρωτολογίᾳ καὶ παρὰ τοῖς πᾶσιν ἑαυτὸν , ὡς ἂν πληρωθείη ἐπ’ αὐτῷ· δίκαιος ἑαυτοῦ κατήγορος , φθάνων πάντα ἄνθρωπον κατήγορον. αὐτὸς μὲν ἑαυτὸν κατέκρινε, πᾶν δὲ ἐχθρῶν ἀπέφραττε ἀπέσφαττε στόμα, μὴ ἐχόντων ἕτερόν ἑτέραν τι κατ’ αὐτοῦ λέγειν. διδάσκει δὲ καὶ ἡμᾶς ὁ λόγος μὴ κρύπτειν τὰ ἑαυτῶν κακὰ μηδὲ μηδ’ ὥσπερ τινὰ", + "candidate_score": 0.632465, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_304", + "psc_text": "γὰρ πρῶτα ἐξ ἐμῆς ἦν προαιρέσεως τὸ ἄγειν καὶ φέρειν τὴν ἐμαυτοῦ ψυχήν,ὅπη καὶ βούλομαι· τὰ δὲ δεύτερα τῆς σῆς ἀντιλήψεως καὶ συνεργείας δεῖται. Αἰσχυνθήτωσαν οἱ ἀνομοῦντες δια κενῆς. τὰς ὁδούς σου, κύριε, γνώρισόν μοι καὶ τὰς τρίβους σου δίδαξόν με. ὁδήγησόν με ἐπὶ τὴν ἀλήθειάν σου καὶ δίδαξόν με, ὅτι σὺ εἶ ὁ θεὸς ὁ σωτήρ μου, καὶ σὲ ὑπέμεινα ὅλην τὴν ἡμέραν. Μόνον ὑπομένειν τῇ προθέσει μηδὲ μεταβάλλειν καὶ μεθίστασθαι τῆς πίστεως· οἱ γὰρ εὐρίπιστοι καὶ παντὶ ἀνέμῳ περιφερόμενοι πάθοιεν ἄν ποτε τὰ τῆς αἰσχύνης, οὐ μὴν καὶ οἱ λέγειν μεμαθηκότες· ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν κύριον. ἀντὶ δὲ τοῦ ἀνομοῦντες οἱ λοιποὶ καὶ ἡ πέμπτη ἔκδοσις οἱ ἀποστατοῦντες, ἡρμηνεύκασιν· σαφῶς τοὺς παραβάτας καὶ μὴ τῷ προτέρῳ ἑαυτῶν σκοπῷ ἐμμένοντας καταισχυνθήσεσθαι ἀποφηνάμενοι. τῆς γὰρ ἀποστασίας ἑαυτῶν καρπὸν ὑπόκενον εὑρόντες ὡς ἂν διακενῆς ἀποστατήσαντες τοῦ θεοῦ καταισχυνθήσονται. τὰς ὁδούς σου, κύριε, γνώρισόν μοι, καὶ τὰς τρίβους σου δίδαξόν με.ὁδήγησόν με ἐπὶ", + "candidate_score": 0.631759, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_15", + "bdc_text": "Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_588", + "psc_text": "τούτοις φησιν ἐγὼ ἔρημος γεγονὼς τῶν ἐμαυτοῦ φίλων οὐδὲν εἶχον λέγειν, αἰσχύνης πεπληρωμένος· διὸ ὡσεὶ κωφὸς οὐκ ἤκουον, ἀλλ’ ὁ πάλαι λογιώτατος καὶ τῇ παρούσῃ σοφίᾳ σεσοφισμένος γέγονα ὡσεὶ κωφὸς οὐκ ἀκούων καὶ ὡς ἄλαλος οὐκ οὐοὐκ ἀνοίγων τὸ στόμα αὐτοῦ. οὐδεὶς γάρ μοι λόγος ἦν πρὸς ἀπολογίαν, οὐδ’ εἶχόν τινα τοῖς ἐχθροῖς προσφθέγγεσθαι, ἅπαξ ὑπ’ αὐτῶν νενικημένος. ἀλλ’ ἤμην ὡς ἄνθρωπος οὐκ ἀκούων καὶ οὐκ ἔχων ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ ἐλεγμούς. ἠλεγχόμην ἐλεγχόμην γὰρ αὐτός, ἀλλ’ οὐκ ἤλεγχον, οὐδὲ εἶχον παρρησίαν αἰσχύνῃ κεκαλυμμένος. Ὅτι ἐπὶ σοί, κύριε, ἤλπισα· σὺ εἰσακούσῃ, κύριε ὁ θεός μου. ὅτι εἶπον· μήποτε ἐπιχαρῶσί μοι οἱ ἐχθροί μου, καὶ ἐν τῷ σ��λευθῆναι πόδας μου ἐπ’ ἐμὲ ἐμεγαλορρημόνησαν. Τὰ δὴ μὲν συμβεβηκότα μοι ταῦτα· διὸ γέγονα ὡσεὶ κωφὸς οὐκ ἀκούων καὶ ὡς ὡσεὶ ἄλαλος οὐκ ἀνοίγων τὸ στόμα αὐτοῦ καὶ ὡσεὶ ἄνθρωπος οὐκ ἔχων ἐλεγμούς, διὸ οὐδὲν πρὸς τοὺς ἐχθροὺς ἔλεγον ὡς ἂν ὑπ’ αὐτῶν νενικημένος.", + "candidate_score": 0.629827, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_189", + "psc_text": "ὠδῖνες θανάτου, καὶ χείμαρροι ἀνομίας ἐξετάραξάν με· ὠδῖνες ᾅδου περιεκύκλωσάν με, προέφθασάν με παγίδες θανάτου. καὶ ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐπεκαλεσάμην τὸν κύριον καὶ πρὸς τὸν θεόν μου ἐκέκραξα· ἤκουσεν ἐκ ναοῦ ἁγίου αὐτοῦ φωνῆς μου, καὶ ἡ κραυγή μου ἐνώπιον αὐτοῦ εἰσελεύσεται εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ. Διδάσκει διὰ τούτων, τίνα τρόπον καὶ ὑπὸ τῶν χειμάρρων τῆς ἀνομίας ταρασσόμενος καὶ τὰ λοιπὰ τὰ προειρημένα πάσχων ᾔσθετο αὑτοῦ κινδυνεύοντος ἐπὶ τὸν λιμένα τῆς ἑαυτοῦ σωτηρίας κατέφευγε. διό φησιν· ἐν τῷ θλίβεσθαι ἐπεκαλεσάμην τὸν κύριον, καὶ πρὸς τὸν θεόν μου ἐκέκραξα. εἶτα διδάσκει, ὡς οὐκ ἠστόχησε τοῦ σκοποῦ τοιαῦτα πιστεύσας· ἡ γὰρ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει. διὸ ἐπιφέρει· ἤκουσεν ἐκ ναοῦ ἁγίου αὐτοῦ φωνῆς μου, καὶ ἡ κραυγή μου ἐνώπιον αὐτοῦ εἰσελεύσεται εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ. ναὸν δὲ θεοῦ ἐν τούτοις ποῖον χρὴ νοεῖν λέγεσθαι ὑπὸ τοῦ Δαυῒδ, μήπω τοῦ ἐν Ἱεροσολύμοις οἴκου κατεσκευασμένου ἢ πάντως που τὴν ἐπουράνιον πόλιν τοῦ θεοῦ καὶ", + "candidate_score": 0.627833, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_519", + "psc_text": "ἀποδεδώκαμεν. ἐνταῦθα δὲ ὁ λόγος κατὰ μὲν τὸν Ἀκύλαν μὴ διαμάχεσθαι ἐν πονηρευομένοις παραινεῖ, κατὰ δὲ Σύμμαχον, μὴ φιλονεικεῖν ἐν κακούργοις, κατὰ δὲ τὴν πέμπτην ἔκδοσιν, μὴ ἐρεθίζεσθαι ἐν πονηρευομένοις· κατὰ δὲ τοὺς Ἑβδομήκοντα· μὴ παροξύνου, φησίν, μηδὲ ἐρεθίζου ὁρῶν ἑτέρους πονηρευομένους μηδέ σε ἐγειρέτωσαν εὐθηνούμενοι κακοὶ ἐπὶ τὸ καὶ ἐθέλειν ὁμοίως αὐτοῖς εὐπραγεῖν· ἐκεῖνοι μὲν γὰρ εὐθηνούμενοι καὶ τρυφῶντες παραζηλοῦσί σε· σὺ δὲ μὴ παραζήλου μηδὲ παροξύνου, ἀλλὰ μηδὲ ζήλου τοὺς ποιοῦντας ἀνομίαν μηδὲ μακάριζε αὐτοὺς καὶ ἐν ἀγαθοῖς εἶναι ��όμιζε μηδ’ εὔχου καὶ σαυτὸν ὁμοίως αὐτοῖς πράττειν. Ὅτι ὡσεὶ χόρτος ταχὺ ἀποξηρανθήσονται. Εἶτα τὴν αἰτίαν διδάσκει λέγων, ὅτι τὸ τέλος αὐτῶν τοιοῦτόν ἐστιν, ὁποῖον τὸ τοῦ χόρτου, ὃς πρὸς ὀλίγον ἀνθήσας ταχὺ ἀποξηραίνεται. πᾶσα γὰρ σὰρξ χόρτος καὶ πᾶσα δόξα αὐτῆς ὡς ἄνθος χόρτου. ἐξηράνθη ὁ χόρτος, καὶ τὸ ἄνθος ἐξέπεσεν. ἀλλὰ καὶ ὡσεὶ λάχανα χλόης ταχὺ ἀποπεσοῦνται οὐδὲ γεωργουμένοις λαχάνοις ἄξιοί εἰσι παραβάλλεσθαι. τί οὖν ἄξιον ζηλοῦν", + "candidate_score": 0.62701, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_136", + "psc_text": "τῆς ταλαιπωρίας τῶν πτωχῶν καὶ ἀπὸ τοῦ στεναγμοῦ τῶν πενήτων νῦν ἀναστήσομαι, λέγει κύριος, θήσομαι ἐν σωτηρίᾳ, παρρησιάσομαι ἐν αὐτῷ. Πτωχοὶ καὶ πένητες δι’ ἐμὲ γέγονασιν, φησί, ἀεὶ ἀποκλαόμενοι καὶ στενάζοντες καὶ ἀεὶ ταπεινούμενοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, οἳ καὶ τῷ ἐμῷ λόγῳ προσέχοντες καὶ πίστιν ἀκλινῆ τηροῦντες. τοιγαροῦν τούτων αὐτῶν ἕνεκεν, ἰδού, νῦν ἀναστήσομαι καὶ τὰ πρέποντα τῇ ἐμαυτοῦ ἀναστάσει ποιήσω· σωτήριον γὰρ θήσομαι πᾶσιν ἀνθρώποις διὰ τῆς ἐμῆς ἀναστάσεως καὶ τούτῳ τῷ σωτηρίῳ παρρησιάζομαι ὡς ἐπὶ μεγάλῳ κατορθώματι. Τὰ λόγια κυρίου λόγια ἁγνά, ἀργύριον πεπυρωμένον, δοκίμιον τῇ γῇ, κεκαθαρισμένον ἑπταπλασίως. Ὥσπερ γὰρ ὁ πεπυρωμένος ἄγρυρος καὶ δεύτερον καὶ τρίτον διὰ πυρὸς ἐλθών, καὶ οὐ μόνον, ἀλλὰ καὶ αὖθις καὶ πάλιν πολλάκις διὰ χωνείας ἀποκαθαρθείς, οὐκ ἂν ὑπονοηθείη λοιπὸν ἔχειν τινὰ ὕλην ἀλλοτρίαν· οὕτως καὶ οἱ λόγοι τοῦ κυρίου οἱ λεχθέντες ἀρτίως πλήρεις εἰσὶν ἀληθείας ἁγνοὶ ὄντες καὶ ἀμίαντοι μηδενὸς ψεύδους αὐτοῖς ἀνακεκραμένου. Σύ, κ ύριε, φυλάξεις ἡμᾶς καὶ", + "candidate_score": 0.626559, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_2", + "bdc_text": "Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_845", + "psc_text": "ἄρτου αὐτοῦ ἤσθιεν καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου αὐτοῦ ἔπινεν καὶ ἐν τῷ κόλπῳ αὐτοῦ ἐκάθευδεν καὶ ἦν αὐτῷ ὡς θυγάτηρ. καὶ ἦλθεν πάροδος τῷ ἀνδρὶ τῷ πλουσίῳ, καὶ ἐφείσατο λαβεῖν ἐκ τῶν ποιμνίων αὐτοῦ καὶ ἐκ τῶν βουκολίων αὐτοῦ τοῦ ποιῆσαι τῷ ξένῳ τῷ ἐλθόντι πρὸς αὐτὸν καὶ ἔλαβεν τὴν ἀμνάδα τοῦ πένητος καὶ ἐποίησεν αὐτὴν τῷ ἀνδρὶ τῷ ἐλθόντι πρὸς αὐτόν. καὶ ἐθυμώθη ὀργῇ Δαυὶδ τῷ ἀνδρὶ σφόδρα, καὶ εἶπεν Δαυὶδ πρὸς Ναθᾶν· ζῇ κύριος, ὅτι υἱὸς θανάτου ὁ ἀνὴρ ὁ ποιήσας τοῦτο. καὶ τὴν ἀμνάδα ἀποτείσει ἑπταπλασίονα, ἀνθ' ὧν ἐποίησεν τὸ ῥῆμα τοῦτο καὶ περὶ οὗ οὐκ ἐφείσατο. καὶ εἶπεν Ναθᾶν πρὸς Δαυίδ· σὺ εἶ ὁ ἀνὴρ ὁ ποιήσας τοῦτο. τάδε λέγει κύριος ὁ θεὸς Ισραηλ· ’Εγώ εἰμι ὁ χρίσας σε εἰς βασιλέα ἐπὶ Ισραηλ, καὶ ἐγώ εἰμι, ὃς ἐρρυσάμην σε ἐκ χειρὸς Σαουλ καὶ ἔδωκά σοι τὸν οἶκον τοῦ κυρίου σου καὶ τὰς γυναῖκας τοῦ κυρίου σου", + "candidate_score": 0.616939, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_692", + "psc_text": "ὑποχείριοι γενήσεσθαί φασι· κρείττους δὲ τῶν πολεμίων ὑπάρξαι. τοῦτο γοῦν δηλοῦσι λέγοντες· ἔσωσας ἡμᾶς ἐκ τῶν θλιβόντων ἡμᾶς, καὶ τοὺς μισοῦντας ἡμᾶς κατῄσχυνας. καὶ ἐπειδήπερ οἱ μὲν ἐχθροὶ αἰσχύνην κατεχέαντο, αὐτοὶ δὲ οὐκ οἰκείᾳ δυνάμει, τῇ δὲ τοῦ κέρως αὐτῶν ἐσώθησαν, εἰκότως ἐπισυνάπτουσι λέγοντες· ἐν τῷ θεῷ ἐπαινεθησόμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν, ἢ κατὰ τὸν Ἀκύλαν· ἐν τῷ θεῷ καυχησόμεθα, ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον· τὸν θεὸν ὑμνοῦμεν ὅλην τὴν ἡμέραν, καὶ τῷ ὀνόματί σου ἐξομολογησόμεθα εἰς τὸν αἰῶνα. τὴν δὲ ἐξομολόγησιν ἀντὶ εὐχαριστίας παραλαμβάνειν εἰώθασιν αἱ γραφαὶ ὥστε εἰκότως καὶ καυχᾶσθαι καὶ ὑμνεῖν καὶ ἐπαινεῖν καὶ ἐπαινεῖσθαι εὐχαριστεῖν τε καὶ ἐξομολογεῖσθαι οἱ σεσωσμένοι τῇ τοῦ βασιλέως αὐτῶν ἀρετῇ φασιν. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐκ προσώπου τοῦ χοροῦ τῶν προφητῶν εἴρηται, τὰ δ’ ἑξῆς ἐπιφερόμενα πάλιν οἱ αὐτοὶ ἰδιοποιούμενοι τὰ τῷ πλήθει συμβεβηκότα διεξέρχονται. Νυνὶ δὲ ἀπώσω καὶ κατῄσχυνας ἡμᾶς καὶ οὐκ ἐξελεύσῃ ἐν ταῖς δυνάμεσιν ἡμῶν· ἀπέστρεψας ἡμᾶς ὀπίσω παρὰ τοὺς ἐχθροὺς", + "candidate_score": 0.599519, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_4", + "bdc_text": "An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_160", + "psc_text": "τοῦ ψαλμοῦ ταῦτά τε ἐπὶ τὸν σωτῆρα τὰ εἰρημένα ἀναδιδάξας ἑξῆς ἐπιφέρει καί φησιν· ἄνδρες ἀδελφουί, ἐξὸν εἰπεῖν μετὰ παρρησίας πρὸς ὑμᾶς περὶ τοῦ πατριάρχου Δαυῒδ, ὅτι καὶ ἐτελεύτησε καὶ ἐτάφη· καὶ τὸ μνῆμα αὐτοῦ ἐστιν ἐν ἡμῖν ἄχρι τῆς ἡμέρας ταύτης. προφήτης οὖν ὑπάρχων καὶ εἰδώς, ὅτι ὅρκῳ ὤμοσεν αὐτῷ ὁ θεὸς ἐκ καρποῦ τῆς ὀσφύος αὐτοῦ τὸ κατὰ σάρκα ἀναστήσειν τὸν Χριστόν, καθίσαι ἐπὶ τὸν θρόνον αὐτοῦ, προϊδὼν ἐλάλησε περὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ὅτι οὔτε ἐγκατελείφθη εἰς ᾅδην, οὔτε ἡ σὰρξ αὐτοῦ εἶδε διαφθοράν. τοῦτον τὸν Ἰησοῦν ἀνέστησεν ὁ qεóς, οὗ πάντες ἡμεῖς ἐσμεν μάρτυρες. ὧν οὕτως εἰρημένων περιττὸν ἂν εἴη τοῦ λοιποῦ ζητεῖν, ἐπὶ τίνα χρὴ φέρειν τὴν προφητείαν ἅπαξ ὑπὸ τηλικούτου μάρτυρος δεδιδαγμένους. κατὰ μὲν οὖν τοὺς Ἑβδομήκοντα στηλογραφία λέλεκται ἡ προφητεία τῷ περιέχειν τὴν κατὰ τοῦ θανάτου νίκην τοῦ sωτῆρος διὰ τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως αὐτοῦ κατωρθωμένην. ὥσπερ γὰρ τῶν ἀγωνιζομένων ἐν σταδίοις οἱ", + "candidate_score": 0.59362, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_14", + "bdc_text": "ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_600", + "psc_text": "δὲ ἐκωφώθην καὶ ἐταπεινώθην καὶ ἐσίγησα ἐξ ἀγαθῶν, ἀλλὰ καὶ ἄλγημά μου ἀνεκαινίσθη. τὸ γὰρ τῆς ψυχῆς μου ἄλγος καὶ τὸ ἐκ τῆς ἁμαρτίας ἐγγενόμενόν μοι ἕλκος κατὰ βάθους ἐγκείμενον καὶ κατ’ αὐτῆς τῆς συνειδήσεως ἐμπεπηγμένον ἀνενεοῦτο ἐπαναβαίνοντός μοι καὶ ἐπονειδίζοντος τοῦ τὴν ἁμαρτίαν ἐνηργηκότος. Γνώρισόν μοι, κύριε, τὸ πέρας μου καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἡμερῶν μου, τίς ἐστιν, ἵνα γνῶ, τί ὑστερῶ ἐγῶ. ἰδοὺ παλαιστὰς ἔθου τὰς ἡμέρας μου, καὶ ἡ ὑπόστασις μου ὡσεὶ οὐθὲν ἐνώπιόν σου· καὶ τὰ σύμπαντα ματαιότης, πᾶς ἄνθρωπος ζῶν. Τί τὸ πέρας ἔσται μετὰ τὰ συμβεβηκότα μοι καὶ μετὰ τὴν ἐξομολόγησιν ὁποίου τέλους τεύξομαι μαθεῖν ἀξιῶ. βαρούμενος δὲ ταῦτα ἔλεγε τὴν πρόσκαιρον καὶ θνητὴν ζωὴν διὰ τὸ ἐπαχθὲς αὐτῆς μακροτάτην ἡγούμενος. διὸ γνωρισθῆναι αὐτῷ τὸν τῆς ἀπαλλαγῆς χρόνον ἐπόθει, ἵν’ εὔθυμος γένοιτο τὴν ἀπὸ τῶν τῇδε ἐλευθερίαν καὶ τῶν πειρατηρίων τὴν ἀπαλλαγὴν εὐαγγελισθείς. καὶ ἐν τοῖς δ’ ἑξῆς προϊὼν ἔλεγεν· πάροικος ἐγώ εἰμι παρὰ", + "candidate_score": 0.578687, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 7, + "cf_id": "cf011", + "work_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1", + "max_score": 0.6739, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_7_9", + "bdc_text": "über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß . Sunst muͦß ich holtz , ain kommen kernen und anders , alls thüwr und ettlichs thuͤwlich dann by üch uberkummen .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1501", + "psc_text": "μοι, ὅτι λόγος κυρίου ἐστί. καὶ ἐρῶ πρὸς αὐτοὺς, εἰ καλὸν ἐνώπιον ὑμῶν ἐστι, δότε τὸν μισθόν μου ἢ άπείπασθε. καὶ ἔστησαν τὸν μισθόν μου τριάκοντα ἀργυροῦς. καὶ εἶπεν κύριος πρός με, κάθες αὐτοὺς εἰς τὸ χωνευτήριον, καὶ σκέψαι εἰ δόκιμόν ἐστιν, ὃν τρόπον ἐδοκιμάσθην ὑπὲρ αὐτῶν. καὶ ἔλαβον τοὺς τριάκοντα ἀργυροῦς, καὶ ἐνέβαλον αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον κυρίου εἰς τὸ χωνευτήριον, καὶ ἀπέρριψα τὴν ῥάβδον τὴν δευτέραν τὸ σχοίνισμα τοῦ διασκεδάσαι τὴν διαθήκην ἀνὰ μέσον Ἰούδα καὶ ἀνὰ μέσον Ἰσραήλ.” Καὶ ταῦτα τέλους ἐτύγχανεν ὅτε κατὰ μὲν τὸν Λουκᾶν “ ἀπελθὼν ὁ Ἰούδας συνελάλει τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι καὶ στρατηγοῖς τοῦ ἱεροῦ, ὅπως αὐτὸν παραδῷ αὐτοῖς· καὶ ἐχάρησαν, καὶ συνέθεντο αὐτῷ ἀργύρια δοῦναι,” κατὰ δὲ τὸν Μάρκον “ὁπη 2 Zach. 11, 7. 26 Luc. 22, 4. νίκα ἀπῆλθε πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς, ἵνα παραδῷ αὐτόν. οἶ δὲ ἐχάρησαν, καὶ ἐπηγγείλαντο αὐτῷ ἀργύρια δοῦναι.” ἀλλ’ ἐν τούτοις μὲν ἀπλῶς τὸ ἀργύριον", + "candidate_score": 0.6739, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_7_9", + "bdc_text": "über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß . Sunst muͦß ich holtz , ain kommen kernen und anders , alls thüwr und ettlichs thuͤwlich dann by üch uberkummen .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1500", + "psc_text": "“ Καὶ λήψομαι ἐμαυτῷ δύο ῥάβδους, τὴν μίαν ἐκάλεσα κάλλος, καὶ τὴν ἑτέραν ἐκάλεσα σχοίνισμα, καὶ ποιμανῶ τὰ πρόβατά μου, καὶ ἐξαρῶ τοὺς τρεῖς ποιμένας ἐν μηνὶ ἑνὶ, καὶ βαρυνθήσεται ἡ ψυχή μου ἐπ’ αὐτούς. καὶ γὰρ αἶ ψυχαὶ αὐτῶν ἐπωρύοντο ἐπ’ ἐμὲ, καὶ εἶπα, οὐ ποιμανῶ ὑμᾶς · τὸ ἀποθνῆσκον ἀποθνησκέτω, καὶ τὸ ἐκλεῖπον ἐκλειπέτω, καὶ τὰ κατάλοιπα ἐσθιέτωσαν, ἕκαστος τὰς σάρκας τοῦ πλησίον αὐτοῦ. καὶ λήψομαι τὴν ῥάβδον τὴν καλὴν, καὶ ἀπορρίψω αὐτὴν τοῦ διασκεδάσαι τὴν διαθήκην μου, ἣν διεθέμην πρὸς πάντας τοὺς λαούς. καὶ διασκεδασθήσεται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, καὶ γνώσονται οἱ Καναναῖος τὰ πρόβατα τὰ φυλασσόμενά μοι, ὅτι λόγος κυρίου ἐστί. καὶ ἐρῶ πρὸς αὐτοὺς, εἰ καλὸν ἐνώπιον ὑμῶν ἐστι, δότε τὸν μισθόν μου ἢ άπείπασθε. καὶ ἔστησαν τὸν μισθόν μου τριάκοντα ἀργυροῦς. καὶ εἶπεν κύριος πρός με, κάθες αὐτοὺς εἰς τὸ χωνευτήριον, καὶ σκέψαι εἰ δόκιμόν ἐστιν, ὃν τρόπον ἐδοκιμάσθην ὑπὲρ αὐτῶν. καὶ ἔλαβον τοὺς", + "candidate_score": 0.67249, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_0_2", + "bdc_text": "1558 . Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1500", + "psc_text": "“ Καὶ λήψομαι ἐμαυτῷ δύο ῥάβδους, τὴν μίαν ἐκάλεσα κάλλος, καὶ τὴν ἑτέραν ἐκάλεσα σχοίνισμα, καὶ ποιμανῶ τὰ πρόβατά μου, καὶ ἐξαρῶ τοὺς τρεῖς ποιμένας ἐν μηνὶ ἑνὶ, καὶ βαρυνθήσεται ἡ ψυχή μου ἐπ’ αὐτούς. καὶ γὰρ αἶ ψυχαὶ αὐτῶν ἐπωρύοντο ἐπ’ ἐμὲ, καὶ εἶπα, οὐ ποιμανῶ ὑμᾶς · τὸ ἀποθνῆσκον ἀποθνησκέτω, καὶ τὸ ἐκλεῖπον ἐκλειπέτω, καὶ τὰ κατάλοιπα ἐσθιέτωσαν, ἕκαστος τὰς σάρκας τοῦ πλησίον αὐτοῦ. καὶ λήψομαι τὴν ῥάβδον τὴν καλὴν, καὶ ἀπορρίψω αὐτὴν τοῦ διασκεδάσαι τὴν διαθήκην μου, ἣν διεθέμην πρὸς πάντας τοὺς λαούς. καὶ δι��σκεδασθήσεται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, καὶ γνώσονται οἱ Καναναῖος τὰ πρόβατα τὰ φυλασσόμενά μοι, ὅτι λόγος κυρίου ἐστί. καὶ ἐρῶ πρὸς αὐτοὺς, εἰ καλὸν ἐνώπιον ὑμῶν ἐστι, δότε τὸν μισθόν μου ἢ άπείπασθε. καὶ ἔστησαν τὸν μισθόν μου τριάκοντα ἀργυροῦς. καὶ εἶπεν κύριος πρός με, κάθες αὐτοὺς εἰς τὸ χωνευτήριον, καὶ σκέψαι εἰ δόκιμόν ἐστιν, ὃν τρόπον ἐδοκιμάσθην ὑπὲρ αὐτῶν. καὶ ἔλαβον τοὺς", + "candidate_score": 0.670521, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_6_8", + "bdc_text": "küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1501", + "psc_text": "μοι, ὅτι λόγος κυρίου ἐστί. καὶ ἐρῶ πρὸς αὐτοὺς, εἰ καλὸν ἐνώπιον ὑμῶν ἐστι, δότε τὸν μισθόν μου ἢ άπείπασθε. καὶ ἔστησαν τὸν μισθόν μου τριάκοντα ἀργυροῦς. καὶ εἶπεν κύριος πρός με, κάθες αὐτοὺς εἰς τὸ χωνευτήριον, καὶ σκέψαι εἰ δόκιμόν ἐστιν, ὃν τρόπον ἐδοκιμάσθην ὑπὲρ αὐτῶν. καὶ ἔλαβον τοὺς τριάκοντα ἀργυροῦς, καὶ ἐνέβαλον αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον κυρίου εἰς τὸ χωνευτήριον, καὶ ἀπέρριψα τὴν ῥάβδον τὴν δευτέραν τὸ σχοίνισμα τοῦ διασκεδάσαι τὴν διαθήκην ἀνὰ μέσον Ἰούδα καὶ ἀνὰ μέσον Ἰσραήλ.” Καὶ ταῦτα τέλους ἐτύγχανεν ὅτε κατὰ μὲν τὸν Λουκᾶν “ ἀπελθὼν ὁ Ἰούδας συνελάλει τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι καὶ στρατηγοῖς τοῦ ἱεροῦ, ὅπως αὐτὸν παραδῷ αὐτοῖς· καὶ ἐχάρησαν, καὶ συνέθεντο αὐτῷ ἀργύρια δοῦναι,” κατὰ δὲ τὸν Μάρκον “ὁπη 2 Zach. 11, 7. 26 Luc. 22, 4. νίκα ἀπῆλθε πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς, ἵνα παραδῷ αὐτόν. οἶ δὲ ἐχάρησαν, καὶ ἐπηγγείλαντο αὐτῷ ἀργύρια δοῦναι.” ἀλλ’ ἐν τούτοις μὲν ἀπλῶς τὸ ἀργύριον", + "candidate_score": 0.669865, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_6_8", + "bdc_text": "küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1500", + "psc_text": "“ Καὶ λήψομαι ἐμαυτῷ δύο ῥάβδους, τὴν μίαν ἐκάλεσα κάλλος, καὶ τὴν ἑτέραν ἐκάλεσα σχοίνισμα, καὶ ποιμανῶ τὰ πρόβατά μου, καὶ ἐξαρῶ τοὺς τρεῖς ποιμένας ἐν μηνὶ ἑνὶ, καὶ βαρυνθήσεται ἡ ψυχή μου ἐπ’ αὐτούς. καὶ γὰρ αἶ ψυχαὶ αὐτῶν ἐπωρύοντο ἐπ’ ἐμὲ, καὶ εἶπα, οὐ ποιμανῶ ὑμᾶς · τὸ ἀποθνῆσκον ἀποθνησκέτω, καὶ τὸ ἐκλεῖπον ἐκλειπέτω, καὶ τὰ κατάλοιπα ἐσθιέτωσαν, ἕκαστος τὰς σάρκας τοῦ πλησίον αὐτοῦ. καὶ λήψομαι τὴν ῥάβδον τὴν καλὴν, καὶ ἀπορρίψω αὐτὴν τοῦ διασκεδάσαι τὴν διαθήκην μου, ἣν διεθέμην πρὸς πάντας τοὺς λαούς. καὶ διασκεδασθήσεται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, καὶ γνώσονται οἱ Καναναῖος τὰ πρόβατα τὰ φυλασσόμενά μοι, ὅτι λόγος κυρίου ἐστί. καὶ ἐρῶ πρὸς αὐτοὺς, εἰ καλὸν ἐνώπιον ὑμῶν ἐστι, δότε τὸν μισθόν μου ἢ άπείπασθε. καὶ ἔστησαν τὸν μισθόν μου τριάκοντα ἀργυροῦς. καὶ εἶπεν κύριος πρός με, κάθες αὐτοὺς εἰς τὸ χωνευτήριον, καὶ σκέψαι εἰ δόκιμόν ἐστιν, ὃν τρόπον ἐδοκιμάσθην ὑπὲρ αὐτῶν. καὶ ἔλαβον τοὺς", + "candidate_score": 0.665342, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_1_3", + "bdc_text": "Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 . An wyn 16 soum sind 22 eymer .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1500", + "psc_text": "“ Καὶ λήψομαι ἐμαυτῷ δύο ῥάβδους, τὴν μίαν ἐκάλεσα κάλλος, καὶ τὴν ἑτέραν ἐκάλεσα σχοίνισμα, καὶ ποιμανῶ τὰ πρόβατά μου, καὶ ἐξαρῶ τοὺς τρεῖς ποιμένας ἐν μηνὶ ἑνὶ, καὶ βαρυνθήσεται ἡ ψυχή μου ἐπ’ αὐτούς. καὶ γὰρ αἶ ψυχαὶ αὐτῶν ἐπωρύοντο ἐπ’ ἐμὲ, καὶ εἶπα, οὐ ποιμανῶ ὑμᾶς · τὸ ἀποθνῆσκον ἀποθνησκέτω, καὶ τὸ ἐκλεῖπον ἐκλειπέτω, καὶ τὰ κατάλοιπα ἐσθιέτωσαν, ἕκαστος τὰς σάρκας τοῦ πλησίον αὐτοῦ. καὶ λήψομαι τὴν ῥάβδον τὴν καλὴν, καὶ ἀπορρίψω αὐτὴν τοῦ διασκεδάσαι τὴν διαθήκην μου, ἣν διεθέμην πρὸς πάντας τοὺς λαούς. καὶ διασκεδασθήσεται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, καὶ γνώσονται οἱ Καναναῖος τὰ πρόβατα τὰ φυλασσόμενά μοι, ὅτι λόγος κυρίου ἐστί. καὶ ἐρῶ πρὸς αὐτοὺς, εἰ καλὸν ἐνώπιον ὑμῶν ἐστι, δότε τὸν μισθόν μου ἢ άπείπασθε. καὶ ἔστησαν τὸν μισθόν μου τριάκοντα ἀργυροῦς. καὶ εἶπεν κύριος πρός με, κάθες αὐτοὺς εἰς τὸ χωνευτήριον, καὶ σκέψαι εἰ δόκιμόν ἐστιν, ὃν τρόπον ἐδοκιμάσθην ὑπὲρ αὐτῶν. καὶ ἔλαβον τοὺς", + "candidate_score": 0.659195, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_5_7", + "bdc_text": "Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ;", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1500", + "psc_text": "“ Καὶ λήψομαι ἐμαυτῷ δύο ῥάβδους, τὴν μίαν ἐκάλεσα κάλλος, καὶ τὴν ἑτέραν ἐκάλεσα σχοίνισμα, καὶ ποιμανῶ τὰ πρόβατά μου, καὶ ἐξαρῶ τοὺς τρεῖς ποιμένας ἐν μηνὶ ἑνὶ, καὶ βαρυνθήσεται ἡ ψυχή μου ἐπ’ αὐτούς. καὶ γὰρ αἶ ψυχαὶ αὐτῶν ἐπωρύοντο ἐπ’ ἐμὲ, καὶ εἶπα, οὐ ποιμανῶ ὑμᾶς · τὸ ἀποθνῆσκον ἀποθνησκέτω, καὶ τὸ ἐκλεῖπον ἐκλειπέτω, καὶ τὰ κατάλοιπα ἐσθιέτωσαν, ἕκαστος τὰς σάρκας τοῦ πλησίον αὐτοῦ. καὶ λήψομαι τὴν ῥάβδον τὴν καλὴν, καὶ ἀπορρίψω αὐτὴν τοῦ διασκεδάσαι τὴν διαθήκην μου, ἣν διεθέμην πρὸς πάντας τοὺς λαούς. καὶ διασκεδασθήσεται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, καὶ γνώσονται οἱ Καναναῖος τὰ πρόβατα τὰ φυλασσόμενά μοι, ὅτι λόγος κυρίου ἐστί. καὶ ἐρῶ πρὸς αὐτοὺς, εἰ καλὸν ἐνώπιον ὑμῶν ἐστι, δότε τὸν μισθόν μου ἢ άπείπασθε. καὶ ἔστησαν τὸν μισθόν μου τριάκοντα ἀργυροῦς. καὶ εἶπεν κύριος πρός με, κάθες αὐτοὺς εἰς τὸ χωνευτήριον, καὶ σκέψαι εἰ δόκιμόν ἐστιν, ὃν τρόπον ἐδοκιμάσθην ὑπὲρ αὐτῶν. καὶ ἔλαβον τοὺς", + "candidate_score": 0.653856, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_15", + "bdc_text": "Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab.", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_422", + "psc_text": "ἄρνησιν αὐτοῦ εἰς πάντας ἐκήρυξεν ἀνθρώπους, ἐπεὶ καὶ ἔκλαυσεν ἐπ’ αὐτῇ πικρῶς. εὕροις δ’ οὖν τὸν Μάρκον ἱστοροῦντα περὶ αὐτοῦ τάδε “καὶ ὄντος τοῦ Πέτρου ἐν τῇ αὐλῆ̣ ἔρχεται πρὸς αὐτὸν μία τῶν παιδισκῶν τοῦ ἀρχιερέως, καὶ ἰδοῦσα αὐτὸν θερμαινόμενον, ἐμβλέψασα αὐτῷ λέγει, καὶ σὺ μετὰ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου ἦς. ὁ δὲ ἠρνήσατο λέγων, οὔτε οἶδα οὔτε ἐπίσταμαι τί σὺ λέγεις. 2 Matth. 16, 15. 19 Marc. 8, 29. 29. Marc. 14, 66. καὶ ἐξῆλθεν εἰς τὴν ἔξω πρόαυλιν, καὶ ἀλέκτωρ ἐφώνησεν. πάλιν δὲ ἰδοῦσα αὐτὸν ἡ παιδίσκη ἤρξατο λέγειν τοῖς παρεστῶσιν, οὗτος ἐξ αὐτῶν ἐστιν. ὁ δὲ πάλιν ἠρνήσατο. καὶ μετὰ μικρὸν πάλιν παρεστῶτες ἔλεγον τῷ Πέτρῳ, ἀληθῶς ἐξ αὐτῶν εἶ, καὶ γὰρ Γαλιλαῖος εἶ· ὁ δὲ ἤρξατο ἀναθεματίζειν καὶ ὀμνύειν, ὅτι οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον τοῦτον, ὃν λέγετε· καὶ εὐθέως ἐκ δευτέρου ἀλέκτωρ ἐφώνησεν. Μάρκος μὲν ταῦτα γράφει, Πέτρος δὲ ταῦτα περὶ ἑαυτοῦ μαρτυρεῖ· πάντα γὰρ τὰ παρὰ", + "candidate_score": 0.636335, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_1", + "bdc_text": "Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1500", + "psc_text": "“ Καὶ λήψομαι ἐμαυτῷ δύο ῥάβδους, τὴν μίαν ἐκάλεσα κάλλος, καὶ τὴν ἑτέραν ἐκάλεσα σχοίνισμα, καὶ ποιμανῶ τὰ πρόβατά μου, καὶ ἐξαρῶ τοὺς τρεῖς ποιμένας ἐν μηνὶ ἑνὶ, καὶ βαρυνθήσεται ἡ ψυχή μου ἐπ’ αὐτούς. καὶ γὰρ αἶ ψυχαὶ αὐτῶν ἐπωρύοντο ἐπ’ ἐμὲ, καὶ εἶπα, οὐ ποιμανῶ ὑμᾶς · τὸ ἀποθνῆσκον ἀποθνησκέτω, καὶ τὸ ἐκλεῖπον ἐκλειπέτω, καὶ τὰ κατάλοιπα ἐσθιέτωσαν, ἕκαστος τὰς σάρκας τοῦ πλησίον αὐτοῦ. καὶ λήψομαι τὴν ῥάβδον τὴν καλὴν, καὶ ἀπορρίψω αὐτὴν τοῦ διασκεδάσ��ι τὴν διαθήκην μου, ἣν διεθέμην πρὸς πάντας τοὺς λαούς. καὶ διασκεδασθήσεται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, καὶ γνώσονται οἱ Καναναῖος τὰ πρόβατα τὰ φυλασσόμενά μοι, ὅτι λόγος κυρίου ἐστί. καὶ ἐρῶ πρὸς αὐτοὺς, εἰ καλὸν ἐνώπιον ὑμῶν ἐστι, δότε τὸν μισθόν μου ἢ άπείπασθε. καὶ ἔστησαν τὸν μισθόν μου τριάκοντα ἀργυροῦς. καὶ εἶπεν κύριος πρός με, κάθες αὐτοὺς εἰς τὸ χωνευτήριον, καὶ σκέψαι εἰ δόκιμόν ἐστιν, ὃν τρόπον ἐδοκιμάσθην ὑπὲρ αὐτῶν. καὶ ἔλαβον τοὺς", + "candidate_score": 0.632557, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_2_4", + "bdc_text": "Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 . An wyn 16 soum sind 22 eymer . An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1501", + "psc_text": "μοι, ὅτι λόγος κυρίου ἐστί. καὶ ἐρῶ πρὸς αὐτοὺς, εἰ καλὸν ἐνώπιον ὑμῶν ἐστι, δότε τὸν μισθόν μου ἢ άπείπασθε. καὶ ἔστησαν τὸν μισθόν μου τριάκοντα ἀργυροῦς. καὶ εἶπεν κύριος πρός με, κάθες αὐτοὺς εἰς τὸ χωνευτήριον, καὶ σκέψαι εἰ δόκιμόν ἐστιν, ὃν τρόπον ἐδοκιμάσθην ὑπὲρ αὐτῶν. καὶ ἔλαβον τοὺς τριάκοντα ἀργυροῦς, καὶ ἐνέβαλον αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον κυρίου εἰς τὸ χωνευτήριον, καὶ ἀπέρριψα τὴν ῥάβδον τὴν δευτέραν τὸ σχοίνισμα τοῦ διασκεδάσαι τὴν διαθήκην ἀνὰ μέσον Ἰούδα καὶ ἀνὰ μέσον Ἰσραήλ.” Καὶ ταῦτα τέλους ἐτύγχανεν ὅτε κατὰ μὲν τὸν Λουκᾶν “ ἀπελθὼν ὁ Ἰούδας συνελάλει τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι καὶ στρατηγοῖς τοῦ ἱεροῦ, ὅπως αὐτὸν παραδῷ αὐτοῖς· καὶ ἐχάρησαν, καὶ συνέθεντο αὐτῷ ἀργύρια δοῦναι,” κατὰ δὲ τὸν Μάρκον “ὁπη 2 Zach. 11, 7. 26 Luc. 22, 4. νίκα ἀπῆλθε πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς, ἵνα παραδῷ αὐτόν. οἶ δὲ ἐχάρησαν, καὶ ἐπηγγείλαντο αὐτῷ ἀργύρια δοῦναι.” ἀλλ’ ἐν τούτοις μὲν ἀπλῶς τὸ ἀργύριον", + "candidate_score": 0.632263, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_2_4", + "bdc_text": "Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 . An wyn 16 soum sind 22 eymer . An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_260", + "psc_text": "οὖν αἰνιττόμενός φησιν ‟καὶ πάλιν ἔσται εἰς προνομὴν ὡς τερέβινθος, καὶ βάλανος ὅταν ἐκπέσῃ ἐκ τῆς θήκης αὐτῆς.” “Καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, θρέψει ἄνθρωπος δάμαλιν βοῶν καὶ δύο πρόβατα· καὶ ἔσται 6 Es. 6, 10. 17 Es. 6, 13. 29 Es. 7, 21. ἀπὸ τοῦ πλεῖστον ποιεῖν γάλα, φάγεται βούτυρον, καὶ μέλι φάγεται πᾶς ὁ καταλειφθεὶς ἐπὶ τῆς γῆς.” Ἐνταῦθα τὴν δηλουμένην ἡμέραν ἐπιζητή- σὰς εὕροις ἂν αὐτὸν τὸν χρόνον τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἐπιφανείας. εἰπὼν γὰρ ὁ προφήτης ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ λήψεται, καὶ τέξεται υἱόν” πλεῖστα διὰ μέσου θεσπίζει περὶ τῶν κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν, τοῦτ’ ἔστιν ἀμφὶ τὸν χρόνον τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἐπιφανείας, γενησομένων. δυνάμεις γὰρ ἀοράτους ��αί τινας ἐχθροὺς καὶ πολεμίους, μυίας καὶ μελίσσας νόμοις ἀλληγορίας ὀνομαζομένους, ἐπιβήσεσθκι τῇ τῶν Ἰουδαίων χώρᾳ φησὶν, καὶ τὸν κύριον ξυρῷ τῶν πολεμίων, ὡς ἂν μεγάλου σώματος, τοῦ Ἰουδαίων ἔθνους τὴν κεφαλὴν καὶ τὰς τρίχας τῶν", + "candidate_score": 0.626898, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_2", + "bdc_text": "Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1501", + "psc_text": "μοι, ὅτι λόγος κυρίου ἐστί. καὶ ἐρῶ πρὸς αὐτοὺς, εἰ καλὸν ἐνώπιον ὑμῶν ἐστι, δότε τὸν μισθόν μου ἢ άπείπασθε. καὶ ἔστησαν τὸν μισθόν μου τριάκοντα ἀργυροῦς. καὶ εἶπεν κύριος πρός με, κάθες αὐτοὺς εἰς τὸ χωνευτήριον, καὶ σκέψαι εἰ δόκιμόν ἐστιν, ὃν τρόπον ἐδοκιμάσθην ὑπὲρ αὐτῶν. καὶ ἔλαβον τοὺς τριάκοντα ἀργυροῦς, καὶ ἐνέβαλον αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον κυρίου εἰς τὸ χωνευτήριον, καὶ ἀπέρριψα τὴν ῥάβδον τὴν δευτέραν τὸ σχοίνισμα τοῦ διασκεδάσαι τὴν διαθήκην ἀνὰ μέσον Ἰούδα καὶ ἀνὰ μέσον Ἰσραήλ.” Καὶ ταῦτα τέλους ἐτύγχανεν ὅτε κατὰ μὲν τὸν Λουκᾶν “ ἀπελθὼν ὁ Ἰούδας συνελάλει τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι καὶ στρατηγοῖς τοῦ ἱεροῦ, ὅπως αὐτὸν παραδῷ αὐτοῖς· καὶ ἐχάρησαν, καὶ συνέθεντο αὐτῷ ἀργύρια δοῦναι,” κατὰ δὲ τὸν Μάρκον “ὁπη 2 Zach. 11, 7. 26 Luc. 22, 4. νίκα ἀπῆλθε πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς, ἵνα παραδῷ αὐτόν. οἶ δὲ ἐχάρησαν, καὶ ἐπηγγείλαντο αὐτῷ ἀργύρια δοῦναι.” ἀλλ’ ἐν τούτοις μὲν ἀπλῶς τὸ ἀργύριον", + "candidate_score": 0.623385, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_2", + "bdc_text": "Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1504", + "psc_text": "αὐτὸς ὁ κύριος τιμὴν ἑαυτοῦ ὁμολογεῖ τοὺς τριάκοντα ἀργυροῦς δεδόσθαι. ἔοικε δὲ ἡ τῆς λέξεως διάνοια τοιοῦτόν τινα ἐμφαίνειν νοῦν, ἐγὼ μὲν ὁ κύριος ἐκ πρώτης ἀρξάμενος ἡμέρας οὐ διέλιπον τῆς ἐμαυτοῦ χρηστότητος ὑμῖν τοῖς ἐκ περιτομῆς δείγματα παρέχων, καὶ μυρία ὅσα ὑμὰς εὐεργετῶν, οὐ μόνον τὰ διὰ τῶν ἀνέκαθεν προφητῶν, ἀλλὰ καὶ τὰ διὰ τῆς ἐμαυτοῦ παρουσίας ἔν τε ταῖς προτρεπτικαῖς διδασκαλίαις καὶ τοῖς λογι- 1 Marc. 14, 10. 6 Matth. 26, 14. κοῖς μαθήμασιν, ἔν τε τοῖς σημείοις καὶ τέρασι καὶ ταῖς ἄλλαις παραδοξοποιίαις, ταῖς τε ἰάσεσι καὶ ταῖς θεραπείαις· ὑμεῖς δὲ οἱ τῆς τοσαύτης εὐεργεσίας ἠξιωμένοι δότε τὸν μισθόν μου ἤ ἀπείπασθε, αἰτῶν αὐτοῦς, ὡς εἴκὸς, καρποῦς εὐσεβείας καὶ δεῖγμα τῆς εἰς αὐτὸν πίστεως. οἱ δὲ, κατὰ τὸ εἰρημένον ἐν τῇ πρὸ ταύτης παραθέσει, “ἀντὶ τοῦ ἀγαπᾶν με ἐνδιέβαλλόν με, καὶ ἔθεντο κατ’ ἐμοῦ κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν καὶ μῖσος ἀντὶ τῆς ἀγαπήσεώς μου,” τριάκοντα ἀργυροῦς στήσαντες, ὥσπερ", + "candidate_score": 0.616767, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_2", + "bdc_text": "Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1503", + "psc_text": "οὖν ταῦτά ἐστι τῷ “ καὶ ἔστησαν τὸν μισθόν μου τριάκοντα ἀργυροῦς” ἐν τῇ προφητείᾳ εἰρημένῳ ὑπὸ τοῦ κυρίου. ἀνθ’ οὗ ὁ μὲν Σύμμαχος ἐποίησε καὶ ἐστάθμισαν τὸν μισθόν μου τριάκοντα ἀργυροῦς·” ὁ δὲ Ἀκύλας “ καὶ ἔστησαν σαν τὸν μισθόν μου τριάκοντα ἀργυροῦς.” οἷς ἐπιλέγεται “ καὶ εἶπε κύριος πρός με, κάθες αὐτοὺς εἰς τὸ χωνευτήριον, καὶ σκέψαι εἰ δόκιμόν ἐστιν, ὃν τρόπον ἐδοκιμάσθην ὑπὲρ αὐτῶν.” ἀνθ’ οὗ πάλιν ὁ μὲν Ἀκύλας φησὶ “καὶ εἶπε κύριος πρός με, κάθες αὐτοὺς εἰς τὸ χωνευτήριον, ῥῖψον αὐτὰ πρὸς τὸν πλάστην· ὑπερμεγέθης ἡ τιμὴ, ἣν ἐτιμήθην ὑπὲρ αὐτῶν. καὶ πρόσσχες τίνα τρόπον αὐτὸς ὁ κύριος τιμὴν ἑαυτοῦ ὁμολογεῖ τοὺς τριάκοντα ἀργυροῦς δεδόσθαι. ἔοικε δὲ ἡ τῆς λέξεως διάνοια τοιοῦτόν τινα ἐμφαίνειν νοῦν, ἐγὼ μὲν ὁ κύριος ἐκ πρώτης ἀρξάμενος ἡμέρας οὐ διέλιπον τῆς ἐμαυτοῦ χρηστότητος ὑμῖν τοῖς ἐκ περιτομῆς δείγματα παρέχων, καὶ μυρία ὅσα ὑμὰς εὐεργετῶν, οὐ μόνον τὰ διὰ τῶν ἀνέκαθεν", + "candidate_score": 0.612718, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_4_6", + "bdc_text": "An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten . Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_261", + "psc_text": "τοῦτ’ ἔστιν ἀμφὶ τὸν χρόνον τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἐπιφανείας, γενησομένων. δυνάμεις γὰρ ἀοράτους καί τινας ἐχθροὺς καὶ πολεμίους, μυίας καὶ μελίσσας νόμοις ἀλληγορίας ὀνομαζομένους, ἐπιβήσεσθκι τῇ τῶν Ἰουδαίων χώρᾳ φησὶν, καὶ τὸν κύριον ξυρῷ τῶν πολεμίων, ὡς ἂν μεγάλου σώματος, τοῦ Ἰουδαίων ἔθνους τὴν κεφαλὴν καὶ τὰς τρίχας τῶν ποδῶν καὶ τὸν πώγωνα καὶ πάντα συλλήβδην εἰπεῖν τὸν κόσμον αὐτῶν ξυρήσειν. τούτων δ’ ἐσομένων ἐν τῇ θεσπιζομένῃ ἡμέρᾳ τοῦ ἐκ τῆς παρθένου γενησομένου, τὸν καταλειφθέντα ἄνθρωπον ἐκ τῆς τοῦ παντὸς ἔθνους ἀπωλείας, τοῦτ’ ἔστιν ἅπαντα τὸν ἐξ αὐτῶν εἰς τὸν Χριστὸν τοῦ θεοῦ πεπιστευκότα, θρέψειν δάμαλιν βοῶν καὶ δύο πρόβατα προφητεύει, ἀπό τε τοῦ πλεῖστον ποιεῖν γάλα φάγεσθαι βούτυρον καὶ μέλι· νοήσεις δὲ καὶ ταῦτα κατὰ μυστικὴν θεωρίαν ἐπὶ τῶν τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἀποστόλων τετελεσμένα. ὧν ἕκαστος ἐν αἷς σὺν τῇ τοὐ Χριστοῦ δυνάμει συνεστήσατο ἐκκλησίαις, δύο πρόβατα, τοῦτ’ ἔστιν δύο τάγματα δίκην προβάτων ἐπὶ τὴν τοῦ Χριστοῦ ποίμνην", + "candidate_score": 0.604536, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_4", + "bdc_text": "An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1488", + "psc_text": "Ματθίαν, καὶ συγκατεψηφίσθη μετὰ τῶν δώδεκα ἀποστόλων.” τούτων οὕτως ἐκτελεσθέντων ἀκόλουθον ἂν εἴη τὸ λέγον ἐν τῷ Ψαλμῷ πρόσωπον οὐχ ἕτερον ἡγεῖσθαι τοῦ σωτῆρος ἡμῶν, ὃς τῷ πατρὶ τὴν ἀναπεμφθεῖσαν αὐτῷ παρὰ τὸν τοῦ πάθους καιρὸν εὐχὴν τῆς διὰ τοῦ ἁγίου πνεύματος ἀναγραφῆς προλαβὼν κατηξίωσε, τὸ μέλλον περὶ αὐτοῦ συμβήσεσθαι θεσπίσας. φησὶν οὖν “ ὁ θεὸς τὴν αἴνεσίν μου μὴ παρασιωπήσῃς,” τὴν ὑπ’ αὐτοῦ παραδοθεῖσαν τοῖς αὑτοῦ μαθηταῖς διδασκαλίαν καὶ τῆς καινῆς διαθήκης τὴν αἴνεσιν παρακαλῶν μὴ κατασιγσσθῆναι, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν ἑξῆς ἅπαντα αἰῶνα παραμεῖναι τῷ βίῳ. στόμα δὲ ἁμαρτωλοῦ καὶ στόμα δολίου κυρίως ἂν λεχθείη τὸ τοῦ Ἰούδα, ὃς πορευθεὶς πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς εἶπεν αὐτοῖς “ τί θέλετέ μοι δοῦναι, κἀγὼ ὑμῖν παραδώσω αὐτόν; οἶ δὲ ἔστησαν αὐτῷ τριάκοντα στατῆρας. καὶ ἀπὸ τότε ἐζήτει εὐκαιρίαν, ἔνα αὐτὸν παραδῷ αὐτοῖς. τοιαῦτα γοῦν κατ’ αὐτοῦ συνθέμενος, εἷς ἦν τῶν μετὰ ταῦτα σὺν αὐτῷ ἀνακειμένων ἐν τῷ τοῦ πάσχα συμποσίῳ, ὅτε", + "candidate_score": 0.5975, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_14", + "bdc_text": "ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1464", + "psc_text": "12, 27. 27 Es. 53, 5, 6. σόν με, ἴασαι τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἥμαρτόν σοι.” ὁρῶντας δὲ εἰκότως τοὺς ἐπιβουλεύοντας οὐ μόνον ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ δυνάμεις δυνάμεις τὴν ὑπερβάλλουσαν ἰσχὺν αὐτοῦ τῆς θείας προσηγορίας καὶ τοῦ ὀνόματος, δι’ οὗ μικρὸν ὕστερον Χριστιανῶν τὴνπᾶσαν κατέπλησεν οἰκουμένην, σβέσειν αὐτὴν οἴεσθαι ὺπειληφέναι, εἰ τὰ πρὸς θάνατον ἐπιβουλεύσαιεν αὐτῷ. τοῦτο δὴ οὖν αὐτὸ διελέγχει φάσκων “ οἱ ἐχθροί μου εἶπαν κακά μοι, πότε ἀποθανεῖται καὶ ἀπολεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ;” ἐπεὶ δὲ καθυποκρινόμενοι προσῄεσαν πειράζοντες ὅπως αὐτὸν παγιδεύσωσιν, ὡς ἡ θεία γραφὴ μαρτυρεῖ, ἄλλοτε ἄλλας αὐτοὺς προφάσεις καὶ κατηγορίας κατ’ αὐτοῦ συσκευάζεσθαι ἱστοροῦσα, τούτ’ ὢν ἕνεκα ἐπιλέγει “καὶ εἰ εἰσεπορεύετο τοῦ ἰδεῖν, μάτην ἐλάλει ἡ καρδία αὐτοῦ, συνήγαγεν ἀνομίαν ἑαυτῷ, ἐξεπορεύετο ἔξω καὶ ἐλάλει ἐπὶ τὸ αὐτὸ κατ’ ἐμοῦ.” ἐξῆς δὲ τούτοις ἤδη σαφῶς ἐμφαίνει καὶ αὐτὸν ἐκεῖνον τὸν δυσσεβέστατον προδότην, ἐπειδὴ συνέβαιβεν μεθ’ ἃς πεποίητο συνθήκας τοῖς ἄρχουσι τῶν Ἰουδαίων περὶ τῆς τοῦ", + "candidate_score": 0.575774, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 8, + "cf_id": "cf046", + "work_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1", + "max_score": 0.672297, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_15_17", + "bdc_text": "Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab. Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind . Sömliche 1559 .", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_65", + "psc_text": "εἰσῆλθεν ἀνήρ τις ἔνδοξος τῇ ὄψει, σχήματι ποιμενικῷ, περικείμενος δέρμα αἴγειον λευκὸν καὶ πήραν ἔχων ἐπὶ τῶν ὤμων καὶ ῥάβδον εἰς τὴν χεῖρα. καὶ ἠσπάσατό με, κἀγὼ ἀντησπασάμην αὐτόν. καὶ εὐθὺς παρεκάθισέν μοι καὶ λέγει μοι: Ἀπεστάλην ὑπὸ τοῦ σεμνοτάτου ἀγγέλου, ἵνα μετὰ σοῦ οἰκήσω τὰς λοιπὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου. ἔδοξα ἐγώ, ὅτι πάρεστιν ἐκπειράζων με, καὶ λέγω αὐτῷ: Σὺ γὰρ τίς εἶ; ἐγὼ γάρ, φημί, γινώσκω, ᾧ παρεδόθην. λέγει μοι: Οὐκ ἐπιγινώσκεις με; Οὔ, φημί. Ἐγώ, φησίν, εἰμὶ ὁ ποιμήν, ᾧ παρεδόθης. ἔτι λαλοῦντος αὐτοῦ ἠλλοιώθη ἡ ἰδέα αὐτοῦ, καὶ ἐπέγνων αὐτόν, ὅτι ἐκεῖνος ἦν, ᾧ παρεδόθην, καὶ εὐθὺς συνεχύθην καὶ φόβος με ἔλαβεν καὶ ὅλος συνεκόπην ἀπὸ τῆς λύπης, ὅτι οὕτως αὐτῷ ἀπεκρίθην πονηρῶς καὶ ἀφρόνως. ὁ δὲ ἀποκριθείς μοι λέγει: Μὴ συγχύννου, ἀλλὰ ἰσχυροποιοῦ ἐν ταῖς ἐντολαῖς μου αἷς σοι μέλλω ἐντέλλεσθαι. ἀπεστάλην γάρ, φησίν, ἵνα ἃ εἶδες πρότερον πάντα σοι πάλιν δείξω, αὐτὰ τὰ κεφάλαια", + "candidate_score": 0.672297, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_7_9", + "bdc_text": "über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß . Sunst muͦß ich holtz , ain kommen kernen und anders , alls thüwr und ettlichs thuͤwlich dann by üch uberkummen .", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_19", + "psc_text": "δὲ ὅρασιν εἶδον ἐν τῷ οἴκῳ μου. ἦλθεν ἡ πρεσβυτέρα καὶ ἠρώτησέν με, εἰ ἤδη τὸ βιβλίον δέδωκα τοῖς πρεσβυτέροις. ἠρνησάμην δεδωκέναι. Καλῶς, φησίν, πεποίηκας: ἔχω γὰρ ῥήματα προσθεῖναι. ὅταν οὖν ἀποτελέσω τὰ ῥήματα πάντα, διὰ σοῦ γνωρισθήσεται τοῖς ἐκλεκτοῖς πᾶσιν. γράψεις οὖν gra/yeis ou)=n Nc AL1, gra/yeis N, kai\\ gra/yeis L2F. δύο βιβλαρίδια καὶ πέμψεις ἓν Κλήμεντι καὶ ἓν Γραπτῇ. πέμψει οὖν Κλήμης εἰς τὰς ἔξω πόλεις, ἐκείνῳ γὰρ ἐπιτέτραπται: Γραπτὴ δὲ νουθετήσει τὰς χήρας καὶ τοὺς ὀρφανούς. σὺ δὲ ἀναγνώσῃ εἰς ταύτην τὴν πόλιν μετὰ τῶν πρεσβυτέρων τῶν προϊσταμένων τῆς ἐκκλησίας. Ὅρασις γ Ἣν εἶδον, ἀδελφοί, τοιαύτη. νηστεύσας πολλάκις καὶ δεηθεὶς τοῦ κυρίου, ἵνα μοι φανερώσῃ τὴν ἀποκάλυψιν, ἥν μοι ἐπηγγείλατο δεῖξαι διὰ τῆς πρεσβυτέρας ἐκείνης, ekeinhs om. N. αὐτῇ τῇ νυκτί μοι ὦπται ἡ πρεσβυτέρα καὶ εἶπέν μοι: Ἐπεὶ οὕτως ἐνδεὴς εἶ καὶ σπουδαῖος εἰς τὸ γνῶναι πάντα, ἐλθὲ εἰς τὸν ἀγρόν, ὅπου χονδρίζεις, καὶ περὶ ὥραν", + "candidate_score": 0.665632, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16_18", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind . Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_208", + "psc_text": "Ὧν εἶδε, φησί, τὴν καρδίαν μέλλουσαν καθαρὰν γενέσθαι καὶ δουλεύειν αὐτῷ ἐξ ὅλης καρδίας, τούτοις ἔδωκε τὴν μετάνοιαν: ὧν δὲ εἶδε τὴν δολιότητα καὶ πονηρίαν, μελλόντων ἐν ὑποκρίσει μετανοεῖν, ἐκείνοις οὐκ ἔδωκε μετάνοιαν, μήποτε πάλιν βεβηλώσωσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ. λέγω αὐτῷ: Κύριε, νῦν οὖν μοι δήλωσον τοὺς τὰς ῥάβδους ἐπιδεδωκότας, ποταπός τις αὐτῶν ἐστί. καὶ τὴν τούτων κατοικίαν, ἵνα ἀκούσαντες οἱ πιστεύσαντες καὶ εἰληφότες τὴν σφραγῖδα καὶ τεθλακότες αὐτὴν καὶ μὴ τηρήσαντες ὑγιῆ, ἐπιγνόντες τὰ ἑαυτῶν ἔργα μενανοήσωσι, λαβόντες ὑπὸ σοῦ σφραγῖδα, καὶ δοξάσωσι τὸν κύριον, ὅτι ἐσπλαγχνίσθη ἐπ̓ αὐτοὺς καὶ ἀπέστειλέ σε τοῦ ἀνακαινίσαι τὰ πνεύματα αὐτῶν. Ἄκουε, φησίν: ὧν αἱ ῥάβδοι ξηραὶ καὶ βεβρωμέναι ὑπὸ σητὸς εὑρέθησαν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀποστάται καὶ προδόται τῆς ἐκκλησίας καὶ βλασφημήσαντες Jam. 2, 7 cf. Gen. 48, 16; etc. ἐν ταῖς ἁμαρτίαις αὐτῶν τὸν κύριον, ἔτι δὲ καὶ ἐπαισχυνθεντες τὸ ὄνομα κυρίου τὸ ἐπικληθὲν ἐπ̓ αὐτούς. οὗτοι οὖν εἰς τέλος ἀπώλοντο τῷ", + "candidate_score": 0.665079, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16_18", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind . Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_20", + "psc_text": "πολλάκις καὶ δεηθεὶς τοῦ κυρίου, ἵνα μοι φανερώσῃ τὴν ἀποκάλυψιν, ἥν μοι ἐπηγγείλατο δεῖξαι διὰ τῆς πρεσβυτέρας ἐκείνης, ekeinhs om. N. αὐτῇ τῇ νυκτί μοι ὦπται ἡ πρεσβυτέρα καὶ εἶπέν μοι: Ἐπεὶ οὕτως ἐνδεὴς εἶ καὶ σπουδαῖος εἰς τὸ γνῶναι πάντα, ἐλθὲ εἰς τὸν ἀγρόν, ὅπου χονδρίζεις, καὶ περὶ ὥραν πέμπτην ἐμφανισθήσομαί σοι καὶ δείξω σοι, ἃ δεῖ σε ἰδεῖν. ἠρώτησα αὐτὴν λέγων: Κυρία, εἰς ποῖον τόπον τοῦ ἀγροῦ; Ὅπου, φησίν, θέλεις. ἐξελεξάμην τόπον καλὸν ἀνακεχωρηκότα. πρὶν δὲ λαλῆσαι αὐτῇ καὶ εἰπεῖν τὸν τόπον, λέγει μοι: Ἥξω Om. N%2. ἐκεῖ, ὅπου θέλεις. ἐγενόμην οὖν, ἀδελφοί, εἰς τὸν ἀγρὸν καὶ συνεψήφισα τὰς ὥρας καὶ ἦλθον εἰς τὸν τόπον, ὅπου διεταξάμην αὐτῇ ἐλθεῖν, καὶ βλέπω συμψέλιον κείμενον ἐλεφάντινον, καὶ ἐπὶ τοῦ συμψελίου ἔκειτο κερβικάριον λινοῦν καὶ ἐπάνω λέντιον ἐξηπλωμένον λινοῦν καρπάσιον. ἰδὼν ταῦτα κείμενα καὶ μηδένα ὄντα ἐν τῷ τόπῳ ἔκθαμβος ἐγενόμην, καὶ ὡσεὶ τρόμος με ἔλαβε�� καὶ αἱ τρίχες μου ὀρθαί:", + "candidate_score": 0.6617, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_15_17", + "bdc_text": "Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab. Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind . Sömliche 1559 .", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_5", + "psc_text": "αὐτὴν τὰ ῥήματα ταῦτα ἐκλείσθησαν οἱ οὐρανοί: κἀγὼ ὅλος ἤμην πεφρικὼς καὶ λυπούμενος. ἔλεγον δὲ ἐν ἐμαυτῷ: Εἰ αὕτη μοι ἡ ἁμαρτία ἀναγράφεται, πῶς δυνήσομαι σωθῆναι; ἢ πῶς ἐξιλάσομαι τὸν θεὸν περὶ τῶν ἁμαρτιῶν μου τῶν τελείων; ἢ ποίοις ῥήμασιν ἐρωτήσω τὸν κύριον, ἵνα ἱλατεύσηταί μοι; ταῦτά μου συμβουλευομένου καὶ διακρίνοντος ἐν τῇ κάρδίᾳ μου, βλέπω κατέναντί μου καθέδραν λευκὴν ἐξ ἐρίων χιονίνων γεγονυῖαν μεγάλην: καὶ ἦλθεν γυνὴ πρεσβῦτις ἐν ἱματισμῷ λαμπροτάτῳ, ἔχουσα βιβλίον εἰς τὰς χεῖρας, καὶ ἐκάθισεν μόνη καὶ ἀσπάζεταί με: Ἑρμᾶ, χαῖρε. κἀγὼ λυπούμενος καὶ κλαίων εἶπον: Κυρία, χαῖρε. καὶ εἶπέν μοι: Τί στυγνός, Ἑρμᾶ; ὁ μακρόθυμος καὶ ἀστομάχητος, ὁ πάντοτε γελῶν, τί οὕτω κατηφὴς τῇ ἰδέᾳ καὶ οὐχ ἱλαρός; κἀγὼ εἶπον αὐτῇ: Ὑπὸ γυναικὸς ἀγαθωτάτης λεγούσης, ὅτι ἥμαρτον εἰς αὐτήν. ἡ δὲ ἔφη: Μηδαμῶς ἐπὶ τὸν δοῦλον τοῦ θεοῦ τὸ πρᾶγμα τοῦτο. ἀλλὰ πάντως ἐπὶ τὴν καρδίαν σου ἀνέβη περὶ αὐτῆς. ἔστιν μὲν τοῖς δούλοις τοῦ", + "candidate_score": 0.65508, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_80", + "psc_text": "ἑαυτοῦ ψυχὴν καὶ βασανίζει, ὅτι ἥμαρτεν. βλέπεις οὖν, ὅτι ἡ μετάνοια σύνεσίς ἐστιν μεγάλη. Διὰ τοῦτο οὖν, φημί, κύριε, ἐξακριβάζομαι παρὰ σοῦ πάντα: πρῶτον μέν, From here to Mand. IV. 3, 4 (kardiognw/sths) N is missing. ὅτι ἁμαρτωλός εἰμι, ἵνα γνῶ, ποῖα ἔργα ἐργαζόμενος ζήσομαι, ὅτι πολλαί μου εἰσὶν αἱ ἁμαρτίαι καὶ ποικίλαι. Ζήσῃ, φησίν, ἐὰν τὰς ἐντολάς μου φυλάξῃς καὶ πορευθῇς ἐν αὐταῖς: καὶ ὃς ἂν ἀκούσας τὰς ἐντολὰς ταύτας φυλάξῃ, ζήσεται τῷ θεῷ. Ἔτι, φημί, κύριε, προσθήσω τοῦ ἐπερωτῆσαι. Λέγε, φησίν. Ἤκουσα, φημί, κύριε, παρά τινων διδασκάλων, ὅτι ἑτέρα μετάνοια οὐκ ἔστιν εἰ μὴ ἐκείνη, ὅτε εἰς ὕδωρ κατέβημεν καὶ ἐλάβομεν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν ἡμῶν τῶν προτέρων. λέγει μοι: Καλῶς ἤκουσας: οὕτω γὰρ ἔχει. ἔδει γὰρ τὸν to\\n Clem., tina A. εἰληφότα ἄφεσιν ἁμαρτιῶν μηκέτι ἁμαρτάνειν, ἀλλ̓ ἐν ἁγνείᾳ κατοικεῖν. ἐπεὶ δὲ πάντα ἐξακριβάζῃ, καὶ τοῦτό σοι δηλώσω, μὴ διδοὺς ἀφορμὴν τοῖς μέλλουσι πιστεύειν ἢ τοῖς νῦν πιστεύσασιν εἰς", + "candidate_score": 0.634002, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_81", + "psc_text": "κατέβημεν καὶ ἐλάβομεν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν ἡμῶν τῶν προτέρων. λέγει μοι: Καλῶς ἤκουσας: οὕτω γὰρ ἔχει. ἔδει γὰρ τὸν to\\n Clem., tina A. εἰληφότα ἄφεσιν ἁμαρτιῶν μηκέτι ἁμαρτάνειν, ἀλλ̓ ἐν ἁγνείᾳ κατοικεῖν. ἐπεὶ δὲ πάντα ἐξακριβάζῃ, καὶ τοῦτό σοι δηλώσω, μὴ διδοὺς ἀφορμὴν τοῖς μέλλουσι πιστεύειν ἢ τοῖς νῦν πιστεύσασιν εἰς τὸν κύριον. οἱ γὰρ νῦν πιστεύσαντες ἢ μέλλοντες πιστεύειν μετάνοιαν ἁμαρτιῶν οὐκ ἔχουσιν, ἄφεσιν δὲ ἔχουσι τῶν προτέρων ἁμαρτιῶν αὐτῶν. τοῖς οὖν κληθεῖσι πρὸ τούτων τῶν ἡμερῶν ἔθηκεν ὁ κύριος μετάνοιαν: καρδιογνώστης γὰρ ὢν ὁ κύριος καὶ πάντα προγινώσκων ἔγνω τὴν ἀσθένειαν τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν πολυπλοκίαν τοῦ διαβόλου, ὅτι ποιήσει τι κακὸν τοῖς δούλοις τοῦ θεοῦ καὶ πονηρεύσεται εἰς αὐτούς. πολύσπλαγχνος οὖν ὢν ὁ κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπὶ τὴν ποίησιν αὐτοῦ καὶ ἔθηκεν τὴν μετάνοιαν ταύτην, καὶ ἐμοὶ ἡ ἐξουσία τῆς μετανοίας ταύτης ἐδόθη. ἀλλὰ ἐγώ σοι λέγω, φησί With the fh of fhsi/ the extant leaves of N come", + "candidate_score": 0.633832, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_208", + "psc_text": "Ὧν εἶδε, φησί, τὴν καρδίαν μέλλουσαν καθαρὰν γενέσθαι καὶ δουλεύειν αὐτῷ ἐξ ὅλης καρδίας, τούτοις ἔδωκε τὴν μετάνοιαν: ὧν δὲ εἶδε τὴν δολιότητα καὶ πονηρίαν, μελλόντων ἐν ὑποκρίσει μετανοεῖν, ἐκείνοις οὐκ ἔδωκε μετάνοιαν, μήποτε πάλιν βεβηλώσωσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ. λέγω αὐτῷ: Κύριε, νῦν οὖν μοι δήλωσον τοὺς τὰς ῥάβδους ἐπιδεδωκότας, ποταπός τις αὐτῶν ἐστί. καὶ τὴν τούτων κατοικίαν, ἵνα ἀκούσαντες οἱ πιστεύσαντες καὶ εἰληφότες τὴν σφραγῖδα καὶ τεθλακότες αὐτὴν καὶ μὴ τηρήσαντες ὑγιῆ, ἐπιγνόντες τὰ ἑαυτῶν ἔργα μενανοήσωσι, λαβόντες ὑπὸ σοῦ σφραγῖδα, καὶ δοξάσωσι τὸν κύριον, ὅτι ἐσπλαγχνίσθη ἐπ̓ αὐτοὺς καὶ ἀπέστειλέ σε τοῦ ἀνακαινίσαι τὰ πνεύματα αὐτῶν. Ἄκουε, φησίν: ὧν αἱ ῥάβδοι ξηραὶ καὶ βεβρωμέναι ὑπὸ σητὸς εὑρέθ��σαν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀποστάται καὶ προδόται τῆς ἐκκλησίας καὶ βλασφημήσαντες Jam. 2, 7 cf. Gen. 48, 16; etc. ἐν ταῖς ἁμαρτίαις αὐτῶν τὸν κύριον, ἔτι δὲ καὶ ἐπαισχυνθεντες τὸ ὄνομα κυρίου τὸ ἐπικληθὲν ἐπ̓ αὐτούς. οὗτοι οὖν εἰς τέλος ἀπώλοντο τῷ", + "candidate_score": 0.632854, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_295", + "psc_text": "ὑμῖν λέγω τοῖς διστάζουσι περὶ ἀρνήσεως ἢ ὁμολογήσεως: ὁμολογεῖτε, ὅτι κύριον ἔχετε, μήποτε ἀρνούμενοι παραδοθήσησθε εἰς δεσμωτήριον. εἰ τὰ ἔθνη τοὺς δούλους αὐτῶν κολάζουσιν, ἐάν τις ἀρνήσηται τὸν κύριον ἑαυτοῦ, τί δοκεῖτε ποιήσει ὁ κύριος ὑμῖν, ὃς ἔχει πάντων τὴν ἐξουσίαν; ἄρατε τὰς βουλὰς ταύτας ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν, ἵνα διαπαντὸς ζήσητε τῷ θεῷ. Ἐκ δὲ τοῦ ὄρους τοῦ δωδεκάτου τοῦ λευκοῦ οἱ πιστεύσαντες τοιοῦτοί εἰσιν: ὡς νήπια βρέφη εἰσίν, οἷς οὐδεμία κακια ἀναβαίνει ἐπὶ τὴν καρδίαν οὐδὲ ἔγνωσαν, τί ἐστι πονηρία, ἀλλὰ πάντοτε ἐν νηπιότητι διέμειναν. οἱ τοιοῦτοι οὖν ἀδιστάκτως κατοικήσουσιν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ θεοῦ, ὅτι ἐν οὐδενὶ πράγματι ἐμίαναν τὰς ἐντολὰς τοῦ θεοῦ, ἀλλὰ μετὰ νηπιότητος διέμειναν πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτῶν ἐν τῇ αὐτῇ φρονήσει. Mt. 18, 3 ὅσοι οὖν διαμενεῖτε, φησί, καὶ ἔσεσθε ὡς τὰ βρέφη, κακίαν μὴ ἔχοντες, πάντων τῶν προειρημένων ἐνδοξότεροι ἔσεσθε: πάντα γὰρ τὰ βρέφη ἔνδοξά ἐστι παρὰ τῷ θεῷ καὶ", + "candidate_score": 0.629503, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_164", + "psc_text": "τίς ἐστι ταῦτα πάντα. ὁ δὲ ἀποκριθείς μοι εἶπεν: Αὐθάδης εἰ λίαν εἰς τὸ ἐπερωτᾶν. οὐκ ὀφείλεις, φησίν, ἐπερωτᾶν οὐδὲν ὅλως: ἐὰν γάρ σοι δέῃ δηλωθῆναι, δηλωθήσεται. λέγω αὐτῷ: Κύριε, ὅσα ἄν μοι δείξῃς καὶ μὴ δηλώσῃς, μάτην ἔσομαι ἑωρακὼς αὐτὰ καὶ μὴ νοῶν, τί ἐστιν: ὡσαύτως καὶ ἐάν μοι παραβολὰς λαλήσῃς καὶ μὴ ἐπιλύσῃς μοι αὐτάς, εἰς μάτην ἔσομαι ἀκηκοώς τι παρὰ σοῦ. ὁ δὲ πάλιν ἀπεκρίθη μοι λέγων: Ὃς ἄν, φησί, δοῦλος ᾖ τοῦ θεοῦ καὶ ἔχῃ τὸν κύριον ἑαυτοῦ ἐν τῇ καρδίᾳ, αἰτεῖται παῤ αὐτοῦ σύνεσιν καὶ λαμβάνει καὶ πᾶσαν παραβολὴν ἐπιλύει, καὶ γνωστὰ αὐτῷ γίνονται τὰ ῥήματα τοῦ κυρίου τὰ λεγόμενα διά πα��αβολῶν: ὅσοι δὲ βληχροί εἰσι καὶ ἀργοὶ πρὸς τὴν ἔντευξιν, ἐκεῖνοι διστάζουσιν αἰτεῖσθαι παρὰ τοῦ κυρίου: ὁ δὲ κύριος πολυεύσπλαγχνός ἐστι καὶ πᾶσι τοῖς αἰτουμένοις παῤ αὐτοῦ ἀδιαλείπτως δίδωσι. σὺ δὲ ἐνδεδυναμωμένος ὑπὸ τοῦ ἁγίου ἀγγέλου καὶ εἰληφὼς παῤ αὐτοῦ τοιαύτην ἔντευξιν καὶ μὴ", + "candidate_score": 0.626687, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_2", + "bdc_text": "Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_208", + "psc_text": "Ὧν εἶδε, φησί, τὴν καρδίαν μέλλουσαν καθαρὰν γενέσθαι καὶ δουλεύειν αὐτῷ ἐξ ὅλης καρδίας, τούτοις ἔδωκε τὴν μετάνοιαν: ὧν δὲ εἶδε τὴν δολιότητα καὶ πονηρίαν, μελλόντων ἐν ὑποκρίσει μετανοεῖν, ἐκείνοις οὐκ ἔδωκε μετάνοιαν, μήποτε πάλιν βεβηλώσωσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ. λέγω αὐτῷ: Κύριε, νῦν οὖν μοι δήλωσον τοὺς τὰς ῥάβδους ἐπιδεδωκότας, ποταπός τις αὐτῶν ἐστί. καὶ τὴν τούτων κατοικίαν, ἵνα ἀκούσαντες οἱ πιστεύσαντες καὶ εἰληφότες τὴν σφραγῖδα καὶ τεθλακότες αὐτὴν καὶ μὴ τηρήσαντες ὑγιῆ, ἐπιγνόντες τὰ ἑαυτῶν ἔργα μενανοήσωσι, λαβόντες ὑπὸ σοῦ σφραγῖδα, καὶ δοξάσωσι τὸν κύριον, ὅτι ἐσπλαγχνίσθη ἐπ̓ αὐτοὺς καὶ ἀπέστειλέ σε τοῦ ἀνακαινίσαι τὰ πνεύματα αὐτῶν. Ἄκουε, φησίν: ὧν αἱ ῥάβδοι ξηραὶ καὶ βεβρωμέναι ὑπὸ σητὸς εὑρέθησαν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀποστάται καὶ προδόται τῆς ἐκκλησίας καὶ βλασφημήσαντες Jam. 2, 7 cf. Gen. 48, 16; etc. ἐν ταῖς ἁμαρτίαις αὐτῶν τὸν κύριον, ἔτι δὲ καὶ ἐπαισχυνθεντες τὸ ὄνομα κυρίου τὸ ἐπικληθὲν ἐπ̓ αὐτούς. οὗτοι οὖν εἰς τέλος ἀπώλοντο τῷ", + "candidate_score": 0.624715, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_4_6", + "bdc_text": "An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten . Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg .", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_204", + "psc_text": "ξηρὰς καὶ μὴ κεκομμένας ἔχοντες: τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν ἐπέδωκαν τὰς ῥάβδους χλωράς, τινὲς δὲ ξηρὰς καὶ κεκομμένας ὡς ὑπὸ σητός. τοὺς ἐπιδεδωκότας οὖν χλωρὰς ἐκέλευσε χωρὶς σταθῆναι, τοὺς δὲ ξηρὰς καὶ κεκομμένας ἐπιδεδωκότας ἐκέλευσε μετὰ τῶν πρώτων σταθῆναι. εἶτα ἐπέδωκαν οἱ τὰς ἡμιξήρους καὶ σχισμὰς ἐχούσας: καὶ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν χλωρὰς ἐπέδωκαν καὶ μὴ ἐχούσας σχισμάς: τινὲς δὲ χλωρὰς καὶ παραφυάδας ἐχούσας καὶ εἰς τὰς παραφυάδας καρπούς, οἵους εἶχον οἱ εἰς τὸν πύργον πορευθέντες ἐστεφανωμένοι. τινὲς δὲ ἐπέδωκαν ξηρὰς καὶ βεβρωμένας, τινὲς δὲ ξηρὰς καὶ ἀβρώτους, τινὲς δὲ οἷαι ἦσαν ἡμίξηροι καὶ σχισμὰς ἔχουσαι. ἐκέλευσεν αὐτοὺς ἕνα ἕκαστον χωρὶς σταθῆναι, τοὺς μὲν πρὸς τὰ ἴδια τάγματα, τοὺς δὲ χωρίς. Εἶτα ἐπεδίδουν οἱ τὰς ῥάβδους χλωρὰς μὲν ἔχοντες, σχισμὰς δὲ ἐχούσας: οὗτοι πάντες χλωρὰς ἐπέδωκαν καὶ ἔστησαν εἰς τὸ ἴδιον τάγμα. ἐχάρη δὲ ὁ ποιμὴν ἐπὶ τούτοις, ὅτι πάντες ἠλλοιώθησαν καὶ ἀπέθεντο τὰς σχισμὰς αὐτῶν. ἐπέδωκ��ν δὲ καὶ οἱ τὸ", + "candidate_score": 0.622223, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_4_6", + "bdc_text": "An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten . Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg .", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_194", + "psc_text": "ἐχούσας: καὶ οὗτοι χωρὶς ἱστάνοντο. e(/teroi... i(/stanto, om. AL1. ἕτεροι δὲ ἐπεδίδουν τὰς ῥάβδους τὸ ἥμισυ ξηρὸν καὶ τὸ ἥμισυ μέρος me/ros PBerl, om. A. χλωρόν: καὶ οὗτοι χωρὶς ἱστάνοντο. ἕτεροι δὲ προσέφερον τὰς ῥάβδους αὐτῶν τὰ δύο μέρη τῆς ῥάβδου χλωρά, τὸ δὲ τρίτον ξηρόν: καὶ οὗτοι χωρὶς ἱστάνοντο. ἕτεροι δὲ ἐπεδίδουν τὰ δύο μέρη ξηρά, τὸ δὲ τρίτον χλωρόν: καὶ οὗτοι χωρὶς ἱστάνοντο. ἕτεροι δὲ ἐπεδίδουν τὰς ῥάβδους αὐτῶν παρὰ μικρὸν ὅλας χλωράς, ἐλάχιστον δὲ τῶν ῥάβδων αὐτῶν ξηρὸν ἦν, αὐτὸ τὸ ἄκρον: σχισμὰς δὲ εἶχον ἐν αὐταῖς: καὶ οὗτοι χωρὶς ἵσταντο. ἑτέρων δὲ ἦν ἐλάχιστον χλωρόν, τὰ δὲ λοιπὰ τῶν ῥάβδων ξηρά: καὶ οὗτοι χωρὶς ἱστάνοντο. ἕτεροι δὲ ἤρχοντο τὰς ῥάβδους χλωρὰς φέροντες ὡς ἔλαβον παρὰ τοῦ ἀγγέλου: τὸ δὲ πλεῖον μέρος τοῦ ὄχλου τοιαύτας ῥάβδους ἐπεδίδουν. ὁ δὲ ἄγγελος ἐπὶ τούτοις ἐχάρη λίαν: καὶ οὗτοι χωρὶς ἱστάνοντο. ἕτεροι δὲ ἐπεδίδουν τὰς ῥάβδους αὐτῶν χλωρὰς καὶ παραφυάδας", + "candidate_score": 0.617232, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc.", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_246", + "psc_text": "μοι: Τί ποιοῦμεν περὶ τούτων τῶν λίθων; Τί, φημί, ἐγὼ γινώσκω, κύριε; Οὐδὲν οὖν ἐπινοεῖς περὶ αὐτων; Ἐγώ, φημί, κύριε, ταύτην τὴν τέχνην οὐκ ἔχω, οὐδὲ λατόμος εἰμὶ οὐδὲ δύναμαι νοῆσαι. Οὐ βλέπεις αὐτούς, φησί, λίαν στρογγύλους ὄντας; καὶ ἐὰν αὐτοὺς θελήσω τετραγώνους ποιῆσαι, πολὺ δεῖ ἀπ̓ αὐτῶν ἀποκοπῆναι: δεῖ δὲ ἐξ αὐτῶν ἐξ ἀνάγκης τινὰς εἰς τὴν οἰκοδομὴν τεθῆναι. Εἰ οὖν, φημί, κύριε, ἀνάγκη ἐστί, τί σεαυτὸν βασανίζεις καὶ οὐκ ἐκλέγεις εἰς τὴν οἰκοδομὴν οὓς θέλεις καὶ ἁρμόζεις εἰς αὐτήν; ἐξελέξατο ἐξ αὐτῶν τοὺς μείζονας καὶ λαμπροὺς καὶ ἐλατόμησεν αὐτούς: αἱ δὲ παρθένοι ἄρασαι ἥρμοσαν εἰς τὰ ἐξώτερα μέρη τῆς οἰκοδομῆς. οἱ δὲ λοιποὶ οἱ περισσεύσαντες ἤρθησαν καὶ ἀπετέθησαν εἰς τὸ πεδίον, ὄθεν ἠνέχθησαν: οὐκ ἀπεβλήθησαν δέ, Ὅτι, φησί, λείπει τῷ πύργῳ ἔτι μικρὸν οἰκοδομηθῆναι. πάντας pa/ntas A (probably, but it is difficult to read), forsitan L shich in Sim. vii. 4 seems to represent pa/ntws. δὲ θέλει ὁ", + "candidate_score": 0.610506, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc.", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_245", + "psc_text": "ἐξ αὐτῶν οὐδὲν ἐκολοβώθη. εἶτα κατενόει τοὺς τραχεῖς, καὶ σκληροὺς καὶ ὀλίγοι ἐξ αὐτῶν ἀπεβλήθησαν διὰ τὸ μὴ δύνασθαι λατομηθῆναι: σκληροὶ γὰρ λίαν εὑρέθησαν. οἱ δὲ λοιποὶ αὐτῶν ἐλατομήθησαν κ��ὶ ἤρθησαν ὑπὸ τῶν παρθένων καὶ εἰς μέσην τὴν οἰκοδομὴν τοῦ πύργου ἡρμόσθησαν: ἀσθενέστεροι γὰρ ἦσαν. εἶτα κατενόει τοὺς ἔχοντας τοὺς σπίλους, καὶ ἐκ τούτων ἐλάχιστοι ἐμελάνησαν καὶ ἀπεβλήθησαν πρὸς τοὺς λοιπούς. οἱ δὲ περισσεύοντες λαμπροὶ καὶ ὑγιεῖς u(giei=s L, e)kei=noi A, om. E. εὑρέθησαν: καὶ οὗτοι ἡρμόσθησαν ὑπὸ τῶν παρθένων εἰς τὴν οἰκοδομήν, ἐξώτεροι δὲ ἐτέθησαν διὰ τὴν ἰσχυρότητα αὐτῶν. Εἶτα ἦλθε κατανοῆσαι τοὺς λευκοὺς καὶ στρογγύλους λίθους καὶ λέγει μοι: Τί ποιοῦμεν περὶ τούτων τῶν λίθων; Τί, φημί, ἐγὼ γινώσκω, κύριε; Οὐδὲν οὖν ἐπινοεῖς περὶ αὐτων; Ἐγώ, φημί, κύριε, ταύτην τὴν τέχνην οὐκ ἔχω, οὐδὲ λατόμος εἰμὶ οὐδὲ δύναμαι νοῆσαι. Οὐ βλέπεις αὐτούς, φησί, λίαν στρογγύλους ὄντας; καὶ ἐὰν αὐτοὺς θελήσω τετραγώνους ποιῆσαι, πολὺ δεῖ ἀπ̓ αὐτῶν ἀποκοπῆναι: δεῖ", + "candidate_score": 0.610289, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc.", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_101", + "psc_text": "φυλασσόντων τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ, ἐκείνων ἡ ζωή ἐστι παρὰ τῷ θεῷ: τῶν δὲ μὴ φυλασσόντων τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ, οὐδὲ ζωὴ ἐν αὐτῷ. Εντολὴ η Εἶπόν σοι, φησίν, ὅτι τὰ κτίσματα τοῦ θεοῦ διπλᾶ ἐστι: καὶ γὰρ ἡ ἐγκράτεια διπλῆ ἐστιν. ἐπί τινων γὰρ δεῖ ἐγκρατεύεσθαι, ἐπί τινων δὲ οὐ δεῖ: Γνώρισόν μοι, φημί, κύριε, ἐπὶ τίνων δεῖ ἐγκρατεύεσθαι, ἐπὶ τίνων δὲ οὐ δεῖ. Ἄκουε, φησί. τὸ πονηρὸν ἐγκρατεύου καὶ μὴ ποίει αὐτό: τὸ δὲ ἀγαθὸν μὴ ἐγκρατεύου, ἀλλὰ ποίει αὐτὸ. ἐὰν γὰρ ἐγκρατεύσῃ τὸ ἀγαθὸν μὴ ποιεῖν, ἁμαρτίαν μεγάλην ἐργάζῃ: e)a\\n ga\\r... e)rga/zh| EL, om. A. ἐὰν δὲ ἐγκρατεύσῃ τὸ πονηρὸν μὴ ποιεῖν, δικαιοσύνην μεγάλην ἐργάζῃ. ἐγκράτευσαι οὖν ἀπὸ πονηρίας πάσης ἐργαζόμενος τὸ ἀγαθόν. Ποταπαί, φημί, κύριε, εἰσὶν αἱ πονηρίαι, ἀφ̓ ὧν ἡμᾶς δεῖ ἐγκρατεύεσθαι; Ἄκουε, φησίν: ἀπὸ μοιχείας καὶ πορνείας, ἀπὸ μεθύσματος ἀνομίας, ἀπὸ τρυφῆς πονηρᾶς, ἀπὸ ἐδεσμάτων πολλῶν καὶ πολυτελείας πλούτου καὶ καυχήσεως καὶ ὑψηλοφροσύνης καὶ ὑπερηφανίας καὶ", + "candidate_score": 0.608493, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc.", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_211", + "psc_text": "καὶ περὶ αὐτῶν. ὅσων ἦσαν αἱ ῥάβδοι ἡμίξηροι, h(mi/chroi L2E1 kata\\ to\\ au)to\\ h(mi/chroi A, tantummodo semiaridae L1 ; kata\\ to\\ au)to/ seems meaningless, and may be a misunderstood gloss taken into the text. δίψυχοί εἰσιν: οὔτε γὰρ ζῶσιν οὔτε τεθνήκασιν. οἱ δὲ ἡμιξήρους ἔχοντες καὶ ἐν αὐταῖς σχισμάς, οὗτοι καὶ δίψυχοι καὶ κατάλαλοί εἰσι καὶ μηδέποτε I Thess. 5, 13 εἰρηνεύοντες εἰς ἑαυτούς, ἀλλὰ διχοστατοῦντες πάντοτε. ἀλλὰ καὶ τούτοις, φησίν, ἐπίκειται μετάνοια. βλέπεις, φησί, τινὰς ἐξ αὐτῶν μετανενοηκότας. καὶ ἔτι, φησίν, ἐστὶν ἐν αὐτοῖς ἐλπὶς μετανοίας. kai\\ e)/ti... metanoi/as om. L. ��αὶ ὅσοι, φησίν, ἐξ αὐτῶν μετανενοήκασι, τὴν κατοικίαν εἰς τὸν πύργον ἕξουσιν: e(/cousin A, e)/xousin LE. ὅσοι δὲ ἐξ αὐτῶν βραδύτερον μετανενοήκασιν, εἰς τὰ τείχη κατοικήσουσιν: ὅσοι δὲ οὐ μετανοοῦσιν, ἀλλ̓ ἐμμένουσι ταῖς πράξεσιν αὐτῶν, θανάτῳ ἀποθανοῦνται. οἱ δὲ χλωρὰς ἐπιδεδωκότες τὰς ῥάβδους αὐτῶν καὶ σχισμὰς ἐχούσας, πάντοτε οὗτοι πιστοὶ καὶ ἀγαθοὶ ἐγένοντο, ἔχοντες δὲ ζῆλόν τινα ἐν", + "candidate_score": 0.607789, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_4_6", + "bdc_text": "An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten . Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg .", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_193", + "psc_text": "καὶ καθὼς ἔλαβον, οὕτω καὶ ἐκαλοῦντο πρὸς αὐτόν, καὶ εἷς ἕκαστος αὐτῶν ἀπεδίδου τὰς ῥάβδους. ἐλάμβανε δὲ ὁ ἄγγελος τοῦ κυρίου καὶ κατενόει αὐτάς. παρά τινων ἐλάμβανε τὰς ῥάβδους ξηρὰς καὶ βεβρωμένας ὡς ὑπὸ σητός: ἐκέλευσεν ὁ ἄγγελος τοὺς τὰς τοιαύτας ῥάβδους ἐπιδεδωκότας χωρὶς ἱστάνεσθαι. ἕτεροι δὲ ἐπεδίδοσαν ξηράς, ἀλλ̓ οὐκ ἦσαν βεβρωμέναι ὑπὸ σητός: καὶ τούτους ἐκέλευσε χωρὶς ἱστάνεσθαι. i(sta/nesqai PBerl, i(/stasqai A and so throughout this section. ἕτεροι δὲ ἐπεδίδουν ἡμιξήρους: καὶ οὗτοι χωρὶς ἱστάνοντο. ἕτεροι δὲ ἐπεδίδουν τὰς ῥάβδους αὐτῶν ἡμιξήρους καὶ σχισμὰς ἐχούσας: καὶ οὗτοι χωρὶς ἵσταντο. ἕτεροι δὲ ἐπεδίδουν τὰς ῥάβδους αὐτῶν χλωρὰς καὶ σχισμὰς ἐχούσας: καὶ οὗτοι χωρὶς ἱστάνοντο. e(/teroi... i(/stanto, om. AL1. ἕτεροι δὲ ἐπεδίδουν τὰς ῥάβδους τὸ ἥμισυ ξηρὸν καὶ τὸ ἥμισυ μέρος me/ros PBerl, om. A. χλωρόν: καὶ οὗτοι χωρὶς ἱστάνοντο. ἕτεροι δὲ προσέφερον τὰς ῥάβδους αὐτῶν τὰ δύο μέρη τῆς ῥάβδου χλωρά, τὸ δὲ τρίτον ξηρόν: καὶ οὗτοι χωρὶς ἱστάνοντο.", + "candidate_score": 0.606033, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc.", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_202", + "psc_text": "τοῦ νόμου παθόντες: οἱ δὲ ἕτεροι καὶ αὐτοὶ χλωρὰς τὰς ῥάβδους ἐπιδεδωκότες καὶ παραφυάδας ἐχούσας, καρπὸν δὲ μὴ ἐχούσας οἱ ὑπὲρ τοῦ νόμου θλιβέντες, μὴ παθόντες δὲ μηδὲ ἀρνησάμενοι τὸν νόμον αὐτῶν. οἱ δὲ χλωρὰς ἐπιδεδωκότες, οἵας ἔλαβον, σεμνοὶ καὶ δίκαιοι καὶ λίαν πορευθέντες ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ καὶ τὰς ἐντολὰς κυρίου πεφυλακότες. τὰ δὲ λοιπὰ γνώσῃ, ὅταν κατανοήσω τὰς ῥάβδους ταύτας τὰς πεφυτευμένας καὶ πεποτισμένας. Καὶ μετὰ ἡμέρας ὀλίγας ἤλθομεν εἰς τὸν τόπον, καὶ ἐκάθισεν ὁ ποιμὴν εἰς τὸν τόπον τοῦ ἀγγέλου, κἀγὼ παρεστάθην αὐτῷ. καὶ λέγει μοι: Περίζωσαι ὠμόλινον καὶ kai\\ diako/nei... w)mo/linon om. A. διακόνει μοι. περιεζωσάμην ὠμόλινον ἐκ σάκκου γεγονὸς καθαρόν. ἰδὼν δέ με περιεζωσμένον καὶ ἕτοιμον ὄντα τοῦ διακονεῖν αὐτῷ, Κάλει, φησί, τοὺς ἄνδρας, ὧν εἰσὶν αἱ ῥάβδοι πεφυτευμέναι, κατὰ τὸ τάγμα, ὥς τις ἔδωκε τὰς ῥάβδους. καὶ ἀπῆλθον εἰς τὸ πεδίον καὶ ἐκάλεσα πάντας: καὶ ἔστησαν πάντες τάγματα τάγματα. ta/gmata ta/gmata emended in accordance sith", + "candidate_score": 0.603468, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc.", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_193", + "psc_text": "καὶ καθὼς ἔλαβον, οὕτω καὶ ἐκαλοῦντο πρὸς αὐτόν, καὶ εἷς ἕκαστος αὐτῶν ἀπεδίδου τὰς ῥάβδους. ἐλάμβανε δὲ ὁ ἄγγελος τοῦ κυρίου καὶ κατενόει αὐτάς. παρά τινων ἐλάμβανε τὰς ῥάβδους ξηρὰς καὶ βεβρωμένας ὡς ὑπὸ σητός: ἐκέλευσεν ὁ ἄγγελος τοὺς τὰς τοιαύτας ῥάβδους ἐπιδεδωκότας χωρὶς ἱστάνεσθαι. ἕτεροι δὲ ἐπεδίδοσαν ξηράς, ἀλλ̓ οὐκ ἦσαν βεβρωμέναι ὑπὸ σητός: καὶ τούτους ἐκέλευσε χωρὶς ἱστάνεσθαι. i(sta/nesqai PBerl, i(/stasqai A and so throughout this section. ἕτεροι δὲ ἐπεδίδουν ἡμιξήρους: καὶ οὗτοι χωρὶς ἱστάνοντο. ἕτεροι δὲ ἐπεδίδουν τὰς ῥάβδους αὐτῶν ἡμιξήρους καὶ σχισμὰς ἐχούσας: καὶ οὗτοι χωρὶς ἵσταντο. ἕτεροι δὲ ἐπεδίδουν τὰς ῥάβδους αὐτῶν χλωρὰς καὶ σχισμὰς ἐχούσας: καὶ οὗτοι χωρὶς ἱστάνοντο. e(/teroi... i(/stanto, om. AL1. ἕτεροι δὲ ἐπεδίδουν τὰς ῥάβδους τὸ ἥμισυ ξηρὸν καὶ τὸ ἥμισυ μέρος me/ros PBerl, om. A. χλωρόν: καὶ οὗτοι χωρὶς ἱστάνοντο. ἕτεροι δὲ προσέφερον τὰς ῥάβδους αὐτῶν τὰ δύο μέρη τῆς ῥάβδου χλωρά, τὸ δὲ τρίτον ξηρόν: καὶ οὗτοι χωρὶς ἱστάνοντο.", + "candidate_score": 0.599206, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_5", + "bdc_text": "Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 .", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_224", + "psc_text": "ὅλως ἔγεμεν, ὧν μὲν μικρῶν, ὧν δὲ μεγάλων: εἶχον δὲ βοτάνας αἱ σχισμαί, οὐ λίαν δὲ ἦσαν εὐθαλεῖς αἱ βοτάναι, μᾶλλον δὲ ὡς μεμαραμμέναι ἦσαν. τὸ δὲ ἕβδομον ὄρος εἶχε βοτάνας ἱλαράς, καὶ ὅλον τὸ ὄρος εὐθηνοῦν ἦν, καὶ πᾶν γένος κτηνῶν καὶ ὀρνέων ἐνέμοντο εἰς τὸ ὄρος ἐκεῖνο: καὶ ὅσον ἐβόσκοντο τὰ κτήνη καὶ τὰ πετεινά, μᾶλλον καὶ μᾶλλον αἱ βοτάναι τοῦ ὄρους ἐκείνου ἔθαλλον. τὸ δὲ ὄγδοον ὄρος πηγῶν πλῆρες ἦν, καὶ πᾶν γένος τῆς κτίσεως τοῦ κυρίου ἐποτίζοντο ἐκ τῶν πηγῶν τοῦ ὄρους ἐκείνου. τὸ δὲ ἔννατον ὄρος ὅλως ὕδωρ οὐκ εἶχεν καὶ ὅλον ἐρημῶδες ἦν. εἶχε δὲ ἐν αὐτῷ θηρία καὶ ἑρπετὰ θανάσιμα διαφθείροντα ἀνθρώπους. τὸ δὲ δέκατον ὄρος εἶχε δένδρα μέγιστα καὶ ὅλον κατάσκιον ἦν, καὶ ὑπὸ τὴν σκέπην τῶν δένδρων πρόβατα κατέκειντο ἀναπαυόμενα καὶ μαρυκώμενα. τὸ δὲ ἑνδέκατον ὄρος λίαν σύνδενδρον ἦν, καὶ τὰ δένδρα ἐκεῖνα κατάκαρπα ἦν, ἄλλοις καὶ ἄλλοις καρποῖς κεκοσμημένα, ἵνα", + "candidate_score": 0.591408, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_5", + "bdc_text": "Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 .", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_223", + "psc_text": "μαστῶδες καὶ ἐκάθισέ με ἐπὶ τὸ ἄκρον τοῦ ὄρους καὶ ἔδειξέ μοι πεδίον μέγα, κύκλῳ δὲ τοῦ πεδίου ὄρη δώδεκα, ἄλλην καὶ ἄλλην ἰδέαν ἔχοντα τὰ ὄρη. τὸ πρῶτον ἦν μέλαν ὡς ἀσβόλη: τὸ δὲ δεύτερον ψιλόν, βοτάνας μὴ ἔχον: τὸ δὲ τρίτ��ν ἀκανθῶν καὶ τριβόλων πλῆρες: τὸ δὲ τέταρτον βοτάνας ἔχον ἡμιξήρους, τὰ μὲν ἐπάνω τῶν βοτανῶν χλωρά, τὰ δὲ πρὸς ταῖς ῥίζαις ξηρά: τινὲς δὲ βοτάναι, ὅταν ὁ ἥλιος ἐπικεκαύκει, ξηραὶ ἐγίνοντο: A adds to\\ de\\ o)/ros traxu\\ li/an h)=n bota/nas e)/xon chra/s. τὸ δὲ πέμπτον ὄρος ἔχον βοτάνας χλωρὰς καὶ τραχὺ ὄν. τὸ δὲ ἕκτον ὄρος σχισμῶν ὅλως ἔγεμεν, ὧν μὲν μικρῶν, ὧν δὲ μεγάλων: εἶχον δὲ βοτάνας αἱ σχισμαί, οὐ λίαν δὲ ἦσαν εὐθαλεῖς αἱ βοτάναι, μᾶλλον δὲ ὡς μεμαραμμέναι ἦσαν. τὸ δὲ ἕβδομον ὄρος εἶχε βοτάνας ἱλαράς, καὶ ὅλον τὸ ὄρος εὐθηνοῦν ἦν, καὶ πᾶν γένος κτηνῶν καὶ ὀρνέων ἐνέμοντο εἰς τὸ ὄρος ἐκεῖνο: καὶ", + "candidate_score": 0.59039, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 9, + "cf_id": "cf011", + "work_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2", + "max_score": 0.672241, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10_12", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc. Sagt min h von Cham selig , ich sölltigen die sach annemmen mit der zuͦchen , und mit klagen . Wenn dann mitt der zyt mir manglete und ichs anzeigte , wölte erst hälleffen , und wurdent dann min gl. das best Uff sömliche zuͦsag , stuͤnd ich für ein ersammen radt Zürych und erklagt mich nüt , sunder namm den stand guͦt willig Nun me aber , so ich zuͦ Glaris ob einem jar gehuset , befind ich leyder , so ich alles , was ich darff , brot , wyn , kleyder , buͦcher und in alles , das ich bruͦchen muͦ ß", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1008", + "psc_text": "ὄντες καὶ τὴν γλῶσσαν ἐπὶ τῆς γῆς ἔχοντες· ταῦτ’ ἦν, δι’ ἃ ὡμολόγουν τὸ ἐμαυτοῦ πάθος, κατ’ ἐμαυτοῦ στηλιτεύων ἔγγραφον κατηγορίαν, καὶ ὅτι παρὰ μικρὸν ἐσαλεύθησαν οἱ πόδες μου καὶ παρ’ ὀλίγον ἐξεχύθη τὰ διαβήματά μου, ὅτι ἐζήλωσα ἐπὶ τοῖς ἀνόμοις εἰρήνην ἁμαρτωλῶν θεωρῶν. Διὰ τοῦτο ἐπιστρέψει ὁ λαός μου ἐνταῦθα, καὶ ἡμέραι πλήρεις εὑρεθήσονται ἐν αὐτοῖς. καὶ εἶπαν· πῶς ἔγνω ὁ θεός, καὶ εἰ ἔστι γνῶσις ἐν τῷ ὑψίστῳ; ἰδοὺ οὗτοι ἁμαρτωλοὶ καὶ εὐθηνοῦνται· εἰς τὸν αἰῶνα κατέσχον πλούτου. ἄρα ματαίως ἐδικαίωσα τὴν καρδίαν μου καὶ ἐνιψάμην ἐν ἀθῴοις τὰς χεῖράς μου; καὶ ἐγενόμην μεμαστιγωμένος ὅλην τὴν ἡμέραν, καὶ ὁ ἔλεγχός μου εἰς τὰς πρωΐας. Τὰ μὲν ἄθεα τῶν ἀσεβῶν ῥήματα καὶ ἡ κρατήσασα αὐτῶν ὑπερηφανία τοιαύτη τις ἦν, οἵα δεδήλωται, χρὴ δὲ μὴ ἀγνοεῖν, ὡς αὐτὰ ταῦτα πρὸς ἀγαθοῦ γεγένηται τῷ ἐμῷ λαῷ· εἰ γὰρ καὶ τὰ μάλιστα πρός τινα καιρὸν αὐτοῖς ἐκείνοις τοῖς ἀσεβέσιν ὁ ἐμὸς λαὸς", + "candidate_score": 0.672241, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_7_9", + "bdc_text": "über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß . Sunst muͦß ich holtz , ain kommen kernen und anders , alls thüwr und ettlichs thuͤwlich dann by üch uberkummen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_800", + "psc_text": "χολήν, καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισάν με ὄξος. Κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· Καὶ ἀνέμενον συλλυπούμενον, καὶ οὐχ ὑπῆρ χεν, καὶ παρηγοροῦντα, καὶ οὐχ εὕρισκον. καὶ ἐνέβαλλον εἰς τὴν τροφήν μου χολήν, καὶ ἐν τῇ δίψῃ μου ἐπότισάν με ὄξος. Ὅτι μὲν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καταλιπόντες αὐτὸν, ἔφυγον κατὰ τὸν τοῦ πάθους καιρὸν, ὅμως δ’ ἐκτὸς λύπης οὐκ ἦσαν, διδάσκει τὸ εὐαγγέλιον. ὅτε γὰρ Πέτρος ἀναγέγραπται ἀποκλαυσάμενος πικρῶς, οἵ τε λοιποὶ συνηγμένοι καὶ ὑφ’ ἕνα κρυπταζόμενοι οἶκον διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, οὐκ ἕξω λύπης ὑπῆρχον. Οὐκ ἂν οὖν ἁρμόσειε ταῦτα περὶ τοῦ χοροῦ τῶν ἀποστόλων λέγεσθαι, ἀλλὰ περὶ τῶν θλιβόντων αὐτὸν, περὶ ὧν ἔλεγεν· Ἐναντίον σοῦ πάντες οἱ θλίβοντές με. Ἐγὼ μὲν γὰρ πάντα ὑπὲρ τῆς αὐτῶν σωτηρίας ἐποίουν, καλύπτων ἐν νηστείᾳ τὴν ψυχήν μου, σάκκῳ τε ἐνδύματι χρώμενος· οἱ δὲ τὰ ἐναντία τούτοις ἔπραττον, τοτὲ μὲν ὀνειδίζοντες καὶ διασύροντες τὰς ἐμὰς νηστείας, τοτὲ δὲ ἐν ταῖς παροινίαις αὐτῶν", + "candidate_score": 0.666539, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16_18", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind . Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_191", + "psc_text": "ταῦτα· ὁ γοῦν Ἀκύλας φησίν· ἐγὼ πρὸς τὸν θεὸν καλέσω, καὶ κύριος σώσει με· καὶ ὁ Θεοδοτίων· ἐγὼ δὲ πρὸς τὸν θεὸν κεκράξομαι, καὶ κύριος σώσει με. Τῶν γὰρ κατὰ τοῦ σωτῆρος τολμηθησομένων τοιούτων ὄντων ἐγὼ ὁ πρότερον εἰρηκώς· ἡ καρδία μου ἐταράχθη ἐν ἐμοί, καὶ δειλία θανάτου ἐπέπεσεν ἐπ’ ἐμέ· φόβος καὶ τρόμος ἦλθεν ἐπ’ ἐμέ, καὶ ἐκάλυψέν με σκότος, ταῦτα παθὼν διὰ τὴν τῶν ἀποκαλυφθέντων μοι θέαν πρὸς τὸν θεὸν ἐκέκραξα· ὁ δὲ μὴ παριδών με κατηξίωσεν φανερά μοι καταστῆσαι· ὥσπερ τὰ σκυθρωπὰ πρότερον ἐδείκνυ, οὕτω καὶ τὰ φαιδρότερα, λέγω δὲ καὶ τὴν ἀνάστασιν τοῦ σωτῆρος καὶ τὴν παρὰ τῷ πατρὶ δόξαν. καὶ ταῦτα δὲ ἰδὼν ἐσώθην, διό φημι· ἐγὼ πρὸς τὸν θεὸν ἐκέκραξα, καὶ κύριος ἔσωσέν με. Σωθεὶς δὲ εἰσακουσθεὶς γὰρ καὶ σωθεὶς vgl. Ps 54,17 t.r.: εἰσήκουσέν μου οὐκέτι ἠρεμῶ οὐδὲ ἡσυχίαν ἄγειν δύναμαι, ἀλλὰ κηρύττω καὶ πάντας ἀνθρώπους πᾶσιν ἀνθρώποις εὐαγγελίζομαι ἀλλὰ κηρύττω καὶ πάντας", + "candidate_score": 0.662987, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_0_2", + "bdc_text": "1558 . Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_329", + "psc_text": "συνηχήσουσιν, οὐδὲν μὲν ἔναρθρον φθεγγόμενοι, οὐδὲ ἐκ λογικῆς δια νοίας λόγους ἀξίους μνήμης προσφέροντες, κυσὶν δὲ παραπλησίως ὑλαγμοὺς ἀφιέντες φωνάς τε ὑβριστικὰς καὶ ἀναιδεῖς. Διὸ καὶ λιμώξουσιν τοῦ τῆς ζωῆς ἄρτου στερηθέντες· ἐπεὶ μὴ παρεδέξαντο τὴν σωτήριον καὶ οὐράνιον τροφὴν αὐτὸν τὸν εἰρηκότα· ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβὰς καὶ διδοὺς ζωὴν τοῖς ἀνθρώποις . ὅθεν καὶ ἕτερος προφήτης τὸν λιμὸν τοῦτον αἰνιττόμενος ἐβόα λέγων· ἰδοὺ οἱ δουλεύοντές μοι φάγονται, ὑμεῖς δὲ πεινάσετε· ἰδοὺ οἱ δουλεύοντές μοι πίονται, ὑμεῖς δὲ διψήσετε . στερηθέντες δὲ τῆς αἰωνίου τροφῆς καὶ τὸν ἄρτον τῆς ζωῆς παραιτησάμενοι οὐκέθ’ ὡς πρόβατα γενήσονται τοῦ καλοῦ ποιμένος, παραβληθήσονται δὲ κυσίν. Εἶτα δὲ καὶ τῆς ἑαυτῶν πόλεως, ἣν κακῶς ᾤκησαν, ἀπελασθήσονται· ἀποκλεισθήσονταί τε αὐτῆς ὡς μηκέτ’ αὐτῆς ἐπιβαίνειν τολμᾶν, ἐπειδήπερ οἱ οἰκοῦντες αὐτὴν αἱμάτων αὐτὴν ἐπλήρουν. διὸ ἐν τῷ προδηλωθέντι ἐλέγετο· ὅτι εἶδον ἀνομίαν καὶ ἀντιλογίαν ἐν τῇ πόλει. Ἀλλ’ ἐκεῖ μὲν τὰ τολμηθέντα τῷ", + "candidate_score": 0.661831, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_0_2", + "bdc_text": "1558 . Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_617", + "psc_text": "ἐνεδύσαντο οἱ κριοὶ τῶν προβάτων, οὓς ὥσπερ ποιμνίων ἡγουμένους αὐτοὶ κατέστησαν· βόας δὲ τὰς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ἀγελαζομένας ψυχάς· μὴ γὰρ τῶν βοῶν, φησί, μέλει τῷ θεῷ; ἢ δι’ ἡμᾶς πάντως λέγει. χίμαροι δὲ οἱ ἀρτιγενεῖς καὶ τῷ καιρῷ τοῦ χειμῶνος γεγενημένοι εἶεν ἄν· διὸ κατὰ τοὺς λοιποὺς ἑρμηνευτὰς καίριμοι, ὡς τὸν τοῦ διωγμοῦ καιρὸν ἐκφυγόντες, ὠνομάσθησαν. καὶ τούτους τοιγαροῦν ὡς ἂν νεογνοὺς καὶ ὑπ’ αὐτῶν προηγμένους τῷ θεῷ προσάγουσιν, ἕκαστος ἐφ’ οἷς προηγάγετο σεμνυνόμενος. Ταῦτα μὲν οὖν πνευματικῶς καὶ πρεπόντως τῇ τῶν θεοπνεύστων γραφῶν ἐπαγγελίᾳ τεθεώρηται ἡμῖν. καὶ πρέπει γε οὕτως ἀκούειν τῶν προκειμένων ἢ κατὰ τὰς Ἰουδαίων ταπεινὰς μυθολογίας ὁλοκαυτώμασι χαίρειν τὸν θεὸν ἢ θυμιάμασιν αἰσθητοῖς ἢ κριῶν καὶ βοῶν καὶ χιμάρων αἵμασιν ὑπονοούντων. ἃ δὴ πάντα διὰ τοῦ προφήτου αὐτὸς ὁ θεὸς παραιτεῖται λέγων· τί μοι πλῆθος τῶν θυσιῶν ὑμῶν; λέγει κύριος· πλήρης εἰμὶ ὁλοκαυτωμάτων κριῶν καὶ στέαρ ἀρνῶν καὶ αἵματα ταύρων καὶ τράγων οὐ βούλομαι. τίς", + "candidate_score": 0.661149, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_6_8", + "bdc_text": "küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_800", + "psc_text": "χολήν, καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισάν με ὄξος. Κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· Καὶ ἀνέμενον συλλυπούμενον, καὶ οὐχ ὑπῆρ χεν, καὶ παρηγοροῦντα, καὶ οὐχ εὕρισκον. καὶ ἐνέβαλλον εἰς τὴν τροφήν μου χολήν, καὶ ἐν τῇ δίψῃ μου ἐπότισάν με ὄξος. Ὅτι μὲν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καταλιπόντες αὐτὸν, ἔφυγον κατὰ τὸν τοῦ πάθους καιρὸν, ὅμως δ’ ἐκτὸς λύπης οὐκ ἦσαν, διδάσκει τὸ εὐαγγέλιον. ὅτε γὰρ Πέτρος ἀναγέγραπται ἀποκλαυσάμενος πικρῶς, οἵ τε λοιποὶ συνηγμένοι καὶ ὑφ’ ἕνα κρυπταζόμενοι οἶκον διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, οὐκ ἕξω λύπης ὑπῆρχον. Οὐκ ἂν οὖν ἁρμόσειε ταῦτα περὶ τοῦ χοροῦ τῶν ἀποστόλων λέγεσθαι, ἀλλὰ περὶ τῶν θλιβόντων αὐτὸν, περὶ ὧν ἔλεγεν· Ἐναντίον σοῦ πάντες οἱ θλίβοντές με. Ἐγὼ μὲν γὰρ πάντα ὑπὲρ τῆς αὐτῶν σωτηρίας ἐποίουν, καλύπτων ἐν νηστείᾳ τὴν ψυχήν μου, σάκκῳ τε ἐνδύματι χρώμενος· οἱ δὲ τὰ ἐναντία τούτοις ἔπραττον, τοτὲ μὲν ὀνειδίζοντες καὶ διασύροντες τὰς ἐμὰς νηστείας, τοτὲ δὲ ἐν ταῖς παροινίαις αὐτῶν", + "candidate_score": 0.660847, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16_18", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind . Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_234", + "psc_text": "τοὺς πόδας μου τῆς ψυχῆς μου ἐξἀπὸ ὀλισθήματος. τίς γὰρ οὐκ ἂν διετράπη ὥσπερ εἰς πηλὸν ἐμβὰς καὶ ὀλισθηροῖς περιπεσὼν χωρίοις μέσος τοσούτων ἀποληφθεὶς ἀθέων καὶ εἰδωλολατρῶν ἀνδρῶν; ἀλλ’ ἦν ἄρα καὶ ἐν τούτῳ τὸ σὸν ἔλεος καὶ ἡ σὴ χάρις ῥυομένη μου τοὺς πόδας ἐξ ὀλισθήματος · οὐ γὰρ ἐμαυτοῦ δυνάμει ἐπιγράφω ταῦτα, ἐπεὶ μηδ’ οὕτως ἤμην στερρὸς τὴν ψυχὴν ὡς ἀδιάτρεπος μένειν ἐν τῷ μεταξὺ τοσούτων εἱλῆσθαι εἱλίσθαι , εἰ μὴ σὺ ἦσθα βοηθός. διὸ ἐξομολογούμενος εὐχα­ριστῶ, ὅτι ἐρρύσω τοὺς πόδας μου ἐξ ὀλισθήματος. καὶ ταῦτά μοι τὸ σὸν ἔλεος ἐδωρεῖτο, ὑπὲρ τοῦ εὐαρεστῆσαι ἐνώπιόν σου ἐν φωτὶ ζώντων, ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον ὡς τὸ ὁδεύειν ἔμπροσθεν τοῦ θεοῦ διὰ φωτὸς τῆς ζωῆς . Διατρίβων γοῦν καὶ παρὰ τοῖς ἀλλοφύλοις τῆς ὀρθῆς καὶ βασιλικῆς ὁδοῦ οὐ παρέξεισ��ν· ἀλλὰ σοὶ εὐαρέστως ὥδευον ὑπὸ σοῦ ποδηγούμενος καὶ φωτιζόμενος φωτός τε μεταλαγχάνων οὐ τοῦ κοινοῦ καὶ πᾶσιν ἐγκειμένου, λογικοῖς τε καὶ", + "candidate_score": 0.660541, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16_18", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind . Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_248", + "psc_text": "ὁ προτεταγμένος τοῦ παρόντος ψαλμὸς οὐκ ἦν, ἀλλὰ στηλογραφία , ὅπερ ἡρμήνευσεν ὁ μὲν Ἀκύλας· ταπεινοῦ τελείου Ἀ , ὁ δὲ Σύμμαχος· τοῦ ταπεινόφρονος καὶ ἀμώμου Σ , οὕτως καὶ ὁ παρὼν λόγος τὴν εἰς ἄκρον πραότητος καὶ ἀνεξικακίας τοῦ Δαυὶδ ἀρετήν, ταπεινοῦ τελείου Ἀ , ταπεινόφρονος καὶ ἀμώμου Σ , εἶθ’ ὥσπερ αἰωνίου μνήμης τὴν ταπεινοφροσύνην ἀξίαν ἀνατίθησι στηλογραφίαν. ἐπὶ ταύτῃ δὲ τῇ ἀρετῇ καὶ Μωσῆς ἐμαρτυρεῖτο· καὶ ὁ σωτὴρ δὲ καὶ κύριος ἡμῶν ἐπὶ ταύτην παρεκάλει λέγων· μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ . Ἐπεὶ δὲ ἐδεῖτο παραμονῆς καὶ τῆς ἐπὶ μήκιστον φυλακῆς ἡ τοιαύτη ἀρετή ( ὁ γὰρ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται ), διὰ τοῦτο ἐπιγέγραπται· εἰς τὸ τέλος, μὴ διαφθείρῃς · πολλοὶ γὰρ καλῶς ἀρξάμενοι οὐ διήρκεσαν εἰς τέλος . ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον τοῦ Δαυὶδ τὴν φυγὴν καὶ τὴν ἐν ἐρημίαις διατριβὴν τήν τε ἐν σπηλαίοις καρτερικωτάτην οἴκησιν ἀποδεχόμενον", + "candidate_score": 0.659747, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_15_17", + "bdc_text": "Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab. Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind . Sömliche 1559 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_234", + "psc_text": "τοὺς πόδας μου τῆς ψυχῆς μου ἐξἀπὸ ὀλισθήματος. τίς γὰρ οὐκ ἂν διετράπη ὥσπερ εἰς πηλὸν ἐμβὰς καὶ ὀλισθηροῖς περιπεσὼν χωρίοις μέσος τοσούτων ἀποληφθεὶς ἀθέων καὶ εἰδωλολατρῶν ἀνδρῶν; ἀλλ’ ἦν ἄρα καὶ ἐν τούτῳ τὸ σὸν ἔλεος καὶ ἡ σὴ χάρις ῥυομένη μου τοὺς πόδας ἐξ ὀλισθήματος · οὐ γὰρ ἐμαυτοῦ δυνάμει ἐπιγράφω ταῦτα, ἐπεὶ μηδ’ οὕτως ἤμην στερρὸς τὴν ψυχὴν ὡς ἀδιάτρεπος μένειν ἐν τῷ μεταξὺ τοσούτων εἱλῆσθαι εἱλίσθαι , εἰ μὴ σὺ ἦσθα βοηθός. διὸ ἐξομολογούμενος εὐχα­ριστῶ, ὅτι ἐρρύσω τοὺς πόδας μου ἐξ ὀλισθήματος. καὶ ταῦτά μοι τὸ σὸν ἔλεος ἐδωρεῖτο, ὑ��ὲρ τοῦ εὐαρεστῆσαι ἐνώπιόν σου ἐν φωτὶ ζώντων, ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον ὡς τὸ ὁδεύειν ἔμπροσθεν τοῦ θεοῦ διὰ φωτὸς τῆς ζωῆς . Διατρίβων γοῦν καὶ παρὰ τοῖς ἀλλοφύλοις τῆς ὀρθῆς καὶ βασιλικῆς ὁδοῦ οὐ παρέξεισιν· ἀλλὰ σοὶ εὐαρέστως ὥδευον ὑπὸ σοῦ ποδηγούμενος καὶ φωτιζόμενος φωτός τε μεταλαγχάνων οὐ τοῦ κοινοῦ καὶ πᾶσιν ἐγκειμένου, λογικοῖς τε καὶ", + "candidate_score": 0.658953, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_5_7", + "bdc_text": "Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_800", + "psc_text": "χολήν, καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισάν με ὄξος. Κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· Καὶ ἀνέμενον συλλυπούμενον, καὶ οὐχ ὑπῆρ χεν, καὶ παρηγοροῦντα, καὶ οὐχ εὕρισκον. καὶ ἐνέβαλλον εἰς τὴν τροφήν μου χολήν, καὶ ἐν τῇ δίψῃ μου ἐπότισάν με ὄξος. Ὅτι μὲν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καταλιπόντες αὐτὸν, ἔφυγον κατὰ τὸν τοῦ πάθους καιρὸν, ὅμως δ’ ἐκτὸς λύπης οὐκ ἦσαν, διδάσκει τὸ εὐαγγέλιον. ὅτε γὰρ Πέτρος ἀναγέγραπται ἀποκλαυσάμενος πικρῶς, οἵ τε λοιποὶ συνηγμένοι καὶ ὑφ’ ἕνα κρυπταζόμενοι οἶκον διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, οὐκ ἕξω λύπης ὑπῆρχον. Οὐκ ἂν οὖν ἁρμόσειε ταῦτα περὶ τοῦ χοροῦ τῶν ἀποστόλων λέγεσθαι, ἀλλὰ περὶ τῶν θλιβόντων αὐτὸν, περὶ ὧν ἔλεγεν· Ἐναντίον σοῦ πάντες οἱ θλίβοντές με. Ἐγὼ μὲν γὰρ πάντα ὑπὲρ τῆς αὐτῶν σωτηρίας ἐποίουν, καλύπτων ἐν νηστείᾳ τὴν ψυχήν μου, σάκκῳ τε ἐνδύματι χρώμενος· οἱ δὲ τὰ ἐναντία τούτοις ἔπραττον, τοτὲ μὲν ὀνειδίζοντες καὶ διασύροντες τὰς ἐμὰς νηστείας, τοτὲ δὲ ἐν ταῖς παροινίαις αὐτῶν", + "candidate_score": 0.658154, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_1_3", + "bdc_text": "Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 . An wyn 16 soum sind 22 eymer .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_329", + "psc_text": "συνηχήσουσιν, οὐδὲν μὲν ἔναρθρον φθεγγόμενοι, οὐδὲ ἐκ λογικῆς δια νοίας λόγους ἀξίους μνήμης προσφέροντες, κυσὶν δὲ παραπλησίως ὑλαγμοὺς ἀφιέντες φωνάς τε ὑβριστικὰς καὶ ἀναιδεῖς. Διὸ καὶ λιμώξουσιν τοῦ τῆς ζωῆς ἄρτου στερηθέντες· ἐπεὶ μὴ παρεδέξαντο τὴν σωτήριον καὶ οὐράνιον τροφὴν αὐτὸν τὸν εἰρηκότα· ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβὰς καὶ διδοὺς ζωὴν τοῖς ἀνθρώποις . ὅθεν καὶ ἕτερος προφήτης τὸν λιμὸν τοῦτον αἰνιττόμενος ἐβόα λέγων· ἰδοὺ οἱ δουλεύοντές μοι φάγονται, ὑμεῖς δὲ πεινάσετε· ἰδοὺ οἱ δουλεύοντές μοι πίονται, ὑμεῖς δὲ διψήσετε . στερηθέντες δὲ τῆς αἰωνίου τροφῆς καὶ τὸν ἄρτον τῆς ζωῆς παραιτησάμενοι οὐκέθ’ ὡς πρόβατα γενήσονται τοῦ καλοῦ ποιμένος, παραβληθήσονται δὲ κυσίν. Εἶτα δὲ καὶ τῆς ἑαυτῶν πόλεως, ἣν κακῶς ᾤκησαν, ἀπελασθήσονται· ἀποκλεισθήσονταί τε αὐτῆς ὡς μηκέτ’ αὐτῆς ἐπιβαίνειν τολμᾶν, ἐπειδήπερ οἱ οἰκοῦντες αὐτὴν αἱμάτων αὐτὴν ἐπλήρουν. διὸ ἐν τῷ προδηλωθέντι ἐλέγετο· ὅτι εἶδον ἀνομίαν καὶ ἀντιλογίαν ἐν τῇ πόλει. Ἀλλ’ ἐκεῖ μὲν τὰ τολμηθέντα τῷ", + "candidate_score": 0.657668, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_14_16", + "bdc_text": "ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab. Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_799", + "psc_text": "δὲ ὁμοίως ἐμοὶ τοὺς θλίβοντάς με γινώσκεις· οὐ γὰρ τῆς σῆς τυγχάνουσι γνώσεως ἄξιοι. διὸ περὶ αὐτῶν φημι, Ἐναντίον σοῦ πάντες οἱ θλίβοντές με. Οὕτω δέ εἰσιν ἐναντίον σοῦ, ὡς τὰ ἐναντία σοὶ προῃρημένοι· θλίβουσι δέ με μηδὲν ὠφελούμενοι ἐκ τῆς ἐμῆς θεραπείας, καὶ θλίβουσι διὰ τῆς αὐτῶν ἀπωλείας. εἶτ’ ἐπιλέγει· Ὀνειδισμὸν προσεδόκησεν ἡ καρδία μου καὶ ταλαιπωρίαν. ὃ δὴ σαφέστερον ἡρμήνευσεν ὁ Σύμμαχος εἰπών· Ὀνειδισμὸς κατέαξεν τὴν καρδίαν μου, καὶ ἠνιώμην, ὁ δὲ Ἀκύλας· Ὀνειδισμός, φησίν, συνέτριψε τὴν καρδίαν μου, καὶ ἀπεγνώσθην. Καὶ ὑπέμεινα συλλυπούμενον, καὶ οὐχ ὑπῆρξεν, καὶ παρακαλοῦντα, καὶ οὐχ εὗρον. καὶ ἔδωκαν εἰς τὸ βρῶμά μου χολήν, καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισάν με ὄξος. Κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· Καὶ ἀνέμενον συλλυπούμενον, καὶ οὐχ ὑπῆρ χεν, καὶ παρηγοροῦντα, καὶ οὐχ εὕρισκον. καὶ ἐνέβαλλον εἰς τὴν τροφήν μου χολήν, καὶ ἐν τῇ δίψῃ μου ἐπότισάν με ὄξος. Ὅτι μὲν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καταλιπόντες αὐτὸν, ἔφυγον κατὰ τὸν", + "candidate_score": 0.655403, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_1_3", + "bdc_text": "Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 . An wyn 16 soum sind 22 eymer .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_617", + "psc_text": "ἐνεδύσαντο οἱ κριοὶ τῶν προβάτων, οὓς ὥσπερ ποιμνίων ἡγουμένους αὐτοὶ κατέστησαν· βόας δὲ τὰς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ἀγελαζομένας ψυχάς· μὴ γὰρ τῶν βοῶν, φησί, μέλει τῷ θεῷ; ἢ δι’ ἡμᾶς πάντως λέγει. χίμαροι δὲ οἱ ἀρτιγενεῖς καὶ τῷ καιρῷ τοῦ ��ειμῶνος γεγενημένοι εἶεν ἄν· διὸ κατὰ τοὺς λοιποὺς ἑρμηνευτὰς καίριμοι, ὡς τὸν τοῦ διωγμοῦ καιρὸν ἐκφυγόντες, ὠνομάσθησαν. καὶ τούτους τοιγαροῦν ὡς ἂν νεογνοὺς καὶ ὑπ’ αὐτῶν προηγμένους τῷ θεῷ προσάγουσιν, ἕκαστος ἐφ’ οἷς προηγάγετο σεμνυνόμενος. Ταῦτα μὲν οὖν πνευματικῶς καὶ πρεπόντως τῇ τῶν θεοπνεύστων γραφῶν ἐπαγγελίᾳ τεθεώρηται ἡμῖν. καὶ πρέπει γε οὕτως ἀκούειν τῶν προκειμένων ἢ κατὰ τὰς Ἰουδαίων ταπεινὰς μυθολογίας ὁλοκαυτώμασι χαίρειν τὸν θεὸν ἢ θυμιάμασιν αἰσθητοῖς ἢ κριῶν καὶ βοῶν καὶ χιμάρων αἵμασιν ὑπονοούντων. ἃ δὴ πάντα διὰ τοῦ προφήτου αὐτὸς ὁ θεὸς παραιτεῖται λέγων· τί μοι πλῆθος τῶν θυσιῶν ὑμῶν; λέγει κύριος· πλήρης εἰμὶ ὁλοκαυτωμάτων κριῶν καὶ στέαρ ἀρνῶν καὶ αἵματα ταύρων καὶ τράγων οὐ βούλομαι. τίς", + "candidate_score": 0.655044, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_5_7", + "bdc_text": "Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1781", + "psc_text": "τῆς ψυχῆς, ἐν ᾗ γενόμενοι εὐπαθοῦντες ἔσονται οἱ νῦν ἐν τῷ οἴκῳ κυρίου πεφυτευμένοι. εἰ γὰρ καὶ τὰ μάλιστα κατὰ τὸν παρόντα καιρόν, ἐν ᾧ φυτεύονται ἐν τῷ οἴκῳ κυρίου κακοπαθοῦντες διατελοῦσι τοὺς πρώτους τῆς γεωργίας πόνους ὑπομένοντες, ἀλλ’ ἐπὰν τοῦ γήρως τοῦ πίονος ἀξιωθῶσιν, εὐπαθοῦντες γενήσονται ἀναπαυόμενοι τῶν καμάτων καὶ τῶν ἀγώνων τὰ ἔπαθλα ἀποληψόμενοι· ὁμολογήσουσί τε· ὅτι εὐθὴς κύριος ὁ θεὸς ἡμῶν καὶ οὐκ ἔστιν ἀδικία ἐν αὐτῷ. Εἰ γὰρ μὴ τὰ κατηριθμημένα ἀγαθὰ ἔμελλε διαδέχεσθαι τοὺς τῷ θεῷ ἀνακειμένους, καὶ εἰ μὴ τὸ ὀλέθριον τέλος περιέμενε τοὺς ἀσεβεῖς καὶ τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀ νομίαν, ἣν ἂν τάχα ἀδικίαν ἐπικαλέσαι τῇ τοῦ θεοῦ προνοίᾳ. ὅτε δὲ τοιαῦτα τέλη καὶ τοῖς δικαίοις ἡτοίμασται, οἵων καὶ ἡμεῖς εὐχόμεθα τυχεῖν, καὶ τοῖς ἀσεβέσι τοιαῦται ἠπείληνται τιμωρίαι, ἀφ’ ὧν γένοιτο ἡμᾶς ῥυσθῆναι, πῶς οὐκ ἀκόλουθον ἂν εἴη ὁμολογεῖν, ὅτι εὐθὴς κύριος ὁ θεὸς ἡμῶν, καὶ οὐκ ἔστιν ἀδικία ἐν αὐτῷ; Ἀλλ’ ὁ", + "candidate_score": 0.652415, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_17_19", + "bdc_text": "Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 . anno et gefat daran haben söltend. Io .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1041", + "psc_text": "καιρὸν ἐπιστρέφων ἐνῆγεν εἰς σωτηρίαν. μετὰ δὲ τὸ κατὰ τοῦ σωτῆρος τολμηθὲν αὐτοῖς ἄγος ἔφθασεν εἰς αὐτοὺς ἡ ὀργὴ εἰς τέλος κατὰ τὴν ἀποστολικὴν γραφὴν ὡς ἐξ ἐκείνου καὶ εἰς δεῦρο μηκέτ’ ἐπᾶραι κεφαλὴν αὐτούς· ὃ δὴ σημαίνουσα ἡ προφητεία φησίν· ἵνα τί, ὁ θεός, ἀπώσω εἰς τέλος; Σεσιωπημένως δὲ ὁ λόγο�� διὰ τῆς ἐρωτήσεως ᾐνίξατο τὴν κατὰ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν πρᾶξιν, μεθ’ ἣν καὶ εἰς τέλος ἀπεβλήθησαν. τοῦτο δὲ καὶ ὁ σωτὴρ αὐτὸς παρίστη λέγων· ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τὰ τέκνα σου, ὃν τρόπον ὄρνις ἐπισυνάγει τὰ νοσσία ὑπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε; ἰδοὺ ἀφίεται ὑμῖν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος · τὸ γάρ· ποσάκις ἠθέλησα , δηλοῖ τὴν μακρῷ χρόνῳ ἐνδοθεῖσαν αὐτοῖς μακροθυμίαν, τὸ δέ· καὶ οὐκ ἠθελήσατε , παραστατικὸν ἂν γένοιτο τῆς ὑστάτης αὐτῶν ἀποβολῆς, ὅτε καὶ ὠργίσθη ὁ θυμὸς αὐτοῦ ἐπὶ τὰ πάλαι γενόμενα πρόβατα νομῆς αὐτοῦ. Ἑξῆς δὲ ὁ λόγος ἱκετηρίαν προσάγει λέγων· μνήσθητι τῆς συναγωγῆς", + "candidate_score": 0.64983, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_17_19", + "bdc_text": "Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 . anno et gefat daran haben söltend. Io .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_555", + "psc_text": "ἦν θεοῦ ἀρετῆς σημεῖον. θεοῦ δὲ τέρψεις οἱ πανταχοῦ γῆς ἐν τῇ ἐκκλη σίᾳ αὐτοῦ ἀναπεμπόμενοι κατὰ τοὺς ὀρθρινοὺς καὶ κατὰ τοὺς ἑσπερινοὺς καιροὺς ὕμνοι τυγχάνουσι. διὸ λέλεκταί που· ἡδυνθείη αὐτῷ ἡ αἴνεσίς μου, καὶ πάλιν· ἔπαρσις τῶν χειρῶν μου θυσία ἑσπερινή, καί· γενηθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου. καὶ αὗται οὖν αἱ τέρψεις σημεῖα τυγχάνουσι τοῦ σωτῆρος. καὶ ἄλλο δὲ πρὸς τούτοις σημεῖον μέγιστον καταριθμεῖται ἑξῆς λέγων· ἐπεσκέψω τὴν γῆν καὶ ἐμέθυσας αὐτήν. Ὡς γὰρ νοσοῦντα ἰατρὸς ἐφορᾷ καὶ ἐπισκέπτεται ἐπιμέλειαν ποιούμενος τοῦ πάθους πάντα τε τὰ πρὸς ἴασιν καὶ σωτηρίαν συντελοῦντα συμβαλλόμενος, τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ σὺ ὁ σωτὴρ ἡμῶν, ἡ ἐλπὶς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς, περιζωσάμενος δυναστείαν τῇ ἰσχύϊ σου ταῦτα πάντα εἰργάσω· τὰς μὲν ἀντικειμένας καθεῖλες δυνάμεις, συνεστήσω δὲ ἐπὶ γῆς πρωϊνὰς καὶ ἑσπερινὰς τέρψεις· καὶ ταῦτ’ ἔπραξας καταξιώσας τῆς σαυτοῦ ἐπισκοπῆς τοὺς ἐπὶ γῆς ἀνθρώπους, δι’ ἧς μυρία αὐτοῖς ἀγαθὰ δεδώρησαι, ὡς", + "candidate_score": 0.644598, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_18", + "bdc_text": "min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1060", + "psc_text": "ὁ γὰρ θεὸς ἡμῶν, βασιλεὺς ἡμῶν πρὸ αἰῶνος εἰργάσατο σωτηρίαν ἐν μέσῳ τῆς γῆς· ὥστ’ εἰ καὶ ἐν μιᾷ γωνίᾳ γῆς τοιαῦτα πραχθῆναι συγκεχώρηκας διὰ τοὺς οἰκήτορας τοῦ τόπου, ἀλλ’ ὅμως πεπείσμεθα, ὅτι τοὺς καθ’ ὅλης τῆς οἰκουμένης οἰκοῦντας ἀνθρώπους σωτηρίας ἀξιώσεις τὸν ἑαυτοῦ Χριστὸν ἐγείρας ἅπασιν ἀνθρώποις σωτῆρα. Καί μοι δοκεῖ δι’ ἑνὸς τοῦ μετὰ χεῖρας στίχου ὥσπερ ἀνταπόδοσιν ποιεῖσθαι τῶν ἐπηπορημένων· ἀντὶ γὰρ τῶν συμβεβηκότων κατὰ τοῦ δηλωθέντος τόπου ἐργάσεται, φησίν, ὁ θεὸς σωτηρίαν ἐν μέσῳ τῆς γῆς· συνήθως δὲ καὶ νῦν τὰ ἐσόμενα ὡς παρῳχηκότα θεσπίζει. Εἶτα διδάσκει ἑξῆς, ὁποίας ἤδη πάλαι πρότερον ὁ θεὸς κατειργάσατο θαυματουργίας, λέγων· σὺ ἐκραταίωσας ἐν τῇ δυνάμει σου τὴν θάλασσαν· ἀντὶ δὲ τοῦ σὺ ἐκραταίωσας, ὁ Σύμμαχος σὺ διεσκέδασας τῇ ἰσχύϊ σου τὴν θάλασσαν ἡρμήνευσεν· καί μοι δοκεῖ διὰ τούτων ὡς πρὸς τὴν ἱστορίαν σημαίνειν τὴν ἐπὶ Μωσέως γενομένην δίοδον τοῦ λαοῦ διὰ τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης. διὸ κατὰ μὲν τὸν Σύμμαχον", + "candidate_score": 0.639647, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_18", + "bdc_text": "min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1493", + "psc_text": "Πολλὰ δὲ περὶ τοῦ ἰδίου θανάτου μέλλων ἑξῆς διεξιέναι ὁρῶν τε τὴν μετὰ θάνατον διαδεξομένην αὐτὸν σωτηρίαν εἰκότως τὴν ἀπαρχὴν τοῦ ψαλμοῦ τῇ αὐτοῦ σωτηρίᾳ προλαβὼν ἀνατίθησι· διό φησιν· κύριε ὁ θεὸς τῆς σωτηρίας μου. Ὅτι ἐπλήσθη κακῶν ἡ ψυχή μου, καὶ ἡ ζωή μου τῷ ᾅδῃ ἤγγισεν· προσελογίσθην μετὰ τῶν καταβαινόντων εἰς λάκκον. Σαφῶς διὰ τούτων τὴν εἰς τὸν ᾅδην κάθοδον αὐτοῦ παρίστησι καὶ τὰ κακά, ὧν πεπληρῶσθαι ἑαυτοῦ ἔφασκε τὴν ψυχήν. κακὰ δὲ ἤτοι τὰς περιστάσεις ὀνομάζει κοινότερον ἐξακουομένου τοῦ τῶν κακῶν ὀνόματος, ἢ καὶ τὴν τῶν ἀνθρώπων κακίαν, ἧς πεπληρῶσθαι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἔλεγεν· ἀλλὰ καὶ τὰς ἁμαρτίας τὰς ἡμετέρας, ἃς εἰς ἑαυτὸν ἀνείληφε, δι’ ἃς καὶ γέγονεν ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα κατὰ τὸν ἀπόστολον, ὃς ἔφη· Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα· ὅτι γέγραπται· ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου. διὸ καὶ κατὰ τὸν ψαλμὸν ἐπλήσθη κακῶν ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, καὶ ἡ ζωὴ αὐτοῦ τῷ", + "candidate_score": 0.637316, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_234", + "psc_text": "τοὺς πόδας μου τῆς ψυχῆς μου ἐξἀπὸ ὀλισθήματος. τίς γὰρ οὐκ ἂν διετράπη ὥσπερ εἰς πηλὸν ἐμβὰς καὶ ὀλισθηροῖς περιπεσὼν χωρίοις μέσος τοσούτων ἀποληφθεὶς ἀθέων καὶ εἰδωλολατρῶν ἀνδρῶν; ἀλλ’ ἦν ἄρα καὶ ἐν τούτῳ τὸ σὸν ἔλεος καὶ ἡ σὴ χάρις ῥυομένη μου τοὺς πόδας ἐξ ὀλισθήματος · οὐ γὰρ ἐμαυτοῦ δυνάμει ἐπιγράφω ταῦτα, ἐπεὶ μηδ’ οὕτως ἤμην στερρὸς τὴν ψυχὴν ὡς ἀδιάτρεπος μένειν ἐν τῷ μεταξὺ τοσούτων εἱλῆσθαι εἱλίσθαι , εἰ μὴ σὺ ἦσθα βοηθός. διὸ ἐξομολογούμενος εὐχα­ριστῶ, ὅτι ἐρρύσω τοὺς πόδας μου ἐξ ὀλισθήματος. καὶ ταῦτά μοι τὸ σὸν ἔλεος ἐδωρεῖτο, ὑπὲρ τοῦ εὐαρεστῆσαι ἐνώπιόν σου ἐν φωτὶ ζώντων, ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον ὡς τὸ ὁδεύειν ἔμπροσθεν τοῦ θεοῦ διὰ φωτὸς τῆς ζωῆς . Διατρίβων γοῦν καὶ παρὰ τοῖς ἀλλοφύλοις τῆς ὀρθῆς καὶ βασιλικῆς ὁδοῦ οὐ παρέξεισιν· ἀλλὰ σοὶ εὐαρέστως ὥδευον ὑπὸ σοῦ ποδηγούμενος καὶ φωτιζόμενος φωτός τε μεταλαγχάνων οὐ τοῦ κοινοῦ καὶ πᾶσιν ἐγκειμένου, λογικοῖς τε καὶ", + "candidate_score": 0.634951, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_2_4", + "bdc_text": "Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 . An wyn 16 soum sind 22 eymer . An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_801", + "psc_text": "θλιβόντων αὐτὸν, περὶ ὧν ἔλεγεν· Ἐναντίον σοῦ πάντες οἱ θλίβοντές με. Ἐγὼ μὲν γὰρ πάντα ὑπὲρ τῆς αὐτῶν σωτηρίας ἐποίουν, καλύπτων ἐν νηστείᾳ τὴν ψυχήν μου, σάκκῳ τε ἐνδύματι χρώμενος· οἱ δὲ τὰ ἐναντία τούτοις ἔπραττον, τοτὲ μὲν ὀνειδίζοντες καὶ διασύροντες τὰς ἐμὰς νηστείας, τοτὲ δὲ ἐν ταῖς παροινίαις αὐτῶν κατ’ ἐμοῦ ψάλλοντες, καὶ πάντα μᾶλλον συλλυπούμενοι. κἀγὼ μὲν ὑπὲρ αὐτῶν ἀλγῶν ἐλυπούμην· οἱ δὲ οὐ συνήλγουν μοι, οὐδὲ συνέπασχον· ἀλλ’ οὐδὲ παράκλητός τις αὐτῶν εἰς ἐμὴν παραμυθίαν εὕρηται. πάντα δὲ τὰ κατ’ ἐμοῦ ἐγχειροῦντες, εἰς μὲν τὸ βρῶμά μου χολὴν ἔβαλλον, καίτοι τροφὰς αὐτοῖς ἐμοῦ πλουσίας παρεχομένου· διψῶντι δέ μοι ὄξος ἀντὶ ποτοῦ προσέφερον. τοιαύτην δέ μοι ἐκίρνων χολὴν ὁποίαν ἐδήλου ὁ προφητικὸς λόγος εἰπών· πῶς ἐστράφης εἰς πικρίαν, ἡ ἄμπελος ἡ ἀλλοτρία; Νοήσεις δὲ ὅπως τρέφεται ὁ σωτὴρ ἡμῶν ἐπακούων αὐτοῦ λέγοντος· ἐπείνων, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν· ἐδίψων, καὶ ἐποτίσατέ με. εἰ δὲ ἀντὶ τροφίμων καρπῶν τῶν διὰ", + "candidate_score": 0.634168, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_248", + "psc_text": "ὁ προτεταγμένος τοῦ παρόντος ψαλμὸς οὐκ ἦν, ἀλλὰ στηλογραφία , ὅπερ ἡρμήνευσεν ὁ μὲν Ἀκύλας· ταπεινοῦ τελείου Ἀ , ὁ δὲ Σύμμαχος· τοῦ ταπεινόφρονος καὶ ἀμώμου Σ , οὕτως καὶ ὁ παρὼν λόγος τὴν εἰς ἄκρον πραότητος καὶ ἀνεξικακίας τοῦ Δαυὶδ ἀρετήν, ταπεινοῦ τελείου Ἀ , ταπεινόφρονος καὶ ἀμώμου Σ , εἶθ’ ὥσπερ αἰωνίου μνήμης τὴν ταπεινοφροσύνην ἀξίαν ἀνατίθησι στηλογραφίαν. ἐπὶ ταύτῃ δὲ τῇ ἀρετῇ καὶ Μωσῆς ἐμαρτυρεῖτο· καὶ ὁ σωτὴρ δὲ καὶ κύριος ἡμῶν ἐπὶ ταύτην παρεκάλει λέγων· μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ . Ἐπεὶ δὲ ἐδεῖτο παραμονῆς καὶ τῆς ἐπὶ μήκιστον φυλακῆς ἡ τοιαύτη ἀρετή ( ὁ γὰρ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται ), διὰ τοῦτο ἐπιγέγραπται· εἰς τὸ τέλος, μὴ διαφθείρῃς · πολλοὶ γὰρ καλῶς ἀρξάμενοι οὐ διήρκεσαν εἰς τέλος . ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον τοῦ Δαυ���δ τὴν φυγὴν καὶ τὴν ἐν ἐρημίαις διατριβὴν τήν τε ἐν σπηλαίοις καρτερικωτάτην οἴκησιν ἀποδεχόμενον", + "candidate_score": 0.628163, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_2_4", + "bdc_text": "Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 . An wyn 16 soum sind 22 eymer . An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_785", + "psc_text": "μεθυσκόμενοι ἐν ταῖς κατ’ ἐμοῦ παροινίαις. ἐφ’ οἷς ἔτι μᾶλλον ἐγὼ συνεκάλυπτον ἐν νηστείᾳ τὴν ψυχήν μου, καὶ ἐτιθέμην τὸ ἔνδυμά μου σάκκον, τὴν αὐτῶν ἀπώλειαν ἀποκλαιόμενος. διὸ κατὰ τὸν Ἀκύλαν εἴρηται· Καὶ ἔκλαυσα ἐν νηστείᾳ ψυχήν μου, καὶ ἐγενήθη εἰς ὀνειδισμοὺς ἐμοί. καὶ ἔδωκεν ἔνδυσίν μου σάκκον, καὶ ἐγενόμην αὐτοῖς εἰς παραβολήν. ὡμίλουν ἐν ἐμοὶ καθήμενοι πύλην· καὶ ψαλμοὶ πινόντων μέθυσμα. Κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· Καὶ κλάοντι μετὰ νηστείας τὴν ψυχήν μου ἐγένετο εἰς ὄνειδος ἐμοί. καὶ τάσσων τὸ ἔνδυμά μου σάκκον, καὶ ἐγενόμην αὐτοῖς εἰς παραβολήν. διηγοῦντό με καθήμενοι ἐν πύλῃ, καὶ ἔψαλλόν με οἱ πίνοντες μέθυσμα. Ἀλλὰ τούτοις συνεξετάσαι ἀναγκαῖον, πῶς εἴρηται ὑπὸ τοῦ σωτῆρος ἐν εὐαγγελίοις· ἦλθεν Ἰωάννης μήτε ἐσθίων μήτε πίνων, καὶ λέγουσιν· δαιμόνιον ἔχει. ἦλθεν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐσθίων καὶ πίνων, καὶ λέγουσιν· ἰδοὺ ἄνθρωπος φάγος καὶ οἰνοπότης, τελωνῶν φίλος καὶ ἁμαρτωλῶν. ἀλλ’ ἐρεῖς ταῦτα κατ’ ἀρχὰς ταῦτα τοῦ εὐαγγελίου γίγνεσθαι, ὅτε διὰ", + "candidate_score": 0.627135, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_15", + "bdc_text": "Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_869", + "psc_text": "«βοηθός» μου γέγονας «κραταιός.» καὶ κατὰ τὸν Σύμμαχον δὲ ὁμοίως εἴρηται· Σὺ ἐπεστηρίχθην ἀπὸ γαστρός, ἀπὸ τῶν ἐνδοσθίων τῆς μητρός μου σὺ ἐπεῖδές με. εἰς σὲ ἡ ἀναμονή μου ἐνδελεχῶς, ὡσεὶ τέρας ἐγενόμην τοῖς πολλοῖς· σὺ δὲ πεποίθησίς μου ἰσχυρά. Πληρωθήτω τὸ στόμα μου αἰνέσεως, ὅλην τὴν ἡμέραν τῆς μεγαλοπρεπείας σου. μὴ ἀπορρίψῃς με εἰς καιρὸν γήρως, ἐν τῷ ἐκλείπειν τὴν ἰσχύν μου μὴ ἐγκαταλίπῃς με· ὅτι εἶπαν οἱ ἐχθροί μου ἐμοί· καὶ οἱ φυλάσσοντες τὴν ψυχήν μου ἐβουλεύσαντο ἐπὶ τὸ αὐτὸ λέγοντες· ὁ θεὸς ἐγκατέλιπεν αὐτόν· καταδιώξατε καὶ καταλάβετε αὐτὸν ὅτι οὐκ ἔστιν ὁ ρυόμενος. Ἤδη μὲν καὶ τὸν παρελθόντα χρόνον ὕμνησίς μου, φησὶν, ἐν σοὶ γέγονε διὰ παντός· πλὴν ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος δέομαι, ὡς ἂν μέχρις ἐσχάτης ὥρας τοῦ βίου τὸ στόμα μου τῆς σῆς αἰνέσεως πληρῷτο, καὶ οὕτω γε πληρῷτο, ὡς μηδένα χώραν σχολάζουσαν ἔχειν πρὸς τὸ ἄλλο τι φθέγγεσθαι, μηδὲ ἀνθρώποις ὁμιλεῖν· καὶ τοῦτό", + "candidate_score": 0.626945, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_2_4", + "bdc_text": "Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 . An wyn 16 soum sind 22 eymer . An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_757", + "psc_text": "ἔκειτο ὄξους μεστή· σπόγγον οὖν μεστὸν ποιήσαντες ὄξους μετὰ χολῆς, ὑσσώπῳ περιθέντες, προσήνεγκαν αὐτοῦ τῷ στόματι. ὅτε οὖν ἔλαβεν ὁ Ἰησοῦς τὸ ὄξος μετὰ χολῆς, εἶπε· τετέλεσται καὶ αὕτη ἡ γραφὴ καὶ τὰ λοιπὰ δὲ εἰς πρόσωπον τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἀναφερόμενα, σώζοι ἀναβίαστον τὴν ἑρμηνείαν. Ἐκοπίασα κράζων, ἐβραγχίασεν ὁ λάρυγξ μου, ἐξέλιπον οἱ ὀφθαλμοί μου ἀπὸ τοῦ ἐλπίζειν με ἐπὶ τὸν θεόν μου. ἐπληθύνθησαν ὑπὲρ τὰσ τρίχας τῆς κεφαλῆς μου οἱ μισοῦντές με δωρέαν· ἐκραταιώθησαν οἱ ἐκδιώκοντές με οἱ ἐχθροί μου ἀδίκως· ἃ οὐχ ἠρπάζον τότε ἀπετιννυον· Καὶ ταῦτα ἐν τῷ κατὰ Ἰωάννην ἐπληροῦτο εὐαγγελίῳ· ἐν ᾧ εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραζε λέγων· ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρὸς μὲ καὶ πινέτω· αὖθις δὲ εἴρηται· Ἰησοῦς δὲ ἔκραζε καὶ ἔλεγεν· ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ πιστεύει εἰς ἐμὲ, ἀλλ’ εἰς τὸν πέμψαντά με. καὶ ὁ θεωρῶν ἐμὲ θεωρεῖ τὸν πέμψαντά με. ἐγὼ φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθα, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων", + "candidate_score": 0.625415, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_1", + "bdc_text": "Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_800", + "psc_text": "χολήν, καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισάν με ὄξος. Κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· Καὶ ἀνέμενον συλλυπούμενον, καὶ οὐχ ὑπῆρ χεν, καὶ παρηγοροῦντα, καὶ οὐχ εὕρισκον. καὶ ἐνέβαλλον εἰς τὴν τροφήν μου χολήν, καὶ ἐν τῇ δίψῃ μου ἐπότισάν με ὄξος. Ὅτι μὲν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καταλιπόντες αὐτὸν, ἔφυγον κατὰ τὸν τοῦ πάθους καιρὸν, ὅμως δ’ ἐκτὸς λύπης οὐκ ἦσαν, διδάσκει τὸ εὐαγγέλιον. ὅτε γὰρ Πέτρος ἀναγέγραπται ἀποκλαυσάμενος πικρῶς, οἵ τε λοιποὶ συνηγμένοι καὶ ὑφ’ ἕνα κρυπταζόμενοι οἶκον διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, οὐκ ἕξω λύπης ὑπῆρχον. Οὐκ ἂν οὖν ἁρμόσειε ταῦτα περὶ τοῦ χοροῦ τῶν ἀποστόλων λέγεσθαι, ἀλλὰ περὶ τῶν θλιβόντων αὐτὸν, περὶ ὧν ἔλεγεν· Ἐναντίον σοῦ πάντες οἱ θλίβοντές με. Ἐγὼ μὲν γὰρ πάντα ὑπὲρ τῆς αὐτῶν σωτηρίας ἐποίουν, καλύπτων ἐν νηστείᾳ τὴν ψυχήν μου, σάκκῳ τε ἐνδύματι χρώμενος· οἱ δὲ τὰ ἐναντία τούτοις ἔπραττον, τοτὲ μὲν ὀνειδίζοντες καὶ διασύροντες τὰς ἐμὰς νηστείας, τοτὲ δὲ ἐν ταῖς παροινίαις αὐτῶν", + "candidate_score": 0.624848, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_2", + "bdc_text": "Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1085", + "psc_text": "ὧν ὁ Σύμμαχος τοῦτον ἡρμήνευσεν τὸν τρόπον· οὐ γὰρ ἀπὸ ἀνατολῆς οὐδὲ ἀπὸ δύσεως οὐδὲ ἀπὸ ἐρήμου ὀρέων, ἀλλ’ ὁ θεὸς κριτὴς τοῦτον μὲν ταπεινοῖ, τοῦτον δὲ ὑψοῖ. Καὶ τοῦτο δὲ φησὶν ἀνα��καῖον εἰδέναι πάντας ἀνθρώπους, ὅτι ποτήριον ἐν χειρὶ κυρίου οἴνου ἀκράτου πλῆρες κεράσματος, καὶ ἔκλινεν ἐκ τούτου εἰς τοῦτο· πλὴν ὁ τρυγίας αὐτοῦ οὐκ ἐξεκενώθη, πίονται πάντες οἱ ἁμαρτωλοὶ τῆς γῆς· κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· ποτήριον γὰρ ἐν χειρὶ κυρίου καὶ οἶνος ἄκρατος πληρῶν ἐκχυθεὶς ὥστε ἕλκειν ἀπ’ αὐτοῦ· πλὴν τὰς τρυγίας αὐτοῦ ἐκστραγγίσουσιν πίνοντες οἱ φαῦλοι τῆς γῆς. Καὶ ταῦτα, φησίν, ἐδίδαξα πάντας ἀνθρώπους, ὡς ἂν μὴ ἀπογνοῖεν, ὅτι περιμένει τοὺς πάντας τὸ ποτήριον, ὅπερ ἑκάστῳ κίρνησιν ὁ τῶν ὅλων κριτής. Νοήσεις δὲ τοῦτο ἀπὸ τῶν ἐν ταῖς προφητείαις λελεγμένων περὶ ποτηρίου. γέγραπται γοῦν ἐν Ἱερεμίᾳ οὕτως· εἶπεν κύριος ὁ θεὸς Ἰσραὴλ πρὸς μέ· λάβε τὸ ποτήριον τοῦ οἴνου τοῦ ἀκράτου ἐκ χειρός μου, καὶ ποτιεῖς αὐτὸ", + "candidate_score": 0.610921, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_4_6", + "bdc_text": "An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten . Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_803", + "psc_text": "ἐκ γὰρ ἀμπέλου Σοδόμων ἡ ἄμπελος αὐτῶν, καὶ ἡ κληματὶς αὐτῶν ἐκ Γομόρρας· ἡ σταφυλὴ αὐτῶν σταφυλὴ χολῆς, βότρυς πικρίας αὐτῶν. ἔνθεν εἰκότως τοῖς αὐτοῖς καὶ διὰ Ἡσαΐου καταμέμφεται τὸ πνεῦμα λέγον· ἔμεινα ἵνα ποιήσῃ σταφυλὴν, ἐποίησε δὲ ἀκάνθας· καὶ πάλιν· ἔμεινα ἵνα ποιήσῃ κρίσιν, ἐποίησε δὲ ἀνομίαν, καὶ οὐ δικαιοσύνην, ἀλλὰ κραυγήν. Ἔργοις τοιγαροῦν καὶ πράξεσι, πικρῷ τε λόγῳ καὶ βίῳ ἔδωκαν εἰς τὸ βρῶμα τοῦ σωτῆρος χολὴν, καὶ εἰς τὴν δίψαν αὐτοῦ ἐπότισαν αὐτὸν ὄξος. ἐπεὶ δὲ ἔδει καὶ κατὰ τὴν ἱστορίαν τὸν τῆς προφητείας ἀποπληρωθῆναι λόγον, κατὰ τὸν καιρὸν τοῦ πάθους αὐτοῦ ἱστορεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς λέγων· μετὰ τοῦτο εἰδὼς ὁ Ἰησοῦς, ὅτι πάντα τετέλεσται ἤδη, ἵνα πληρωθῇ ἡ γραφὴ, λέγει· διψῶ. λεκάνη ἔκειτο ὄξους μεστή. σπόγγον οὖν μεστὸν ποιήσαντες ὄξους μετὰ χολῆς καὶ ὑσσώ πῳ περιθέντες προσήνεγκαν αὐτοῦ τῷ στόματι. ὅτε οὖν ἔλαβεν ὁ Ἰησοῦς τὸ ὄξος μετὰ τῆς χολῆς, εἶπε· τετέλεσται καὶ αὕτη ἡ γραφή, καὶ", + "candidate_score": 0.609775, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_5", + "bdc_text": "Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1383", + "psc_text": "παγίσι περιβάλλειν καὶ δικτύοις ὥσπερ θηρεύειν αὐτὴν πειρωμένων διιπταμένην ὧδε κἀκεῖσε καὶ πάντη περινοστοῦσαν τῷ μὴ ἔχειν ἀνάπαυσιν ἐν τῷ θνητῷ βίῳ μόνα τὰ τοῦ θεοῦ σκηνώματα καταφυγὴ τῇ τοιαύτῃ γέγονε. διὸ εἴρηται· καὶ γὰρ στρουθίον εὗρεν ἑαυτῷ οἰκίαν. Ἀλλὰ καὶ τρυγὼν νοσσιάν ἡ κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν ζωὴν σεμνότητα καὶ σωφροσύνην ἀσκοῦσα ψυχὴ (τοιοῦτον γὰρ εἶναι λέγεται τὸ ὄρνεον) ἀποκλᾳομένη καὶ θρηνοῦσα τὴν ἐν ἀνθρώποις κακίαν εὗρε καταφυγὴν καὶ αὐτὴ τὰ καθ’ ὅλης τῆς οἰκουμένης ἱδρυθέντα διὰ τῆς τοῦ Χριστοῦ σου διδασκαλίας θυσιαστήρια· ἔνθα ὥσπερ ἐν καλιαῖς καὶ νεοττίαις τὰ ἀρτιγενῆ καὶ νεογνὰ τῶν αὐτῆς τέκνων ἀποθήσεται ἀσφαλῆ καὶ ἀνεπιβούλευτον εὑροῦσα τοῖς ἑαυτῆς νεοττοῖς μονήν· ὥστε εἶναι τὰ θυσιαστήριά σου στρουθίῳ μὲν οἰκίαν, καλιὰν δὲ τρυγόνι. Ταῦτα γὰρ τὰ ὄρνεα, τὸ στρουθίον λέγω καὶ ἡ τρυγών, πάλαι μέν, πρὸ τοῦ συστῆναι τὰ πανταχοῦ γῆς θυσιαστήρια, οὐκ εἶχε καταφυγήν· ἐπλανᾶτο δὲ μακροῖς χρόνοις, ἐν οἷς ἠλαύνετο καὶ ἐδιώκετο πρὸς τῶν θηρευτῶν.", + "candidate_score": 0.607714, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_5", + "bdc_text": "Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1382", + "psc_text": "διὸ πρὸς τῇ ψυχῇ καὶ ἡ σάρξ μου ἠγαλλιάσατο. Καὶ γὰρ στρουθίον εὗρεν ἑαυτῷ οἰκίαν καὶ τρυγὼν νοσσιὰν ἑαυτῇ, οὗ θήσει τὰ νοσσία αὐτῆς, τὰ θυσιαστήριά σου, κύριε τῶν δυνάμεων. Καὶ πῶς γὰρ οὐ δίκαιον, φησί, προσφιλῆ καὶ ἀγαπητὰ ὁμολογεῖν εἶναι τὰ σκηνώματά σου, ὦ κύριε, ὁπότε καταφυγὴ γέγονε παντὶ τῷ οἵῳ τε λέγειν· ἡ ψυχὴ ἡμῶν ὡς στρουθίον ἐρρύσθη ἐκ τῆς παγίδος τῶν θηρευόντων, καὶ πάλιν τῷ φάσκοντι· ἐπὶ τῷ κυρίῳ πέποιθα, πῶς ἐρεῖτε τῇ ψυχῇ μου· μεταναστεύου ἐπὶ τὰ ὄρη ὡς στρουθίον; ὅτι ἰδοὺ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐνέτειναν τόξον, ἡτοίμασαν βέλη εἰς φαρέτραν. Πολλῶν γὰρ τὴν τοῦ θεοφιλοῦς ψυχὴν παγίσι περιβάλλειν καὶ δικτύοις ὥσπερ θηρεύειν αὐτὴν πειρωμένων διιπταμένην ὧδε κἀκεῖσε καὶ πάντη περινοστοῦσαν τῷ μὴ ἔχειν ἀνάπαυσιν ἐν τῷ θνητῷ βίῳ μόνα τὰ τοῦ θεοῦ σκηνώματα καταφυγὴ τῇ τοιαύτῃ γέγονε. διὸ εἴρηται· καὶ γὰρ στρουθίον εὗρεν ἑαυτῷ οἰκίαν. Ἀλλὰ καὶ τρυγὼν νοσσιάν ἡ κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν ζωὴν σεμνότητα καὶ", + "candidate_score": 0.601328, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_4", + "bdc_text": "An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_803", + "psc_text": "ἐκ γὰρ ἀμπέλου Σοδόμων ἡ ἄμπελος αὐτῶν, καὶ ἡ κληματὶς αὐτῶν ἐκ Γομόρρας· ἡ σταφυλὴ αὐτῶν σταφυλὴ χολῆς, βότρυς πικρίας αὐτῶν. ἔνθεν εἰκότως τοῖς αὐτοῖς καὶ διὰ Ἡσαΐου καταμέμφεται τὸ πνεῦμα λέγον· ἔμεινα ἵνα ποιήσῃ σταφυλὴν, ἐποίησε δὲ ἀκάνθας· καὶ πάλιν· ἔμεινα ἵνα ποιήσῃ κρίσιν, ἐποίησε δὲ ἀνομίαν, καὶ οὐ δικαιοσύνην, ἀλλὰ κραυγήν. Ἔργοις τοιγαροῦν καὶ πράξεσι, πικρῷ τε λόγῳ καὶ βίῳ ἔδωκαν εἰς τὸ βρῶμα τοῦ σωτῆρος χολὴν, καὶ εἰς τὴν δίψαν αὐτοῦ ἐπότισαν αὐτὸν ὄξος. ἐπεὶ δὲ ἔδει καὶ κατὰ τὴν ἱστορίαν τὸν τῆς προφητείας ἀποπληρωθῆναι λόγον, κατὰ τὸν καιρὸν τοῦ πάθους αὐτοῦ ἱστορεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς λέγων· μετὰ τοῦτο εἰδὼς ὁ Ἰησοῦς, ὅτι πάντα τετέλεσται ἤδη, ἵνα πληρωθῇ ἡ γραφὴ, λέγει· διψῶ. λεκάνη ἔκειτο ὄξους μεστή. σπόγγον οὖν μεστὸν ποιήσαντες ὄξους μετὰ χολῆς καὶ ὑσσώ πῳ περιθέντες προσήνεγκαν αὐτοῦ τῷ στόματι. ὅτε οὖν ἔλαβεν ὁ Ἰησοῦς τὸ ὄξος μετὰ τῆς χολῆς, εἶπε· τετέλεσται καὶ αὕτη ἡ γραφή, καὶ", + "candidate_score": 0.598328, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_4", + "bdc_text": "An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1459", + "psc_text": "μὴ πάντες ἦσαν ἐφ’ ἑνὶ συνημμένοι οἱ ἐπιγεγραμμένοι τῶν υἱῶν Κορέ, ἀλλ’ ὀκτὼ μὲν ἰδίως πρῶτοι οἱ ἀπὸ τοῦ μα καὶ πάλιν ἰδίως ἀφωρισμένοι δύο, ὁ πδ καὶ πγʹ, καὶ πάλιν ἕτεροι δύο ὁ μετὰ χεῖρας καὶ ὁ ἑξῆς αὐτῷ, μέσος δὲ παρεμβέβληται τούτων ὁ πε ἐπιγεγραμμένος προσευχῆς τοῦ Δαυίδ - τὰ μὲν ἐμοὶ παραστάντα εἰς τὴν τῶν τελευταίων θεωρίαν διὰ τῶν εἰρημένων ἤδη πρότερον δεδηλώκει· εἴποι δ’ ἄν τις καὶ ἄλλως, ὅτι πάντες οἱ ἐν τῇ Βίβλῳ τῶν Ψαλμῶν φερόμενοι λόγοι ὑπὸ διαφόρων ἀνδρῶν προφητικῷ πνεύματι λελαλημένοι ἰδιάζοντες ἦσαν ὡς ἂν μήτε ὑφ’ ἕνα καιρὸν λεχθέντες μήτε ὑπὸ τῶν αὐτῶν προφητευθέντες· αὐτίκα γοῦν ἐπιγέγραπταί τις Μωϋσέως, καὶ ἕτεροι τοῦ Ἀσὰφ καὶ τοῦ Δαυὶδ πάλιν ἕτεροι καὶ ὁ Σολομῶντος ἄλλος καὶ πάλιν Αἰθὰν τοῦ Ἐσδραΐτου· καὶ ἕτεροι δὲ πλεῖστοι ὅσοι παρὰ τούτους φέρονται ἀνεπίγραφοι οὐ δυναμένων ἡμῶν εἰδέναι τίνος ἄρ’ εἶεν. διαφόρως οὖν εἰρημένων τὸ παλαιὸν σποράδην ὑπῆρχε παρὰ τοῖς", + "candidate_score": 0.596353, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_14", + "bdc_text": "ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1022", + "psc_text": "εὐθυμουμένους, ἀλλὰ καὶ ἐπυρούμην τοὺς νεφροὺς καὶ τὰ βάθη τὰ κρύφια τῆς ἐμαυτοῦ ψυχῆς. διὸ καὶ ἔλεγον· ὅτι ἐζήλωσα ἐπὶ τοῖς ἀνόμοις, εἰρήνην ἁμαρτωλῶν θεωρῶν. Τούτου χάριν ἠξιώθην φωτισθῆναι ὑπὸ τοῦ πνεύματος καὶ τὴν πόλιν ἰδεῖν τοῦ θεοῦ τούς τε ἀξίους αὐτῆς καὶ τοὺς μή. Ἀντὶ δὲ τοῦ· ἐξεκαύθη ἡ καρδία μου, ὁ Σύμμαχος συνεστέλλετο, φησίν, ἡ καρδία μου, καὶ ἐντὸς τῶν νεφρῶν μου διελεγόμην ἀντιλέγων. Εἶθ’ ἑξῆς εἴρηται· καὶ ἐγὼ ἐξουθενημένος, καὶ οὐκ ἔγνων· ὃ δὴ σαφέστερον ἡρμήνευσεν ὁ Σύμμαχος εἰπών· ἤμην δὲ ἀνεπιστήμων καὶ μὴ εἰδώς. Καὶ πάλιν· κτηνώδης ἐγενήθην παρὰ σοί, ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον· κτηνωδῶς διετέλεσα παρὰ σοί. καὶ ἐγώ, φησίν, διὰ παντὸς μετὰ σοῦ, κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· καὶ συνήμην σοι διὰ παντός· εἰ γὰρ καὶ τὰ μάλιστα οὐ συνείην πρὶν φωτισθῆναι καὶ γνῶναι τὰ περὶ τῆς σῆς πόλεως λελεγμένα καὶ τὰ περὶ τῆς εἰκόνος τῶν ἀσεβῶν, καὶ εἰ δίκην ἀλόγου κτήνους διετέλεσα πρότερον ἀνοηταίνων", + "candidate_score": 0.579679, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_14", + "bdc_text": "ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_169", + "psc_text": "ἠναντιώθησάν μοι. Ἡ καρδία μου ἐταράχθη ἐν ἐμοί, καὶ δειλία θανάτου ἐπέπεσεν ἐπ’ ἐμέ· φόβος καὶ τρόμος ἦλθεν ἐπ’ ἐμέ, καὶ ἐκάλυψέν με σκότος. καὶ εἶπα· τίς δώσει μοι πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς καὶ πετασθήσομαι καὶ καταπαύσω; ἰδοὺ ἐμάκρυνα |φυγαδεύων καὶ ηὐλίσθην ἐν τῇ ἐρήμῳ. διάψαλμα. προσεδεχόμην τὸν σ��ζοντά με ἀπὸ ὀλιγοψυχίας καὶ ἀπὸ καταιγίδος. Πάντα ταῦτα ταῦτα πάντα πεπονθέναι ὁ προφήτης ὁμολογεῖ διὰ τὸ προεωρακέναι τῷ πνεύματι τῷ προφητικῷ τὴν ἑξῆς δηλουμένην πόλιν, ἀνομίας πληρουμένην ἀνομίαν καὶ ἀντιλογίας καὶ κόπου καὶ πόνου κόπους καὶ πόνους καὶ ἀδικίας, καὶ τὸν ἰσόψυχον καὶ γνωστὸν τοῦ σωτῆρος ἡμῶν τὰ ἐχθρῶν αὐτὸν καὶ πολεμίων διατιθέντα διατιθέντος · ἐπὶ τούτοις γὰρ τὴν συμπάθειαν αὐτοῦ δείκνυσι τῷ θεῷ καὶ ἣν ὑπέμεινεν εὔλογον ταραχήν, περὶ ἧς καὶ ἀνωτέρω ἔλεγεν· ἐλυπήθην ἐν τῇ ἀδολεσχίᾳ μου αὐτοῦ καὶ ἐταράχθην , καὶ νῦν πάλιν· ἡ καρδία μου φησιν ἐταράχθη ἐν ἐμοί, κατὰ δὲ τὸν Ἀκύλαν ἡ καρδία μου, φησίν, ὠδίνησεν", + "candidate_score": 0.578246, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_14", + "bdc_text": "ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1231", + "psc_text": "καὶ τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ ὑπερίδεν. Καὶ δὴ ὑπεριδόντος αὐτοὺς τοῦ θεοῦ τὰ ἑξῆς ἐγίγνετο. τίνα δὲ ταῦτα; τοὺς νεανίσκους αὐτῶν κατέφαγεν πῦρ, καὶ αἱ παρθένοι αὐτῶν οὐκ ἐπενθήθησαν, κατὰ δὲ τὸν Ἀκύλαν οὐχ ὑμνήθησαν , κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον οὐκ ἐπῃνέθησαν · οὐκέτι γὰρ μετὰ ὕμνων καὶ ἐπαίνων συνηθῶς ταῖς γαμουμέναις παρεδίδοντο ἀνδράσιν κατὰ τὴν τῶν λοιπῶν ἑρμηνείαν διὰ τὴν καταλαβοῦσαν αὐτοῖς τότε συμφοράν· κατὰ δὲ τὴν τῶν Ἑβδομήκοντα ἔκδοσιν αἰχμάλωτοι ἀπαχθεῖσαι ἐν τῷ θνῄσκειν αὐτὰς οὐκ εἶχον τοὺς πενθοῦντας, τῷ μὴ παρεῖναι αὐταῖς τοὺς προσήκοντας. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἱερεῖς αὐτῶν ἐν ῥομφαίᾳ ἔπεσαν (οὗτοι δ’ ἦσαν οἱ τοῦ Ἡλεὶ υἱοί), καὶ αἱ χῆραι δὲ αὐτῶν οὐ κλαυσθήσονται. Καὶ ἔστιν εὑρεῖν ἐν τῇ πρώτῃ τῶν Βασιλειῶν, ὅπως τῶν υἱῶν Ἡλεὶ πεσόντων ἐν τῷ πολέμῳ αἱ τούτων γυναῖκες χῆραι καταλειφθεῖσαι δεινὸν ὑπέμειναν θάνατον. διὸ λέλεκται κατὰ τὸν Σύμμαχον· καὶ αἱ χηρευθεῖσαι αὐτῶν οὐκ ἔκλαυσαν· οὐδὲ γὰρ ὑπέστησαν ὥστε κλαῦσαι, συναπώλοντο δὲ", + "candidate_score": 0.576667, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 10, + "cf_id": "cf006", + "work_id": "stoa0275.stoa018.opp-lat1", + "max_score": 0.671987, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_12", + "bdc_text": "Wenn dann mitt der zyt mir manglete und ichs anzeigte , wölte erst hälleffen , und wurdent dann min gl. das best Uff sömliche zuͦsag , stuͤnd ich für ein ersammen radt Zürych und erklagt mich nüt , sunder namm den stand guͦt willig Nun me aber , so ich zuͦ Glaris ob einem jar gehuset , befind ich leyder , so ich alles , was ich darff , brot , wyn , kleyder , buͦcher und in alles , das ich bruͦchen muͦ ß", + "psc_chunk_id": "stoa0275.stoa018.opp-lat1_window_35", + "psc_text": "luna in Aialon, stetit sol et luna in statione, donec ultus est populus de inimicis suis, et stetit sol medio caelo. Ut autem accedebat in occasum et finem diei unius, non fuit dies talis retro et in novissimo, utique tam prolixus, ut, inquit, exaudiret deus hominem, parem scilicet solis, instantem tam diu in officio, stationem etiam sera longiorem. Certe Saul et ipse in proelio constitutus manifeste munus istud indixit: Maledictus homo, qui ederit panem ad vesperam usque, dum ulciscar de inimico meo, et non gustavit totus populus eius, et tota terra prandebat. Tantam autem deus praestitit auctoritatem edicto stationis illius, ut Ionathan, filius Saulis, quamquam ignarus ieiunationis in serum definitae gustum mellis admiserat, et sorte mox de delicto sit traductus, et vix per precem populi periculo exemptus. Gulae enim, licet simplicis, reus fuerat. Sed et Daniel anno primo regis Darii, cum ieiunus in sacco et cinere exomologesin deo ageret, Et", + "candidate_score": 0.671987, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_12_14", + "bdc_text": "Wenn dann mitt der zyt mir manglete und ichs anzeigte , wölte erst hälleffen , und wurdent dann min gl. das best Uff sömliche zuͦsag , stuͤnd ich für ein ersammen radt Zürych und erklagt mich nüt , sunder namm den stand guͦt willig Nun me aber , so ich zuͦ Glaris ob einem jar gehuset , befind ich leyder , so ich alles , was ich darff , brot , wyn , kleyder , buͦcher und in alles , das ich bruͦchen muͦ ß und nitt wol manglen kan , uß den 25 gl. erkouffen muͦß , das ich nitt nun zuͦ uffenthallt miner kinden , deren ettwas . ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß .", + "psc_chunk_id": "stoa0275.stoa018.opp-lat1_window_35", + "psc_text": "luna in Aialon, stetit sol et luna in statione, donec ultus est populus de inimicis suis, et stetit sol medio caelo. Ut autem accedebat in occasum et finem diei unius, non fuit dies talis retro et in novissimo, utique tam prolixus, ut, inquit, exaudiret deus hominem, parem scilicet solis, instantem tam diu in officio, stationem etiam sera longiorem. Certe Saul et ipse in proelio constitutus manifeste munus istud indixit: Maledictus homo, qui ederit panem ad vesperam usque, dum ulciscar de inimico meo, et non gustavit totus populus eius, et tota terra prandebat. Tantam autem deus praestitit auctoritatem edicto stationis illius, ut Ionathan, filius Saulis, quamquam ignarus ieiunationis in serum definitae gustum mellis admiserat, et sorte mox de delicto sit traductus, et vix per precem populi periculo exemptus. Gulae enim, licet simplicis, reus fuerat. Sed et Daniel anno primo regis Darii, cum ieiunus in sacco et cinere exomologesin deo ageret, Et", + "candidate_score": 0.654884, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 11, + "cf_id": "cf025", + "work_id": "077_Gregorius-I_Dialogi", + "max_score": 0.67144, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_7_9", + "bdc_text": "über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß . Sunst muͦß ich holtz , ain kommen kernen und anders , alls thüwr und ettlichs thuͤwlich dann by üch uberkummen .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_990", + "psc_text": "ἡμέρᾳ εἰς τὰ θερμὰ ἀπερχόμενος, ἐν ἑαυτῷ διαλογισάμενος ἐκείνῳ τῷ τοιούτῳ πόθῳ διακονεῖν νίψειν ἀνθρώπῳ τῷ εἰωθότι, οὐκ ὤφειλον κενὸς ὀφθῆναι. Ἀλλ' εἴτι οὖν δῶρον βαστάσαι αὐτῷ χρεία. Δύο οὖν μεθ' ἑαυτοῦ προσφορὰς λαβὼν ὁ πρεσβύτερος, ἐπορεύθη. Ἐν ᾧ τόπῳ οὖν παραγενόμενος, αὖθις τὸν ἄνθρωπον εὗρε. Κατὰ δὲ τὸ ἔθος ἐν πᾶσι τὴν ὑπουργίαν ἐπετέλει. Ἔλουσε μὲν καὶ ὡς λοιπὸν ὑπῆρχεν ἐνδυόμενος ἤθελεν ἐξέρχεσθαι, ἅσπερ μεθ' ἑαυτοῦ προσφορὰς ἐβάσταζε τῷ ὑπουργοῦντι αὐτῷ ἀνδρὶ εὐλογίας χάριν ἐπέδωκε, παρακαλῶν ἀγάπης χάριν αὐτὸν ὑποδέξασθαι. Ἐκεῖνος δὲ πενθῶν καὶ θλιβόμενος ἀπεκρίθη, λέγων· Ἐμοὶ, πάτερ, ταῦτα διὰ τί παρέχεις; οὗτος ὁ ἄρτος ἅγιος ἐστι, κἀγὼ φαγεῖν αὐτὸν οὐ δύναμαι. Ἐμὲ γὰρ ὃν θεωρεῖς, ποτὲ τοῦ τόπου τούτου κύριος ὑπῆρχον. Ἀλλὰ διὰ τὰ πταίσματά μου ἐνθάδε κατεδικάσθην. Ἐὰν δέ μοι τί παρασχεῖν θέλῃς, τὸν ἄρτον τοῦτον ὑπὲρ ἐμ��ῦ τῷ παντοδυνάμῳ Θεῷ προσένεγκαι, καὶ ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν μου πρόσευξαι. Τότε δὲ ἐπακουσθῆναι γίνωσκε, ἐὰν ἐπὶ τὸ λούσασθαι", + "candidate_score": 0.67144, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_5_7", + "bdc_text": "Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ;", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_350", + "psc_text": "ἐν τῷ αὑτοῦ οἴκῳ δυνηθῇ προαρπάσαι· οἱ μὲν, ἐπὶ τῷ ἀναστῆσαι αὐτῷ μοναστήριον ἀγροὺς προσφέρειν ἐπαγγελλόμενοι· ἕτεροι δὲ χρήματα, καὶ πρὸς τροφὴν ἀναλώματα παρέχειν αὐτῷ ἤθελον. Ὁ δὲ τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ δοῦλος μηδὲν παρ' αὐτῶν λαβεῖν τὸ σύνολον ἀνασχόμενος, τῆς πόλεως ἐξῆλθεν. Οὐ πολὺ δὲ μήκοθεν τόπον ἔρημον εὑρὼν, ἐκεῖσε ἑαυτῷ σεμνὸν κέλλιον ᾠκοδόμησε. Πολλοὶ δὲ πρὸς αὐτὸν ἀπερχόμενοι, τῷ ἐκείνου ὑποδείγματι ἤρξαντο εἰς τον πόθον τῆς αἰωνίου ζωῆς πυροῦσθαι, καὶ ὑπὸ τὴν αὐτοῦ διδασκαλίαν, εἰς τὴν τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ δουλείαν ἑαυτοὺς ἐκδεδώκασιν. Ἤρξαντο δέ οἱ τούτου μαθηταὶ μετὰ ταπεινοφροσύνης δυσωπεῖν αὐτὸν, ὅπως διὰ τὴν τοῦ μοναστηρίου χρείαν τὰ προσφερόμενα αὐτῷ χρήματα δέξηται. Αὐτὸς δὲ τῆς ἑαυτοῦ πτωχείας τὴν ψηφον στερεᾷ φυλακῇ ἐκράτει, λέγων· Μοναχὸς ὁ ἐν τῇ γῇ κτῆμα ζητῶν, μοναχός οὐκ ἔστιν. Οὕτως οὖν ἐφοβεῖτο τὴν τῆς πτωχείας αὑτοῦ φροντίδα ἀπολέσαι, καθάπερ οἱ κνηποὶ ἄρχοντες τὰ ἀπολλύμενα χρήματα τῇ φυλακῇ συντηρεῖν εἰώθασιν. Ἐκεῖ τοίνυν πνεύματι προφητείας κατεκοσμήθη, καὶ", + "candidate_score": 0.666382, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_7_9", + "bdc_text": "über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß . Sunst muͦß ich holtz , ain kommen kernen und anders , alls thüwr und ettlichs thuͤwlich dann by üch uberkummen .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_350", + "psc_text": "ἐν τῷ αὑτοῦ οἴκῳ δυνηθῇ προαρπάσαι· οἱ μὲν, ἐπὶ τῷ ἀναστῆσαι αὐτῷ μοναστήριον ἀγροὺς προσφέρειν ἐπαγγελλόμενοι· ἕτεροι δὲ χρήματα, καὶ πρὸς τροφὴν ἀναλώματα παρέχειν αὐτῷ ἤθελον. Ὁ δὲ τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ δοῦλος μηδὲν παρ' αὐτῶν λαβεῖν τὸ σύνολον ἀνασχόμενος, τῆς πόλεως ἐξῆλθεν. Οὐ πολὺ δὲ μήκοθεν τόπον ἔρημον εὑρὼν, ἐκεῖσε ἑαυτῷ σεμνὸν κέλλιον ᾠκοδόμησε. Πολλοὶ δὲ πρὸς αὐτὸν ἀπερχόμενοι, τῷ ἐκείνου ὑποδείγματι ἤρξαντο εἰς τον πόθον τῆς αἰωνίου ζωῆς πυροῦσθαι, καὶ ὑπὸ τὴν αὐτοῦ διδασκαλίαν, εἰς τὴν τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ δουλείαν ἑαυτοὺς ἐκδεδώκασιν. Ἤρξαντο δέ οἱ τούτου μαθηταὶ μετὰ ταπεινοφροσύνης δυσωπεῖν αὐτὸν, ὅπως διὰ τὴν τοῦ μοναστηρίου χρείαν τὰ προσφερόμενα αὐτῷ χρήματα δέξηται. Αὐτὸς δὲ τῆς ἑαυτοῦ πτωχείας τὴν ψηφον στερεᾷ φυλακῇ ἐκράτει, λέγων· Μοναχὸς ὁ ἐν τῇ γῇ κτῆμα ζητῶν, μοναχός οὐκ ἔστιν. Οὕτως οὖν ἐφοβεῖτο τὴν τῆς πτωχείας αὑτοῦ φροντίδα ἀπολέσαι, καθάπερ οἱ κνηποὶ ἄρχοντες τὰ ἀπολλύμενα χρήματα τῇ φυλακῇ συντηρεῖν εἰώθασιν. Ἐκεῖ τοίνυν πνεύματι προφητείας κατεκοσμήθη, καὶ", + "candidate_score": 0.6634, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_7_9", + "bdc_text": "über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß . Sunst muͦß ich holtz , ain kommen kernen und anders , alls thüwr und ettlichs thuͤwlich dann by üch uberkummen .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_351", + "psc_text": "αὐτῷ χρήματα δέξηται. Αὐτὸς δὲ τῆς ἑαυτοῦ πτωχείας τὴν ψηφον στερεᾷ φυλακῇ ἐκράτει, λέγων· Μοναχὸς ὁ ἐν τῇ γῇ κτῆμα ζητῶν, μοναχός οὐκ ἔστιν. Οὕτως οὖν ἐφοβεῖτο τὴν τῆς πτωχείας αὑτοῦ φροντίδα ἀπολέσαι, καθάπερ οἱ κνηποὶ ἄρχοντες τὰ ἀπολλύμενα χρήματα τῇ φυλακῇ συντηρεῖν εἰώθασιν. Ἐκεῖ τοίνυν πνεύματι προφητείας κατεκοσμήθη, καὶ πᾶσι τοῖς ἔγγιστα καὶ ἐκ μήκους κατοικοῦσι, διὰ τῶν θαυμάτων ἡ τῆς ζωῆς αὐτοῦ λαμπρότης διεγνώσθη. Ἐν μιᾷ δὲ ἡμέρᾳ πρὸς ἑσπέραν ἐν τῷ κήπῳ τοῦ μοναστηρίου, ἐργαλεῖον σιδηροῦν. ὅπερ λισγάριν ὀνομάζεται, ῥιφῆναι πεποίηκεν· εἶθ' οὕτως τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ εἶπεν· Ἀπέλθετε καὶ ἃ λισγάρια ἔχετε, ταῦτα ἐν τῷ κήπῳ ῥίψατε, καὶ συντόμως ὑποστρέψατε. Τῇ δὲ νυκτὶ ἐκείνῃ ἀναστὰς, κατὰ τὸ εἰωθὸς, ὅπως μετὰ τῶν ἀδελφῶν τοὺς ἑωθινοὺς ὕμνους τῷ κυρίῳ ἀναπέμψῃ, ἐκέλευσεν αὐτοῖς, λέγων· Ἀπέλθετε καὶ τῶν ἐργατῶν ἡμῶν προσφάγιον ἐψήσατε, ἵνα τὸ πρωΐας ἕτοιμον ἔσται. Ἡμέρας δὲ ἤδη γενομένης, τὸ προσφάγιον, ὅπερ γενέσθαι προσέταξε, βασταχθῆναι πεποίηκε, καὶ ἅμα τοῖς", + "candidate_score": 0.6631, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_6_8", + "bdc_text": "küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_990", + "psc_text": "ἡμέρᾳ εἰς τὰ θερμὰ ἀπερχόμενος, ἐν ἑαυτῷ διαλογισάμενος ἐκείνῳ τῷ τοιούτῳ πόθῳ διακονεῖν νίψειν ἀνθρώπῳ τῷ εἰωθότι, οὐκ ὤφειλον κενὸς ὀφθῆναι. Ἀλλ' εἴτι οὖν δῶρον βαστάσαι αὐτῷ χρεία. Δύο οὖν μεθ' ἑαυτοῦ προσφορὰς λαβὼν ὁ πρεσβύτερος, ἐπορεύθη. Ἐν ᾧ τόπῳ οὖν παραγενόμενος, αὖθις τὸν ἄνθρωπον εὗρε. Κατὰ δὲ τὸ ἔθος ἐν πᾶσι τὴν ὑπουργίαν ἐπετέλει. Ἔλουσε μὲν καὶ ὡς λοιπὸν ὑπῆρχεν ἐνδυόμενος ἤθελεν ἐξέρχεσθαι, ἅσπερ μεθ' ἑαυτοῦ προσφορὰς ἐβάσταζε τῷ ὑπουργοῦντι αὐτῷ ἀνδρὶ εὐλογίας χάριν ἐπέδωκε, παρακαλῶν ἀγάπης χάριν αὐτὸν ὑποδέξασθαι. Ἐκεῖνος δὲ πενθῶν καὶ θλιβόμενος ἀπεκρίθη, λέγων· Ἐμοὶ, πάτερ, ταῦτα διὰ τί παρέχεις; οὗτος ὁ ἄρτος ἅγιος ἐστι, κἀγὼ φαγεῖν αὐτὸν οὐ δύναμαι. Ἐμὲ γὰρ ὃν θεωρεῖς, ποτὲ τοῦ τόπου τούτου κύριος ὑπῆρχον. Ἀλλὰ διὰ τὰ πταίσματά μου ἐνθάδε κατεδικάσθην. Ἐὰν δέ μοι τί παρασχεῖν θέλῃς, τὸν ἄρτον τοῦτον ὑπὲρ ἐμοῦ τῷ παντοδυνάμῳ Θεῷ προσένεγκαι, καὶ ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν μου πρόσευξαι. Τότε δὲ ἐπακουσθῆναι γίνωσκε, ἐὰν ἐπὶ τὸ λούσασθαι", + "candidate_score": 0.661848, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_0_2", + "bdc_text": "1558 . Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_990", + "psc_text": "ἡμέρᾳ εἰς τὰ θερμὰ ἀπερχόμενος, ἐν ἑαυτῷ διαλογισάμενος ἐκείνῳ τῷ τοιούτῳ πόθῳ διακονεῖν νίψειν ἀνθρώπῳ τῷ εἰωθότι, οὐκ ὤφειλον κενὸς ὀφθῆναι. Ἀλλ' εἴτι οὖν δῶρον βαστάσαι αὐτῷ χρεία. Δύο οὖν μεθ' ἑαυτοῦ προσφορὰς λαβὼν ὁ πρεσβύτερος, ἐπορεύθη. Ἐν ᾧ τόπῳ οὖν παραγενόμενος, αὖθις τὸν ἄνθρωπον εὗρε. Κατὰ δὲ τὸ ἔθος ἐν πᾶσι τὴν ὑπουργίαν ἐπετέλει. Ἔλουσε μὲν καὶ ὡς λοιπὸν ὑπῆρχεν ἐνδυόμενος ἤθελεν ἐξέρχεσθαι, ἅσπερ μεθ' ἑαυτοῦ προσφορὰς ἐβάσταζε τῷ ὑπουργοῦντι αὐτῷ ἀνδρὶ εὐλογίας χάριν ἐπέδωκε, παρακαλῶν ἀγάπης χάριν αὐτὸν ὑποδέξασθαι. Ἐκεῖνος δὲ πενθῶν καὶ θλιβόμενος ἀπεκρίθη, λέγων· Ἐμοὶ, πάτερ, ταῦτα διὰ τί παρέχεις; οὗτος ὁ ἄρτος ἅγιος ἐστι, κἀγὼ φαγεῖν αὐτὸν οὐ δύναμαι. Ἐμὲ γὰρ ὃν θεωρεῖς, ποτὲ τοῦ τόπου τούτου κύριος ὑπῆρχον. Ἀλλὰ διὰ τὰ πταίσματά μου ἐνθάδε κατεδικάσθην. Ἐὰν δέ μοι τί παρασχεῖν θέλῃς, τὸν ἄρτον τοῦτον ὑπὲρ ἐμοῦ τῷ παντοδυνάμῳ Θεῷ προσένεγκαι, καὶ ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν μου πρόσευξαι. Τότε δὲ ἐπακουσθῆναι γίνωσκε, ἐὰν ἐπὶ τὸ λούσασθαι", + "candidate_score": 0.661452, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_6_8", + "bdc_text": "küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_350", + "psc_text": "ἐν τῷ αὑτοῦ οἴκῳ δυνηθῇ προαρπάσαι· οἱ μὲν, ἐπὶ τῷ ἀναστῆσαι αὐτῷ μοναστήριον ἀγροὺς προσφέρειν ἐπαγγελλόμενοι· ἕτεροι δὲ χρήματα, καὶ πρὸς τροφὴν ἀναλώματα παρέχειν αὐτῷ ἤθελον. Ὁ δὲ τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ δοῦλος μηδὲν παρ' αὐτῶν λαβεῖν τὸ σύνολον ἀνασχόμενος, τῆς πόλεως ἐξῆλθεν. Οὐ πολὺ δὲ μήκοθεν τόπον ἔρημον εὑρὼν, ἐκεῖσε ἑαυτῷ σεμνὸν κέλλιον ᾠκοδόμησε. Πολλοὶ δὲ πρὸς αὐτὸν ἀπερχόμενοι, τῷ ἐκείνου ὑποδείγματι ἤρξαντο εἰς τον πόθον τῆς αἰωνίου ζωῆς πυροῦσθαι, καὶ ὑπὸ τὴν αὐτοῦ διδασκαλίαν, εἰς τὴν τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ δουλείαν ἑαυτοὺς ἐκδεδώκασιν. Ἤρξαντο δέ οἱ τούτου μαθηταὶ μετὰ ταπεινοφροσύνης δυσωπεῖν αὐτὸν, ὅπως διὰ τὴν τοῦ μοναστηρίου χρείαν τὰ προσφερόμενα αὐτῷ χρήματα δέξηται. Αὐτὸς δὲ τῆς ἑαυτοῦ πτωχείας τὴν ψηφον στερεᾷ φυλακῇ ἐκράτει, λέγων· Μοναχὸς ὁ ἐν τῇ γῇ κτῆμα ζητῶν, μοναχός οὐκ ἔστιν. Οὕτως οὖν ἐφοβεῖτο τὴν τῆς πτωχείας αὑτοῦ φροντίδα ἀπολέσαι, καθάπερ οἱ κνηποὶ ἄρχοντες τὰ ἀπολλύμενα χρήματα τῇ φυλακῇ συντηρεῖν εἰώθασιν. Ἐκεῖ τοίνυν πνεύματι προφητείας κατεκοσμήθη, καὶ", + "candidate_score": 0.657718, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_15_17", + "bdc_text": "Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab. Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind . Sömliche 1559 .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_861", + "psc_text": "Ἄπελθε καὶ βλέπε πῶς μέλλεις μετὰ ταῦτα προσέχων ἑαυτῷ ζῆσαι. Μετὰ δὲ ταύτην τὴν φωνὴν, κατ' ὀλίγον τῶν μελῶν αὐτοῦ ἀναζεόντων ἐκ τοῦ ὕπνου τοῦ αἰωνίου θανάτου ἐφυπνισθεὶς, πάντα τὰ περὶ αὐτὸν γεγονότα διηγήσατο. Τοσαύταις δὲ μετέπειτα νηστείαις καὶ ἀγρυπνίαις ἑαυτὸν ἐκδέδωκε διὰ τὸ ἑωρακέναι καὶ φοβηθῆναι αὐτὸν τὰ τοῦ ᾅδου βάσανα, ὥστε κἂν ἡ γλῶσσα αὐτοῦ ήσύχαζεν, ἡ πολιτεία ἐλάλει. Οὕτω τοίνυν τῇ θαυμαστῇ τοῦ Θεοῦ προνοίᾳ ὁ θάνατος αὐτοῦ ἐπράχθη, ἵνα μὴ αἰωνίως ἀποθάνῃ Ἐπεὶ οὖν ἡ ἀνθρωπίνη καρδία σφόδρα βαρείας σκληρότητος ὑπάρχει, ἴσως κἂν αὐτὴ τῶν βασάνων ἡ ἐπίδειξις πρὸς μετάνοιαν αὐτοὺς ἐπιστρέψῃ. Καὶ Στέφανος δὲ ὁ ἰλλούστριος, ὃν αὐτὸς καλῶς ἔγνως, περὶ ἑαυτοῦ μοι διηγήσατο. Ἔλεγε δὲ οὕτως· Ὅτι ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀπελθόντος μου, καὶ διὰ πρᾶγμά τι ἐκεῖσέ μου βραδύναντος, νόσου σωματικῆς ἐπελθούσης, ἀπέθανεν. Ἰατροῦ δὲ καὶ πιγμενταρίου ζητηθέντων ἐπὶ τῷ ἀνοῖξαι καὶ σμυρνίσαι αὐτὸν, οὐδαμῶς ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ εὑρεθῆναι ἠδυνήθησαν. Τῆς δὲ νυκτὸς ἐπελθούσης,", + "candidate_score": 0.656755, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_6_8", + "bdc_text": "küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_351", + "psc_text": "αὐτῷ χρήματα δέξηται. Αὐτὸς δὲ τῆς ἑαυτοῦ πτωχείας τὴν ψηφον στερεᾷ φυλακῇ ἐκράτει, λέγων· Μοναχὸς ὁ ἐν τῇ γῇ κτῆμα ζητῶν, μοναχός οὐκ ἔστιν. Οὕτως οὖν ἐφοβεῖτο τὴν τῆς πτωχείας αὑτοῦ φροντίδα ἀπολέσαι, καθάπερ οἱ κνηποὶ ἄρχοντες τὰ ἀπολλύμενα χρήματα τῇ φυλακῇ συντηρεῖν εἰώθασιν. Ἐκεῖ τοίνυν πνεύματι προφητείας κατεκοσμήθη, καὶ πᾶσι τοῖς ἔγγιστα καὶ ἐκ μήκους κατοικοῦσι, διὰ τῶν θαυμάτων ἡ τῆς ζωῆς αὐτοῦ λαμπρότης διεγνώσθη. Ἐν μιᾷ δὲ ἡμέρᾳ πρὸς ἑσπέραν ἐν τῷ κήπῳ τοῦ μοναστηρίου, ἐργαλεῖον σιδηροῦν. ὅπερ λισγάριν ὀνομάζεται, ῥιφῆναι πεποίηκεν· εἶθ' οὕτως τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ εἶπεν· Ἀπέλθετε καὶ ἃ λισγάρια ἔχετε, ταῦτα ἐν τῷ κήπῳ ῥίψατε, καὶ συντόμως ὑποστρέψατε. Τῇ δὲ νυκτὶ ἐκείνῃ ἀναστὰς, κατὰ τὸ εἰωθὸς, ὅπως μετὰ τῶν ἀδελφῶν τοὺς ἑωθινοὺς ὕμνους τῷ κυρίῳ ἀναπέμψῃ, ἐκέλευσεν αὐτοῖς, λέγων· Ἀπέλθετε καὶ τῶν ἐργατῶν ἡμῶν προσφάγιον ἐψήσατε, ἵνα τὸ πρωΐας ἕτοιμον ἔσται. Ἡμέρας δὲ ἤδη γενομένης, τὸ προσφάγιον, ὅπερ γενέσθαι προσέταξε, βασταχθῆναι πεποίηκε, καὶ ἅμα τοῖς", + "candidate_score": 0.656276, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_5_7", + "bdc_text": "Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ;", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_351", + "psc_text": "αὐτῷ χρήματα δέξηται. Αὐτὸς δὲ τῆς ἑαυτοῦ πτωχείας τὴν ψηφον στερεᾷ φυλακῇ ἐκράτει, λέγων· Μοναχὸς ὁ ἐν τῇ γῇ κτῆμα ζητῶν, μοναχός οὐκ ἔστιν. Οὕτως οὖν ἐφοβεῖτο τὴν τῆς πτωχείας αὑτοῦ φροντίδα ἀπολέσαι, καθάπερ οἱ κνηποὶ ἄρχοντες τὰ ἀπολλύμενα χρήματα τῇ φυλακῇ συντηρεῖν εἰώθασιν. Ἐκεῖ τοίνυν πνεύματι προφητείας κατεκοσμήθη, καὶ πᾶσι τοῖς ἔγγιστα καὶ ἐκ μήκους κατοικοῦσι, διὰ τῶν θαυμάτων ἡ τῆς ζωῆς αὐτοῦ λαμπρότης διεγνώσθη. Ἐν μιᾷ δὲ ἡμέρᾳ πρὸς ἑσπέραν ἐν τῷ κήπῳ τοῦ μοναστηρίου, ἐργαλεῖον σιδηροῦν. ὅπερ λισγάριν ὀνομάζετ��ι, ῥιφῆναι πεποίηκεν· εἶθ' οὕτως τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ εἶπεν· Ἀπέλθετε καὶ ἃ λισγάρια ἔχετε, ταῦτα ἐν τῷ κήπῳ ῥίψατε, καὶ συντόμως ὑποστρέψατε. Τῇ δὲ νυκτὶ ἐκείνῃ ἀναστὰς, κατὰ τὸ εἰωθὸς, ὅπως μετὰ τῶν ἀδελφῶν τοὺς ἑωθινοὺς ὕμνους τῷ κυρίῳ ἀναπέμψῃ, ἐκέλευσεν αὐτοῖς, λέγων· Ἀπέλθετε καὶ τῶν ἐργατῶν ἡμῶν προσφάγιον ἐψήσατε, ἵνα τὸ πρωΐας ἕτοιμον ἔσται. Ἡμέρας δὲ ἤδη γενομένης, τὸ προσφάγιον, ὅπερ γενέσθαι προσέταξε, βασταχθῆναι πεποίηκε, καὶ ἅμα τοῖς", + "candidate_score": 0.655164, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_2", + "bdc_text": "Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_589", + "psc_text": "ἐπῆλθε πρὸς τοὺς πολλοὺς τεχνίτας μετὰ ἑνὸς ἄρτου, καὶ τούτους τῷ παντοδυνάμῳ Θεῷ εὐχαριστῆσαι παρεκάλεσε, καὶ ὅτι δαπάνην αὐτοῖς παρέσχεν ἐμήνυσεν. Εὐθέως καὶ ἐπὶ τὸ ἑστιαθῆναι προσκαλεσάμενος αὐτοὺς, τὸν εὑρεθέντα ἄρτον παρέθηκεν. Εἰς κόρον δὲ αὐτῶν ἐμπλησθέντων, πλείω κλάσματα περιευρέθησαν, ὑπὲρ ἃ ὁ ἄρτος ἐκεῖνος ὑπῆρχε. Καὶ ἐν ἑτέρᾳ δὲ ἡμέρᾳ ἐκεῖνα αὐτοῖς φαγεῖν παρέθηκεν. Ὁμοίως οὖν καὶ πάλιν χορτασθέντες, τὰ τοῦ ἄρτου κλάσματα ἐπερίσσευσαν. Αὐτὰ τοίνυν τὰ περισσεύοντα κλάσματα πάλιν αὐτοῖς παρατιθῶν, γέγονεν, ὥστε ἐπὶ δέκα ἡμέρας πάντες ἐκεῖνοι οἱ τεχνῖται καὶ οἱ ἐργάται ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἑνὸς ἄρτου τρώγοντες ἐχορτάζοντο. Καθ' ἡμέραν γὰρ ἐξ αὐτοῦ ἐσθίοντες, ὅσον φαγεῖν ἠδύναντο, τοσοῦτον πάλιν ἐπερίσσευεν, ὅσον εἰς τὴν αὔριον αὐτοῖς ἀρκέσαι καὶ περισσεῦσαι ἠδύνατο, καὶ ὁ μὲν ἄρτος ἐκεῖνος τὰ τῶν ἐσθιόντων σώματα ἀνεκαίνιζε πρὸς δύναμιν, διὰ δὲ τῶν κλασμάτων καθ' ἡμέραν ὑπερηύξανεν. ΠΕΤΡ. Θαυμαστὸν πρᾶγμα καὶ σφόδρα ἔκπληκτον, πρὸς γὰρ τὸ δεσποτικὸν ὑπόδειγμα τὸ ἔργον τοῦτο βλέπει. ΓΡΗΓΟΡ. Αὐτὸς γὰρ", + "candidate_score": 0.614457, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 12, + "cf_id": "cf021", + "work_id": "stoa0040.stoa060.opp-lat1", + "max_score": 0.67114, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_18_20", + "bdc_text": "min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 . anno et gefat daran haben söltend. Io . s huͦg prediger der kylc B . zur et", + "psc_chunk_id": "stoa0040.stoa060.opp-lat1_window_129", + "psc_text": "8 se eis X 9 qui eom ductorem om. S 10 ante E sequeretur R 11 lauitque MEX monnitque-condiscipulis om. R ut om. B 12 fecisset eis X 13 domine X quantam KJfENXR qaA| xtl T commendauit humiliauit B conunendandae] taili dande S 14 illud tempus MENX tenpus T proxime] maxime KGX 15 pl'aecipu.e A 16 tenturi S 17 at I ait CIZS facite S illo. tempore om. CIZSB in tempore B que Hl quo PAlGlRT 18 ante Dbd 19 fierat conuersat*» I tradderetur B 22 quantoquidem P1 cuius] cQ R euangelium nemo diligenter intuetur, qui non eum doctorem humilitatis inueniat, tum maxime uirtutis huius sectatores et conseruatores eos esse conuenit, qui magno aliquo bono ceteris eminent, ut magnopere curent illud, quod primitus posui: quanto magnus es, tanto humila te in omnibus, et coram deo inuenies gratiam. proinde quia perpetua continentia maximeque uirginitas magnum bonum est in sanctis dei, uigilantissime", + "candidate_score": 0.67114, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 13, + "cf_id": "cf025", + "work_id": "066_Gregorius-I_Prolegomena", + "max_score": 0.66983, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_7_9", + "bdc_text": "über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß . Sunst muͦß ich holtz , ain kommen kernen und anders , alls thüwr und ettlichs thuͤwlich dann by üch uberkummen .", + "psc_chunk_id": "066_Gregorius-I_Prolegomena_window_84", + "psc_text": "ἰσχύσας, ἑτέραν πάλιν κακόνοιάν τε καὶ σατανικὴν πανουργίαν κατὰ τῶο τοῦ ἁγίου μαθητῶν ἐτεκτήῄνατο. Αὐτῶν γὰρ ἐν τῷ κήπῳ ἐργαζομένων, ὁ τοῦ διαβόλου ἐργάτης Φλορέντιος ἑπτὰ κόρας ὡραίας τῷ εἴδει, καὶ γυμνὰς ὅλῳ τῷ σώματι ἐν τῷ κήπῳ ἀπέστειλε, καὶ ταύταις προσέταξε τοῦ στρηνιᾷν καὶ παίζειν ἐνώπιον τῶν μοναχῶν, βουλόμενος καὶ ἐν τούτῳ τὴν τῶν ἀνδρῶν ἀχρειῶσαι παρθενίαν. Ἀλλὰ καὶ ἐν τοῦτῳ ἡ παμπόνηρος αὐτοῦ διήμαρτεν ἀφροσύνη. Τὴν γὰρ τούτου διαβολικὴν ἐπίνοιαν θεασάμενος ὁ τοῦ Χριστοῦ μιμητὴς Βενέδικτος, καὶ φοβηθεὶς τὴν τῶν μαθητῶν ψυχικὴν βλάβην, ὑπὲρ δὲ μόνου τοῦ καθ' ἑαυτὸν φθόνου λογισάμενος, ταῦτα τὸν μιαρώτατον ἐκεῖνον Φλορέντιον πράττειν, βέλτιον ἔκρινεν ὁ τοῦ Θεοῦ θεράπων διὰ τῆς ἑαυτοῦ ἀναχωρήσεως τὴν τῶν οἰκείων μαθητῶν πολιτεύσασθαι σωτηρίαν. Καλέσας οὖν τοὺς τῶν μοναστηρίων ἀδελφοὺς καὶ οἰκονόμους, αὐτοῖς ἐγκαταστήσας, παραθέμενός τε αὐτοὺς τῷ Θεῷ, λαβὼν μετ' ἑαυτοῦ ὀλίγους τινὰς τῶν μοναχῶν ἀνεχώρησεν ἐκ τοῦ ἑαυτοῦ κελλίου, τὸ μῖσος καὶ τὴν ἐκείνου δυσμένειαν ταπεινοφρόνως ἐκκλίνας.", + "candidate_score": 0.66983, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_7_9", + "bdc_text": "über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß . Sunst muͦß ich holtz , ain kommen kernen und anders , alls thüwr und ettlichs thuͤwlich dann by üch uberkummen .", + "psc_chunk_id": "066_Gregorius-I_Prolegomena_window_41", + "psc_text": "λέγεις, ἀλλ' αἰτῶ ἀποκριθῆναί μοι, τίνος χάριν τοὺς ἅπαξ αὐτῷ ἐμπιστευθέντας ἀδελφοὺς κατέλειψεν, ὧν τὴν φροντίδα ἀνεδέξατο.

ΓΡΗΓ. Καθὼς ἐγὼ, Πετρε, ὑπολαμβάνω, ἑνωθέντες ὁμοψύχως ἐκεῖ οἱ φρατριασταὶ ἐπὶ τῇ ἑαυτῶν λύμῃ, ὑπομονῆς πολλῆς δέον ἐστὶ πρὸς τὸ ὑποφέρειν τὴν τῶν κακῶν ἀντιλογίαν, μάλιστα ἐὰν μὴ προσγίνεταί τις παρηγορία, εἰ συμβῇ ἐν αὐτοῖς ὀλίγους εὑρεθῆναι ἀγαθούς. Ἐπεὶ ἔνθα παντάπασιν καρπὸς ἐκ τοῦ κόπου οὐκ ἔστιν ἐλ��ιζόμενος, ἀνόητος ἡ συνοίκησις ὅμως συμβαίνει γίνεσθαι ἀγώνων τε καὶ ἱδρώτων εἰς μοχθηροὺς καὶ ἀδιόρθωτον γνόμην κεκτημένους κάματον πολὺν· ἀλλ' οὖν διάκονος εὐρίσκεται. Μέγα οὖν ὑπάρχει, ἐὰν οἱ οὕτω σκολιῶς διακείμενο;, τῷ Θεῷ δυνήσονται προσαγαγεῖν καρπὸν κρείττονα. Ὁ μακάριος οὖν ἐκεῖνος ἀνὴρ τίνος χάριν σὺν αὐτοῖς εἶχε κατοικῆσαι, ὁπόταν πάντας ἐκείνους ὁμοψύχους καταδιώκοντας αὐτὸν ἑώρα; διαφόρως οὖν τελοῦνταί τινα ἐν ταῖς τῶν δικαιων ψυχαῖς, ἅπερ ἀδύνατόν ἐστι σιωπῇ παραδραμεῖν. Ὅταν γὰρ θεάσωνται τῶν οἰκείων κόπων τὸ ἀκερδὲς καὶ ἀνόητον, ἐν ἑτέρῳ τόπῳ", + "candidate_score": 0.66343, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_6_8", + "bdc_text": "küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß .", + "psc_chunk_id": "066_Gregorius-I_Prolegomena_window_84", + "psc_text": "ἰσχύσας, ἑτέραν πάλιν κακόνοιάν τε καὶ σατανικὴν πανουργίαν κατὰ τῶο τοῦ ἁγίου μαθητῶν ἐτεκτήῄνατο. Αὐτῶν γὰρ ἐν τῷ κήπῳ ἐργαζομένων, ὁ τοῦ διαβόλου ἐργάτης Φλορέντιος ἑπτὰ κόρας ὡραίας τῷ εἴδει, καὶ γυμνὰς ὅλῳ τῷ σώματι ἐν τῷ κήπῳ ἀπέστειλε, καὶ ταύταις προσέταξε τοῦ στρηνιᾷν καὶ παίζειν ἐνώπιον τῶν μοναχῶν, βουλόμενος καὶ ἐν τούτῳ τὴν τῶν ἀνδρῶν ἀχρειῶσαι παρθενίαν. Ἀλλὰ καὶ ἐν τοῦτῳ ἡ παμπόνηρος αὐτοῦ διήμαρτεν ἀφροσύνη. Τὴν γὰρ τούτου διαβολικὴν ἐπίνοιαν θεασάμενος ὁ τοῦ Χριστοῦ μιμητὴς Βενέδικτος, καὶ φοβηθεὶς τὴν τῶν μαθητῶν ψυχικὴν βλάβην, ὑπὲρ δὲ μόνου τοῦ καθ' ἑαυτὸν φθόνου λογισάμενος, ταῦτα τὸν μιαρώτατον ἐκεῖνον Φλορέντιον πράττειν, βέλτιον ἔκρινεν ὁ τοῦ Θεοῦ θεράπων διὰ τῆς ἑαυτοῦ ἀναχωρήσεως τὴν τῶν οἰκείων μαθητῶν πολιτεύσασθαι σωτηρίαν. Καλέσας οὖν τοὺς τῶν μοναστηρίων ἀδελφοὺς καὶ οἰκονόμους, αὐτοῖς ἐγκαταστήσας, παραθέμενός τε αὐτοὺς τῷ Θεῷ, λαβὼν μετ' ἑαυτοῦ ὀλίγους τινὰς τῶν μοναχῶν ἀνεχώρησεν ἐκ τοῦ ἑαυτοῦ κελλίου, τὸ μῖσος καὶ τὴν ἐκείνου δυσμένειαν ταπεινοφρόνως ἐκκλίνας.", + "candidate_score": 0.662957, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_5_7", + "bdc_text": "Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ;", + "psc_chunk_id": "066_Gregorius-I_Prolegomena_window_84", + "psc_text": "ἰσχύσας, ἑτέραν πάλιν κακόνοιάν τε καὶ σατανικὴν πανουργίαν κατὰ τῶο τοῦ ἁγίου μαθητῶν ἐτεκτήῄνατο. Αὐτῶν γὰρ ἐν τῷ κήπῳ ἐργαζομένων, ὁ τοῦ διαβόλου ἐργάτης Φλορέντιος ἑπτὰ κόρας ὡραίας τῷ εἴδει, καὶ γυμνὰς ὅλῳ τῷ σώματι ἐν τῷ κήπῳ ἀπέστειλε, καὶ ταύταις προσέταξε τοῦ στρηνιᾷν καὶ παίζειν ἐνώπιον τῶν μοναχῶν, βουλόμενος καὶ ἐν τούτῳ τὴν τῶν ἀνδρῶν ἀχρειῶσαι παρθενίαν. Ἀλλὰ καὶ ἐν τοῦτῳ ἡ παμπόνηρος αὐτοῦ διήμαρτεν ἀφροσύνη. Τὴν γὰρ τούτου διαβολικὴν ἐπίνοιαν θεασάμενος ὁ τοῦ Χριστοῦ μιμητὴς Βενέδικτος, καὶ φοβηθεὶς τὴν τῶν μαθητῶν ψυχικὴν βλάβην, ὑπὲρ δὲ μόνου τοῦ καθ' ἑαυτὸν φθόνου λογισάμενος, ταῦτα τὸν μιαρώτατον ἐκεῖνον Φλορέντιον πράττειν, βέλτιον ἔκρινεν ὁ τοῦ Θεοῦ θεράπων διὰ τῆς ἑαυτοῦ ἀναχωρήσεως τὴν τῶν οἰκείων μαθητῶν πολιτεύσασθαι σωτηρίαν. Καλέσας οὖν τοὺς τῶν μοναστηρίων ἀδελφοὺς καὶ οἰκονόμους, αὐτοῖς ἐγκαταστήσας, παραθέμενός τε αὐτοὺς τῷ Θεῷ, λαβὼν μετ' ἑαυτοῦ ὀλίγους τινὰς τῶν μοναχῶν ἀνεχώρησεν ἐκ τοῦ ἑαυτοῦ κελλίου, τὸ μῖσος καὶ τὴν ἐκείνου δυσμένειαν ταπεινοφρόνως ἐκκλίνας.", + "candidate_score": 0.653307, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_2_4", + "bdc_text": "Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 . An wyn 16 soum sind 22 eymer . An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten .", + "psc_chunk_id": "066_Gregorius-I_Prolegomena_window_213", + "psc_text": "μεγίστην ἑαυτῷ εὐεργεσίαν γενέσθαι ἐπίστευσεν, εἰ πρὸς τὸν τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπον παραγένηται Καὶ δὴ πορευθεὶς προσέπεσεν τοῖς τοῦ ἁγίου ποσὶν, τὴν συνέχουσαν αὐτοῦ τοῦ χρέους τῶν δώδεκα νομισμάτων ἀνάγκην ἀπαγγέλλων. Ὁ δὲ σεβάσμιος πατὴρ συμπαθῶς πρὸς αὐτὸν πρᾳείᾳ τῇ φωνῇ εἶπεν· « Ἀδελφὲ, συγχώρησον, ὅτι οὐδαμῶς ἔχω δώδεκα νομίσματα· ἀλλ' ἄπελθε, καὶ μετὰ δύο ἡμέρας ὑπόστρεψον πρός με, οὐ γὰρ ἔχω σήμερου ὅπερ σοι παρασχεῖν ὀφείλω. » Ἐν δὲ ταῖς δυσὶν ἡμέραις ἐκείναις ἦν ὁ πατὴρ σχολάζων ἐν τῇ προσευχῇ. Τῇ οὖν τρίτῃ ἡμέρᾳ παρεγένετο ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος, ὅστις ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τοῦ χρέους συνείχετο, πρὸς τὸν τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπον. Ἄρκλα ( sic ) οὖν ὑπῆρχεν ἐν τῷ μοναστηρίῳ, ἥτις ἦν ὀσπρίου πλήρης· ὑπεράνω δὲ ταύτης αἰφνίδιον διὰ τῆς τοῦ θεοφόρου πατρὸς εὐχῆς, τρισκαίδεκα νομίσματα ηὑρέθησαν. Ἅπερ ὁ σημειοφόρος Βενέδικτος ἐκέλευσεν ἐνεχθῆναι, καὶ τῷ τεθλιμμένῳ δοθῆναι ἀνδρὶ, εἰπὼν πρὸς αὐτόν· « Ἄπελθε, τέκνον, καὶ τὰ μὲν δώδεκα νομίσματα", + "candidate_score": 0.641424, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_4", + "bdc_text": "An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten .", + "psc_chunk_id": "066_Gregorius-I_Prolegomena_window_213", + "psc_text": "μεγίστην ἑαυτῷ εὐεργεσίαν γενέσθαι ἐπίστευσεν, εἰ πρὸς τὸν τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπον παραγένηται Καὶ δὴ πορευθεὶς προσέπεσεν τοῖς τοῦ ἁγίου ποσὶν, τὴν συνέχουσαν αὐτοῦ τοῦ χρέους τῶν δώδεκα νομισμάτων ἀνάγκην ἀπαγγέλλων. Ὁ δὲ σεβάσμιος πατὴρ συμπαθῶς πρὸς αὐτὸν πρᾳείᾳ τῇ φωνῇ εἶπεν· « Ἀδελφὲ, συγχώρησ��ν, ὅτι οὐδαμῶς ἔχω δώδεκα νομίσματα· ἀλλ' ἄπελθε, καὶ μετὰ δύο ἡμέρας ὑπόστρεψον πρός με, οὐ γὰρ ἔχω σήμερου ὅπερ σοι παρασχεῖν ὀφείλω. » Ἐν δὲ ταῖς δυσὶν ἡμέραις ἐκείναις ἦν ὁ πατὴρ σχολάζων ἐν τῇ προσευχῇ. Τῇ οὖν τρίτῃ ἡμέρᾳ παρεγένετο ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος, ὅστις ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τοῦ χρέους συνείχετο, πρὸς τὸν τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπον. Ἄρκλα ( sic ) οὖν ὑπῆρχεν ἐν τῷ μοναστηρίῳ, ἥτις ἦν ὀσπρίου πλήρης· ὑπεράνω δὲ ταύτης αἰφνίδιον διὰ τῆς τοῦ θεοφόρου πατρὸς εὐχῆς, τρισκαίδεκα νομίσματα ηὑρέθησαν. Ἅπερ ὁ σημειοφόρος Βενέδικτος ἐκέλευσεν ἐνεχθῆναι, καὶ τῷ τεθλιμμένῳ δοθῆναι ἀνδρὶ, εἰπὼν πρὸς αὐτόν· « Ἄπελθε, τέκνον, καὶ τὰ μὲν δώδεκα νομίσματα", + "candidate_score": 0.599686, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 14, + "cf_id": "cf011", + "work_id": "tlg2018.tlg023.1st1K-grc1", + "max_score": 0.669748, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_1_3", + "bdc_text": "Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 . An wyn 16 soum sind 22 eymer .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg023.1st1K-grc1_window_308", + "psc_text": "μνησθῇ ἔτι.Jer. 11, 18. Ὁ Σωτὴρ καὶ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς (κα)τὰ τὴν ἐν τῷ Ἠσαίᾳ προφητείαν, ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν ἤχθη, καὶ ὡς ἀμνὸς ἐναντίον τοῦ κείραντος αὐτὸν ἄφωνος,Es. 53, 7. κατὰ δὲ τὴν μετὰ χεῖρας, ὡς ἀρνίον ἄκακον ἀγόμενον τοῦ θυέσθαι οὐκ ἔγνων· καὶ τὸ κατὰ τὸν σταυρὸν δὲ πάθος αὐτοῦ δύναται δηλοῦσθαι διὰ τοῦ, δεῦτε καὶ ἐμβάλωμεν ξύλον εἰς ἄρτον αὐτοῦ καὶ ἐκτρίψωμεν αὐτὸν ἀπὸ γῆς ζώντων· καὶ τὸ ὄνομα αὐτῷ οὐ μὴ μνησθῇ ἔτι· ἅπερ ἐκ προσώπου λέλέκται τῶν ἐπιβουλευσάντων αὐτῷ. Εἰ γὰρ δὴ τὸ σῶμα αὐτοῦ ἄρτος ἦν, ὡς αὐτὸς διδάσκει πρὸς τοὺς μαθητὰς λέγων, λάβετε, φάγετε, τοῦτο ἐστι τὸ σῶμά μου,Matth. 26, 27. τοῦτο δ’ ἦν τὸ πρὸς τῷ ξύλῳ κατὰ τὸν σταυρὸν δειγματισθὲν, περὶ αὐτοῦ λέγοιτ’ ἂν εἰκότως τὸ, δεῦτε καὶ ἐμβάλωμεν ξύλον εἰς ἄρτον αὐτοῦ· εἰ δὲ καὶ βαθυτέρας ἔχοιτο θεωρίας τὰ κατὰ τὸν τόπον, οὐδὲν πρὸς ἐκεῖνο λυπεῖ καὶ τὰ εἰρημένα.", + "candidate_score": 0.669748, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_0_2", + "bdc_text": "1558 . Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg023.1st1K-grc1_window_295", + "psc_text": "καὶ λέγοι ἂν πρὸς τοὺς ἐπιβουλεύσαντας αὐτῷ, ὑπὲρ ὧν αὐτοὺς εὐεργέτησε τοὺς μισθοὺς ὥσπερ αἰτῶν αὐτοὺς, τοῦτ’ ἔστι τὴν εἰς αὐτὸν πίστιν καὶ τὸν ταύτῃ κατάλληλον βίον· οὕτως γὰρ ἀκούω τοῦ, δ��τε τὸν μισθόν μου· οἱ δὲ, κατὰ τὸ ἑτέρωθι περὶ αὐτῶν εἰρημένον ὑπ’ αὐτοῦ, (Ἀντὶ τῷ ἀγαπᾶν με, ἐνδιέβαλλόν με, ἐγὼ δὲ προσηυχόμην· καὶ ἔθεντο κατ’ ἐμοῦ κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν, καὶ μῖσος ἀντὶ τῆς ἀγαπήσεώς μου·)Ps. 108, 4. τριάκοντα ἀργυρίους στήσαντες παρέσχον τῷ προδότῃ, ὡσπερεὶ τοσούτου αὐτὸν τῇ ἀσεβεστάτῃ αὐτῶν κρίσει τιμώμενοι. Ἀλλ’ ἐπεὶ τὸ ἑκάστου ἔργον ὁποῖόν ἐστι τὸ πῦρ δοκιμάσει, τούτου χάριν καθεῖναι αὐτοὺς εἰς τὸ χώνευτήριον, τοῦτ’ ἔστιν εἰς τὸ τῆς κρίσεως καὶ τὸ τῆς κολάσεως πῦρ, ὁ Κύριος προστάσσει· τίνας δὲ αὐτοὺς ἢ τοὺς ἐπιβουλεύσαντας αὐτῷ; Καὶ σκέψαι δὲ, φησὶν, εἰ δόκιμόν ἐστιν, δῆλον δ’ ὅτι τὸ κατ’ αὐτοῦ δρασθὲν αὐτοῖς· λέγει δὲ αὐτοὺς ἐν τῷ πυρὶ δοκιμασθήσεσθαι, ὃν τρόπον καὶ αὐτὸς ὁ Κύριος διὰ", + "candidate_score": 0.66443, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_7_9", + "bdc_text": "über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß . Sunst muͦß ich holtz , ain kommen kernen und anders , alls thüwr und ettlichs thuͤwlich dann by üch uberkummen .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg023.1st1K-grc1_window_295", + "psc_text": "καὶ λέγοι ἂν πρὸς τοὺς ἐπιβουλεύσαντας αὐτῷ, ὑπὲρ ὧν αὐτοὺς εὐεργέτησε τοὺς μισθοὺς ὥσπερ αἰτῶν αὐτοὺς, τοῦτ’ ἔστι τὴν εἰς αὐτὸν πίστιν καὶ τὸν ταύτῃ κατάλληλον βίον· οὕτως γὰρ ἀκούω τοῦ, δότε τὸν μισθόν μου· οἱ δὲ, κατὰ τὸ ἑτέρωθι περὶ αὐτῶν εἰρημένον ὑπ’ αὐτοῦ, (Ἀντὶ τῷ ἀγαπᾶν με, ἐνδιέβαλλόν με, ἐγὼ δὲ προσηυχόμην· καὶ ἔθεντο κατ’ ἐμοῦ κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν, καὶ μῖσος ἀντὶ τῆς ἀγαπήσεώς μου·)Ps. 108, 4. τριάκοντα ἀργυρίους στήσαντες παρέσχον τῷ προδότῃ, ὡσπερεὶ τοσούτου αὐτὸν τῇ ἀσεβεστάτῃ αὐτῶν κρίσει τιμώμενοι. Ἀλλ’ ἐπεὶ τὸ ἑκάστου ἔργον ὁποῖόν ἐστι τὸ πῦρ δοκιμάσει, τούτου χάριν καθεῖναι αὐτοὺς εἰς τὸ χώνευτήριον, τοῦτ’ ἔστιν εἰς τὸ τῆς κρίσεως καὶ τὸ τῆς κολάσεως πῦρ, ὁ Κύριος προστάσσει· τίνας δὲ αὐτοὺς ἢ τοὺς ἐπιβουλεύσαντας αὐτῷ; Καὶ σκέψαι δὲ, φησὶν, εἰ δόκιμόν ἐστιν, δῆλον δ’ ὅτι τὸ κατ’ αὐτοῦ δρασθὲν αὐτοῖς· λέγει δὲ αὐτοὺς ἐν τῷ πυρὶ δοκιμασθήσεσθαι, ὃν τρόπον καὶ αὐτὸς ὁ Κύριος διὰ", + "candidate_score": 0.66342, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_1_3", + "bdc_text": "Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 . An wyn 16 soum sind 22 eymer .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg023.1st1K-grc1_window_295", + "psc_text": "καὶ λέγοι ἂν πρὸς τοὺς ἐπιβουλεύσαντας αὐτῷ, ὑπὲρ ὧν αὐτοὺς εὐεργέτησε τοὺς μισθοὺς ὥσπερ αἰτῶν αὐτοὺς, τοῦτ’ ἔστι τὴν εἰς αὐτὸν πίστιν καὶ τὸν ταύτῃ κατάλληλον βίον· οὕτως γὰρ ἀκούω τοῦ, δότε τὸν μισθόν μου· οἱ δὲ, κατὰ τὸ ἑτέρωθι περὶ αὐτῶν εἰρημένον ὑπ’ αὐτοῦ, (Ἀντὶ τῷ ἀγαπᾶν με, ἐνδιέβαλλόν με, ἐγὼ δὲ προσηυχόμην· καὶ ἔθεντο κατ’ ἐμοῦ κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν, καὶ μῖσος ἀντὶ τῆς ἀγαπήσεώς μου·)Ps. 108, 4. τριάκοντα ἀργυρίους στήσαντες παρέσχον τῷ προδότῃ, ὡσπερεὶ τοσούτου αὐτὸν τῇ ἀσεβεστάτῃ αὐτῶν κρίσει τιμώμενοι. Ἀλλ’ ἐπεὶ τὸ ἑκάστου ἔργον ὁποῖόν ἐστι τὸ πῦρ δοκιμάσει, τούτου χάριν καθεῖναι αὐτοὺς εἰς τὸ χώνευτήριον, τοῦτ’ ἔστιν εἰς τὸ τῆς κρίσεως καὶ τὸ τῆς κολάσεως πῦρ, ὁ Κύριος προστάσσει· τίνας δὲ αὐτοὺς ἢ τοὺς ἐπιβουλεύσαντας αὐτῷ; Καὶ σκέψαι δὲ, φησὶν, εἰ δόκιμόν ἐστιν, δῆλον δ’ ὅτι τὸ κατ’ αὐτοῦ δρασθὲν αὐτοῖς· λέγει δὲ αὐτοὺς ἐν τῷ πυρὶ δοκιμασθήσεσθαι, ὃν τρόπον καὶ αὐτὸς ὁ Κύριος διὰ", + "candidate_score": 0.657109, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_1", + "bdc_text": "Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg023.1st1K-grc1_window_308", + "psc_text": "μνησθῇ ἔτι.Jer. 11, 18. Ὁ Σωτὴρ καὶ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς (κα)τὰ τὴν ἐν τῷ Ἠσαίᾳ προφητείαν, ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν ἤχθη, καὶ ὡς ἀμνὸς ἐναντίον τοῦ κείραντος αὐτὸν ἄφωνος,Es. 53, 7. κατὰ δὲ τὴν μετὰ χεῖρας, ὡς ἀρνίον ἄκακον ἀγόμενον τοῦ θυέσθαι οὐκ ἔγνων· καὶ τὸ κατὰ τὸν σταυρὸν δὲ πάθος αὐτοῦ δύναται δηλοῦσθαι διὰ τοῦ, δεῦτε καὶ ἐμβάλωμεν ξύλον εἰς ἄρτον αὐτοῦ καὶ ἐκτρίψωμεν αὐτὸν ἀπὸ γῆς ζώντων· καὶ τὸ ὄνομα αὐτῷ οὐ μὴ μνησθῇ ἔτι· ἅπερ ἐκ προσώπου λέλέκται τῶν ἐπιβουλευσάντων αὐτῷ. Εἰ γὰρ δὴ τὸ σῶμα αὐτοῦ ἄρτος ἦν, ὡς αὐτὸς διδάσκει πρὸς τοὺς μαθητὰς λέγων, λάβετε, φάγετε, τοῦτο ἐστι τὸ σῶμά μου,Matth. 26, 27. τοῦτο δ’ ἦν τὸ πρὸς τῷ ξύλῳ κατὰ τὸν σταυρὸν δειγματισθὲν, περὶ αὐτοῦ λέγοιτ’ ἂν εἰκότως τὸ, δεῦτε καὶ ἐμβάλωμεν ξύλον εἰς ἄρτον αὐτοῦ· εἰ δὲ καὶ βαθυτέρας ἔχοιτο θεωρίας τὰ κατὰ τὸν τόπον, οὐδὲν πρὸς ἐκεῖνο λυπεῖ καὶ τὰ εἰρημένα.", + "candidate_score": 0.655104, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_18", + "bdc_text": "min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg023.1st1K-grc1_window_199", + "psc_text": "Θεὸν ἐπεγνωκότων οὐκ ἂν ὁμολογήσαιεν πεπληρῶσθαι τὸ, μνησθήσονται καὶ ἐπιστραφήσονται πρὸς Κύριον πάντα τὰ πέρατα τῆς γῆς· καὶ τὸ, προσκυνήσουσιν ἐνώπιον αὐτοῦ πᾶσαι αἱ πατριαὶ τῶν ἐθνῶν. Ἀλλὰ γὰρ ὥρα τοῖς εὐγνωμονεῖν ἐθέλουσιν, οὐκ ἐπ’ ἄλλου τινὸς ἢ ἐπὶ μόνου τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁμολογεῖν πεπληρῶσθαι τὴν προφητείαν, οὗ κατὰ τὴν παρουσίαν αὐτοῦ καὶ ἡ τῶν ἐθνῶν ἐπιστροφὴ γίγνεσθαι ἤρξατο, παραγενομένης τῆς προφητευθείσης γενεᾶς, καὶ τοῦ λαοῦ τοῦ τεχθήσεσθαι οὐ μόνον ἐνταῦθα προδηλουμένου, ἀλλὰ καὶ ἐν ἑκατόστῳ πρώτῳ ψαλμῷ, διὰ τοῦ, γραφήτω αὕτη εἰς γενεὰν ἑτέραν· καὶ λαὸς ὁ κτιζόμενος αἰνέσει τὸν κύριον.Ps. 101. Οὗτος δὲ ἔστι περὶ οὗ καὶ ἐν ιζ′ εἴρητο, λαὸς ὃν οὐκ ἔγνων ἐδούλευσέ μοι· εἰς ἀκοὴν ὠτίου ὑπήκουσέ μου.Ps. 17. Τοῦτον οὖν τὸν Σωτῆρα καὶ Κύριον ἡμῶν σάρκα ἀναλαβόντα καὶ δι’ αὐτὴν σκώληκα χρηματίσαντα, ὅν εἶδός τε ἀνθρώπων γενόμενον καὶ ἐξουδένωμα λαοῦ, πάντες οἱ θεωροῦντές με ἐξεμυκτήρισαν, μάλιστα κατὰ τὸν καιρὸν τοῦ", + "candidate_score": 0.637456, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_15", + "bdc_text": "Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab.", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg023.1st1K-grc1_window_88", + "psc_text": "πῶς γνωστὸν ἔσται ὅτι εὕρηκα χάριν παρὰ σοὶ ἐγὼ καὶ ὁ λαός σου, ἀλλ’ ἢ συμπορευομένου σου μεθ’ ἡμῶν; καὶ ἐνδὸξασθησόμεθα ἐγώ τε, καὶ ὁ λαός σου παρὰ πάντα τὰ ἔθνη, ὅσα ἐπὶ τῆς γῆς ἐστι. Καὶ εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς Μωσῆν, Καὶ τὸν λόγον σοι τοῦτον, ὃν εἴρηκας, ποιήσω· εὕρηκας γὰρ χάριν ἐνώπιόν μου, καὶ οἶδά σε παρὰ πάντας, καὶ ἔχεις χάριν παρ’ ἐμοί. Καὶ εἶπεν, δεῖξόν μοι τὴν σεαυτοῦ δόξαν. Καὶ εἶπεν, Ἐγὼ παρελεύσομαι πρότερος τῇ δόξῃ μου, καὶ καλέσω ἐν ὀνόματι Κυρίου ἐναντίον σου· καὶ ἐλεήσω, ὃν ἂν ἐλεῶ, καὶ οἰκτειρήσω, ὃν ἂν οἰκτείρω. Καὶ εἶπεν, Οὐ δυνήσῃ ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν μου· οὐ γὰρ μὴ ἴδῃ τὸ πρόσωπόν μου ἄνθρωπος καὶ ζήσεται. Καὶ εἶπεν Κύριος, Ἰδοὺ, τόπος παρ’ ἐμοὶ, καὶ στήσῃ ἐπὶ τῆς πέτρας· καὶ σκεπάσω τῇ χειρί μου ἐπί σε, ἕως ἂν παρέλθω. Καὶ ἀφελῶ τὴν χεῖρά μου, καὶ τότε ὄψῃ τὰ ὀπίσω μου· τὸ δὲ", + "candidate_score": 0.636514, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_15", + "bdc_text": "Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab.", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg023.1st1K-grc1_window_91", + "psc_text": "καὶ Ἰακώβ· τούτου δὴ χάριν ἀξιοῖ λέγων, εἰ δὴ εὕρηκα χάριν ἐναντίον σου, ἐμφάνισόν μοι σεαυτὸν, γνωστῶς ἴδω σε. Δι’ οὗ παρίστησιν ὅτι μὴ ὁμοίως τῷ λαλεῖν αὐτῷ καὶ τὰς πρὸς αὐτὸν ἐπιφανείας ὁ Θεὸς ἐποιεῖτο. Εἰ γὰρ, ὡς νομίσειέν τις, ταυτόν ἐστι τὸ λελαληκέναι αὐτῷ τὸν Θεὸν ἐνώπιον ἐνωπίῳ τῷ ὦφθαι αὐτῷ, ὡς ἂν εἴποι τις, πρόσωπον πρὸς πρόσωπον, καὶ ποία δ’ ἂν ἔτι χῶρα λείποιτο τῇ φασκούσῃ αὐτοῦ ἀξιώσει τὸ, εἰ δὴ εὕρηκα χάριν ἐναντίον σου, ἐμφάνισόν μοι σεαυτὸν, γνωστῶς ἴδω σε; πῶς δὲ, εἰ καὶ πρότερον αὐτῷ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον ὡς οἰηθείη ἄν τις ἑωρᾶτο, ἐπιφέρει λέγων αὐτῷ ὁ Κύριος, οὐ δυνήσῃ ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν μου· οὐ γὰρ μὴ ἴδῃ τὸ πρόσωπόν μου ἄνθρωπος καὶ ζήσεται; Διὰ τὶ δὲ λεγέτω ὁ βουλόμενος, οὐδ’ ἅπαξ ὁ λόγος μαρτυρεῖ λέγων ὅτι ὤφθη αὐτῷ ὁ Κύριος, ὡς ἐπὶ τῶν πατριαρχῶν εἰρηκὼς τετήρηται· ἀλλὰ γὰρ διὰ τούτων πρόδηλον, ὅτι εἰ καὶ", + "candidate_score": 0.629057, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_2", + "bdc_text": "Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg023.1st1K-grc1_window_295", + "psc_text": "καὶ λέγοι ἂν πρὸς τοὺς ἐπιβουλεύσαντας αὐτῷ, ὑπὲρ ὧν αὐτοὺς εὐεργέτησε τοὺς μισθοὺς ὥσπερ αἰτῶν αὐτοὺς, τοῦτ’ ἔστι τὴν εἰς αὐτὸν πίστιν καὶ τὸν ταύτῃ κατάλληλον βίον· οὕτως γὰρ ἀκούω τοῦ, δότε τὸν μισθόν μου· οἱ δὲ, κατὰ τὸ ἑτέρωθι περὶ αὐτῶν εἰρημένον ὑπ’ αὐτοῦ, (Ἀντὶ τῷ ἀγαπᾶν με, ἐνδιέβαλλόν με, ἐγὼ δὲ προσηυχόμην· καὶ ἔθεντο κατ’ ἐμοῦ κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν, καὶ μῖσος ἀντὶ τῆς ἀγαπήσεώς μου·)Ps. 108, 4. τριάκοντα ἀργυρίους στήσαντες παρέσχον τῷ προδότῃ, ὡσπερεὶ τοσούτου αὐτὸν τῇ ἀσεβεστάτῃ αὐτῶν κρίσει τιμώμενοι. Ἀλλ’ ἐπεὶ τὸ ἑκάστου ἔργον ὁποῖόν ἐστι τὸ πῦρ δοκιμάσει, τούτου χάριν καθεῖναι αὐτοὺς εἰς τὸ χώνευτήριον, τοῦτ’ ἔστιν εἰς τὸ τῆς κρίσεως καὶ τὸ τῆς κολάσεως πῦρ, ὁ Κύριος προστάσσει· τίνας δὲ αὐτοὺς ἢ τοὺς ἐπιβουλεύσαντας αὐτῷ; Καὶ σκέψαι δὲ, φησὶν, εἰ δόκιμόν ἐστιν, δῆλον δ’ ὅτι τὸ κατ’ αὐτοῦ δρασθὲν αὐτοῖς· λέγει δὲ αὐτοὺς ἐν τῷ πυρὶ δοκιμασθήσεσθαι, ὃν τρόπον καὶ αὐτὸς ὁ Κύριος διὰ", + "candidate_score": 0.611682, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 15, + "cf_id": "cf045", + "work_id": "tlg1216.tlg001.opp-grc1", + "max_score": 0.667144, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_0_2", + "bdc_text": "1558 . Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "tlg1216.tlg001.opp-grc1_window_4", + "psc_text": "κύριος. πλήρης εἰμὶ ὁλοκαυτωμάτων, καὶ στέαρ ἀρνῶν καὶ αἷμα ταύρων καὶ τράγων οὐ βούλομαι, οὐδ̓ ἂν ἔρχησθε ὀφθῆναί μοι, τίς γὰρ ἐξεζήτησεν ταῦτα ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν; πατεῖν μου τὴν αὐλὴν οὐ προσθήσεσθε. ἐὰν φέρητε σεμίδαλιν, μάταιον: θυμίαμα βδέλυγμά μοί ἐστιν: τὰς νεομηνίας ὑμῶν καὶ τὰ σάββατα οὐκ ἀνέχομαι. ταῦτα οὖν κατήργησεν, ἵνα ὁ καινὸς νόμος τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἄνευ ζυγοῦ ἀνάγκης ὤν, μὴ ἀνθρωποποίητον ἔχῃ τὴν προσφοράν. λέγει δὲ πάλιν πρὸς αὐτούς: Μὴ ἐγὼ ἐνετειλάμην τοῖς πατράσιν ὑμῶν ἐκπορευομένοις Jer. 7. 22, 23 ἐκ γῆς Αἰγύπτου, προσενέγκαι μοι ὁλοκαυτώματα καὶ θυσίας; ἀλλ̓ ἡ τοῦτο ἐνετειλάμην αὐτοῖς: ἕκαστος ὑμῶν κατὰ τοῦ Zech 9, 17 πλησίον ἐν τῇ καρδίᾳ ἑαυτοῦ κακίαν μὴ μνησικακείτω, καὶ ὅρκον ψευδῆ μὴ ἀγαπᾶτε. αἰσθάνεσθαι οὖν ὀφείλομεν, μὴ ὄντες ἀσύνετοι, τὴν γνώμην τῆς ἀγαθωσύνης τοῦ πατρὸς ἡμῶν, ὅτ̓ ἡμῖν λέγει, θέλων ἡμᾶς μὴ ὁμοίως πλανωμένους Ps. 31, 19 ἐκείνοις ζητεῖν, πῶς προσάγωμεν αὐτῷ. ἡμῖν οὖν", + "candidate_score": 0.667144, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_1_3", + "bdc_text": "Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 . An wyn 16 soum sind 22 eymer .", + "psc_chunk_id": "tlg1216.tlg001.opp-grc1_window_4", + "psc_text": "κύριος. πλήρης εἰμὶ ὁλοκαυτωμάτων, καὶ στέαρ ἀρνῶν καὶ αἷμα ταύρων καὶ τράγων οὐ βούλομαι, οὐδ̓ ἂν ἔρχησθε ὀφθῆναί μοι, τίς γὰρ ἐξεζήτησεν ταῦτα ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν; πατεῖν μου τὴν αὐλὴν οὐ προσθήσεσθε. ἐὰν φέρητε σεμίδαλιν, μάταιον: θυμίαμα βδέλυγμά μοί ἐστιν: τὰς νεομηνίας ὑμῶν καὶ τὰ σάββατα οὐκ ἀνέχομαι. ταῦτα οὖν κατήργησεν, ἵνα ὁ καινὸς νόμος τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἄνευ ζυγοῦ ἀνάγκης ὤν, μὴ ἀνθρωποποίητον ἔχῃ τὴν προσφοράν. λέγει δὲ πάλιν πρὸς αὐτούς: Μὴ ἐγὼ ἐνετειλάμην τοῖς πατράσιν ὑμῶν ἐκπορευομένοις Jer. 7. 22, 23 ἐκ γῆς Αἰγύπτου, προσενέγκαι μοι ὁλοκαυτώματα καὶ θυσίας; ἀλλ̓ ἡ τοῦτο ἐνετειλάμην αὐτοῖς: ἕκαστος ὑμῶν κατὰ τοῦ Zech 9, 17 πλησίον ἐν τῇ καρδίᾳ ἑαυτοῦ κακίαν μὴ μνησικακείτω, καὶ ὅρκον ψευδῆ μὴ ἀγαπᾶτε. αἰσθάνεσθαι οὖν ὀφείλομεν, μὴ ὄντες ἀσύνετοι, τὴν γνώμην τῆς ἀγαθωσύνης τοῦ πατρὸς ἡμῶν, ὅτ̓ ἡμῖν λέγει, θέλων ἡμᾶς μὴ ὁμοίως πλανωμένους Ps. 31, 19 ἐκείνοις ζητεῖν, πῶς προσάγωμεν αὐτῷ. ἡμῖν οὖν", + "candidate_score": 0.661265, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_5_7", + "bdc_text": "Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ;", + "psc_chunk_id": "tlg1216.tlg001.opp-grc1_window_24", + "psc_text": "εἶπεν κύριος, Gen. 1, 28 ἰδὼν τὸ καλὸν πλάσμα ἡμῶν: Λὐξάνεσθε καὶ πληθυνέσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν. ταῦτα πρὸς τὸν υἱόν. πάλιν σοι ἐπιδείξω, πῶς πρὸς ἡμᾶς λέγει. le/gei CL(g), le/gei ku/rios δευτέραν πλάσιν ἐπ̓ ἐσχάτων Cf. Mt. 19, 30; 20, 16 ἐποίησεν. λέγει δὲ κύριος: Ἰδού, ποιῶ τὰ ἔσχατα ὡς τὰ πρῶτα. εἰς τοῦτο οὖν ἐκήρυξεν ὁ προφήτης: Exod. 33, 6 Εἰσέλθατε εἰς γῆν ῥέουσαν γάλα καὶ μέλι καὶ κατακυριεύσατε αὐτῆς. ἴδε οὖν, ἡμεῖς ἀναπεπλάσμεθα, καθὼς πάλιν ἐν ἑτέρῳ προφήτῃ Ezck. 11, 19; 86, 26 λέγει: Ἰδού, λέγει κύριος, ἐξελῶ τούτων, τουτέστιν ὧν προέβλεπεν τὸ πνεῦμα κυρίου, τὰς λιθίνας καρδίας καὶ ἐμβαλῶ σαρκίνας: ὅτι αὐτὸς ἐν σαρκὶ ἔμελλεν φανεροῦσθαι καὶ ἐν ἡμῖν κατοικεῖν. ναὸς γὰρ ἅγιος, ἀδελφοί μου, τῷ κυρίῳ τὸ κατοικητήριον ἡμῶν τῆς καρδίας. Ps. 44, 4 λέγει γὰρ κύριος πάλιν: Καὶ ἐν τίνι ὀφθήσομαι τῷ κυρίῳ τῷ θεῷ μου καὶ δοξασθήσομαι; Ps. 22, 23 λέγει: Ἐξομολογήσομαί σοι", + "candidate_score": 0.658132, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_5_7", + "bdc_text": "Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ;", + "psc_chunk_id": "tlg1216.tlg001.opp-grc1_window_21", + "psc_text": "καὶ πάλιν λέγει: Αὕτη ἐστὶν ἡ ἡμέρα ἡ μεγάλη καὶ θαυμαστή, ἣν ἐποίησεν ὁ κύριος. ἁπλούστερον ὑμῖν γράφω, ἵνα συνιῆτε: ἐγὼ περίψημα τῆς ἀγάπης ὑμῶν. Ps. 22, 19; I 18, 12 τί οὗν λέγει πάλιν ὁ προφήτης; Περιέσχεν με συναγωγὴ πονηρευομένων, ἐκύκλωσάν με ὡσεὶ Ps. 21, 19 μέλισσαι κηρίον, καί: Ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον. ἐν σαρκὶ οὖν αὐτοῦ μέλλοντος φανεροῦσθαι καὶ πάσχειν, προεφανερώθη τὸ πάθος. λέγει γὰρ ὁ προφήτης ἐπὶ τὸν Ἰσραήλ: Is. 3. 9, 10, of. Wisd. 2, 12 Οὐαὶ τῇ ψυχῇ αὐτῶν, ὅτι βεβούλευνται βουλὴν πονηρὰν καθ̓ ἑαυτῶν, εἰπόντες: Δήσωμεν τὸν δίκαιον, ὅτι δύσχρηστος ἡμῖν ἐστίν. τί λέγει Erod. 33 1. 3; ὁ ἄλλος προφήτης Μωϋσῆς αὐτοῖς; Ἰδού, τάδε Lv. 20, 24 λέγει κύριος ὁ θεός: Εἰσέλθατε εἰς τὴν γῆν τὴν ἀγαθήν, ἣν ὤμοσεν κύριος τῷ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ, καὶ κατακληρονομήσατε αὐτήν, γῆν ῥέουσαν γάλα καὶ μέλι. τί δὲ λέγει ἡ γνῶσις; μάθετε. ἐλπίσατε,", + "candidate_score": 0.650482, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_2", + "bdc_text": "Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "tlg1216.tlg001.opp-grc1_window_9", + "psc_text": "μισήσωμεν τὴν πλάνην τοῦ νῦν καιροῦ, ἵνα εἰς τὸν μέλλοντα ἀγαπηθῶμεν. μὴ δῶμεν τῇ ἑαυτῶν ψυχῇ ἄνεσιν, ὥστε ἔχειν αὐτὴν ἐξουσίαν μετὰ ἁμαρτωλῶν καὶ πονηρῶν συντρέχειν, μήποτε ὁμοιωθῶμεν αὐτοῖς. τὸ τέλειον σκάνδαλον ἤγγικεν, περὶ οὖ γέγραπται, ὡς Ἐνὼχ Enoch, 89, 61-64; 90, 17 λέγει. Εἰς τοῦτο γὰρ ὁ δεσπότης συντέτμηκεν τοὺς καιροὺς καὶ τὰς ἡμέρας, ἵνα ταχύνῃ ὁ ἠγαπημένος αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τὴν κληρονομίαν ἥξῃ, Dan. 7, 24 λέγει δὲ οὕτως καὶ ὁ προφήτης: Βασιλεῖαι δέκα ἐπὶ τῆς γῆς βασιλεύσουσιν, καὶ ἐξαναστήσεται ὄπισθεν o)/pisqen CL, o)/pisqen au)tw=n S (Theod.). μικρὸς βασιλεύς, ὃς ταπεινώσει τρεῖς ὑφ̓ ἓν τῶν βασιλέων. ὁμοίως περὶ τοῦ Dan. 7, 7. 5 αὐτοῦ λέγει Δανιήλ: Καὶ εἶδον τὸ τέταρτον θηρίον τὸ πονηρὸν καὶ ἰσχυρὸν καὶ χαλεπώτερον παρὰ πάντα τὰ θηρία τῆς θαλάσσης, qala/sshs CL, gh=s (??). καὶ ὡς ἐξ αὐτοῦ ἀνέτειλεν δέκα κέρατα, καὶ ἐξ αὐτῶν μικρὸν κέρας παραφυάδιον, καὶ ὡς ἐταπείνωσεν ὑφ̓ ἓν τρία τῶν μεγάλων", + "candidate_score": 0.620544, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 16, + "cf_id": "cf044", + "work_id": "tlg1271.tlg005.1st1K-grc1", + "max_score": 0.665783, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_7_9", + "bdc_text": "über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ; ich söllte , die sach nun an die handen , dir von Glaris wurdent mich wol hallten , und ob das nitt beschähe , wurdint min gl. her das best thuͦn. Als ich aber gen Glaris kummen , habend sy mir geschöpft , 25 gl. ein huß und fuͦter zuͦ einer künig Wyntery , das ich mitt kosten bekumm und ein boummen parten by dem huß . Sunst muͦß ich holtz , ain kommen kernen und anders , alls thüwr und ettlichs thuͤwlich dann by üch uberkummen .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg005.1st1K-grc1_window_20", + "psc_text": "βοηθός, τὰς πάντων φορτισθεὶς φροντίδας. ὅθεν τό σε οἰκονομεῖν ἀναδέξασθαι, χάριν οἶδα εἰληφὼς οὐ δεδωκώς ἀλλὰ θάῤῥει καὶ γενναίως φέρε, ὡς εἰδὼς ὅτι ἀποδώσει σοι ὁ Θεὸς εἰς τὸν λιμένα τῆς ἀναπαύσεως καταιτήσαντι τὸ μέγιστον τῶν ἀγαθῶν, ἀναφαίρετον μισθὸν, καθ᾽ ὅτι ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων σωτηρίας τὸν μείζονα ἀνεδέξω κάματον. ὥστε ἐάν σε πολλοὶ τῶν ἀδελφῶν διὰ τὴν ἔπακρον δικαιοσύνην μισήσουσιν, τὸ αὐτῶν μὲν μῖσος οὐδέν σε βλάψει, ἡ δὲ τοῦ δικαίου Θεοῦ φιλία πολύ σε ὠνήσει. ὥστε πειρῶ τὸν ἐξ ἀδικίας γινόμενον ἔπαινον ἀποσείεσθαι, διὰ δὲ δικαίαν διοίκησιν τὸν ἐκ Χριστοῦ ἐπωφελῆ θηρεύειν ἔπαινον. Ταῦτα εἰπὼν καὶ τὰ τούτων πλείονα πάλιν τῷ πλήθει προσεμβλέψας εἶπεν· καὶ ὑμεῖς δέ, ἀγαπητοί μου ἀδελφοὶ καὶ σύνδουλοι, τῷ προκαθεζομένῳ ἀληθείας κατὰ πάντα ὑπείξατε, τοῦτο εἰδότες, ὅτι ὁ τοῦτον λυπήσας Χριστὸν, οὗ τὴν καθέδραν πεπίστευται, ἐκ ἐδέξατο, καὶ ὡς Χριστὸν μὴ δεξάμενος ὡς ἀθετήσας τὸν πατέρα λογισθήσεται, διὸ τῆς ἀγαθῆς βασιλείας ἀποβληθήσεται. οὗ εἵνεκεν", + "candidate_score": 0.665783, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 17, + "cf_id": "cf003", + "work_id": "tlg1205.tlg001.perseus-grc2", + "max_score": 0.665133, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_0_2", + "bdc_text": "1558 . Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "tlg1205.tlg001.perseus-grc2_window_100", + "psc_text": "ἐνῆν δουλεύοντας σαρκὶ καὶ αἵματι ἢ κέρδους ἢ ἐπιθυμίας ἐλάττους γενομένους ἁμαρτεῖν· ἐπεὶ δὲ ἐφεστηκέναι μὲν οἷς ἐννοοῦμεν, οἷς λαλοῦμεν, καὶ νύκτωρ καὶ μεθ᾿ ἡμέραν τὸν θεὸν οἴδαμεν, πάντα δὲ φῶς αὐτὸν ὄντα καὶ τὰ ἐν τῇ καρδίᾳ ἡμῶν ὁρᾶν, πεπείσμεθα τοῦ ἐνταῦθα ἀπαλλαγέντες βίου βίον ἕτερον βιώσεσθαι, ἀμείνονα ἢ κατὰ τὸν ἐνθάδε καὶ ἐπουράνιον, οὐκ ἐπίγειον (ὡς ἂν μετὰ θεοῦ καὶ σὺν θεῷ ἀκλινεῖς καὶ ἀπαθεῖς τὴν ψυχήν, οὐχ ὡς σάρκες, κἂν ἔχωμεν, ἀλλ᾿ ὡς οὐράνιον πνεῦμα, μενοῦμεν), ἢ συγκαταπίπτοντες τοῖς λοιποῖς χείρονα καὶ διὰ πυρός· οὐ γὰρ καὶ ἡμᾶς ὡς πρόβατα ἢ ὑποζύγια, πάρεργον καὶ ἵνα ἀπολοίμεθα καὶ ἀφανισθείημεν, ἔπλασεν ὁ θεός. Ἐπὶ τούτοις οὐκ εἰκὸς ἡμᾶς ἐθελοκακεῖν, οὐδ᾿ αὐτοὺς τῷ μεγάλῳ παραδιδόναι κολασθησομένους δικαστῇ. Τοὺς μὲν οὖν θαυμαστὸν οὐδὲν λογοποιεῖν περὶ ἡμῶν ἃ περὶ τῶν σφετέρων λέγουσι θεῶν· καὶ τὰ πάθη αὐτῶν δεικνύουσι μυστήρια. Χρῆν δ᾿ αὐτούς, εἰ δεινὸν τὸ ἐπ᾿ ἀδείας καὶ ἀδιαφόρως μίγνυσθαι κρίνειν ἔμελλον,", + "candidate_score": 0.665133, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_1_3", + "bdc_text": "Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 . An wyn 16 soum sind 22 eymer .", + "psc_chunk_id": "tlg1205.tlg001.perseus-grc2_window_100", + "psc_text": "ἐνῆν δουλεύοντας σαρκὶ καὶ αἵματι ἢ κέρδους ἢ ἐπιθυμίας ἐλάττους γενομένους ἁμαρτεῖν· ἐπεὶ δὲ ἐφεστηκέναι μὲν οἷς ἐννοοῦμεν, οἷς λαλοῦμεν, καὶ νύκτωρ καὶ μεθ᾿ ἡμέραν τὸν θεὸν οἴδαμεν, πάντα δὲ φῶς αὐτὸν ὄντα καὶ τὰ ἐν τῇ καρδίᾳ ἡμῶν ὁρᾶν, πεπείσμεθα τοῦ ἐνταῦθα ἀπαλλαγέντες βίου βίον ἕτερον βιώσεσθαι, ἀμείνονα ἢ κατὰ τὸν ἐνθάδε καὶ ἐπουράνιον, οὐκ ἐπίγειον (ὡς ἂν μετὰ θεοῦ καὶ σὺν θεῷ ἀκλινεῖς καὶ ἀπαθεῖς τὴν ψυχήν, οὐχ ὡς σάρκες, κἂν ἔχωμεν, ἀλλ᾿ ὡς οὐράνιον πνεῦμα, μενοῦμεν), ἢ συγκαταπίπτοντες τοῖς λοιποῖς χείρονα καὶ διὰ πυρός· οὐ γὰρ καὶ ἡμᾶς ὡς πρόβατα ἢ ὑποζύγια, πάρεργον καὶ ἵνα ἀπολοίμεθα καὶ ἀφανισθείημεν, ἔπλασεν ὁ θεός. Ἐπὶ τούτοις οὐκ εἰκὸς ἡμᾶς ἐθελοκακεῖν, οὐδ᾿ αὐτοὺς τῷ μεγάλῳ παραδιδόναι κολασθησομένους δικαστῇ. Τοὺς μὲν οὖν θαυμαστὸν οὐδὲν λογοποιεῖν περὶ ἡμῶν ἃ περὶ τῶν σφετέρων λέγουσι θεῶν· καὶ τὰ πάθη αὐτῶν δεικνύουσι μυστήρια. Χρῆν δ᾿ αὐτούς, εἰ δεινὸν τὸ ἐπ᾿ ἀδείας καὶ ἀδιαφόρως μίγνυσθαι κρίνειν ἔμελλον,", + "candidate_score": 0.657604, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 18, + "cf_id": "cf044", + "work_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1", + "max_score": 0.663958, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_0_2", + "bdc_text": "1558 . Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_107", + "psc_text": "Πέτρος δὲ μόνος οὐκ ἀναγκαῖον ἡγήσατο ἐπὶ τὴν ἱστορίαν τῶν ἐκεῖ γενέσθαι· γυναικὶ δέ τινι ἔξω πρὸ τῶν θυρῶν καθεζομένῃ καὶ τροφῆς χάριν μεταιτούσῃ προσχὼν ἔφη· γύναι, τί σοι τῶν οἰκείων ἐλλείπει μελῶν, ὅτι τοσαύτην ὕβριν ἀνεδέξω, λέγω δὴ τὸ προσαιτεῖν, καὶ μὴ μᾶλλον ταῖς ὑπὸ τοῦ θεοῦ σοι δεδωρημέναις χερσὶν ἐργαζομένη τὰς ἐφημέρους πορίζῃ τροφάς; ἡ δὲ βύθιόν τι στενάξασα καὶ περιπαθὲς ἀπεκρίνατο· εἴθε γὰρ ἠσάν μοι χεῖρες ὑπουργεῖν ὅλως δυνάμεναι. νῦν δέ μοι σχῆμα μόνον χειρῶν ἀποσώζουσι νεκραὶ καὶ αὗται τυγχάνουσαι. καὶ ὁ Πέτρος· τίς δὲ ἡ αἰτία, ἤρετο, τοῦ τοῦτό σε τ��� χαλεπώτατον πεπονθέναι; ἡ δὲ πρὸς αὐτὸν· ψυχῆς ἀσθένεια, καὶ πλέον οὐδέν. εἰ γὰρ ἀνδρεῖον εἶχον φρόνημα, ἦν κρημνὸς ἢ βυθὸς, ὅθεν ἐμαυτὴν ῥίψασα τῶν ὀδυνώντων με παύσασθαι ἠδυνάμην κακῶν. Καὶ ὁ Πέτρος ἔφη· τί οὖν, οἴει, γύναι, ὅτι πάντες οἱ ἀναιροῦντες ἑαυτοὺς κολάσεως ἀπαλλάσσονται, ἢ μὴ τῇ χείρονι κολάσει ἐν ᾅδου αἱ τῶν οὕτως θνησκόντων", + "candidate_score": 0.663958, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_0_2", + "bdc_text": "1558 . Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_99", + "psc_text": "γὰρ ἐκ παίδων ἐγώ τε καὶ Ἀνδρέας ὁ σύναιμος οὐ μόνον ἐν ὀρφανίᾳ τραφέντες, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ πενίας εἷς ἐργασίαν ἐθισθέντες εὐμαρῶς φέρομεν νῦν τὰς μακρὰς ταύτας ὁδοιπορίας. ὅθεν εἰ ἐπείθου μοι, ἐμοὶ ἂν συγκεχωρήκεις τὰ δούλων ἀποπληροῦν σοι. Ἐγὼ δὲ ἀκούσας σύντρομος ἐγενόμην καὶ ἐπίδακρυς, οἷον λόγον εἶπεν ἀνὴρ, οὑ πάντες οἱ τῆς νῦν γενεᾶς ἄνθρωποι τῷ τῆς γνώσεως καὶ εὐσεβείας λόγῳ ἥττους εἰσίν. ὁ δὲ ἰδών με σύνδακρυν ἐπυνθάνετο τὴν αἰτίαν. κἀγὼ πρὸς αὐτὸν καὶ τί τοιοῦτον ἥμαρτον, φημὶ, ἵνα καὶ τοιοῦτον ἀκοῦσαί με λόγον; Καὶ ὁ Πέτρος εὐθὺς εἰ κακῶς εἴρηκα δουλεῦσαί σοι προελόμενος, σὺ πρῶτος ἥμαρτες, πρῶτος τοῦτο καὶ ποιῆσαι προθυμηθείς. κἀγὼ ἔφην· οὐχ ὁμοίως ἔχει· ἐμοὶ μὲν γὰρ καὶ λίαν προσήκει τοῦτο ποιεῖν, σοὶ δὲ οὐδαμῶς, ἄτε θεοῦ κήρυκι ὄντι καὶ ψυχὰς ἀνθρώπων ποιμαίνειν πεπιστευμένῳ. καὶ ὁ Πέτρος ὁ κύριος ἡμῶν, εἶπεν, ὁ ἐπὶ σωτηρίᾳ παντὸς τοῦ κόσμου ἐληλυθὼς, μόνος τε ὑπὲρ πάντας τὴν ἀληθῇ", + "candidate_score": 0.663856, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_1_3", + "bdc_text": "Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 . An wyn 16 soum sind 22 eymer .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_99", + "psc_text": "γὰρ ἐκ παίδων ἐγώ τε καὶ Ἀνδρέας ὁ σύναιμος οὐ μόνον ἐν ὀρφανίᾳ τραφέντες, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ πενίας εἷς ἐργασίαν ἐθισθέντες εὐμαρῶς φέρομεν νῦν τὰς μακρὰς ταύτας ὁδοιπορίας. ὅθεν εἰ ἐπείθου μοι, ἐμοὶ ἂν συγκεχωρήκεις τὰ δούλων ἀποπληροῦν σοι. Ἐγὼ δὲ ἀκούσας σύντρομος ἐγενόμην καὶ ἐπίδακρυς, οἷον λόγον εἶπεν ἀνὴρ, οὑ πάντες οἱ τῆς νῦν γενεᾶς ἄνθρωποι τῷ τῆς γνώσεως καὶ εὐσεβείας λόγῳ ἥττους εἰσίν. ὁ δὲ ἰδών με σύνδακρυν ἐπυνθάνετο τὴν αἰτίαν. κἀγὼ πρὸς αὐτὸν καὶ τί τοιοῦτον ἥμαρτον, φημὶ, ἵνα καὶ τοιοῦτον ἀκοῦσαί με λόγον; Καὶ ὁ Πέτρος εὐθ��ς εἰ κακῶς εἴρηκα δουλεῦσαί σοι προελόμενος, σὺ πρῶτος ἥμαρτες, πρῶτος τοῦτο καὶ ποιῆσαι προθυμηθείς. κἀγὼ ἔφην· οὐχ ὁμοίως ἔχει· ἐμοὶ μὲν γὰρ καὶ λίαν προσήκει τοῦτο ποιεῖν, σοὶ δὲ οὐδαμῶς, ἄτε θεοῦ κήρυκι ὄντι καὶ ψυχὰς ἀνθρώπων ποιμαίνειν πεπιστευμένῳ. καὶ ὁ Πέτρος ὁ κύριος ἡμῶν, εἶπεν, ὁ ἐπὶ σωτηρίᾳ παντὸς τοῦ κόσμου ἐληλυθὼς, μόνος τε ὑπὲρ πάντας τὴν ἀληθῇ", + "candidate_score": 0.661842, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_1_3", + "bdc_text": "Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen . Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 . An wyn 16 soum sind 22 eymer .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_97", + "psc_text": "εἴ τίς μοι βούλεται συνοδεῦσαι, εὐσεβῶς καὶ συνοδευέτω. εὐσεβῶς δὲ ἔφης τὸ μηδένα λυπῆσαι κατὰ θεὸν, οἷον ἀπολιπόντα γονεῖς, γυναῖκα, πρὸς δὲ καὶ ἑτέρους τινὰς τῶν εὐσεβεῖν ἑλομένων. ὅθεν ἐγὼ κατὰ πάντα ἐπιτήδειός εἰμί σοι συνοδοιπόρος, ᾧ καὶ τὰ μέγιστα χαρίζῃ, εἰ μοι τὰς τῶν δούλων ὑπηρεσίας ἐπιτρέποις ποιεῖν. Καὶ ὁ Πέτρος ἀκούσας μετά τινός φησι μειδιάματος· τί οὖν οἴει, Κλήμη, μὴ ὑπ’ αὐτῆς ἀνάγκης εἰς δούλων σε ταγῆναι τὀπον; ἐπεὶ τίς τὰς καλάς μοι καὶ πολλὰς σινδόνας μετὰ τῶν ἑπομένων δακτυλίων καὶ τῶν ὑποδημάτων φυλάξει; τίς δὲ καὶ τὰ ἡδέα καὶ πολυτελῆ ὄψα προετομάσει, ἅ τινα ποικίλα ὄντα πολλῶν καὶ τεχνικῶν δεῖται μαγείρων, καὶ πάντα ἐκεῖνα, ὅσα ὡς θηρίῳ μεγάλῳ, τῇ ἐπιθυμίᾳ προευτρεπίζεται; πλὴν ἡ τοιαύτη σε προαίρεσις ὑπεισῆλθεν, ἴσως μὴ συνιέντα καὶ τὸν ἐμὸν ἀγνοοῦντα βίον, ὅτι ἄρτῳ μόνῳ καὶ ἐλαίαις χρώμαι καὶ σπανίως λαχάνοις· καὶ ὅτι ἱμάτιόν μοι καὶ τριβώνιον ἕν ἐστι τούτο αὐτὸ, ὃ περιβέβλημαι, καὶ", + "candidate_score": 0.658564, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_15_17", + "bdc_text": "Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab. Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind . Sömliche 1559 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_23", + "psc_text": "ἐγὼ δὲ ταῦτα ἀκούσας ἐδεήθην τὴν τούτου μοι μηνυθῆναι μονήν. καὶ ὅμως ἔμαθον, καὶ τῷ πυλῶνι ἐπέστην. θεασάμενοι δέ με οἱ ἐν τῷ οἴκῳ ἀντιβάλλοντες ἦσαν, τίς τέ εἰμι καὶ πόθεν ἥκω. καὶ ἰδεῖν πάντες συνῄεσαν. καὶ ἐν τῷ τούτους με ἀνιστορεῖν καὶ πυνθά‐ νεσθαι, ἰδοῦ καὶ Βαρνάβας ἅμα τῷ ἰδεῖν περιεπλάκη μοι πολὺ χαίρων καὶ δακρύων, καὶ λαβόμενός μου τῆς χειρὸς εἰσῆγεν εἰς τὴν οἰκίαν. εἶτα καὶ τὸν Πέτρον ὑποδεικν���ς οὗτός ἐστιν, ἔλεγε, Πέτρος, ὅν μέγιστον ἐπὶ τῇ τοῦ θεοῦ σοφίᾳ ἐπηγγελλόμην σοι, Κλήμη, ᾧ πάντα τε τὰ κατά σε καλὰ καὶ τὴν προαίρεσιν ἀεὶ διηγούμην, ὡς ἐντεῦθεν γλίχεσθαι καὶ αὐτὸν ἰδεῖν σε καὶ τὴν σὴν ἐπιποθεῖν συντυχίαν. μέγα οὖν αὐτῷ δῶρόν σε διὰ τῶν ἐμῶν προσφέρω χειρῶν. καὶ τοῦτο εἰπὼν προσαγαγὼν ἔφη· οὑτός ἐστι Κλήμης, Πέτρε. Ὁ δὲ ἡνίκα τοῦ ὀνόματος ἥκουσεν εἰς μνήμην ἐλθὼν τῶν τοῦ Βαρνάβα διηγημάτων ἐξήλα τότε ὡς εἶχεν εὐθὺς, καὶ προσηνῶς με καὶ", + "candidate_score": 0.657385, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16_18", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind . Sömliche 1559 . min läben lang danckbarmitt guͦtthat , woͤllte ich in mich der und und massen hallten ercken guͦt gefallen das ob gott wil , min g herren et octobris 18 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_23", + "psc_text": "ἐγὼ δὲ ταῦτα ἀκούσας ἐδεήθην τὴν τούτου μοι μηνυθῆναι μονήν. καὶ ὅμως ἔμαθον, καὶ τῷ πυλῶνι ἐπέστην. θεασάμενοι δέ με οἱ ἐν τῷ οἴκῳ ἀντιβάλλοντες ἦσαν, τίς τέ εἰμι καὶ πόθεν ἥκω. καὶ ἰδεῖν πάντες συνῄεσαν. καὶ ἐν τῷ τούτους με ἀνιστορεῖν καὶ πυνθά‐ νεσθαι, ἰδοῦ καὶ Βαρνάβας ἅμα τῷ ἰδεῖν περιεπλάκη μοι πολὺ χαίρων καὶ δακρύων, καὶ λαβόμενός μου τῆς χειρὸς εἰσῆγεν εἰς τὴν οἰκίαν. εἶτα καὶ τὸν Πέτρον ὑποδεικνὺς οὗτός ἐστιν, ἔλεγε, Πέτρος, ὅν μέγιστον ἐπὶ τῇ τοῦ θεοῦ σοφίᾳ ἐπηγγελλόμην σοι, Κλήμη, ᾧ πάντα τε τὰ κατά σε καλὰ καὶ τὴν προαίρεσιν ἀεὶ διηγούμην, ὡς ἐντεῦθεν γλίχεσθαι καὶ αὐτὸν ἰδεῖν σε καὶ τὴν σὴν ἐπιποθεῖν συντυχίαν. μέγα οὖν αὐτῷ δῶρόν σε διὰ τῶν ἐμῶν προσφέρω χειρῶν. καὶ τοῦτο εἰπὼν προσαγαγὼν ἔφη· οὑτός ἐστι Κλήμης, Πέτρε. Ὁ δὲ ἡνίκα τοῦ ὀνόματος ἥκουσεν εἰς μνήμην ἐλθὼν τῶν τοῦ Βαρνάβα διηγημάτων ἐξήλα τότε ὡς εἶχεν εὐθὺς, καὶ προσηνῶς με καὶ", + "candidate_score": 0.654728, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_5_7", + "bdc_text": "Darzuͦ hab ich ouch gehept huß und Bönnigarten , höw und und stro w zuͦ 2 . küyen und holtzes gnuͤg . über das alles habend mir min gnedig herren uß me dem kloster Jöß järlich gäben , 5 mütt kernig Wie ich aber sömliche pfruͦnd und 30 gl. inngehept und yngenommen imm vierden jar und mich jetzund hätte für mich und mine kinder mögenis ich 7 hab , erbösseren und miner arbeit geniessen do habend mich min g das dannen genommen , und mich gen Glaris geordnet , und do ich mich deß selben beklagt , sagt min herr von Cham selig ;", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_139", + "psc_text": "σε τοὺς λεγομένους θεοὺς ἀπεστράφην λογισμῷ τοιούτῷ, ὅτι πολλὰ σχεδὸν καθ’ ἡμέραν θυούσῃ μοι τούτοις ἐν ταῖς ἀνάγκαις οὐ παρεστάθησάν μοι. περὶ δὲ μοιχείας τί δεῖ με καὶ λέγειν; ὁπότ’ ἂν οὐδὲ πλουτοῦσαν τρυφή με πρὸς τοῦτο ἠπάτησεν, οὐδὲ ἡ μετὰ ταῦτα πενία ἐπὶ τοῦτό γε ἐλθεῖν κατηνάγκασεν, ἅτε δὴ τῆς σωφροσύνης ὡς μεγίστου καλοῦ ἀντιποιουμένης μου, ἧς ἕνεκα κα�� εἰς τοσαύτην ἦλθον περίστασιν. ἀλλ’ οὐδέ σε οἶμαι, κύριέ μου Πέτρε, ἀγνοεῖν, ὅτι ἡ πλείων ἐπιθυμία ἐξ εὐθυμιῶν γίνεται· ὅθεν ἐγὼ ἐν εὐθυμίᾳ σωφρονήσασα ἐν δυσθυμίᾳ πρὸς ἡδονὰς ἑαυτὴν οὐκ ἐκδίδωμι. ἀλλὰ μηδὲ νῦν κακουχίας ἀπηλλάχθαι νομίσῃς μου τὴν ψυχὴν τὴν ποσῶς παραμυθίας τυχοῦσαν διὰ τὴν Κλήμεντος ἀναγνώρισιν· ἀντεισερχομένη γὰρ ἡ ἐκ τῶν δύο μου τέκνων ἀθυμία καὶ τὴν ποσῶς ἀμαυροῖ χαράν. λυπεῖ γὰρ ἡμᾶς οὐ τοσοῦτον τὸ ἐν τῇ θαλάσσῃ τούτους παραπολέσθαι, ὅσον τὸ χωρὶς τῆς εἰς θεὸν εὐσεβείας διαφθαρῆναι μετά γε τῶν ψυχῶν αὐτοῖς καὶ τὰ σώματα. ὁ", + "candidate_score": 0.650624, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_1", + "bdc_text": "Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_99", + "psc_text": "γὰρ ἐκ παίδων ἐγώ τε καὶ Ἀνδρέας ὁ σύναιμος οὐ μόνον ἐν ὀρφανίᾳ τραφέντες, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ πενίας εἷς ἐργασίαν ἐθισθέντες εὐμαρῶς φέρομεν νῦν τὰς μακρὰς ταύτας ὁδοιπορίας. ὅθεν εἰ ἐπείθου μοι, ἐμοὶ ἂν συγκεχωρήκεις τὰ δούλων ἀποπληροῦν σοι. Ἐγὼ δὲ ἀκούσας σύντρομος ἐγενόμην καὶ ἐπίδακρυς, οἷον λόγον εἶπεν ἀνὴρ, οὑ πάντες οἱ τῆς νῦν γενεᾶς ἄνθρωποι τῷ τῆς γνώσεως καὶ εὐσεβείας λόγῳ ἥττους εἰσίν. ὁ δὲ ἰδών με σύνδακρυν ἐπυνθάνετο τὴν αἰτίαν. κἀγὼ πρὸς αὐτὸν καὶ τί τοιοῦτον ἥμαρτον, φημὶ, ἵνα καὶ τοιοῦτον ἀκοῦσαί με λόγον; Καὶ ὁ Πέτρος εὐθὺς εἰ κακῶς εἴρηκα δουλεῦσαί σοι προελόμενος, σὺ πρῶτος ἥμαρτες, πρῶτος τοῦτο καὶ ποιῆσαι προθυμηθείς. κἀγὼ ἔφην· οὐχ ὁμοίως ἔχει· ἐμοὶ μὲν γὰρ καὶ λίαν προσήκει τοῦτο ποιεῖν, σοὶ δὲ οὐδαμῶς, ἄτε θεοῦ κήρυκι ὄντι καὶ ψυχὰς ἀνθρώπων ποιμαίνειν πεπιστευμένῳ. καὶ ὁ Πέτρος ὁ κύριος ἡμῶν, εἶπεν, ὁ ἐπὶ σωτηρίᾳ παντὸς τοῦ κόσμου ἐληλυθὼς, μόνος τε ὑπὲρ πάντας τὴν ἀληθῇ", + "candidate_score": 0.632881, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_2_4", + "bdc_text": "Welche min trüw nedig herren anges ähen und habend verdienen min g minen herren zuͦ Rynow , das er mir schaffet by min ynkummen gebesseret , das ich alle jar gehept An roggen 10 mütt. mitt an kernen 37 . An wyn 16 soum sind 22 eymer . An haber 8 malter Das sind in summa 122 stuck An gällt 35ten .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_97", + "psc_text": "εἴ τίς μοι βούλεται συνοδεῦσαι, εὐσεβῶς καὶ συνοδευέτω. εὐσεβῶς δὲ ἔφης τὸ μηδένα λυπῆσαι κατὰ θεὸν, οἷον ἀπολιπόντα γονεῖς, γυναῖκα, πρὸς δὲ καὶ ἑτέρους τινὰς τῶν εὐσεβεῖν ἑλομένων. ὅθεν ἐγὼ κατὰ πάντα ἐπιτήδειός εἰμί σοι συνοδοιπόρος, ᾧ καὶ τὰ μέγιστα χαρίζῃ, εἰ μοι τὰς τῶν δούλων ὑπηρεσίας ἐπιτρέποις ποιεῖν. Καὶ ὁ Πέτρος ἀκούσας μετά τινός φησι μειδιάματος· τί οὖν οἴει, Κλήμη, μὴ ὑπ’ αὐτῆς ἀνάγκης εἰς δούλων σε ταγῆναι τὀπον; ἐπεὶ τίς τὰς καλάς μοι καὶ πολλὰς σινδόνας μετὰ τῶν ἑπομένων δακτυλίων καὶ τῶν ὑποδημάτων φυλάξει; τίς δὲ καὶ τὰ ἡδέα καὶ πολυτελῆ ὄψα προετομάσε��, ἅ τινα ποικίλα ὄντα πολλῶν καὶ τεχνικῶν δεῖται μαγείρων, καὶ πάντα ἐκεῖνα, ὅσα ὡς θηρίῳ μεγάλῳ, τῇ ἐπιθυμίᾳ προευτρεπίζεται; πλὴν ἡ τοιαύτη σε προαίρεσις ὑπεισῆλθεν, ἴσως μὴ συνιέντα καὶ τὸν ἐμὸν ἀγνοοῦντα βίον, ὅτι ἄρτῳ μόνῳ καὶ ἐλαίαις χρώμαι καὶ σπανίως λαχάνοις· καὶ ὅτι ἱμάτιόν μοι καὶ τριβώνιον ἕν ἐστι τούτο αὐτὸ, ὃ περιβέβλημαι, καὶ", + "candidate_score": 0.630741, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_16", + "bdc_text": "Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_23", + "psc_text": "ἐγὼ δὲ ταῦτα ἀκούσας ἐδεήθην τὴν τούτου μοι μηνυθῆναι μονήν. καὶ ὅμως ἔμαθον, καὶ τῷ πυλῶνι ἐπέστην. θεασάμενοι δέ με οἱ ἐν τῷ οἴκῳ ἀντιβάλλοντες ἦσαν, τίς τέ εἰμι καὶ πόθεν ἥκω. καὶ ἰδεῖν πάντες συνῄεσαν. καὶ ἐν τῷ τούτους με ἀνιστορεῖν καὶ πυνθά‐ νεσθαι, ἰδοῦ καὶ Βαρνάβας ἅμα τῷ ἰδεῖν περιεπλάκη μοι πολὺ χαίρων καὶ δακρύων, καὶ λαβόμενός μου τῆς χειρὸς εἰσῆγεν εἰς τὴν οἰκίαν. εἶτα καὶ τὸν Πέτρον ὑποδεικνὺς οὗτός ἐστιν, ἔλεγε, Πέτρος, ὅν μέγιστον ἐπὶ τῇ τοῦ θεοῦ σοφίᾳ ἐπηγγελλόμην σοι, Κλήμη, ᾧ πάντα τε τὰ κατά σε καλὰ καὶ τὴν προαίρεσιν ἀεὶ διηγούμην, ὡς ἐντεῦθεν γλίχεσθαι καὶ αὐτὸν ἰδεῖν σε καὶ τὴν σὴν ἐπιποθεῖν συντυχίαν. μέγα οὖν αὐτῷ δῶρόν σε διὰ τῶν ἐμῶν προσφέρω χειρῶν. καὶ τοῦτο εἰπὼν προσαγαγὼν ἔφη· οὑτός ἐστι Κλήμης, Πέτρε. Ὁ δὲ ἡνίκα τοῦ ὀνόματος ἥκουσεν εἰς μνήμην ἐλθὼν τῶν τοῦ Βαρνάβα διηγημάτων ἐξήλα τότε ὡς εἶχεν εὐθὺς, καὶ προσηνῶς με καὶ", + "candidate_score": 0.630427, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_1", + "bdc_text": "Günstiger , lieber herr und gevatter , üch ist noch vergessen , wie ich mitt trüwen minen gnedigen herren von Zürych gedienet hab. Ein gantz jar bin ich hinuff an hirtzel gelouffen. Demnach alls ich gen Martelen gesetzt , hab ich ouch muͤssen Rhynow versähen , das hab ich mitt grosser arbeit ist jar und cänger versähen .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_22", + "psc_text": "τάχιόν σε καταλήψομαι. ταῦτα εἰπὼν καὶ παραθέμενος αὐτὸν τοῖς τοῦ πλοίου ἡγουμένοις ὑπέστρεφον μετὰ λύπης, μεμνημένος τοῦ καλοῦ καὶ συνήθους φίλου. Ἡμέρας δὲ διατρίψας καὶ τὸ χρέος δ’ ὃ καὶ ἐπεσχέθην οὐχ ὅλον λαβεῖν δυνηθεὶς, ἀμελήσας τοῦ περιλειπομένου διὰ τὸ ταχὺ τὸν ἄνδρα καταλαβεῖν, ὡς ἐμποδίου μοι γενομένου, καὶ αὐτὸς εἰς Ἰουδαίαν ἀπέπλευσα, καὶ διὰ πεντεκαίδεκα ἡμερῶν τῇ Στράτωνος ἐπιδημῶ Καισαρείᾳ. ἐπιβάντος δέ μου τῆς γῆς καὶ ξενίαν ἐπιζητοῦντος μανθάνω Πέτρον τινὰ λεγόμενον, τοῦ ἐν Ἰουδαίᾳ φανέντος Ἰησοῦ Χριστοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ τοῦ σημεῖα καὶ τέρατα πεποιηκότος τὸν δοκιμώτατον μαθητὴν, αὔριον Σίμωνι τῷ ἀπὸ Γιθῶν Σαμαρεῖ μέλλειν ἰέναι πρὸς διαλέξεις. ἐγὼ δὲ ταῦτα ἀκούσας ἐδεήθην τὴν τούτου μοι μηνυθῆναι μονήν. καὶ ὅμως ἔμαθον, καὶ τῷ πυλῶνι ἐπέστην. θεασάμενοι δέ με οἱ ἐν τῷ οἴκῳ ἀντιβάλλοντες ἦσαν, τίς τέ εἰμι καὶ πόθεν ἥκω. καὶ ἰδεῖν πάντες συνῄεσαν. καὶ ἐν τῷ τούτους με ἀνιστορεῖν καὶ πυνθά‐ νεσθαι, ἰδοῦ καὶ Βαρνάβας ἅμα τῷ", + "candidate_score": 0.627436, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc.", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_140", + "psc_text": "τὴν ποσῶς παραμυθίας τυχοῦσαν διὰ τὴν Κλήμεντος ἀναγνώρισιν· ἀντεισερχομένη γὰρ ἡ ἐκ τῶν δύο μου τέκνων ἀθυμία καὶ τὴν ποσῶς ἀμαυροῖ χαράν. λυπεῖ γὰρ ἡμᾶς οὐ τοσοῦτον τὸ ἐν τῇ θαλάσσῃ τούτους παραπολέσθαι, ὅσον τὸ χωρὶς τῆς εἰς θεὸν εὐσεβείας διαφθαρῆναι μετά γε τῶν ψυχῶν αὐτοῖς καὶ τὰ σώματα. ὁ δὲ τούτων πατὴρ, ἐμὸς δὲ σύνευνος, ὡς παρὰ Κλήμεντος ἔμαθον, ἐπί τε τὴν ἐμὴν καὶ τῶν υἱῶν ζήτησιν ἐκβὰς τοσούτοις ἔτεσιν ἀφανής ἐστι· πάντως δὲ καὶ αὐτὸς ἐτελεύτησε. καὶ γὰρ ὁ ταλαίπωρος ὑπὸ σωφροσύνης με ἀγαπῶν φιλότεκνος ἦν· ὅθεν πάντων ἡμῶν τῶν ὑπὲρ πάντα ἠγαπημένων αὐτῷ στερηθεὶς ὁ γέρων ὑπὸ μεγίστης ἀθυμίας διαπεφώνηκε. Τῆς δὲ μητρὸς ταῦτα λεγούσης ἀκούοντες οἱ παῖδες οὐκέτι κατὰ τὴν τοῦ Πέτρου παραίνεσιν ἠδύναντο στέγειν· ἀλλ’ ἀναστάντες περιεπλέκοντό τε αὐτῇ καὶ σὺν δάκρυσι κατεφίλουν. ἐφ’ ᾧ δὴ καὶ ἡ μήτηρ καταπλαγεῖσα, τί θέλοι τοῦτο εἶναι, ὑπὸ ἐκστάσεως ὥσπερ καὶ ἀγνοίας τῶν γινομένων ἠρώτα. καὶ ὁ Πέτρος", + "candidate_score": 0.603474, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_10", + "bdc_text": "herren von Chammen Und alls ich mich gägen desse gehuͦb , das were gar ein unglychs gägen , martelen und Rhynow , über und ouch der ständ zuͦ Glaris schwerren und geffaarlicher were etc.", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_222", + "psc_text": "ἐποίησεν. Οἱ μὲν οὖν οἰκέται σπουδαίως τὰ προστεταγμένα ποιεῖν εἰς αὐτὸν ἐπειρῶντο. ἐλάνθανον δὲ ἄρα τῶν παρακειμένων λίθων καὶ ξύλων ἁπτόμενοι, καὶ σύροντες αὐτὰ καὶ δεσμοῦντες, καὶ τῇδε κἀκεῖσε μανικῶς περιάγοντες. τοῦτο δὲ καὶ τῷ Σισιννίῳ ἐδόκει, καὶ δεσμώτην ὑπὸ τῶν οἰκετῶν γεγενῆσθαι τὸν πατριάρχην καὶ αὐτὸς ᾤετο. ἐκεῖνος δὲ ἀπαθὴς ἀπὸ τῶν ἀδίκων ἐκείνων ἐτηρεῖτο χειρῶν, οὐδὲ μικρὰν ἁφὴν ὑπομένων, οὐδὲ ἐν μέσοις τοῖς δεινοῖς θορυβούμενος. εἶτα καὶ πρὸς τὸν ἀνόητον ἐκεῖνον ἰδὼν πεπώρωσαι τὴν καρδίαν, ἔφη, λίθους οὕτω καὶ ξύλα κινῶν καὶ ὅλην κατ’ αὐτῶν ἀφιεὶς τὴν ὀργὴν, ἃ μικρῷ πρόσθεν ἐτίμας καὶ ὡς θεοὺς ἐθεράπευες. ὁ δὲ ἀλλ’ ἐγώ σε κακῶς ἀπολῶ, φησὶν, ὡς καὶ μεταβαλεῖν πολλοὺς τῶν γοήτων ἐντεῦθεν καὶ σωφρονῆσαι, ἀφ’ ὧν αὐτὸς τὰ ἔσχατα πείσῃ, τὰ μεγάλα ἐκείνους κερδάναντας. Ταῦτα ὁ μὲν φυσώμενος ὑπὸ τῶν παρόντων ἔλεγε καὶ αὐχῶν, ὅτι καὶ δεσμοῖς ὑποβεβλήκει τὸν πατριάρχην. ὁ δὲ οὐδὲ οὕτως αὐτὸν ἀπεστρέφετο, ἀλλὰ τὴν ἐκείνου", + "candidate_score": 0.597908, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_14", + "bdc_text": "ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_113", + "psc_text": "ἐνέδυσαν. εἶτα καὶ τὸν βυθὸν ἀνηρεύνων τὰ ἐμὰ τέκνα ζητοῦντες. ἐπεὶ δὲ μὴ εὕρισκον, παραμυθίας χάριν τινὲς τῶν φιλοξένων γυναικῶν προσελθοῦσαι διηγοῦντο ἑκάστη τὰ ἑαυτῆς κακὰ, ἵνα τῇ τῶν ὁμοίων συμφορᾷ παραμυθίας μέρος ἐν τοῖς ἐμοῖς εὕροιμι· ὃ δή με καὶ μᾶλλον ἐλύπει, καὶ τὴν ψυχὴν ἐπὶ πλεῖον κατήσθιε, γυναικῶν καὶ ἄλλων ἀκούουσαν συμφοράς. καὶ δὴ καὶ εἰς ξενίαν πολλῶν με ἄγειν ἀξιουσῶν μία τις τῶν ἐνταῦθα πενιχρὰ πολλὰ βιασαμένη εἰς τὸ ἑαυτῆς ἐλθεῖν ἀνέπεισε καταγώγιον θάρσει, λέγουσα· καὶ γὰρ ὁ ἐμὸς ἀνὴρ, ναύτης δὲ οὗτος ἦν, κατὰ θάλασσαν τέθνηκε πάνυ νεώτερος ὤν. καὶ ἐξ ἐκείνου πολλῶν με ἀξιούντων εἰς γάμον ἐλθεῖν ἐγὼ χηρεύειν εἱλόμην τὸν ἐμὸν ἄνδρα ποθοῦσα. ἔσται δὲ κοινὰ ἡμῖν, ἃ διὰ χειρῶν ἀμφότεραι πορίζειν δυνάμεθα. καὶ ταῦτα μὲν ἐκείνη. Ἐγὼ δὲ ἵνα μή σοι μηκύνω τοὺς ὑπὲρ τούτου λόγους, συνῴκησα ταύτῃ διὰ τὴν φιλανδρίαν. οὐ πολὺ τὸ ἐν μέσῳ, καὶ τῆς ταλαιπώρου μὲν αἱ χεῖρες ἐμοῦ", + "candidate_score": 0.58111, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_14", + "bdc_text": "ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_112", + "psc_text": "τῷ χρηματίσαντι δόξῃ ἐπανιέναι σε. καὶ δὴ σὺν ἅμα τέκνοις ἡ τάλαινα πλέουσα, ὑπὸ ἀνέμων ἀταξίας εἰς τούτους ἀποῤῥιφεῖσα τοὺς τόπους, νυκτὸς τῆς νηὸς διαλυθείσης, ναυαγίῳ περιεπέσομεν. πάντων δὲ θανόντων ἡ ἀτυχὴς ἐγὼ μόνη ὑπὸ σφοδροῦ κύματος ῥιπισθεῖσα ἐπὶ πέτρας ἐῤῥίφην· ἐφ’ ἧς καθεσθεῖσα ἐλπίδι τοῦ τὰ τέκνα με ζῶντα εὑρεῖν εἰς τὸν βυθὸν ἐμαυτὴν οὐκ ἔῤῥιψα τότε, ὅτε καὶ τὴν ψνχὴν εἶχον τοῖς τῆς λύπης κύμασιν ἤδη μεμεθυσμένην, καὶ πρᾶξαι τοῦτο εὐπετῶς ἠδυνάμην. Πλὴν ἐπειδὴ ὄρθρος ἐγένετο, μεγάλα βοῶσα καὶ γοερὰ κωκύουσα περιεβλεπόμην, ζητοῦσα τῶν ἐμῶν ταλαιπώρων βρεφῶν τὰ νεκρὰ σώματα. ἐλεήσαντες οὖν με οἱ ἐπιχώριοι καὶ γυμνὴν ἰδόντες ἐνέδυσαν. εἶτα καὶ τὸν βυθὸν ἀνηρεύνων τὰ ἐμὰ τέκνα ζητοῦντες. ἐπεὶ δὲ μὴ εὕρισκον, παραμυθίας χάριν τινὲς τῶν φιλοξένων γυναικῶν προσελθοῦσαι διηγοῦντο ἑκάστη τὰ ἑαυτῆς κακὰ, ἵνα τῇ τῶν ὁμοίων συμφορᾷ παραμυθίας μέρος ἐν τοῖς ἐμοῖς εὕροιμι· ὃ δή με καὶ μᾶλλον ἐλύπει, καὶ τὴν ψυχὴν ἐπὶ πλεῖον κατήσθιε, γυναικῶν", + "candidate_score": 0.57413, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 19, + "cf_id": "cf021", + "work_id": "stoa0040.stoa050.opp-lat1", + "max_score": 0.663677, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8688_sent_14_16", + "bdc_text": "ich 7 hab ein erübergen , sunder kum min nodt willig durfft gehaben mag , diewyl ich sunst ouch vil und erlybend überfalls und unkostens haben muͦß . Hierus de mencklich wol verstan kan , wie ich so gar ein unglychen stand hie hab , gägen dem gerächnet den ich vor gehept hab. Und diewyl ich , alls obgemeldet , vertröstet worden , min gnedig herren wöllind in sömlichen feinem faal , ir bests thuͦn , langt an üch min gantz früntlich pitt , ir wöllind das anzeigen minem gnedigen herren burgermeistern , mitt underthaͤniger pitt , das sy mir alls irem getrüwen , wöllind behulffen und beradten sin , ob mir möchte järlich genolgen , das , wo ich by bliben und sy mich nitt gen Glaris gesandt , mir nitt were genommen , das sy mir von Töß geordnet , die 5 mütt kernen und 30 gl. das ja dise 35 stuck mir zur ergetzlikeit , uß inen gnad volgen möchtind .", + "psc_chunk_id": "stoa0040.stoa050.opp-lat1_window_117", + "psc_text": "® 7 intinere M quem R que M 9 praesummas R redigenda* y 10 exceptis uidendum est utrum ea F neno F 11 emendatorum SF euitandorum y comendatio