diff --git "a/6/6144.json" "b/6/6144.json" new file mode 100644--- /dev/null +++ "b/6/6144.json" @@ -0,0 +1,1546 @@ +{ + "letter_id": "6144", + "bd_url": "https://www.bullinger-digital.ch/letter/6144", + "dominant_topic": 5, + "topic_dist": [ + 0.047493, + 0.048829, + 0.046047, + 0.039001, + 0.046711, + 0.073372, + 0.044638, + 0.049714, + 0.054051, + 0.047611, + 0.042083, + 0.044127, + 0.064343, + 0.047161, + 0.071671, + 0.069809, + 0.044625, + 0.039811, + 0.043887, + 0.035017 + ], + "citations": [ + { + "rank": 1, + "cf_id": "cf044", + "work_id": "tlg1271.tlg012.1st1K-grc1", + "max_score": 0.7432, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6_8", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich . Ich sampt von üweren auch einer gantzen gemeind zuͦ Züntig in den 24 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg012.1st1K-grc1_window_23", + "psc_text": "ἅπερ ἔλεγεν σημεῖα τῶν οἰκήσεων, ἔφην αὐτῷ· εἰ μὴ ὅτι αὔριον τι ἀπαιτῶ ὀφειλόμενόν μοι, ἐξαυτῆς ἂν συνέπλεον σοι· πλὴν τάχιόν σε καταλήψομαι. καὶ ταῦτα εἰπὼν καὶ παραθέμενος αὐτὸν τοῖς τοῦ πλοίου ἠγουμένοις, ὑπέστρεφον λυπούμενος, μεμνημένος τοῦ καλοῦ καὶ συνήθους φίλου. Ἡμερῶν δὲ διατρίψας καὶ τὸ χρέος οὐχ ὅλον λαβεῖν δυνηθεὶς, τάχους ἕνεκα ἀμελήσας τοῦ περιλειφθέντος ὡς ἐμποδίου ὄντος, καὶ αὐτὸς εἰς Ἰουδαίαν ἀπέπλευσα, καὶ διὰ δεκαπέντε ἡμερῶν εἰς Καισάρειαν κατήντησα τὴν Στράτωνος. ἐπίβαντος δέ μου τῆς γῆς καὶ ξενίαν θηρωμένου ἔμαθον, ὅτι Πέτρος τις λεγόμενος, τοῦ ἐν Ἰουδαίᾳ φανέντος Ἰησοῦ Χριστοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ, τοῦ σημεῖα καὶ τέρατα πεποιηκότος, ὁ δοκιμώτατος ὑπάρχων μαθητὴς, αὔριον Σίμωνι τῷ ἀπὸ Γιτθῶν Σαμαρεῖ ζήτησιν ποιεῖται λόγων. ἐγὼ δὲ ταῦτα ἀκούσας ἐδεήθην τὴν τούτου μοι μηνυθῆναι μονήν· καὶ ὅμως ἕμαθον, καὶ τῷ πυλῶνι ἐπέστην· οἱ δὲ ἐν τῷ οἴκῳ ἀντέβαλλον, τίς τε ὢν καὶ πόθεν ἥκω. καὶ ἰδοὺ Βαρνάβας ἐκβὰς ἅμα τοῦ ἰδεῖν περιεπλάκη", + "candidate_score": 0.7432, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6_8", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich . Ich sampt von üweren auch einer gantzen gemeind zuͦ Züntig in den 24 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg012.1st1K-grc1_window_103", + "psc_text": "συγγενῶν, αἴτιόν μοι γενόμενον διὰ τὸν θεὸν τῆς σωζούσης ἀληθεῖας, ἀντὶ πάντων ἔχων σε παραμυθίας τῆς μεγίστης τυγχάνω. πρὸς τούτοις δὲ δεδοιώς μου καὶ τῆς ἀκμῆς τὴν ἐκ φύσεως ἐπιθυμίαν ἔσομαι, ὅσπερ νῦν οὕτως ἐνστάσεως ἔχω ἀποστῆναί σου ἀδύνατον εἶναι, εἰ μὴ κατά τινα χόλον θεοῦ τοῦτο γένηται. καὶ γὰρ μέμνημαί σου ἐν Καισαρείᾳ εἰπόντος· εἴ τις βούλεταί μοι συνοδεῦσαι, εὐσεβῶς συνοδευέτω. εὐσεβῶς δὲ ἔφης τὸ μηδένα λυπεῖν κατὰ θεὸν οἷον ἀπολιπόντα γονεῖς, γυναῖκα ὁμόφρονα ἢ ἑτέρους τινὰς τῇ θεοσεβείᾳ προσκειμένους. ὅθεν ἐγὼ κατὰ πάντα ἐπιτήδείος εἰμί σοι συνοδοιπόρος. ᾧ καὶ τὰ μέγιστα χαρίζει, εἰ τὰς δούλων μοι ὑπηρεσίας ἐπιτρέποις ποιεῖν. Καὶ ὁ Πέτρος ἀκούσας γελοιάζων ἔφη· τί οὖν οἴει, Κλήμη, μὴ ὑπ᾽αὐτῆς ἀνάγκης σε εἰς δούλων μοι ταγῆναι τόπον; ἐπεὶ τίς τὰς καλὰς καὶ πολλὰς σινδόνας μετὰ τῶν ἑπομένων δακτυλίων καὶ ὑποδήσεων φυλάξει; τίς δὲ καὶ τὰ ἡδέα καὶ πολυτελῆ ὄψα προετοιμάσει, ἅτινα ποικίλα ὄντα πολλῶν καὶ τεχνιτῶν δεῖται", + "candidate_score": 0.731354, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5_7", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg012.1st1K-grc1_window_103", + "psc_text": "συγγενῶν, αἴτιόν μοι γενόμενον διὰ τὸν θεὸν τῆς σωζούσης ἀληθεῖας, ἀντὶ πάντων ἔχων σε παραμυθίας τῆς μεγίστης τυγχάνω. πρὸς τούτοις δὲ δεδοιώς μου καὶ τῆς ἀκμῆς τὴν ἐκ φύσεως ἐπιθυμίαν ἔσομαι, ὅσπερ νῦν οὕτως ἐνστάσεως ἔχω ἀποστῆναί σου ἀδύνατον εἶναι, εἰ μὴ κατά τινα χόλον θεοῦ τοῦτο γένηται. καὶ γὰρ μέμνημαί σου ἐν Καισαρείᾳ εἰπόντος· εἴ τις βούλεταί μοι συνοδεῦσαι, εὐσεβῶς συνοδευέτω. εὐσεβῶς δὲ ἔφης τὸ μηδένα λυπεῖν κατὰ θεὸν οἷον ἀπολιπόντα γονεῖς, γυναῖκα ὁμόφρονα ἢ ἑτέρους τινὰς τῇ θεοσεβείᾳ προσκειμένους. ὅθεν ἐγὼ κατὰ πάντα ἐπιτήδείος εἰμί σοι συνοδοιπόρος. ᾧ καὶ τὰ μέγιστα χαρίζει, εἰ τὰς δούλων μοι ὑπηρεσίας ἐπιτρέποις ποιεῖν. Καὶ ὁ Πέτρος ἀκούσας γελοιάζων ἔφη· τί οὖν οἴει, Κλήμη, μὴ ὑπ᾽αὐτῆς ἀνάγκης σε εἰς δούλων μοι ταγ���ναι τόπον; ἐπεὶ τίς τὰς καλὰς καὶ πολλὰς σινδόνας μετὰ τῶν ἑπομένων δακτυλίων καὶ ὑποδήσεων φυλάξει; τίς δὲ καὶ τὰ ἡδέα καὶ πολυτελῆ ὄψα προετοιμάσει, ἅτινα ποικίλα ὄντα πολλῶν καὶ τεχνιτῶν δεῖται", + "candidate_score": 0.70258, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_10_12", + "bdc_text": "hie schirm üch sampt befelhenden . Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 . Mai An den wolgelerten , fromm fürnämen unnd wysen herren an Heynrich Bullinger , diener deß worts gots zuͦ Zürich by dem Grossen Münster , minem günstigen , lieben herrn diener herren M. D. eam vale ,", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg012.1st1K-grc1_window_53", + "psc_text": "αὐλῆς τόπον μέγαν ὄντα, ἔνθα συνεληλυθότες ἦσαν πολλοὶ τοῦ ἐπακοῦσαι χάριν, τῆς διαλέξεως αὐτοῦ ἐπὶ τὸ σπεύδειν τοῦ ἀκούειν σπουδαιοτέρως τοὺς λόγους αὐτοῦ [πεποιηκυίας.] στὰς οὖν καὶ ἰδὼν μετὰ πάσης ἡσυχίας τὸν πάντα λαὸν εἰς αὐτὸν ἀτενίζοντα, Σίμωνα δὲ τὸν μάγον εἰς μέσον ἑστῶτα, τοῦ λέγειν ἤρξατο οὕτως. Εἰρήνη εἴη πᾶσιν ὑμῖν τοῖς ἑτοίμως ἔχουσι δεξιὰς διδόναι τῇ τοῦ θεοῦ ἀληθείᾳ, ἢν αὐτοῦ μεγάλην τε καὶ ἀσύγκριτον ἐν τῷ νῦν κόσμῳ ὑπάρχουσαν δωρεὰν ὁ ἀποστείλας ἡμὰς κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ τοῦ ζῶντος, ταύτην ἡμῖν ἐνετείλατο τὴν προσηγορίαν πρὸ τῶν τῆς διδασκαλίας λόγων ὑμῖν ἐπιφθέγγεσθαι, ἵνα ἐὰν ᾖ τις ἐν ὑμῖν εἰρήνης τέκνον, διὰ τῆς διδασκαλίας ἡμῶν καταλάβῃ αὐτὸν ἡ εἰρήνη· εἰ δὲ ταύτην λαβεῖν ὑμῶν τις μὴ θέλοι, τότε ἡμεῖς, ἀποτιναξάμενοι εἰς μαρτυρίαν τῶν ποδῶν ἡμῶν τὸν κονιορτὸν, εἰς ἑτέρων ἀπίωμεν οἰκίας καὶ πόλεις. καὶ ἀληθῶς ὑμῖν λέγομεν· ἀνεκτότερον ἔσται γῇ Σοδόμων καὶ Γομόῤῥας ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως,", + "candidate_score": 0.651359, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_11", + "bdc_text": "Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg012.1st1K-grc1_window_23", + "psc_text": "ἅπερ ἔλεγεν σημεῖα τῶν οἰκήσεων, ἔφην αὐτῷ· εἰ μὴ ὅτι αὔριον τι ἀπαιτῶ ὀφειλόμενόν μοι, ἐξαυτῆς ἂν συνέπλεον σοι· πλὴν τάχιόν σε καταλήψομαι. καὶ ταῦτα εἰπὼν καὶ παραθέμενος αὐτὸν τοῖς τοῦ πλοίου ἠγουμένοις, ὑπέστρεφον λυπούμενος, μεμνημένος τοῦ καλοῦ καὶ συνήθους φίλου. Ἡμερῶν δὲ διατρίψας καὶ τὸ χρέος οὐχ ὅλον λαβεῖν δυνηθεὶς, τάχους ἕνεκα ἀμελήσας τοῦ περιλειφθέντος ὡς ἐμποδίου ὄντος, καὶ αὐτὸς εἰς Ἰουδαίαν ἀπέπλευσα, καὶ διὰ δεκαπέντε ἡμερῶν εἰς Καισάρειαν κατήντησα τὴν Στράτωνος. ἐπίβαντος δέ μου τῆς γῆς καὶ ξενίαν θηρωμένου ἔμαθον, ὅτι Πέτρος τις λεγόμενος, τοῦ ἐν Ἰουδαίᾳ φανέντος Ἰησοῦ Χριστοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ, τοῦ σημεῖα καὶ τέρατα πεποιηκότος, ὁ δοκιμώτατος ὑπάρχων μαθητὴς, αὔριον Σίμωνι τῷ ἀπὸ Γιτθῶν Σαμαρεῖ ζήτησιν ποιεῖται λόγων. ἐγὼ δὲ ταῦτα ἀκούσας ἐδεήθην τὴν τούτου μοι μηνυθῆναι μονήν· καὶ ὅμως ἕμαθον, καὶ τῷ πυλῶνι ἐπέστην· οἱ δὲ ἐν τῷ οἴκῳ ἀντέβαλλον, τίς τε ὢν καὶ πόθεν ἥκω. καὶ ἰδοὺ Βαρνάβας ἐκβὰς ἅμα τοῦ ἰδεῖν περιεπλάκη", + "candidate_score": 0.622866, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_12", + "bdc_text": "Mai An den wolgelerten , fromm fürnämen unnd wysen herren an Heynrich Bullinger , diener deß worts gots zuͦ Zürich by dem Grossen Münster , minem günstigen , lieben herrn diener herren M. D. eam vale ,", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg012.1st1K-grc1_window_53", + "psc_text": "αὐλῆς τόπον μέγαν ὄντα, ἔνθα συνεληλυθότες ἦσαν πολλοὶ τοῦ ἐπακοῦσαι χάριν, τῆς διαλέξεως αὐτοῦ ἐπὶ τὸ σπεύδειν τοῦ ἀκούειν σπουδαιοτέρως τοὺς λόγους αὐτοῦ [πεποιηκυίας.] στὰς οὖν καὶ ἰδὼν μετὰ πάσης ἡσυχίας τὸν πάντα λαὸν εἰς αὐτὸν ἀτενίζοντα, Σίμωνα δὲ τὸν μάγον εἰς μέσον ἑστῶτα, τοῦ λέγειν ἤρξατο οὕτως. Εἰρήνη εἴη πᾶσιν ὑμῖν τοῖς ἑτοίμως ἔχουσι δεξιὰς διδόναι τῇ τοῦ θεοῦ ἀληθείᾳ, ἢν αὐτοῦ μεγάλην τε καὶ ἀσύγκριτον ἐν τῷ νῦν κόσμῳ ὑπάρχουσαν δωρεὰν ὁ ἀποστείλας ἡμὰς κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ τοῦ ζῶντος, ταύτην ἡμῖν ἐνετείλατο τὴν προσηγορίαν πρὸ τῶν τῆς διδασκαλίας λόγων ὑμῖν ἐπιφθέγγεσθαι, ἵνα ἐὰν ᾖ τις ἐν ὑμῖν εἰρήνης τέκνον, διὰ τῆς διδασκαλίας ἡμῶν καταλάβῃ αὐτὸν ἡ εἰρήνη· εἰ δὲ ταύτην λαβεῖν ὑμῶν τις μὴ θέλοι, τότε ἡμεῖς, ἀποτιναξάμενοι εἰς μαρτυρίαν τῶν ποδῶν ἡμῶν τὸν κονιορτὸν, εἰς ἑτέρων ἀπίωμεν οἰκίας καὶ πόλεις. καὶ ἀληθῶς ὑμῖν λέγομεν· ἀνεκτότερον ἔσται γῇ Σοδόμων καὶ Γομόῤῥας ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως,", + "candidate_score": 0.622196, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_11", + "bdc_text": "Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg012.1st1K-grc1_window_64", + "psc_text": "τὴν σὴν διαφεύγῃ διάνοιαν. ὅτι δὲ ὄντως προγινώσκει, λέγει τῷ Ἀβραάμ· γινώσκων γνώσῃ, ὅτι πάροικον ἔσται τὸ σπέρμα σου ἐν γῇ οὐκ ἰδίᾳ· καὶ δουλώσουσιν αὐτὸ, καὶ κακώσουσιν, καὶ ταπεινώσουσιν αὐτοὺς τετρακόσια ἔτη· τὸ δὲ ἔθνος, ᾧ ἂν δουλεύσωσιν, κρινῶ ἐγώ. μετὰ δὲ ταῦτα ἐξελεύσονται ὧδε μετὰ ἀποσκευῆς πολλῆς· σὺ δὲ ἀπελεύσῃ πρὸς τοὺς πατέρας σου μετ’ εἰρήνης, τραφεὶς ἐν γήρει καλῷ· τετάρτῃ δὲ γενεᾷ ἀποστραφήσονται ὧδε· οὔπω γὰρ ἀναπεπλήρωνται αἱ ἁμαρτίαι τῶν Ἀμοῤῥαίων. Πλὴν ἡ ζήτησις μέχρι τριῶν ἡμερῶν ἐγένετο. ἐπιφωσκούσης δὲ τῆς τετάρτης, φυγὰς ὁ Σίμων εἰς Τύρον ᾤχετο. καὶ οὐ μετὰ πολλὰς ἡμέρας ἦλθόν τινες πρὸς τὸν ἀπόστολον Πέτρον λέγοντες· ὅτι Σίμων μεγάλα θαυμάσια ἐν Τύρῳ ποιῶν, πολλοὺς τῶν ἐκεῖ κατέπληξεν, καὶ σὲ πολλαῖς διαβολαῖς μισητὸν ἐποίησεν. ταῦτα ἀκούσας ὁ ἀπόστολος Πέτρος, τῇ ἐπιούσῃ νυκτὶ πάντα τὸν λαὸν συνελθεῖν ἐποίησεν, συναχθέντων δὲ αὐτῶν ἔφη· ἐπειδὴ ὁρμῶντός μου εἰς τὰ ἔθνη τὰ πολλοὺς θεοὺς λέγοντα κηρύξαι καὶ διδάξαι,", + "candidate_score": 0.621111, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_11", + "bdc_text": "Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg012.1st1K-grc1_window_88", + "psc_text": "τὰς χεῖρας καὶ τῷ θεῷ προσευξάμενος ἰάσατο τοὺς πάντας ἐκ μόνης εὐχῆς. οὐκ ὀλίγας δὲ ἡμέρας παραμείνας τοῖς Βηρυτίοις καὶ πολλοὺς τῇ εἰς τὸν πατέρα καὶ υἱὸν καὶ ἅγιον πνε���μα πίστει κατορθώσας καὶ βαπτίσας, ἀπὸ τῶν ἑπομένων αὐτῷ πρεσβυτέρων ἕνα ἐπίσκοπον αὐτοῖς καταστήσας εἰς τὴν Βύβλον ἐξῄει. Καὶ γενόμενος ἐκεῖ καὶ μαθὼν ὅτι Σίμων εἰς Τρίπολιν ὥρμησεν, δι’ ὀλίγων ἡμερῶν αὐτοῖς ἐπιμείνας καὶ θεραπεύσας πολλοὺς καὶ ταῖς βίβλοις αὐτοὺς ἐνασκήσας κατ’ ἴχνος τοῦ Σίμωνος εἰς τὴν Τρίπολιν ἐπορεύετο, μεταδιώκειν αὐτὸν μᾶλλον, οὐχ ὑποφεύγειν προῃρημένος. εἰς δὲ τὴν Τριπολιν εἰσιόντι τῷ Πέτρῳ οἱ φιλομαθέστεροι ἔκ τε τῆς Τύρου καὶ Σιδῶνος καὶ Βηρυτοῦ καὶ Βύβλου πολλοὶ συνεισῆλθον. οὐχ ἥκιστα δὲ τῶν ἐπ’ αὐτῆς τῆς πόλεως ὄχλων συνδρομαὶ ἐγίνοντο ἱστορεῖν βουλομένων αὐτόν. συνετύγχανον οὖν ὑπ’ αὐτοῦ ἐκπεμφθέντες ἀδελφοὶ διηγούμενοι τάτε κατὰ τὴν πόλιν καὶ τὰ πραττόμενα παρὰ Σίμωνι ἀκριβῶς· ἀποδεξάμενοί τε ἡμᾶς ἐπὶ τὴν Μαρώνου ἦγον οἰκίαν. Ὁ δὲ Πέτρος ἐπ’ αὐτῷ τῷ", + "candidate_score": 0.617369, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_11", + "bdc_text": "Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg012.1st1K-grc1_window_65", + "psc_text": "ἀπόστολον Πέτρον λέγοντες· ὅτι Σίμων μεγάλα θαυμάσια ἐν Τύρῳ ποιῶν, πολλοὺς τῶν ἐκεῖ κατέπληξεν, καὶ σὲ πολλαῖς διαβολαῖς μισητὸν ἐποίησεν. ταῦτα ἀκούσας ὁ ἀπόστολος Πέτρος, τῇ ἐπιούσῃ νυκτὶ πάντα τὸν λαὸν συνελθεῖν ἐποίησεν, συναχθέντων δὲ αὐτῶν ἔφη· ἐπειδὴ ὁρμῶντός μου εἰς τὰ ἔθνη τὰ πολλοὺς θεοὺς λέγοντα κηρύξαι καὶ διδάξαι, ὅτι εἷς ἐστιν ὁ θεὸς ἐν τρισὶν ὑποστάσεσιν, ὃς οὐρανὸν ἔκτισεν καὶ γῆν καὶ τὰ ἐν αὐτοῖς πάντα, ὅπως ἀγαπήσαντες αὐτὸν οἱ ἄνθρωποι σωθῆναι δυνηθῶσιν, προλαβὼν ὁ διάβολος, προαπέστειλεν Σίμωνα, ἵνα πείσῃ πάντα ἄνθρωπον λατρεύειν τοῖς μὴ οὖσι θεοῖς, καὶ ἀρνήσωνται πιστεύειν εἰς ἕνα θεὸν τὸν ποιήσαντα πάντα τά τε ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα, χρή [οὖν] με ταχέως αὐτὸν καταλαβεῖν, ἵνα μὴ ἡ διδασκαλία τοῦ Σίμωνος ἐγχρονίσασα παντελῶς πάντων ἐπικρατήσῃ. Δεῖ οὖν τινα ἀντ’ ἐμοῦ τὸν ἐμὸν ἀναπληρῶσαι τόπον. καὶ πάντες ἐκτενῶς τοῦ θεοῦ δεηθῶμεν, ὅπως τὸν ὄντα ἄξιον ὁ θεὸς ἀναδείξῃ. καὶ ταῦτα εἰπὼν ἐπέθηκεν χεῖρα τῷ Ζακχαίῳ λέγων·", + "candidate_score": 0.615723, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 2, + "cf_id": "cf048", + "work_id": "tlg2959.tlg001.opp-grc1", + "max_score": 0.736523, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6_8", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich . Ich sampt von üweren auch einer gantzen gemeind zuͦ Züntig in den 24 .", + "psc_chunk_id": "tlg2959.tlg001.opp-grc1_window_395", + "psc_text": "Ο: καὶ ταῦτα P Jh 21 ἔν οὐρανοῖς Ο 22 χρηστ.] δόξης Ο 23 δύναμιν Ο, viell. Ο überall richtig πον, κατοικῆσαι τὸν Χριστὸν διὰ τῆς πίστεως ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν‘. εἰς γὰρ τὰς ἀναγεννωμένων ψυχὰς ἀναγκαῖον ἐξομοργνύμενον ἐκτυποῦσθαι τὸν λόγον τῆς ἀληθείας. Ἔοικε δὲ τοῖς εἰρημένοις καὶ τοῦτο μάλιστα προσεοικέναι καὶ συμφωνεῖν τὸ χρησμῳδούμενον ἄνωθεν ἐξ αὐτοῦ τοῦ πατρὸς τῷ Χριστῷ ἐπὶ τὸν ἁγνισμὸν ἥκοντι τοῦ ὕδατος ἐν τῷ Ἰορδάνῃ μου εἶ σύ· ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά δε«. παρατηρητέον γὰρ ὅτι τὸ μὲν υἱὸν αὐτοῦ εἶναι ἀορίστως ἀπεφήνατο καὶ ἀχρόνως· »εἶ« γὰρ υἱός‘ αὐτῷ ἔφη, καὶ οὐ »γέγονας«, ἐμφαίνων μήτε πρόσφατον αὐτὸν τετυχηκέναι τῆς υἱοθεσίας, μήτε αὐ προϋπάρξαντα μετὰ ταῦτα ἐσχηκέναι, ἀλλὰ προγεννηθέντα καὶ ἔσεσθαι καὶ εἶναι τὸν αὐτόν. τὸ δέ »ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά δε« ὅτι προόντα ἤδη πρὸ τῶν αἰώνων, λέγει, ἐν τοῖς οὐρανοῖς ἐβουλήθην καὶ τῷ κόσμῳ γεννῆσαι, ὃ δή ἐστι πρόσθεν ἀγνοούμενον γνωρίσαι. ἀμέλει τοῖς μηδέπω τῶν", + "candidate_score": 0.736523, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_3_5", + "bdc_text": "Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "tlg2959.tlg001.opp-grc1_window_246", + "psc_text": "ὥρας . . πεινῶν 22 σοφούς richtig Jh Ι τῷ < P 23 ἀποσείσ. wie S. 56, 5] ἀποστήσ(ομαι M Ausgg. | ἀπὸ P 181 24 τῷ vor θεῷ + O θεῷ. ἐὰν ἀφέφω τὸ πορευτικὸν διεστραμμἐνας ὁδοὺς πορεύεσθαι, ἀνατέθεικα καὶ τοὺς πόδας, οὐκ εἰς δικαστήρια κοὶ θιάσους παρερχομένη, ὅθι τ΄ ἄνδρες άλιτροδίκαι τελέθουσιν, ἀλλ6 εἰς τὸ κατορθῶσαι πλήρώσασά τι τῶν ἐντολῶν. τί μοι λοιπόν, ἐὰν διαγνεύω καὶ τὴν καρδίαν, πάσας τὰς διανοήσεις αὐτῆς ἀναθεῖσα κυρίῳ; φλαῦρον οὐδὲν ἐνθυμοῦμαι, κοσμικὸν οὐδὲν δια��ογίζομαι, τῦφος οὐκ ἐμπολιτεύεται καὶ ὀργὴ παρ’ ἐμοί, τὸν νόμον καὶ ἐν ἡμέρᾳ μελετῶ κυρίου καὶ ἐν νυκτί· καὶ τοῦτ΄ ἐστί »ὰγνείαν ὰγνεῦσαι, μεγάλην εύξάμενον εύχήν«. Πειράσομαι γὰρ καὶ τὰ ἑξῆς ὑμῖν τούτων, ὠ παρθένοι, φράσαι τῶν διατάξεων, ἐπειδήπερ τῶν σφετέρων ἐξήρτηται καὶ αὐτὰ κατορθωμάτων, θεσμοὶ περὶ παρθενίας ὄντα καὶ χρησμοὶ διδάσκοντες ὧν ἀπέχεσθαι προσήκει καὶ ἀναγωγὸν εἶναι τὴν παρθένον. γὰρ οὕτως· καὶ ἐλάλησε κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων· λάλησον", + "candidate_score": 0.707462, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "tlg2959.tlg001.opp-grc1_window_246", + "psc_text": "ὥρας . . πεινῶν 22 σοφούς richtig Jh Ι τῷ < P 23 ἀποσείσ. wie S. 56, 5] ἀποστήσ(ομαι M Ausgg. | ἀπὸ P 181 24 τῷ vor θεῷ + O θεῷ. ἐὰν ἀφέφω τὸ πορευτικὸν διεστραμμἐνας ὁδοὺς πορεύεσθαι, ἀνατέθεικα καὶ τοὺς πόδας, οὐκ εἰς δικαστήρια κοὶ θιάσους παρερχομένη, ὅθι τ΄ ἄνδρες άλιτροδίκαι τελέθουσιν, ἀλλ6 εἰς τὸ κατορθῶσαι πλήρώσασά τι τῶν ἐντολῶν. τί μοι λοιπόν, ἐὰν διαγνεύω καὶ τὴν καρδίαν, πάσας τὰς διανοήσεις αὐτῆς ἀναθεῖσα κυρίῳ; φλαῦρον οὐδὲν ἐνθυμοῦμαι, κοσμικὸν οὐδὲν διαλογίζομαι, τῦφος οὐκ ἐμπολιτεύεται καὶ ὀργὴ παρ’ ἐμοί, τὸν νόμον καὶ ἐν ἡμέρᾳ μελετῶ κυρίου καὶ ἐν νυκτί· καὶ τοῦτ΄ ἐστί »ὰγνείαν ὰγνεῦσαι, μεγάλην εύξάμενον εύχήν«. Πειράσομαι γὰρ καὶ τὰ ἑξῆς ὑμῖν τούτων, ὠ παρθένοι, φράσαι τῶν διατάξεων, ἐπειδήπερ τῶν σφετέρων ἐξήρτηται καὶ αὐτὰ κατορθωμάτων, θεσμοὶ περὶ παρθενίας ὄντα καὶ χρησμοὶ διδάσκοντες ὧν ἀπέχεσθαι προσήκει καὶ ἀναγωγὸν εἶναι τὴν παρθένον. γὰρ οὕτως· καὶ ἐλάλησε κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων· λάλησον", + "candidate_score": 0.703888, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4_6", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "tlg2959.tlg001.opp-grc1_window_246", + "psc_text": "ὥρας . . πεινῶν 22 σοφούς richtig Jh Ι τῷ < P 23 ἀποσείσ. wie S. 56, 5] ἀποστήσ(ομαι M Ausgg. | ἀπὸ P 181 24 τῷ vor θεῷ + O θεῷ. ἐὰν ἀφέφω τὸ πορευτικὸν διεστραμμἐνας ὁδοὺς πορεύεσθαι, ἀνατέθεικα καὶ τοὺς πόδας, οὐκ εἰς δικαστήρια κοὶ θιάσους παρερχομένη, ὅθι τ΄ ἄνδρες άλιτροδίκαι τελέθουσιν, ἀλλ6 εἰς τὸ κατορθῶσαι πλήρώσασά τι τῶν ἐντολῶν. τί μοι λοιπόν, ἐὰν διαγνεύω καὶ τὴν καρδίαν, πάσας τὰς διανοήσεις αὐτῆς ἀναθεῖσα κυρίῳ; φλαῦρον οὐδὲν ἐνθυμοῦμαι, κοσμικὸν οὐδὲν διαλογίζομαι, τῦφος οὐκ ἐμπολιτεύεται καὶ ὀργὴ παρ’ ἐμοί, τὸν νόμον καὶ ἐν ἡμέρᾳ μελετῶ κυρίου καὶ ἐν νυκτί· καὶ τοῦτ΄ ἐστί »ὰγνείαν ὰγνεῦσαι, μεγάλην εύξάμενον εύχήν«. Πειράσομαι γὰρ καὶ τὰ ἑξῆς ὑμῖν τούτων, ὠ παρθένοι, φράσαι τῶν διατάξεων, ἐπειδήπερ τῶν σφετέρων ἐξήρτηται καὶ αὐτὰ κατορθωμάτων, θεσμοὶ περὶ παρθενίας ὄντα καὶ χρησμοὶ διδάσκοντες ὧν ἀπέχεσθαι προσήκει καὶ ἀναγωγὸν εἶναι τὴν παρθένον. γὰρ οὕτως· καὶ ἐλάλησε κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων· λάλησον", + "candidate_score": 0.703888, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 3, + "cf_id": "cf014", + "work_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1", + "max_score": 0.73129, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6_8", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich . Ich sampt von üweren auch einer gantzen gemeind zuͦ Züntig in den 24 .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_640", + "psc_text": "μαρτυροῦσα ἑαυτῇ ἅπερ εἴρηκα. Ἐπειδὴ δὲ συνθηκῶν ἐμνήσθης, καὶ κατηγορεῖν ἐπηγγείλω, γελάσαι με ἐποίησας ἐν ταύτῃ τῇ κατηφείᾳ μου, ὅτι ἔτι ῥήτωρ εἶ καὶ τῆς δεινότητος οὐκ ἀφίστασαι. ἐγὼ γὰρ οὕτωοὕτως E. νομίζω, εἰ μὴ πάντη ὡς ἀμαθὴς διαμαρτάνω τῆς ἀληθείας, μίαν εἶναι ὁδὸν τὴν πρὸς Κύριον ἄγουσαν, καὶ πάντας τοὺς πρὸς αὐτὸν πορευομένους συνοδεύειν ἀλλήλοις καὶ κατὰ μίαν συνθήκην τοῦ βίου πορεύεσθαι. ὥστε ποῦ ἀπελθὼν χωρισθῆναί σου δύναμαι καὶ μὴ μετὰ σοῦ ζῇν καὶ μετὰ σοῦ δουλεύειν Θεῷ, ᾧ κοινῇ προσεφύγομεν; τὰ μὲν γὰρ σώματα ἡμῶν τόποις διασταθήσεται, ὁ δὲ τοῦ Θεοῦ ὀφθαλμὸς κοινῇ ἀμφοτέρους ἐφορᾷὁρᾷ E. δηλονότι, εἴπερ οὖν ἄξιος καὶ ὁ ἐμὸς βίος ὑπὸ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ Θεοῦ ἐποπτεύεσθαι· ἀνέγνων γάρ που ἐν Ψαλμοῖς, ὅτι Ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπὶ δικαίους. ἐγὼ μὲν γὰρ εὔχομαι καὶ σοὶ καὶ παντὶ τῷ παραπλησίωςπαραπλήσιον editi antiqi. σοι προαιρουμένῳ καὶ τῷ σώματι συνεῖναι, καὶ πᾶσαν νύκτα καὶ ἡμέραν μετὰ σοῦ κλίνειν τὰ γόνατα", + "candidate_score": 0.73129, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_2_4", + "bdc_text": "Die genad unsers herren Jesu Christi sye mitt üch und der üweren Wolgelerter , eersamer , frommer zuͦ für nämer , unnder wyser allzytt . Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_639", + "psc_text": "Θεὸς εἰς ταὐτὸν ἀφικέσθαι τῇ κοσμιότητί σου, δηλονότι πλείονα μαθήσομαι ὑπὲρ ὧν φροντίζειν με χρή. νῦν γὰρ ὑπὸ πολλῆς ἀμαθίας οὐδὲ ὅσωνὅσον E. ἐνδεής εἰμι γνωρίζειν δύναμαι· πλήν γε ὅτι οὐδὲν μετεμέλησέ μοι τῆς πρώτης ὁρμῆς, οὔτε ὀκλάζει μου ἡ ψυχὴ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ κατὰ Θεὸν βίου, ὅπερ ἠγωνίασας ἐπʼ ἐμοί, καλῶς καὶ προσηκόντως ἑαυτῷ ποιῶν, μήποτε στραφεὶς εἰς τὰ ὀπίσω στήλη γένωμαι ἁλός, ὅπερ γυνή τις ἔπαθεν, ὥσπερὥς E. ἀκούω. ἀλλʼ ἔτι μέν μεμε om. E καὶ αἱ ἔξωθεν ἀρχαὶ συστέλλουσιν, ὥσπερ λειποτάκτην τινὰ τῶν ἀρχόντων ἀναζητούντων.ἀνεπιζητούντων editi antiqi. ἐπέχει δέ με μάλιστα ἡ ἐμοῦ αὐτοῦ καρδία, ἐκεῖνα μαρτυροῦσα ἑαυτῇ ἅπερ εἴρηκα. Ἐπειδὴ δὲ συνθηκῶν ἐμνήσθης, καὶ κατηγορεῖν ἐπηγγείλω, γελάσαι με ἐποίησας ἐν ταύτῃ τῇ κατηφείᾳ μου, ὅτι ἔτι ῥήτωρ εἶ καὶ τῆς δεινότητος οὐκ ἀφίστασαι. ἐγὼ γὰρ οὕτωοὕτως E. νομίζω, εἰ μὴ πάντη ὡς ἀμαθὴς διαμαρτάνω τῆς ἀληθείας, μίαν εἶναι ὁδὸν τὴν πρὸς Κύριον ἄγουσαν, καὶ πάντας", + "candidate_score": 0.720619, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_3_5", + "bdc_text": "Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_639", + "psc_text": "Θεὸς εἰς ταὐτὸν ἀφικέσθαι τῇ κοσμιότητί σου, δηλονότι πλείονα μαθήσομαι ὑπὲρ ὧν φροντίζειν με χρή. νῦν γὰρ ὑπὸ πολλῆς ἀμαθίας οὐδὲ ὅσωνὅσον E. ἐνδεής εἰμι γνωρίζειν δύναμαι· πλήν γε ὅτι οὐδὲν μετεμέλησέ μοι τῆς πρώτης ὁρμῆς, οὔτε ὀκλάζει μου ἡ ψυχὴ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ κατὰ Θεὸν βίου, ὅπερ ἠγωνίασας ἐπʼ ἐμοί, καλῶς καὶ προσηκόντως ἑαυτῷ ποιῶν, μήποτε στραφεὶς εἰς τὰ ὀπίσω στήλη γένωμαι ἁλός, ὅπερ γυνή τις ἔπαθεν, ὥσπερὥς E. ἀκούω. ἀλλʼ ἔτι μέν μεμε om. E καὶ αἱ ἔξωθεν ἀρχαὶ συστέλλουσιν, ὥσπερ λειποτάκτην τινὰ τῶν ἀρχόντων ἀναζητούντων.ἀνεπιζητούντων editi antiqi. ἐπέχει δέ με μάλιστα ἡ ἐμοῦ αὐτοῦ καρδία, ἐκεῖνα μαρτυροῦσα ἑαυτῇ ἅπερ εἴρηκα. Ἐπειδὴ δὲ συνθηκῶν ἐμνήσθης, καὶ κατηγορεῖν ἐπηγγείλω, γελάσαι με ἐποίησας ἐν ταύτῃ τῇ κατηφείᾳ μου, ὅτι ἔτι ῥήτωρ εἶ καὶ τῆς δεινότητος οὐκ ἀφίστασαι. ἐγὼ γὰρ οὕτωοὕτως E. νομίζω, εἰ μὴ πάντη ὡς ἀμαθὴς διαμαρτάνω τῆς ἀληθείας, μίαν εἶναι ὁδὸν τὴν πρὸς Κύριον ἄγουσαν, καὶ πάντας", + "candidate_score": 0.719913, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_639", + "psc_text": "Θεὸς εἰς ταὐτὸν ἀφικέσθαι τῇ κοσμιότητί σου, δηλονότι πλείονα μαθήσομαι ὑπὲρ ὧν φροντίζειν με χρή. νῦν γὰρ ὑπὸ πολλῆς ἀμαθίας οὐδὲ ὅσωνὅσον E. ἐνδεής εἰμι γνωρίζειν δύναμαι· πλήν γε ὅτι οὐδὲν μετεμέλησέ μοι τῆς πρώτης ὁρμῆς, οὔτε ὀκλάζει μου ἡ ψυχὴ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ κατὰ Θεὸν βίου, ὅπερ ἠγωνίασας ἐπʼ ἐμοί, καλῶς καὶ προσηκόντως ἑαυτῷ ποιῶν, μήποτε στραφεὶς εἰς τὰ ὀπίσω στήλη γένωμαι ἁλός, ὅπερ γυνή τις ἔπαθεν, ὥσπερὥς E. ἀκούω. ἀλλʼ ἔτι μέν μεμε om. E καὶ αἱ ἔξωθεν ἀρχαὶ συστέλλουσιν, ὥσπερ λειποτάκτην τινὰ τῶν ἀρχόντων ἀναζητούντων.ἀνεπιζητούντων editi antiqi. ἐπέχει δέ με μάλιστα ἡ ἐμοῦ αὐτοῦ καρδία, ἐκεῖνα μαρτυροῦσα ἑαυτῇ ἅπερ εἴρηκα. Ἐπειδὴ δὲ συνθηκῶν ἐμνήσθης, καὶ κατηγορεῖν ἐπηγγείλω, γελάσαι με ἐποίησας ἐν ταύτῃ τῇ κατηφείᾳ μου, ὅτι ἔτι ῥήτωρ εἶ καὶ τῆς δεινότητος οὐκ ἀφίστασαι. ἐγὼ γὰρ οὕτωοὕτως E. νομίζω, εἰ μὴ πάντη ὡς ἀμαθὴς διαμαρτάνω τῆς ἀληθείας, μίαν εἶναι ὁδὸν τὴν πρὸς Κύριον ἄγουσαν, καὶ πάντας", + "candidate_score": 0.714987, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4_6", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_639", + "psc_text": "Θεὸς εἰς ταὐτὸν ἀφικέσθαι τῇ κοσμιότητί σου, δηλονότι πλείονα μαθήσομαι ὑπὲρ ὧν φροντίζειν με χρή. νῦν γὰρ ὑπὸ πολλῆς ἀμαθίας οὐδὲ ὅσωνὅσον E. ἐνδεής εἰμι γνωρίζειν δύναμαι· πλήν γε ὅτι οὐδὲν μετεμέλησέ μοι τῆς πρώτης ὁρμῆς, οὔτε ὀκλάζει μου ἡ ψυχὴ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ κατὰ Θεὸν βίου, ὅπερ ἠγωνίασας ἐπʼ ἐμοί, καλῶς καὶ προσηκόντως ἑαυτῷ ποιῶν, μήποτε στραφεὶς εἰς τὰ ὀπίσω στήλη γένωμαι ἁλός, ὅπερ γυνή τις ἔπαθεν, ὥσπερὥς E. ἀκούω. ἀλλʼ ἔτι μέν μεμε om. E καὶ αἱ ἔξωθεν ἀρχαὶ συστέλλουσιν, ὥσπερ λειποτάκτην τινὰ τῶν ἀρχόντων ἀναζητούντων.ἀνεπιζητούντων editi antiqi. ἐπέχει δέ με μάλιστα ἡ ἐμοῦ αὐτοῦ καρδία, ἐκεῖνα μαρτυροῦσα ἑαυτῇ ἅπερ εἴρηκα. Ἐπειδὴ δὲ συνθηκῶν ἐμνήσθης, καὶ κατηγορεῖν ἐπηγγείλω, γελάσαι με ἐποίησας ἐν ταύτῃ τῇ κατηφείᾳ μου, ὅτι ἔτι ῥήτωρ εἶ καὶ τῆς δεινότητος οὐκ ἀφίστασαι. ἐγὼ γὰρ οὕτωοὕτως E. νομίζω, εἰ μὴ πάντη ὡς ἀμαθὴς διαμαρτάνω τῆς ἀληθείας, μίαν εἶναι ὁδὸν τὴν πρὸς Κύριον ἄγουσαν, καὶ πάντας", + "candidate_score": 0.714987, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_2_4", + "bdc_text": "Die genad unsers herren Jesu Christi sye mitt üch und der üweren Wolgelerter , eersamer , frommer zuͦ für nämer , unnder wyser allzytt . Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_491", + "psc_text": "ὁδὸν ἐπὶ πολλῇ τῶν καθʼ ἡμᾶς ἐκκλησιῶν ζημίᾳ παρεσκεύασε, διὰ γραμμάτων ἐπισκέψασθαί σου τὴν σεμνότητα προεθυμήθημεν, ὑπομιμνήσκοντες, ὅτι αἱ θλίψεις αὗται οὐκ ἀργῶς τοῖς δούλοις τοῦ Θεοῦ παρὰ τοῦ ἐπισκοποῦντος ἡμᾶς Κυρίου γίνονται, ἀλλὰ ἐπὶ δοκιμασίᾳ τῆς ἀληθινῆς πρὸς τὸν κτίσαντα ἡμᾶς Θεὸν ἀγάπης. ὡς γὰρ τοὺς ἀθλητὰς οἱ τῶν ἀγώνων κάματοι τοῖς στεφάνοις προσάγουσιν, οὕτω καὶ τοὺς Χριστιανοὺς ἡ ἐν τοῖςαὐτοῖς add. editi antiqi. πειρασμοῖς δοκιμασία πρὸς τὴν τελείωσιν ἄγει, ἐὰν μετὰ τῆς πρεπούσης ὑπομονῆς ἐν εὐχαριστίᾳ πάσῃ τὰ οἰκονομούμενα παρὰ τοῦ Κυρίου καταδεξώμεθα. Ἀγαθότητι Δεσπότου διοικεῖται τὰ πάντα. οὐδὲν τῶν συμβαινόντων ἡμῖν ὡς λυπηρὸν ὑποδέχεσθαι χρή, κἂν πρὸς τὸ παρὸν ἅπτηται τῆς ἀσθενείας ἡμῶν. εἰ γὰρ καὶ τοὺς λόγους ἀγνοοῦμεν, καθʼ οὓς ἕκαστον τῶν γινομένωνγιγνομένων E. ὡς καλὸν παρὰ τοῦ Δεσπότου ἡμῖν ἐπάγεται, ἀλλʼ ἐκεῖνο πεπεῖσθαι ὀφείλομεν, ὅτι πάντως συμφέρει τὸ γινόμενον ἢ ἡμῖν διὰ τὸν τῆς ὑπομονῆς μισθὸν ἢ τῇ παραληφθείσῃ ψυχῇ, ἵνα μή, ἐπὶ πλέον τῇ", + "candidate_score": 0.713449, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_2_4", + "bdc_text": "Die genad unsers herren Jesu Christi sye mitt üch und der üweren Wolgelerter , eersamer , frommer zuͦ für nämer , unnder wyser allzytt . Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_120", + "psc_text": "μετὰ δοκιμασίας οἰκονομεῖν τὸν λόγον πρὸς οἰκοδομὴν τῆς πίστεως, ἵνα μὴ λυπῆται τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τοῦ Θεοῦ. ὅτι οὐ δεῖ τῶν ἐπεισερχομένων τινὰ ἐπʼ ἐξουσίαςἔχειν add. C. D. ἐγγίζειν ἢ λαλεῖν τινὶ τῶν ἀδελφῶν, πρὶν ἂν οἱ ἐπιτεταγμένοι τὴν φροντίδα τῆς ἐν πᾶσιν εὐταξίας δοκιμάσωσι πῶς ἀρέσκει Θεῷ πρὸς τὸ κοινῇ συμφέρον. ὅτι οὐ δεῖ οἴνῳ δεδουλῶσθαι, οὔτε περὶ κρέα ἐμπαθῶς ἔχειν, καὶ καθόλου περὶ οὐδὲν βρῶμα ἢ πόμα φιλήδονον εἶναι· ὁ γὰρ ἀγωνιζόμενος πάντα ἐγκρατεύεται. ὅτι τῶν διδομένων ἑκάστῳ εἰς χρῆσιν οὐδὲν ὡς ἴδιον ἔχειν δεῖ ἢ ταμιεύεσθαι· ἐν μέντοι τῇ φροντίδι πᾶσιν ὡς δεσποτικοῖς προσέχοντα, μηδὲν τῶν παραῤῥιπτομένων ἢ ἀμελουμένων, ἂν οὕτω τύχῃ, παρορᾷν. ὅτι οὐ δεῖ οὔτε αὐτὸν ἑαυτοῦ κύριον εἶναί τινα, ἀλλʼ ὡς ὑπὸ Θεοῦ παραδεδομένον εἰς δουλείαν τοῖς ὁμοψύχοις ἀδελφοῖς,ἀδελφοῖςom. C, D. οὕτω καὶ φρονεῖν πάντα καὶ ποιεῖν, ἕκαστον δὲ ἐν τῷ ἰδίῳ τάγματι. Ὅτι οὐ δεῖ γογγύζειν, οὔτε ἐν τῇ στενοχωρίᾳ τῶν πρὸς", + "candidate_score": 0.712385, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_2_4", + "bdc_text": "Die genad unsers herren Jesu Christi sye mitt üch und der üweren Wolgelerter , eersamer , frommer zuͦ für nämer , unnder wyser allzytt . Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_638", + "psc_text": "ῥημάτων, ἀφυλάκτως δὲ πρὸς τὰς ἐν τῇ διανοίᾳ συνισταμένας ἐκ τοῦ πονηροῦτοῦ πονηροῦ τῆς πονηρίας quinque MSS. φαντασίας. ἡττήμεθα δὲ καὶ τιμῆς καὶ τὸ ἐφʼ ἑαυτοῖς τι φρονεῖν οὐ ῥᾳδίως ἀποτιθέμεθα. πρὸς ταῦτα μεγάλου μοι δεῖν καὶ ἐμπείρου λογίζομαι διδασκάλου. ἔπειτα μέντοι καὶ τὸν ὀφθαλμὸν τῆς ψυχῆς ἀποκαθαρθῆναι, ὥστε πᾶσαν τὴν ἀπὸ τῆς ἀγνοίας ἐπισκότησιν, οἱονεί τινα λήμην, ἀφαιρεθέντα, δύνασθαι ἐνατενίζειν τῷ κάλλει τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, οὐ μικροῦ ἔργου κρίνω, οὐδʼ ἐπʼ ὀλίγον τὴν ὠφέλειαν φέρειν. Ἃ καὶ τὴν σὴν λογιότητα συνορᾷν, καὶ ἐπιθυμεῖν ὑπάρξαι τινὰ εἰς ταύτην τὴν βοήθειαν ἀκριβῶς ἐπίσταμαι·πέπεισμαι E. Med. καὶ ἐάν ποτε δῷ ὁ Θεὸς εἰς ταὐτὸν ἀφικέσθαι τῇ κοσμιότητί σου, δηλονότι πλείονα μαθήσομαι ὑπὲρ ὧν φροντίζειν με χρή. νῦν γὰρ ὑπὸ πολλῆς ἀμαθίας οὐδὲ ὅσωνὅσον E. ἐνδεής εἰμι γνωρίζειν δύναμαι· πλήν γε ὅτι οὐδὲν μετεμέλησέ μοι τῆς πρώτης ὁρμῆς, οὔτε ὀκλάζει μου ἡ ψυχὴ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ κατὰ Θεὸν βίου, ὅπερ ἠγωνίασας", + "candidate_score": 0.711868, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_2_4", + "bdc_text": "Die genad unsers herren Jesu Christi sye mitt üch und der üweren Wolgelerter , eersamer , frommer zuͦ für nämer , unnder wyser allzytt . Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1000", + "psc_text": "μὲν σιωπῆσαι, ὃ καὶ ἐποίησα· τρίτον γὰρ ἤδη τοῦτο ἔτος ἐστίν, ἐν ᾧ τυπτόμενος ὑπὸ τῶν διαβολῶν φέρω τὰς τῆς κατηγορίας μάστιγας, ἀρκούμενος, ὅτι ἔχω Κύριον, τὸν τῶν κρυπτῶν γνώστην, μάρτυρα τῆς συκοφαντίας. ἐπειδὴ δὲ ὁρῶ, ὅτι πολλοὶ ἤδη τὴν σιωπὴν ἡμῶν εἰς βεβαίωσιν τῶν διαβολῶν παρεδέξαντο, καὶ οὐ διὰ μακροθυμίαν ἐνόμισαν ἡμᾶς σιωπᾷν, ἀλλὰ διὰ τὸ μὴ ἔχειν διᾶραι στόμα πρὸς τὴν ἀλήθειαν, τούτου ἕνεκεν ἐπειράθην ἐπιστεῖλαι ὑμῖν, παρακαλῶν τὴν ἐν Χριστῷ ἀγάπην ὑμῶν ὥστε τὰς ἐξ ἑνὸς μέρους γινομένας διαβολὰς μὴ πάντη παραδέχεσθαι ὡς ἀληθεῖς· διότι, καθὼς γέγραπται, οὐδένα κρίνει ὁ νόμος, ἐὰν μὴ πρῶτον ἀκούσῃ καὶ γνῷ τί ποιεῖ. Καίτοι εὐγνώμονι κριτῇ ἀρκεῖ αὐτὰ τὰ πράγματα πρὸς τὴν τῆς ἀληθείας φανέρωσιν. ὥστε κἂν ἡμεῖς σιωπήσωμεν, ἔξεστιν ὑμῖν διαβλέψαι πρὸς τὰ γινόμενα. οἱ γὰρ ἡμῖν κακοδοξίαν ἐγκαλοῦντες ἐφάνησαν νῦν ἐκ τοῦ προφανοῦς τῇ μερίδι τῶν αἱρετικῶν προστιθέμενοι, οἱ ὑπὲρ ἀλλοτρίων συνταγμάτων ἡμᾶς κατακρίνοντες ταῖς ἰδίαις ὁμολογίαις, ἃς ἐγγράφως", + "candidate_score": 0.710743, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_2_4", + "bdc_text": "Die genad unsers herren Jesu Christi sye mitt üch und der üweren Wolgelerter , eersamer , frommer zuͦ für nämer , unnder wyser allzytt . Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1139", + "psc_text": "μνήμης ἡμῶν ἐξεβάλομενἐξεβάλλομεν E. τὴν περὶ τῆς ὑμετέρας ἀγάπης μέριμναν, δεόμενοι τοῦ Θεοῦ ἡμῶν διαμεῖναι ὑμᾶς ἐν τῇ πίστει, ἐν ᾗ ἑστήκατε καὶ καυχᾶσθε ἐπʼ ἐλπίδι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. τῷ ὄντι γὰρ δυσεύρετονδυσάρεστον editi antiqui. λοιπὸν καὶ πάνυ σπάνιον ἰδεῖν ἐκκλησίαν εἰλικρινῆ, μηδὲν ἐκ τῆς τῶν καιρῶντοῦ καιροῦ Vat., Coisl. sec., Reg. sec. χαλεπότητος παραβλαβεῖσαν, ἀλλʼ ἀκεραίανἀλλʼ ἀκεραίαν om. unus ex tribus Regiis. καὶ ἄθραυστον τὴν ἀποστολικὴν διασώζουσαν διδασκαλίαν, οἵαν τὴν καθʼ ὑμᾶς ἔδειξεν ἐν τοῖς παροῦσι καιροῖς ὁ ἀναδεικνὺς τοὺς καθʼ ἑκάστην γενεὰν ἀξίους τῆς ἑαυτοῦ κλήσεως. Καὶ δῴη Κύριος ὑμῖν τὰ ἀγαθὰ Ἱερουσαλὴμ τῆς ἄνω, ἀνθʼ ὧν τὰς ψευδεῖς καθʼ ἡμῶν διαβολὰς ἐπὶ τὰς τῶν ψευδολόγων κεφαλὰς ἀπεπέμψασθε, μὴ δόντες αὐτοῖς εἴσοδον ἐπὶ τὰς καρδίας ὑμῶν. καὶ οἶδα καὶ πέπεισμαι ἐν Κυρίῳ ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ ἐπὶτοῖς οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ om. Med. cum quinque aliis. τῇ πράξει ταύτῃ. ἐλογίσασθε γὰρ τοῦτο σοφῶς", + "candidate_score": 0.710503, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_3_5", + "bdc_text": "Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_638", + "psc_text": "ῥημάτων, ἀφυλάκτως δὲ πρὸς τὰς ἐν τῇ διανοίᾳ συνισταμένας ἐκ τοῦ πονηροῦτοῦ πονηροῦ τῆς πονηρίας quinque MSS. φαντασίας. ἡττήμεθα δὲ καὶ τιμῆς καὶ τὸ ἐφʼ ἑαυτοῖς τι φρονεῖν οὐ ῥᾳδίως ἀποτιθέμεθα. πρὸς ταῦτα μεγάλου μοι δεῖν καὶ ἐμπείρου λογίζομαι διδασκάλου. ἔπειτα μέντοι καὶ τὸν ὀφθαλμὸν τῆς ψυχῆς ἀποκαθαρθῆναι, ὥστε πᾶσαν τὴν ἀπὸ τῆς ἀγνοίας ἐπισκότησιν, οἱονεί τινα λήμην, ἀφαιρεθέντα, δύνασθαι ἐνατενίζειν τῷ κάλλει τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, οὐ μικροῦ ἔργου κρίνω, οὐδʼ ἐπʼ ὀλίγον τὴν ὠφέλειαν φέρειν. Ἃ καὶ τὴν σὴν λογιότητα συνορᾷν, καὶ ἐπιθυμεῖν ὑπάρξαι τινὰ εἰς ταύτην τὴν βοήθειαν ἀκριβῶς ἐπίσταμαι·πέπεισμαι E. Med. καὶ ἐάν ποτε δῷ ὁ Θεὸς εἰς ταὐτὸν ἀφικέσθαι τῇ κοσμιότητί σου, δηλονότι πλείονα μαθήσομαι ὑπὲρ ὧν φροντίζειν με χρή. νῦν γὰρ ὑπὸ πολλῆς ἀμαθίας οὐδὲ ὅσωνὅσον E. ἐνδεής εἰμι γνωρίζειν δύναμαι· πλήν γε ὅτι οὐδὲν μετεμέλησέ μοι τῆς πρώτης ὁρμῆς, οὔτε ὀκλάζει μου ἡ ψυχὴ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ κατὰ Θεὸν βίου, ὅπερ ἠγωνίασας", + "candidate_score": 0.708128, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_120", + "psc_text": "μετὰ δοκιμασίας οἰκονομεῖν τὸν λόγον πρὸς οἰκοδομὴν τῆς πίστεως, ἵνα μὴ λυπῆται τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τοῦ Θεοῦ. ὅτι οὐ δεῖ τῶν ἐπεισερχομένων τινὰ ἐπʼ ἐξουσίαςἔχειν add. C. D. ἐγγίζειν ἢ λαλεῖν τινὶ τῶν ἀδελφῶν, πρὶν ἂν οἱ ἐπιτεταγμένοι τὴν φροντίδα τῆς ἐν πᾶσιν εὐταξίας δοκιμάσωσι πῶς ἀρέσκει Θεῷ πρὸς τὸ κοινῇ συμφέρον. ὅτι οὐ δεῖ οἴνῳ δεδουλῶσθαι, οὔτε περὶ κρέα ἐμπαθῶς ἔχειν, καὶ καθόλου περὶ οὐδὲν βρῶμα ἢ πόμα φιλήδονον εἶναι· ὁ γὰρ ἀγωνιζόμενος πάντα ἐγκρατεύεται. ὅτι τῶν διδομένων ἑκάστῳ εἰς χρῆσιν οὐδὲν ὡς ἴδιον ἔχειν δεῖ ἢ ταμιεύεσθαι· ἐν μέντοι τῇ φροντίδι πᾶσιν ὡς δεσποτικοῖς προσέχοντα, μηδὲν τῶν παραῤῥιπτομένων ἢ ἀμελουμένων, ἂν οὕτω τύχῃ, παρορᾷν. ὅτι οὐ δεῖ οὔτε αὐτὸν ἑαυτοῦ κύριον εἶναί τινα, ἀλλʼ ὡς ὑπὸ Θεοῦ παραδεδομένον εἰς δουλείαν τοῖς ὁμοψύχοις ἀδελφοῖς,ἀδελφοῖςom. C, D. οὕτω καὶ φρονεῖν πάντα καὶ ποιεῖν, ἕκαστον δὲ ἐν τῷ ἰδίῳ τάγματι. Ὅτι οὐ δεῖ γογγύζειν, οὔτε ἐν τῇ στενοχωρίᾳ τῶν πρὸς", + "candidate_score": 0.704941, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4_6", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_120", + "psc_text": "μετὰ δοκιμασίας οἰκονομεῖν τὸν λόγον πρὸς οἰκοδομὴν τῆς πίστεως, ἵνα μὴ λυπῆται τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τοῦ Θεοῦ. ὅτι οὐ δεῖ τῶν ἐπεισερχομένων τινὰ ἐπʼ ἐξουσίαςἔχειν add. C. D. ἐγγίζειν ἢ λαλεῖν τινὶ τῶν ἀδελφῶν, πρὶν ἂν οἱ ἐπιτεταγμένοι τὴν φροντίδα τῆς ἐν πᾶσιν εὐταξίας δοκιμάσωσι πῶς ἀρέσκει Θεῷ πρὸς τὸ κοινῇ συμφέρον. ὅτι οὐ δεῖ οἴνῳ δεδουλῶσθαι, οὔτε περὶ κρέα ἐμπαθῶς ἔχειν, καὶ καθόλου περὶ οὐδὲν βρῶμα ἢ πόμα φιλήδονον εἶναι· ὁ γὰρ ἀγωνιζόμενος πάντα ἐγκρατεύεται. ὅτι τῶν διδομένων ἑκάστῳ εἰς χρῆσιν οὐδὲν ὡς ἴδιον ἔχειν δεῖ ἢ ταμιεύεσθαι· ἐν μέντοι τῇ φροντίδι πᾶσιν ὡς δεσποτικοῖς προσέχοντα, μηδὲν τῶν παραῤῥιπτομένων ἢ ἀμελουμένων, ἂν οὕτω τύχῃ, παρορᾷν. ὅτι οὐ δεῖ οὔτε αὐτὸν ἑαυτοῦ κύριον εἶναί τινα, ἀλλʼ ὡς ὑπὸ Θεοῦ παραδεδομένον εἰς δουλείαν τοῖς ὁμοψύχοις ἀδελφοῖς,ἀδελφοῖςom. C, D. οὕτω καὶ φρονεῖν πάντα καὶ ποιεῖν, ἕκαστον δὲ ἐν τῷ ἰδίῳ τάγματι. Ὅτι οὐ δεῖ γογγύζειν, οὔτε ἐν τῇ στενοχωρίᾳ τῶν πρὸς", + "candidate_score": 0.704941, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_3_5", + "bdc_text": "Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_656", + "psc_text": "ἀδύνατον, εἰ μὴ πρότερον τοῦ ἔργου ἡμῶν ἐπιλαθώμεθα, εἰς ὃ ἔταξεν ἡμᾶς ὁ Κύριος. μέμνησαι γὰρ πάντως τῶν κηρυγμάτων τῶν ἐκκλησιαστικῶν, πιστὸς ὢν τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι, ὅτι καὶ ὑπὲρ τῶν ἐν ἀποδημίαις ἀδελφῶν δεόμεθα, καὶ ὑπὲρ τῶν ἐν ταῖςταῖς om. E στρατείαις ἐξεταζομένων, καὶ ὑπὲρ παρρησιαζομένων διὰ τὸ ὄνομα Κυρίου, καὶ ὑπὲρ τῶν τοὺς πνευματικοὺς καρποὺς ἐπιδεικνυμένων, ἐν τῇ ἁγίᾳ Ἐκκλησίᾳ τὰς εὐχὰς ποιούμεθα· ὧν πάντως ἐν τοῖς πλείοσινχρόνοις E. editi antiqi. ἢ καὶ ἐν τοῖς πᾶσι νομίζομεν καὶ τὴν σὴν ἐμπεριλαμβάνεσθαι τιμιότητα. ἰδίᾳ δέ σου ἡμεῖς πῶς ἂν ἐπιλαθώμεθα, τοσαῦτα ἔχοντες τὰ κινοῦντα ἡμᾶς πρὸς μνήμην, ἀδελφὴν τοιαύτην, ἀδελφιδοὺςἀδελφικήν E. τοιούτους, συγγένειαν οὕτω χρηστήν, οὕτως ἀγαπῶσαν ἡμᾶς, οἶκον, οἰκέτας, φίλους, ἐξ ὧν, κἂν μὴ βουλώμεθα, ἀναγκαίως ὑπομιμνησκόμεθά σου τῆς ἀγαθῆς προαιρέσεως; Περὶ δὲ τοῦδε ὁ ἀδελφὸς ὁ δεῖνα οὐδὲν ἡμῖν ἤνεγκεν ἐπαχθές, οὐδὲ παρʼ ἡμῶν βλάπτουσα αὐτόν τις κρίσις ἐξενήνεκται οὐδεμία. τρέψον οὖν τὴν λύπην ἐπὶ τοὺς τὰ", + "candidate_score": 0.704478, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_638", + "psc_text": "ῥημάτων, ἀφυλάκτως δὲ πρὸς τὰς ἐν τῇ διανοίᾳ συνισταμένας ἐκ τοῦ πονηροῦτοῦ πονηροῦ τῆς πονηρίας quinque MSS. φαντασίας. ἡττήμεθα δὲ καὶ τιμῆς καὶ τὸ ἐφʼ ἑαυτοῖς τι φρονεῖν οὐ ῥᾳδίως ἀποτιθέμεθα. πρὸς ταῦτα μεγάλου μοι δεῖν καὶ ἐμπείρου λογίζομαι διδασκάλου. ἔπειτα μέντοι καὶ τὸν ὀφθαλμὸν τῆς ψυχῆς ἀποκαθαρθῆναι, ὥστε πᾶσαν τὴν ἀπὸ τῆς ἀγνοίας ἐπισκότησιν, οἱονεί τινα λήμην, ἀφαιρεθέντα, δύνασθαι ἐνατενίζειν τῷ κάλλει τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, οὐ μικροῦ ἔργου κρίνω, οὐδʼ ἐπʼ ὀλίγον τὴν ὠφέλειαν φέρειν. Ἃ καὶ τὴν σὴν λογιότητα συνορᾷν, καὶ ἐπιθυμεῖν ὑπάρξαι τινὰ εἰς ταύτην τὴν βοήθειαν ἀκριβῶς ἐπίσταμαι·πέπεισμαι E. Med. καὶ ἐάν ποτε δῷ ὁ Θεὸς εἰς ταὐτὸν ἀφικέσθαι τῇ κοσμιότητί σου, δηλονότι πλείονα μαθήσομαι ὑπὲρ ὧν φροντίζειν με χρή. νῦν γὰρ ὑπὸ πολλῆς ἀμαθίας οὐδὲ ὅσωνὅσον E. ἐνδεής εἰμι γνωρίζειν δύναμαι· πλήν γε ὅτι οὐδὲν μετεμέλησέ μοι τῆς πρώτης ὁρμῆς, οὔτε ὀκλάζει μου ἡ ψυχὴ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ κατὰ Θεὸν βίου, ὅπερ ἠγωνίασας", + "candidate_score": 0.704188, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4_6", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_638", + "psc_text": "ῥημάτων, ἀφυλάκτως δὲ πρὸς τὰς ἐν τῇ διανοίᾳ συνισταμένας ἐκ τοῦ πονηροῦτοῦ πονηροῦ τῆς πονηρίας quinque MSS. φαντασίας. ἡττήμεθα δὲ καὶ τιμῆς καὶ τὸ ἐφʼ ἑαυτοῖς τι φρονεῖν οὐ ῥᾳδίως ἀποτιθέμεθα. πρὸς ταῦτα μεγάλου μοι δεῖν καὶ ἐμπείρου λογίζομαι διδασκάλου. ἔπειτα μέντοι καὶ τὸν ὀφθαλμὸν τῆς ψυχῆς ἀποκαθαρθῆναι, ὥστε πᾶσαν τὴν ἀπὸ τῆς ἀγνοίας ἐπισκότησιν, οἱονεί τινα λήμην, ἀφαιρεθέντα, δύνασθαι ἐνατενίζειν τῷ κάλλει τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, οὐ μικροῦ ἔργου κρίνω, οὐδʼ ἐπʼ ὀλίγον τὴν ὠφέλειαν φέρειν. Ἃ καὶ τὴν σὴν λογιότητα συνορᾷν, καὶ ἐπιθυμεῖν ὑπάρξαι τινὰ εἰς ταύτην τὴν βοήθειαν ἀκριβῶς ἐπίσταμαι·πέπεισμαι E. Med. καὶ ἐάν ποτε δῷ ὁ Θεὸς εἰς ταὐτὸν ἀφικέσθαι τῇ κοσμιότητί σου, δηλονότι πλείονα μαθήσομαι ὑπὲρ ὧν φροντίζειν με χρή. νῦν γὰρ ὑπὸ πολλῆς ἀμαθίας οὐδὲ ὅσωνὅσον E. ἐνδεής εἰμι γνωρίζειν δύναμαι· πλήν γε ὅτι οὐδὲν μετεμέλησέ μοι τῆς πρώτης ὁρμῆς, οὔτε ὀκλάζει μου ἡ ψυχὴ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ κατὰ Θεὸν βίου, ὅπερ ἠγωνίασας", + "candidate_score": 0.704188, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_3_5", + "bdc_text": "Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1174", + "psc_text": "εἶδον αὐτοὺς προσιόντας μοι, ἐδιπλασίασα τὸ ἐπʼ αὐτοῖς φίλτρον. ὅτε δὲ ἀνέγνων τὴν ἐπιστολὴν καὶ εἶδον ἐν αὐτῇ ὁμοῦ μὲν τὸ περὶ τὰςτῆς editi antiqui. ἐκκλησίας προνοητικὸν τῆς σῆς διαθέσεως, ὁμοῦ δὲ τὸ περὶ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν θείων γραφῶν ἐπιμελές, ηὐχαρίστησα τῷ Κυρίῳ, καὶ ἐπηυξάμην τὰ ἀγαθὰ τοῖς τὰ τοιαῦτα ἡμῖν διακομίζουσι γράμματα, καὶ πρό γε αὐτῶν αὐτῷ τῷ γράψαντι ἡμῖν. Ἐπεζήτησας τὸ πολυθρύλλητον ἐκεῖνο, καὶ παρὰ πᾶσιν ἄνω καὶ κάτω περιφερόμενον ῥητόν, τίνα τὴνom. E. λύσιν ἔχει· τό, Πᾶς ὁ ἀποκτείνας Κάϊν ἑπτὰ ἐκδικούμενα παραλύσει. διὰ τούτου δὲ τέως μὲν αὐτὸς σεαυτὸν συνέστησας, τὸ τοῦ Τιμοθέουποιῶν add. E. editi antiqui. ὃ παρέδωκεν αὐτῷ Παῦλος, ἀκριβῶς φυλάττοντα, δῆλος γὰρ εἶ προσέχων τῇ ἀναγνώσει· ἔπειτα καὶ ἡμᾶς τοὺς γέροντας καὶ νεναρκηκότας ἤδη καὶ τῷ χρόνῳ καὶ τῇ ἀσθενείᾳ τοῦ σῶματος καὶ τῷ πλήθει τῶν θλίψεων, αἳ πολλαὶ νῦν περὶ ἡμᾶς κινηθεῖσαι ἐβάρησανἐβάρυναν E. ἡμῶν τὴν ζωήν, ὅμως διανέστησας, καὶ ζέων τῷ", + "candidate_score": 0.703933, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_3_5", + "bdc_text": "Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_640", + "psc_text": "μαρτυροῦσα ἑαυτῇ ἅπερ εἴρηκα. Ἐπειδὴ δὲ συνθηκῶν ἐμνήσθης, καὶ κατηγορεῖν ἐπηγγείλω, γελάσαι με ἐποίησας ἐν ταύτῃ τῇ κατηφείᾳ μου, ὅτι ἔτι ῥήτωρ εἶ καὶ τῆς δεινότητος οὐκ ἀφίστασαι. ἐγὼ γὰρ οὕτωοὕτως E. νομίζω, εἰ μὴ πάντη ὡς ἀμαθὴς διαμαρτάνω τῆς ἀληθείας, μίαν εἶναι ὁδὸν τὴν πρὸς Κύριον ἄγουσαν, καὶ πάντας τοὺς πρὸς αὐτὸν πορευομένους συνοδεύειν ἀλλήλοις καὶ κατὰ μίαν συνθήκην τοῦ βίου πορεύεσθαι. ὥστε ποῦ ἀπελθὼν χωρισθῆναί σου δύναμαι καὶ μὴ μετὰ σοῦ ζῇν καὶ μετὰ σοῦ δουλεύειν Θεῷ, ᾧ κοινῇ προσεφύγομεν; τὰ μὲν γὰρ σώματα ἡμῶν τόποις διασταθήσεται, ὁ δὲ τοῦ Θεοῦ ὀφθαλμὸς κοινῇ ἀμφοτέρους ἐφορᾷὁρᾷ E. δηλονότι, εἴπερ οὖν ἄξιος καὶ ὁ ἐμὸς βίος ὑπὸ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ Θεοῦ ἐποπτεύεσθαι· ἀνέγνων γάρ που ἐν Ψαλμοῖς, ὅτι Ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπὶ δικαίους. ἐγὼ μὲν γὰρ εὔχομαι καὶ σοὶ καὶ παντὶ τῷ παραπλησίωςπαραπλήσιον editi antiqi. σοι προαιρουμένῳ καὶ τῷ σώματι συνεῖναι, καὶ πᾶσαν νύκτα καὶ ἡμέραν μετὰ σοῦ κλίνειν τὰ γόνατα", + "candidate_score": 0.703746, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5_7", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_640", + "psc_text": "μαρτυροῦσα ἑαυτῇ ἅπερ εἴρηκα. Ἐπειδὴ δὲ συνθηκῶν ἐμνήσθης, καὶ κατηγορεῖν ἐπηγγείλω, γελάσαι με ἐποίησας ἐν ταύτῃ τῇ κατηφείᾳ μου, ὅτι ἔτι ῥήτωρ εἶ καὶ τῆς δεινότητος οὐκ ἀφίστασαι. ἐγὼ γὰρ οὕτωοὕτως E. νομίζω, εἰ μὴ πάντη ὡς ἀμαθὴς διαμαρτάνω τῆς ἀληθείας, μίαν εἶναι ὁδὸν τὴν πρὸς Κύριον ἄγουσαν, καὶ πάντας τοὺς πρὸς αὐτὸν πορευομένους συνοδεύειν ἀλλήλοις καὶ κατὰ μίαν συνθήκην τοῦ βίου πορεύεσθαι. ὥστε ποῦ ἀπελθὼν χωρισθῆναί σου δύναμαι καὶ μὴ μετὰ σοῦ ζῇν καὶ μετὰ σοῦ δουλεύειν Θεῷ, ᾧ κοινῇ προσεφύγομεν; τὰ μὲν γὰρ σώματα ἡμῶν τόποις διασταθήσεται, ὁ δὲ τοῦ Θεοῦ ὀφθαλμὸς κοινῇ ἀμφοτέρους ἐφορᾷὁρᾷ E. δηλονότι, εἴπερ οὖν ἄξιος καὶ ὁ ἐμὸς βίος ὑπὸ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ Θεοῦ ἐποπτεύεσθαι· ἀνέγνων γάρ που ἐν Ψαλμοῖς, ὅτι Ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπὶ δικαίους. ἐγὼ μὲν γὰρ εὔχομαι καὶ σοὶ καὶ παντὶ τῷ παραπλησίωςπαραπλήσιον editi antiqi. σοι προαιρουμένῳ καὶ τῷ σώματι συνεῖναι, καὶ πᾶσαν νύκτα καὶ ἡμέραν μετὰ σοῦ κλίνειν τὰ γόνατα", + "candidate_score": 0.697962, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5_7", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_652", + "psc_text": "ὥστε ἐκεῖθεν ἀρχὴν τῆς συνηθείας γενέσθαι, οἱ δὲ πνευματικῶς ἀγαπᾷν εἰδότες οὐ τῇ σαρκὶ προξένῳ κέχρηνται τῆς φιλίας, ἀλλὰ τῇ τῆς πίστεως κοινωνίᾳ πρὸς τὴν πνευματικὴν συνάφειαν ἄγονται. χάρις οὖν τῷ Κυρίῳ τῷ παρακαλέσαντι ἡμῶν τὰς καρδίας ἐν τῷ δεῖξαιἐκ τοῦ δεῖξαι editi antiqi. ὅτι οὐκ ἐν πᾶσι κατέψυκται ἡ ἀγάπη, ἀλλʼ εἰσί που τῆς οἰκουμένης οἱ τῆς Χριστοῦ μαθητείας τὸν χαρακτῆρα δεικνύντες. καὶ τοίνυν ἔδοξέ μοι τὸ καθʼ ὑμᾶς ἐοικέναι πρᾶγμα ἄστροις ἐν νυκτερινῇ συναφείᾳ·συννεφείᾳ E. ἄλλοις κατʼ ἄλλα μέρη τοῦ οὐρανοῦ διαλάμπουσιν, ὧν χαρίεσσα μὲν ἡ λαμπρότης, χαριέστερον δὲ δήπου τὸ ἀπροσδόκητον. τοιοῦτοι δὲ καὶ ὑμεῖς οἱ τῶν ἐκκλησιῶν φωστῆρες, ὀλίγοι παντελῶς καὶ εὐαρίθμητοι ἐν τῇ σκυθρωπῇ ταύτῃ καταστάσει, οἷον ἐν σκοτομήνῃ διαφαινόμενοι, πρὸς τῷ ἐκ τῆς ἀρετῆς χαρίεντι, ἔτι καὶ τῷ σπανίῳ τῆς εὑρέσεως τὸ περιπόθητον ἔχοντες. Ἐγνώρισε δέ σου τὴν διάθεσιν ἡμῖν τὸ γράμμα αὐτάρκως. εἰ γὰρ καὶ μικρὸν ἦν τῷ πλήθει τῶν συλλαβῶν, ἀλλὰ τῇ", + "candidate_score": 0.697275, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5_7", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_334", + "psc_text": "εἴ τινατινα τις E. σπλάγχνα καὶ οἰκτιρμοί, πλήρωσον ἡμῶν τὴν εὐχήν· ἐνταῦθα στῆσον τὰ κατηφῆ, ἀρχήν τινα δὸς τοῖς φαιδροτέροις πρὸς τὸ ἑξῆς, αὐτὸς τοῖς ἄλλοις καθηγούμενος ἐπὶ τὰ βέλτιστα, ἀλλʼ οὐχὶ ἀκολουθῶν ἑτέρῳἑτέροις Harl. ἐφʼ ἃ μὴ δεῖ. καὶ γὰρ οὐδὲ σώματος χαρακτὴρ ἴδιος οὕτω τινὸς ἐνομίσθη, ὡς τῆς σῆς ψυχῆς τὸ εἰρηνικόν τε καὶ ἥμερον. πρέποιπρέπει E. δʼ ἂν οὖν τῷ τοιούτῳ τοὺς ἄλλους ἕλκειν πρὸς ἑαυτόν, καὶ παρέχειν πᾶσι τοῖς ἐγγίζουσί σοι, ὥσπερ μύρου τινὸς εὐωδίας, τῆς τοῦ σοῦ τρόπου χρηστότητος ἀναπίμπλασθαι. καὶ γὰρ εἴ τι καὶ ἀντιτεῖνόν ἐστι νῦν, ἀλλὰ μικρὸν ὕστερον καὶ αὐτὸ τὸ τῆς εἰρήνης ἀγαθὸν ἐπιγνώσεται. ἕως δʼ ἂν ἐκ τῆς διαστάσεως αἱ διαβολαὶ χώραν ἔχωσιν, ἀνάγκη ἀεὶ τὰς ὑποψίας ἐπὶ τὸ χεῖρον συναύξεσθαι. ἔστι μὲν οὖν οὐδὲ ἐκείνοις πρέπον ἀμελεῖν ἡμῶν, πάντων δὲ πλέον τῇ τιμιότητί σου. καὶ γὰρ εἰ μὲν ἁμαρτάνομέν τι, βελτίους ἐσόμεθα νουθετούμενοι. τοῦτο δὲ ἄνευ συντυχίας ἀμήχανον. εἰ", + "candidate_score": 0.69353, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_10_12", + "bdc_text": "hie schirm üch sampt befelhenden . Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 . Mai An den wolgelerten , fromm fürnämen unnd wysen herren an Heynrich Bullinger , diener deß worts gots zuͦ Zürich by dem Grossen Münster , minem günstigen , lieben herrn diener herren M. D. eam vale ,", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1303", + "psc_text": "φρονήσει τῶν λοιπῶν ὑπερέχοντα, λελογισμένως τὴν χάριν δέξασθαι, καὶ πιστὸν φύλακα γενέσθαι τοῦ θησαυροῦ, πάσῃ ἐπιμελείᾳ τηροῦντα τῆς βασιλικῆς παρακαταθήκης τὴν φυλακήν, ἵνα ἄσυλον τὴν σφραγῖδα διασωσάμενος παραστῇς τῷ Κυρίῳ ἐκλάμπων ἐν τῇ λαμπρότητι τῶν ἁγίων, μηδένα σπῖλον ἢ ῥυτίδα ἐμβαλὼνἐπιβάλλων quinque MSS. τῷ καθαρῷ τῆς ἀφθαρσίας ἐνδύματι, ἀλλʼ ἐν πᾶσι τοῖς μέλεσι τὸν ἁγιασμὸν διασώζων, ὡς Χριστὸν ἐνδυσάμενος. ὅσοι γάρ, φησίν, εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. ἔστω οὖν πάντα τὰ μέλη ἅγια, ὥστε πρέποντα εἶναι σκέπεσθαι τῷ ἁγίῳ καὶ φωτεινῷ περιβλήματι. Ἰουλιανῷἠθικὴ πάνυ ὡραία a beautiful moral letter add. E et Med. Πῶς σοι τὸν ἐν μέσῳ τοῦτον χρόνον τὸ σῶμα ἔσχεν; εἰ καθαρῶς ἀπέλαβες τῆς χειρὸς τὴν ἐνέργειαν; πῶς δὲ τὰ λοιπὰ τοῦ βίου πράγματα; εἰ κατὰ γνώμην χωρεῖ σοι, ὥσπερ εὐχόμεθα καὶ ὡς ἔστιν ὀφειλόμενον τῇ σῇ προαιρέσει; καὶ γὰρ οἷς μὲν εὔκολος πρὸς μεταβολὴν ἡ διάνοια, τούτοις οὐδὲν ἀπεικὸς καὶ τὸν βίον εἶναι μὴ τεταγμένον, οἷς", + "candidate_score": 0.646083, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_10_12", + "bdc_text": "hie schirm üch sampt befelhenden . Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 . Mai An den wolgelerten , fromm fürnämen unnd wysen herren an Heynrich Bullinger , diener deß worts gots zuͦ Zürich by dem Grossen Münster , minem günstigen , lieben herrn diener herren M. D. eam vale ,", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_853", + "psc_text": "ἐξ ἀρχῆς· ἑνὸς μὲν τοῦ μεγίστου καὶ πρώτου, τῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου διαρρήδην εἰπόντος, ὅτι Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες, ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγαπᾶτε ἀλλήλους· καὶ πάλιν τοῦ Ἀποστόλου σαφῶς τὸ τῆς ἀγάπης καλὸν παριστῶντος ἡμῖν, τοῦτο μὲν ἐν οἷς ἀποφαίνεται πλήρωμα νόμου εἶναι τὴν ἀγάπην, τοῦτο δὲ ὅταν προτίθησι πάντων ὁμοῦ τῶν μεγάλων τὸ τῆς ἀγάπης καλόν, ἐν οἷς φησιν· Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν, ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν, καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα, καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν ὥστε ὄρη μεθιστᾷν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι. κἂν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθῇ, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι· οὐχ ὡς δυναμένου ποτὲ τῶν ἀπηριθμημένων ἑκάστου δίχα τῆς ἀγάπης ἐνεργηθῆναι, ἀλλὰ βουλομένου τοῦ ἁγίου, ὡς αὐτὸς εἶπε, τῷ καθʼ ὑπερβολὴν τρόπῳ τὴν", + "candidate_score": 0.645502, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_12", + "bdc_text": "Mai An den wolgelerten , fromm fürnämen unnd wysen herren an Heynrich Bullinger , diener deß worts gots zuͦ Zürich by dem Grossen Münster , minem günstigen , lieben herrn diener herren M. D. eam vale ,", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_165", + "psc_text": "γὰρ ἔμαθε χρημάτων ὑπερορᾷν· ἀλλʼ ὅτι μικρὰ παντελῶς δεξάμενοι τῶν ἐκείνου, διὰ τὸ ἐπὶ οἰκέταις αὐτοῦ γενέσθαι τὸν βίον καὶ ἀνθρώποις οὐδὲν οἰκετῶν αἱρετωτέροις τὸν τρόπον, οἱ κατὰ πολλὴν ἄδειαν τὰ πλείστου ἄξια διανειμάμενοι ἐλάχιστα παντελῶς ἀπέσωσαν τούτοις· ἃ νομίζοντες μηδενὶ ὑποκεῖσθαι, εὐθὺς ἀνάλωσαν εἰς τοὺς δεομένους, καὶ διὰ τὴν ἑαυτῶν προαίρεσιν καὶ διὰ τὴν φωνὴν τοῦ κατοιχομένου. λέγεται γὰρ τοῦτο εἰπεῖν ἀποθνήσκων, ὅτι τὰ ἐμὰ πάντα βούλομαι γενέσθαι τῶν πτωχῶν. ὡς οὖν διάκονοι τῆς ἐντολῆς τοῦ Καισαρίου,Κυρίου A, B, C, D, E; χριστοῦ F. εὐθὺς αὐτὰ ᾠκονόμησαν συμφερόντως. καὶ νῦν περιέστηκε πενία μὲν Χριστιανοῦ, πολυπραγμοσύνη δὲ τῶν ἀγοραίων ἑνός. διὸ ἐπῆλθε τῇ πάντα ἐπαινετῇ σου καλοκἀγαθίᾳ δηλῶσαι, ἵνα καὶ τὸν ἄνδρα τιμῶν, ὃν ἐκ παλαιοῦ γνωρίζεις, καὶ τὸν κύριον δοξάζων τὸν εἰς ἑαυτὸν ἀναδεχόμενον τὰ τοῖς δούλοις αὐτοῦ γινόμενα, καὶ ἡμᾶς τιμῶν τοὺς ἐξαιρέτους σεαυτοῦ,ἑαυτοῦ E. καὶ διαλεχθῇς τῷ Κόμητι τῶν θησαυρῶν περὶ αὐτοῦ τὰ εἰκότα, καὶ τρόπον ἐπινοήσῃς,ἐπινοήσας", + "candidate_score": 0.626814, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_11", + "bdc_text": "Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1058", + "psc_text": "ἔγνω, εἰ μὴ ὁ Πατήρ· ἐκ γὰρ τοῦ Πατρὸς αὐτῷ ὑπῆρχε δεδομένη ἡ γνῶσις. τοῦτο δὲ εὐφημότατόν ἐστι καὶ θεοπρεπὲς περὶ τοῦ Υἱοῦ λέγειν, ὅτι οὗπέρ ἐστιν ὁμοούσιος, ἐξ αὐτοῦ καὶ τὸ γινώσκειν ἔχει καὶ τὸ ἐν πάσῃ σοφίᾳ καὶ δόξῃ τῇ πρεπούσῃ αὐτοῦ τῇ θεότητι θεωρεῖσθαι. Περὶ δὲ τοῦ Ἰεχονίου, ὃν ἐκκήρυκτον ἀπὸ τῆς Ἰουδαίας γῆς γεγενῆσθαί φησιν ὁ προφήτης Ἱερεμίας εἰπών· Ἠτιμώθη Ἰεχονίας ὡς σκεῦος, οὗ οὐκ ἔστιν αὐτοῦ χρεία· καὶ ὅτι ἀπερρίφη αὐτὸς καὶ τὸ σπέρμα αὐτοῦ, καὶ οὐ μὴ ἀναστῇ ἐκ τοῦ σπέρματος αὐτοῦ καθήμενος ἐπὶ τοῦ θρόνου Δαβίδ, ἄρχων ἐν τῷ Ἰούδᾳ· ἁπλοῦς καὶ σαφής ἐστιν ὁ λόγος. καθαιρεθείσης γὰρ τῆς Ἱερουσαλὴμ ὑπὸ Ναβουχοδονόσορ, λέλυτο μὲν τὰ βασίλεια, οὐκέτι δὲ πατρικαὶ διαδοχαὶ τῶν ἡγεμονιῶν ἦσαν, ὥσπερ καὶ πρότερον· ἀλλὰ τότε μὲν ἐξ ἀρχῆς ἐπὶ τῆς αἰχμαλωσίας διῆγον οἱ ἀπόγονοι τοῦ Δαβίδ. ἐπανελθόντες δὲ οἱ περὶ τὸν Σαλαθιὴλ καὶ Ζοροβάβελ, δημοτικώτερον καθηγοῦντο τοῦ λαοῦ, τῆς ἀρχῆς", + "candidate_score": 0.614892, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_577", + "psc_text": "τῆς παρʼ ἡμῶν διδασκαλίας εἰς τὸ τὴν προαίρεσιν τοῦ ἀνδρὸς διδαχθῆναι προσδεομένου. τοῦτο γὰρ καὶ αὐτὸς ἐπενόησεν, ὥσπερ φοβούμενος μὴ ὀλίγους σχῇ τῆς ἑαυτοῦ γνώμης μάρτυρας, εἰς πᾶσαν ἐσχατιὰν τὰς ἐπιστολὰς ἃς καθʼ ἡμῶν συνέγραψε διαπεμψάμενος. τῆς μὲν οὖν κοινωνίας ἡμῶν αὐτὸς ἀπέρρηξεν ἑαυτόν, μήτε κατὰ τὸν ὡρισμένον τόπον συνδραμεῖν ἡμῖν ἀνασχόμενος, μήτε τοὺς μαθητὰς ἑαυτοῦ παραγαγών, ὅπερ ὑπέσχετο· ἀλλὰ καὶ ἡμᾶς στηλιτεύων ἐν πανδήμοις συνόδοις, μετὰ τοῦ Κίλικος Θεοφίλου, γυμνῇ καὶ ἀπαρακαλύπτῳ τῇ βλασφημίᾳ ὡς ἀλλότρια τῆς ἑαυτοῦαὐτοῦ editi antiqi. διδασκαλίας ταῖς ψυχαῖς τοῦ λαοῦ ἐνσπείραντας δόγματα. ἱκανὰ μὲν οὖν ἦν καὶ ταῦτα πᾶσαν ἡμῶν τὴν πρὸς αὐτὸν συνάφειαν διαλῦσαι. ἐπειδὴ δὲ καὶ εἰς Κιλικίαν ἐλθών, καὶ συντυχὼν Γελασίῳ τινί, πίστιν αὐτῷ ἐξέθετο, ἣν μόνουμόνον editi antiqi. ἦν Ἀρείου συγγράψαι καὶ εἴ τις αὐτοῦ γνήσιος μαθητής, τότε δὴ καὶ πλέον πρὸς τὸν χωρισμὸν ἐβεβαιώθημεν, λογισάμενοι, ὅτι οὔτε Αἰθίοψ ἀλλάξει ποτὲ τὸ δέρμα αὐτοῦ, οὔτε πάρδαλις τὰ ποικίλματα αὐτῆς, οὔτε", + "candidate_score": 0.586106, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 4, + "cf_id": "cf011", + "work_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2", + "max_score": 0.731073, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6_8", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich . Ich sampt von üweren auch einer gantzen gemeind zuͦ Züntig in den 24 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_449", + "psc_text": "Ἀρχόμενος μὲν ἔλεγεν· Οὐχὶ τῷ θεῷ ὑποταγήσεται ἡ ψυχή μου; ὥσπερ ἐνδυάζων ἔτι. ἐνταῦθα δὲ ἀποφατικῶς βεβαιωθεὶς ἐκ τῶν εἰρημένων τῇ ἑαυτοῦ ψυχῇ ἐπιθαρσεῖν παρακελεύεται· διό φησι πρὸς αὐτήν· Πλὴν τῷ θεῷ ὑποτάγηθι, ἡ ψυχή μου. Καὶ ἀνωτέρω μὲν ἔλεγε· Παρ’ αὐτοῦ γὰρ τὸ σωτήριόν μου. Ἐνταῦθα δέ· Ὅτι παρ’ αὐτοῦ ἡ ὑπομονή μου. Ὅμοιον δ’ ἂν εἴη τοῦτο τῷ φήσαντι· πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με· οὐ γὰρ παρ’ ἐμαυτοῦ κέκτημαι τὴν ἰσχύν, ἀλλὰ παρὰ τοῦ ἐνδυναμοῦντός με· καὶ ἐνταῦθα ἡ ὑπομονή μου οὐκ ἐξ ἐμῆς, φησίν, ἀρετῆς καὶ δυνάμεως συνέστηκεν, ἀλλὰ παρὰ τῆς αὐτοῦ χάριτος· Καὶ γὰρ αὐτὸς θεός μου καὶ σωτήρ μου. Διόπερ ὡς θεός μου καὶ σωτήρ μου παρέχει μοι τὴν ὑπομονήν. εἶτ’ ἀνωτέρω μὲν ἔχεις τό· Καὶ γὰρ αὐτὸς θεός μου καὶ <σωτήρ μου· ἀντιλήπτωρ μου· οὐ μὴ σαλευθῶ ἐπὶ πλεῖον. ᾿Ενταῦθα δε· Κ αὶ γὰρ αὐτὸς θεός μου καὶ> σωτήρ μου, ἀντιλήπτωρ μου· οὐ", + "candidate_score": 0.731073, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_2_4", + "bdc_text": "Die genad unsers herren Jesu Christi sye mitt üch und der üweren Wolgelerter , eersamer , frommer zuͦ für nämer , unnder wyser allzytt . Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1830", + "psc_text": "Ἡ κατὰ τὸ διάψαλμα διαστολὴ πλείστην καὶ τῆς διανοίας ἐποιήσατο μεταβολήν. ὡς γὰρ συμπληρωθέντος τοῦ προτέρου λόγου ἀφ’ ἑτέρας ἀρχῆς φησιν· τίς ἀναστήσεταί μοι ἐπὶ πονηρευομένους; Μεμαθήκαμεν γάρ, φησίν, ἀπὸ τῆς τοῦ θείου πνεύματος διδασκαλίας, ὅτι θεὸς ἐκδικήσεών ἐστι κύριος, καὶ ὅτι ἀποδώσει ἀνταπόδοσιν τοῖς ὑπερηφάνοις, καὶ ὅτι ὀρυγήσεται τῷ ἁμαρτωλῷ βόθρος, καὶ ὅτι οὐκ ἀπώσεται τὸν λαὸν αὐτοῦ οὐδὲ τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ καταλείψει· ἀλλ’ ἐπὶ τέλει τῶν πραγμάτων, ἐπὰν ἐπιστρέψῃ ὁ λαὸς εἰς κρίσιν, ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ, καὶ ὡς δεξιοὶ στήσονται πλησίον τῆς αὐτοῦ δικαιοσύνης πάντες οἱ εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ σὺν αὐτῷ τῷ κυρίῳ τὰς διατριβὰς ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν ποιησόμενοι καὶ πᾶσαν αὐτῶν τὴν ζωὴν αὐτῷ παραστησόμενοι. Τούτοις μὲν οὖν ἐπίστευσα, καὶ πιστεύσας παρεκλήθην. ἀλλὰ τέως κατὰ τὸν ἐνεστῶτα καιρόν· τίς ὑπὲρ ἐμοῦ στήσεται κατὰ τῶν πονηρευομένων; ἢ τίς ἔκδικος συμπαραστήσεταί μοι ἐπὶ τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν; ἀλλὰ γὰρ εἴποιμ’ ἂν ὁμολογῶν τἀληθῆ μηδένα", + "candidate_score": 0.715414, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_3_5", + "bdc_text": "Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_783", + "psc_text": "καθήμενοι ἐν πύλῃ· καὶ εἰς ἐμὲ ἔψαλλον οἱ πίνοντες οἶνον. Ὅτε μὲν, φησὶν, ἑώρων τὸν σὸν οἶκον πάσης πληρούμενον ἀνομίας, καὶ ποτὲ μὲν γιγνόμενον οἶκον ἐμπορίου, ποτὲ δὲ σπήλαιον λῃστῶν, πυρούμενος ὑπὸ θείου ζήλου, ἤλαυνον τοὺς ἔνδον παρανομοῦντας· ἀλλὰ καὶ ὅτε ταῖς ἑαυτῶν ἀθεμίτοις πράξεσιν ὄνειδος περιῆπτόν σοι τῷ θεῷ, οὗ τὴν θεοσέβειαν ἐπηγγέλλοντο, πάλιν εἰς ἑαυτὸν ἀναλαμβάνων τοὺς τοιούτους ὀνειδισμοὺς, ἠναγκαζόμην παρρησίᾳ χρῆσθαι, καὶ τοὺς ἐλέγχους αὐτοῖς θεραπευτικῶς προσφέρειν· ὅτε δὲ ἑώρων ἀναισθήτως αὐτοὺς ἔχοντας, καὶ μὴ ἐπιστρεφομένους τοὺς ἐμοὺς ἐλέγχους, ἀποκλαιόμενος αὐτῶν τὴν ἀπώλειαν, ἐνήστευον καὶ κατεπόνουν ἐμαυτὸν ὑπὲρ αὐτῶν. οἱ δὲ καὶ οὕτως ὠνείδιζόν μοι διασύροντες καὶ χλευάζοντες τὴν ἐμὴν νηστείαν. βουλόμενος δὲ αὐτοῖς ὑπογραμμὸν μετανοίας δεικνύναι, οὐ μόνον νηστείαις ἐμαυτὸν κατεπόνουν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔνδυμά μου σάκκον ἐποιούμην, κολάζων καὶ τιμωρούμενος τὴν ἐμαυτοῦ σάρκα, αὐτῷ τε ἔργῳ τρόπον ἐξομολογήσεως καὶ τῶν προτέρων ἁμαρτημάτων καθάρσεως ἐπιδεικνὺς αὐτοῖς. οἱ δὲ καὶ ταῦτα γελῶντες ἀντὶ παραβολῆς με εἶχον, συνερχόμενοι", + "candidate_score": 0.709713, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_2_4", + "bdc_text": "Die genad unsers herren Jesu Christi sye mitt üch und der üweren Wolgelerter , eersamer , frommer zuͦ für nämer , unnder wyser allzytt . Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_487", + "psc_text": "ταῖς τῶν θείων γραφῶν μελέταις. διῄρηται μὲν γὰρ ὁ πᾶς τῆς νυκτὸς χρόνος εἰς φυλακὰς διαφόρους· οὕτω γοῦν εἴρηται ἐν εὐαγγελίοις τετάρτῃ φυλακῇ ἐληλυθὼς ὁ σωτὴρ πρὸς τοὺς μαθητάς· καὶ ἀλλαχοῦ δὲ αὐτός φησι· γρηγορεῖτε, ὅτι οὐκ οἴδατε ποίᾳ φυλακῇ ὁ | κύριος ὑμῶν ἔρχεται, καὶ πάλιν· ἐκεῖνο δὲ γινώσκετε, ὅτι, εἰ ᾔδει ὁ οἰκοδεσπότης ποίᾳ φυλακῇ ὁ κλέπτης ἔρχεται. ὁ δέ γε θεοφιλὴς καὶ τῷ θεῷ ἀνακείμενος, ἀναμιμνησκόμενος ἐπὶ τῆς ἑαυτοῦ στρωμνῆς τοῦ θεοῦ ἄσπιλόν τε αὐτὴν καὶ ἁγνὴν καὶ ἀμίαντον φυλάττων· καθ’ ἑκάστην φυλακὴν τῆς νυκτὸς ἀνιστάμενος εὐχαῖς προσεῖχε καὶ τοῖς θείοις ἐνησκεῖτο μαθήμασιν· ὃ δὴ διδάσκων κατὰ τὸν Σύμμαχον ἔλεγεν· ἀναμιμνησκόμενός σου ἐπὶ τῆς στρωμνῆς μου καθ’ ἑκάστην φυλακὴν ἐμελέτων. Εἰς σὲ γὰρ αὐτὸν ἐμελέτων τὸν θεὸν ἀντὶ πάσης βίβλου καὶ γραφῆς ἄνω πρὸς σὲ τὸν νοῦν τεταμένος μελετῶν τε καὶ ἀναμιμνησκόμενος, ὅσων ἠξιώθην ὑπὸ σοῦ εὐεργεσιῶν καὶ ὡς γέγονάς μου πάντοτε βοηθὸς καὶ ἐκ μυρίων με", + "candidate_score": 0.708137, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5_7", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1830", + "psc_text": "Ἡ κατὰ τὸ διάψαλμα διαστολὴ πλείστην καὶ τῆς διανοίας ἐποιήσατο μεταβολήν. ὡς γὰρ συμπληρωθέντος τοῦ προτέρου λόγου ἀφ’ ἑτέρας ἀρχῆς φησιν· τίς ἀναστήσεταί μοι ἐπὶ πονηρευομένους; Μεμαθήκαμεν γάρ, φησίν, ἀπὸ τῆς τοῦ θείου πνεύματος διδασκαλίας, ὅτι θεὸς ἐκδικήσεών ἐστι κύριος, καὶ ὅτι ἀποδώσει ἀνταπόδοσιν τοῖς ὑπερηφάνοις, καὶ ὅτι ὀρυγήσεται τῷ ἁμαρτωλῷ βόθρος, καὶ ὅτι οὐκ ἀπώσεται τὸν λαὸν αὐτοῦ οὐδὲ τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ καταλείψει· ἀλλ’ ἐπὶ τέλει τῶν πραγμάτων, ἐπὰν ἐπιστρέψῃ ὁ λαὸς εἰς κρίσιν, ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ, καὶ ὡς δεξιοὶ στήσονται πλησίον τῆς αὐτοῦ δικαιοσύνης πάντες οἱ εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ σὺν αὐτῷ τῷ κυρίῳ τὰς διατριβὰς ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν ποιησόμενοι καὶ πᾶσαν αὐτῶν τὴν ζωὴν αὐτῷ παραστησόμενοι. Τούτοις μὲν οὖν ἐπίστευσα, καὶ πιστεύσας παρεκλήθην. ἀλλὰ τέως κατὰ τὸν ἐνεστῶτα καιρόν· τίς ὑπὲρ ἐμοῦ στήσεται κατὰ τῶν πονηρευομένων; ἢ τίς ἔκδικος συμπαραστήσεταί μοι ἐπὶ τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν; ἀλλὰ γὰρ εἴποιμ’ ἂν ὁμολογῶν τἀληθῆ μηδένα", + "candidate_score": 0.702211, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1830", + "psc_text": "Ἡ κατὰ τὸ διάψαλμα διαστολὴ πλείστην καὶ τῆς διανοίας ἐποιήσατο μεταβολήν. ὡς γὰρ συμπληρωθέντος τοῦ προτέρου λόγου ἀφ’ ἑτέρας ἀρχῆς φησιν· τίς ἀναστήσεταί μοι ἐπὶ πονηρευομένους; Μεμαθήκαμεν γάρ, φησίν, ἀπὸ τῆς τοῦ θείου πνεύματος διδασκαλίας, ὅτι θεὸς ἐκδικήσεών ἐστι κύριος, καὶ ὅτι ἀποδώσει ἀνταπόδοσιν τοῖς ὑπερηφάνοις, καὶ ὅτι ὀρυγήσεται τῷ ἁμαρτωλῷ βόθρος, καὶ ὅτι οὐκ ἀπώσεται τὸν λαὸν αὐτοῦ οὐδὲ τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ καταλείψει· ἀλλ’ ἐπὶ τέλει τῶν πραγμάτων, ἐπὰν ἐπιστρέψῃ ὁ λαὸς εἰς κρίσιν, ἀποδώσει ἑ��άστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ, καὶ ὡς δεξιοὶ στήσονται πλησίον τῆς αὐτοῦ δικαιοσύνης πάντες οἱ εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ σὺν αὐτῷ τῷ κυρίῳ τὰς διατριβὰς ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν ποιησόμενοι καὶ πᾶσαν αὐτῶν τὴν ζωὴν αὐτῷ παραστησόμενοι. Τούτοις μὲν οὖν ἐπίστευσα, καὶ πιστεύσας παρεκλήθην. ἀλλὰ τέως κατὰ τὸν ἐνεστῶτα καιρόν· τίς ὑπὲρ ἐμοῦ στήσεται κατὰ τῶν πονηρευομένων; ἢ τίς ἔκδικος συμπαραστήσεταί μοι ἐπὶ τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν; ἀλλὰ γὰρ εἴποιμ’ ἂν ὁμολογῶν τἀληθῆ μηδένα", + "candidate_score": 0.70213, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4_6", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1830", + "psc_text": "Ἡ κατὰ τὸ διάψαλμα διαστολὴ πλείστην καὶ τῆς διανοίας ἐποιήσατο μεταβολήν. ὡς γὰρ συμπληρωθέντος τοῦ προτέρου λόγου ἀφ’ ἑτέρας ἀρχῆς φησιν· τίς ἀναστήσεταί μοι ἐπὶ πονηρευομένους; Μεμαθήκαμεν γάρ, φησίν, ἀπὸ τῆς τοῦ θείου πνεύματος διδασκαλίας, ὅτι θεὸς ἐκδικήσεών ἐστι κύριος, καὶ ὅτι ἀποδώσει ἀνταπόδοσιν τοῖς ὑπερηφάνοις, καὶ ὅτι ὀρυγήσεται τῷ ἁμαρτωλῷ βόθρος, καὶ ὅτι οὐκ ἀπώσεται τὸν λαὸν αὐτοῦ οὐδὲ τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ καταλείψει· ἀλλ’ ἐπὶ τέλει τῶν πραγμάτων, ἐπὰν ἐπιστρέψῃ ὁ λαὸς εἰς κρίσιν, ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ, καὶ ὡς δεξιοὶ στήσονται πλησίον τῆς αὐτοῦ δικαιοσύνης πάντες οἱ εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ σὺν αὐτῷ τῷ κυρίῳ τὰς διατριβὰς ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν ποιησόμενοι καὶ πᾶσαν αὐτῶν τὴν ζωὴν αὐτῷ παραστησόμενοι. Τούτοις μὲν οὖν ἐπίστευσα, καὶ πιστεύσας παρεκλήθην. ἀλλὰ τέως κατὰ τὸν ἐνεστῶτα καιρόν· τίς ὑπὲρ ἐμοῦ στήσεται κατὰ τῶν πονηρευομένων; ἢ τίς ἔκδικος συμπαραστήσεταί μοι ἐπὶ τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν; ἀλλὰ γὰρ εἴποιμ’ ἂν ὁμολογῶν τἀληθῆ μηδένα", + "candidate_score": 0.70213, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_783", + "psc_text": "καθήμενοι ἐν πύλῃ· καὶ εἰς ἐμὲ ἔψαλλον οἱ πίνοντες οἶνον. Ὅτε μὲν, φησὶν, ἑώρων τὸν σὸν οἶκον πάσης πληρούμενον ἀνομίας, καὶ ποτὲ μὲν γιγνόμενον οἶκον ἐμπορίου, ποτὲ δὲ σπήλαιον λῃστῶν, πυρούμενος ὑπὸ θείου ζήλου, ἤλαυνον τοὺς ἔνδον παρανομοῦντας· ἀλλὰ καὶ ὅτε ταῖς ἑαυτῶν ἀθεμίτοις πράξεσιν ὄνειδος περιῆπτόν σοι τῷ θεῷ, οὗ τὴν θεοσέβειαν ἐπηγγέλλοντο, πάλιν εἰς ἑαυτὸν ἀναλαμβάνων τοὺς τοιούτους ὀνειδισμοὺς, ἠναγκαζόμην παρρησίᾳ χρῆσθαι, καὶ τοὺς ἐλέγχους αὐτοῖς θεραπευτικῶς προσφέρειν· ὅτε δὲ ἑώρων ἀναισθήτως αὐτοὺς ἔχοντας, καὶ μὴ ἐπιστρεφομένους τοὺς ἐμοὺς ἐλέγχους, ἀποκλαιόμενος αὐτῶν τὴν ἀπώλειαν, ἐνήστευον καὶ κατεπόνουν ἐμαυτὸν ὑπὲρ αὐτῶν. οἱ δὲ καὶ οὕτως ὠνείδιζόν μοι διασύροντες καὶ χλευάζοντες τὴν ἐμὴν νηστείαν. βουλόμενος δὲ αὐτοῖς ὑπογραμμὸν μετανοίας δεικνύναι, οὐ μόνον νηστείαις ἐμαυτὸν κατεπόνουν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔνδυμά μου σάκκον ἐποιούμην, κολάζων καὶ τιμωρούμενος τὴν ἐμαυτοῦ σάρκα, αὐτῷ τε ἔργῳ τρόπον ἐξομολογήσεως καὶ τῶν προτέρων ἁμαρτημάτων καθάρσεως ἐπιδεικνὺς αὐτοῖς. οἱ δὲ καὶ ταῦτα γελῶντες ἀντὶ παραβολῆς με εἶχον, συνερχόμενοι", + "candidate_score": 0.700895, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4_6", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_783", + "psc_text": "καθήμενοι ἐν πύλῃ· καὶ εἰς ἐμὲ ἔψαλλον οἱ πίνοντες οἶνον. Ὅτε μὲν, φησὶν, ἑώρων τὸν σὸν οἶκον πάσης πληρούμενον ἀνομίας, καὶ ποτὲ μὲν γιγνόμενον οἶκον ἐμπορίου, ποτὲ δὲ σπήλαιον λῃστῶν, πυρούμενος ὑπὸ θείου ζήλου, ἤλαυνον τοὺς ἔνδον παρανομοῦντας· ἀλλὰ καὶ ὅτε ταῖς ἑαυτῶν ἀθεμίτοις πράξεσιν ὄνειδος περιῆπτόν σοι τῷ θεῷ, οὗ τὴν θεοσέβειαν ἐπηγγέλλοντο, πάλιν εἰς ἑαυτὸν ἀναλαμβάνων τοὺς τοιούτους ὀνειδισμοὺς, ἠναγκαζόμην παρρησίᾳ χρῆσθαι, καὶ τοὺς ἐλέγχους αὐτοῖς θεραπευτικῶς προσφέρειν· ὅτε δὲ ἑώρων ἀναισθήτως αὐτοὺς ἔχοντας, καὶ μὴ ἐπιστρεφομένους τοὺς ἐμοὺς ἐλέγχους, ἀποκλαιόμενος αὐτῶν τὴν ἀπώλειαν, ἐνήστευον καὶ κατεπόνουν ἐμαυτὸν ὑπὲρ αὐτῶν. οἱ δὲ καὶ οὕτως ὠνείδιζόν μοι διασύροντες καὶ χλευάζοντες τὴν ἐμὴν νηστείαν. βουλόμενος δὲ αὐτοῖς ὑπογραμμὸν μετανοίας δεικνύναι, οὐ μόνον νηστείαις ἐμαυτὸν κατεπόνουν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔνδυμά μου σάκκον ἐποιούμην, κολάζων καὶ τιμωρούμενος τὴν ἐμαυτοῦ σάρκα, αὐτῷ τε ἔργῳ τρόπον ἐξομολογήσεως καὶ τῶν προτέρων ἁμαρτημάτων καθάρσεως ἐπιδεικνὺς αὐτοῖς. οἱ δὲ καὶ ταῦτα γελῶντες ἀντὶ παραβολῆς με εἶχον, συνερχόμενοι", + "candidate_score": 0.700895, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5_7", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1381", + "psc_text": "ἃ ὑμεῖς βλέπετε, καὶ οὐκ ἴδον. Τὴν σάρκα δέ φησιν ἅμα τῇ καρδίᾳ ἀγαλλιᾶσθαι ἐπὶ θεὸν ζῶντα, αἰνιτ τόμενος ὡς οἶμαι καὶ τοῦ σωτῆρος τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν. ἐπειδὴ γὰρ οἱ τῶν ἐθνῶν νομιζόμενοι θεοὶ νεκροὶ καὶ ἄψυχοι τυγχάνουσι· τὰ γὰρ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν ἀργύριον καὶ χρυσίον, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων. Ταῦτα δὲ ἔσεβον οἱ τότε ἄνθρωποι· ἐγώ, φησίν, οὐ τοιοῦτόν τινα θεόν, ἀλλὰ ζῶντα θεὸν προθεωρῶν τῇ καρδίᾳ εὐφραίνομαι καὶ αὕτη δέ μου ἡ σὰρξ ἐπὶ τούτῳ τῷ θεῷ ἠγαλλιάσατο, ὡς ἐπὶ θεῷ ἀληθῶς ζῶντι καὶ ζωοποιοῦντι τοὺς νεκρούς, ὃς καὶ αὐτήν μου ζωοποιήσει τὴν σάρκα διὰ τῆς ἑαυτοῦ ἀναστάσεως. διὸ πρὸς τῇ ψυχῇ καὶ ἡ σάρξ μου ἠγαλλιάσατο. Καὶ γὰρ στρουθίον εὗρεν ἑαυτῷ οἰκίαν καὶ τρυγὼν νοσσιὰν ἑαυτῇ, οὗ θήσει τὰ νοσσία αὐτῆς, τὰ θυσιαστήριά σου, κύριε τῶν δυνάμεων. Καὶ πῶς γὰρ οὐ δίκαιον, φησί, προσφιλῆ καὶ ἀγαπητὰ ὁμολογεῖν εἶναι τὰ σκηνώματά σου, ὦ κύριε, ὁπότε καταφυγὴ γέγονε παντὶ", + "candidate_score": 0.69315, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_542", + "psc_text": "τοίνυν ἡμῶν, ὁ θεός, ὁ σωτὴρ ἡμῶν, καὶ ἐπακούσας καταξίωσον καὶ ἡμᾶς τῶν ἀγαθῶν τοῦ οἴκου σου· ταῦτα διδάσκονται λέγειν οἱ πάλαι ὄντες σάρκες, τῆς δὲ τοῦ θεοῦ κλήσεως κατηξιωμένοι. ἐπικαλοῦνται δὲ εὐκαίρως ἐν τούτοις τὸν ἑαυτῶν σωτῆρα, ὃν καὶ ἀνωτέρω ἱλασμὸν ὠνόμασαν εἰπόντες· καὶ τὰς ἀνομίας ἡμῶν σὺ ἱλάσῃ. καὶ ἐνταῦθα δὲ τὸν σωτῆρα ἡ Ἑβραϊκὴ γραφὴ τούτοις ἐγγράφει τοῖς χαρακτῆρσι, δι’ ὧν καὶ ὁ ἡμέτερος σωτὴρ Ἰησοῦς γράφεται. τοῦτον δὲ αὐτὸν τὸν σωτῆρα καὶ τὸν ἱλασμόν· ἐλπίδα πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς καὶ τῶν ἐν θαλάσσῃ μακράν, ὀνομάζουσιν ἄντικρυς παριστῶντες μηδὲν ταῦτα πρὸς Ἰουδαίους· οὐ γὰρ μόνοις αὐτοῖς, πᾶσι δὲ τοῖς ἔθνεσι τὴν τοῦ σωτῆρος χάριν εὐαγγελίζεσθαι, οἷς γνώμην θεοῦ καὶ ἐπιστήμην, θεσπίζουσιν, ὡς μηκέτι τὰς ἐλπίδας ἀναρτᾷν ἐπὶ τοὺς πάλαι νομιζομένους αὐτῶν θεούς, ἀλλ’ ἐπὶ μόνον τὸν αὐτῶν γενόμενον σωτῆρα. Ἑτοιμάζων ὄρη ἐν τῇ ἰσχύϊ ἑαυτοῦ, περιεζωσμένος ἐν δυναστεία, ὁ συνταράσσων τὸ κύτος τῆς θαλάσσης, ἤχους κυμάτων", + "candidate_score": 0.657538, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_10_12", + "bdc_text": "hie schirm üch sampt befelhenden . Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 . Mai An den wolgelerten , fromm fürnämen unnd wysen herren an Heynrich Bullinger , diener deß worts gots zuͦ Zürich by dem Grossen Münster , minem günstigen , lieben herrn diener herren M. D. eam vale ,", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_842", + "psc_text": "οἱ ἀγαπῶντες τὸ ὄνομα αὐτοῦ κατασκηνώσουσιν ἐν αὐτῇ, δῆλον δ’ ὅτι τῇ κληρονομίᾳ�� οἷς λεχθήσεται· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Εἰ δὲ ἐπουράνιός ἐστι τοῦ θεοῦ πόλις Σιὼν, περὶ ἧς ὁ ἀπόστολος ἐδίδαξεν εἰπών· ἡ δὲ ἄνω Ἱερουσαλὴμ ἐλευθέρα ἐστὶν, ἥτις ἐστὶ μήτηρ ἡμῶν· καὶ, προσεληλύθατε Σιὼν ὄρει, καὶ πόλει θεοῦ ζῶντος Ἱερουσαλὴμ ἐπουρανίῳ, εἶεν ἂν πόλις τῆς Ἰουδαίας; δι’ ἃς ἀκολούθως τῇ ἐπουρανίῳ Σιὼν αἱ πολλαὶ παρὰ τῷ πατρὶ μοναὶ, ἐν αἷς κατοικήσουσι, καὶ ἃς κληρονομήσουσι πάντες οἱ δοῦλοι αὐτοῦ· οἵ τε πάλαι γενόμενοι προφῆται καὶ θεοφιλεῖς ἄνδρες, καὶ οἱ μετὰ ταῦτα ὑπηρέται καὶ διάκονοι τοῦ εὐαγγελίου αὐτοῦ. ἀλλὰ καὶ τὸ σπέρμα αὐτῶν, οἱ ἐξ αὐτῶν δηλαδὴ κατὰ θεὸν γεγενημένοι, προκόψαντες καὶ εἰς τὸ τέλειον ἐλθόντες τῆς τοῦ θεοῦ ἀγάπης, τοῦτο γέρας ἕξουσι καὶ μισθὸν ἐπάξιον παρ’ αὐτοῦ, τὸ κατασκηνῶσαι ἐν τῇ ἐπηγγελμένῃ αὐτοῖς κληρονομίᾳ. Ἱκετηρία δικαίου ἢ καὶ αὐτοῦ τοῦ", + "candidate_score": 0.656857, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1808", + "psc_text": "δεήσει ἡμᾶς πρὸ πάντων καὶ ὑπὲρ πάντων φροντίζειν εἰσιόντας εἰς τὸν οἶκον τοῦ θεοῦ ἁγιασμοῦ καὶ σωφροσύνης. Περὶ τῶν κατὰ τῆς ἐκκλησίας διωγμῶν ϙγ Ψαλμὸς τῷ Δαυίδ, τετράδι σαββάτων. Θεὸς ἐκδικήσεων κύριος, θεὸς ἐκδικήσεων ἐπαρρησιάσατο. Ἀνεπίγραφος μέν ἐστι παρ’ Ἑβραίοις ὁ ψαλμός, περιέχει δὲ παράκλησιν καὶ παραμυθίαν τῶν κατὰ τὸν βίον τὸν ἐνεστῶτα διωκομένων καὶ καταπονουμένων εὐσεβείας ἕνεκα, ὧν καὶ τὴν εὐχὴν ὑποκαταβὰς τίθησιν. προτάττει δὲ τῆς εὐχῆς τὴν παράκλησιν καὶ τὴν παραμυθίαν προλαμβάνων τὴν δέησιν τῶν διωκομένων καὶ προθεραπεύων αὐτῶν τοὺς πόνους, ἔργοις τε παριστὰς πληρούμενον ἐπ’ αὐτοῖς τό· ἔτι λαλοῦντός σου ἐρῶ· ἰδοὺ πάρειμι. Θαρσεῖτε τοιγαροῦν, ὦ οὗτοι, φησίν· ἔστι γὰρ ὁ κύριος, ἐφ’ ὃν ἠλπίσατε ὥσπερ θεὸς ποιητὴς καὶ θεὸς δημιουργὸς καὶ θεὸς σωτὴρ καὶ θεὸς εὐεργέτης καὶ θεὸς κριτὴς καὶ θεὸς πατὴρ τῶν οἰκτιρμῶν καὶ θεὸς πάσης παρακλήσεως, μακρόθυ μός τε καὶ πολυέλεος καὶ μετανοῶν ἐπὶ ταῖς ἁμαρτίαις καὶ ἄλλας μυρίας ἔχων θεϊκὰς ἐπινοίας· οὕτω καὶ", + "candidate_score": 0.655325, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_9_11", + "bdc_text": "Datum in yl am pfengstimmontag , an64 . hie schirm üch sampt befelhenden . Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1753", + "psc_text": "πάσῃ ἀκοσμίᾳ κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου ἑαυτοὺς παρέχουσιν ὁ θεὸς διὰ τοῦ προφήτου ἐπανατείνεται λέγων· οἱ ἐφαπτόμενοι ψευδῶν Σαββάτων, καὶ πάλιν· τὰς νουμηνίας ὑμῶν καὶ τὰ Σάββατα καὶ ἡμέραν μεγάλην οὐκ ἀνέχομαι. διὸ δὴ παρῃτημένων ἐκείνων διὰ τῆς καινῆς διαθήκης λόγος μετήγαγε καὶ μετατέθεικε τὴν τοῦ Σαββάτου ἑορτὴν ἐπὶ τὴν τοῦ φωτὸς ἀνατολὴν καὶ παρέδωκεν ἡμῖν ἀληθινῆς ἀναπαύσεως εἰκόνα τὴν σωτήριον καὶ κυριακὴν καὶ πρώτην τοῦ φωτὸς ἡμέραν, καθ’ ἣν ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου μετὰ πάσας αὐτοῦ τὰς ἐν ἀνθρώποις πράξεις τὴν κατὰ τοῦ θανάτου νίκην ἀράμενος τὰς οὐρανίους πύλας ὑπερέβαινεν ὑπὲρ τὴν ἑξαήμερον κοσμοποιίαν γιγνόμενος τό τε θεοπρεπὲς Σάββατον καὶ τὴν τρισμακαρίαν ἀνάπαυσιν ὑπολαμβάνων τοῦ πατρὸς εἰρηκότος αὐτῷ· ... κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου. Ἐν ᾗ φωτὸς οὔσῃ καὶ πρώτῃ καὶ τοῦ ἀληθοῦς ἡλίου ἡμέρᾳ καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ συνερχόμενοι διὰ μέσων ἓξ ἡμερῶν ἅγιά τε Σάββατα καὶ πνευματικὰ ἑορτάζοντες,", + "candidate_score": 0.643598, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_9_11", + "bdc_text": "Datum in yl am pfengstimmontag , an64 . hie schirm üch sampt befelhenden . Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1746", + "psc_text": "ἡμέραν Σαββάτου. ἐπεὶ τοίνυν οἱ ἐκ περιτομῆς ὡς μέγα τι κατορθοῦντες τὰ Σάββατα φυλάττειν ἡγοῦνται, ἃ οὐδὲ φυλάττουσι κατὰ τὸ βούλημα τοῦ νόμου, παραθετέον αὐτοῖς τὰ εἰρημένα. καὶ ἐπειδὴ κατάπαυσιν σημαίνει τὸ Σάββατον (γέγραπται γοῦν· καὶ κατέπαυσεν ὁ θεὸς ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ζ ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὧν ἐποίησεν· καὶ ἡγίασεν αὐτήν), ἐρεῖς, ὅτι προσήκει νοῆσαι θεοῦ κατάπαυσιν καὶ τὸ ἀληθινὸν Σάββατον ἐκδέξασθαι ἐπαξίως τοῦ θεοῦ. τοὺς γὰρ ἀσεβεῖς ἀνθρώπους φησὶ μὴ εἰσελεύσεσθαι εἰς τὴν κατάπαυσιν αὐτοῦ λέγων ἐν ψαλμοῖς· ... ἀεὶ πλανῶνται τῇ καρδίᾳ αὐτοὶ δὲ οὐκ ἔγνωσαν τὰς ὁδούς μου, ὡς ὤμοσα ἐν τῇ ὀργῇ μου· εἰ εἰσελεύσονται εἰς τὴν κατάπαυσίν μου. Οὐκοῦν ἀναγκαῖον κατὰ διάνοιαν ἐκλαβεῖν Σάββατα θεοῦ καὶ ἀνάπαυσιν θεῷ πρέπουσαν, ἧς ἀσεβεῖς μὲν οὐκ ἀξιοῦνται, μόνοι δὲ οἱ δίκαιοι καὶ τοῦ θεοῦ φίλοι. οὕτω γοῦν εἴποιμεν ἂν καὶ τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακὼβ τούς τε πρὸ αὐτῶν καὶ μετ’ αὐτοὺς", + "candidate_score": 0.64045, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_9_11", + "bdc_text": "Datum in yl am pfengstimmontag , an64 . hie schirm üch sampt befelhenden . Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1752", + "psc_text": "μετ’ ᾠδῆς ἐν κιθάρᾳ. Ὁρᾷς οὖν, ὅσα πράττειν ὁ παρὼν λόγος παραινεῖ κατὰ τὴν τῆς ἀναστάσεως ἡμέραν; Ἐπιγέγραπται γοῦν ὁ ψαλμός· εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου. ἀλλὰ καὶ οἱ ἱερεῖς ἐν τῷ ἱερῷ κατὰ τὸ Σάββατον ἕτερα πλεῖστα ἔπραττον κατὰ τὸν νόμον. οὐκ ἄρα ὁλοσχερῶς ἀργεῖν προστάττει, ἀλλ’ οὐδὲ τοῖς ἱερεῦσιν ἡ τοῦ Σαββάτου ἡμέρα νενομοθέτητο, μόνοις δὲ τοῖς μὴ οἵοις τε οὖσι τὸν πάντα χρόνον τῆς αὐτῶν ζωῆς καὶ πάσας αὐτῶν τὰς ἡμέρας τῇ τοῦ θεοῦ λατρείᾳ καὶ τοῖς τῷ θεῷ φίλοις ἔργοις σχολάζειν· τούτοις γὰρ ἐκ διαστημάτων ταῦτα πράττειν ἐνομοθέτει. Τοῖς γε μὴν πλησμονῇ γαστρὸς καὶ μέθῃ καὶ πάσῃ ἀκοσμίᾳ κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου ἑαυτοὺς παρέχουσιν ὁ θεὸς διὰ τοῦ προφήτου ἐπανατείνεται λέγων· οἱ ἐφαπτόμενοι ψευδῶν Σαββάτων, καὶ πάλιν· τὰς νουμηνίας ὑμῶν καὶ τὰ Σάββατα καὶ ἡμέραν μεγάλην οὐκ ἀνέχομαι. διὸ δὴ παρῃτημένων ἐκείνων διὰ τῆς καινῆς διαθήκης λόγος μετήγαγε καὶ μετατέθεικε τὴν τοῦ Σαββάτου ἑορτὴν ἐπὶ", + "candidate_score": 0.638914, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_9_11", + "bdc_text": "Datum in yl am pfengstimmontag , an64 . hie schirm üch sampt befelhenden . Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1751", + "psc_text": "κἂν ταύτην ἀπέχωνται μὲν τῶν συνήθων ἔργων, σχολάζοιεν δὲ τῇ τοῦ θείου νόμου μελέτῃ. Ὅ γε μὴν παρὼν ψαλμὸς διαρρήδην διδάσκει ἐπὶ τοῦτο δεῖν τὴν τοῦ Σαββάτου σχολὴν ποιεῖσθαι καὶ τὴν τῶν ἀνωφελῶν ἀργιῶν ἐπὶ τὸ κατὰ ταὐτὸν συνερχομένους ἐργάζεσθαι τὰ διὰ τοῦ ψαλμοῦ δηλούμενα. ἦν δὲ πρῶτον ἐξομολογεῖσθαι τῷ κυρίῳ, δεύτερον ψάλλειν διὰ τῶν μουσικῶν ὀργάνων τῷ ὀνόματι αὐτοῦ, τρίτον ἀναγγέλλειν κατὰ τὰς ἑωθινὰς ὥρας τὸ ἔλεος αὐτοῦ, τέταρτον διηγεῖσθαι τὴν ἀλήθειαν αὐτοῦ κατὰ τοὺς νυκτερινοὺς καιρούς· καὶ ταῦτα πράττειν μὴ μόνον χείλεσι καὶ φωνῇ, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς τῶν μουσικῶν ὀργάνων ἀνακρούσεως· ἐν δεκαχόρδῳ, γάρ φησιν, ψαλτηρίῳ καὶ μετ’ ᾠδῆς ἐν κιθάρᾳ. Ὁρᾷς οὖν, ὅσα πράττειν ὁ παρὼν λόγος παραινεῖ κατὰ τὴν τῆς ἀναστάσεως ἡμέραν; Ἐπιγέγραπται γοῦν ὁ ψαλμός· εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου. ἀλλὰ καὶ οἱ ἱερεῖς ἐν τῷ ἱερῷ κατὰ τὸ Σάββατον ἕτερα πλεῖστα ἔπραττον κατὰ τὸν νόμον. οὐκ ἄρα ὁλοσχερῶς ἀργεῖν προστάττει, ἀλλ’ οὐδὲ τοῖς", + "candidate_score": 0.637602, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_12", + "bdc_text": "Mai An den wolgelerten , fromm fürnämen unnd wysen herren an Heynrich Bullinger , diener deß worts gots zuͦ Zürich by dem Grossen Münster , minem günstigen , lieben herrn diener herren M. D. eam vale ,", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_842", + "psc_text": "οἱ ἀγαπῶντες τὸ ὄνομα αὐτοῦ κατασκηνώσουσιν ἐν αὐτῇ, δῆλον δ’ ὅτι τῇ κληρονομίᾳ· οἷς λεχθήσεται· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Εἰ δὲ ἐπουράνιός ἐστι τοῦ θεοῦ πόλις Σιὼν, περὶ ἧς ὁ ἀπόστολος ἐδίδαξεν εἰπών· ἡ δὲ ἄνω Ἱερουσαλὴμ ἐλευθέρα ἐστὶν, ἥτις ἐστὶ μήτηρ ἡμῶν· καὶ, προσεληλύθατε Σιὼν ὄρει, καὶ πόλει θεοῦ ζῶντος Ἱερουσαλὴμ ἐπουρανίῳ, εἶεν ἂν πόλις τῆς Ἰουδαίας; δι’ ἃς ἀκολούθως τῇ ἐπουρανίῳ Σιὼν αἱ πολλαὶ παρὰ τῷ πατρὶ μοναὶ, ἐν αἷς κατοικήσουσι, καὶ ἃς κληρονομήσουσι πάντες οἱ δοῦλοι αὐτοῦ· οἵ τε πάλαι γενόμενοι προφῆται καὶ θεοφιλεῖς ἄνδρες, καὶ οἱ μετὰ ταῦτα ὑπηρέται καὶ διάκονοι τοῦ εὐαγγελίου αὐτοῦ. ἀλλὰ καὶ τὸ σπέρμα αὐτῶν, οἱ ἐξ αὐτῶν δηλαδὴ κατὰ θεὸν γεγενημένοι, προκόψαντες καὶ εἰς τὸ τέλειον ἐλθόντες τῆς τοῦ θεοῦ ἀγάπης, τοῦτο γέρας ἕξουσι καὶ μισθὸν ἐπάξιον παρ’ α��τοῦ, τὸ κατασκηνῶσαι ἐν τῇ ἐπηγγελμένῃ αὐτοῖς κληρονομίᾳ. Ἱκετηρία δικαίου ἢ καὶ αὐτοῦ τοῦ", + "candidate_score": 0.631763, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_12", + "bdc_text": "Mai An den wolgelerten , fromm fürnämen unnd wysen herren an Heynrich Bullinger , diener deß worts gots zuͦ Zürich by dem Grossen Münster , minem günstigen , lieben herrn diener herren M. D. eam vale ,", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1904", + "psc_text": "Κύριος ἐν Σιὼν μέγας καὶ ὑψηλός ἐστιν ἐπὶ πάντας τοὺς λαούς. Σιὼν ἑρμηνεύεται σκοπευτήριον· οὕτω δὲ ὀνομάζειν ἔθος τῇ ἱερᾷ γραφῇ πᾶν τὸ θεοσεβὲς πολίτευμα· τῶν τὰ ἐπουράνια σκοπούντων τοῦτον δηλουμένων τὸν τρόπον, ὁποῖος ἦν λέγων ὁ ἀπόστολος· σκοπούντων ἡμῶν οὐ τὰ ἐπίγεια, ἀλλὰ τὰ ἐπουράνια. παρὰ τούτοις οὖν μέγας ἐστὶν ὁ κύριος. Εἰ δὲ καὶ ἔστι Σιὼν ἐπουράνιος καὶ Ἱερουσαλὴμ κατὰ τὸν ἀπόστολον, πολλῷ μᾶλλον εἴποι τις ἂν ἐν τῇ ἐπουράνιῳ Σιὼν μέγαν εἶναι τὸν κύριον τῆς οἰκείας αὐτοῦ βασιλείας ἐν οὐρανοῖς ὑπαρχούσης. Εἰκότως οὖν ὑψηλός ἐστιν ἐπὶ πάντας τοὺς λαούς, οὐ μόνον τοὺς εἰς αὐτὸν πεπιστευκότας καὶ οἰκείους αὐτοῦ γενομένους, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὀργιζομένους ἐπὶ τῷ βασιλεύειν αὐτόν. Ἐξομολογησάσθωσαν τῷ ὀνόματί σου τῷ μεγάλῳ, ὅτι φοβερὸν καὶ ἅγιόν ἐστιν. καὶ τιμὴ βασιλέως κρίσιν ἀγαπᾷ. Νῦν μὲν ὀργίζονται λαοὶ ἐπὶ τῇ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν βασιλείᾳ, ἔσται δέ τις καιρὸς ἐν ᾧ καὶ αὐτοὶ ἐξομολογήσονται τῷ ὀνόματι αὐτοῦ τῷ μεγάλῳ,", + "candidate_score": 0.623665, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_12", + "bdc_text": "Mai An den wolgelerten , fromm fürnämen unnd wysen herren an Heynrich Bullinger , diener deß worts gots zuͦ Zürich by dem Grossen Münster , minem günstigen , lieben herrn diener herren M. D. eam vale ,", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1103", + "psc_text": "αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός . εἰ δὲ σπανίως μὲν εὑρίσκοιντο ἐπὶ γῆς τοιοῦτοι, ἐν δὲ τῇ κατ’ οὐρανὸν χρηματιζούσῃ θεοῦ πόλει πληθύει τὸ τοῦ θεοῦ οἰκητήριον ἐν ἀγγέλοις καὶ ἀρχαγγέλοις καὶ θείαις δυνάμεσιν καὶ πνεύμασιν ἁγίοις, εἰκότως τὸν τόπον τοῦ θεοῦ παρ’ ἐκείνοις εἴποι ἄν τις κἀκείνην εἶναι τὴν εἰρήνην ἀληθῶς Σαλὴμ ἐνταῦθα κατὰ τὴν Ἑβραϊκὴν φωνὴν ὠνομασμένην. διὸ καὶ ὁ ἀπόστολος ταύτην εἰδὼς ἔλεγεν· ἡ δὲ ἄνω Ἱερουσαλὴμ ἐλευθέρα ἐστίν, ἥτις ἐστὶν μήτηρ ἡμῶν . Σαλὴμ μὲν γὰρ ἑρμηνεύεται εἰρήνη, Ἱερουσαλὴμ δὲ ὅρασις εἰρήνης· ἧς τὸ ἐφέστιον ἐν ταῖς κατ’ οὐρανὸν θείαις τυγχάνει δυνάμεσιν, ἐν αἷς ὁ θεὸς αὐτὸς ἐμπεριπατεῖ, χωρητικαῖς οὔσαις τῆς αὐτοῦ θεότητος. Ἑξῆς τούτοις λέγεται· καὶ τὸ κατοικητήριον αὐτοῦ ἐν Σιών· εἶτα συνάπτει φάσκων ὁ λόγος· ἐκεῖ συνέτριψεν τὰ κράτη τῶν τόξων, ὅπλον καὶ ῥομφαίαν καὶ πόλεμον. Καὶ ἐνταῦθα πάλιν εἰ μὲν ἐπὶ τῆς αἰσθητῆς καὶ ἐπιγείου Σιὼν ταῦτα πέπρακται, οὐδὲν ἔδει φθονεῖν Ἰουδαίοις οὕτως ἐκδέχεσθαι", + "candidate_score": 0.620856, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_511", + "psc_text": "οὐκ ἐμὲ τὸν ταῦτα λέγοντα, τὸν δὲ ἁπλοῦν, τουτέστι τὸν ἀφελῆ καὶ ἀκέραιον καὶ ἔτι μικρόν, ὡς ἂν εἴποι τις, ἐξ ἐκείνων ὄντα, περὶ ὧν ὁ σωτὴρ ἐδίδασκε λέγων· μὴ καταφρονήσητε ἑνὸς τῶν μικρῶν τῶν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ μου, καί· ὅστις, ἐὰν σκανδαλίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν, συμφέρει αὐτῷ βληθῆναι εἰς τὴν θάλασσαν. σκανδαλιζόμενον γὰρ κἀκεῖ ὁ σωτὴρ οὐ μέγαν εἰσάγει, ἀλλὰ τὸν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ μικρόν, ὥσπερ ἐνταῦθα τὸν ἁπλοῦν. οἱ τοίνυν ἐχθροὶ οὐδὲ τολμῶσι προσιέναι τοῖς μεγάλοις οὐδὲ τοῖς παρὰ θεῷ σοφοῖς, τοὺς δὲ ἁπλοῦς καὶ ἀκεραίους μάλιστα θηρεύουσι. διόπερ ὁ Δαυὶδ μνημονεύ σας τῶν ἐχθρῶν καὶ περὶ τίνας μάλιστα εἱλεῖσθαι εἰώθασιν οὗτοι παρέστησεν. Ἐκραταίωσαν ἑαυτοῖς λόγον πονηρόν, διηγήσαντο τοῦ κρύψαι παγίδας· εἶπαν· τίς ὄψεται αὐτούς; Ἐξηρεύνησαν ἀνομίας, ἐξέλιπον ἐξερευνῶντες ἐξερευνήσεις. Τροπικῶς διὰ τῶν ἔμπροσθεν τοὺς τῆς ψυχῆς ἐχθροὺς τὴν ῥομφαίαν αὐτῶν ἀκονῆσαι καὶ τὰ τόξα ἐντεῖναι προειπὼν σαφέστερον διὰ τῶν προκειμένων, τίς ἦν ἡ ῥομφαία καὶ τί τὸ", + "candidate_score": 0.598625, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_844", + "psc_text": "οὔτε ψαλμὸς οὔτε τι τῶν τοιούτων οἱ προκείμενοι τυγχάνουσι λόγοι· πλὴν ἀναπέμπουσιν εἰς τὸ τέλος, ἐπεὶ περὶ μελλόντων τὴν ἱκετηρίαν ποιοῦνται. εἴρηνται δὲ τῷ Δαυὶδ εἰς ἀνάμνησιν, ὡς ἂν εἰς αὐτὸ τοῦτο λεχθέντες, ἵν’ ἔχοι προχείρως διὰ στόματος ἀπομνημονεύειν αὐτοὺς καὶ ἀντὶ ἐπῳδῆς αὐτοῖς ἐν ταῖς περιστάσεσι χρῆσθαι. Δύο δέ εἰσιν οἱ εἰς ἀνάμνησιν ἐπιγεγραμμένοι, ὅ τε μετὰ χεῖρας καὶ ὁ λζ ἐπιγεγραμμένος καὶ αὐτὸς εἰς ἀνάμνησιν. ἀλλ’ ἐκεῖνος μὲν οὐκ εἰς τὸ τέλος ἀνέπεμπεν, ἀλλ’ ἦν ψαλμὸς τῷ Δαυὶδ εἰς ἀνάμνησιν· οὗτος δὲ εἰς τὸ τέλος ἐπιγράφει. ὁ μὲν οὖν λζ οὐ μελλόντων ἦν προαγορευτικός, ἀλλὰ παρῳχηκότων πραγμάτων ὑπομνηστικός· διὸ τὴν αὐτὴν ἀρχὴν εἶχε τῷ ς λέγων· Κύριε, μὴ τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με, μηδὲ τῇ ὀργῇ σου παιδεύσῃς με. Μίαν τε οἱ ἀμφότεροι ὑπόθεσιν περιεῖχον. ὁ μὲν γὰρ ἕκτος προϊὼν ἐπιλέγει· Ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου· λούσω καθ’ ἑκάστην νύκτα τὴν κλίνην μου· ἐν δάκρυσί μου τὴν στρωμνήν", + "candidate_score": 0.597177, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_80", + "psc_text": "τοῦ Δαυὶδ Ps 65 und 66 haben keine Autorenangabe in der Überschrift und werden folgerichtig in Eusebius, Canones psalmorum [TU 183,160 Wallraff] den anonymen Psalmen zugerechnet. ἐπιγεγραμμένοι μέχρι τοῦ ο ἐξ ἑτέρας ἀρχῆς τὴν ὑπόθεσιν εἰλήφασιν· ἐοίκασιν γοῦν οὖν ἔτι ζῶντος Σαοὺλ εἰρῆσθαι πρὶν ἢ βασιλεῦσαι τὸν Δαυίδ· ὅ τε γὰρ μετὰ χεῖρας ἔτι ζῶντος Σαοὺλ ἐλέχθη λέλεχεν ἐλέχθη , ἐν τῷ ἐλθεῖν Δωὴκ τὸν Ἰδουμαῖον καὶ ἀναγγεῖλαι τῷ Σαούλ , ὅτι ὅτε ἦλθεν Δαυὶδ εἰς τὸν οἶκον Ἀβιμέλεχ . ἀλλὰ καὶ ὁ νγ ἐν τῷ ἐλθεῖν τοὺς Ζιφαίους καὶ εἰπεῖν τῷ Σαούλ· οὐχὶ οὐκ ἰδοὺ Δαυὶδ κέκρυπται παρ’ ἡμῖν , εἴρητο εἴρηται · καὶ ὁ ε δὲ καὶ ν, ὅτε ἐκράτησαν αὐτὸν οἱ ἀλλόφυλοι ἐν Γέθ , ἐπιγέγραπται· ἦν δὲ καὶ οὗτος αὐτὸς ὁ χρόνος ὁ πρὸ τῆς βασιλείας τοῦ Δαυὶδ ἔτι τοῦ Σαοὺλ περιόντος τῷ βίῳ. καὶ ὁ νϛʹ ἐπιγράφει· τῷ Δαυίδ, ἐν τῷ αὐτὸν ἀποδιδράσκειν ἀπὸ προσώπου", + "candidate_score": 0.591727, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_475", + "psc_text": "ἡρμήνευσεν, ὁ δὲ Σύμμαχος· ἱμείρεταί σε ἡ σάρξ μου· ὥστε οὐχ ἡ ψυχὴ μόνη τοῦ Δαυὶδ πρὸς τὸν θεὸν τέτατο, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ σὰρξ καὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ ἁγνεύοντος δηλαδὴ καὶ καθαρεύοντος διὰ τὸ τῷ θεῷ σχολάζειν. Καὶ τὸ λέγειν δέ· ὁ θεός, ὁ θεός μου, πρὸς σὲ ὀρθρίζω, παραστατικὸν ἦν τῆς νυκτερινῆς καθαρότητος. οὐδεὶς γὰρ ἐν κοίταις καὶ ἀσελγείαις ῥυπάνας ἑαυτοῦ τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα μιαρὸς ὢν καὶ ἀκάθαρτος οἷός τ’ ἂν εἴη τὰς τοιαύτας προσίεσθαι φωνάς. πλὴν ὁ μέγας Δαυὶδ πεπαρρησιασμένῃ συνειδήσει οὐχ ἀπλῶς τὸν θεὸν ἀνεκαλεῖτο λέγων· ὁ θεός· δεύτερον δὲ ὡς ἑαυτοῦ ἴδιον ὄντα ἐπεγράφετο, διὸ προστίθησι φάσκων· ὁ θεός μου. Εἶτ’, ἐπειδήπερ ἑαυτοῦ θεὸν ἀναγορεῦσαι αὐτὸν τετόλμηκε, τῆς τόλμης τὴν αἰτίαν διδάσκει λέγων· πρὸς σὲ ὀρθρίζω· ἐδίψησέ σοι ἡ ψυχή μου, ποσαπλῶς σοι ἡ σάρξ μου. διὰ ταῦτα γὰρ θεόν μου προσεῖπον, ἐπειδήπερ οὐδενὸς τῶν ἐπιγείων, ἀλλ’ οὐδὲ τῶν ὀφθαλμοῖς σαρκὸς ὁρωμένων περιέλκει", + "candidate_score": 0.58866, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_241", + "psc_text": "ἄν τις εὐλόγως, εἰ κατὰ τὸν αὐτὸν εἴρηνται χρόνον, καὶ εἰ ἐν τῷ σπηλαίῳ τυγχάνων ἀμφοτέρους συνέταξεν. δοκεῖ τοίνυν ἐμοί, κινουμένῳ ἐκ τῶν ἐν ἑκατέρῳ φερομένων λόγων, ἡ μὲν μετὰ χεῖρας στηλογραφία ἐν τῷ σπηλαίῳ τῷ Ὀδολλὰμ εἰρῆσθαι, ἡ δὲ ἐν τῷ ρμα προσευχὴ ἐν τῷ σπηλαίῳ τῷ Ἐνγαδδί , ὅτε τοῦ Σαοὺλ παρασκευαζομένου ἐν τῷ σπηλαίῳ ἔνδον κρυπτόμενος εὕρηται. οὕτω δέ μοι παρέστη κινηθέντι ἐκ τῶν παρ’ ἑκατέρῳ φερομένων λόγων· ὁ μὲν ρμα φαίνεται εἰρημένος ἐν πολλῇ συνοχῇ καὶ ἀγῶνι τυγχάνοντι τῷ Δαυίδ· φησὶν γοῦν ἐν αὐτῷ· φωνῇ μου πρὸς κύριον ἐκέκραξα, φωνῇ μου πρὸς τὸν θεὸν ἐδεήθην. ἐκχεῶ ἐνώπιον αὐτοῦ τὴν δέησίν μου, τὴν θλίψιν μου ἐνώπιον αὐτοῦ ἀπαγγελῶ. ἐν τῷ ἐκλείπειν ἐξ ἐμοῦ τὸ πνεῦμά μου, καὶ σὺ ἔγνως τὰς τρίβους μου· ἐν ὁδῷ ταύτῃ, ᾗ ἐπορευόμην, ἔκρυψαν παγίδα μοι. Διὰ τούτων γὰρ τὴν συνοχήν, ἐν ᾗ ἐξητάζετο, παρίστησι· καὶ ἔτι μᾶλλον δι’ ὧν ἐπάγει λέγων ἑξῆς·", + "candidate_score": 0.585965, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 5, + "cf_id": "cf044", + "work_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1", + "max_score": 0.729978, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6_8", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich . Ich sampt von üweren auch einer gantzen gemeind zuͦ Züntig in den 24 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_122", + "psc_text": "πρὸς σωτηρίαν βάπτισμα, τοῖς ἤδη τελείοις ἔφη ἐγερθέντες εὐξώμεθα, ἵνα ὁ Θεὸς τοῖς ἀνεκλείπτοις αὐτοῦ οἰκτιρμοῖς συνεργήσῃ μοι ὁρμῶντι πρὸς σωτηρίαν τῶν ὑπ᾽ αὐτοῦ κτισθέντων ἀνθρώπων. καὶ ταῦτ᾽ εἰπὼν εὐξάμενος ἐξῄει εἰς τὸν ὕπαιθρον τῆς αὐλῆς τόπον μέγαν ὄντα, ἔνθα συνεληλυθότες ἦσαν πολλοὶ τοῦ ἐποπτεῦσαι χάριν, τῆς διακρίσεως αὐτοῦ ἐπὶ τὸ σπεύδειν τοῦ ἀκούειν σπουδαιοτέρους πεποιηκυίας. Στὰς οὖν, καὶ ἰδὼν μετὰ πολλῆς ἡσυχίας τὸν πάντα λαὸν εἰς αὐτὸν ἀτενίζοντα, Σίμωνα δὲ τὸν μάγον εἰς μέσον ἑστῶτα, τοῦ λέγειν ἤρξατο οὕτως· εἰρήνη εἴη πᾶσιν ὑμῖν τοῖς ἑτοίμοις ἔχουσιν δεξιὰς διδόναι τῇ τοῦ Θεοῦ ἀληθείᾳ, ἥν αὐτοῦ μεγάλην τε καὶ ἀσύγκριτον ἐν τῷ νῦν κόσμῳ ὑπάρχουσαν δωρεὰν ὁ ἀποστείλας ἡμᾶς, τοῦ ἐν ὑπεροχῇ συμφέροντος ἀψευδὴς ὑπάρχων προφήτης, ταύτην ἡμῖν ἐνετείλατο προφάσει προσηγορίας πρὸ τῶν τῆς διδασκαλίας λόγων ὑμῖν ἐπιφθέγγεσθαι, ἵνα ἐὰν ᾖ τις ἐν ὑμῖν εἰρήνης τέκνον, διὰ τῆς διδασκαλίας ἡμῶν καταλάβῃ αὐτὸν ἡ εἰρήνη, εἰ δὲ ταύτην λαβεῖν ὑμῶν τις μὴ", + "candidate_score": 0.729978, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6_8", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich . Ich sampt von üweren auch einer gantzen gemeind zuͦ Züntig in den 24 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_485", + "psc_text": "σε θέλω. Κἀγὼ ἔφην· εἰ γενέσει τὰ πάντα ὑπόκειται, καὶ τοῦτο οὕτως ἔχον πεπληροφόρησαι, σεαυτῷ ἐναντία νοῶν συμβουλεύεις. εἰ μὲν παρὰ γένεσιν οὐ δυνατὸν οὐδὲ τὸ φρονεῖν, τί ματαιοπονεῖς, συμβουλεύων γενέσθαι ὅ γενέσθαι ἀδύνατόν ἐστιν; ἀλλ᾽ ἔτι μὴν εἰ γένεσις ὑφέστηκεν, μὴ σπεῦδε πείθειν ἐμὲ μὴ σέβειν τὸν καὶ τῶν ἄστρων δεσπότην, οὗ θέλοντος καὶ μὴ γενέσθαι τι, γενέσθαι δυνατόν. αἰεὶ γὰρ τὸ ὑποκείμενον τῷ ἡγουμένῳ πείθεσθαι ἀνάγκην ἔχει. τὸ μέντοι τοὺς νομιζομένους θεοὺς σέβειν, γενέσεως ἐπικρατούσης, περιττόν ἐστιν. οὔτε γὰρ παρὰ τὸ δοκοῦν τῇ πεπρωμένῃ τι γίνεται, οὔτε αὐτοί τι ποιεῖν δύνανται, τῇ καθόλου αὐτῶν ὑποκείμενοι γενέσει. εἰ γένεσις ἔστιν, ἀντίκειται τὸ μὴ πρῶτον ἄρχειν, ἢ ὑποκεῖσθαι οὐ δύναται, τὸ ἀγένητον ὡς ἀγένητον ἑαυτοῦ πρεσβύτερον μηδὲν ἔχον. Τοιαῦτα πρὸς ἀλλήλους λεγόντων ἡμῶν, πολὺς παρέστη ὄχλος. καὶ τότε ἐγὼ εἰς τὸν ὄχλον ἀποβλέπων ἔφην· ἐγὼ καὶ τὸ ἐμὸν φῦλον ἐκ προγόνων Θεὸν σέβειν παρειληφὼς καὶ παράγγελμα ἔχων γενέσει μὴ προσανέχειν,", + "candidate_score": 0.727161, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6_8", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich . Ich sampt von üweren auch einer gantzen gemeind zuͦ Züntig in den 24 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_333", + "psc_text": "λέγειν· πολλοὶ ὄχλοι, κύριου μου Πέτρε, πρὸ τῶν θυρῶν ἑστήκασιν. ἐπιτρέψαντος οὖν αὐτοῦ πολὺς ἐπεισῆλθεν ὄχλος. ὁ δὲ ἐγερθεὶς καὶ τῇ ἐχθὲς βάσει ἐπιστάς, τῷ τῆς θεοσεβείας ἔθει προςαγορεύσας ἔφη· Θεοῦ τοῦ τὸν οὐρανὸν κτίσαντος καὶ τὴν γῆν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς πεποιηκότος, ὡς ἀληθὴς εἴρηκεν ἡμῖν προφήτης, ὁ ἄνθρωπος κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁμοίωσιν γεγονὼς ἄρχειν τε καὶ κυριεύειν κατεστάθη, λέγω δὲ τῶν ἐν ἀέρι καὶ γῇ καὶ ὕδασιν, ὡς ἐξ αὐτοῦ τοῦ πράγματος ἔστιν συνιδεῖν, ὅτι τῇ ἑαυτοῦ συνέσει τὰ μὲν ἐν ἀέρι φέρει κάτω, τὰ ἐν βυθῷ ἀνάγει ἄνω, τὰ ἐν γῇ ἀγρεύει, καί τοι γε κατ᾽ ἀλκὴν αὐτοῦ πολλῷ μείζονα ὄντα, λέγω δὲ ἐλέφαντας καὶ λέοντας καὶ τὰ τούτοις παραπλήσια. Ὅτε μέν τοι δίκαιος ἐτύγχανεν , καὶ πάντων παθημάτων ἀνώτατος ἦν, ὡς ἀθανάτῳ σώματι τοῦ ἀλγεῖν πεῖραν λαβεῖν μὴ δυνάμενος, ὅτε δὲ ἥμαρτεν, ὡς ἐχθὲς καὶ τῇ πρὸ αὐτῆς ἐδείξαμεν, ὡς δοῦλος γεγονὼς τῆς ἁμαρτίας", + "candidate_score": 0.726523, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6_8", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich . Ich sampt von üweren auch einer gantzen gemeind zuͦ Züntig in den 24 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_411", + "psc_text": "ἥττων ἐπιθυμίας ἔσομαι. ἀλλ᾽ ἐπειδὴ πολλῷ ἄμεινον καὶ ἀσφαλέστερον συνεῖναί μέ σοι, τούτῳ, ᾧ ὁ νοῦς μου αἰδεῖσθαι εὐλόγως προείληφεν, διὸ πάντῃ σοι συνεῖναι εὔχομαι· πρὸς τούτοις δὲ μέμνημαί σου ἐν Καισαρείᾳ εἰπόντος· εἴ τις βούλεταί μοι συνοδεῦσαι, εὐσεβῶς συνοδευέτω. εὐσεβῶς δὲ ἔφης, τὸ μηδένα λυπεῖν κατὰ Θεόν, οἷον ἀπολιπόντα γονεῖς, γυναῖκα ὁμόφρονα, ἢ ἑτέρους τινὰς τῇ θεοσεβείᾳ προσκειμένους. ὅθεν ἐγὼ κατὰ πάντα ἐπιτήδειός εἰμί σοι συνοδοιπόρος, ᾧ εἰ καὶ τὰ μέγιστα χαρίζῃ, τὰς δούλων μοι ὑπηρεσίας συγχωρεῖς ποιεῖν. Καὶ ὁ Πέτρος ἀκούσας γελοίαζων ἔφη· τί οὖν οἴει, Κλήμης, μὴ ὑπ᾽ αὐτῆς ἀνάγκης σε εἰς δούλων μοι ταγῆναι τόπον; ἐπεὶ τίς τὰς καλὰς καὶ πολλὰς σινδόνας μετὰ τῶν ἑπομένων μοι δακτυλίων καὶ ὑποδήσεων φυλάξει; τίς δὲ καὶ τὰ ἡδέα καὶ πολυτελῆ ὄψα προετοιμάσει, ἅ τινα ποικίλα ὄντα πολλῶν καὶ τεχνιτῶν δεῖται μαγείρων, καὶ πάντα ἐκεῖνα ὅσα ἐκτεθηλυμένων ἀνθρώπων ὡς θηρίῳ μεγάλῳ τῇ ἐπιθυμίᾳ ἐκ πάσης πλεονεξίας πορισθέντα ἑτοιμάζεται; πλὴν ἡ", + "candidate_score": 0.726069, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5_7", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_122", + "psc_text": "πρὸς σωτηρίαν βάπτισμα, τοῖς ἤδη τελείοις ἔφη ἐγερθέντες εὐξώμεθα, ἵνα ὁ Θεὸς τοῖς ἀνεκλείπτοις αὐτοῦ οἰκτιρμοῖς συνεργήσῃ μοι ὁρμῶντι πρὸς σωτηρίαν τῶν ὑπ᾽ αὐτοῦ κτισθέντων ἀνθρώπων. καὶ ταῦτ᾽ εἰπὼν εὐξάμενος ἐξῄει εἰς τὸν ὕπαιθρον τῆς αὐλῆς τόπον μέγαν ὄντα, ἔνθα συνεληλυθότες ἦσαν πολλοὶ τοῦ ἐποπτεῦσαι χάριν, τῆς διακρίσεως αὐτοῦ ἐπὶ τὸ σπεύδειν τοῦ ἀκούειν σπουδαιοτέρους πεποιηκυίας. Στὰς οὖν, καὶ ἰδὼν μετὰ πολλῆς ἡσυχίας τὸν πάντα λαὸν εἰς αὐτὸν ἀτενίζοντα, Σίμωνα δὲ τὸν μάγον εἰς μέσον ἑστῶτα, τοῦ λέγειν ἤρξατο οὕτως· εἰρήνη εἴη πᾶσιν ὑμῖν τοῖς ἑτοίμοις ἔχουσιν δεξιὰς διδόναι τῇ τοῦ Θεοῦ ἀληθείᾳ, ἥν αὐτοῦ μεγάλην τε καὶ ἀσύγκριτον ἐν τῷ νῦν κόσμῳ ὑπάρχουσαν δωρεὰν ὁ ἀποστείλας ἡμᾶς, τοῦ ἐν ὑπεροχῇ συμφέροντος ἀψευδὴς ὑπάρχων προφήτης, ταύτην ἡμῖν ἐνετείλατο προφάσει προσηγορίας πρὸ τῶν τῆς διδασκαλίας λόγων ὑμῖν ἐπιφθέγγεσθαι, ἵνα ἐὰν ᾖ τις ἐν ὑμῖν εἰρήνης τέκνον, διὰ τῆς διδασκαλίας ἡμῶν καταλάβῃ αὐτὸν ἡ εἰρήνη, εἰ δὲ ταύτην λαβεῖν ὑμῶν τις μὴ", + "candidate_score": 0.693008, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_514", + "psc_text": "ὁ πατήρ· ἀληθῶς πάνυ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ὀρθῶς ἔχειν τὰ πράγματα φαίνεται, διὸ καὶ προαιρέσεως ἐγενόμην τῇ τάξει παντὸς ἐπακοῦσαι τοῦ λόγου. Καὶ ὁ Πέτρος· οὐκοῦν τοῦ λοιποῦ σπεύδοντί σοι τὰ κατὰ τὴν ἡμετέραν θρησκείαν μαθεῖν, ὀφείλω τῇ τάξει τὸν λόγον ἐκθεῖναι ἀπ᾽ αὐτοῦ ἀρχόμενος τοῦ Θεοῦ, καὶ δεικνὺς ὅτι αὐτὸν μόνον δεῖ λέγειν Θεόν, ἑτέρους δὲ μήτε λέγειν μήτε νομίζειν, καὶ ὅτι ὁ παρὰ τοῦτο ποιῶν αἰωνίως ἔχει κολασθῆναι, ὡς εἰς αὐτὸν τὸν τῶν ὅλων δεσπότην ἀσεβήσας τὰ μέγιστα. καὶ ταῦτα εἰπὼν καὶ τοῖς ὑπὸ παθῶν ὀχλουμένοις καὶ νοσοῦσι καὶ δαιμονιῶσι τὰς χεῖρας ἐπιθεὶς καὶ εὐξάμενος καὶ ἰασάμενος ἀπέλυσε τοὺς ὄχλους. καὶ εἶθ’ οὕτως εἰσιὼν τῶν συνηθεστέρων ἁλῶν μεταλαβὼν ὕπνωσιν. Ὄρθρου δὲ ἐξιὼν ὁ Πέτρος καὶ ἐπιστὰς ἐπὶ τὸν συνήθη τοῦ διαλέγεσθαι τόπον ὄχλον πολὺν συνεστῶτα εἶδεν. καὶ ἅμα τῷ μέλλειν διαλέγεσθαι αὐτὸν εἰσῄει τις τῶν αὐτοῦ διακόνων λέγων· Σίμων ἀπὸ Ἀντιοχείας ἐληλυθὼς ἐπ᾽ αὐτῆς ἑσπέρας, μαθὼν ὑποσχόμενόν σε", + "candidate_score": 0.663325, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_485", + "psc_text": "σε θέλω. Κἀγὼ ἔφην· εἰ γενέσει τὰ πάντα ὑπόκειται, καὶ τοῦτο οὕτως ἔχον πεπληροφόρησαι, σεαυτῷ ἐναντία νοῶν συμβουλεύεις. εἰ μὲν παρὰ γένεσιν οὐ δυνατὸν οὐδὲ τὸ φρονεῖν, τί ματαιοπονεῖς, συμβουλεύων γενέσθαι ὅ γενέσθαι ἀδύνατόν ἐστιν; ἀλλ᾽ ἔτι μὴν εἰ γένεσις ὑφέστηκεν, μὴ σπεῦδε πείθειν ἐμὲ μὴ σέβειν τὸν καὶ τῶν ἄστρων δεσπότην, οὗ θέλοντος καὶ μὴ γενέσθαι τι, γενέσθαι δυνατόν. αἰεὶ γὰρ τὸ ὑποκείμενον τῷ ἡγουμένῳ πείθεσθαι ἀνάγκην ἔχει. τὸ μέντοι τοὺς νομιζομένους θεοὺς σέβειν, γενέσεως ἐπικρατούσης, περιττόν ἐστιν. οὔτε γὰρ παρὰ τὸ δοκοῦν τῇ πεπρωμένῃ τι γίνεται, οὔτε αὐτοί τι ποιεῖν δύνανται, τῇ καθόλου αὐτῶν ὑποκείμενοι γενέσει. εἰ γένεσις ἔστιν, ἀντίκειται τὸ μὴ πρῶτον ἄρχειν, ἢ ὑποκεῖσθαι οὐ δύναται, τὸ ἀγένητον ὡς ἀγένητον ἑαυτοῦ πρεσβύτερον μηδὲν ἔχον. Τοιαῦτα πρὸς ἀλλήλους λεγόντων ἡμῶν, πολὺς παρέστη ὄχλος. καὶ τότε ἐγὼ εἰς τὸν ὄχλον ἀποβλέπων ἔφην· ἐγὼ καὶ τὸ ἐμὸν φῦλον ἐκ προγόνων Θεὸν σέβειν παρειληφὼς καὶ παράγγελμα ἔχων γενέσει μὴ προσανέχειν,", + "candidate_score": 0.654267, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_11", + "bdc_text": "Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_139", + "psc_text": "προγινώσκει, λέγει τῷ Ἀβραάμ· γινώσκων γνώσῃ, ὅτι πάροικον ἔσται τὸ σπέρμα σου ἐν γῇ οὐκ ἰδίᾳ, καὶ δουλώσουσιν αὐτό, καὶ κακώσουσιν καὶ ταπεινώσουσιν αὐτοὺς τετρακόσια ἔτη· τὸ δὲ ἔθνος ᾧ ἄν δουλεύσωσιν κρινῶ ἐγώ. μετὰ δὲ ταῦτα ἐξελεύσονται ὦδε μετὰ ἀποσκευῆς πολλῆς, σὺ δὲ ἀπελεύσῃ πρὸς τοὺς πατέρας σου μετ᾽ εἰρήνης , τραφεὶς ἐν γήρει καλῷ· τετάρτῃ δὲ γενεᾷ ἀποστραφήσονται ὧδε· οὔπω γὰρ ἀναπεπλήρωνται αἱ ἁμαρτίαι τῶν Ἀμοῤῥαίων ἕως τοῦ νῦν. Τί δέ, οὐχὶ καὶ Μωϋσῆς τὰ ἁμαρτήματα τοῦ λαοῦ προσημαίνει, καὶ τὴν διασπορὰν τὴν εἰς τὰ ἔθνη προδηλοῖ; εἰ δὲ Μωϋσεῖ αὐτὸς δέδωκεν προγινώσκειν, πῶς αὐτὸς οὐκ εἶχεν; ἔχει δέ. εἰ δὲ ἔχει, ὥσπερ καὶ ἐδείξαμεν, περισσόν ἐστιν τὸ γεγραμμένον· ἐνεθυμήθη· καὶ μετεμελήθη· καὶ τό, καταβὰς ὄψομαι· καὶ ὅσα τοιαῦτα· ἅ τινα πρὸ τοῦ γενέσθαι, ὡς ἀποβαίνειν ἤμελλεν, προγνωσθέντα, οἰκονομίᾳ σοφῇ ἀμεταμέλητα λαμβάνει τὴν ἔκβασιν. Τὸ δὲ θυσιῶν αὐτὸν μὴ ὀρεχθῆναι, φαίνεται ἐκ τοῦ τοὺς ἐπιθυμήσαντας κρεῶν ἅμα τῷ", + "candidate_score": 0.627037, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_11", + "bdc_text": "Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_514", + "psc_text": "ὁ πατήρ· ἀληθῶς πάνυ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ὀρθῶς ἔχειν τὰ πράγματα φαίνεται, διὸ καὶ προαιρέσεως ἐγενόμην τῇ τάξει παντὸς ἐπακοῦσαι τοῦ λόγου. Καὶ ὁ Πέτρος· οὐκοῦν τοῦ λοιποῦ σπεύδοντί σοι τὰ κατὰ τὴν ἡμετέραν θρησκείαν μαθεῖν, ὀφείλω τῇ τάξει τὸν λόγον ἐκθεῖναι ἀπ᾽ αὐτοῦ ἀρχόμενος τοῦ Θεοῦ, καὶ δεικνὺς ὅτι αὐτὸν μόνον δεῖ λέγειν Θεόν, ἑτέρους δὲ μήτε λέγειν μήτε νομίζειν, καὶ ὅτι ὁ παρὰ τοῦτο ποιῶν αἰωνίως ἔχει κολασθῆναι, ὡς εἰς αὐτὸν τὸν τῶν ὅλων δεσπότην ἀσεβήσας τὰ μέγιστα. καὶ ταῦτα εἰπὼν καὶ τοῖς ὑπὸ παθῶν ὀχλουμένοις καὶ νοσοῦσι καὶ δαιμονιῶσι τὰς χεῖρας ἐπιθεὶς καὶ εὐξάμενος καὶ ἰασάμενος ἀπέλυσε τοὺς ὄχλους. καὶ εἶθ’ οὕτως εἰσιὼν τῶν συνηθεστέρων ἁλῶν μεταλαβὼν ὕπνωσιν. Ὄρθρου δὲ ἐξιὼν ὁ Πέτρος καὶ ἐπιστὰς ἐπὶ τὸν συνήθη τοῦ διαλέγεσθαι τόπον ὄχλον πολὺν συνεστῶτα εἶδεν. καὶ ἅμα τῷ μέλλειν διαλέγεσθαι αὐτὸν εἰσῄει τις τῶν αὐτοῦ διακόνων λέγων· Σίμων ἀπὸ Ἀντιοχείας ἐληλυθὼς ἐπ᾽ αὐτῆς ἑσπέρας, μαθὼν ὑποσχόμενόν σε", + "candidate_score": 0.620027, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_11", + "bdc_text": "Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_23", + "psc_text": "καὶ συνήθους φίλου. Ἡμερῶν δὲ διατρίψας, καὶ τὸ χρέος οὐχ ὅλον λαβεῖν δυνηθείς, τάχους ἕνεκα ἀμελήσας τοῦ περιλειφθέντος, ὡς ἐμποδίου ὄντος, καὶ αὐτὸς εἰς Ἰουδαίαν ἀπέπλευσα, καὶ δεκαπέντε ἡμερῶν εἰς Καισάρειαν κατήντησα τὴν Στράτωνος. ἐπίβαντος δέ μου τῆς γῆς καὶ ξενίαν θηρωμένου, ἔμαθον ὅτι Πέτρος τις λεγόμενος, τοῦ ἐν Ἰουδαίᾳ εἰσφανέντος ἀνδρὸς τοῦ σημεῖα καὶ τέρατα πεποιηκότος ὁ δοκιμώτατος ὑπάρχων μαθητής, αὔριον Σίμωνι τῷ ἀπὸ Γιτθῶν Σαμαρεῖ ζήτησιν ποιεῖται λόγων. ἐγὼ δὲ ταῦτα ἀκούσας ἐδεήθην τὴν τούτου μοι μηνυθῆναι μονήν καὶ ὁμῶς ἔμαθον καὶ τῷ πυλῶνι ἐπέστην. οἱ δ᾽ ἀντέβαλλον τίς τε ὥν καὶ πόθεν ἥκω. καὶ ἰδοὺ Βαρνάβας ἐκβὰς ἄμα τῷ ἰδεῖν περιεπλάκη μοι, πολὺ χαίρων καὶ δακρύων· καὶ λαβόμενός μου τῆς χειρὸς εἰσέφερεν ἔνθα ἦν ὁ Πέτρος, λέγων μοι, οὗτός ἐστιν Πέτρος, ὅν μέγιστον ἐπὶ τῇ τοῦ Θεοῦ σοφίᾳ ἐπηγγελλόμην σοι, ᾧ ἀπαύστως σε ἀντέβαλλον. ὡς εἴσιθι ἐκ ταυτομάτου, ὅτι τὰ κατά σε καλὰ ὄντα ἀψευδῶς ἀντέβαλλον, ἅμα", + "candidate_score": 0.618907, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_11", + "bdc_text": "Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_137", + "psc_text": "ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρὸν μὴ γεύσεσθε. καὶ ὁ Σίμων· τυφλὸν ἔλεγε τὸν νοῦν αὐτοῦ. καὶ ὁ Πέτρος· πῶς καὶ τὸν νοῦν τυφλὸς εἶναι ἐδύνατο, ὁ πρὸ τοῦ γεύσασθαι τοῦ φυτοῦ συμφώνως τῷ κτίσαντι αὑτὸν οἰκεῖα πᾶσιν τοῖς ζώοις ἐπιθεὶς ὀνόματα; καὶ ὁ Σίμων· εἰ πρόγνωσιν εἶχεν ὁ Ἀδάμ, διὰ τί οὐ προέγνω τὸν τὴν γυναῖκα αὑτοῦ ἀπατήσοντα ὄφιν; καὶ ὁ Πέτρος· εἰ πρόγνωσιν μὴ εἶχεν ὁ Ἀδὰμ, πῶς τοῖς υἱοῖς αὑτοῦ πρὸς τὰς ἐσομένας πράξεις, ἅμα τῷ γεννηθῆναι, τὰ ὀνόματα ἐπιτέθεικεν, τὸν μὲν πρῶτον καλέσας Κάϊν, ὅ ἑρμηνεύεται ζῆλος, ὅς καὶ ζηλώσας ἀνεῖλε τὸν ἀδελφὸν αὑτοῦ τὸν Ἀβὲλ, ὅ ἐρμηνεύεται πένθος· ἐπ᾽ αὐτῷ γὰρ πρώτῳ φονευθέντι ἐπένθησαν οἱ γονεῖς. Εἰ δὲ Ἀδὰμ ἔργον Θεοῦ ὑπάρχων πρόγνωσιν εἶχεν, πολὺ μᾶλλον ὁ δημιουργήσας αὐτὸν Θεός. καὶ ψεῦδός ἐστιν τὸ γεγράφθαι· ἐνεθυμήθη ὁ Θεός, ὡς λογισμῷ χρησαμένου διὰ τὴν ἄγνοιαν. καὶ εἰ ἐπείραζεν κύριος τὸν Ἀβραὰμ, ἵνα γνῷ εἰ ὑπομένει. καὶ", + "candidate_score": 0.61702, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 6, + "cf_id": "cf011", + "work_id": "pta0003.pta009.pta-grc1", + "max_score": 0.729711, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6_8", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich . Ich sampt von üweren auch einer gantzen gemeind zuͦ Züntig in den 24 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta009.pta-grc1_window_286", + "psc_text": "κύριος ἔκτισέν με ἀρχὴν ὁδῶν αὐτοῦ εἰς ἔργα αὐτοὺ . καὶ ἐνταῦθα γὰρ κειμένης τῆς κ̄ᾱν̄ᾱ λέξεως, τὸ ἐκτήσατο πάντες συμφώνως ἐκδεδώκασιν οἱ ἑρμηνευταί· τὸ δὲ ἔκτισεν παραλέλεκται παρ’ Ἑβραίοις, ὅπερ οὐ κεῖται ἐπὶ τῆς προκειμένης γραφῆς. πλείστη δ’ ἂν γένοιτο τοῦ ἔκτισεν καὶ τοῦ ἐκτήσατο διαφορὰ τῷ τὴν μὲν κτίσιν κατὰ τὴν κοινοτέραν διάνοιαν τὴν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι πάροδον σημαίνειν, τὴν δὲ κτῆσιν τοῦ προϋπάρχοντος ἰδιάζουσαν οἰκειότητα πρὸς τὸν κτώμενον. λέγων τοίνυν ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ τὸ κύριος ἐκτήσατο με ἀρχὴν ὁδῶν αὐτοῦ εἰς ἔργα αὐτοῦ , ὁμοῦ καὶ τὴν προΰπαρξιν αὐτοῦ ἐδήλου καὶ τὴν ἰδιάζουσαν πρὸς τὸν πατέρα οἰκειότητα, ὁμοῦ καὶ τὸ χρήσιμον καὶ ἀναγκαῖον τῆς οἰκείας περὶ τὰ πατρῷα ἔργα προνοίας τε καὶ διοικήσεως. διὸ ἑξῆς ἐπάγει πρὸ τοῦ αἰῶνος ἐθεμελίωσέν με, ἐν ἀρχῇ πρὸ τοῦ τὴν γῆν ποιῆσαι, πρὸ τοῦ προελθεῖν τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων, πρὸ τοῦ ὅρη ἑδρασθῆναι, πρὸ δὲ πάντων", + "candidate_score": 0.729711, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5_7", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta009.pta-grc1_window_236", + "psc_text": "πάντα καὶ ἄλλα τούτοις ἀδελφὰ μυρία, περὶ ὧν ὁ αὐτὸς ἀπόστολος ὑπὲρ ἡμῶν ἐδεῖτο τοῦ θεοῦ, ἵνα ἐξισχύσωμεν καταλαβέσθαι σὺν πᾶσιν τοῖς ἁγίοις τί τὸ πλάτος καὶ μῆκος καὶ βάθος καὶ ὕψος, γνῶναί τε τὴν ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην τοῦ θεοῦ . καὶ αὐτὸς δὲ ὁ σωτὴρ ἡμῶν πλεῖστα ὅσα μυστήρια περὶ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν περί τε τῆς συντελείας τοῦ παντὸς περί τε τῶν ἐπαγγελιῶν ποτὲ μὲν διὰ παραβολῶν ποτὲ δὲ καὶ ἐν ἀπορρήτοις ἐξέφαινεν τοῖς αὐτοῦ μαθηταῖς, πρὸς οὓς ἔλεγεν ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τοῦ θεοῦ . ὧν οὐκ ἂν εὕροι τις τὰ ἴσα παρὰ Μωσεῖ ἢ παρὰ τοῖς λοιποῖς προφήταις. τί οὖν; ἐπεὶ μὴ τῷ Ἰουδαίων λαῷ παρεδόθη ταῦτα, εἰς ἐπιτήδειον καιρὸν φυλαττόμενα τῇ ἐκκλησίᾳ Χριστοῦ, παρὰ τοῦτο χρῆν ἡμᾶς τὴν δωρηθεῖσαν ἡμῖν χάριν ἀθετεῖν ἢ μειζόνως εὐχαριστεῖν τῷ τῆς τοσαύτης ἡμᾶς καταξιώσαντι γνώσεως; κατὰ τὸν αὐτὸν οὖν τρόπον καὶ τὰς περὶ τοῦ υἱοῦ διδασκαλίας ἐκ", + "candidate_score": 0.694114, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta009.pta-grc1_window_23", + "psc_text": "πρὸ πάντων καὶ τὰ πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκεν κατὰ τὰς ἀποστολικὰς διδασκαλίας. ὅτε δὲ τὴν περὶ αὐτοῦ θεολογίαν εἰσάγει, τῶν μὲν λοιπῶν ἀπάντων αὐτὸν ἀφορίζει, κύριον δὲ αὐτὸν καὶ δεσπότην καὶ δημιουργὸν καὶ θεὸν καὶ σωτῆρα τῶν ὅλων οἶδεν, μονογενῆ τε υἱὸν θεοῦ μόνον αὐτὸν καὶ οὐδένα ἄλλον ἀποφαίνει, σοφίαν τε καὶ λόγον καὶ ζωὴν καὶ φῶς μόνον αὐτὸν ἀποκαλεῖ, εἰκόνας τε τοῦ θεοῦ τοῦ ἀοράτου καὶ ἀπαύγασμα φωτὸς ἀιδίου , ἕτερά τε μύρια τούτοις ἀδελφὰ περὶ αὐτοῦ δοξάζειν διδάσκει, ὧδέ πη τῆς πατρικῆς θεότητος τὴν πρὸς μόνον αὐτὸν ὡσανεὶ πρὸς υἱὸν μονογενῆ ἰδιάζουσαν σχέσιν ἐπιδεικνύμενα. διὸ καὶ υἱὸν ἀγαπητὸν ἀνεκήρυττεν μόνον αὐτὸν ἀμφὶ τὰ Ἰορδάνου ῥεῖθρα ἡ πατρικὴ φωνὴ μεγάλῃ μαρτυροῦσα βοῇ οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ ηὐδόκησα . καὶ δευτεροῖ γε τὴν μαρτυρίαν καὶ ἐπὶ τῆς ἐν τῷ ὄρει μεταμορφώσεως τὸν αὐτὸν ἐπισφραγιζομένη λόγον. αὐτοῦ τοιγαροῦν τοῦ τῶν ὅλων θεοῦ ταύτην αὐτῷ τὴν μαρτυρίαν", + "candidate_score": 0.672512, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_10_12", + "bdc_text": "hie schirm üch sampt befelhenden . Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 . Mai An den wolgelerten , fromm fürnämen unnd wysen herren an Heynrich Bullinger , diener deß worts gots zuͦ Zürich by dem Grossen Münster , minem günstigen , lieben herrn diener herren M. D. eam vale ,", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta009.pta-grc1_window_236", + "psc_text": "πάντα καὶ ἄλλα τούτοις ἀδελφὰ μυρία, περὶ ὧν ὁ αὐτὸς ἀπόστολος ὑπὲρ ἡμῶν ἐδεῖτο τοῦ θεοῦ, ἵνα ἐξισχύσωμεν καταλαβέσθαι σὺν πᾶσιν τοῖς ἁγίοις τί τὸ πλάτος καὶ μῆκος καὶ βάθος καὶ ὕψος, γνῶναί τε τὴν ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην τοῦ θεοῦ . καὶ αὐτὸς δὲ ὁ σωτὴρ ἡμῶν πλεῖστα ὅσα μυστήρια περὶ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν περί τε τῆς συντελείας τοῦ παντὸς περί τε τῶν ἐπαγγελιῶν ποτὲ μὲν διὰ παραβολῶν ποτὲ δὲ καὶ ἐν ἀπορρήτοις ἐξέφαινεν τοῖς αὐτοῦ μαθηταῖς, πρὸς οὓς ἔλεγεν ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τοῦ θεοῦ . ὧν οὐκ ἂν εὕροι τις τὰ ἴσα παρὰ Μωσεῖ ἢ παρὰ τοῖς λοιποῖς προφήταις. τί οὖν; ἐπεὶ μὴ τῷ Ἰουδαίων λαῷ παρεδόθη ταῦτα, εἰς ἐπιτήδειον καιρὸν φυλαττόμενα τῇ ἐκκλησίᾳ Χριστοῦ, παρὰ τοῦτο χρῆν ἡμᾶς τὴν δωρηθεῖσαν ἡμῖν χάριν ἀθετεῖν ἢ μειζόνως εὐχαριστεῖν τῷ τῆς τοσαύτης ἡμᾶς καταξιώσαντι γνώσεως; κατὰ τὸν αὐτὸν οὖν τρόπον καὶ τὰς περὶ τοῦ υἱοῦ διδασκαλίας ἐκ", + "candidate_score": 0.654379, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta009.pta-grc1_window_101", + "psc_text": "οὑ τὰ πάντα, καὶ εἷς κύριος Ἰησοῦς Χριστός, δι’ οὗ τὰ πάντα , δῆλός ἐστιν τὸν πρὸ τῆς ἐνσάρκου παρουσίας υἱὸν τοῦ θεοῦ δι’ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο, οὐ λόγον ὀνομάζων, ἀλλὰ κύριον Ἰησουν καὶ Χριστόν. ἀλλ’ εἰ κατὰ Μάρκελλον εἷς καὶ ὁ αὐτὸς ἦν ὁ θεὸς καὶ ὁ ἐν αὐτῷ λόγος, ἀπήρκει τῷ ἀποστόλῳ φάναι ἡμῖν εἷς θεὸς ὁ πατήρ, ἐξ οὗ τὰ πάντα. πλήρης γὰρ ἦν ἡ διάνοια καὶ ὁ λόγος αὐτοτελὴς τὸν θεὸν εἰσηγούμενος ποιητὴν τῶν ὅλων. ἀλλὰ τοῦτο καὶ Ἰουδαῖος ἂν εἴποι. ὁ δὲ τῆς ἐκκλησίας κῆρυξ πρὸς τῷ προτέρῳ καὶ τὸ δεύτερον μὴ ἀγνοεῖν διδάσκει· τί δὲ ἦν τοῦτο; καὶ εἷς κύριος Ἰησοῦς Χριστός . διὸ προστίθησιν τὸ δεύτερον ἑξῆς λέγων ἡμῖν (εἰ γὰρ καὶ μὴ πᾶσιν, ἀλλ’ ἡμῖν, φησίν) εἷς κύριος Ἰησοῦς Χριστός . διὰ τί δὲ μετὰ τὸν ἕνα θεὸν καὶ οὗτος ἡμῖν εἷς κύριος , παρίστησιν ἐπιλέγων δι’ οὗ τὰ πάντα ·", + "candidate_score": 0.65409, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_10_12", + "bdc_text": "hie schirm üch sampt befelhenden . Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 . Mai An den wolgelerten , fromm fürnämen unnd wysen herren an Heynrich Bullinger , diener deß worts gots zuͦ Zürich by dem Grossen Münster , minem günstigen , lieben herrn diener herren M. D. eam vale ,", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta009.pta-grc1_window_235", + "psc_text": "οἱ σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσίν ; οἷς οὐδὲ περὶ τῆς ἄνω Ἱερουσαλὴμ ἀνεκάλυπτον οἱ τοῦ θεοῦ προφῆται, ὥσπερ οὖν τῇ ἐκκλησίᾳ Χριστοῦ διασαφῶν καὶ τοὺς περὶ ταύτης λόγους ὁ Παῦλος ἐβόα λέγων ἡ δὲ ἄνω Ἰερουσαλὴμ ἐλευθέρα ἐστίν, ἥτις ἐστὶν μήτηρ ἡμῶν , καὶ προσεληλύθατε Σιὼν ὄρει καὶ πόλει θεοῦ ζῶντος, Ἱερουσαλὴμ ἐπουρανίῳ, καὶ μυριάσιν ἀγγέλων, πανηγύρει καὶ ἐκκλησίᾳ πρωτοτόκων ἀπογεγραμμένων ἐν οὐρανοῖς . λεγέτω πρὸς ταῦτα Μάρκελλος, εἰ οἷός τέ ἐστιν ἐκ τῶν παλαιῶν γραμμάτων τὴν τούτων προφέρειν διδασκαλίαν. εἰ δὲ μὴ εὑρίσκοι, τὴν αἰτίαν ἀποδιδότω δι’ ἣν σεσιώπητο τοῖς τοῦ θεοῦ προφήταις ταῦτά τε πάντα καὶ ἄλλα τούτοις ἀδελφὰ μυρία, περὶ ὧν ὁ αὐτὸς ἀπόστολος ὑπὲρ ἡμῶν ἐδεῖτο τοῦ θεοῦ, ἵνα ἐξισχύσωμεν καταλαβέσθαι σὺν πᾶσιν τοῖς ἁγίοις τί τὸ πλάτος καὶ μῆκος καὶ βάθος καὶ ὕψος, γνῶναί τε τὴν ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην τοῦ θεοῦ . καὶ αὐτὸς δὲ ὁ σωτὴρ ἡμῶν πλεῖστα ὅσα", + "candidate_score": 0.649982, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_0_2", + "bdc_text": "d . carissimo d. 1566 . Die genad unsers herren Jesu Christi sye mitt üch und der üweren Wolgelerter , eersamer , frommer zuͦ für nämer , unnder wyser allzytt .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta009.pta-grc1_window_236", + "psc_text": "πάντα καὶ ἄλλα τούτοις ἀδελφὰ μυρία, περὶ ὧν ὁ αὐτὸς ἀπόστολος ὑπὲρ ἡμῶν ἐδεῖτο τοῦ θεοῦ, ἵνα ἐξισχύσωμεν καταλαβέσθαι σὺν πᾶσιν τοῖς ἁγίοις τί τὸ πλάτος καὶ μῆκος καὶ βάθος καὶ ὕψος, γνῶναί τε τὴν ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην τοῦ θεοῦ . καὶ αὐτὸς δὲ ὁ σωτὴρ ἡμῶν πλεῖστα ὅσα μυστήρια περὶ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν περί τε τῆς συντελείας τοῦ παντὸς περί τε τῶν ἐπαγγελιῶν ποτὲ μὲν διὰ παραβολῶν ποτὲ δὲ καὶ ἐν ἀπορρήτοις ἐξέφαινεν τοῖς αὐτοῦ μαθηταῖς, πρὸς οὓς ἔλεγεν ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τοῦ θεοῦ . ὧν οὐκ ἂν εὕροι τις τὰ ἴσα παρὰ Μωσεῖ ἢ παρὰ τοῖς λοιποῖς προφήταις. τί οὖν; ἐπεὶ μὴ τῷ Ἰουδαίων λαῷ παρεδόθη ταῦτα, εἰς ἐπιτήδειον καιρὸν φυλαττόμενα τῇ ἐκκλησίᾳ Χριστοῦ, παρὰ τοῦτο χρῆν ἡμᾶς τὴν δωρηθεῖσαν ἡμῖν χάριν ἀθετεῖν ἢ μειζόνως εὐχαριστεῖν τῷ τῆς τοσαύτης ἡμᾶς καταξιώσαντι γνώσεως; κατὰ τὸν αὐτὸν οὖν τρόπον καὶ τὰς περὶ τοῦ υἱοῦ διδασκαλίας ἐκ", + "candidate_score": 0.648704, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_12", + "bdc_text": "Mai An den wolgelerten , fromm fürnämen unnd wysen herren an Heynrich Bullinger , diener deß worts gots zuͦ Zürich by dem Grossen Münster , minem günstigen , lieben herrn diener herren M. D. eam vale ,", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta009.pta-grc1_window_236", + "psc_text": "πάντα καὶ ἄλλα τούτοις ἀδελφὰ μυρία, περὶ ὧν ὁ αὐτὸς ἀπόστολος ὑπὲρ ἡμῶν ἐδεῖτο τοῦ θεοῦ, ἵνα ἐξισχύσωμεν καταλαβέσθαι σὺν πᾶσιν τοῖς ἁγίοις τί τὸ πλάτος καὶ μῆκος καὶ βάθος καὶ ὕψος, γνῶναί τε τὴν ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην τοῦ θεοῦ . καὶ αὐτὸς δὲ ὁ σωτὴρ ἡμῶν πλεῖστα ὅσα μυστήρια περὶ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν περί τε τῆς συντελείας τοῦ παντὸς περί τε τῶν ἐπαγγελιῶν ποτὲ μὲν διὰ παραβολῶν ποτὲ δὲ καὶ ἐν ἀπορρήτοις ἐξέφαινεν τοῖς αὐτοῦ μαθηταῖς, πρὸς οὓς ἔλεγεν ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τοῦ θεοῦ . ὧν οὐκ ἂν εὕροι τις τὰ ἴσα παρὰ Μωσεῖ ἢ παρὰ τοῖς λοιποῖς προφήταις. τί οὖν; ἐπεὶ μὴ τῷ Ἰουδαίων λαῷ παρεδόθη ταῦτα, εἰς ἐπιτήδειον καιρὸν φυλαττόμενα τῇ ἐκκλησίᾳ Χριστοῦ, παρὰ τοῦτο χρῆν ἡμᾶς τὴν δωρηθεῖσαν ἡμῖν χάριν ἀθετεῖν ἢ μειζόνως εὐχαριστεῖν τῷ τῆς τοσαύτης ἡμᾶς καταξιώσαντι γνώσεως; κατὰ τὸν αὐτὸν οὖν τρόπον καὶ τὰς περὶ τοῦ υἱοῦ διδασκαλίας ἐκ", + "candidate_score": 0.627233, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_12", + "bdc_text": "Mai An den wolgelerten , fromm fürnämen unnd wysen herren an Heynrich Bullinger , diener deß worts gots zuͦ Zürich by dem Grossen Münster , minem günstigen , lieben herrn diener herren M. D. eam vale ,", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta009.pta-grc1_window_258", + "psc_text": "λόγον αὐτοῦ καὶ ἰάσατο αὐτούς . Σολομῶν δὲ ζητήσουσίν με κακοί, καὶ οὐχ εὑρήσουσιν. ἐμίσησαν γὰρ σοφίαν, τὸν δὲ λόγον κυρίου οὐ προείλοντο . Ἡσαΐας τε ἐκ Σιὼν ἐξελεύσεται νόμος, καὶ λόγος κυρίου ἐξ Ἱερουσαλήμ . καὶ αὖθις Ἱερεμίας ᾐσχύνθησαν σοφοὶ φησὶν καὶ ἐπτοήθησαν καὶ ἑάλωσαν, ὅτι τὸν λόγον κυρίου ἀπεδοκίμασαν . καὶ Ὡσηὲ δὲ ὁ προφήτης ἐμίσησαν ἔφη ἐν πύλαις ἐλέγχοντα, καὶ λόγον ὅσιον ἐβδελύξαντο . Μιχαίας τε ὁμοίως καὶ αὐτὸς περὶ τοῦ λόγου μνημονεύων ἐκ Σιὼν ἔφη ἐξελεύσεται νόμος, καὶ λόγος κυρίου ἐξ Ἱερουσαλήμ . ταῦτα καὶ τὰ τούτοις ἀδελφὰ συναγαγὼν κρατύνειν διὰ τούτων τὴν ἑαυτοῦ δόξαν ἡγεῖται. ὅρα δὲ πῶς φύρας τὰς ἀπὸ τῆς θείας γραφῆς μαρτυρίας ὁμοῦ συνήγαγεν καὶ τὸν ἀποστελλόμενον τοῦ θεοῦ λόγον, τὸν σωτήριον καὶ ἰατικόν, καὶ τὸν τῶν πρακτέων παραγγελτικόν. τὸ γὰρ ἐμίσησαν ἐν πύλαις ἐλέγχοντα, καὶ λόγον ὅσιον ἐβδελύξαντο ποῖον ὑποτίθεται λόγον ἢ πάντως που τὸν περὶ τῶν ὁσίων καὶ δικαίων πράξεων", + "candidate_score": 0.622584, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_11", + "bdc_text": "Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta009.pta-grc1_window_44", + "psc_text": "σοφὸς κυβερνήτης τὸν κλῆρον παρὰ τοῦ πατρὸς ὑποδεδεγμένος, ἐπιβὰς τοῦ σύμπαντος κόσμου ἄνω τε πρὸς τὸν αὐτοῦ πατέρα βλέπων, ἄγει καὶ φέρει πηδαλιουχῶν τὸ πᾶν, οὐδὲ τὸ σμικρότατον τῶν δεομένων τῆς ἐξ αὐτοῦ χορηγίας παρορῶν οὐδ’ ὑπερφρονῶν τῶν βραχυτάτων· διὸ δὴ τοῖς πᾶσιν ἐπιπάρεστιν, ἑκάστῳ νέμων τὰ πρόσφορα, τῇ τε τῶν ὅλων θεραπείᾳ δίκην ἰατροῦ τὰ ἁρμόδια πρὸς σωτηρίαν ἐπαρκῶν. ὅθεν εἰκότως οὐδὲ τοῦ κατὰ ἄνθρωπον ὑπερεφρόνησεν βίου, ἀλλὰ καὶ πάλαι πρότερον τοῖς ἐξ αἰῶνος φιλοθέοις ἀνδράσιν τὴν ἐξ αὐτοῦ παρεῖχεν ἐπικουρίαν, ὧδε μὲν ἐν ἀνθρωπείῳ σχήματι τοῖς Ἑβραίων προπάτορσιν ἐπιφαινόμενος ὧδε δὲ τοῖς τούτων ἀπογόνοις ἁρμοδίους διαταττόμενος νόμους, ἤδη δὲ καὶ τοῖς μετέπειτα διὰ προφητῶν μελλούσης αὐτοῦ θεοφανείας ἅπασιν ἐκλάμψειν ἀνθρώποις ἐξεδίδου θεσπίσματα. ὡς δὲ ὁ τούτων παρήλαυνε χρόνος, ἔργοις ἐπλήρου παλαιῶν χρησμῶν ἀποτελέσματα, καὶ δὴ παρῆν λοιπὸν ἀναμὶξ τῷ θνητῷ βίῳ συναγελαζόμενος, αὐτός τε ἦν ὁ τοῦ θεοῦ μονογενὴς υἱὸς ὡς ἐν ἀγάλματι θείῳ, τῷ τοῦ σώματος ὀργάνῳ,", + "candidate_score": 0.613949, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 7, + "cf_id": "cf011", + "work_id": "pta0003.pta017.pta-grc1", + "max_score": 0.728965, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6_8", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich . Ich sampt von üweren auch einer gantzen gemeind zuͦ Züntig in den 24 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_221", + "psc_text": "πολυπραγμονεῖν μηδ’ ἐρωτᾶν περὶ πραγμάτων ζώντων τοὺς πάσης ζωῆς ἐστερημένους; μωρὸν γὰρ καὶ ἠλίθιον τοῦτό γε. Ἔχοντες οὖν τὸν τοῦ θεοῦ λόγον καὶ τὸν νόμον τὸν εὐαγγελικόν, εἰς βοήθειαν ὑμῖν δεδομένον, ἐξ αὐτοῦ μανθάνετε περὶ ὧν ἂν θέλοιτε καὶ τούτῳ στοιχεῖτε, ἐπεὶ μήποτε οἷόν τέ ἐστιν αὐτὸν δώροις ἐκστῆναι τοῦ ἀληθοῦς· οὐ γὰρ πέφυκε παρατρέπεσθαι χρήμασιν ὁ τοῦ θεοῦ νόμος, ὁποῖα φιλεῖ γίνεσθαι ἐν ταῖς τῶν δεισιδαιμόνων μαντείαις πολλὰ τῶν παρ’ αὐτοῖς γοήτων τεχναζομένων καὶ πιπρασκόντων πολλάκις οὓς ἀναπλάττουσι χρησμοὺς πρὸς ἀπάτην τῶν χρωμένων, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὁ τοῦ θεοῦ νόμος τοιοῦτος, ἀληθὴς δὲ ὢν αὐτὸς ὑμᾶς διδάξει τὴν περὶ πάντων ἀλήθειαν. εἰ δὲ τῷ νόμῳ τοῦ θεοῦ μὴ προσέχοιτε, ἥξει ἐφ’ ὑμᾶς σκληρὰ λιμός, καὶ ἔσται, ὡς ἂν πεινάσητε, λυπηθήσεσθε καὶ κακῶς ἐρεῖτε τὸν ἄρχοντα καὶ τὰ πάτρια, καὶ ἀναβλέψονται εἰς τὸν οὐρανὸν ἄνω καὶ εἰς τὴν γῆν κάτω ἐμβλέψονται, καὶ ἰδοὺ ἀπορία στενή, θλῖψις καὶ στενοχωρία καὶ σκότος,", + "candidate_score": 0.728965, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6_8", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich . Ich sampt von üweren auch einer gantzen gemeind zuͦ Züntig in den 24 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1551", + "psc_text": "προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων καὶ διωκόντων ὑμᾶς, ἵνα γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. οὕτω καὶ ἡ προφητεία παρακελεύεται, ὅπερ καὶ τὸ εὐαγγέλιον διδάσκει. πρὸς μὲν γὰρ τελείωσιν οὐκ ἐπαρκεῖ τὸ τρέμειν τὰ θεῖα λόγια καὶ διακεῖσθαι περὶ αὐτὰ σὺν εὐλαβείᾳ τῇ πάσῃ, πρὸς δὲ ἄκρας ἀρετῆς ἀνάληψιν οὕτω προσήκει ἀνεξικακίας εἰς ἄκρον ἐλαύνειν, ὡς τοὺς ἐχθροὺς μισοῦντας ἡμᾶς ἀδελφοὺς ὀνομάζειν καὶ τοὺς βδελυσσομένους ἡμᾶς μὴ ὡς πολεμίους ὁρᾶν, ἀλλὰ στέργειν καὶ ἀγαπᾶν ὡς γνησίους φίλους. οὕτω γὰρ ἔσεσθε, φησὶν ὁ σωτήρ, υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ὅστις ἀνατέλλει τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους καὶ βρέχει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθούς. ἡ δὲ προφητεία ταῦτά φησι· ποιεῖτε, ἵνα τὸ ὄνομα κυρίου δοξασθῇ καὶ ὀφθῇ ἐν τῇ εὐφροσύνῃ αὐτῶν, ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον· καὶ ὀψόμεθα ἐν τῇ εὐφροσύνῃ ὑμῶν· εἰ γὰρ ταῦτα πράττοιτε, ὑμῶν μὲν κατὰ τὸ τέλος τῶν ἀμοιβῶν εὐφροσύνη ἔκδηλος ἔσται τοῖς", + "candidate_score": 0.727023, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_221", + "psc_text": "πολυπραγμονεῖν μηδ’ ἐρωτᾶν περὶ πραγμάτων ζώντων τοὺς πάσης ζωῆς ἐστερημένους; μωρὸν γὰρ καὶ ἠλίθιον τοῦτό γε. Ἔχοντες οὖν τὸν τοῦ θεοῦ λόγον καὶ τὸν νόμον τὸν εὐαγγελικόν, εἰς βοήθειαν ὑμῖν δεδομένον, ἐξ αὐτοῦ μανθάνετε περὶ ὧν ἂν θέλοιτε καὶ τούτῳ στοιχεῖτε, ἐπεὶ μήποτε οἷόν τέ ἐστιν αὐτὸν δώροις ἐκστῆναι τοῦ ἀληθοῦς· οὐ γὰρ πέφυκε παρατρέπεσθαι χρήμασιν ὁ τοῦ θεοῦ νόμος, ὁποῖα φιλεῖ γίνεσθαι ἐν ταῖς τῶν δεισιδαιμόνων μαντείαις πολλὰ τῶν παρ’ αὐτοῖς γοήτων τεχναζομένων καὶ πιπρασκόντων πολλάκις οὓς ἀναπλάττουσι χρησμοὺς πρὸς ἀπάτην τῶν χρωμένων, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὁ τοῦ θεοῦ νόμος τοιοῦτος, ἀληθὴς δὲ ὢν αὐτὸς ὑμᾶς διδάξει τὴν περὶ πάντων ἀλήθειαν. εἰ δὲ τῷ νόμῳ τοῦ θεοῦ μὴ προσέχοιτε, ἥξει ἐφ’ ὑμᾶς σκληρὰ λιμός, καὶ ἔσται, ὡς ἂν πεινάσητε, λυπηθήσεσθε καὶ κακῶς ἐρεῖτε τὸν ἄρχοντα καὶ τὰ πάτρια, καὶ ἀναβλέψονται εἰς τὸν οὐρανὸν ἄνω καὶ εἰς τὴν γῆν κάτω ἐμβλέψονται, καὶ ἰδοὺ ἀπορία στενή, θλῖψις καὶ στενοχωρία καὶ σκότος,", + "candidate_score": 0.699972, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4_6", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_221", + "psc_text": "πολυπραγμονεῖν μηδ’ ἐρωτᾶν περὶ πραγμάτων ζώντων τοὺς πάσης ζωῆς ἐστερημένους; μωρὸν γὰρ καὶ ἠλίθιον τοῦτό γε. Ἔχοντες οὖν τὸν τοῦ θεοῦ λόγον καὶ τὸν νόμον τὸν εὐαγγελικόν, εἰς βοήθειαν ὑμῖν δεδομένον, ἐξ αὐτοῦ μανθάνετε περὶ ὧν ἂν θέλοιτε καὶ τούτῳ στοιχεῖτε, ἐπεὶ μήποτε οἷόν τέ ἐστιν αὐτὸν δώροις ἐκστῆναι τοῦ ἀληθοῦς· οὐ γὰρ πέφυκε παρατρέπεσθαι χρήμασιν ὁ τοῦ θεοῦ νόμος, ὁποῖα φιλεῖ γίνεσθαι ἐν ταῖς τῶν δεισιδαιμόνων μαντείαις πολλὰ τῶν παρ’ αὐτοῖς γοήτων τεχναζομένων καὶ πιπρασκόντων πολλάκις οὓς ἀναπλάττουσι χρησμοὺς πρὸς ἀπάτην τῶν χρωμένων, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὁ τοῦ θεοῦ νόμος τοιοῦτος, ἀληθὴς δὲ ὢν αὐτὸς ὑμᾶς διδάξει τὴν περὶ πάντων ἀλήθειαν. εἰ δὲ τῷ νόμῳ τοῦ θεοῦ μὴ προσέχοιτε, ἥξει ἐφ’ ὑμᾶς σκληρὰ λιμός, καὶ ἔσται, ὡς ἂν πεινάσητε, λυπηθήσεσθε καὶ κακῶς ἐρεῖτε τὸν ἄρχοντα καὶ τὰ πάτρια, καὶ ἀναβλέψονται εἰς τὸν οὐρανὸν ἄνω καὶ εἰς τὴν γῆν κάτω ἐμβλέψονται, καὶ ἰδοὺ ἀπορία στενή, θλῖψις καὶ στενοχωρία καὶ σκότος,", + "candidate_score": 0.699972, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5_7", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1228", + "psc_text": "διά τινα πλημμελήματα, δεικνύτω παρελθὼν εἰς μέσον, εἴ τις αἰτία ἢ πρόφασις ἐξ ἐμοῦ τῆς τοσαύτης κατ’ ἐμοῦ ὕβρεως γέγονεν. Εἰ δὴ βούλοιτό τις κρίνεσθαί μοι καὶ τοιοῦτό τι ἀπελέγχειν, ἐγγισάτω μοι, εἰς μέσον τε παρελθὼν στήτω καὶ ἐλεγχέτω. οὐδενὸς δὲ ἔχοντος μέμψιν ἐπαγαγεῖν μήτε τῇ διδασκαλίᾳ μήτε ταῖς πράξεσι ταῖς ὑπ’ ἐμοῦ πεπραγμέναις, εἰκότως ὁ μὲν ἐμὸς κύριος βοηθὸς ἐμοὶ παρέσται. ἐπαμύνοντος γάρ φησι τοῦ θεοῦ καὶ πατρὸς καὶ πᾶσαν ὑμῶν ἐπήρειαν ἀφανίζοντος καὶ τὴν ἐμὴν ἱστάντος δόξαν, τίς ἔσται τοσοῦτος ἐν ὑμῖν ὡς ἀντιτάξασθαι τῇ ἀνικήτῳ βουλῇ καὶ κακῶσαι δύνασθαι τὸν παρ’ αὐτοῦ βοηθούμενον; οὐκοῦν εἴπερ τινὲς ἦσαν νουνεχεῖς οἱ γραμματεῖς τε καὶ Φαρισαῖοι, ἀπόσχοιντο ἂν τῶν κατ’ αὐτοῦ σκεμμάτων τε καὶ ἐγχειρημάτων διὰ προφητῶν ἁγίων προεγνωκότες, ὡς οὐκ ἂν ἰσχύσειαν ἀδικῆσαι Χριστὸν θεὸν ὄντα καὶ κύριον καὶ υἱὸν ἀληθινὸν τοῦ πατρός. Ὑμεῖς δὲ πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσεσθε, καὶ σὴς καταφάγεται ὑμᾶς, ἢ καὶ εὐρὼς κατὰ τὸν Σύμμαχον,", + "candidate_score": 0.696441, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_62", + "psc_text": "μέλλοντας οἰκήσειν τὴν χώραν ἀποτεινόμενός φησιν εἰσέρχεσθαι εἰς τὰς πέτρας καὶ κρύπτεσθαι εἰς τὴν γῆν ἀπὸ προσώπου τοῦ φόβου κυρίου καὶ ἀπὸ τῆς δόξης τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, ὅταν ἀναστῇ θραῦσαι τὴν γῆν. οἱ γὰρ ὀφθαλμοὶ κυρίου ὑψηλοί, ὁ δὲ ἄνθρωπος ταπεινός· καὶ ταπεινωθήσεται τὸ ὕψος τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὑψωθήσεται κύριος μόνος ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ· ταῦτα γὰρ ἡγοῦμαι περὶ τῆς ἡμέρας τῆς κρίσεως λέγεσθαι, διὸ οὐ περὶ μόνον Ἰουδαίων ὁ λόγος τὰ παρόντα θεσπίζει, καθολικῶς δὲ περὶ πάντων τῶν τοιῶνδε ἀνθρώπων. ἐπιλέγει δ’ οὖν ἑξῆς· ἡμέρα γὰρ κυρίου σαβαὼθ ἐπὶ πάντα ὑβριστὴν καὶ ὑπερήφανον καὶ ἐπὶ πάντα ὑψηλὸν καὶ μετέωρον, καὶ ταπεινωθήσονται· σαφῶς γὰρ διὰ τούτων καθολικὴν εἰσάγει κατὰ πάντων τῶν ἀσεβῶν κρίσιν. διόπερ οὔτε ἡ Ἑβραϊκὴ ἀνάγνωσις οὔτε οἱ λοιποὶ ἑρμηνευταὶ τὸ καὶ νῦν εἰρήκασιν, ὅπερ ἐν τῇ παρ’ ἡμῖν ἀναγνώσει φέρεται, καθ’ ἣν εἴρηται· καὶ νῦν εἰσέρχεσθε εἰς τὰς πέτρας καὶ κρύπτεσθε, ἐπεὶ μὴ περὶ τοῦ ἐνεστῶτος καιροῦ", + "candidate_score": 0.654633, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_139", + "psc_text": "σεραφεὶμ εὐφημοῦντα ἐβόα, ἀλλ’ ὅτι καὶ πᾶσα ἡ γῆ πλήρης ἔσεσθαι ἔμελλεν τῆς δόξης αὐτοῦ· προγνώσει γὰρ τοῦ μέλλοντος ὑπερεθαύμαζον. ὃ δὴ καὶ ἀκολούθως τοῖς θεσπίσμασιν ἐτελεῖτο μετὰ τὴν εἰς ἀνθρώπους τοῦ σωτῆρος ἡμῶν πάροδον· ἐξ ἐκείνου γὰρ ὡς ἀληθῶς πᾶσιν ἐγνώσθη τοῖς ἔθνεσιν καὶ εἰς πᾶσαν ἐκηρύχθη τὴν γῆν, οὐ μόνον ἡ γνῶσις, ἀλλὰ καὶ ἡ δόξα τῆς περὶ αὐτοῦ θεολογίας. ἐπειδὴ γὰρ ἑώρων αὐτοῦ τὴν δόξαν ἐπὶ γῆς μέλλουσαν ἐκλάμπειν μηδὲν δὲ ἀπὸ τῆς γεώδους καὶ φθαρτῆς οὐσίας ζημιουμένην, εἰκότως ἀνεβόων τό· Ἅγιος ἅγιος ἅγιος κύριος σαβαώθ, οὐχ ἅπαξ τὸν ἁγιασμὸν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ πολλάκις, μᾶλλον δὲ εἰς ἀναρίθμητον καὶ εἰς ἄπειρον καὶ εἰς ἀεὶ ὑπερεκπληττόμενα. διὸ ἕτερος πρὸς τὸν ἕτερον ἐκεκράγει ἐμφαίνων ὁ καθ’ εἷς τῷ πλησίον τὸ ἑαυτοῦ θαῦμα. καὶ ἐπήρθη τὸ ὑπέρθυρον. ἐπὶ ταύτῃ τῇ βοῇ τὸ ὑπέρθυρον τοῦ ναοῦ ἐπήρθη, καὶ ὁ οἶδος ἐνεπλήσθη καπνοῦ, ἀπορρήτως αἰνιττομένου τοῦ λόγου, ὡς ἄρα πληρουμένης πάσης τῆς", + "candidate_score": 0.653066, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_10_12", + "bdc_text": "hie schirm üch sampt befelhenden . Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 . Mai An den wolgelerten , fromm fürnämen unnd wysen herren an Heynrich Bullinger , diener deß worts gots zuͦ Zürich by dem Grossen Münster , minem günstigen , lieben herrn diener herren M. D. eam vale ,", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_60", + "psc_text": "ἐν ᾧ οὐ μόνον τοὺς ὑπερηφάνους καὶ ἐπηρμένους ἄνδρας ἡ τοῦ κυρίου μετήρχετο ἡμέρα, ἀλλὰ καὶ τὰ τῆς χώρας κάλλη τῶν πολεμίων τὰ πάντα δῃούντων καὶ ἀφανιζόντων ὡς καὶ πύργους καταβαλεῖν καὶ τείχη καθαιρεῖν καὶ τὰ ὑψηλὰ πάντα συγκόπτειν. εἰ δὲ καὶ πραγματείαις ἐχρῶντο ταῖς διὰ θαλάσσης τινὲς καὶ τούτων τὰς ναῦς ἀπελάμβανον οἱ πολέμιοι, πανταχόθεν γοῦν τότε ἐταπείνουν καὶ διήρπαζον τὸ Ἰουδαίων ἔθνος, ἐπεὶ μὴ τῷ προφήτῃ παρακαλοῦντι καὶ λέγοντι· δεῦτε καὶ πορευθῶμεν τῷ φωτὶ κυρίου, παρέσχον ἑαυτοὺς πειθηνίους. προλέγει δὲ ταῦτα ὁ προφήτης μαρτυρόμενος τὴν μέλλουσαν αὐτοὺς καταλήψεσθαι ὀργήν, εἰ μὴ παραδέξοιντο φῶς κυρίου. κατὰ τὸ αὐτὸ δὲ θεσπίζει καθαίρεσιν ἔσεσθαι τῆς ἐν ἀνθρώποις εἰδωλολατρίας, μόνον δὲ παρὰ τοῖς πᾶσιν ὑψοῦσθαι τὸν κύριον παντὸς ὑψώματος ἐπαιρομένου κατὰ τῆς γνώσεως τοῦ θεοῦ ταπεινουμένου. Ἡγοῦμαι τὸν προφήτην διὰ τῶν ἔμπροσθεν ἀποδυσπετοῦντα ἐφ’ οἷς ἐθέσπισεν περὶ τῶν ἀλλοφύλων τῶν μελλόντων οἰκεῖν τὴν χώραν τοῦ Ἰουδαίων ἔθνους, αὐτήν τε τὴν Ἰερουσαλὴμ κατέχειν", + "candidate_score": 0.650614, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_10_12", + "bdc_text": "hie schirm üch sampt befelhenden . Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 . Mai An den wolgelerten , fromm fürnämen unnd wysen herren an Heynrich Bullinger , diener deß worts gots zuͦ Zürich by dem Grossen Münster , minem günstigen , lieben herrn diener herren M. D. eam vale ,", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_874", + "psc_text": "καθεῖλε τὸ ἱερὸν καὶ τοὺς ἐν αὐτῷ λειτουργοῦντας ἱερεῖς, ὅπως τε τὴν τοῦ πάσχα ἐπετέλεσεν ἑορτὴν ὡς μαρτυρεῖσθαι, ὅτι ἀπὸ ἡμερῶν Σολομῶντος υἱοῦ Δαυὶδ βασιλέως Ἰσραὴλ οὐκ ἐγένετο τοιαύτη ἑορτὴ ἐν Ἰερουσαλὴμ καὶ ὡς ἐξέκοψε τὰ ἄλση καὶ κατέσπασε τὰ ὑψηλὰ καὶ τοὺς βουνοὺς καὶ πᾶσαν τὴν ἐν τοῖς ἔμπροσθεν χρόνοις ἐπιπολάσασαν καθ’ ὅλης τῆς Ἰουδαίας εἰδωλολατρίαν καὶ ὡς ἐποίησε τὸ καλὸν καὶ ἀληθὲς ἐνώπιον κυρίου τοῦ θεοῦ καὶ ἐν παντὶ ἔργῳ, ᾧ ἤρξατο ἐν ἐργασίᾳ, ἐν οἴκῳ κυρίου καὶ ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἐν τοῖς προστάγμασιν ἐζήτησε τὸν θεὸν αὐτοῦ ἐξ ὅλης ψυχῆς αὐτοῦ ἐποίησε καὶ εὐωδώθη. ταῦτα καὶ τούτοις ἀδελφὰ μυρία μαρτυρήσασα περὶ αὐτοῦ ἡ γραφὴ ἐπιλέγει· καὶ μετὰ τοὺς λόγους τούτους καὶ τὴν ἀλήθειαν ταύτην ἦλθε Σεναχηρεὶμ βασιλεὺς Ἀσσυρίων ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ παρενέβαλεν ἐπὶ τὰς πόλεις τὰς τειχήρεις καὶ εἶπε προκαταλαβέσθαι αὐτάς. εἶτα διδάσκει, ὡς ὁ Ἑζεκίας καίτοι πεποιθὼς ἐπὶ τὸν θεὸν ὅμως οὐκ ἠμέλει τῆς", + "candidate_score": 0.649971, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_10_12", + "bdc_text": "hie schirm üch sampt befelhenden . Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 . Mai An den wolgelerten , fromm fürnämen unnd wysen herren an Heynrich Bullinger , diener deß worts gots zuͦ Zürich by dem Grossen Münster , minem günstigen , lieben herrn diener herren M. D. eam vale ,", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_364", + "psc_text": "οἱ καταλεχθέντες συνεχῶς αὐτοῖς ἐπανιστάμενοι· καὶ ποτὲ μὲν τὴν Ἰερουσαλὴμ πορθοῦντες, ποτὲ δὲ τὴν χώραν αὐτῶν δῃοῦντες. διόπερ ὁ λόγος τοὺς πολιορκουμένους ἀναγκαίως ἐδίδασκε τὰ συμβησόμενα τοῖς αὐτὸν πολιορκοῦσιν. Τὰ προλεχθέντα περὶ τῆς καθολικῆς τοῦ θεοῦ κρίσεως διελθὼν ἔτι καὶ ταῦτα προστίθησιν ὁ λόγος τὰ συμβησόμενα τοῖς καθ’ ὅλης τῆς οἰκουμένης ἀσεβέσι διδάσκων καὶ τὰ ἐπελευσόμενα τοῖς τῶν ἐθνῶν ἀθέως καὶ τυραννικῶς ἄρξασιν. ἦσαν δὲ οὗτοι ὑπερήφανοι καὶ ἐπηρμένοι τινὲς οἱ κατὰ καιροὺς καὶ χρόνους τῶν ἐπὶ γῆς κρατήσαντες, περὶ ὧν φησι· καὶ ἀπολῶ ὕβριν ἀνόμων καὶ ὕβριν ὑπερηφάνων ταπεινώσω. ἀντὶ δὲ τοῦ· καὶ ἔσονται οἱ καταλελειμμένοι ἔντιμοι, ὁ Σύμμαχος· τιμιώσω ἄνδρα φησὶν ὑπὲρ τὸ χρυσίον καὶ ἄνθρωπον ὑπὲρ τὸν λίθον τὸν ἐκ Σουφείρ· σπάνιον γάρ φησιν ἔσεσθαι τὸν εὑρεθησόμενον ἐν αὐτοῖς, ἄξιον τῆς τοῦ ἀνδρὸς προσηγορίας. Ἀλλ’ οὐδὲ ὁ σῴζων τὸν κατὰ φύσιν λογικὸν ἄνθρωπον παρ’ αὐτοῖς εὑρεθήσεται· θηριώδεις γάρ τινες ἦσαν οὗτοι καὶ ἀπηγριωμένοι τοὺς τρόπους, ὡς καὶ", + "candidate_score": 0.647576, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_10_12", + "bdc_text": "hie schirm üch sampt befelhenden . Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 . Mai An den wolgelerten , fromm fürnämen unnd wysen herren an Heynrich Bullinger , diener deß worts gots zuͦ Zürich by dem Grossen Münster , minem günstigen , lieben herrn diener herren M. D. eam vale ,", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1407", + "psc_text": "βάθει τῶν λέξεων ἐναποκεκρυμμένον νοῦν, περὶ δὲ μόνην τὴν λέξιν ἀσχολούμενοι ὥσπερ τινὰ τοῖχον ἐοίκασι ψηλαφᾶν. τούτου χάριν ἑξῆς ἐπιλέγει· ψηλαφήσουσιν ὡς τυφλοὶ τοῖχον καὶ ὡς οὐχ ὑπαρχόντων ὀφθαλμῶν ψηλαφήσουσι, καὶ τούτοις συνάπτει λέγων· πεσοῦνται ἐν μεσημβρίᾳ ὡς ἐν μεσονυκτίῳ καὶ ὡς ἀποθνῄσκοντες· κατὰ γὰρ τὸν καιρὸν τοῦ τῶν ἐθνῶν μεσημβρινοῦ φωτὸς ταῖς σωτηρίοις καὶ εὐαγγελικαῖς αὐγαῖς τῆς ἐκκλησίας τοῦ θεοῦ καταλαμπομένης μόνοι αὐτοὶ ὡς ἂν τὰ πρὸς θάνατον ἡμαρτηκότες πεπτώκασι καὶ ὥσπερ ἐν μεσονυκτίῳ διάγουσι. Καὶ στενάξουσι δέ φησιν ὡς ἄρκος καὶ ὡς περιστερὰ ἅμα πορεύσονται· οἱ γὰρ στεναγμοὶ αὐτῶν, εἰ μὲν κατὰ λόγον ἐγίνοντο ὑπὲρ ὧν τετολμήκασι κατὰ τοῦ σωτῆρος, ἐπωφελεῖς ἐγένοντο ἄν. χρὴ γὰρ αὐτοὺς καὶ πενθεῖν καὶ στενάζειν καὶ ἀποδύρεσθαι καὶ δακρύειν, ὧν ἐξέχεον αἱμάτων ἕνεκα. ἐπεὶ δὲ τοῦτο μὲν οὐ προσποιοῦνται, τὴν δὲ πόλιν τὴν αἰσθητήν, λέγω δὲ τὴν Ἰερουσαλήμ, ἀποκλαίονται καὶ τὴν πτῶσιν αὐτῆς στενάζουσιν ἀλόγως, εἰκότως θηρίῳ ἀγρίῳ παρεβλήθησαν. διὸ λέλεκται· καὶ στενάξουσιν", + "candidate_score": 0.647408, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_10_12", + "bdc_text": "hie schirm üch sampt befelhenden . Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 . Mai An den wolgelerten , fromm fürnämen unnd wysen herren an Heynrich Bullinger , diener deß worts gots zuͦ Zürich by dem Grossen Münster , minem günstigen , lieben herrn diener herren M. D. eam vale ,", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_658", + "psc_text": "τῷ ἠγαπημένῳ ἐν κέρατι ἐν τόπῳ πίονι. ὃν καὶ διασαφῶν τίς ποτε εἴη, ἑξῆς ἐπῆγε τό· ὁ γὰρ ἀμπελὼν κυρίου σαβαὼθ οἶκος τοῦ Ἰσραήλ ἐστιν. ἦν οὖν ποτε καλὸς οὗτος καὶ ἐπιθύμημα ἦν, ὅτε ἦν μερὶς κυρίου λαὸς αὐτοῦ Ἰακώβ, καὶ σχοίνισμα κληρονομίας αὐτοῦ Ἰσραήλ. εἰ γοῦν ἀναδράμοι τις τῇ διανοίᾳ ἐπὶ τοὺς χρόνους, καθ’ οὓς ἔπραττε βασιλεύοντος †φέρε Δαυὶδ ἢ ἄλλου τινὸς τῶν μεμαρτυρημένων ἐπὶ δικαιοσύνῃ ὄψεται, ὅπως καλὸς ἦν ὡς καὶ ἐπιθύμημα αὐτὸν λέγεσθαι. κεκόσμητο γοῦν προφήταις καὶ πνευματικοῖς ἀνδράσιν, ἱερατικῷ τε ἀξιώματι καὶ ἀρχιερατικῇ τιμῇ καὶ ἔτι πρὸς τούτοις ἀγγέλων ἐπιφανείαις, αὐτῇ τε τοῦ κυρίου ἐπισκοπῇ. Νυνὶ δὲ ὁ λόγος καὶ ταύτης ἐξάρχειν διδάσκει λέγουσαν αὐτὴν περὶ ἑαυτῆς τὴν ἐν τῷ ἀμπελῶνι πόλιν· ἐγὼ πόλις ὀχυρά, πόλις πολιορκουμένη· καὶ γὰρ ἦν ὡς ἀληθῶς ὀχυρά ποτε πόλις, ὅτε φραγμὸν περιεβέβλητο καὶ κεχαράκωτο ὡς πανταχόθεν αὐτὴν ἠσφαλίσθαι, οὕτω τε ἦν ὀχυρά, ὡς μηδὲν καταβλάπτεσθαι πολιορκουμένην, ἀλλὰ ποτὲ μὲν ἦν", + "candidate_score": 0.645692, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_9_11", + "bdc_text": "Datum in yl am pfengstimmontag , an64 . hie schirm üch sampt befelhenden . Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1391", + "psc_text": "ἀποστόλων καὶ προφητῶν, ἀλλὰ καὶ κληθήσῃ Οἰκοδόμος φραγμῶν· φραγμοὺς δὲ οἰκοδομεῖ ὁ περιφράττων καὶ περιτειχίζων διαλεκτικαῖς ἀποδείξεσι τὰ ἐκκλησιαστικὰ δόγματα· ὁ δὲ τὰ δοκοῦντα προσκόμματα ἐκ τῶν θείων ἀναγνωσμάτων περιαιρῶν διὰ τοῦ σαφηνίζειν τὰ λεγόμενα, οὗτός ἐστιν ὁ τοὺς ἀνὰ μέσον τῶν τρίβων λίθους περιαιρῶν. Πρὸς τούτοις φησὶν ἅπασιν· ἐὰν ἀποστρέψῃς ἀπὸ τῶν σαββάτων τὸν πόδα σου τοῦ μὴ ποιεῖν τὰ θελήματά σου ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἁγίᾳ καὶ καλέσῃς τὰ σάββατα τρυφερά, ἅγια τῷ θεῷ, οὐκ ἀρεῖς τὸν πόδα σου ἐπ’ ἔργῳ οὐδὲ λαλήσεις λόγον ἐν ὀργῇ ἐκ τοῦ στόματός σου, καὶ ἔσῃ πεποιθὼς ἐπὶ κύριον. εἰ γὰρ μετὰ πάντων ἐκείνων καὶ τὰ σάββατα φυλάττοις, οὕτως ὡς ὁ λόγος ὑπαγορεύει, τότε σοὶ ἔσται καὶ αὐτὰ ἀναγκαῖα. ὑποβάλλει δὲ ὁ λόγος μὴ τὰ θελήματα πράττειν ἑαυτῶν μέθαις καὶ κραιπάλῃ σχολάζοντας, ἐν ἁγιασμῷ δὲ καὶ καθαρότητι διάγοντας, οὕτω καὶ τὴν ἡμέραν ἁγιάζειν, τρυφεράν τε αὐτὴν καὶ ἄλυπον διὰ τῆς ἐν αὐτῇ", + "candidate_score": 0.639168, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_12", + "bdc_text": "Mai An den wolgelerten , fromm fürnämen unnd wysen herren an Heynrich Bullinger , diener deß worts gots zuͦ Zürich by dem Grossen Münster , minem günstigen , lieben herrn diener herren M. D. eam vale ,", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_624", + "psc_text": "τῆς ἐπουρανίου Ἰερουσαλὴμ τὴν χώραν καὶ τὸ μέγα πλάτος ὧδέ πη σημαίνων, ἵν’ ὁ μὲν τόπος νοῆται Ἰουδαία, τὸ δ’ ἐν αὐτῇ θεοσεβὲς πολίτευμα τῶν θείων καὶ εὐαγγελικῶν πνευμάτων ἡ τοῦ θεοῦ πόλις· ἔνθα γενόμενοι τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ᾄσονται τὸ ᾆσμα τὸ ἐπιλεγόμενον. ποῖον δὲ ᾆσμα ᾄσονται οἱ διὰ τῆς προφητείας δηλούμενοι, ἐντεῦθεν ἤδη τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον διὰ τοῦ προφήτου παραδίδωσιν ἐξ αὐτῶν ἐκείνων προσώπου θεσπίζον καὶ λέγον· Ἰδοὺ πόλις ὀχυρὰ τὸ σωτήριον ἡμῶν· οὐ γὰρ ἦν ἡ κάτω ἐπὶ γῆς πόλις ὀχυρὰ πολλάκις ὑπὸ πολεμίων ἁλοῦσα, αὕτη δὲ ἀληθῶς ὀχυρὰ τοῦ θεοῦ τυγχάνει πόλις, καὶ τοῦτ’ ἔστι τὸ σωτήριον ἡμῶν. κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον ἐροῦσιν οἱ ᾄδοντες τὸ ᾆσμα· Πόλιν ἰσχυρὰν ἔχομεν, κατὰ δὲ τὸν Ἀκύλαν· πόλις κράτους ἡμῖν σωτήριον, ἡ δὲ Ἑβραϊκὴ λέξις ἀντὶ τοῦ σωτηρίαν καὶ ἀντὶ τοῦ σωτήριον τὸ ὄνομα Ἰησοῦ λευκῶς οὕτως περιέχει, αὐτοῖς γράμμασιν οἷς ὁ σωτὴρ ἡμῶν Ἑβραϊκῶς γράφεται· αὐτὸς οὖν ἔσται", + "candidate_score": 0.623429, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_12", + "bdc_text": "Mai An den wolgelerten , fromm fürnämen unnd wysen herren an Heynrich Bullinger , diener deß worts gots zuͦ Zürich by dem Grossen Münster , minem günstigen , lieben herrn diener herren M. D. eam vale ,", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1407", + "psc_text": "βάθει τῶν λέξεων ἐναποκεκρυμμένον νοῦν, περὶ δὲ μόνην τὴν λέξιν ἀσχολούμενοι ὥσπερ τινὰ τοῖχον ἐοίκασι ψηλαφᾶν. τούτου χάριν ἑξῆς ἐπιλέγει· ψηλαφήσουσιν ὡς τυφλοὶ τοῖχον καὶ ὡς οὐχ ὑπαρχόντων ὀφθαλμῶν ψηλαφήσουσι, καὶ τούτοις συνάπτει λέγων· πεσοῦνται ἐν μεσημβρίᾳ ὡς ἐν μεσονυκτίῳ καὶ ὡς ἀποθνῄσκοντες· κατὰ γὰρ τὸν καιρὸν τοῦ τῶν ἐθνῶν μεσημβρινοῦ φωτὸς ταῖς σωτηρίοις καὶ εὐαγγελικαῖς αὐγαῖς τῆς ἐκκλησίας τοῦ θεοῦ καταλαμπομένης μόνοι αὐτοὶ ὡς ἂν τὰ πρὸς θάνατον ἡμαρτηκότες πεπτώκασι καὶ ὥσπερ ἐν μεσονυκτίῳ διάγουσι. Καὶ στενάξουσι δέ φησιν ὡς ἄρκος καὶ ὡς περιστερὰ ἅμα πορεύσονται· οἱ γὰρ στεναγμοὶ αὐτῶν, εἰ μὲν κατὰ λόγον ἐγίνοντο ὑπὲρ ὧν τετολμήκασι κατὰ τοῦ σωτῆρος, ἐπωφελεῖς ἐγένοντο ἄν. χρὴ γὰρ αὐτοὺς καὶ πενθεῖν καὶ στενάζειν καὶ ἀποδύρεσθαι καὶ δακρύειν, ὧν ἐξέχεον αἱμάτων ἕνεκα. ἐπεὶ δὲ τοῦτο μὲν οὐ προσποιοῦνται, τὴν δὲ πόλιν τὴν αἰσθητήν, λέγω δὲ τὴν Ἰερουσαλήμ, ἀποκλαίονται καὶ τὴν πτῶσιν αὐτῆς στενάζουσιν ἀλόγως, εἰκότως θηρίῳ ἀγρίῳ παρεβλήθησαν. διὸ λέλεκται· καὶ στενάξουσιν", + "candidate_score": 0.617707, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 8, + "cf_id": "cf025", + "work_id": "077_Gregorius-I_Dialogi", + "max_score": 0.72884, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6_8", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich . Ich sampt von üweren auch einer gantzen gemeind zuͦ Züntig in den 24 .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_991", + "psc_text": "φαγεῖν αὐτὸν οὐ δύναμαι. Ἐμὲ γὰρ ὃν θεωρεῖς, ποτὲ τοῦ τόπου τούτου κύριος ὑπῆρχον. Ἀλλὰ διὰ τὰ πταίσματά μου ἐνθάδε κατεδικάσθην. Ἐὰν δέ μοι τί παρασχεῖν θέλῃς, τὸν ἄρτον τοῦτον ὑπὲρ ἐμοῦ τῷ παντοδυνάμῳ Θεῷ προσένεγκαι, καὶ ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν μου πρόσευξαι. Τότε δὲ ἐπακουσθῆναι γίνωσκε, ἐὰν ἐπὶ τὸ λούσασθαι ἐλθὼν, ἐμὲ ἐνθάδε μὴ εὕρῃς. Ταῦτα δὲ εἰπὼν ἀφανὴς γέγονε. Καὶ ὅστις ἄνθρωπος εἶναι ἐθεωρεῖτο, ἀφανὴς γενόμενος, ἐγνώσθη ὅτι πνεῦμα ὑπῆρχεν. Ὁ δὲ αὐτὸς πρεσβύτερος ἑβδομάδα ἡμερῶν ἑαυτὸν ἐπίμονος ἐν δάκρυσιν ὑπὲρ αὐτοῦ συνέσφιγξε, σωτήριον θυσίαν καθ' ἡμέραν τῷ Θεῷ προσέθυσε, μετέπειτα εἰς τὰ θερμὰ ὑποστρέψας, οὐδαμῶς αὐτὸν τοῦ λοιποῦ ἐκεῖσε εὗρεν. 466 Ἐκ τούτου οὖν δείκνυται πόσον ταῖς ψυχαῖς συμβάλλεται ἡ τῆς ἱερᾶς θυσίας προσφορὰ, ὁπόταν ταύτην καὶ αὐτὰ τῶν τεθνεώτων τὰ πνεύματα παρὰ τῶν ζώντων αἰτοῦνται. Καὶ διὰ σημείων μηνύουσιν, ὅτι δι' αὐτῆς τῶν πταισμάτων λυτροῦνται. Οὐδὲ τοῦτο δὲ παρασιωπῆσαι νομίζω, ὅπερ ἐν τῷ ἐμῷ μοναστηρίῳ πρὸ ταύτης", + "candidate_score": 0.72884, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6_8", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich . Ich sampt von üweren auch einer gantzen gemeind zuͦ Züntig in den 24 .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_990", + "psc_text": "ἡμέρᾳ εἰς τὰ θερμὰ ἀπερχόμενος, ἐν ἑαυτῷ διαλογισάμενος ἐκείνῳ τῷ τοιούτῳ πόθῳ διακονεῖν νίψειν ἀνθρώπῳ τῷ εἰωθότι, οὐκ ὤφειλον κενὸς ὀφθῆναι. Ἀλλ' εἴτι οὖν δῶρον βαστάσαι αὐτῷ χρεία. Δύο οὖν μεθ' ἑαυτοῦ προσφορὰς λαβὼν ὁ πρεσβύτερος, ἐπορεύθη. Ἐν ᾧ τόπῳ οὖν παραγενόμενος, αὖθις τὸν ἄνθρωπον εὗρε. Κατὰ δὲ τὸ ἔθος ἐν πᾶσι τὴν ὑπουργίαν ἐπετέλει. Ἔλουσε μὲν καὶ ὡς λοιπὸν ὑπῆρχεν ἐνδυόμενος ἤθελεν ἐξέρχεσθαι, ἅσπερ μεθ' ἑαυτοῦ προσφορὰς ἐβάσταζε τῷ ὑπουργοῦντι αὐτῷ ἀνδρὶ εὐλογίας χάριν ἐπέδωκε, παρακαλῶν ἀγάπης χάριν αὐτὸν ὑποδέξασθαι. Ἐκεῖνος δὲ πενθῶν καὶ θλιβόμενος ἀπεκρίθη, λέγων· Ἐμοὶ, πάτερ, ταῦτα διὰ τί παρέχεις; οὗτος ὁ ἄρτος ἅγιος ἐστι, κἀγὼ φαγεῖν αὐτὸν οὐ δύναμαι. Ἐμὲ γὰρ ὃν θεωρεῖς, ποτὲ τοῦ τόπου τούτου κύριος ὑπῆρχον. Ἀλλὰ διὰ τὰ πταίσματά μου ἐνθάδε κατεδικάσθην. Ἐὰν δέ μοι τί παρασχεῖν θέλῃς, τὸν ἄρτον τοῦτον ὑπὲρ ἐμοῦ τῷ παντοδυνάμῳ Θεῷ προσένεγκαι, καὶ ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν μου πρόσευξαι. Τότε δὲ ἐπακουσθῆναι γίνωσκε, ἐὰν ἐπὶ τὸ λούσασθαι", + "candidate_score": 0.727238, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_3_5", + "bdc_text": "Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_991", + "psc_text": "φαγεῖν αὐτὸν οὐ δύναμαι. Ἐμὲ γὰρ ὃν θεωρεῖς, ποτὲ τοῦ τόπου τούτου κύριος ὑπῆρχον. Ἀλλὰ διὰ τὰ πταίσματά μου ἐνθάδε κατεδικάσθην. Ἐὰν δέ μοι τί παρασχεῖν θέλῃς, τὸν ἄρτον τοῦτον ὑπὲρ ἐμοῦ τῷ παντοδυνάμῳ Θεῷ προσένεγκαι, καὶ ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν μου πρόσευξαι. Τότε δὲ ἐπακουσθῆναι γίνωσκε, ἐὰν ἐπὶ τὸ λούσασθαι ἐλθὼν, ἐμὲ ἐνθάδε μὴ εὕρῃς. Ταῦτα δὲ εἰπὼν ἀφανὴς γέγονε. Καὶ ὅστις ἄνθρωπος εἶναι ἐθεωρεῖτο, ἀφανὴς γενόμενος, ἐγνώσθη ὅτι πνεῦμα ὑπῆρχεν. Ὁ δὲ αὐτὸς πρεσβύτερος ἑβδομάδα ἡμερῶν ἑαυτὸν ἐπίμονος ἐν δάκρυσιν ὑπὲρ αὐτοῦ συνέσφιγξε, σωτήριον θυσίαν καθ' ἡμέραν τῷ Θεῷ προσέθυσε, μετέπειτα εἰς τὰ θερμὰ ὑποστρέψας, οὐδαμῶς αὐτὸν τοῦ λοιποῦ ἐκεῖσε εὗρεν. 466 Ἐκ τούτου οὖν δείκνυται πόσον ταῖς ψυχαῖς συμβάλλεται ἡ τῆς ἱερᾶς θυσίας προσφορὰ, ὁπόταν ταύτην καὶ αὐτὰ τῶν τεθνεώτων τὰ πνεύματα παρὰ τῶν ζώντων αἰτοῦνται. Καὶ διὰ σημείων μηνύουσιν, ὅτι δι' αὐτῆς τῶν πταισμάτων λυτροῦνται. Οὐδὲ τοῦτο δὲ παρασιωπῆσαι νομίζω, ὅπερ ἐν τῷ ἐμῷ μοναστηρίῳ πρὸ ταύτης", + "candidate_score": 0.708237, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5_7", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_991", + "psc_text": "φαγεῖν αὐτὸν οὐ δύναμαι. Ἐμὲ γὰρ ὃν θεωρεῖς, ποτὲ τοῦ τόπου τούτου κύριος ὑπῆρχον. Ἀλλὰ διὰ τὰ πταίσματά μου ἐνθάδε κατεδικάσθην. Ἐὰν δέ μοι τί παρασχεῖν θέλῃς, τὸν ἄρτον τοῦτον ὑπὲρ ἐμοῦ τῷ παντοδυνάμῳ Θεῷ προσένεγκαι, καὶ ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν μου πρόσευξαι. Τότε δὲ ἐπακουσθῆναι γίνωσκε, ἐὰν ἐπὶ τὸ λούσασθαι ἐλθὼν, ἐμὲ ἐνθάδε μὴ εὕρῃς. Ταῦτα δὲ εἰπὼν ἀφανὴς γέγονε. Καὶ ὅστις ἄνθρωπος εἶναι ἐθεωρεῖτο, ἀφανὴς γενόμενος, ἐγνώσθη ὅτι πνεῦμα ὑπῆρχεν. Ὁ δὲ αὐτὸς πρεσβύτερος ἑβδομάδα ἡμερῶν ἑαυτὸν ἐπίμονος ἐν δάκρυσιν ὑπὲρ αὐτοῦ συνέσφιγξε, σωτήριον θυσίαν καθ' ἡμέραν τῷ Θεῷ προσέθυσε, μετέπειτα εἰς τὰ θερμὰ ὑποστρέψας, οὐδαμῶς αὐτὸν τοῦ λοιποῦ ἐκεῖσε εὗρεν. 466 Ἐκ τούτου οὖν δείκνυται πόσον ταῖς ψυχαῖς συμβάλλεται ἡ τῆς ἱερᾶς θυσίας προσφορὰ, ὁπόταν ταύτην καὶ αὐτὰ τῶν τεθνεώτων τὰ πνεύματα παρὰ τῶν ζώντων αἰτοῦνται. Καὶ διὰ σημείων μηνύουσιν, ὅτι δι' αὐτῆς τῶν πταισμάτων λυτροῦνται. Οὐδὲ τοῦτο δὲ παρασιωπῆσαι νομίζω, ὅπερ ἐν τῷ ἐμῷ μοναστηρίῳ πρὸ ταύτης", + "candidate_score": 0.705192, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_991", + "psc_text": "φαγεῖν αὐτὸν οὐ δύναμαι. Ἐμὲ γὰρ ὃν θεωρεῖς, ποτὲ τοῦ τόπου τούτου κύριος ὑπῆρχον. Ἀλλὰ διὰ τὰ πταίσματά μου ἐνθάδε κατεδικάσθην. Ἐὰν δέ μοι τί παρασχεῖν θέλῃς, τὸν ἄρτον τοῦτον ὑπὲρ ἐμοῦ τῷ παντοδυνάμῳ Θεῷ προσένεγκαι, καὶ ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν μου πρόσευξαι. Τότε δὲ ἐπακουσθῆναι γίνωσκε, ἐὰν ἐπὶ τὸ λούσασθαι ἐλθὼν, ἐμὲ ἐνθάδε μὴ εὕρῃς. Ταῦτα δὲ εἰπὼν ἀφανὴς γέγονε. Καὶ ὅστις ἄνθρωπος εἶναι ἐθεωρεῖτο, ἀφανὴς γενόμενος, ἐγνώσθη ὅτι πνεῦμα ὑπῆρχεν. Ὁ δὲ αὐτὸς πρεσβύτερος ἑβδομάδα ἡμερῶν ἑαυτὸν ἐπίμονος ἐν δάκρυσιν ὑπὲρ αὐτοῦ συνέσφιγξε, σωτήριον θυσίαν καθ' ἡμέραν τῷ Θεῷ προσέθυσε, μετέπειτα εἰς τὰ θερμὰ ὑποστρέψας, οὐδαμῶς αὐτὸν τοῦ λοιποῦ ἐκεῖσε εὗρεν. 466 Ἐκ τούτου οὖν δείκνυται πόσον ταῖς ψυχαῖς συμβάλλεται ἡ τῆς ἱερᾶς θυσίας προσφορὰ, ὁπόταν ταύτην καὶ αὐτὰ τῶν τεθνεώτων τὰ πνεύματα παρὰ τῶν ζώντων αἰτοῦνται. Καὶ διὰ σημείων μηνύουσιν, ὅτι δι' αὐτῆς τῶν πταισμάτων λυτροῦνται. Οὐδὲ τοῦτο δὲ παρασιωπῆσαι νομίζω, ὅπερ ἐν τῷ ἐμῷ μοναστηρίῳ πρὸ ταύτης", + "candidate_score": 0.700454, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4_6", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_991", + "psc_text": "φαγεῖν αὐτὸν οὐ δύναμαι. Ἐμὲ γὰρ ὃν θεωρεῖς, ποτὲ τοῦ τόπου τούτου κύριος ὑπῆρχον. Ἀλλὰ διὰ τὰ πταίσματά μου ἐνθάδε κατεδικάσθην. Ἐὰν δέ μοι τί παρασχεῖν θέλῃς, τὸν ἄρτον τοῦτον ὑπὲρ ἐμοῦ τῷ παντοδυνάμῳ Θεῷ προσένεγκαι, καὶ ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν μου πρόσευξαι. Τότε δὲ ἐπακουσθῆναι γίνωσκε, ἐὰν ἐπὶ τὸ λούσασθαι ἐλθὼν, ἐμὲ ἐνθάδε μὴ εὕρῃς. Ταῦτα δὲ εἰπὼν ἀφανὴς γέγονε. Καὶ ὅστις ἄνθρωπος εἶναι ἐθεωρεῖτο, ἀφανὴς γενόμενος, ἐγνώσθη ὅτι πνεῦμα ὑπῆρχεν. Ὁ δὲ αὐτὸς πρεσβύτερος ἑβδομάδα ἡμερῶν ἑαυτὸν ἐπίμονος ἐν δάκρυσιν ὑπὲρ αὐτοῦ συνέσφιγξε, σωτήριον θυσίαν καθ' ἡμέραν τῷ Θεῷ προσέθυσε, μετέπειτα εἰς τὰ θερμὰ ὑποστρέψας, οὐδαμῶς αὐτὸν τοῦ λοιποῦ ἐκεῖσε εὗρεν. 466 Ἐκ τούτου οὖν δείκνυται πόσον ταῖς ψυχαῖς συμβάλλεται ἡ τῆς ἱερᾶς θυσίας προσφορὰ, ὁπόταν ταύτην καὶ αὐτὰ τῶν τεθνεώτων τὰ πνεύματα παρὰ τῶν ζώντων αἰτοῦνται. Καὶ διὰ σημείων μηνύουσιν, ὅτι δι' αὐτῆς τῶν πταισμάτων λυτροῦνται. Οὐδὲ τοῦτο δὲ παρασιωπῆσαι νομίζω, ὅπερ ἐν τῷ ἐμῷ μοναστηρίῳ πρὸ ταύτης", + "candidate_score": 0.700454, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 9, + "cf_id": "cf011", + "work_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1", + "max_score": 0.727216, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6_8", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich . Ich sampt von üweren auch einer gantzen gemeind zuͦ Züntig in den 24 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_17", + "psc_text": "αὐτοῖς ἐπαιωροῦντες βαρὺν καὶ συγκύπτειν τὴν ψυχὴν ἐπὶ τὸ κάτω ποιοῦντες, δεσμοῖς τε αὐτοὺς ἀσεβείας καταδεσμοῦντες· τούτων ἁπάντων τὴν δυναστείαν φεύγειν παρακελεύεται· προσφεύγειν δὲ τῷ λυτρωτῇ καὶ σωτῆρι, τῷ δὴ κλῆρον αὐτοὺς παρὰ τοῦ ἰδίου πατρὸς εἰληφότι. ταῦτα δὲ, φησὶ, πράξωμεν οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ κληρονομίας ἄξιοι γενόμενοι, εἰδότες, ὅτι ὁ κατοικῶν ἐν οὐρανοῖς ἐκγελάσεται αὐτοὺς, τὰ ἔθνη δηλαδὴ καὶ τοὺς λαοὺς τοὺς ἐπαναστάντας τῷ Χριστῷ αὐτοῦ, καὶ ὁ κύριος ἐκμυκτηριεῖ αὐτούς. ταῦτα πάλαι μὲν προφητικῶς ἀνεφωνεῖτο· πέπονθε δὲ αὐτὰ τὸ Ἰουδαίων ἔθνος πολιορκηθὲν παραχρῆμα μετὰ τὴν κατὰ τοῦ σωτῆρος ἐπιβουλήν· καὶ κατὰ χρόνους δὲ οἱ τῆς ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ πολέμιοι, κρυφαίᾳ ἀεὶ χειρὶ πολεμούμενοι, ὑπὸ τοῦ κατοικοῦντος ἐν οὐρανοῖς κυρίου, τοῦ πρὸς αὐτῶν πολεμουμένου. Τότε λαλήσει πρὸς αὐτοὺς ἐν ὀργῇ αὐτοῦ, καὶ ἐν τῷ θυμῷ αὐτοῦ ταράξει αὐτούς. ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ τῆς κρίσεως καιρῷ ὀργῆς θεοῦ πειραθήσονται, καὶ τῷ θυμῷ αὐτοῦ ταραχθήσονται πάντες οἱ τοῦ σωτηρίου λόγου πολέμιοι.", + "candidate_score": 0.727216, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_3_5", + "bdc_text": "Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_175", + "psc_text": "διὰ χειλέων δολίων προσφερομένης, διὰ δὲ γλώττης κεκαθαρμένης καὶ τὰ θεῖα λόγια μελετᾷν εἰθισμένης ἐνωτίζεται ὁ θεός. διὸ ἐπὶ μὲν τῆς δικαιοσύνης εἰσάκουσον ἐλέγετο, ἐπὶ δὲ τῆς δεήσεως πρόσχες· ἐπὶ δὲ τῆς διὰ χειλέων προφερομένης φωνῆς ἐνώτισαι. τρία γοῦν ᾐτήσατο διὰ τῶν προκειμένων προτάξας τῶν δύο τὸ κρεῖττον. Ἐδοκίμασας τὴν καρδίαν μου, ἐπεσκέψω νυκτός· ἐπύρωσάς με, καὶ οὐχ εὑρέθη ἐν ἐμοὶ ἀδικία. Ὡς τὴν ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν ὑπερβαίνει ἡ τῶν προκειμένων διάνοια. τίς γὰρ καυχήσεται ἁγνὴν ἔχειν καρδίαν; καὶ τίς παρρησιάζεται λέγων καθαρὸς εἶναι ἀπὸ ἁμαρτιῶν; μόνῳ τοιγαροῦν ἁρμόζοι αὐτῷ Χριστῷ λέγειν τὰ προκείμενα. μήποτε δὲ τὴν εἰς τὸν ᾅδην κάθοδο�� καὶ τὸν ἐν τῷ θανάτῳ χῶρον νύκτα κέκληκεν ἐπὶ τοῦ πάροντος; εἰ γὰρ καὶ ἐν νυκτὶ γέγονεν ἐν τῷ καιρῷ τῶν πειρατηρίων καὶ ἐν τῷ σκοτεινῷ καὶ ἀφεγγεῖ τόπῳ τοῦ θανάτου· ἀλλὰ δοκιμασθεὶς ἐπισκοπῆς τῆς παρὰ τοῦ πατρὸς ἠξίωται διὰ τῆς ἀναστάσεως, καὶ ταύτης τετύχηκεν. ἐπειδήπερ, οἷα χρυσὸς ἐν πυρὶ", + "candidate_score": 0.715322, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_175", + "psc_text": "διὰ χειλέων δολίων προσφερομένης, διὰ δὲ γλώττης κεκαθαρμένης καὶ τὰ θεῖα λόγια μελετᾷν εἰθισμένης ἐνωτίζεται ὁ θεός. διὸ ἐπὶ μὲν τῆς δικαιοσύνης εἰσάκουσον ἐλέγετο, ἐπὶ δὲ τῆς δεήσεως πρόσχες· ἐπὶ δὲ τῆς διὰ χειλέων προφερομένης φωνῆς ἐνώτισαι. τρία γοῦν ᾐτήσατο διὰ τῶν προκειμένων προτάξας τῶν δύο τὸ κρεῖττον. Ἐδοκίμασας τὴν καρδίαν μου, ἐπεσκέψω νυκτός· ἐπύρωσάς με, καὶ οὐχ εὑρέθη ἐν ἐμοὶ ἀδικία. Ὡς τὴν ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν ὑπερβαίνει ἡ τῶν προκειμένων διάνοια. τίς γὰρ καυχήσεται ἁγνὴν ἔχειν καρδίαν; καὶ τίς παρρησιάζεται λέγων καθαρὸς εἶναι ἀπὸ ἁμαρτιῶν; μόνῳ τοιγαροῦν ἁρμόζοι αὐτῷ Χριστῷ λέγειν τὰ προκείμενα. μήποτε δὲ τὴν εἰς τὸν ᾅδην κάθοδον καὶ τὸν ἐν τῷ θανάτῳ χῶρον νύκτα κέκληκεν ἐπὶ τοῦ πάροντος; εἰ γὰρ καὶ ἐν νυκτὶ γέγονεν ἐν τῷ καιρῷ τῶν πειρατηρίων καὶ ἐν τῷ σκοτεινῷ καὶ ἀφεγγεῖ τόπῳ τοῦ θανάτου· ἀλλὰ δοκιμασθεὶς ἐπισκοπῆς τῆς παρὰ τοῦ πατρὸς ἠξίωται διὰ τῆς ἀναστάσεως, καὶ ταύτης τετύχηκεν. ἐπειδήπερ, οἷα χρυσὸς ἐν πυρὶ", + "candidate_score": 0.711553, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4_6", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_175", + "psc_text": "διὰ χειλέων δολίων προσφερομένης, διὰ δὲ γλώττης κεκαθαρμένης καὶ τὰ θεῖα λόγια μελετᾷν εἰθισμένης ἐνωτίζεται ὁ θεός. διὸ ἐπὶ μὲν τῆς δικαιοσύνης εἰσάκουσον ἐλέγετο, ἐπὶ δὲ τῆς δεήσεως πρόσχες· ἐπὶ δὲ τῆς διὰ χειλέων προφερομένης φωνῆς ἐνώτισαι. τρία γοῦν ᾐτήσατο διὰ τῶν προκειμένων προτάξας τῶν δύο τὸ κρεῖττον. Ἐδοκίμασας τὴν καρδίαν μου, ἐπεσκέψω νυκτός· ἐπύρωσάς με, καὶ οὐχ εὑρέθη ἐν ἐμοὶ ἀδικία. Ὡς τὴν ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν ὑπερβαίνει ἡ τῶν προκειμένων διάνοια. τίς γὰρ καυχήσεται ἁγνὴν ἔχειν καρδίαν; καὶ τίς παρρησιάζεται λέγων καθαρὸς εἶναι ἀπὸ ἁμαρτιῶν; μόνῳ τοιγαροῦν ἁρμόζοι αὐτῷ Χριστῷ λέγειν τὰ προκείμενα. μήποτε δὲ τὴν εἰς τὸν ᾅδην κάθοδον καὶ τὸν ἐν τῷ θανάτῳ χῶρον νύκτα κέκληκεν ἐπὶ τοῦ πάροντος; εἰ γὰρ καὶ ἐν νυκτὶ γέγονεν ἐν τῷ καιρῷ τῶν πειρατηρίων καὶ ἐν τῷ σκοτεινῷ καὶ ἀφεγγεῖ τόπῳ τοῦ θανάτου· ἀλλὰ δοκιμασθεὶς ἐπισκοπῆς τῆς παρὰ τοῦ πατρὸς ἠξίωται διὰ τῆς ἀναστάσεως, καὶ ταύτης τετύχηκεν. ἐπειδήπερ, οἷα χρυσὸς ἐν πυρὶ", + "candidate_score": 0.711553, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_3_5", + "bdc_text": "Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_189", + "psc_text": "ὠδῖνες θανάτου, καὶ χείμαρροι ἀνομίας ἐξετάραξάν με· ὠδῖνες ᾅδου περιεκύκλωσάν με, προέφθασάν με παγίδες θανάτου. καὶ ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐπεκαλεσάμην τὸν κύριον καὶ πρὸς τὸν θεόν μου ἐκέκραξα· ἤκουσεν ἐκ ναοῦ ἁγίου αὐτοῦ φωνῆς μου, καὶ ἡ κραυγή μου ἐνώπιον αὐτοῦ εἰσελεύσεται εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ. Διδάσκει διὰ τούτων, τίνα τρόπον καὶ ὑπὸ τῶν χειμάρρων τῆς ἀνομίας ταρασσόμενος καὶ τὰ λοιπὰ τὰ προειρημένα πάσχων ᾔσθετο αὑτοῦ κινδυνεύοντος ἐπὶ τὸν λιμένα τῆς ἑαυτοῦ σωτηρίας κατέφευγε. διό φησιν· ἐν τῷ θλίβεσθαι ἐπεκαλεσάμην τὸν κύριον, καὶ πρὸς τὸν θεόν μου ἐκέκραξα. εἶτα διδάσκει, ὡς οὐκ ἠστόχησε τοῦ σκοποῦ τοιαῦτα πιστεύσας· ἡ γὰρ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει. διὸ ἐπιφέρει· ἤκουσεν ἐκ ναοῦ ἁγίου αὐτοῦ φωνῆς μου, καὶ ἡ κραυγή μου ἐνώπιον αὐτοῦ εἰσελεύσεται εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ. ναὸν δὲ θεοῦ ἐν τούτοις ποῖον χρὴ νοεῖν λέγεσθαι ὑπὸ τοῦ Δαυῒδ, μήπω τοῦ ἐν Ἱεροσολύμοις οἴκου κατεσκευασμένου ἢ πάντως που τὴν ἐπουράνιον πόλιν τοῦ θεοῦ καὶ", + "candidate_score": 0.708041, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_3_5", + "bdc_text": "Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_630", + "psc_text": "τῆς χάριτος καὶ τοῦ ἐλέου τοῦ θεοῦ· ἀναπεμπάζετο γὰρ διὰ τούτων καὶ ἀνεπόλα τὰ πρότερον αὐτῷ συμβεβηκότα κακά. ἡ γοῦν μνήμη τῶν παλαιῶν κακῶν φυλακτικωτέρους ἡμᾶς ἀπεργάζεται πρὸς τὸ μὴ αὖθις τοῖς αὐτοῖς περιπεσεῖν· ἀλλὰ καὶ τῆς μεταβολῆς τῆς ἀπὸ τῶν χειρόνων ἐπὶ τὰ βελτίω ἡ ἀνάμνησις εὐχαρίστους ἡμᾶς ἀπεργάζεται καὶ συντεταμένους μᾶλλον εἰς προσοχήν. εἰκότως τοίνυν ἐπαναλαμβάνει τὴν τῶν προτέρων αὐτοῦ ἀνομιῶν μνήμην διδάσκει τε ὡς τοὺς τῆς ψυχῆς ὀφθαλμοὺς καιρῷ τινι συνεκάλυψαν αἱ ἀνομίαι αὐτοῦ δίκην ἀχλύος τῷ τῆς διανοίας βλεπτικῷ ἐπιχυθεῖσαι. Τὰ δὲ λοιπὰ τοῖς προειρημένοις ἀκολούθως· εὐδόκησον, κύριε, τοῦ ῥύσασθαί με· κύριε, εἰς τὸ βοηθῆσαί μοι πρόσχες. καταισχυνθείησαν καὶ ἐντραπείησαν ἅμα οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου τοῦ ἐξᾶραι αὐτήν, ἀποστραφείησαν εἰς τὰ ὀπίσω καὶ καταισχυνθείησαν οἱ θέλοντές μοι κακά, κομισάσθωσαν παραχρῆμα αἰσχύνην αὐτῶν οἱ λέγοντές μοι· εὖγε, εὖγε. ἔτι καὶ νῦν αἴσθεται πολλῶν περὶ αὐτὸν ἐχθρῶν ἐπικειμένων τῇ αὐτοῦ ψυχῇ, καὶ περὶ τούτων τὴν προκειμένην εὐχὴν", + "candidate_score": 0.704197, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_324", + "psc_text": "δοκίμασόν με, κύριε, καὶ πείρασόν με· πύρωσον τοὺς νεφρούς μου καὶ τὴν καρδίαν μου, ἀλλ’ ὡς ἐν εὐχῇ παρακαλῶν ὑπὸ τοῦ θεοῦ καθαρθῆναι διὰ τῆς πυρώσεως, εἰ δέοιτο καθάρσεως. παρακαλεῖ τοίνυν δοκιμασθῆναι καὶ πειρασθῆναι τὴν προλεχθεῖσαν αὑτοῦ ἀρετήν, καθ’ ἢν διαπρέψας ἀποδέδεικται οὐκ ἐφ’ ἑαυτῷ πεποιθώς, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ τοῦ θεοῦ ἐλέῳ. οὕτω γοῦν, φησί, διὰ παντὸς σὲ τὸν θεὸν καὶ τὸν σὸν ἔλεον πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχων πάντα τὸν ἐμαυτοῦ βίον καὶ πάσας μου τὰς πράξεις ἐπαιδαγώγουν ὡς εὐαρεστῆσαι ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου. οὐ γὰρ μεθ’ ὑποκρίσεως, ἀλλ’ ἐν ἀληθείᾳ περιεπάτησα καὶ ἀνεστράφην μόνῳ τῷ θεῷ εὐαρεστῆσαι σπουδάζων. Οὐκ ἐκάθισα μετὰ συνεδρίου ματαιότητος καὶ μετὰ παρανομούντων οὐ μὴ εἰσέλθω· ἐμίσησα ἐκκλησίαν πονηρευομένων καὶ μετὰ ἀσεβῶν οὐ μὴ καθίσω. Εἴ που τοίνυν συνήρχοντο κατὰ τὸ αὐτὸ ἄνδρες οὐ σπουδαῖοι οὐδ’ ἐπὶ σπουδαίοις πράγμασι συνεδρεύοντες, ἐπὶ ματαίοις δὲ καὶ οὐκ ἀναγκαίοις ποιούμενοι τὴν σύνοδον· τούτους, φησίν, ἔφευγον ὥστε μὴ συμπεριπλέκεσθαι αὐτῶν τῇ", + "candidate_score": 0.699649, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4_6", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_324", + "psc_text": "δοκίμασόν με, κύριε, καὶ πείρασόν με· πύρωσον τοὺς νεφρούς μου καὶ τὴν καρδίαν μου, ἀλλ’ ὡς ἐν εὐχῇ παρακαλῶν ὑπὸ τοῦ θεοῦ καθαρθῆναι διὰ τῆς πυρώσεως, εἰ δέοιτο καθάρσεως. παρακαλεῖ τοίνυν δοκιμασθῆναι καὶ πειρασθῆναι τὴν προλεχθεῖσαν αὑτοῦ ἀρετήν, καθ’ ἢν διαπρέψας ἀποδέδεικται οὐκ ἐφ’ ἑαυτῷ πεποιθώς, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ τοῦ θεοῦ ἐλέῳ. οὕτω γοῦν, φησί, διὰ παντὸς σὲ τὸν θεὸν καὶ τὸν σὸν ἔλεον πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχων πάντα τὸν ἐμαυτοῦ βίον καὶ πάσας μου τὰς πράξεις ἐπαιδαγώγουν ὡς εὐαρεστῆσαι ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου. οὐ γὰρ μεθ’ ὑποκρίσεως, ἀλλ’ ἐν ἀληθείᾳ περιεπάτησα καὶ ἀνεστράφην μόνῳ τῷ θεῷ εὐαρεστῆσαι σπουδάζων. Οὐκ ἐκάθισα μετὰ συνεδρίου ματαιότητος καὶ μετὰ παρανομούντων οὐ μὴ εἰσέλθω· ἐμίσησα ἐκκλησίαν πονηρευομένων καὶ μετὰ ἀσεβῶν οὐ μὴ καθίσω. Εἴ που τοίνυν συνήρχοντο κατὰ τὸ αὐτὸ ἄνδρες οὐ σπουδαῖοι οὐδ’ ἐπὶ σπουδαίοις πράγμασι συνεδρεύοντες, ἐπὶ ματαίοις δὲ καὶ οὐκ ἀναγκαίοις ποιούμενοι τὴν σύνοδον· τούτους, φησίν, ἔφευγον ὥστε μὴ συμπεριπλέκεσθαι αὐτῶν τῇ", + "candidate_score": 0.699649, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5_7", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_303", + "psc_text": "θεῷ μου πεποιθὼς πολλῇ παρρησίᾳ χρώμενος. ὁ πάντων μὲν τῶν αἰσθητῶν καὶ ὁρωμένων καταφρονήσας, ἐπὶ δὲ τὸν ἀσώματον καὶ ἀόρατον θεὸν τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἐπάρας, ὡς ἂν ἴδιον ἑαυτοῦ κτῆμα γενόμενον τὸν θεὸν ἐπικαλεῖσθαι θαρρεῖ· διὸ λέγει· ὁ θεός μου, ἐπὶ σοὶ πέποιθα. καὶ τὰ παρ’ ἐμοῦ μέν, φησὶ, ταῦτα. λοιπὸν δὲ εὐχῆς μοι δεῖ καὶ τῆς παρὰ σοῦ τοῦ θεοῦ συνεργείας πρὸς τὸ μὴ ἐκπεσεῖν τοῦ σκοποῦ μηδ’ ὥσπερ ἀφ’ ὑψηλῆς ἀκρωρείας πεσόντα ἀπορραγῆναι. διὸ δέομαι καὶ ἱκετεύω μὴ καταισχυνθῆναι μηδὲ καταγελασθῆναι ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν μου· ταῦτα δέ μοι ἔσται ἐκ τῆς σῆς τοῦ θεοῦ μου βοηθείας. τὰ μὲν γὰρ πρῶτα ἐξ ἐμῆς ἦν προαιρέσεως τὸ ἄγειν καὶ φέρειν τὴν ἐμαυτοῦ ψυχήν,ὅπη καὶ βούλομαι· τὰ δὲ δεύτερα τῆς σῆς ἀντιλήψεως καὶ συνεργείας δεῖται. Αἰσχυνθήτωσαν οἱ ἀνομοῦντες δια κενῆς. τὰς ὁδούς σου, κύριε, γνώρισόν μοι καὶ τὰς τρίβους σου δίδαξόν με. ὁδήγησόν με ἐπὶ τὴν ἀλήθειάν σου καὶ δίδαξόν με,", + "candidate_score": 0.694449, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_302", + "psc_text": "συγγεγραμμένοι· διὸ παρὰ τοῖς λοιποῖς ἑρμηνευταῖς τοῦ Δαυῒδ προγέγραπται· εἰκότως φήσομεν διδασκαλίαν περιέχειν τῆς πρὸς τὸν θεὸν ἐξομολογήσεως, ᾗ πρῶτος μὲν αὐτὸς ὁ Δαυῒδ ἐχρήσατο, ἔπειτα δὲ καὶ ἡμῖν παραδέδωκε παιδεύων ὅπως, χρὴ νοσήσαντα τὴν ἑαυτῶν θεραπεύειν ψυχὴν δι’ ἐξομολογήσεως. Ἐπὶ σοὶ πέποιθα· μὴ κατασχυνθείην, μηδὲ καταγελασάτωσάν μου οἱ ἐχθροί μου. Ταῦτά φησιν ὡσανεὶ ἐπάρας εἰς ὕψος μεταθείς τε καὶ μετεωρίσας τῶν τῇδε πραγμάτων τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἄνω τε πλησίον αὐτὴν τοῦ θεοῦ τῇ διαθέσει καταστήσας δι’ ἀποστροφῆς μὲν τῶν θνητῶν καὶ ἀνθρωπίνων, ἐπιστροφῆς δὲ γνησίας τῆς πρὸς αὐτόν. ἔπειτά φησι· τοῦτο πεποίηκα, οὐκ ἐμαυτῷ θαρρῶν, ἀλλ’ ἐπὶ σοὶ τῷ θεῷ μου πεποιθὼς πολλῇ παρρησίᾳ χρώμενος. ὁ πάντων μὲν τῶν αἰσθητῶν καὶ ὁρωμένων καταφρονήσας, ἐπὶ δὲ τὸν ἀσώματον καὶ ἀόρατον θεὸν τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἐπάρας, ὡς ἂν ἴδιον ἑαυτοῦ κτῆμα γενόμενον τὸν θεὸν ἐπικαλεῖσθαι θαρρεῖ· διὸ λέγει· ὁ θεός μου, ἐπὶ σοὶ πέποιθα. καὶ τὰ παρ’ ἐμοῦ μέν, φησὶ, ταῦτα.", + "candidate_score": 0.607085, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_471", + "psc_text": "με· ἀνταπεδίδοσάν μοι πονηρὰ ἀντὶ ἀγαθῶν, καὶ ἀτεκνίαν τῇ ψυχῇ μου , ἐκ προσώπου λεχθείη ἂν τοῦ Ἀβιμέλεχ. καὶ ταῦτα δὲ εἰκὸς εἰρηκέναι τὸν Δαυίδ· αὐτοῦ γὰρ ἐπιγέγραπται ὁ ψαλμὸς ἀποστολικῇ διαθέσει λέξοντος ἄν· τίς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τίς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι; καί· παθόντος ἑνὸς μέλους συμπάσχει πάντα τὰ μέλη . Καὶ ἄλλος δὲ παρὰ ταῦτα μάρτυρας μὲν ἀδίκους εἴποι ἄν τις πάντας τοὺς ἐνδιαβάλλοντας τὸν Δαυὶδ παρὰ τοῦ Σαούλ· τότε μὲν γὰρ οἱ Ζιφαῖοι ἔλεγον ἐλθόντες· ἰδοὺ Δαυὶδ κέκρυπται παρ’ ἡμῖν , καὶ ἄλλοτε ἄλλους εἰκὸς κεχαρισμένα τῷ βασιλεῖ πράττοντας πολλὰ κατ’ αὐτοῦ ψευδομαρτυρεῖν καὶ ἃ μὴ ἐγίνωσκεν μηδὲ διενοεῖτο, ταῦτα κατ’ αὐτοῦ λέγειν. τὸ δ’ ἀνταπεδίδοσάν μοι πονηρὰ ἀντὶ ἀγαθῶν, δύναται εἰς αὐτὸν ἀναφέρεσθαι. ἐπειδὴ πολλάκις εὖ παθὼν ὑπὸ τοῦ Δαυὶδ ὁ Σαοὺλ τοῖς ἐναντίοις αὐτὸν ἠμείβετο, δεινὰ κατὰ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ μηχανώμενος, καὶ ἀτεκνίαν ἐμποιῶν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ. ἀτεκνία δὲ ψυχῆς ἐστιν, ὅταν τὰ", + "candidate_score": 0.598853, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_265", + "psc_text": "Ἑβραϊκῷ τοῦ πρόσχες μοι, ὃ δὴ κατὰ μόνους τοὺς Ἑβδομήκοντα προσέκειτο τῷ πρώτῳ στίχῳ, ἀκριβῶς καὶ ὑπὸ τῆς φωνῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν παραλέλειπται. Μακρὰν ἀπὸ τῆς σωτηρίας μου οἱ λόγοι τῶν παραπτωμάτων μου. Καὶ θέα, τίνα τρόπον ἐν πᾶσι τούτοις οὐδαμοῦ παραπτωμάτων ἐμνημόνευσαν οἱ λοιποὶ ἑρμηνευταί· οὐδὲ γὰρ ἥρμοζε παραπτώματα ἐφαρμόζειν τῷ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν προσώπῳ, ὃς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ. Ὑπέρ τε τῶν κλαυθμῶν καὶ θρήνων ἄξια πραττόντων ἐν τῷ λαῷ, ὑπὲρ δὲ τοῦ ἀποστόλου ἑαυτοῦ Ἰούδα τοῦ ἐξολισθήσαντος καὶ τῆς οἰκείας ἀξίας ἀποπεσόντος, ὀδυρόμενος διετέλει βοῶν· μακρὰν ἀπὸ τῆς σωτηρίας μου οἱ λόγοι τῶν ὀδυρμῶνμου. οἱ γὰρ λόγοι, φησίν, τῶν ἐμῶν τῶν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ πάντοτε γινομένων τῆς ἐμῆς σωτηρίας μακρὰν γεγόνασιν οὐδὲν ὀφεληθέντος τοῦ λαοῦ ἀπὸ τῆς ἐξ ἐμοῦ προξενηθείσης αὐτοῖς σωτηρίας. Ἀκύλας· ῥήματα βρυχήματός μου· Σύμμαχος· οἱ λόγοι τῶν ὀδυρμῶν μου· ἡ πέμπτη ἔκδοσις· οἱ λόγοι τῆς βοήσεώς μου. ἐπὶ", + "candidate_score": 0.592465, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_553", + "psc_text": "τῷ Δαυίδ , ἐν δὲ τῷ παρόντι τούτων μὲν οὐδέν, μόνον δέ ὁ ψαλμὸς τῷ Δαυὶδ εἰς ἀνάμνησιν λέλεκται δέδεικται . ἥ γε μὴν προσθήκη ἡ εἰς ἀνάμνησιν ἔοικεν ἀναπέμπειν ἡμᾶς τῆς εἰς τῆν ἐν τῷ ἕκτῳ προγραφῆς προγραφὴν ὥστε ὥστ’ εἶναι τὰ παρόντα εἰς τὸ τέλος καὶ ἐν ὕμνοις ὑπὲρ τῆς ὀγδόης · πάντων γὰρ ἂν εἴη τούτων παραστατικὸν τὸ εἰς τέλος εἰς τὸ τέλος εἰς ἀνάμνησιν · ἀλλ’ ἐπεὶ διεξιόντες ἐπειδὴ ἐξιόντες ἐπειδὴ ἐξιόντες ἐπειδὴ διεξιόντες ἐπειδὴ διεξιόντες ἐπειδὴ διεξιόντες τὰ ἐν τῷ ἕκτῳ τὰ ὑποπεσόντα εἰς τὴν προγραφὴν εἰρήκαμεν εἰς τὴν ἐκείνων ἀνάμνησιν καὶ ἡμεῖς ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς ἀνάμνησιν. ἀναπέμπομεν τὸν ἐντυγχάνοντα ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀπέλθωμεν Δοκεῖ δέ μοι ὁ Δαυὶδ ἐν διαφόροις καὶ ἐν διαφόρως ἐν πολλοῖς περὶ τοῦ πραχθέντος αὐτῷ πλημμελήματος πλημμελήμασιν ἐξομολογησάμενος ἰδίως τὸν παρόντα ψαλμὸν ἀφωρικέναι ἠφορηκέναι ἑαυτῷ εἰς ἀνάμνησιν, ὡς ἀεὶ καὶ διὰ παντὸς φέρειν αὐτὸν αὐτὸ ἀνὰ στόμα, κεχρῆσθαι κέχρηται", + "candidate_score": 0.590878, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_159", + "psc_text": "Δαυíδ. Τῷ μὲν Δαυῒδ ἐπιγέγραπται ὁ ψαλμός· ἢ τοῦ Δαυῒδ κατὰ τοὺς λοιποὺς ἑρμηνευτάς· ψαλμὸν δὲ εἶπον καταχρησάμενος τῇ συνηθείᾳ· κατὰ γὰρ τὸ ἀκριβὲς οὐκ ἄν τις αὐτὸν εἴποι ψαλμόν, ὅτι μὴ τοῦτο δηλοῦν βούλεται ἡ προγραφή· ἀλλ’ ἔστιν στηλογραφία προφητείαν περιέχουσα θαυμαστὴν καὶ γραφῆς αἰωνίου, ὥσπερ ἐν στήλῃ τετυπωμένης ἀξίαν. ὅτι μὲν οὖν διὰ τοῦ Δαυῒδ ἀναπεφώνηται τὰ ἐν τῇ προφητείᾳ περιεχόμενα, παντὶ ἂν εἴη σαφές. ζητουμένου δὲ εἰς τίνα ἄρα χρὴ ἀναφέρειν τὰ λεγόμενα, ἀξιόχρεως ἡμῖν διδάσκαλος γένοιτ’ ἂν Πέτρος ὁ ἀπόστολος ἐν ταῖς Πράξεσιν τῶν ἀποστόλων μνημονεύσας τῶν ἐν αὐτῇ φερομένων. διελθὼν γὰρ πρὸς τὸν λαὸν τὰ τοῦ ψαλμοῦ ταῦτά τε ἐπὶ τὸν σωτῆρα τὰ εἰρημένα ἀναδιδάξας ἑξῆς ἐπιφέρει καί φησιν· ἄνδρες ἀδελφουί, ἐξὸν εἰπεῖν μετὰ παρρησίας πρὸς ὑμᾶς περὶ τοῦ πατριάρχου Δαυῒδ, ὅτι καὶ ἐτελεύτησε καὶ ἐτάφη· καὶ τὸ μνῆμα αὐτοῦ ἐστιν ἐν ἡμῖν ἄχρι τῆς ἡμέρας ταύτης. προφήτης οὖν ὑπάρχων καὶ εἰδώς, ὅτι ὅρκῳ ὤμοσεν", + "candidate_score": 0.588431, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_552", + "psc_text": "τούτοις συνημμένα. παραπλήσια δ’ ἂν εἴη ἐκείνοις καὶ τὰ ἐν τῷ προκειμένῳ, δι’ ὧν εἴρηται· οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου, καὶ οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου ἀπὸ προσώ��ου τῶν ἁμαρτιῶν μου· ὅτι αἱ ἀνομίαι μου ὑπερῆραν τὴν κεφαλήν μου, καὶ τὰ τούτοις δι’ ὅλου τοῦ ψαλμοῦ ἐπαγόμενα, ἐν οἷς ἀποκλαίεται τὴν ἑαυτοῦ ταλαιπωρίαν. ταύτῃ γὰρ καὶ αὐτὸς τῇ λέξει τῇ λέξει καὶ αὐτὸς κέχρηται εἰπών· ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους, σφόδρα ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. Ἀλλ’ ἐν μὲν τῷ ἕκτῳ ἡ προγραφὴ ἐπιγραφὴ εἶχεν περιεῖχεν · εἰς τὸ τέλος, ἐν ὕμνοις, ὑπὲρ τῆς ὀγδόης· ψαλμὸς τῷ Δαυίδ , ἐν δὲ τῷ παρόντι τούτων μὲν οὐδέν, μόνον δέ ὁ ψαλμὸς τῷ Δαυὶδ εἰς ἀνάμνησιν λέλεκται δέδεικται . ἥ γε μὴν προσθήκη ἡ εἰς ἀνάμνησιν ἔοικεν ἀναπέμπειν ἡμᾶς τῆς εἰς τῆν ἐν τῷ ἕκτῳ προγραφῆς προγραφὴν ὥστε ὥστ’ εἶναι τὰ παρόντα εἰς τὸ τέλος καὶ ἐν ὕμνοις", + "candidate_score": 0.588333, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 10, + "cf_id": "cf009", + "work_id": "pta0007.pta008.pta-grc1", + "max_score": 0.727198, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6_8", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich . Ich sampt von üweren auch einer gantzen gemeind zuͦ Züntig in den 24 .", + "psc_chunk_id": "pta0007.pta008.pta-grc1_window_5", + "psc_text": "δεῖ, μὴ εἰδόσιν εὔχεσθαι ὃ δεῖ; τὸ μὲν οὖν ἕτερον τούτων, λέγω δὴ τὸ ὃ δεῖ. οἱ λόγοι εἰσὶ τῆς εὐχῆς, τὸ δὲ καθὸ δεῖ ἡ κατάστασις τοῦ εὐχομένου· οἷον ὡς ἐπὶ παραδείγματος τὸ μὲν ὃ δεῖ· αἰτεῖτε τὰ μεγάλα, καὶ τὰ μικρὰ ὑμῖν προστεθήσεται, καὶ αἰτεῖτε τὰ ἐπουράνια, καὶ τὰ ἐπίγεια ὑμῖν προστεθήσεται, καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς, καὶ δεήθητε οὖν τοῦ κυρίου τοῦ θερισμοῦ, ἵνα ἐκβάλῃ ἐργάτας εἰς τὸν θερισμὸν αὐτοῦ, καὶ προσεύχεσθε μὴ εἰσελθεῖν εἰς πειρασμὸν, καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ γένηται ὑμῶν ἡ φυγὴ χειμῶνι μηδὲ σαββάτῳ, καὶ προσευχόμενοι δὲ μὴ βαττολογήσητε, καὶ εἴ τι τούτοις ἐστὶ παραπλήσιον· τὸ δὲ καθὸ δεῖ · βούλομαι οὖν προσεύχεσθαι τοὺς ἄνδρας ἐν παντὶ τόπῳ, ἐπαίροντας ὁσίας χεῖρας χωρὶς ὀργῆς καὶ διαλογισμοῦ· ὡσαύτως καὶ γυναῖκας ἐν καταστολῇ κοσμίῳ, μετὰ αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης κοσμεῖν ἑαυτὰς, μὴ ἐν πλέγμασιν ἢ χρυσῷ ἢ μαργαρίταις ἢ ἱματισμῷ πολυτελεῖ ἀλλ’, ὃ πρέπει γυναιξὶν ἐπαγγελλομέναις θεοσέβειαν,", + "candidate_score": 0.727198, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6_8", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich . Ich sampt von üweren auch einer gantzen gemeind zuͦ Züntig in den 24 .", + "psc_chunk_id": "pta0007.pta008.pta-grc1_window_140", + "psc_text": "ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς ὑπὲρ τοῦ ταπεινὴν περὶ θεοῦ ὑπόληψιν τῶν νομιζόντων αὐτὸν εἶναι τοπικῶς ἐν οὐρανοῖς περιελεῖν καὶ μὴ ἐᾶν τινα ἐν σωματικῷ τόπῳ εἶναι τὸν θεὸν (ἐπεὶ τούτῳ ἀκόλουθόν ἐστι καὶ σῶμα αὐτὸν εἶναι) λέγειν, ᾧ ἕπεται δόγματα ἀσεβέστατα, τὸ διαιρετὸν καὶ ὑλικὸν καὶ φθαρτὸν αὐτὸν εἶναι ὑπολαμβάνειν· πᾶν γὰρ σῶμα διαιρετόν ἐστι καὶ ὑλικὸν καὶ φθαρτόν· ἢ λεγέτωσαν ἡμῖν μὴ κενοπαθοῦντες ἀλλὰ τρανῶς καταλαμβάνειν φάσκοντες. πῶς οἷόν τε ἐστὶν ἑτέρας εἶναι φύσεως παρὰ τὴν ὑλικήν. ἐπεὶ δὲ καὶ πρὸ τῆς σωματικῆς Χριστοῦ ἐπιδημίας γραμμάτων πολλὰ τὸ ἐν σωματικῷ τόπῳ εἶναι τὸν θεὸν λέγειν δοκεῖ. οὐκ ἄτοπόν μοι φαίνεται ὀλίγα κἀκείνων παραθέσθαι ὑπὲρ τοῦ πάντα περισπασμὸν ἀφελεῖν ἀπὸ τῶν διὰ τὸν ἰδιωτισμὸν τὸ ὅσον ἐπ’ αὐτοῖς μικρῷ καὶ βραχεῖ τόπῳ ἐμπεριλαμβανόντων τὸν ἐπὶ πάντων θεόν. καὶ πρῶτόν γε ἐν τῇ Γενέσει Ἀδὰμ καὶ Εὔα, φησὶν, ἤκουσαν τῆς φωνῆς κυρίου τοῦ θεοῦ περιπατοῦντος τὸ δειλινὸν ἐν τῷ παραδείσῳ· καὶ", + "candidate_score": 0.726796, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5_7", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich .", + "psc_chunk_id": "pta0007.pta008.pta-grc1_window_208", + "psc_text": "ὀφείλομέν τινα διάθεσιν σῴζειν πρὸς αὐτὸν καὶ ἀγάπην τὴν ἐξ ὅλης καρδίας καὶ ἐξ ὅλης ἰσχύος καὶ ἐξ ὅλης διανοίας · ἅτινα ἐὰν μὴ κατορθώσωμεν, ὀφειλέται μένομεν θεοῦ, ἁμαρτάνοντες εἰς κύριον. καὶ τίς ἐπὶ τούτοις εὔξεται περὶ ἡμῶν; ἐὰν γὰρ ἁμαρτάνων ἁμάρτῃ ἀνὴρ εἰς ἄνδρα, καὶ προσεύξονται περὶ αὐτοῦ· ἐὰν δὲ εἰς κύριον ἁμάρτῃ, τίς προσεύξεται περὶ αὐτοῦ; ὥς φησιν ἐν τῇ πρώτῃ τῶν Βασιλειῶν ὁ Ἠλεί. ἀλλὰ καὶ Χριστοῦ ὠνησαμένου ἡμᾶς τῷ ἰδίῳ αἵματι ὀφειλέται ἐσμὲν, ὥσπερ καὶ πᾶς οἰκέτης τοῦ ὠνησαμένου ἐστὶν ὀφειλέτης τοῦ τοσοῦδε δοθέντος ὑπὲρ αὐτοῦ χρήματος. ἔστι τις ἡμῖν καὶ πρὸς τὸ ἅγιον πνεῦμα ὀφειλὴ, ἀποδιδομένη, ὅτε οὐ λυποῦμεν αὐτὸ, ἐν ᾧ ἐσφραγίσθημεν εἰς ἡμέραν ἀπολυτρώσεως, καὶ μὴ λυποῦντες αὐτὸ φέρομεν τοὺς καρποὺς, οὓς ἀπαιτούμεθα, συνόντος αὐτοῦ ἡμῖν καὶ ζῳοποιοῦντος ἡμῶν τὴν ψυχήν. εἰ καὶ μὴ ἴσμεν δὲ ἐπιμελῶς, τίς ὁ ἑκάστου ἡμῶν ἄγγελος βλέπων τοῦ ἐν οὐρανοῖς πατρὸς τὸ πρόσωπον, ἀλλὰ φανερόν γε ἐπισκοπήσαντι", + "candidate_score": 0.699679, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5_7", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich .", + "psc_chunk_id": "pta0007.pta008.pta-grc1_window_42", + "psc_text": "τήνδε δὲ ἐπακούσομαι. (ἐὰν δέ τις ταράττηται διὰ τὸ μὴ οὐ ψεύσασθαι τὸν θεὸν τὰ μέλλοντα προεγνωκότα, ὡς τῶν πραγμάτων κατηναγκασμένων, λεκτέον πρὸς τὸν τοιοῦτον ὅτι αὐτὸ τοῦτο τῷ θεῷ ἔγνωσται ἀραρότως, τὸ μὴ ἀραρότως τόνδε τινὰ τὸν ἄνθρωπον καὶ βεβαίως βούλεσθαι τὰ κρείττονα ἢ οὕτω θελήσειν τὰ χείρονα, ὥστε ἀνεπίδεκτον αὐτὸν ἔσεσθαι μεταβολῆς τῆς ἐπὶ τὰ συμφέροντα.) καὶ πάλιν τάδε μέν τινα ποιήσω τῷδε εὐξομένῳ, ἐμοὶ γὰρ τοῦτο πρέπον ἐστὶν οὐ ψεκτῶς μοι εὐξομένῳ οὐδὲ ἀμελῶς περὶ τὴν εὐχὴν ἀναστραφησομένῳ· τῷδε δὲ ἐπὶ ποσὸν εὐξομένῳ ὑπερεκπερισσοῦ ὧν αἰτεῖται ἢ νοεῖ δωρήσομαι τάδε τινὰ, ἐμοὶ γὰρ τόνδε πρέπει νικᾶν ἐν ταῖς εὐποιΐαις καὶ χορηγεῖν πλείονα ὧν αἰτῆσαι κεχώρηκε. καὶ τῷδε μέν τινι τοιῷδε ἐσομένῳ τόνδε τὸν ἄγγελον λειτουργὸν ἐπιπέμψω, ἀπὸ τοῦδε ἀρξόμενον τοῦ χρόνου συνεργεῖν αὐτοῦ τῇ σωτηρίᾳ καὶ μέχρι τοῦδε συνεσόμενον, τῷδε δὲ τόνδε, φέρε εἰπεῖν, τὸν τοῦδε τιμιώτερον, τῷ τοῦδε ἐσομένῳ κρείττονι. τοῦδε δέ τινος, μετὰ τὸ ἐπιδεδωκέναι", + "candidate_score": 0.694592, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_10_12", + "bdc_text": "hie schirm üch sampt befelhenden . Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 . Mai An den wolgelerten , fromm fürnämen unnd wysen herren an Heynrich Bullinger , diener deß worts gots zuͦ Zürich by dem Grossen Münster , minem günstigen , lieben herrn diener herren M. D. eam vale ,", + "psc_chunk_id": "pta0007.pta008.pta-grc1_window_12", + "psc_text": "οἴομαι συναισθόμενόν τινα τῶν τοῦ Ἰησοῦ μαθητῶν τῆς ἀνθρωπίνης ἀσθενείας, ἀπολειπομένης τοῦ ὃν τρόπον εὔχεσθαι δεῖ, καὶ μάλιστα τοῦτ’ ἐγνωκότα, ὅτε ἐπιστημόνων καὶ μεγάλων λόγων ἤκουεν ἀπαγγελλομένων ὑπὸ τοῦ σωτῆρος ἐν τῇ πρὸς τὸν πατέρα εὐχῇ, παυσαμένῳ τοῦ προσεύχεσθαι τῷ κυρίῳ εἰρηκέναι· κύριε, δίδαξον ἡμᾶς προσεύχεσθαι, καθὼς καὶ Ἰωάννης ἐδίδαξε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ. ὅλος δὲ ὁ εἱρμὸς τοῦ ῥητοῦ οὕτως ἔχει· καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν προσευχόμενον ἐν τόπῳ τινὶ, ὡς ἐπαύσατο, εἶπέ τις τῶν μαθητῶν αὐτοῦ πρὸς αὐτόν· κύριε, δίδαξον ἡμᾶς προσεύχεσθαι, καθὼς καὶ Ἰωάννης ἐδίδαξε προσεύχεσθαι τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἆρα γὰρ ἄνθρωπος, ἐντεθραμμένος τῇ νομικῇ κατηχήσει καὶ τῇ ἀκροάσει τῶν προφητικῶν λόγων τῶν τε συναγωγῶν μὴ ἀπολειπόμενος, οὐκ ἠπίστατο ὁπωσδήποτε εὔχεσθαι, μέχρις οὗ ἴδῃ τὸν κύριον εὐχόμενον ἐν τόπῳ τινί; ἀλλὰ τοῦτο ἄτοπον φάσκειν· ηὔχετο μὲν γὰρ κατὰ τὰ Ἰουδαίων ἔθη, ἑώρα δὲ μείζονος ἐπιστήμης ἑαυτὸν δεόμενον εἰς τὸν περὶ τῆς εὐχῆς τόπον. τί δὲ καὶ ὁ", + "candidate_score": 0.644242, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 11, + "cf_id": "cf044", + "work_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1", + "max_score": 0.726218, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6_8", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich . Ich sampt von üweren auch einer gantzen gemeind zuͦ Züntig in den 24 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_97", + "psc_text": "εἴ τίς μοι βούλεται συνοδεῦσαι, εὐσεβῶς καὶ συνοδευέτω. εὐσεβῶς δὲ ἔφης τὸ μηδένα λυπῆσαι κατὰ θεὸν, οἷον ἀπολιπόντα γονεῖς, γυναῖκα, πρὸς δὲ καὶ ἑτέρους τινὰς τῶν εὐσεβεῖν ἑλομένων. ὅθεν ἐγὼ κατὰ πάντα ἐπιτήδειός εἰμί σοι συνοδοιπόρος, ᾧ καὶ τὰ μέγιστα χαρίζῃ, εἰ μοι τὰς τῶν δούλων ὑπηρεσίας ἐπιτρέποις ποιεῖν. Καὶ ὁ Πέτρος ἀκούσας μετά τινός φησι μειδιάματος· τί οὖν οἴει, Κλήμη, μὴ ὑπ’ αὐτῆς ἀνάγκης εἰς δούλων σε ταγῆναι τὀπον; ἐπεὶ τίς τὰς καλάς μοι καὶ πολλὰς σινδόνας μετὰ τῶν ἑπομένων δακτυλίων καὶ τῶν ὑποδημάτων φυλάξει; τίς δὲ καὶ τὰ ἡδέα καὶ πολυτελῆ ὄψα προετομάσει, ἅ τινα ποικίλα ὄντα πολλῶν καὶ τεχνικῶν δεῖται μαγείρων, καὶ πάντα ἐκεῖνα, ὅσα ὡς θηρίῳ μεγάλῳ, τῇ ἐπιθυμίᾳ προευτρεπίζεται; πλὴν ἡ τοιαύτη σε προαίρεσις ὑπεισῆλθεν, ἴσως μὴ συνιέντα καὶ τὸν ἐμὸν ἀγνοοῦντα βίον, ὅτι ἄρτῳ μόνῳ καὶ ἐλαίαις χρώμαι καὶ σπανίως λαχάνοις· καὶ ὅτι ἱμάτιόν μοι καὶ τριβώνιον ἕν ἐστι τούτο αὐτὸ, ὃ περιβέβλημαι, καὶ", + "candidate_score": 0.726218, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_2_4", + "bdc_text": "Die genad unsers herren Jesu Christi sye mitt üch und der üweren Wolgelerter , eersamer , frommer zuͦ für nämer , unnder wyser allzytt . Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_202", + "psc_text": "λαβόμενος, στὰς ἐν μέσῃ τῇ ἐκκλησίᾳ ἀκοῦσατέ μου, ἔφη, τέκνα καὶ ἀδελφοί· τοῦ μὲν ἐμοῦ δρόμου τὸ τέλος ἐγγὺς· τοῦτο γὰρ καὶ ἤδη μοί ἔγνωσται· Κλήμεντα δὲ τοῦτον ἐπίσκοπον ὑμῖν χειροτονῶ σήμερον, ᾧ καὶ τὴν ἐμὴν τῶν λόγων πιστεύω καθέδραν, ὡς ἀπαρχῆς μοι καὶ μέχρι νῦν συνοδεύσαντα, καὶ οὕτως πασῶν μου τῶν ὁμιλιῶν ἐπακούσαντα, ὃς ἐν πᾶσί μοι τῶν πειρασμῶν κοινωνήσας τῇ πίστει προσκαρτερῶν εὑρέθη, ὃν ἐγὼ ἀκριβέστατα πάντων οἶδα θεοσεβῆ καὶ φιλάνθρωπον, ἁγνόν τε καὶ σώφρονα, ἀγαθὸν, δίκαιον, μακρόθυμον καὶ γενναίως εἰδότα φέρειν τὰς ἐνίων τῶν κατηχουμένων ἀχαριστίας. διὸ αὐτῷ μεταδίδωμι τῆς ἐξουσίας τοῦ δεσμεῖν τε καὶ λύειν. δήσει γὰρ, ὃ δεῖ δεθῆναι, καὶ λύσει πάντως, ὃ δεῖ λυθῆναι, ὡς τὸν τῆς ἐκκλησίας κανόνα καλῶς εἰδώς. αὐτοῦ οὖν ἀκούσατε εἰδότες, ὅτι ὁ τὸν ἀληθείας προκαθεζόμενον λυπῶν εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνει, καὶ τὸν πατέρα τῶν ὅλων παροργίζει θεόν, οὑ εἵνεκεν οὐ ζήσεται. καὶ αὐτὸν οὖν δεῖ τὸν προκαθεζόμενον ἰατροῦ τόπον ἐπέχειν,", + "candidate_score": 0.710504, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_202", + "psc_text": "λαβόμενος, στὰς ἐν μέσῃ τῇ ἐκκλησίᾳ ἀκοῦσατέ μου, ἔφη, τέκνα καὶ ἀδελφοί· τοῦ μὲν ἐμοῦ δρόμου τὸ τέλος ἐγγὺς· τοῦτο γὰρ καὶ ἤδη μοί ἔγνωσται· Κλήμεντα δὲ τοῦτον ἐπίσκοπον ὑμῖν χειροτονῶ σήμερον, ᾧ καὶ τὴν ἐμὴν τῶν λόγων πιστεύω καθέδραν, ὡς ἀπαρχῆς μοι καὶ μέχρι νῦν συνοδεύσαντα, καὶ οὕτως πασῶν μου τῶν ὁμιλιῶν ἐπακούσαντα, ὃς ἐν πᾶσί μοι τῶν πειρασμῶν κοινωνήσας τῇ πίστει προσκαρτερῶν εὑρέθη, ὃν ἐγὼ ἀκριβέστατα πάντων οἶδα θεοσεβῆ καὶ φιλάνθρωπον, ἁγνόν τε καὶ σώφρονα, ἀγαθὸν, δίκαιον, μακρόθυμον καὶ γενναίως εἰδότα φέρειν τὰς ἐνίων τῶν κατηχουμένων ἀχαριστίας. διὸ αὐτῷ μεταδίδωμι τῆς ἐξουσίας τοῦ δεσμεῖν τε καὶ λύειν. δήσει γὰρ, ὃ δεῖ δεθῆναι, καὶ λύσει πάντως, ὃ δεῖ λυθῆναι, ὡς τὸν τῆς ἐκκλησίας κανόνα καλῶς εἰδώς. αὐτοῦ οὖν ἀκούσατε εἰδότες, ὅτι ὁ τὸν ἀληθείας προκαθεζόμενον λυπῶν εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνει, καὶ τὸν πατέρα τῶν ὅλων παροργίζει θεόν, οὑ εἵνεκεν οὐ ζήσεται. καὶ αὐτὸν οὖν δεῖ τὸν προκαθεζόμενον ἰατροῦ τόπον ἐπέχειν,", + "candidate_score": 0.700528, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4_6", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_202", + "psc_text": "λαβόμενος, στὰς ἐν μέσῃ τῇ ἐκκλησίᾳ ἀκοῦσατέ μου, ἔφη, τέκνα καὶ ἀδελφοί· τοῦ μὲν ἐμοῦ δρόμου τὸ τέλος ἐγγὺς· τοῦτο γὰρ καὶ ἤδη μοί ἔγνωσται· Κλήμεντα δὲ τοῦτον ἐπίσκοπον ὑμῖν χειροτονῶ σήμερον, ᾧ καὶ τὴν ἐμὴν τῶν λόγων πιστεύω καθέδραν, ὡς ἀπαρχῆς μοι καὶ μέχρι νῦν συνοδεύσαντα, καὶ οὕτως πασῶν μου τῶν ὁμιλιῶν ἐπακούσαντα, ὃς ἐν πᾶσί μοι τῶν πειρασμῶν κοινωνήσας τῇ πίστει προσκαρτερῶν εὑρέθη, ὃν ἐγὼ ἀκριβέστατα πάντων οἶδα θεοσεβῆ καὶ φιλάνθρωπον, ἁγνόν τε καὶ σώφρονα, ἀγαθὸν, δίκαιον, μακρόθυμον καὶ γενναίως εἰδότα φέρειν τὰς ἐνίων τῶν κατηχουμένων ἀχαριστίας. διὸ αὐτῷ μεταδίδωμι τῆς ἐξουσίας τοῦ δεσμεῖν τε καὶ λύειν. δήσει γὰρ, ὃ δεῖ δεθῆναι, καὶ λύσει πάντως, ὃ δεῖ λυθῆναι, ὡς τὸν τῆς ἐκκλησίας κανόνα καλῶς εἰδώς. αὐτοῦ οὖν ἀκούσατε εἰδότες, ὅτι ὁ τὸν ἀληθείας προκαθεζόμενον λυπῶν εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνει, καὶ τὸν πατέρα τῶν ὅλων παροργίζει θεόν, οὑ εἵνεκεν οὐ ζήσεται. καὶ αὐτὸν οὖν δεῖ τὸν προκαθεζόμενον ἰατροῦ τόπον ἐπέχειν,", + "candidate_score": 0.700528, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_204", + "psc_text": "ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ, τὴν ὀφειλομένην ὡς πατρὶ τιμὴν καὶ εὐπείθειαν διὰ παντὸς ἀποδιδόναι τῷ ὑμῶν πατρὶ μὴ ἐλλίποιτε. οὕτω γὰρ καὶ ὑμεῖς ποιμαίνεσθαι καλῶς ἕξετε, καὶ ποιμὴν οὗτος ἔσται, καὶ οὐ μισθωτὸς, τοῦ ποιμνίου ἐπιμελούμενος. ἔσεσθε γὰρ εἰδότες, ὡς ὁ τὸν ποιμένα τε καὶ διδάσκαλον ἐν τοῖς κατὰ θεὸν λυπῶν τὸ τοῦ θεοῦ πνεῦμα λυπεῖ, οὗ τὴν καθέδραν οὗτος καὶ τὸν τόπον ἐπέχει, καὶ ὁ τοὺς αὐτοῦ λόγους ἀθετῶν Χριστὸν ἀθετεῖ καὶ παραβάτης νόμου εὑρίσκεται. πρὸ πάντων δὲ τὰ τῆς πίστεως ὑμῖν ὑγιῶς ἐχέτωσαν καὶ βεβαίως, κινδύνῳ μηδενὶ σαλευόμενα· ἔπειτα καὶ ὁ βίος ὑμῶν καθαρὸς ἔστω, �� καθαιρέσθω, καὶ προηγουμένως ὁ τοῦ σώματος ἁγιασμὸς σπουδαζέσθω· οὐδεὶς γὰρ τούτου χωρὶς τὸν κύριον ὄψεται. τὸ εἰρηνικόν τε καὶ ἥμερον ἀλλήλοις παντὶ τρόπῳ περιποιείσθω. εἰ δὲ καὶ συμβαίη ποτὲ ἀλλήλων μεταξὺ σκάνδαλον, μὴ ἐπιδυέτω ὑμῖν ὁ ἥλιος οὕτως ἔχουσι. τοῦ κρίνειν τὸν πλησίον εὐλαβεῖσθε· Φαρισαϊκὸν γὰρ τοῦτο καὶ κρίσεως ἔνοχον. τῆς φιλοξενίας καὶ εὐποιίας", + "candidate_score": 0.699409, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4_6", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_204", + "psc_text": "ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ, τὴν ὀφειλομένην ὡς πατρὶ τιμὴν καὶ εὐπείθειαν διὰ παντὸς ἀποδιδόναι τῷ ὑμῶν πατρὶ μὴ ἐλλίποιτε. οὕτω γὰρ καὶ ὑμεῖς ποιμαίνεσθαι καλῶς ἕξετε, καὶ ποιμὴν οὗτος ἔσται, καὶ οὐ μισθωτὸς, τοῦ ποιμνίου ἐπιμελούμενος. ἔσεσθε γὰρ εἰδότες, ὡς ὁ τὸν ποιμένα τε καὶ διδάσκαλον ἐν τοῖς κατὰ θεὸν λυπῶν τὸ τοῦ θεοῦ πνεῦμα λυπεῖ, οὗ τὴν καθέδραν οὗτος καὶ τὸν τόπον ἐπέχει, καὶ ὁ τοὺς αὐτοῦ λόγους ἀθετῶν Χριστὸν ἀθετεῖ καὶ παραβάτης νόμου εὑρίσκεται. πρὸ πάντων δὲ τὰ τῆς πίστεως ὑμῖν ὑγιῶς ἐχέτωσαν καὶ βεβαίως, κινδύνῳ μηδενὶ σαλευόμενα· ἔπειτα καὶ ὁ βίος ὑμῶν καθαρὸς ἔστω, ἢ καθαιρέσθω, καὶ προηγουμένως ὁ τοῦ σώματος ἁγιασμὸς σπουδαζέσθω· οὐδεὶς γὰρ τούτου χωρὶς τὸν κύριον ὄψεται. τὸ εἰρηνικόν τε καὶ ἥμερον ἀλλήλοις παντὶ τρόπῳ περιποιείσθω. εἰ δὲ καὶ συμβαίη ποτὲ ἀλλήλων μεταξὺ σκάνδαλον, μὴ ἐπιδυέτω ὑμῖν ὁ ἥλιος οὕτως ἔχουσι. τοῦ κρίνειν τὸν πλησίον εὐλαβεῖσθε· Φαρισαϊκὸν γὰρ τοῦτο καὶ κρίσεως ἔνοχον. τῆς φιλοξενίας καὶ εὐποιίας", + "candidate_score": 0.699409, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5_7", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_97", + "psc_text": "εἴ τίς μοι βούλεται συνοδεῦσαι, εὐσεβῶς καὶ συνοδευέτω. εὐσεβῶς δὲ ἔφης τὸ μηδένα λυπῆσαι κατὰ θεὸν, οἷον ἀπολιπόντα γονεῖς, γυναῖκα, πρὸς δὲ καὶ ἑτέρους τινὰς τῶν εὐσεβεῖν ἑλομένων. ὅθεν ἐγὼ κατὰ πάντα ἐπιτήδειός εἰμί σοι συνοδοιπόρος, ᾧ καὶ τὰ μέγιστα χαρίζῃ, εἰ μοι τὰς τῶν δούλων ὑπηρεσίας ἐπιτρέποις ποιεῖν. Καὶ ὁ Πέτρος ἀκούσας μετά τινός φησι μειδιάματος· τί οὖν οἴει, Κλήμη, μὴ ὑπ’ αὐτῆς ἀνάγκης εἰς δούλων σε ταγῆναι τὀπον; ἐπεὶ τίς τὰς καλάς μοι καὶ πολλὰς σινδόνας μετὰ τῶν ἑπομένων δακτυλίων καὶ τῶν ὑποδημάτων φυλάξει; τίς δὲ καὶ τὰ ἡδέα καὶ πολυτελῆ ὄψα προετομάσει, ἅ τινα ποικίλα ὄντα πολλῶν καὶ τεχνικῶν δεῖται μαγείρων, καὶ πάντα ἐκεῖνα, ὅσα ὡς θηρίῳ μεγάλῳ, τῇ ἐπιθυμίᾳ προευτρεπίζεται; πλὴν ἡ τοιαύτη σε προαίρεσις ὑπεισῆλθεν, ἴσως μὴ συνιέντα καὶ τὸν ἐμὸν ἀγνοοῦντα βίον, ὅτι ἄρτῳ μόνῳ καὶ ἐλαίαις χρώμαι καὶ σπανίως λαχάνοις· καὶ ὅτι ἱμάτιόν μοι καὶ τριβώνιον ἕν ἐστι τούτο αὐτὸ, ὃ περιβέβλημαι, καὶ", + "candidate_score": 0.695821, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_11", + "bdc_text": "Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_60", + "psc_text": "διάνοιαν. ὅτι δὲ ὄντως προγινώσκει, λέγει τῷ Ἀβραάμ· γινώσκων γνώσῃ, ὅτι πάροικον ἔσται τὸ σπέρμα σου ἐν γῇ οὐκ ἰδίᾳ, καὶ δουλώσουσιν αὐτὸ, καὶ κακώσουσι, καὶ ταπεινώσουσιν αὐτοὺς ἔτη τετρακόσια. τὸ δὲ ἔθνος, ᾧ ἐὰν δουλεύσωσι, κρινῶ ἐγώ. μετὰ δὲ ταῦτα ἐξελεύσονται ὧδε μετὰ ἀποσκευῆς πολλῆς· σὺ δὲ ἀπελεύσῃ πρὸς τοὺς πατέρας σου μετ’ εἰρήνης τραφεὶς ἐν γήρει καλῷ· τετάρτῃ δὲ γενεᾷ ἀποστραφήσονται ὧδε. ταῦτα δὲ πάντως μετὰ πολλὰς ἄρα συμβήσεσθαι μέλλοντα γενεὰς προγινώσκοντός ἐστι καὶ σαφέστατα εἰδότος. Ἡ μὲν οὖν περὶ τούτων ζήτησις καὶ εἰς τρίτην παρετείνετο τὴν ἡμέραν. ἐπιφωσκούσης δὲ τῆς τετάρτης, φυγὰς ὁ Σίμων εἰς Τύρον ᾤχετο. καὶ οὐ μετὰ πολλὰς ἡμέρας ἀφίκοντό τινες ἐκεῖθεν ἐπαγγέλλοντες τῷ Πέτρῳ, ὅτι Σίμω�� μεγάλα θαυμάσια ἐν Τύρῳ ποιῶν πολλοὺς τῶν ἐκεῖ κατέπληξε, καί σε πολλαῖς διαβολαῖς μισητὸν ἐποίησε. ταῦτα ἀκούσας ὁ Πέτρος, τῇ ἐπιούσῃ νυκτὶ πάντα τὸν λαὸν συναθροίσας ἐπειδὴ, φησὶν, ὁρμῶντός μου εἰς τὰ ἔθνη τὰ πολλοὺς θεοὺς λέγοντα", + "candidate_score": 0.621994, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_11", + "bdc_text": "Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_55", + "psc_text": "τὸ ἐπὶ κνίσῃ σαρκῶν ἡσθῆναι, οὐκ ἀγαθοῦ. τὸ δὲ πειράζειν ὡς γέγραπται, καὶ ἐπείραζε κύριος τὸν Ἀβραὰμ, κακοῦ καὶ τὸ τέλος τῆς ὑπομονῆς ἀγνοοῦντος. Ὅμως ὁ Σίμων πολλὰ τῆς γραφῆς κακῶς ἐκλαμβάνων δεικνύειν ἔσπευδε παντὶ πάθει τοῖς ἀνθρώποις ὁμοίως τὸν θεὸν ὑποκείμενον. καὶ ὁ Πέτρος εἰ μηδὲν ἀγαπᾷ, φησὶν, ὁ κακὸς καὶ πάνυ μοχθηρὸς, ἐφ’ οἷς ἁμαρτάνει, ἑαυτὸν ἐλέγχειν, ἀπόκριναί μοι. καὶ ὁ Σίμων οὐκ ἀγαπᾷ, ἔφη. καὶ ὁ Πέτρος· πῶς οὖν κακὸς καὶ μοχθηρὸς εἶναι δύναται ὁ θεὸς, εἴ περ αὐτοῦ θελήματι τὰ κατ’ αὐτοῦ δεινὰ δημοσίᾳ γραφέντα προετέθη; καὶ ὁ Σίμων· ἐνδέχεται μὴ κατὰ προαίρεσιν αὐτοῦ ὑφ’ ἑτέρας δυνάμεως τὸν κατ’ αὐτοῦ γραφῆναι ἔλεγχον. καὶ ὁ Πέτρος ἔφη· πρῶτον οὖν τοῦτο ζητήσωμεν. εἰ μὲν ὑπὸ τῆς ἑαυτοῦ βουλῆς ἑαυτὸν ἤλεγξεν, ὡς φθάσας σὺ πρότερον ὡμολόγησας, μοχθηρὸς οὐκ ἔστιν· εἰ δὲ καὶ ὑφ’ ἑτέρας δυνάμεως, ζητητέον καὶ παντὶ σθένει ἐξεταστέον, μή τις αὐτὸν μόνον ἀγαθὸν ὄντα ἐπὶ πᾶσι τοῖς", + "candidate_score": 0.615661, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_11", + "bdc_text": "Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_59", + "psc_text": "αὐτῷ γὰρ πρώτῳ φονευθέντι ἐπένθησαν οἱ γονεῖς; εἰ δὲ Ἀδὰμ ἔργον θεοῦ ὑπάρχων πρόγνωσιν εἶχε, πολλῷ μᾶλλον ὁ δημιουργήσας αὐτὸν θεός. σὺ δὲ, ὦ Σίμων, κακῶς νοῶν τὰς θείας γραφὰς φιμώθητι. Τὸ δὲ γεγράφθαι· ἐνεθυμήθη ὁ θεὸς, ὡς λογισμῷ χρησαμένου διὰ τὴν ἄγνοιαν, ἔτι μὴν καὶ· ἐπείραζε κύριος τὸν Ἀβραὰμ, ἵνα γνῷ, εἰ ὑπενέγκῃ, καὶ τό· καταβάντες ἴδωμεν, εἰ κατὰ τὴν κραυγὴν αὐτῶν τὴν ἐρχομένην πρός με συντελοῦνται· εἰ δὲ μὴ ἵνα γνῶ· καὶ ἵνα μὴ εἰς πολύ μηκύνω τὸν λόγον, σαφῆ τὴν διάνοιαν καὶ διάγνωσιν αἱ ῥήσεις ἔχουσιν αὗται, μὴ καταγινώσκουσαι τοῦ θεοῦ ἄγνοιαν, κἂν τὴν σὴν τοῦτο διαφεύγῃ διάνοιαν. ὅτι δὲ ὄντως προγινώσκει, λέγει τῷ Ἀβραάμ· γινώσκων γνώσῃ, ὅτι πάροικον ἔσται τὸ σπέρμα σου ἐν γῇ οὐκ ἰδίᾳ, καὶ δουλώσουσιν αὐτὸ, καὶ κακώσουσι, καὶ ταπεινώσουσιν αὐτοὺς ἔτη τετρακόσια. τὸ δὲ ἔθνος, ᾧ ἐὰν δουλεύσωσι, κρινῶ ἐγώ. μετὰ δὲ ταῦτα ἐξελεύσονται ὧδε μετὰ ἀποσκευῆς πολλῆς· σὺ δὲ ἀπελεύσῃ πρὸς", + "candidate_score": 0.613459, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 12, + "cf_id": "cf045", + "work_id": "tlg1216.tlg001.opp-grc1", + "max_score": 0.725929, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6_8", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich . Ich sampt von üweren auch einer gantzen gemeind zuͦ Züntig in den 24 .", + "psc_chunk_id": "tlg1216.tlg001.opp-grc1_window_26", + "psc_text": "γῆς. προειρήκαμεν proeirh/kamen N, proei/rphe CG, L omits the shole senlence. δὲ Gen. 1, 26, 28 ἐπάνω. Καὶ αὐξανέσθωσαν καὶ πληθυνέσθωσαν καὶ ἀρχέτωσαν τῶν ἰχθύων. τίς οὖν ὁ δυνάμενος νῦν ἄρχειν θηρίων ἤ ἰχθύων ἤ πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ; αἰσθάνεσθαι γὰρ ὀφείλομεν, ὅτι τὸ ἄρχειν ἐξουσίας ἐστίν, ἵνα τις ἐπιτάξας κυριεύσῃ. εἰ οὖν οὐ γίνεται τοῦτο νῦν, ἄρα ἡμῖν εἴρηκεν, πότε: ὅταν καὶ αὐτοὶ τελειωθῶμεν κληρονόμοι τῆς διαθήκης κυρίου γενέσθαι. Οὐκοῦν νοεῖτε, τέκνα εὐφροσύνης, ὅτι πάντα ὁ καλὸς κύριος προεφανέρωσεν ἡμῖν, ἵνα γνῶμεν, ᾧ κατὰ πάντα εὐχαριστοῦντες ὀφείλομεν αἰνεῖν. II Tim. 4, 1 (I. Pet. 4, 5) εἰ οὖν ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ, ὢν κύριος καὶ μέλλων κρίνειν ζῶντας καὶ νεκρούς, ἔπαθεν, ἵνα ἡ πληγὴ αὐτοῦ ζωοποιήσῃ ἡμᾶς: πιστεύσωμεν, ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ οὐκ ἠδύνατο παθεῖν εἰ μὴ δἰ ἡμᾶς. Mt. 27, 34, 48 ἀλλὰ καὶ σταυρωθεὶς ἐποτίζετο ὄξει καὶ χολῇ. ἀκούσατε, πῶς περὶ τούτου πεφανέρωκαν οἱ Lev. 23, 22", + "candidate_score": 0.725929, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 13, + "cf_id": "cf011", + "work_id": "tlg2018.tlg009.1st1K-grc1", + "max_score": 0.725733, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6_8", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich . Ich sampt von üweren auch einer gantzen gemeind zuͦ Züntig in den 24 .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg009.1st1K-grc1_window_327", + "psc_text": "ἐπὶ τῇ τοῦ πατρὸς θέᾳ· τοῦτο γοῦν αὐτὸς διδάσκει λέγων »ηὐφραινόμην δὲ ἐνώπιον αὐτοῦ ἐν παντὶ καιρῷ, ὅτε ηὐφραίνετο τὴν οἰκουμένην συντελέσας«, οἰκουμένης ἐνταῦθα νοουμένης τῆς τῶν γενητῶν ἁπάντων συμπληρώσεως, ἧς ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι διὰ τοῦ υἱοῦ προαγομένης ὁ τῶν ἁπάντων ηὐφραίνετο θεός. ὁ μὲν οὖν ἀληθὴς λόγος, ὡς ἐν βραχέσιν καὶ ἐν ἐπιτόμῳ διηγήσει παριστάμενος ἐκ τῆς θείας γραφῆς, τοιοῦτός τις ἂν εἴη. ὁ δ’ ἄνωθεν κάτω φερόμενος ἐπὶ τὴν σάρκα τοῦ σωτῆρος ἡμῶν τὴν διάνοιαν ἐξώκειλεν παρατρέπων καὶ παρερμηνεύων τὸν ἀληθῆ νοῦν τῆς θεοπνεύστου γραφῆς. ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τὸν λόγον μεταβὰς αὐτὸν εἶναί φησιν τὸν ἔνδον ἐν τῷ πατρὶ ὡς ἐν διαλογισμῷ καὶ ἐνθυμήσει τὸν οὐρανὸν ἡτοιμακότα. ἔλεγεν γοῦν αὐτοῖς ῥήμασιν· (Nr. 54) πρὸ γὰρ τοῦ τὸν κόσμον ποιῆσαι ἦν ὁ λόγος ἐν τῷ πατρί. ὅτε δὲ ὁ παντοκράτωρ θεὸς πάντα τὰ ἐν οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς ποιῆσαι προέθετο, ἐνεργείας ἡ τοῦ", + "candidate_score": 0.725733, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_2_4", + "bdc_text": "Die genad unsers herren Jesu Christi sye mitt üch und der üweren Wolgelerter , eersamer , frommer zuͦ für nämer , unnder wyser allzytt . Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg009.1st1K-grc1_window_348", + "psc_text": "μετὰ ταῦτα ἅτε δὴ ἀνεληλυθὼς πρὸς τὸν πατέρα τοῖς μαθηταῖς ὤφθη, τοῦ ἁγίου πνεύματος ἀπεσταλμένου καὶ συνόντος αὐτῷ ἑτοίμου τε παρεστῶτος εἰς ἣν τέτακται διακονίαν, ὅτε καὶ ἅψασθαι αὐτοῦ ἐπιτρέπει. τότε γὰρ »αὐτοῖς ἐνεφύσησεν« καὶ τότε μέρος τι χαρίσματος τοῦ ἁγίου πνεύματος αὐτοῖς, τὸ τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτημάτων ποιητικόν, ἐδίδου· »διαιρέσεις« γὰρ »χαρισμάτων εἰσίν«, ὧν ἐκ μέρους μὲν αὐτοῖς ἐδωρεῖτο τότε συνὼν καὶ παρὼν αὐτοῖς, μετὰ δὲ ταῦτα μείζονος αὐτοὺς καὶ τελεωτέρας δυνάμεως ἐπλήρου. περὶ ἧς ἐν ταῖς Πράξεσιν τῶν ἀποστόλων πρὸς αὐτοὺς ἔφη »ὑμεῖς δὲ λήψεσθε ἐξ ὕψους δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου πνεύματος ἐφ’ ὑμᾶς«· ὅτε καὶ βαπτισθήσεσθαι αὐτοὺς ἐν πνεύματι ἁγίῳ ἐπηγγέλλετο, ὃ δὴ καὶ αὐτὸ ἐπληροῦτο μετὰ τὴν ἀνάληψιν αὐτοῦ, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς ἀποσταλέντος αὐτοῖς τοῦ ἁγίου πνεύματος ταῖς αὐτοῦ φωναῖς ἀκολούθως. πλείονος δὲ ἐξεργασίας καὶ σαφηνείας δεομένων τῶν κατὰ τὸν τόπον οὐ νῦν ἐπεξιέναι καιρὸς τῇ τῆς ἐξετάσεως ἀκριβείᾳ, ἐπεὶ μηδὲ τοῦθ’ ἡμῖν πρόκειται,", + "candidate_score": 0.711967, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg009.1st1K-grc1_window_31", + "psc_text": "ιὧ καὶ εὐχαριστεῖ, ὃν καὶ »μόνον ἀληθινὸν θεὸν« ἡγεῖσθαι ἡμᾶς διδάσκει, μείζονά τε εἶναι ἑαυτοῦ ὁμολογεῖ, ὃν ἐπὶ πᾶσι τούτοις καὶ θεὸν ἑαυτοῦ εἶναι πάντας ἡμᾶς εἰδέναι βούλεται. ὃν οὕτω δοξάζοντα τὸν ἑαυτοῦ πατέρα ἀμοιβαίως ἀντιδοξάζων ὁ πατὴρ καὶ κύριον καὶ σωτῆρα καὶ θεὸν τῶν ὅλων καὶ σύνθρονον τῆς αὐτοῦ βασιλείας ἀνέδειξεν. ἃ δὴ πεπαιδευμένη ἡ ἐκκλησία τοῦ θεοῦ ἑαυτῆς μὲν καὶ θεὸν καὶ κύριον καὶ σωτῆρα τοῦ δ’ ἐπὶ πάντων θεοῦ υἱὸν μονογενῆ αὐτὸν γινώσκειν καὶ οὐδένα μὲν ἄλλον τῶν γενητῶν ἀναγορεύειν θεὸν ἀξιοῖ, μόνον δὲ τοῦτον οἶδεν θεόν, ὃν μόνον ὁ πατὴρ ἐξ ἑαυτοῦ ἐγέννα, ὥσπερ οὖν αὐτὸς διὰ Σολομῶνος παρίστη λέγων »πρὸ τοῦ ὄρη ἑδρασθῆναι, πρὸ δὲ πάντων βουνῶν γεννᾷ με«, ὧδέ πη ὄρη καὶ βουνοὺς τὰς θείας καὶ ὑπερκοσμίους δυνάμεις αἰνιττόμενος. εἰ δὲ δὴ περιεργάζοιτό τις καὶ πῶς ἂν γεννήσειεν ὁ θεός, πῶς δ’ ἔσται πατὴρ 〈ὁ〉 ἐπέκεινα τῶν ὅλων, τὸ τολμηρὸν τοῦ πύσ μάτος κατασιγάσει", + "candidate_score": 0.66347, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg009.1st1K-grc1_window_327", + "psc_text": "ἐπὶ τῇ τοῦ πατρὸς θέᾳ· τοῦτο γοῦν αὐτὸς διδάσκει λέγων »ηὐφραινόμην δὲ ἐνώπιον αὐτοῦ ἐν παντὶ καιρῷ, ὅτε ηὐφραίνετο τὴν οἰκουμένην συντελέσας«, οἰκουμένης ἐνταῦθα νοουμένης τῆς τῶν γενητῶν ἁπάντων συμπληρώσεως, ἧς ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι διὰ τοῦ υἱοῦ προαγομένης ὁ τῶν ἁπάντων ηὐφραίνετο θεός. ὁ μὲν οὖν ἀληθὴς λόγος, ὡς ἐν βραχέσιν καὶ ἐν ἐπιτόμῳ διηγήσει παριστάμενος ἐκ τῆς θείας γραφῆς, τοιοῦτός τις ἂν εἴη. ὁ δ’ ἄνωθεν κάτω φερόμενος ἐπὶ τὴν σάρκα τοῦ σωτῆρος ἡμῶν τὴν διάνοιαν ἐξώκειλεν παρατρέπων καὶ παρερμηνεύων τὸν ἀληθῆ νοῦν τῆς θεοπνεύστου γραφῆς. ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τὸν λόγον μεταβὰς αὐτὸν εἶναί φησιν τὸν ἔνδον ἐν τῷ πατρὶ ὡς ἐν διαλογισμῷ καὶ ἐνθυμήσει τὸν οὐρανὸν ἡτοιμακότα. ἔλεγεν γοῦν αὐτοῖς ῥήμασιν· (Nr. 54) πρὸ γὰρ τοῦ τὸν κόσμον ποιῆσαι ἦν ὁ λόγος ἐν τῷ πατρί. ὅτε δὲ ὁ παντοκράτωρ θεὸς πάντα τὰ ἐν οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς ποιῆσαι προέθετο, ἐνεργείας ἡ τοῦ", + "candidate_score": 0.662603, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg009.1st1K-grc1_window_21", + "psc_text": "αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται· καὶ αὐτός ἐστιν πρὸ πάντων καὶ τὰ πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκεν« κατὰ τὰς ἀποστολικὰς διδασκαλίας. ὅτε δὲ τὴν περὶ αὐτοῦ θεολογίαν εἰσάγει, τῶν μὲν λοιπῶν ἀπάντων αὐτὸν ἀφορίζει, κύριον δὲ αὐτὸν καὶ δεσπότην καὶ δημιουργὸν καὶ θεὸν καὶ σωτῆρα τῶν ὅλων οἶδεν, μονογενῆ τε υἱὸν θεοῦ μόνον αὐτὸν καὶ οὐδένα ἄλλον ἀποφαίνει, σοφίαν τε καὶ λόγον καὶ ζωὴν καὶ φῶς μόνον αὐτὸν ἀποκαλεῖ, εἰκόνας 〈τε〉 »τοῦ θεοῦ τοῦ ἀοράτου« καὶ »ἀπαύγασμα φωτὸς ἀιδίου«, ἕτερά τε μύρια τούτοις ἀδελφὰ περὶ αὐτοῦ δοξάζειν διδάσκει, ὧδέ πη τῆς πατρικῆς θεότητος τὴν πρὸς μόνον αὐτὸν ὡσανεὶ πρὸς υἱὸν μονογενῆ ἰδιάζουσαν σχέσιν ἐπιδεικνύμενα. διὸ καὶ υἱὸν ἀγαπητὸν ἀνεκήρυττεν μόνον αὐτὸν ἀμφὶ τὰ Ἰορδάνου ῥεῖθρα ἡ πατρικὴ φωνὴ μεγάλῃ μαρτυροῦσα βοῇ »οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ ηὐδόκησα« . καὶ δευτεροῖ γε τὴν μαρτυρίαν καὶ ἐπὶ τῆς ἐν τῷ ὄρει μεταμορφώσεως τὸν αὐτὸν ἐπισφραγιζομένη λόγον. αὐτοῦ τοιγαροῦν τοῦ", + "candidate_score": 0.65841, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_10_12", + "bdc_text": "hie schirm üch sampt befelhenden . Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 . Mai An den wolgelerten , fromm fürnämen unnd wysen herren an Heynrich Bullinger , diener deß worts gots zuͦ Zürich by dem Grossen Münster , minem günstigen , lieben herrn diener herren M. D. eam vale ,", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg009.1st1K-grc1_window_233", + "psc_text": "ὄρει καὶ πόλει θεοῦ ζῶντος, Ἱερουσαλὴμ ἐπουρανίῳ, καὶ μυριάσιν ἀγγέλων, πανηγύρει καὶ ἐκκλησίᾳ πρωτοτόκων ἀπογεγραμμένων ἐν οὐρανοῖς«. λεγέτω πρὸς ταῦτα Μάρκελλος, εἰ οἷός τέ ἐστιν ἐκ τῶν παλαιῶν γραμμάτων τὴν τούτων προφέρειν διδασκαλίαν. εἰ δὲ μὴ εὑρίσκοι, τὴν αἰτίαν ἀποδιδότω δι’ ἣν σεσιώπητο τοῖς τοῦ θεοῦ προφήταις ταῦτά τε πάντα καὶ ἄλλα τούτοις ἀδελφὰ μυρία, περὶ ὧν ὁ αὐτὸς ἀπόστολος ὑπὲρ ἡμῶν ἐδεῖτο τοῦ θεοῦ, »ἵνα ἐξισχύσωμεν καταλαβέσθαι σὺν πᾶσιν τοῖς ἁγίοις τί τὸ πλάτος καὶ μῆκος καὶ βάθος καὶ ὕψος, γνῶναί τε τὴν ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην τοῦ θεοῦ«. καὶ αὐτὸς δὲ ὁ σωτὴρ ἡμῶν πλεῖστα ὅσα μυστήρια περὶ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν περί τε τῆς συντελείας τοῦ παντὸς περί τε τῶν ἐπαγγελιῶν ποτὲ μὲν διὰ παραβολῶν ποτὲ δὲ καὶ ἐν ἀπορρήτοις ἐξέφαινεν τοῖς αὐτοῦ μαθηταῖς, πρὸς οὓς ἔλεγεν »ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τοῦ θεοῦ«. ὧν οὐκ ἂν εὕροι τις τὰ ἴσα παρὰ Μωσεῖ ἢ παρὰ τοῖς λοιποῖς", + "candidate_score": 0.650185, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_12", + "bdc_text": "Mai An den wolgelerten , fromm fürnämen unnd wysen herren an Heynrich Bullinger , diener deß worts gots zuͦ Zürich by dem Grossen Münster , minem günstigen , lieben herrn diener herren M. D. eam vale ,", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg009.1st1K-grc1_window_233", + "psc_text": "ὄρει καὶ πόλει θεοῦ ζῶντος, Ἱερουσαλὴμ ἐπουρανίῳ, καὶ μυριάσιν ἀγγέλων, πανηγύρει καὶ ἐκκλησίᾳ πρωτοτόκων ἀπογεγραμμένων ἐν οὐρανοῖς«. λεγέτω πρὸς ταῦτα Μάρκελλος, εἰ οἷός τέ ἐστιν ἐκ τῶν παλαιῶν γραμμάτων τὴν τούτων προφέρειν διδασκαλίαν. εἰ δὲ μὴ εὑρίσκοι, τὴν αἰτίαν ἀποδιδότω δι’ ἣν σεσιώπητο τοῖς τοῦ θεοῦ προφήταις ταῦτά τε πάντα καὶ ἄλλα τούτοις ἀδελφὰ μυρία, περὶ ὧν ὁ αὐτὸς ἀπόστολος ὑπὲρ ἡμῶν ἐδεῖτο τοῦ θεοῦ, »ἵνα ἐξισχύσωμεν καταλαβέσθαι σὺν πᾶσιν τοῖς ἁγίοις τί τὸ πλάτος καὶ μῆκος καὶ βάθος καὶ ὕψος, γνῶναί τε τὴν ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην τοῦ θεοῦ«. καὶ αὐτὸς δὲ ὁ σωτὴρ ἡμῶν πλεῖστα ὅσα μυστήρια περὶ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν περί τε τῆς συντελείας τοῦ παντὸς περί τε τῶν ἐπαγγελιῶν ποτὲ μὲν διὰ παραβολῶν ποτὲ δὲ καὶ ἐν ἀπορρήτοις ἐξέφαινεν τοῖς αὐτοῦ μαθηταῖς, πρὸς οὓς ἔλεγεν »ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τοῦ θεοῦ«. ὧν οὐκ ἂν εὕροι τις τὰ ἴσα παρὰ Μωσεῖ ἢ παρὰ τοῖς λοιποῖς", + "candidate_score": 0.62157, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_11", + "bdc_text": "Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg009.1st1K-grc1_window_42", + "psc_text": "πατρὸς ὑποδεδεγμένος, ἐπιβὰς τοῦ σύμπαντος κόσμου ἄνω τε πρὸς τὸν αὐτοῦ πατέρα βλέπων, ἄγει καὶ φέρει πηδαλιουχῶν τὸ πᾶν, οὐδὲ τὸ σμικρότατον τῶν δεομένων τῆς ἐξ αὐτοῦ χορηγίας παρορῶν οὐδ’ ὑπερφρονῶν τῶν βραχυτάτων· διὸ δὴ τοῖς πᾶσιν ἐπιπάρεστιν, ἑκάστῳ νέμων τὰ πρόσφορα, τῇ τε τῶν ὅλων θεραπείᾳ δίκην ἰατροῦ τὰ ἁρμόδια πρὸς σωτηρίαν ἐπαρκῶν. ὅθεν εἰκότως οὐδὲ τοῦ κατὰ ἄνθρωπον ὑπερεφρόνησεν βίου, ἀλλὰ καὶ πάλαι πρότερον τοῖς ἐξ αἰῶνος φιλοθέοις ἀνδράσιν τὴν ἐξ αὐτοῦ παρεῖχεν ἐπικουρίαν, ὧδε μὲν ‹ἐν› ἀνθρωπείῳ σχήματι τοῖς Ἑβραίων προπάτορσιν ἐπιφαινόμενος ὧδε δὲ τοῖς τούτων ἀπογόνοις ἁρμοδίους διαταττόμενος νόμους, ἤδη δὲ καὶ τοῖς μετέπειτα διὰ προφητῶν μελλούσης αὐτοῦ θεοφανείας ἅπασιν ἐκλάμψειν ἀνθρώποις ἐξεδίδου θεσπίσματα. ὡς δὲ ὁ τούτων παρήλαυνε χρόνος, ἔργοις ἐπλήρου παλαιῶν χρησμῶν ἀποτελέσματα, καὶ δὴ παρῆν λοιπὸν ἀναμὶξ τῷ θνητῷ βίῳ συναγελαζόμενος, αὐτός τε ἦν ὁ τοῦ θεοῦ μονογενὴς υἱὸς ὡς ἐν ἀγάλματι θείῳ, τῷ τοῦ σώματος ὀργάνῳ, τῷ τῶν ἀνθρώπων καθομιλῶν γένει διδασκαλίαις,", + "candidate_score": 0.617816, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 14, + "cf_id": "cf046", + "work_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1", + "max_score": 0.723903, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_2_4", + "bdc_text": "Die genad unsers herren Jesu Christi sye mitt üch und der üweren Wolgelerter , eersamer , frommer zuͦ für nämer , unnder wyser allzytt . Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_208", + "psc_text": "Ὧν εἶδε, φησί, τὴν καρδίαν μέλλουσαν καθαρὰν γενέσθαι καὶ δουλεύειν αὐτῷ ἐξ ὅλης καρδίας, τούτοις ἔδωκε τὴν μετάνοιαν: ὧν δὲ εἶδε τὴν δολιότητα καὶ πονηρίαν, μελλόντων ἐν ὑποκρίσει μετανοεῖν, ἐκείνοις οὐκ ἔδωκε μετάνοιαν, μήποτε πάλιν βεβηλώσωσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ. λέγω αὐτῷ: Κύριε, νῦν οὖν μοι δήλωσον τοὺς τὰς ῥάβδους ἐπιδεδωκότας, ποταπός τις αὐτῶν ἐστί. καὶ τὴν τούτων κατοικίαν, ἵνα ἀκούσαντες οἱ πιστεύσαντες καὶ εἰληφότες τὴν σφραγῖδα καὶ τεθλακότες αὐτὴν καὶ μὴ τηρήσαντες ὑγιῆ, ἐπιγνόντες τὰ ἑαυτῶν ἔργα μενανοήσωσι, λαβόντες ὑπὸ σοῦ σφραγῖδα, καὶ δοξάσωσι τὸν κύριον, ὅτι ἐσπλαγχνίσθη ἐπ̓ αὐτοὺς καὶ ἀπέστειλέ σε τοῦ ἀνακαινίσαι τὰ πνεύματα αὐτῶν. Ἄκουε, φησίν: ὧν αἱ ῥάβδοι ξηραὶ καὶ βεβρωμέναι ὑπὸ σητὸς εὑρέθησαν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀποστάται καὶ προδόται τῆς ἐκκλησίας καὶ βλασφημήσαντες Jam. 2, 7 cf. Gen. 48, 16; etc. ἐν ταῖς ἁμαρτίαις αὐτῶν τὸν κύριον, ἔτι δὲ καὶ ἐπαισχυνθεντες τὸ ὄνομα κυρίου τὸ ἐπικληθὲν ἐπ̓ αὐτούς. οὗτοι οὖν εἰς τέλος ἀπώλοντο τῷ", + "candidate_score": 0.723903, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_2_4", + "bdc_text": "Die genad unsers herren Jesu Christi sye mitt üch und der üweren Wolgelerter , eersamer , frommer zuͦ für nämer , unnder wyser allzytt . Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_12", + "psc_text": "τόπον, ὅπου καὶ πέρυσι. ἐλθὼν οὖν εἰς τὸν τόπον τιθῶ τὰ γόνατα Ps. 85, 9, 12; Is. 24, 15; 66, 5; καὶ ἠρξάμην προσεύχεσθαι τῷ κυρίῳ καὶ δοξάζειν αὐτοῦ τὸ ὄνομα, ὅτι με ἄξιον ἡγήσατο καὶ ἐγνώρισέν μοι τὰς ἁμαρτίας μου τὰς πρότερον. μετὰ δὲ τὸ ἐγερθῆναί με ἀπ�� τῆς προσευχῆς βλέπω ἀπέναντί μου τὴν πρεσβυτέραν, ἣν καὶ πέρυσιν pe/rusin AL1, pro/teron N, om. EL2. ἑωράκειν, περιπατοῦσαν καὶ ἀναγινώσκουσαν βιβλαρίδιον, καὶ λέγει μοι: Δύνῃ ταῦτα τοῖς ἐκλεκτοῖς τοῦ θεοῦ ἀναγγεῖλαι; λέγω αὐτῇ: Κυρία, τοσαῦτα μνημονεῦσαι οὐ δύναμαι: δὸς δέ μοι τὸ βιβλίδιον, ἵνα μεταγράψωμαι αὐτό. Λάβε, φησίν, καὶ ἀποδώσεις μοι. ἔλαβον ἐγώ, καὶ εἴς τινα τόπον τοῦ ἀγροῦ ἀναχωρήσας μετεγραψάμην πάντα πρὸς γράμμα: οὐχ ηὕρισκον γὰρ τὰς συλλαβάς. τελέσαντος οὖν ou)=n N, ou)=n mou A. τὰ γράμματα τοῦ βιβλιδίου ἐξαίφνης ἡρπάγη μου ἐκ τῆς χειρὸς τὸ βιβλίδιον: ὑπὸ τίνος δὲ οὐκ εἶδον. Μετὰ δὲ δέκα καὶ πέντε ἡμέρας νηστεύσαντός μου", + "candidate_score": 0.708921, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_208", + "psc_text": "Ὧν εἶδε, φησί, τὴν καρδίαν μέλλουσαν καθαρὰν γενέσθαι καὶ δουλεύειν αὐτῷ ἐξ ὅλης καρδίας, τούτοις ἔδωκε τὴν μετάνοιαν: ὧν δὲ εἶδε τὴν δολιότητα καὶ πονηρίαν, μελλόντων ἐν ὑποκρίσει μετανοεῖν, ἐκείνοις οὐκ ἔδωκε μετάνοιαν, μήποτε πάλιν βεβηλώσωσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ. λέγω αὐτῷ: Κύριε, νῦν οὖν μοι δήλωσον τοὺς τὰς ῥάβδους ἐπιδεδωκότας, ποταπός τις αὐτῶν ἐστί. καὶ τὴν τούτων κατοικίαν, ἵνα ἀκούσαντες οἱ πιστεύσαντες καὶ εἰληφότες τὴν σφραγῖδα καὶ τεθλακότες αὐτὴν καὶ μὴ τηρήσαντες ὑγιῆ, ἐπιγνόντες τὰ ἑαυτῶν ἔργα μενανοήσωσι, λαβόντες ὑπὸ σοῦ σφραγῖδα, καὶ δοξάσωσι τὸν κύριον, ὅτι ἐσπλαγχνίσθη ἐπ̓ αὐτοὺς καὶ ἀπέστειλέ σε τοῦ ἀνακαινίσαι τὰ πνεύματα αὐτῶν. Ἄκουε, φησίν: ὧν αἱ ῥάβδοι ξηραὶ καὶ βεβρωμέναι ὑπὸ σητὸς εὑρέθησαν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀποστάται καὶ προδόται τῆς ἐκκλησίας καὶ βλασφημήσαντες Jam. 2, 7 cf. Gen. 48, 16; etc. ἐν ταῖς ἁμαρτίαις αὐτῶν τὸν κύριον, ἔτι δὲ καὶ ἐπαισχυνθεντες τὸ ὄνομα κυρίου τὸ ἐπικληθὲν ἐπ̓ αὐτούς. οὗτοι οὖν εἰς τέλος ἀπώλοντο τῷ", + "candidate_score": 0.706164, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4_6", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_208", + "psc_text": "Ὧν εἶδε, φησί, τὴν καρδίαν μέλλουσαν καθαρὰν γενέσθαι καὶ δουλεύειν αὐτῷ ἐξ ὅλης καρδίας, τούτοις ἔδωκε τὴν μετάνοιαν: ὧν δὲ εἶδε τὴν δολιότητα καὶ πονηρίαν, μελλόντων ἐν ὑποκρίσει μετανοεῖν, ἐκείνοις οὐκ ἔδωκε μετάνοιαν, μήποτε πάλιν βεβηλώσωσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ. λέγω αὐτῷ: Κύριε, νῦν οὖν μοι δήλωσον τοὺς τὰς ῥάβδους ἐπιδεδωκότας, ποταπός τις αὐτῶν ἐστί. καὶ τὴν τούτων κατοικίαν, ἵνα ἀκούσαντες οἱ πιστεύσαντες καὶ εἰληφότες τὴν σφραγῖδα καὶ τεθλακότες αὐτὴν καὶ μὴ τηρήσαντες ὑγιῆ, ἐπιγνόντες τὰ ἑαυτῶν ἔργα μενανοήσωσι, λαβόντες ὑπὸ σοῦ σφραγῖδα, καὶ δοξάσωσι τὸν κύριον, ὅτι ἐσπλαγχνίσθη ἐπ̓ αὐτοὺς καὶ ἀπέστειλέ σε τοῦ ἀνακαινίσαι τὰ πνεύματα αὐτῶν. Ἄκουε, φησίν: ὧν αἱ ῥάβδοι ξηραὶ καὶ βεβρωμέναι ὑπὸ σητὸς εὑρέθησαν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀποστάται καὶ προδόται τῆς ἐκκλησίας καὶ βλασφημήσαντες Jam. 2, 7 cf. Gen. 48, 16; etc. ἐν ταῖς ἁμαρτίαις αὐτῶν τὸν κύριον, ἔτι δὲ καὶ ἐπαισχυνθεντες τὸ ὄνομα κυρίου τὸ ἐπικληθὲν ἐπ̓ αὐτούς. οὗτοι οὖν εἰς τέλος ἀπώλοντο τῷ", + "candidate_score": 0.706164, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 15, + "cf_id": "cf044", + "work_id": "tlg1271.tlg005.1st1K-grc1", + "max_score": 0.715289, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_2_4", + "bdc_text": "Die genad unsers herren Jesu Christi sye mitt üch und der üweren Wolgelerter , eersamer , frommer zuͦ für nämer , unnder wyser allzytt . Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg005.1st1K-grc1_window_20", + "psc_text": "βοηθός, τὰς πάντων φορτισθεὶς φροντίδας. ὅθεν τό σε οἰκονομεῖν ἀναδέξασθαι, χάριν οἶδα εἰληφὼς οὐ δεδωκώς ἀλλὰ θάῤῥει καὶ γενναίως φέρε, ὡς εἰδὼς ὅτι ἀποδώσει σοι ὁ Θεὸς εἰς τὸν λιμένα τῆς ἀναπαύσεως καταιτήσαντι τὸ μέγιστον τῶν ἀγαθῶν, ἀναφαίρετον μισθὸν, καθ᾽ ὅτι ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων σωτηρίας τὸν μείζονα ἀνεδέξω κάματον. ὥστε ἐάν σε πολλοὶ τῶν ἀδελφῶν διὰ τὴν ἔπακρον δικαιοσύνην μισήσουσιν, τὸ αὐτῶν μὲν μῖσος οὐδέν σε βλάψει, ἡ δὲ τοῦ δικαίου Θεοῦ φιλία πολύ σε ὠνήσει. ὥστε πειρῶ τὸν ἐξ ἀδικίας γινόμενον ἔπαινον ἀποσείεσθαι, διὰ δὲ δικαίαν διοίκησιν τὸν ἐκ Χριστοῦ ἐπωφελῆ θηρεύειν ἔπαινον. Ταῦτα εἰπὼν καὶ τὰ τούτων πλείονα πάλιν τῷ πλήθει προσεμβλέψας εἶπεν· καὶ ὑμεῖς δέ, ἀγαπητοί μου ἀδελφοὶ καὶ σύνδουλοι, τῷ προκαθεζομένῳ ἀληθείας κατὰ πάντα ὑπείξατε, τοῦτο εἰδότες, ὅτι ὁ τοῦτον λυπήσας Χριστὸν, οὗ τὴν καθέδραν πεπίστευται, ἐκ ἐδέξατο, καὶ ὡς Χριστὸν μὴ δεξάμενος ὡς ἀθετήσας τὸν πατέρα λογισθήσεται, διὸ τῆς ἀγαθῆς βασιλείας ἀποβληθήσεται. οὗ εἵνεκεν", + "candidate_score": 0.715289, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_2_4", + "bdc_text": "Die genad unsers herren Jesu Christi sye mitt üch und der üweren Wolgelerter , eersamer , frommer zuͦ für nämer , unnder wyser allzytt . Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg005.1st1K-grc1_window_2", + "psc_text": "ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας ἔφη· ἀκούσατ�� μου ἀδελφοὶ καὶ σύνδουλοι· ἐπεὶ, ὡς ἐδιδάχθην ἀπὸ τοῦ με ἀποστείλαντος κυρίου τε καὶ διδασκάλου Ἰησοῦ Χριστοῦ, αἱ τοῦ θανάτου μου ἠγγίκασιν ἡμέραι, Κλήμεντα τοῦτον ἐπίσκοπον ὑμῖν χειροτονῶ, ᾧ τὴν ἐμὴν τῶν λόγων πιστεύω καθέδραν, τῷ ἀπ᾽ ἀρχῆς μοι μέχρι τοῦ τέλες συνοδεύσαντι καὶ οὕτως πασῶν μου τῶν ὁμιλιῶν ἐπακούσαντι· συνελῶν ἐρῶ, ὅς ἐν πᾶσι πειρασμοῖς με κοινωνήσας τῇ πίστει προσκαρτερῶν εὑρέθη· ὃν πλείω πάντων πεπείραμαι θεοσεβῆ, φιλάνθρωπον, ἁγνόν, πολυμαθῆ, σώφρονα, ἀγαθὸν, δίκαιον , μακρόθυμον, καὶ γενναίως εἰδότα φέρειν τὰς ἐνίων τῶν κατηχουμένων ἀχαριστίας. διὸ αὐτῷ μεταδίδωμι τὴν ἐξουσίαν τοῦ δεσμεύειν καὶ λύειν, ἵνα περὶ παντὸς οὗ ἄν χειροτονήσῃ ἐπὶ γῆς ἔσται δεδογματισμένον ἐν οὐρανοῖς. δήσει γὰρ ὃ δεῖ δεθῆναι, καὶ λύσει ὅ δεῖ λυθῆναι, ὡς τὸν τῆς ἐκκλησίας εἰδὼς κανόνα. αὐτοῦ οὖν ἀκούσατε, ὡς γνόντες ὅτι ὁ τῆς ἀληθείας προκαθεζόμενον λυπῶν εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνει καὶ τὸν πατέρα τῶν ὅλων παροργίζει· οὗ εἵνεκεν οὐ ζήσεται.", + "candidate_score": 0.711491, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_3_5", + "bdc_text": "Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg005.1st1K-grc1_window_20", + "psc_text": "βοηθός, τὰς πάντων φορτισθεὶς φροντίδας. ὅθεν τό σε οἰκονομεῖν ἀναδέξασθαι, χάριν οἶδα εἰληφὼς οὐ δεδωκώς ἀλλὰ θάῤῥει καὶ γενναίως φέρε, ὡς εἰδὼς ὅτι ἀποδώσει σοι ὁ Θεὸς εἰς τὸν λιμένα τῆς ἀναπαύσεως καταιτήσαντι τὸ μέγιστον τῶν ἀγαθῶν, ἀναφαίρετον μισθὸν, καθ᾽ ὅτι ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων σωτηρίας τὸν μείζονα ἀνεδέξω κάματον. ὥστε ἐάν σε πολλοὶ τῶν ἀδελφῶν διὰ τὴν ἔπακρον δικαιοσύνην μισήσουσιν, τὸ αὐτῶν μὲν μῖσος οὐδέν σε βλάψει, ἡ δὲ τοῦ δικαίου Θεοῦ φιλία πολύ σε ὠνήσει. ὥστε πειρῶ τὸν ἐξ ἀδικίας γινόμενον ἔπαινον ἀποσείεσθαι, διὰ δὲ δικαίαν διοίκησιν τὸν ἐκ Χριστοῦ ἐπω��ελῆ θηρεύειν ἔπαινον. Ταῦτα εἰπὼν καὶ τὰ τούτων πλείονα πάλιν τῷ πλήθει προσεμβλέψας εἶπεν· καὶ ὑμεῖς δέ, ἀγαπητοί μου ἀδελφοὶ καὶ σύνδουλοι, τῷ προκαθεζομένῳ ἀληθείας κατὰ πάντα ὑπείξατε, τοῦτο εἰδότες, ὅτι ὁ τοῦτον λυπήσας Χριστὸν, οὗ τὴν καθέδραν πεπίστευται, ἐκ ἐδέξατο, καὶ ὡς Χριστὸν μὴ δεξάμενος ὡς ἀθετήσας τὸν πατέρα λογισθήσεται, διὸ τῆς ἀγαθῆς βασιλείας ἀποβληθήσεται. οὗ εἵνεκεν", + "candidate_score": 0.710542, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg005.1st1K-grc1_window_20", + "psc_text": "βοηθός, τὰς πάντων φορτισθεὶς φροντίδας. ὅθεν τό σε οἰκονομεῖν ἀναδέξασθαι, χάριν οἶδα εἰληφὼς οὐ δεδωκώς ἀλλὰ θάῤῥει καὶ γενναίως φέρε, ὡς εἰδὼς ὅτι ἀποδώσει σοι ὁ Θεὸς εἰς τὸν λιμένα τῆς ἀναπαύσεως καταιτήσαντι τὸ μέγιστον τῶν ἀγαθῶν, ἀναφαίρετον μισθὸν, καθ᾽ ὅτι ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων σωτηρίας τὸν μείζονα ἀνεδέξω κάματον. ὥστε ἐάν σε πολλοὶ τῶν ἀδελφῶν διὰ τὴν ἔπακρον δικαιοσύνην μισήσουσιν, τὸ αὐτῶν μὲν μῖσος οὐδέν σε βλάψει, ἡ δὲ τοῦ δικαίου Θεοῦ φιλία πολύ σε ὠνήσει. ὥστε πειρῶ τὸν ἐξ ἀδικίας γινόμενον ἔπαινον ἀποσείεσθαι, διὰ δὲ δικαίαν διοίκησιν τὸν ἐκ Χριστοῦ ἐπωφελῆ θηρεύειν ἔπαινον. Ταῦτα εἰπὼν καὶ τὰ τούτων πλείονα πάλιν τῷ πλήθει προσεμβλέψας εἶπεν· καὶ ὑμεῖς δέ, ἀγαπητοί μου ἀδελφοὶ καὶ σύνδουλοι, τῷ προκαθεζομένῳ ἀληθείας κατὰ πάντα ὑπείξατε, τοῦτο εἰδότες, ὅτι ὁ τοῦτον λυπήσας Χριστὸν, οὗ τὴν καθέδραν πεπίστευται, ἐκ ἐδέξατο, καὶ ὡς Χριστὸν μὴ δεξάμενος ὡς ἀθετήσας τὸν πατέρα λογισθήσεται, διὸ τῆς ἀγαθῆς βασιλείας ἀποβληθήσεται. οὗ εἵνεκεν", + "candidate_score": 0.70318, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4_6", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg005.1st1K-grc1_window_20", + "psc_text": "βοηθός, τὰς πάντων φορτισθεὶς φροντίδας. ὅθεν τό σε οἰκονομεῖν ἀναδέξασθαι, χάριν οἶδα εἰληφὼς οὐ δεδωκώς ἀλλὰ θάῤῥει καὶ γενναίως φέρε, ὡς εἰδὼς ὅτι ἀποδώσει σοι ὁ Θεὸς εἰς τὸν λιμένα τῆς ἀναπαύσεως καταιτήσαντι τὸ μέγιστον τῶν ἀγαθῶν, ἀναφαίρετον μισθὸν, καθ᾽ ὅτι ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων σωτηρίας τὸν μείζονα ἀνεδέξω κάματον. ὥστε ἐάν σε πολλοὶ τῶν ἀδελφῶν διὰ τὴν ἔπακρον δικαιοσύνην μισήσουσιν, τὸ αὐτῶν μὲν μῖσος οὐδέν σε βλάψει, ἡ δὲ τοῦ δικαίου Θεοῦ φιλία πολύ σε ὠνήσει. ὥστε πειρῶ τὸν ἐξ ἀδικίας γινόμενον ἔπαινον ἀποσείεσθαι, διὰ δὲ δικαίαν διοίκησιν τὸν ἐκ Χριστοῦ ἐπωφελῆ θηρεύειν ἔπαινον. Ταῦτα εἰπὼν καὶ τὰ τούτων πλείονα πάλιν τῷ πλήθει προσεμβλέψας εἶπεν· καὶ ὑμεῖς δέ, ἀγαπητοί μου ἀδελφοὶ καὶ σύνδουλοι, τῷ προκαθεζομένῳ ἀληθείας κατὰ πάντα ὑπείξατε, τοῦτο εἰδότες, ὅτι ὁ τοῦτον λυπήσας Χριστὸν, οὗ τὴν καθέδραν πεπίστευται, ἐκ ἐδέξατο, καὶ ὡς Χριστὸν μὴ δεξάμενος ὡς ἀθετήσας τὸν πατέρα λογισθήσεται, διὸ τῆς ἀγαθῆς βασιλείας ἀποβληθήσεται. οὗ εἵνεκεν", + "candidate_score": 0.70318, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5_7", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg005.1st1K-grc1_window_20", + "psc_text": "βοηθός, τὰς πάντων φορτισθεὶς φροντίδας. ὅθεν τό σε οἰκονομεῖν ἀναδέξασθαι, χάριν οἶδα εἰληφὼς οὐ δεδωκώς ἀλλὰ θάῤῥει καὶ γενναίως φέρε, ὡς εἰδὼς ὅτι ἀποδώσει σοι ὁ Θεὸς εἰς τὸν λιμένα τῆς ἀναπαύσεως καταιτήσαντι τὸ μέγιστον τῶν ἀγαθῶν, ἀναφαίρετον μισθὸν, καθ᾽ ὅτι ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων σωτηρίας τὸν μείζονα ἀνεδέξω κάματον. ὥστε ἐάν σε πολλοὶ τῶν ἀδελφῶν διὰ τὴν ἔπακρον δικαιοσύνην μισήσουσιν, τὸ αὐτῶν μὲν μῖσος οὐδέν σε βλάψει, ἡ δὲ τοῦ δικαίου Θεοῦ φιλία πολύ σε ὠνήσει. ὥστε πειρῶ τὸν ἐξ ἀδικίας γινόμενον ἔπαινον ἀποσείεσθαι, διὰ δὲ δικαίαν διοίκησιν τὸν ἐκ Χριστοῦ ἐπωφελῆ θηρεύειν ἔπαινον. Ταῦτα εἰπὼν καὶ τὰ τούτων πλείονα πάλιν τῷ πλήθει προσεμβλέψας εἶπεν· καὶ ὑμεῖς δέ, ἀγαπητοί μου ἀδελφοὶ καὶ σύνδουλοι, τῷ προκαθεζομένῳ ἀληθείας κατὰ πάντα ὑπείξατε, τοῦτο εἰδότες, ὅτι ὁ τοῦτον λυπήσας Χριστὸν, οὗ τὴν καθέδραν πεπίστευται, ἐκ ἐδέξατο, καὶ ὡς Χριστὸν μὴ δεξάμενος ὡς ἀθετήσας τὸν πατέρα λογισθήσεται, διὸ τῆς ἀγαθῆς βασιλείας ἀποβληθήσεται. οὗ εἵνεκεν", + "candidate_score": 0.701495, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_11", + "bdc_text": "Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg005.1st1K-grc1_window_0", + "psc_text": "Κλήμης Ἰακώβῳ τῷ κυρίῳ καὶ ἐπισκόπων ἐπισκόπῳ, διέποντι δὲ τὴν ᾽Ιερουσαλὴμ ἁγίαν Ἑβραίων ἐκκλησίαν καὶ τὰς πανταχῆ Θεοῦ προνοίᾳ ἱδρυθείσας καλῶς , σύν τε πρεσβυτέροις καὶ διακόνοις καὶ τοῖς λοιποῖς ἅπασιν ἀδελφοῖς, εἰρήνη εἴη πάντοτε. Γνώριμο νἔστω σοι, κύριέ μου, ὅτι Σίμων, ὁ διὰ τὴν ἀληθῆ πίστιν καὶ τὴν ἀσφαλεστάτην αὐτοῦ τῆς διδασκαλίας ὑπόθεσιν τῆς ἐκκλησίας θεμέλιος εἶναι ὁρισθεὶς καὶ δἰ αὐτὸ τοῦτο ὑπ᾽ αὐτοῦ τοῦ Ἰησοῦ ἀψευδεῖ στόματι μετονομασθεὶς Πέτρος· ἡ ἀπαρχὴ τοῦ κυρίου ἡμῶν· ὁ τῶν ἀποστόλων πρῶτος, ᾧ πρώτῳ ὁ πατὴρ τὸν υἱὸν ἀπεκάλυψεν· ὅν ὁ Χριστὸς εὐλόγως ἐμακάρισεν· ὁ κλητὸς καὶ ἐκλεκτὸς καὶ συνέστιος καὶ συνοδοίπορος· ὁ καλὸς καὶ δόκιμος μαθητής· ὁ τῆς δύσεως τὸ σκοτεινότερον τοῦ κόσμου μέρος ὡς πάντων ἱκανώτερος φωτίσαι κελευσθεὶς καὶ κατορθῶσαι δυνηθείς — καὶ δὴ μέχρι ποῦ μηκύνω τὸν λόγον, μὴ βουλόμενος σημῆναι τὸ λυποῦν, ὅ ἐξ ἀνάγκης κἄν βραδὺ πάντως εἰπεῖν με δεῖ; — οὗτος αὐτὸς, διὰ τὴν ἄμετρον πρὸς", + "candidate_score": 0.621984, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 16, + "cf_id": "cf011", + "work_id": "tlg2018.tlg023.1st1K-grc1", + "max_score": 0.70911, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_2_4", + "bdc_text": "Die genad unsers herren Jesu Christi sye mitt üch und der üweren Wolgelerter , eersamer , frommer zuͦ für nämer , unnder wyser allzytt . Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg023.1st1K-grc1_window_308", + "psc_text": "μνησθῇ ἔτι.Jer. 11, 18. Ὁ Σωτὴρ καὶ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς (κα)τὰ τὴν ἐν τῷ Ἠσαίᾳ προφητείαν, ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν ἤχθη, καὶ ὡς ἀμνὸς ἐναντίον τοῦ κείραντος αὐτὸν ἄφωνος,Es. 53, 7. κατὰ δὲ τὴν μετὰ χεῖρας, ὡς ἀρνίον ἄκακον ἀγόμενον τοῦ θυέσθαι οὐκ ἔγνων· καὶ τὸ κατὰ τὸν σταυρὸν δὲ πάθος αὐτοῦ δύναται δηλοῦσθαι διὰ τοῦ, δεῦτε καὶ ἐμβάλωμεν ξύλον εἰς ἄρτον αὐτοῦ καὶ ἐκτρίψωμεν αὐτὸν ἀπὸ γῆς ζώντων· καὶ τὸ ὄνομα αὐτῷ οὐ μὴ μνησθῇ ἔτι· ἅπερ ἐκ προσώπου λέλέκται τῶν ἐπιβουλευσάντων αὐτῷ. Εἰ γὰρ δὴ τὸ σῶμα αὐτοῦ ἄρτος ἦν, ὡς αὐτὸς διδάσκει πρὸς τοὺς μαθητὰς λέγων, λάβετε, φάγετε, τοῦτο ἐστι τὸ σῶμά μου,Matth. 26, 27. τοῦτο δ’ ἦν τὸ πρὸς τῷ ξύλῳ κατὰ τὸν σταυρὸν δειγματισθὲν, περὶ αὐτοῦ λέγοιτ’ ἂν εἰκότως τὸ, δεῦτε καὶ ἐμβάλωμεν ξύλον εἰς ἄρτον αὐτοῦ· εἰ δὲ καὶ βαθυτέρας ἔχοιτο θεωρίας τὰ κατὰ τὸν τόπον, οὐδὲν πρὸς ἐκεῖνο λυπεῖ καὶ τὰ εἰρημένα.", + "candidate_score": 0.70911, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_6", + "bdc_text": "underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg023.1st1K-grc1_window_458", + "psc_text": "ἅ τινα σαφῶς ἐπὶ τὸν Σωτῆρα καὶ Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν ἀπεδείκνυτο προπεφητευμένα. Ψ. ΚΒ′. Ἐγὼ ἐποίησα γῆν, καὶ ἄνθρωπον ἐπ’ αὐτῆς, ἐγὼ τῇ χειρί μου ἐστερέωσα τὸν οὐρανὸν, ἐγὼ πᾶσι τοῖς ἄστροις ἐνετειλάμην. Ἐγὼ ἤγειρα αὐτὸν μετὰ δικαιοσύνης βασιλέα, καὶ πάσαι αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ εὐθεῖαι· οὗτος οἰκοδομήσει τὴν πόλιν μου, καὶ τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ λαοῦ μου ἐπιστρέψει, οὐ μετὰ δώρων, οὐδὲ μετὰ λύτρων, εἶπεν Κύριος Σαβαώθ. Οὕτως λέγει Κύριος Σαβαὼθ, Ἐκοπίασεν Αἴγυπτος, καὶ ἐμπορία Αἰθιόπων, καὶ οἱ Σαβαεὶμ ἄνδρες ὑψηλοὶ ἐπὶ σὲ διαβήσονται, καὶ σοὶ ἔσονταει δοῦλοι, καὶ ὀπίσω σου ἀκολουθήσουσι χειροπέδαις, καὶ διαβήσονται πρός σε, καὶ προσκυνήσουσίν σε, καὶ ἐν σοὶ προσεύξονται, ὅτι ἐν σοὶ ὁ Θεός ἐστιν, καὶ οὐκ ἔστιν Θεὸς πλήν σου· σὺ γὰρ εἶ Θεὸς, καὶ οὐκ ᾔδειμεν, Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ σωτήρ· αἰσχυνθήσονται καὶ ἐντραπήσονται πάντες οἱ ἀντικείμενοί σοι, καὶ πορεύσονται ἐν αἰσχύνῃ.Es. 45, 12. Χριστὸν ὁ Πατὴρ ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν τοῦ εἶναι αὐτὸν μετὰ δικαιοσύνης", + "candidate_score": 0.654011, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg023.1st1K-grc1_window_316", + "psc_text": "γε ἡ διαθήκη μου διασκεδισθήσεται μετὰ Δαυὶδ τοῦ δούλου μου, τοῦ μὴ εἶναι αὐτῷ υἱὸν βασιλεύοντα ἐπὶ τοῦ θρόνου αὐτοῦ, καὶ τοὺς Λευίτας τοὺς ἱερεῖς τοὺς λειτουργοῦντάς μοι· ὡς οὐκ ἐξαριθμηθήσεται ἡ δύναμις τοῦ οὐρανοῦ, οὐδὲ ἐκμετρηθήσεται ἡ ἄμμος τῆς θαλάσσης, οὕτως πληθυνῶ τὸ σπέρμα Δαυὶδ τοῦ δούλου μου καὶ τοὺς Λευίτας τοὺς λειτουργοῦντάς μοι.Jer. 33, (40,) 20. Καὶ αὖθις μετὰ βραχέα εἴρηται· Τάδε λέγει Κύριος· Εἰ μὴ διαθήκη(ν) μου ἡμέρας καὶ νυκτὸς, ἀκριβάσματα οὐρανοῦ καὶ γῆς οὐκ ἔταξα, καί γε τὸ σπέρμα. Ἰακὼβ καὶ Δαυὶδ τὸν δοῦλόν μου ἀποδοκιμῶ, τοῦ μὴ λαβεῖν ἐκ. τοῦ σπέρματος αὐτοῦ ἄρχοντα.Jer. 33, (40,) 25. Καὶ τίς ἂν εἴη ὑπὸ τοῦ Κυρίου ἀναστησομένη τῷ Δαυὶδ ἀνατολή; Ὁ θεῖος Λόγος, περὶ οὗ καὶ ἐν ἑτέροις εἴρηται, ἰδοὺ ἀνὴρ, ἀνατολὴ ὄνομα αὐτῷ· ὃς καὶ βασιλεύσειν προφητεύεται καὶ συνήσειν καὶ ποιήσειν κρίμα καὶ δικαιοσύνην ἐπὶ τῆς γῆς. Οὗτος δὲ καὶ ταῖς ἐν σκότει καθημέναις ψυχαῖς ἐξανατελεῖ φῶς", + "candidate_score": 0.585344, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 17, + "cf_id": "cf011", + "work_id": "tlg2018.tlg002.perseus-grc2", + "max_score": 0.706207, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_3_5", + "bdc_text": "Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg002.perseus-grc2_window_3", + "psc_text": "καιροὺς τὸν δι’ αἵματος καὶ βασάνων ὑπὲρ αὐτοῦ διεξῆλθον ἀγῶνα, τά τ’ ἐπὶ τούτοις καὶ καθ’ ἡμᾶς αὐτοὺς μαρτύρια καὶ τὴν ἐπὶ πάσιν ἵλεω καὶ εὐμενῆ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἀντίληψιν γραφῇ παραδοῦναι προῃρημένος, οὐδ’ ἄλλοθεν ἢ ἀπὸ πρώτης ἄρξομαι τῆς κατὰ τὸν σωτῆρα καὶ κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν τὸν Χριστὸν τοῦ θεοῦ οἰκονομίας. ἀλλά μοι συγγνώμην εὐγνωμόνων ἐντεῦθεν ὁ λόγος αἰτεῖ, μείζονα ἢ καθ’ ἡμετέραν δύναμιν ὁμολογῶν εἶναι τὴν ἐπαγγελίαν ἐντελῆ καὶ ἀπαράλειπτον ὑποσχεῖν, ἐπεὶ καὶ πρῶτοι νῦν τῆς ὑποθέσεως ἐπιβάντες οἷά τινα ἐρήμην καὶ ἀτριβῆ ἰέναι ὁδὸν ἐγχειροῦμεν, θεὸν μὲν ὁδηγὸν καὶ τὴν τοῦ κυρίου συνεργὸν σχήσειν εὐχόμενοι δύναμιν, ἀνθρώπων γε μὴν οὐδαμῶς εὑρεῖν οἷοί τε ὄντες ἴχνη γυμνὰ τὴν αὐτὴν ἡμῖν προωδευκότων, μὴ ὅτι σμικρὰς αὐτὸ μόνον προφάσεις, δι’ ὧν ἄλλος ἄλλως ὧν διηνύκασι χρόνων μερικὰς ἡμῖν καταλελοίπασι διηγήσεις, πόρρωθεν ὥσπερ εἰ πυρσοὺς τὰς ἑαυτῶν προανατείνοντες φωνὰς καὶ ἄνωθέν ποθεν ὡς ἐξ ἀπόπτου καὶ ἀπὸ σκοπῆς βοῶντες καὶ διακελευόμενοι,", + "candidate_score": 0.706207, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 18, + "cf_id": "cf003", + "work_id": "tlg1205.tlg001.perseus-grc1", + "max_score": 0.705194, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_3_5", + "bdc_text": "Amen . herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen .", + "psc_chunk_id": "tlg1205.tlg001.perseus-grc1_window_99", + "psc_text": "κατέγνωσαν. Ἀλλ᾿ ὡς ἐκεῖνοι οὐδὲν χείρους εἰς ἀρετῆς λόγον διὰ τὴν τῶν πολλῶν δόξαν, οὐδ᾿ ἡμῖν οὐδὲν ἐπισκοτεῖ πρὸς ὀρθότητα βίου ἡ παρά τινων ἄκριτος βλασφημία· εὐδοξοῦμεν γὰρ παρὰ τῷ θεῷ. Πλὴν ἀλλὰ καὶ πρὸς ταῦτα ἀπαντήσω τὰ ἐγκλήματα. Ὑμῖν μὲν οὖν καὶ δι᾿ ὧν εἴρηκα εὖ οἶδα ἀπολελογῆσθαι ἐμαυτόν. Συνέσει γὰρ πάντας ὑπερφρονοῦντες, οἷς ὁ βίος ὡς πρὸς στάθμην τὸν θεὸν κανονίζεται, ὅπως ἀνυπαίτιος καὶ ἀνεπίληπτος ἕκαστος ἡμῶν ἄνθρωπος αὐτῷ γένοιτο, ἴστε τούτους μηδ᾿ εἰς ἔννοιάν ποτε τοῦ βραχυτάτου ἐλευσομένους ἁμαρτήματος. Εἰ μὲν γὰρ ἕνα τὸν ἐνταῦθα βίον βιώσεσθαι πεπείσμεθα, κἂν ὑποπτεύειν ἐνῆν δουλεύοντας σαρκὶ καὶ αἵματι ἢ κέρδους ἢ ἐπιθυμίας ἐλάττους γενομένους ἁμαρτεῖν· ἐπεὶ δὲ ἐφεστηκέναι μὲν οἷς ἐννοοῦμεν, οἷς λαλοῦμεν, καὶ νύκτωρ καὶ μεθ᾿ ἡμέραν τὸν θεὸν οἴδαμεν, πάντα δὲ φῶς αὐτὸν ὄντα καὶ τὰ ἐν τῇ καρδίᾳ ἡμῶν ὁρᾶν, πεπείσμεθα τοῦ ἐνταῦθα ἀπαλλαγέντες βίου βίον ἕτερον βιώσεσθαι, ἀμείνονα ἢ κατὰ τὸν ἐνθάδε καὶ ἐπουράνιον, οὐκ ἐπίγειον", + "candidate_score": 0.705194, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren .", + "psc_chunk_id": "tlg1205.tlg001.perseus-grc1_window_99", + "psc_text": "κατέγνωσαν. Ἀλλ᾿ ὡς ἐκεῖνοι οὐδὲν χείρους εἰς ἀρετῆς λόγον διὰ τὴν τῶν πολλῶν δόξαν, οὐδ᾿ ἡμῖν οὐδὲν ἐπισκοτεῖ πρὸς ὀρθότητα βίου ἡ παρά τινων ἄκριτος βλασφημία· εὐδοξοῦμεν γὰρ παρὰ τῷ θεῷ. Πλὴν ἀλλὰ καὶ πρὸς ταῦτα ἀπαντήσω τὰ ἐγκλήματα. Ὑμῖν μὲν οὖν καὶ δι᾿ ὧν εἴρηκα εὖ οἶδα ἀπολελογῆσθαι ἐμαυτόν. Συνέσει γὰρ πάντας ὑπερφρονοῦντες, οἷς ὁ βίος ὡς πρὸς στάθμην τὸν θεὸν κανονίζεται, ὅπως ἀνυπαίτιος καὶ ἀνεπίληπτος ἕκαστος ἡμῶν ἄνθρωπος αὐτῷ γένοιτο, ἴστε τούτους μηδ᾿ εἰς ἔννοιάν ποτε τοῦ βραχυτάτου ἐλευσομένους ἁμαρτήματος. Εἰ μὲν γὰρ ἕνα τὸν ἐνταῦθα βίον βιώσεσθαι πεπείσμεθα, κἂν ὑποπτεύειν ἐνῆν δουλεύοντας σαρκὶ καὶ αἵματι ἢ κέρδους ἢ ἐπιθυμίας ἐλάττους γενομένους ἁμαρτεῖν· ἐπεὶ δὲ ἐφεστηκέναι μὲν οἷς ἐννοοῦμεν, οἷς λαλοῦμεν, καὶ νύκτωρ καὶ μεθ᾿ ἡμέραν τὸν θεὸν οἴδαμεν, πάντα δὲ φῶς αὐτὸν ὄντα καὶ τὰ ἐν τῇ καρδίᾳ ἡμῶν ὁρᾶν, πεπείσμεθα τοῦ ἐνταῦθα ἀπαλλαγέντες βίου βίον ἕτερον βιώσεσθαι, ἀμείνονα ἢ κατὰ τὸν ἐνθάδε καὶ ἐπουράνιον, οὐκ ἐπίγειον", + "candidate_score": 0.698612, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_4_6", + "bdc_text": "herr und vatter , nachdem ich verschiner osteren ettlicher wechtigte sachen unnds verursacht , zuͦ üch unnd anderen minen gebriden an , lie dem herren unnd vernätt ein zuͦ keren , auch anzeigt , was mengel gedächtnuß diem volch , übel irend , welche sich one zwöfel , nach in frischer geschäften halbß mir lang und ir mich irend , wissend sölchs , die zwolz ir erzaften , geschäften , zeß erbietzen wargend , mitt lise mich kondend , anderschs , diewil ir zuͦzogen , auch der bitten , so langärend nüth anderswohin und ander gnädigen herren gesagt zuͦ sind und vatter , dem ich tratreschünig gnad ich alten alten , anzeig ichs minen gliben , das ir geschriben nütt der schlossen wech , mich nällich an üch vernomen an lieben , das ir miner nütt versglässen , wolind müntlich legare billicht anzeig , was wie ich üch , vormals ir geschriben , desgrächen , solche nit hatt , mitt diß verd aulch , wie ich üch von examinatoribus geratt , fürstatt , zuͦ und mitt üch und erlernklich , hieres unnd examen ye lenger zuͦ meer fürstig unnd watt , das sy mich erlürtt bezalend , sunder sich , mitt zuͦ Liechtennischen unnd wartlich wyl spütt eeren lütt hette , die mir sich gend mitt , den werlangen sie hunger lyden , über das das sich nun bald werdhalb jar verlaufer die ich an dem ellenden ort zuͦ dienet , da das wort gottes gantz bessennd gar werdem ist , unnd ich mitt gott unnd widerben lütten , das kein nit müg sich , mitt der herr unnd ich läben , der gefalt mich gschalten , das kein recht müssig mit nitt , wirt unnd lobend der herr , minen sin herren . Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge .", + "psc_chunk_id": "tlg1205.tlg001.perseus-grc1_window_99", + "psc_text": "κατέγνωσαν. Ἀλλ᾿ ὡς ἐκεῖνοι οὐδὲν χείρους εἰς ἀρετῆς λόγον διὰ τὴν τῶν πολλῶν δόξαν, οὐδ᾿ ἡμῖν οὐδὲν ἐπισκοτεῖ πρὸς ὀρθότητα βίου ἡ παρά τινων ἄκριτος βλασφημία· εὐδοξοῦμεν γὰρ παρὰ τῷ θεῷ. Πλὴν ἀλλὰ καὶ πρὸς ταῦτα ἀπαντήσω τὰ ἐγκλήματα. Ὑμῖν μὲν οὖν καὶ δι᾿ ὧν εἴρηκα εὖ οἶδα ἀπολελογῆσθαι ἐμαυτόν. Συνέσει γὰρ πάντας ὑπερφρονοῦντες, οἷς ὁ βίος ὡς πρὸς στάθμην τὸν θεὸν κανονίζεται, ὅπως ἀνυπαίτιος καὶ ἀνεπίληπτος ἕκαστος ἡμῶν ἄνθρωπος αὐτῷ γένοιτο, ἴστε τούτους μηδ᾿ εἰς ἔννοιάν ποτε τοῦ βραχυτάτου ἐλευσομένους ἁμαρτήματος. Εἰ μὲν γὰρ ἕνα τὸν ἐνταῦθα βίον βιώσεσθαι πεπείσμεθα, κἂν ὑποπτεύειν ἐνῆν δουλεύοντας σαρκὶ καὶ αἵματι ἢ κέρδους ἢ ἐπιθυμίας ἐλάττους γενομένους ἁμαρτεῖν· ἐπεὶ δὲ ἐφεστηκέναι μὲν οἷς ἐννοοῦμεν, οἷς λαλοῦμεν, καὶ νύκτωρ καὶ μεθ᾿ ἡμέραν τὸν θεὸν οἴδαμεν, πάντα δὲ φῶς αὐτὸν ὄντα καὶ τὰ ἐν τῇ καρδίᾳ ἡμῶν ὁρᾶν, πεπείσμεθα τοῦ ἐνταῦθα ἀπαλλαγέντες βίου βίον ἕτερον βιώσεσθαι, ἀμείνονα ἢ κατὰ τὸν ἐνθάδε καὶ ἐπουράνιον, οὐκ ἐπίγειον", + "candidate_score": 0.698612, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 19, + "cf_id": "cf011", + "work_id": "tlg2018.tlg001.1st1K-grc1", + "max_score": 0.69726, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5_7", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg001.1st1K-grc1_window_1024", + "psc_text": "διαστολῆς οὖν ἅπαντα ἐπιτελεῖν πρὸς δικαιοσύνην ἀναγκάζει τῷ σημειοῦσθαι διὰ τούτων, ἔτι δὲ καὶ διότι παρὰ πάντας ἀνθρώπους διεστάλμεθα. οἱ γὰρ πλείονες τῶν λοιπῶν ἑαυτοὺς μολύνουσιν ἐπιμισγόμενοι, συντελοῦντες μεγάλην ἀδικίαν, καὶ χῶραι καὶ πόλεις ὅλαι ἐπὶ τούτοις σεμνύνονται. οὐ μόνον γὰρ πρὸς ἄρρενας προσάγουσιν, ἀλλὰ καὶ τεκούσας, ἔτι δὲ καὶ θυγατέρας μολύνουσιν. ἡμεῖς δὲ ἀπὸ τούτων διεστάλμεθα. περὶ ὃν δέ ἐστιν ὁ προειρημένος τῆς διαστολῆς τρόπος, περὶ τοῦτον καὶ τὸν τῆς μνήμης εἶναι κεχαρακτήρικε. πάντα γὰρ ὅσα διχηλεῖ καὶ μηρυκισμὸν ἀνάγει, σαφῶς τοῖς νοοῦσιν ἐκτίθεται τὸ τῆς μνήμης. ἡ γὰρ ἀναμηρύκισις οὐδὲν ἕτερον ἀλλ’ ἢ τῆς ζωῆς καὶ συστάσεως ὑπόμνησίς ἐστι. τὸ γὰρ ζῆν διὰ τῆς τροφῆς συνεστάναι νομίζει. διὸ παρακελεύεται διὰ τῆς γραφῆς λέγων οὕτως μνείᾳ μνησθήσῃ κυρίου τοῦ θεοῦ ‚ τοῦ ποιήσαντος ἐν σοὶ τὰ μεγάλα καὶ θαυμαστά.” κατανοούμενα γὰρ ἔνδοξα φαίνεται, πρῶτα μὲν ἡ τοῦ σώματος σύμπηξις καὶ ἡ τῆς τροφῆς διοίκησις καὶ ἡ περὶ ἕκαστον μέρος", + "candidate_score": 0.69726, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5_7", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg001.1st1K-grc1_window_858", + "psc_text": "ὃ καὶ κατ’ εἰκόνα θεοῦ γεγονέναι ἀνωμολόγηται. ἀναγκαῖα δὲ ταῦτα εἶναι ᾤετο Προπαιδεύεσθαι τοὺς μέλλοντας ἱεροῖς προσανέχειν νόμοις, μνημονεύειν τε τί τὸ ἀπὸ γῆς ληφθὲν αὐτοῖς καὶ εἰς γῆν αὖθις ἀναλυθησόμενον, καὶ τί τὸ ἐν ἡμῖν κρεῖττον καὶ θεῷ ἐμφερὲς, ὅπως τε χρῆν ἑκατέρῳ τῶν εἰρημένων d προσφέρεσθαι, μηδὲ ἐνυβρίζειν καὶ ἀσεβεῖν εἰς τὸν κατ’ εἰκόνα τοῦ θεοῦ ἄνθρωπον, μηδέ γε αύτὸν ῥυπαίνειν αἰσχραῖς καὶ παρανόμοις πράξεσι, φέρειν δὲ διὰ παντὸς τῆς πρώτης καὶ τρισμακαρίας ἐκείνης διατριβῆς τε καὶ ζωῆς τὸν πόθον, καὶ σπεύδειν παλινδρομεῖν παλινδρομεῖν, εὐχὴν ποιουμένους τῆς πρώτης καὶ τρισμακαρίου ζωῆς τε καὶ ἀξίας τυχεῖν· ἀλλὰ καὶ παρασκευάζεσθαι ἐνθένδε ἤδη ἐπὶ τὴν ἐκεῖσε ἀποδημίαν, ὅτι μηδὲ ἄλλως δυνατὸν βεβήλοις καὶ μὴ κεκαθαρμένοις τῶν ἱερῶν ἐκείνων ἐπιβαίνειν, ὧν καὶ ὁ πρῶτος δι’ ἀπροσεξίαν, θείας καταφρονήσας ἐντολῆς, ἀποπέπτωκεν. ἐπὶ τούτοις ὁ ἱεροφάντης προστίθησιν ἄλλο συνεκτικώτατον δόγμα, μὴ ἀμφιγνοεῖν διδάσκων ὅτι δὴ πάρεστί τις ἑκάστῳ πονηρὸς δαίμων ἔφεδρος, βάσκανος καὶ μισόκαλος", + "candidate_score": 0.695469, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 20, + "cf_id": "cf013", + "work_id": "pta0022.pta010.pta-grc1", + "max_score": 0.694385, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_5_7", + "bdc_text": "Sölichs aber thüc thuͦnig , kein gestalt , wirt es minemmer zwiffel an üwer bißhar mir bewisen verfußt , sömlichs sunder , diewil ir nitt vile gwisserwurdt , wichtiger geschösten verfaßt , samlichs Unnd ist de ßhalb nachmalen , min in vergäfflichkeit möchtind stellen . underhänig by kaitt an üch unnd alle , minem herrüwen hern und unnd vatterthind , in undem hönig das byt der liget und disem ort gottind , unnd andewort betrathind , ich begoir uff zuͦ derküntigem pfruͦnd oder standts , sunder allein ein , so erlichen dem ich gott dem herren vorab syne schäfle in siner weid recht , anwidert möge . Darum habend gott dem minen grädigen herren trüwen dienst , so wytt mir hat sy gnad verlicht , auch müssen , gna digen herren unnd die minen , mitt gott unnd eben verge erhalten , sey aber mich ledigs were , doruf ich möchte gemainert werden , so beger ich , das ir mir erstandind , uff einster genädigen , du witter nüdt unnd wätten , das ir mir gen Zürich zuͦ sechen , dann ich mich du witter nütt enthalten werde mögen besorgen muͦß , diewyl man mich nütt bezaben , das volchen gantz la werde , zu dem die oberkeit mir spynfyend , unnd Äfsetzig ist , sonder ich schryb ich üch , günstiger , lieber herr unnd vatter gantz gicher , trüwer uffkennlicher verhürnung , ut begär auch von üch , ir wollicbs von mir in allem , züten uff in denen hie mich .", + "psc_chunk_id": "pta0022.pta010.pta-grc1_window_84", + "psc_text": "τῷ σωτῆρι ἡμῶν τῷ Χριστῷ ἀνατεθείκασιν αἱ παρθένοι, ἀλλὰ καὶ τό γε χείριστον ὀνειδιζόμενοι παρὰ πάντων διὰ τὴν τοσαύτην ὠμότητα ἀντὶ τοῦ ἐρυθριᾷν προφασίζονται τοῦτο πρόσταγμα τῆς σῆς εὐσεβείας εἶναι. οὕτως εἰσὶ πρὸς πάντα τολμηροὶ καὶ τὴν προαίρεσιν πονηροί. οὐδὲ γὰρ οὐδὲ ἐν τοῖς γενομένοις διωγμοῖς τοιοῦτον ἠκούσθη πραχθέν. εἰ δὲ καὶ ἐγεγόνει ποτὲ τοιοῦτον, ἀλλ’ οὐκ ἔπρεπεν ἐπὶ σοῦ Χριστιανοῦ ὄντος οὔτε τὴν παρθενίαν τοσαύτην ὕβριν καὶ ἀτιμίαν παθεῖν οὔτε τούτους τὴν ἑαυτῶν ὠμότητα εἰς τὴν σὴν εὐσέβειαν ἐπιρρίπτειν· μόνοις γὰρ αἱρετικοῖς οἰκεῖον τὸ τοιοῦτον κακὸν ἀσεβεῖν εἰς τὸν υἱὸν τοῦ θεοῦ καὶ πλημμελεῖν κατὰ τῶν ἁγίων αὐτοῦ παρθένων. Τοιούτων δὲ πάλιν καὶ τοσούτων γενομένων παρὰ τῶν Ἀρειανῶν οὐκ ἐσφάλην ἄρα πεισθεὶς τῇ θείᾳ γραφῇ λεγούσῃ ἀλλ’ ἀποκρύβηθι μικρὸν ὅσον ὅσον, ἕως παρέλθῃ ἡ ὀργὴ κυρίου . καὶ αὕτη γάρ μοι πάλιν πρόφασις γέγονε τῆς ἀναχωρήσεως, θεοφιλέστατε Αὔγουστε, καὶ οὐ παρῃτησάμην οὔτε εἰς τὴν ἔρημον ἀπελθεῖν οὔτε, εἰ ἀνάγκη", + "candidate_score": 0.694385, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "6144_sent_11", + "bdc_text": "Allzytt unnder thäniger und williger diener Abraham Wolfen zu Peterzell in diener Zyburg. 1564 .", + "psc_chunk_id": "pta0022.pta010.pta-grc1_window_41", + "psc_text": "κρατεῖ, καὶ οὐκ ἔγνω, ὅτι φίλος εἶ τοῦ μακαρίου Δανιὴλ καὶ τὸν αὐτὸν αὐτῷ θεὸν προσκυνεῖς καὶ οὐ κωλύεις, ἀλλὰ θέλεις πάντας εὔχεσθαι εἰδὼς ὅτι πάντων ἐστὶν εὐχὴ σώζεσθαί σε καὶ βασιλεύειν ἐν εἰρήνῃ διαπαντός. Ἐγὼ μὲν οὖν καὶ ταῦτα πρὸς τὸν κατειπόντα ἀποδύρομαι, σὺ δέ, θεοφιλέστατε Αὔγουστε, ζήσειας πολλαῖς ἐτῶν περιόδοις καὶ τὰ ἐγκαίνια ἐπιτελέσειας. αἱ γὰρ γενόμεναι παρὰ πάντων περὶ τῆς σῆς σωτηρίας εὐχαὶ οὐκ ἐμποδίζουσι τὴν τῶν ἐγκαινίων πανήγυριν. μὴ τοῦτο ψευδέσθωσαν οἱ ἀμαθεῖς, ἀλλὰ παρὰ μὲν τῶν πατέρων μαθέτωσαν, ἀναγνώτωσαν δὲ καὶ τὰς γραφάς, μᾶλλον δὲ παρὰ σοῦ μαθέτωσαν – φιλόλογος γὰρ εἶ –, ὅτι καὶ Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ἰωσεδὲκ ὁ ἱερεὺς καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ καὶ Ζοροβάβελ ὁ Σαλαθιὴλ ὁ σοφὸς καὶ Ἔσδρας ὁ ἱερεὺς καὶ τοῦ νόμου γραμματεύς, ὅτι τοῦ ἱεροῦ μετὰ τὴν αἰχμαλωσίαν οἰκοδομουμένου καὶ ἐνστάσης τῆς σκηνοπηγίας – ἑορτὴ δὲ ἦν αὕτη καὶ πανήγυρις καὶ εὐχὴ μεγάλη ἐν τῷ Ἰσραήλ – συνήγαγον", + "candidate_score": 0.614921, + "ce_score": null + } + ] + } + ], + "biblical_hits": [] +} \ No newline at end of file