diff --git "a/8/8820.json" "b/8/8820.json" new file mode 100644--- /dev/null +++ "b/8/8820.json" @@ -0,0 +1,4714 @@ +{ + "letter_id": "8820", + "bd_url": "https://www.bullinger-digital.ch/letter/8820", + "dominant_topic": 12, + "topic_dist": [ + 0.04343, + 0.04554, + 0.043182, + 0.041322, + 0.045318, + 0.06915, + 0.041, + 0.0585, + 0.060956, + 0.045746, + 0.041715, + 0.041422, + 0.070802, + 0.044999, + 0.066229, + 0.066728, + 0.044864, + 0.042999, + 0.045832, + 0.040266 + ], + "citations": [ + { + "rank": 1, + "cf_id": "cf014", + "work_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1", + "max_score": 0.712829, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_0_2", + "bdc_text": "pietas und mag ichriben , so er will. Dempellischen prüwen gott will ichs frünseßenn , unnd in sinem bruͦß unverschrockenlich fürfarenn , durch sin gnad , so uns durch Jesum Christum ververbenn . Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1100", + "psc_text": "καταναλώσῃ τὰ πλησίον, ἅψηται καὶ τῶν πόρρω. ἐπινέμεται γὰρ τὸ κακὸν τῆς αἱρέσεως· καὶ δέος ἐστί, μὴ τὰς ἡμετέρας ἐκκλησίας καταφαγοῦσα, ἕρψῃ λοιπὸν καὶ ἐπὶ τὸ ὑγιαῖνον μέρος τῆς καθʼ ὑμᾶς παροικίας. τάχα μὲν οὖν διὰ τὸ παρʼ ἡμῖν πλεονάσαι τὴν ἁμαρτίαν, πρῶτοι παρεδόθημεν εἰς κατάβρωσιν τοῖς ὠμοφάγοις ὀδοῦσι τῶν ἐχθρῶν τοῦ Θεοῦ· τάχα δέ, ὃ καὶ μᾶλλόν ἐστιν εἰκάσαι, ὅτι ἐπειδὴ τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας ἀπὸ τῶν ἡμετέρων τόπων ἀρξάμενον εἰς πᾶσαν ἐξῆλθε τὴν οἰκουμένην, διὰ τοῦτο ὁ κοινὸς τῶν ψυχῶν ἡμῶν ἐχθρός, τὰ τῆς ἀποστασίας σπέρματα, ἀπὸ τῶν αὐτῶν τόπων τὴν ἀρχὴν λαβόντα, εἰς πᾶσαν οἰκουμένην διαδοθῆναι φιλονεικεῖ. ἐφʼ οὓς γὰρ ἔλαμψεν ὁ φωτισμὸς τῆς γνώσεως τοῦ Χριστοῦ, ἐπὶ τούτους ἐλθεῖν καὶ τὸ τῆς ἀσεβείας σκότος ἐπινοεῖ. Ὑμέτερα οὖν λογίσασθε τὰ πάθη ἡμῶν, ὡς γνήσιοι μαθηταὶ τοῦ Κυρίου. οὐχ ὑπὲρ χρημάτων, οὐχ ὑπὲρ δόξης, οὐχ ὑπὲρ ἄλλου τινὸς τῶν προσκαίρων καταπολεμούμεθα, ἀλλʼ ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ κτήματος, τοῦ πατρικοῦ", + "candidate_score": 0.712829, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27_29", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 . man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_760", + "psc_text": "ἡ γάρ ἐπάνοδος φυλακὴ ἔσται τοῦ ὅρκου. τὸ δὲ εἶξαι αὐτὸν τῇ οἰκονομίᾳ εἰς ἐπιορκίαν αὐτῷ οὐ λογισθήσεται, διὰ τὸ μὴ προσκεῖσθαι τῷ ὅρκῳ, μηδὲ πρὸς βραχὺ ἀναχωρήσειν Μινδάνων, ἀλλὰ παραμενεῖν εἰς τὸ ἐφεξῆς. Σευήρῳ δὲ προφασιζομένῳ τὴν λήθην ἡμεῖς συγχωρήσομεν, εἰπόντες, ὅτι τῶν κρυπτῶν γνώστης οὐ περιόψεται τὴν ἑαυτοῦ Ἐκκλησίαν ὑπὸ τοιούτου λυμαινομένην, ποιοῦντος μὲν ἀκανονίστως τὸ ἐξ ἀρχῆς, ὅρκῳ δὲ καταδεσμοῦντος παρὰ τὰ εὐαγγέλια, παρορκεῖν δὲ διδάσκοντος δι’ ὧν μετετέθη, ψευδομένου δὲ νῦν δι’ ὧν τὴν λήθην σχηματίζεται. ἐπειδὴ δὲ οὐκ ἐσμὲν καρδιῶν κριταί, ἀλλʼ ἐξ ὧν ἀκούομεν κρίνομεν, δῶμεν τῷ Κυρίῳ τὴν ἐκδίκησιν, αὐτοὶ δὲ ��διακρίτως αὐτὸν δεξώμεθα, συγγνώμην δόντες ἀνθρωπίνῳ πάθει τῇ λήθῃ. Ὁ δὲ τὸν ἀκούσιον ποιήσας φόνον ἀρκούντως ἐξεπλήρωσε τὴν δίκην ἐν τοῖς ἕνδεκα ἔτεσι. δῆλον γὰρ ὅτι ἐπὶ τῶν πληγέντων τὰ Μωυσέως παρατηρήσομεν· καὶ τὸν κατακλιθέντα μὲν ἐπὶ τῶν πληγῶν ἃς ἔλαβε, βαδίσαντα δὲ πάλιν ἐπὶ τῇ ῥάβδῳ αὐτοῦ, οὐ λογισόμεθα πεφονεῦσθαι. εἰ", + "candidate_score": 0.704089, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_0_2", + "bdc_text": "pietas und mag ichriben , so er will. Dempellischen prüwen gott will ichs frünseßenn , unnd in sinem bruͦß unverschrockenlich fürfarenn , durch sin gnad , so uns durch Jesum Christum ververbenn . Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1242", + "psc_text": "δὲ αἴσθωνται ὑμᾶς ἐν ὑποψίᾳ τινὶ πρὸς ἀλλήλους εἶναι, ἐκλυθήσονται καὶ παρήσουσιν ἑαυτῶν τὰς χεῖρας, πρὸς τὸ μὴ ἀνταίρειν τοῖς πολεμίοις τῆς πίστεως. Βάρσῃ, ἐπισκόπῳ Ἐδέσσης, ἐν ἐξορίᾳ ὄντι Ἐγὼ τῆς διαθέσεως μὲν ἕνεκεν, ἧς ἔχω περὶ τὴν σὴν θεοσέβειαν, ἐπεθύμουν αὐτὸς παραγενέσθαι καὶ δι’ ἐμαυτοῦ περιπτύξασθαί σου τὴν ἀληθινὴν ἀγάπην, καὶ δοξάσαι τὸν Κύριον τὸν ἐν σοὶ μεγαλυνθέντα καὶ τὸ τίμιόν σου γῆρας περιφανὲς καταστήσαντα πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκουμένῃ φοβουμένοις αὐτόν. ἐπειδὴ δὲ καὶ ἀσθένεια τοῦ σώματος βαρεῖα καταπονεῖ με καὶ φροντὶς ἐκκλησιῶν ἐπίκειταί μοι ἀμύθητος, καὶ οὐκ εἰμὶ ἐμαυτοῦ κύριος πρὸς τὸ ἀποδημεῖν ὅπου βούλομαι καὶ συντυγχάνειν οἷς ἐπιθυμῶ, διὰ τοῦ γράμματος ἀναπαύω τὸν πόθον ὃν ἔχω ἐπὶ τῇ ἀπολαύσει τῶν ἐν σοὶ καλῶν, καὶ παρακαλῶ τὴν ἀνυπέρβλητόν σου εὐλάβειαν εὔχεσθαι ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἵνα ὁ Κύριος δῷ ἡμῖν ἀπροσκόπως παρελθεῖν τὰς λυπουμένας ἡμέρας ἢ ὥρας τῆς παρεπιδημίας ἡμῶν· παράσχοι δὲ ἡμῖν καὶ ἰδεῖν τὴν", + "candidate_score": 0.699719, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14_16", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ;", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_95", + "psc_text": "ἡμῶν καὶ ὄντως τελείαν ἑορτὴν ἑορτάσαντες τῷ Κυρίῳ διὰ τὴν ὑπερβάλλουσαν αὐτῶν περὶ τὸν Θεὸν ἀγάπην, προεπέμψαμεν μεθʼ ὑγείας πρὸς τὴν σὴν εὐγένειαν, εὐχόμενοι τῷ φιλανθρώπῳ Θεῷ καὶ αὐτοῖς δοθῆναι εἰρηνικὸν ἄγγελον βοηθὸν καὶ σύμπορον καὶ σὲ παρʼ αὐτῶν καταληφθῆναι ἐν ὑγείᾳ καὶ πάσῃ εἰρηνικῇ καταστάσει, ἵνα, ὅπουπερ ἂν ἦτε δουλεύοντες τῷ Κυρίῳ καὶ εὐχαριστοῦντες αὐτῷ, εὐφραίνητεεὐφραίνηται C. ἡμᾶς, ἕως ἐσμὲν ἐν τῷ κόσμῳ, ἀκούοντας τὰ παρʼ ὑμῶν. ἐὰν δὲ παράσχῃ ὁ ἅγιος ΘεὸςΘεὸςom. C, D. θᾶττόν σε τῶν φροντίδων τούτων ἀπαλλαγῆναι, ��αρακαλοῦμέν σε μηδὲν προτιμῆσαι τῆς μεθʼ ἡμῶνπαρʼ ἡμῖν C, D. διαγωγῆς. οἶμαι γὰρ μὴ εὑρεῖν σε τοὺς οὕτως ἀγαπῶντας καὶ ἀντιποιουμένους τῆς παρʼ ὑμῖν φιλίας. ἕως οὖν ἂν οἰκονομῇ ὁ ἅγιος τὸν χωρισμὸν τοῦτον, διὰ πάσης προφάσεως παραμυθεῖσθαι ἡμᾶς γράμμασι καταξίου. Ὀλυμπίῳ Ἔγραφες ἡμῖν πρότερον μὲν ὀλίγα, νῦν δὲ οὐδὲ ὀλίγα· καὶ ἔοικεν ἡ βραχυλογία προϊοῦσα τῷ χρόνῳ παντελὴς γίνεσθαι ἀφωνία. ἐπάνελθε τοίνυν ἐπὶ τὸ ἔθος, ὡς οὐκ", + "candidate_score": 0.679571, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14_16", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ;", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_490", + "psc_text": "ἀλλʼ ἐπειδὴ ὁ διοικῶν τὴν ζωὴν ἡμῶν Κύριος, κατὰ τὴν ἄρρητον αὐτοῦ σοφίαν πάντως πρὸς τὸ σύμφερον τῶν ψυχῶν τῶν ἡμετέρων ταῦτα ᾠκονόμησε γενέσθαι, δι’ ὧν σοι μὲν ὀδυνηρὰν κατέστησε τὴν ζωήν, ἡμᾶς δέ, τοὺς τῇ κατὰ Θεὸν ἀγάπῃ συνημμένους, εἰς συμπάθειαν ἤγαγε, μαθόντας παρὰ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν ἐν οἷς γέγονας, ἀναγκαῖον ἡμῖν ἐφάνη τὴν ἐνδεχομένην παράκλησιν προσαγαγεῖν σοι. εἰ μὲν οὖν ἦν δυνατὸν καὶ διαβῆναι μέχρι τοῦ τόπου ἐν ᾧ συμβαίνει διάγειν σου τὴν εὐγένειαν, περὶ παντὸς ἂν τοῦτο ἐποιησάμην. ἐπεὶ δὲ καὶ ἡ τοῦ σώματος ἀρρωστία καὶ τῶν συνεχόντων ἡμᾶς πραγμάτων τὸ πλῆθος καὶ αὐτὴν ταύτην ἣν ὑπέστημεν ὁδὸν ἐπὶ πολλῇ τῶν καθʼ ἡμᾶς ἐκκλησιῶν ζημίᾳ παρεσκεύασε, διὰ γραμμάτων ἐπισκέψασθαί σου τὴν σεμνότητα προεθυμήθημεν, ὑπομιμνήσκοντες, ὅτι αἱ θλίψεις αὗται οὐκ ἀργῶς τοῖς δούλοις τοῦ Θεοῦ παρὰ τοῦ ἐπισκοποῦντος ἡμᾶς Κυρίου γίνονται, ἀλλὰ ἐπὶ δοκιμασίᾳ τῆς ἀληθινῆς πρὸς τὸν κτίσαντα ἡμᾶς Θεὸν ἀγάπης. ὡς γὰρ τοὺς ἀθλητὰς οἱ τῶν", + "candidate_score": 0.678698, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_25_27", + "bdc_text": "Gott verlych uns allen unsere mißethat . Es ist ouch gleüß das houptman Baptist von Salis des bapsts Ritter von Bargellens zuͦ Sultz mitt so . Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_860", + "psc_text": "γὰρ δεῖσθαι πολλῆς τῆς ἐκ τῶν ὁγιαινόντων ἐπιμελείας· εἰ δὲ τοῦτο μὲν οὐκ ἂν εἴποι, καὶ τοσούτῳ γε πλέον οὐκ ἐρεῖ, ὅσῳπερ ἂν μᾶλλον ᾖ καθαρὸς, διότι ἴδιον τῶν τελείων τὸ μὴ ἑαυτοὺς ὑπεραίρειν, ἐπεὶ πάντως ὑπόδικοι τῇ ἀλαζονείᾳ τοῦ Φαρισαίου γενήσονται, ὃς ἑαυτὸν δικαιῶν κατέκρινε τὸν τελώνην, μετʼ ἐμοῦ ζητείτω τὸν ἰατρόν, καὶ μὴ πρὸ καιροῦ κρινέτω, ἕως ἂν ἔλθῃ ὁ Κύριος, ὃς ἀποκάλυψει τὰ κρυπτὰ τοῦ σκότους καὶ φανερώσει τὰς βουλὰς τῶν καρδιῶν. μεμνήσθω δὲ καὶ τοῦ εἰπόντος· μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε· καί, Μὴ καταδικάζετε, ἵνα μὴ καταδικασθῆτε. ὅλως δέ, ἀδελφοί, εἰ μὲν ἰάσιμα ἡμῶν ἐστι τὰ πλημμελήματα, τί οὐχὶ πείθεται τῷ διδασκάλῳ τῶν ἐκκλησιῶν λέγοντι· Ἔλεγξον, ἐπιτίμησον, παρακάλεσον; εἰ δὲ ἀνίατος ἡμῶν ἡ ἀνομία, τί οὐχὶ εἰς πρόσωπον ἡμῖν ἀντικαθίσταται καὶ δημοσιεύσας ἡμῶν τὰ ἀνομήματα ἐλευθεροῖ τῆς παρʼ ἡμῶν βλάβης τὰς ἐκκλησίας; μὴ τοίνυν ἀνάσχησθε τῆς ὑπʼ ὀδόντα λαλουμένης καθʼ ἡμῶν λοιδορίας. τοῦτο γὰρ κἂν παιδίσκη", + "candidate_score": 0.676795, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14_16", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ;", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_951", + "psc_text": "ταῖς θλίψεσι τὸ πρὸς τὸν Θεὸν εὐχάριστον διασώζουσι, μάλιστα ἐπὶ τῆς οἰκονομίας τῆς καθʼ ὑμᾶς τὸ ἑαυτοῦ φιλάνθρωπον ἐφανέρωσε, μὴ συγχωρήσας ὑμῖν τὸν παρὰ τῶν ἐχθρῶν διωγμὸν τοιοῦτον ἐπενεχθῆναι, οἷον δύνασθαι περιτρέψαι τινὰς ἢ διασαλεῦσαι ἀπὸ τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως. κούφοις γὰρ καὶ εὐκαταγωνίστοις ἀντιπάλοις παραζεύξας ὑμᾶς, ἐν τῇ κατʼ αὐτῶν νίκῃ τὸ βραβεῖον ὑμῖν τῆς ὑπομονῆς ηὐτρέπισεν. ἀλλʼ ὁ κοινὸς ἐχθρὸς τῆς ζωῆς ἡμῶν, ὁ ταῖς ἑαυτοῦ μεθοδείαις ἀντιμαχόμενος τοῦ Θεοῦ τῇ χρηστότητι, ἐπειδὴ εἶδεν ὑμᾶς ὡς τεῖχος κραταιὸν τῆς ἔξωθεν προσβολῆς καταφρονοῦντας, ἐν ὑμῖν αὐτοῖς, ὡς ἀκούω, ἐπενόησε γενέσθαι τινὰς λύπας πρὸς ἀλλήλους καὶ μικροψυχίας· αἳ παρὰ μὲν τὴν πρώτην μικραί εἰσι καὶ εὐθεράπευτοι, προϊόντος δὲ τοῦ χρόνου ὑπὸ φιλονεικίας αὐξανόμεναι, εἰς ἀνίατον παντελῶς ἐκπίπτειν πεφύκασι. διὸ ὥρμησα πρὸς τὴν διὰ τοῦ γράμματος τοῦδε παράκλησιν. εἰ μὲν ἦν δυνατόν, αὐτὸς ἂν παρεγενόμην, καὶ δι’ ἐμαυτοῦ ἱκέτευσα ὑμᾶς· ἐπειδὴ δὲ τοῦτο οἱ καιροὶ οὐκ ἐπιτρέπουσι, τὴν ἐπιστολὴν ταύτην ἀνθʼ", + "candidate_score": 0.676218, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29_31", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_842", + "psc_text": "Κύριος κατέλιπεν εἰπών· Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν· οὐ δύναμαι πεῖσαι ἐμαυτόν, ὅτι ἄνευ τῆς ἐν ἀλλήλοις ἀγάπης καὶ ἄνευ τοῦ, τὸ εἰς ἐμὲ ἧκον, εἰρηνεύειν πρὸς πάντας δύναμαι ἄξιος κληθῆναι δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ. πολὺν μὲν γὰρ ἀνέμεινα χρόνον, εἴ ποτε καὶ παρὰ τῆς ὑμετέρας ἀγάπης γένηται τις πρὸς ἡμ��ς ἐπισκέψις. οὐ γὰρ ἀγνοεῖτε ὅτι δημοσίᾳ προκείμενοι πᾶσιν, ὥσπερ οἱ ἐν τῇ θαλάσσῃ προβεβλημένοι σκόπελοι, ἡμεῖς τὸν θυμὸν τῶν αἱρετικῶν κυμάτων ὑποδεχόμεθα, καὶ περὶ ἡμᾶς ῥηγνύμενοι, τὰ κατόπιν ἡμῶν οὐκ ἐπικλύζουσι. τὸ δὲ ἡμεῖς ὅταν εἴπω, οὐκ εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ἀναφέρω δύναμιν, ἀλλʼ εἰς τὴν τοῦ Θεοῦ χάριν, τοῦ ἐν τῇ ἀσθενείᾳ τῶν ἀνθρώπων τὸ δυνατὸν ἑαυτοῦ δεικνύντος, καθά φησιν ὁ προφήτης ἐκ προσώπου Κυρίου λέγων· ἢ ἐμὲ οὐ φοβηθήσεσθε, τὸν τιθέντα ἄμμον ὅριον τῇ θαλάσσῃ; τῷ γὰρ ἀσθενεστάτῳ πάντων καὶ εὐκαταφρονήτῳ πράγματι, τῇ ψάμμῳ, τὴν μεγάλην καὶ βαρεῖαν θάλασσαν ἐπέδησεν ὁ δυνατός. ἐπεὶ οὖν τοιοῦτόν τι", + "candidate_score": 0.674267, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_25_27", + "bdc_text": "Gott verlych uns allen unsere mißethat . Es ist ouch gleüß das houptman Baptist von Salis des bapsts Ritter von Bargellens zuͦ Sultz mitt so . Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1210", + "psc_text": "ἐκ τῆς συμπαθείας τῶν καθʼ ἡμᾶς λυπηρῶν ἣν συνεπαθήσατε ἡμῖν, ὡς ἐνδεδυμένοι σπλάγχνα οἰκτιρμοῦ, καθὼς ἀπήγγειλαν ἡμῖν οἱ προειρημένοι. καὶ γὰρ εἰ καὶ τὰ τραύματα ἡμῶν ὅμοια διαμένει, ἀλλʼ οὖν φέρει τινὰ ἡμῖνom. E. ῥᾳστώνην τὸ ἑτοίμουςἑτοίμως E. ἔχειν τοὺς ἰατρούς, δυναμένους, εἰ καιροῦ λάβοιντο, ταχεῖαν ἐπαγαγεῖνἐπάγειν editi antiqui. τῶν ἀλγημάτων τὴν ἴασιν. διὸ καὶ πάλιν ὑμᾶς διὰ τῶν ἀγαπητῶν καὶ προσφθεγγόμεθα καὶ παρακαλοῦμεν, εἰ μὲν δίδωσιν ὑμῖν ὁ Κύριος ἄδειαν τοῦ ὡςπρὸς E. Harl. ἡμᾶς ἀφικέσθαι,πορεύεσθαι tres alii MSS.; πορεύσεσθαι duo MSS. μὴ ὀκνῆσαι ἡμῶν τὴν ἐπίσκεψιν. ἐντολῆς γάρ ἐστι τῆς μεγίστης ἡ τῶν ἀσθενούντων ἐπίσκεψις. εἰ δὲ ὁ ἀγαθὸς Θεὸς καὶ σοφὸς τῆς ζωῆς ἡμῶν οἰκονόμος τὴν χάριν ταύτην εἰς ἕτερον καιρὸν ταμιεύεται,om. E. ἀλλʼ ἐπιστείλατε ἡμῖν ὅσα παρʼ ὑμῶν πρέπει γραφῆναι εἰς παράκλησιν μὲν τῶν θλιβομένων, διόρθωσιν δὲ τῶν συντετριμμένων. πολλὰ γὰρ ἤδη τὰ συντρίμματα τῆς Ἐκκλησίας γέγονε, καὶ πολλὴ ἡμῖν επʼ αὐτοῖς ἡ θλίψις· καὶ προσδοκία", + "candidate_score": 0.673068, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_19_21", + "bdc_text": "Derhalber ich aller sach das noch bedencken und fragen von wegen diser geschicht , die ich von anfang an selben will , diewyl mir darum zwüßen ist . hätte ouch gern den anfang unnd mittel gesetzt , alterum unmößen üß gewesenn , ech hatt ouch vermeint wir wellend alltend das wunderklich , so sich den 28ten . januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ;", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_688", + "psc_text": "πάλιν λογίσωμαι, ὅτι μόνη παραμυθία ἐστὶ τῶν μεγίστων καὶ πρώτων διαμαρτόντα προσειπεῖν ἄνδρα τοσοῦτον, καὶ ἱκετεῦσαι συνήθωςτὰ συνήθη editi antiqi. ὥστε μὴ ἐπιλανθάνεσθαι ἡμῶν ἐπὶ τῶν προσευχῶν, οὐ μικρόν τί μοι κρίνειν τὸ τῶν ἐπιστολῶν ἔπεισι. τὴν μὲν οὖν ἐλπίδα τῆς παρουσίας οὔτε αὐτὸς ῥίψαι τῆς ψυχῆς βούλομαι, οὔτε τὴν σὴν θεοσέβειαν ἀπογνῶναι. αἰσχύνομαι γὰρ εἰ μὴ ταῖς σαῖς εὐχαῖς τοσοῦτον φανείην θαρσῶν, ὡς καὶ νέος ἐκ γέροντος ἔσεσθαι, εἰ τούτου γένοιτο χρεία,τούτου γένοιτο χρεία καὶ τοῦτο γένοιτο χρεῖος editi antiqi. οὐχ ὅπως ἐρρωμενέστερος μικρὸν ἐξ ἀσθενοῦς καὶ ἐξιτήλου παντάπασιν, ὁποῖος δὴ νῦν εἰμί. Τοῦ δὲ μὴ ἤδη παρεῖναι τὰ αἴτια λόγῳ μὲν εἰπεῖν οὐ ῥᾴδιον, οὐ μόνον ὑπὸ τῆς παρούσης ἀσθενείας ἐξειργομένῳ, ἀλλʼ οὐδὲ σχόντιοὐδὲ σχόντι οὐδʼ ἔχοντι E. ποτὲ τοσαύτην τοῦ λόγου δύναμιν, ὥστε παντοδαπὴν καὶ ποικίλην νόσον ἐναργῶς ἐξαγγεῖλαι. πλὴν ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας τοῦ Πάσχα μέχριτοῦ add. E. νῦν πυρετοὶ καὶ διάρροιαι, καὶ σπλάγχνων ἐπαναστάσεις, ὥσπερ", + "candidate_score": 0.666232, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_20_22", + "bdc_text": "hätte ouch gern den anfang unnd mittel gesetzt , alterum unmößen üß gewesenn , ech hatt ouch vermeint wir wellend alltend das wunderklich , so sich den 28ten . januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ; dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest.", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_892", + "psc_text": "ἐκ τῶν κατεχουσῶν ἡμᾶς ἀσχολιῶν ἐπιτυχών, ἄσμενος ἦλθον ἐπὶ τὴν ἐσχατιὰν ταύτην, οὐχ ὡς ἑτέροις ἐντεῦθεν πράγματα παρέξων, ἀλλʼ ὡς αὐτὸς τὴν ἐμαυτοῦ θεραπεύσων ἐπιθυμίαν. Τί οὖν χρὴ πρὸς ὀνείρους καταφεύγειν, καὶ ὀνειροσκόπους μισθοῦσθαι, καὶ ἐν ταῖς πανδήμοις ἑστιάσεσιν ἡμᾶς ποιεῖσθαι παροίνιον διήγημα; ἐγὼ γάρ, εἰ καὶ παρʼ ἄλλοις τισὶν ἦσαν αἱ διαβολαί, ὑμᾶς ἂν τῆς ἐμαυτοῦ γνώμης μάρτυρας παρεστησάμην. καὶ νῦν ἀξιῶ αὐτῶν ἕκαστον τῶν παλαιῶν ἐκείνων ἀναμνησθῆναι, ὅτε ἐκάλει μὲν ἡμᾶς ἡ πόλις ἐπὶ τὴν τῶν νέων ἐπιμέλειαν, πρεσβεία δὲ παρῆν τῶν παρʼ ὑμῖν ἀνδρῶν οἱ ἐν τέλει· μετὰ δὲ ταῦτα, ὅπως πανδημεὶ πάντες περιχυθέντες ἡμᾶς, τί μὲν οὐχὶ διδόντες; τί δὲ οὐχ ὑπισχνούμενοι; ὅμως κατασχεῖν ἡμᾶς οὐκ ἠδυνήθησαν. πῶς οὖν ὁ τότε καλούμενος οὐχ ὑπακούων, νῦν ἐπεχείρουν ἂν ἄκλητος εἰσωθίζεσθαι; πῶς δὲ ὁ τοὺς ἐπαινοῦντάς με καὶ θαυμάζοντας ἀποφεύγων, ἔμελλον ἂν νῦν διώκειν τοὺς διαβάλλοντας; μὴ οἰηθῆτε, ὦ ἄριστοι· οὐχ οὕτως εὔωνα τὰ ἡμέτερα. οὔτε γὰρ ἄν", + "candidate_score": 0.662027, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_20_22", + "bdc_text": "hätte ouch gern den anfang unnd mittel gesetzt , alterum unmößen üß gewesenn , ech hatt ouch vermeint wir wellend alltend das wunderklich , so sich den 28ten . januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ; dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest.", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1019", + "psc_text": "τοῖς πράγμασι, καὶ πανταχόθεν ἐφʼ ἑκάστης ἡμέρας τὰς ἀκοὰς βαλλόμενοι τῶν καταστρεφομένων ἐκκλησιῶν, ἐν πολλῷ ἀγῶνί ἐσμεν, μήποτε ὁ κοινὸς ἐχθρὸς τῇ μακρᾷ εἰρήνῃ τοῦ βίου ὑμῶν βασκήνας, ἐπισπεῖραι δυνηθῇ τὰ ἑαυτοῦ ζιζάνια καὶ τοῖς καθʼ ὑμᾶς τόποις, καὶ γένηται καὶ τὸ τῶν Ἀρμενίων μέρος κατάβρωμα τῶν ὑπεναντίων. ἀλλὰ νῦν μὲν ἡσυχάσατε, ὥσπερ σκεύους ἀγαθοῦ χρῆσιν κοινὴν ἔχειν πρὸς τοὺς γείτονας ὑμῶν καταδεξάμενοι· μικρὸν δὲ ὕστερον, ἂν δῷ ὁ Κύριος τὴν ἐπιδημίαν ἡμῶν, καὶ τελεωτέραν παραμυθίαν τῶν γενομένων ἐκδέξεσθε, ἐὰν τοῦτο ὑμῖν ἀναγκαῖον καταφανῇ. Τοῖς κληρικοῖς Νικοπόλεως. Καὶ παρʼ ἑνὸς εὐλαβοῦς καὶ δευτέρου γενόμενον ἔργον πληροφορεῖ ἡμᾶς τῇ συμβουλίᾳ τοῦ Πνεύματος γίγνεσθαι. ὅταν γὰρ μηδὲν ᾖ ἀνθρώπινον πρὸ ὀφθαλμῶν κείμενον, μηδὲ σκοπῷ οἰκείας ἀπολαύσεως πρὸς τὰς ἐνεργείας ὁρμῶσιν οἱ ὅσιοι, ἀλλʼ ὅ τι εὐάρεστον τῷ Θεῷ προθέμενοι, δῆλον ὅτι Κύριός ἐστιν ὁ τὰς καρδίας αὐτῶν κατευθύνων. ὅπου δὲ ἄνδρες πνευματικοὶ τῶν βουλευμάτων κατάρχουσιν. ἕπεται δὲ τούτοις λαὸς Κυρίου ἐν συμφωνίᾳ", + "candidate_score": 0.661498, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28_30", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1091", + "psc_text": "δεδιδαγμένους. κεφάλαιον δὲ τοῦ κακοῦ· οἱ λαοὶ τοὺς τῶν προσευχῶν καταλιπόντες οἴκους, ἐν ταῖς ἐρήμοις συνάγονται, θέαμα ἐλεεινόν· γυναῖκες, καὶ παιδία, καὶ γέροντες, καὶ οἱ ἄλλως ἀσθενεῖς, ἐν ὄμβροις λαβροτάτοις, καὶ νιφετοῖς καὶ ἀνέμοις καὶ παγετῷ τοῦ χειμῶνος, ὁμοίως δὲ καὶ ἐν θέρει ὑπὸ τὴν φλόγα τοῦ ἡλίου ἐν τῷ ὑπαίθρῳ ταλαιπωροῦντες. καὶ ταῦτα πάσχουσι διὰ τὸ τῆς πονηρᾶς ζύμης Ἀρείου γενέσθαι μὴ καταδέχεσθαι. Πῶς ἂν ὑμῖν ταῦτα λόγος ἐναργῶς παραστήσειεν, εἰ μὴ αὐτὴ ἡ πεῖρα καὶ ἡ διὰ τῶν ὀφθαλμῶν θέα κινήσειειν ὑμᾶς πρὸς συμπάθειαν; ὥστε παρακαλοῦμεν ὑμᾶς νῦν γοῦν χεῖρα ὀρέξαι ταῖς κατὰ τὴν ἀνατολὴν ἐκκλησίαις εἰς γόνυ κλιθείσαις ἤδη, καὶ ἀποστεῖλαί τινας τοὺς τῶν μισθῶν ὑπομιμνήσκοντας τῶν ἀποκειμένων ἐπὶ τῇ ὑπομονῇ τῶν ὑπὲρ Χριστοῦ παθημάτων. οὐ γὰρ τοσοῦτον ὁ συνήθης λόγος ἐνεργεῖν πέφυκεν, ὅσον ἡ ξένη φωνὴ ἐμποιεῖν τὴν παράκλησιν, καὶ ταῦτα παρὰ ἀνδρῶν γινομένη πανταχοῦ ἐπὶ τοῖς καλλίστοις τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι γνωριζομένων, ὁποίους ὑμᾶς ἡ", + "candidate_score": 0.660774, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6_8", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend . Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken . Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_718", + "psc_text": "εὐαγγελικοῦ ἔχεται βίου. τὸ ἐν ἐγκρατείᾳ εὔτονον, τὸ ἐν προσευχαῖς φιλόπονον, τὸ ἐν φιλαδελφίᾳ συμπαθές, τὸ πρὸς τοὺς δεομένους κοινωνικόν,τὸ πρὸς τοὺς δεομένους κοινωνικόν om. E τὸ τοῦ φρονήματος καταβεβλημένον, ὁ συντριμμὸς τῆς καρδίας,τὸ πρὸς τοὺς δεομένους κοινωνικόν add. E. τὸ τῆς πίστεως ὑγιές, τὸ ἐν σκυθρωπότητι ὁμαλόν, μηδέποτε τῆς ἐννοίας ἡμῶν λειπούσης τοῦ φοβεροῦ καὶ ἀπαραιτήτου δικαστηρίου τὴν μνήμην πρὸς ὃ ἐπειγόμεθα μὲν ἅπαντες, μέμνηνται δὲ αὐτοῦ καὶ τὴν ἀπʼ αὐτοῦ ἔκβασιν ἀγωνιῶσιν ἐλάχιστοι. Πρὸς ἐλευθέραν Ἐγώ, καὶ πάνυ βουλόμενος συνεχῶς ἐπιστέλλειν τῇ εὐγενείᾳ ὑμῶν, ἐπέσχονἀπέσχον editi antiqi. ἐμαυτὸν ἀεί, μήπως δόξω τινὰς ὑμῖν πειρασμοὺς ἐπεγείρειν διὰ τοὺς φιλέχθρωςφιλεχθῶς editi antiqi. πρὸς ἡμᾶς διακειμένους καί, ὡς ἀκούω, μέχρι καὶ τούτων τὴν ἔχθραν ἐλαύνοντας, ὥστε πολυπραγμονεῖνφιλοπραγμονεῖν E, Harl. εἴ πού τις καὶ γράμμα ἡμέτερον δέχοιτο. ἐπειδὴ δὲ αὐτή, καλῶς ποιοῦσα, κατῆρξας τοῦ γράμματος καὶ ἐπέστειλας ἡμῖν ἃὡς E. ἐχρῆν περὶ τῶν κατὰ τὴντήν om. E ψυχήν σου πραγμάτων ἀνακοινουμένη, προετράπην", + "candidate_score": 0.658738, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_19_21", + "bdc_text": "Derhalber ich aller sach das noch bedencken und fragen von wegen diser geschicht , die ich von anfang an selben will , diewyl mir darum zwüßen ist . hätte ouch gern den anfang unnd mittel gesetzt , alterum unmößen üß gewesenn , ech hatt ouch vermeint wir wellend alltend das wunderklich , so sich den 28ten . januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ;", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_974", + "psc_text": "πάντα τὸν χρόνον ἤκουσαν παρʼ ἡμῶν. εἰ γὰρ καὶ τἄλλα ἡμῶν στεναγμῶν ἄξια, ἀλλʼ οὖν ἕν γε τοῦτο τολμῶ καυχᾶσθαι ἐν Κυρίῳ, ὅτι οὐδέποτε πεπλανημένας ἔσχον τὰς περὶ Θεοῦ ὑπολήψεις, ἢ ἑτέρως φρονῶν μετέμαθον ὕστερον. ἀλλʼ ἣν ἐκ παιδὸς ἔλαβον ἔννοιαν περὶ Θεοῦ παρὰ τῆς μακαρίας μητρός μου καὶ τῆς μάμμης Μακρίνης, ταύτην αὐξηθεῖσαν ἔσχον ἐν ἐμαυτῷ· οὐ γὰρ ἄλλα ἐξ ἄλλων μετέλαβον ἐν τῇ τοῦ λόγου συμπληρώσει, ἀλλὰ τὰς παραδοθείσας μοι παρʼ αὐτῶν ἀρχὰς ἐτελείωσα. ὥσπερ γὰρ τὸ σπέρμα αὐξανόμενον, μεῖζον μὲν ἀπὸ μικροῦ γίνεται ταὐτὸν δέ ἐστιν ἐν ἑαυτῷ, οὐ κατὰ γένος μεταβαλλόμενον, ἀλλὰ κατʼ αὔξησιν τελειούμενον, οὕτω λογίζομαι καὶ ἐμοὶ τὸν αὐτὸν λόγον διὰ τῆς προκοπῆς ηὐξῆσθαι, οὐχὶ δὲ ἀντὶ τοῦ ἐξ ἀρχῆς ὄντος τὸν νῦν ὑπάρχοντα γεγενῆσθαι. ὥστε ἐρευνάτωσαν μὲν τὸ ἑαυτῶν συνειδός, ἐνθυμείσθωσαν δὲ τὸ τοῦ Χριστοῦ δικαστήριον, εἴ ποτε ἄλλο τι ἤκουσαν παρʼ ἡμῶν, παρʼ ὃ νῦν λέγομεν, οἱ νῦν ἡμᾶς διαθρυλλήσαντες ἐπὶ κακοδοξίᾳ,", + "candidate_score": 0.657963, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6_8", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend . Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken . Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_332", + "psc_text": "Ἐκαρτέρησα ὡς ἡ τίκτουσα, ἀεὶ μὲν ἐπιθυμῶν ἢ συντυχίας ἢ λόγων,λόγου E. ἀεὶ δὲ ἀποτυγχάνων διὰ τὰς ἁμαρτίας τὰς ἐμαυτοῦ. οὐ γὰρ δὴ ἄλλην τινὰ αἰτίαν ἔχω τοῖς γινομένοις ἐπινοεῖν,εἰπεῖν duo MSS. πλήν γε δὴ τοῦ πεπεῖσθαι παλαιῶν ἁμαρτημάτων ἐκτιννύειν δίκας, ἐν τῷ χωρισμῷ τῆς ἀγάπης σου· εἰ δὴ καὶ ὀνομάζειν χωρισμὸν ὅσιον ἐπὶ σοῦ καὶ οὑτινοσοῦν τῶν τυχόντων, μὴ ὅτι γε ἡμῶν, οἷς ἐξ ἀρχῆς ἐν πατρὸς γέγονας χώρᾳ. Ἀλλʼ ἡ ἁμαρτία μου νῦν, οἷα νεφέλη βαθεῖά τις ἐπισχοῦσα, πάντων ἐκείνων ἄγνοιαν ἐνεποίησεν. ὅταν γὰρ ἀπίδω, πλὴν τοῦ ἐμοὶ λύπην τὸ γινόμενον φέρειν, μηδὲν ἕτερον ἐξ αὐτοῦ κατορθούμενον,κατορθούμενον, πῶς οὐχί κατορθούμενος, πῶς οὐκ editi antiqi. πῶς οὐχὶ εἰκότως ταῖς ἐμαυτοῦ κακίαις ἀνατίθημι τὰ παρόντα; ἀλλʼ εἴτε ἁμαρτίαι τῶν συμβάντων αἰτίαι, τοῦτό μοι πέρας ἔστω τῶν δυσχερῶν· εἴτε τιτό add. editi; om. E. οἰκονομούμενον ἦν, ἐξεπληρώθη πάντως τὸ σπουδαζόμενον. οὐ γὰρ ὀλίγος ὁ τῆς ζημίας χρόνος. διό, μηκέτι στέγων, πρῶτος", + "candidate_score": 0.657391, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31_33", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd . Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1015", + "psc_text": "ὑποδεχομένων τοῦ πολέμου τὰς προσβολάς. πρὸς δὲ κἀκεῖνο ἐνθυμεῖσθαι ὑμᾶς προσῆκεν, ὅτι οὐχ ὑμᾶς ἀπέβαλεν, ἀλλʼ ἑτέρους προσέλαβεν. οὐ δήπου γὰρ βάσκανοι τινές ἐσμεν ἡμεῖς, ὥστε τὸν δυνάμενον καὶ ἄλλοις τῶν ἑαυτοῦ χαρισμάτων μεταδιδόναι ἀναγκάζειν ὑμῖν ἐναποκλείειν τὴν χάριν καὶ τῷ καθʼ ὑμᾶς μόνῳ χωρίῳ στενοχωρεῖν. οὔτε γὰρ ὁ πηγὴν περιφράσσων καὶ ὕδατος ἔξοδον λυμαινόμενος, οὔτε ὁ διδασκαλίαν διαρκῆ κωλύων ἐπὶ πλεῖον χωρεῖν ἔξω τοῦ πάθους τῆς βασκανίας ἐστίν. ἐχέτω τοίνυν καὶ τὴν Νικοπόλεως μέριμναν, καὶ τὸ ὑμέτερον προσθήκη ἔστω τῶν ἐκεῖ φροντισμάτων. τῷ μὲν γὰρ ἀνδρὶ πλείων προσῆλθεν ὁ κόπος, ὑμῶν δὲ οὐδὲν ἐλαττοῦται ἡ ἐπιμέλεια. Ἐκεῖνο δέ με πάνυ ἐλύπησε, καὶ ἔξω ἐφάνη τοῦ μέτρου, τὸ εἰρῆσθαι, ὅτι ἀποτυχόντες τῶν ἐπιζητουμένων τὰ δικαστήρια καταληψόμεθα, καὶ ἐπιστήσομεν ἀνθρώπους τοῖς πράγμασιν, οἷς ἡ καταστροφὴ τῶν ἐκκλησιῶν εὐχῆς ἐστι τὸ κεφάλαιον. μή ποτε οὖν ἄφρονι θυμῷ φερόμενοί τινες παραπείσωσιν ὑμᾶς φθέγξασθαί τι εἰς τὸ δημόσιον, καὶ γένηται μέν τις ἐντεῦθεν καταστροφή,", + "candidate_score": 0.656947, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15_17", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ; dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_589", + "psc_text": "Ἀλλʼ ἐπειδὴ ἤρξω γράφειν, μὴ διαλίπῃςδιαλίποις multi MSS. non vetustissimi. τοῦτο ποιῶν. εὐφρανεῖς γὰρ πλέον ἢ οἱ τὰ πολλὰ χρήματα τοῖς φιλοπλούτοις διαπεμπόμενοι· τῶν δὲ γραφέων οὐδείς μοι παρῆν, οὔτε τῶν καλλιγραφούντων οὔτε τῶν ταχυγράφων. οὓς γὰρκαί add. E. ἔτυχον ἐξασκήσας, οἱ μὲν ἀνέδραμον ἐπὶ τὴν πρώτην τοῦ βίου συνήθειαν, οἱ δὲ ἀπειρήκασι πρὸς τοὺς πόνους, χρονίαις ἀρρωστίαις κεκακωμένοι. Διοδώρῳ,Θεοδώρῳ E, Med. πρεσβυτέρῳ Ἀντιοχείας Ἐνέτυχον τοῖς ἀποσταλεῖσι βιβλίοις παρὰ τῆς τιμιότητός σου. καὶ τῷ μὲν δευτέρῳ ὑπερήσθην, οὐ διὰ τὴν βραχύτητα μόνον, ὡς εἰκὸς ἦν τὸν ἀργῶς πρὸς πάντα καὶ ἀσθενῶς λοιπὸν διακείμενον, ἀλλʼ ὅτι πυκνόν τε ἅμα ἐστὶ ταῖς ἐννοίαις, καὶ εὐκρινῶς ἐν αὐτῷ ἔχουσιν αἵ τε ἀντιθέσεις τῶν ὑπεναντίων καὶ αἱ πρὸς αὐτὰς ἀπαντήσεις· καὶ τὸ τῆς λέξεως ἁπλοῦν τε καὶ ἀκατάσκευον πρέπον ἔδοξέ μοι εἶναι προθέσει Χριστιανοῦ, οὐ πρὸς ἐπίδειξιν μᾶλλον ἢ κοινὴν ὠφέλειαν συγγράφοντος.γράφοντος editi antiqi. τὸ δὲ πρότερον, τὴν μὲν δύναμιν ἔχον τὴν αὐτὴν ἐν", + "candidate_score": 0.656736, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_19_21", + "bdc_text": "Derhalber ich aller sach das noch bedencken und fragen von wegen diser geschicht , die ich von anfang an selben will , diewyl mir darum zwüßen ist . hätte ouch gern den anfang unnd mittel gesetzt , alterum unmößen üß gewesenn , ech hatt ouch vermeint wir wellend alltend das wunderklich , so sich den 28ten . januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ;", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_563", + "psc_text": "τοῦ ἐχθροῦ τῆς Ἐκκλησίας Σαβελλίου αἱρέσεως (τούτοις γὰρ οἱ ἀδελφοὶ ἀπήγγειλανἀπήγγελον editi antiqi. ἡμῖν συγγενῆ εἶναι τὰ εἰρημένα), τούτου ἕνεκεν ἐπεστείλαμεν, ἵνα μὴ ὀκνήσῃς μικρὸν διάστημα κινηθεὶς καταλαβεῖνπαραλαβεῖν E. ἡμᾶς, καὶ τὴν ἐπὶ τούτοις πληροφορίαν παρασχόμενος, ἡμῶν τε τὴν ὀδύνην καταπραῧναι, καὶ τὰςτοῦ add. E. τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίας παραμυθήσασθαι, τὰς νῦν ἀφορήτως καὶ βαρέως ἐπί τε τοῖς πεπραγμένοις καὶ ἐπὶ τοῖς θρυλλουμένοις εἰρῆσθαι παρὰ σοῦ λυπουμένας. Εὐσεβίῳ, ἐπισκόπῳ Σαμοσάτων Ὁ φιλάνθ ωπος Θεὸς ὁ συμμέτρους ταῖς θλίψεσι τὰς παρακλήσεις συνάπτων καὶ παρακαλῶν τοὺς ταπεινούς, ἵνα μὴ λάθωσιν ὑπὸ τῆς περισσοτέρας λύπης καταποθέντες, ἴσην ταῖς ἐπιγενομέναις ἡμῖν κατὰ τὴν Νικόπολιν ταραχαῖς τὴν παραμυθίαν ἐπήγαγε, τὸν θεοφιλέστατον ἐπίσκοπον Ἰοβῖνον ἐν καιρῷ ἐπιστήσας· ὃς ὅπως εὐκαίρως ἡμῖν ἐπεφάνη, αὐτὸς διηγησάσθω. ἡμεῖς γὰρ φειδόμενοι τοῦ μήκους τῆς ἐπιστολῆς σιωπήσομεν, καὶ ἵνα μὴ δόξωμεν τοὺς ἐκ μεταβολῆς ἀγαπητοὺς ἡμῖν γενομένουςγινομένους E. Med. οἱονεὶ τῇ ὑπομνήσει τοῦ σφάλματος στηλιτεύειν. Ἀλλὰ παράσχοι ὁ ἅγιος Θεὸς ἐπιστῆναί σε", + "candidate_score": 0.656165, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15_17", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ; dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_931", + "psc_text": "ὃς οὖν ἐκ τῶν γραμμάτων οὕτως ἐγενόμην ἡδίων, εἰκάζειν ὀφείλεις πόσου ἀξίαν ποιοῦμαι τὴν συντυχίαν σου, ἣν οἰκονομήσειεν ὁ ἅγιος γενέσθαι, ὅπου ἀνεπαχθὲς ᾖ καὶ αὐτὸς ἡμᾶς προσκαλέσῃ. καὶ γὰρ οὐ χαλεπόν μοι, εἰ καταλάβοις τὸν οἶκον τὸν ἐπὶ τῆς Εὐφημιάδος, γενέσθαι ὁμοῦ, τά τε ὧδε ὀχληρὰ διαφεύγοντι, καὶ πρὸς τὴν ἀνυπόκριτόν σου ἀγάπην ἐπειγομένῳ. τάχα δέ μοι καὶ ἄλλως ἀναγκαίαν ποιεῖ τὴν μέχρι Ναζιανζοῦ ὁδὸν ἡ ἀθρόα τοῦ θεοφιλεστάτου ἐπισκόπου Γρηγορίου ἀναχώρησις, μετὰ ποίας αἰτίας γενομένη ἀγνοουμένη μέχρι τοῦ νῦν. ὁ δὲ ἄνθρωπος, περὶ οὗ κἀγὼ ἤμην διαλεχθεὶς τῇ τελειότητί σου, καὶ αὐτὸς νῦν ἤλπισας ἕτοιμον εἶναι, γίνωσκε ὅτι μακρᾷ ἀρρωστίᾳ περιπεσών, καὶ κάμνων λοιπὸν περὶ αὐτὰς τὰς ὄψεις ἐκ τοῦ παλαιοῦ πάθους καὶ τῆς ἔναγχος αὐτῷ ἐπισυμβάσης νόσου, παντελῶς ἄχρηστος πρὸς τὰς τυχούσας ἐνεργείας ἀπέμεινεν. ἄλλος δὲ οὐκ ἔστι παρʼ ἡμῖν. ὥστε βέλτιον, εἰ καὶ ἡμῖν ἐπέτρεψαν τὸ πρᾶγμα, ἀλλʼ οὖν ἐξ αὐτῶν ἐκείνων τινὰ προβληθῆναι. καὶ γὰρ", + "candidate_score": 0.656019, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6_8", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend . Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken . Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_812", + "psc_text": "σὴν θεοσέβειαν ἐπέσχομεν, τὸ τῶν ἀέρων εὐκραὲς ἀναμένοντες. καὶ νῦν μέντοι ἐν φροντίδι οὐ τῇ τυχούσῃ εἰμί, μήποτε αὐτῷ τὸ περὶ τὰς ὁδοιπορίας ἄηθες ξενισμὸν ἐμποιήσῃ, καὶ ἀρρωστίας αἰτίαν παράσχῃ τῷ σώματι εὐαφόρμως ἔχοντι πρὸς τὴν ἀσθένειαν. Τὰ μέντοι καινοτομηθέντα περὶ τὴν ἀνατολὴν περιττὸν ἡμᾶς ἐστι διὰ γραμμάτων σημαίνειν. αὐτῶν τῶν ἀδελφῶν ἀκριβῶς δυναμένων ἀφʼ ἑαυτῶν διαγγεῖλαι. γίνωσκε δέ, τιμιωτάτη μοι κεφαλή, ὅτι ἡνίκα ταῦτα ἐπέστελλον, οὕτω διεκείμην φαύλως, ὥστε πάσας με λοιπὸν τοῦ ζῇν τὰς ἐλπίδας ἐπιλελοιπέναι. καὶ γὰρ οὐδὲ ἐξαριθμήσασθαι δυνατὸν τῶν ἐπιγινομένων μοι συμπτωμάτων τὸ πλῆθος, καὶ τὴν ἀσθένειαν, καὶ τὸ μέγεθος τῶν πυρετῶν, καὶ τὴν κακοήθειαν ὁποῖα· πλὴν ὅτι ἐκ πάντων ἓν τὸ συναγόμενον, πληρῶσαι ἡμᾶς λοιπὸν τὸν χρόνον τῆς παροικίας τοῦ δυστήνου τούτου καὶ ὀδυνηροῦ βίου. ΚΑΝΟΝΙΚΗ β· Ἀμφιλοχίῳ περὶ κανόνων. Πάλαι πρὸς τὰς παρὰ τῆς εὐλαβείας σου προταθείσας ἡμῖν ἐρωτήσεις ἀποκρινάμενος, οὐκ ἀπέστειλα τὸ γράμμα, τοῦτο μὲν ὑπὸ τῆς ἀρρωστίας τῆς μακρᾶς καὶ ἐπικινδύνου", + "candidate_score": 0.65508, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6_8", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend . Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken . Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_694", + "psc_text": "ἐπειδὴ γράμματα μὲν ἦλθεν ἐκ τῆςγ��ς E, Harl., Med., Reg. primus, Vat., Bigot. alter. μακρόθεν, ἀνθοῦντα τῷ τῆς ἀγάπης κάλλει, μάρτυς δὲ ἡμῖν ἐπεδήμησεν ἐκ τῶν ἐπέκεινα Ἴστρου βαρβάρων, δι’ ἑαυτοῦ κηρύσσων τῆς ἐκεῖ πολιτευομένης πίστεως τὴν ἀκρίβειαν. τίς ἂν τὴν ἐπὶ τούτοις εὐφροσύνην τῶν ψυχῶν ἡμῶν διηγήσαιτο;διηγήσηται E. τίς ἂν ἐπινοηθείη δύναμις λόγου ἐναργῶς ἐξαγγεῖλαι τὴν ἐν τῷ κρυπτῷ τῆς καρδίας ἡμῶν διάθεσιν δυναμένη; ὅτε μέντοι εἴδομεν τὸν ἀθλητήν, ἐμακαρίσαμεν αὐτοῦ τὸν ἀλείπτην, ὃς παρὰ τῷ δικαίῳ κριτῇ τὸν τῆς δικαιοσύνης στέφανον καὶ αὐτὸς ἀπολήψεται, πολλοὺς εἰς τὸν ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας ἐπιρρώσας ἀγῶνα. Ἐπεὶ δὲ καὶ τοῦ μακαρίου ἀνδρὸς Εὐτυχοῦς εἰς μνήμην ἡμᾶς ἤγαγες, καὶ ἐσέμνυνας ἡμῶν τὴν πατρίδα ὡς αὐτὴν παρασχομένην τῆς εὐσεβείας τὰ σπέρματα, εὔφρανας μὲν ἡμᾶς τῇ ὑπομνήσει τῶν παλαιῶν, ἐλύπησας δὲ τῷ ἐλέγχῳ τῶν ὁρωμένων. οὐδεὶς γὰρ ἡμῶν Εὐτυχεῖ τὴν ἀρετὴν παραπλήσιος, οἵ γε τοσοῦτον ἀπέχομεν βαρβάρους ἐξημερῶσαι τῇ δυνάμει τοῦ Πνεύματος καὶ τῇ ἐνεργείᾳ", + "candidate_score": 0.654576, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_13_15", + "bdc_text": "Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_639", + "psc_text": "Θεὸς εἰς ταὐτὸν ἀφικέσθαι τῇ κοσμιότητί σου, δηλονότι πλείονα μαθήσομαι ὑπὲρ ὧν φροντίζειν με χρή. νῦν γὰρ ὑπὸ πολλῆς ἀμαθίας οὐδὲ ὅσωνὅσον E. ἐνδεής εἰμι γνωρίζειν δύναμαι· πλήν γε ὅτι οὐδὲν μετεμέλησέ μοι τῆς πρώτης ὁρμῆς, οὔτε ὀκλάζει μου ἡ ψυχὴ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ κατὰ Θεὸν βίου, ὅπερ ἠγωνίασας ἐπʼ ἐμοί, καλῶς καὶ προσηκόντως ἑαυτῷ ποιῶν, μήποτε στραφεὶς εἰς τὰ ὀπίσω στήλη γένωμαι ἁλός, ὅπερ γυνή τις ἔπαθεν, ὥσπερὥς E. ἀκούω. ἀλλʼ ἔτι μέν μεμε om. E καὶ αἱ ἔξωθεν ἀρχαὶ συστέλλουσιν, ὥσπερ λειποτάκτην τινὰ τῶν ἀρχόντων ἀναζητούντων.ἀνεπιζητούντων editi antiqi. ἐπέχει δέ με μάλιστα ἡ ἐμοῦ αὐτοῦ καρδία, ἐκεῖνα μαρτυροῦσα ἑαυτῇ ἅπερ εἴρηκα. Ἐπειδὴ δὲ συνθηκῶν ἐμνήσθης, καὶ κατηγορεῖν ἐπηγγείλω, γελάσαι με ἐποίησας ἐν ταύτῃ τῇ κατηφείᾳ μου, ὅτι ἔτι ῥήτωρ εἶ καὶ τῆς δεινότητος οὐκ ἀφίστασαι. ἐγὼ γὰρ οὕτωοὕτως E. νομίζω, εἰ μὴ πάντη ὡς ἀμαθὴς διαμαρτάνω τῆς ἀληθείας, μίαν εἶναι ὁδὸν τὴν πρὸς Κύριον ἄγουσαν, καὶ πάντας", + "candidate_score": 0.654039, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6_8", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend . Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken . Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1110", + "psc_text": "ὅτι πάρεσμεν· καὶ γὰρ ἡμέτερον ἦν τὸ χωρίον τὸ ἀποδεδειγμένον εἰς ὑποδοχὴν τῶν συντρεχόντων. ὡς δὲ ἐκ τοῦ ἑτέρου μέρους οὐδεὶς ἦν, οὔτε προτρέχων, οὔτε εὐαγγελιζόμενος τὴν παρουσίαν τῶν προσδοκωμένων, οἱ δὲ παρʼ ἡμῶν ἀποσταλέντες ἐπανῆλθον κατήφειαν πολλὴν καὶ γογγυσμὸν τῶν ἐκεῖ διηγούμενοι, ὡς καινῆς πίστεως παρʼ ἡμῶν καταγγελθείσης· καὶ ἐλέγοντο διορίζεσθαι, ἦ μὴν μὴ ἐπιτρέψειν τῷ ἐπισκόπῳ αὐτῶν πρὸς ἡμᾶς διαβῆναι· ἦλθε δέ τις καὶ γράμμα φέρων ἡμῖν, ἀφωσιωμένον καὶ οὐδεμίαν ἔχον μνήμην τῶν ἐξ ἀρχῆς συγκειμένων. καὶ ὁ πάσης δέ μοι αἰδοῦς καὶ τιμῆς ἄξιος ἀδελφὸς Θεόφιλος, ἕνα τῶν αὐτῷ συνόντων ἀποστείλας, ἐδήλωσέ τινα, ἃ ἐνόμισε καὶ αὐτῷ ἐπιβάλλοντα εἶναι εἰπεῖν καὶ ἡμῖν ἀκοῦσαι πρέποντα. ἐπιστεῖλαι γὰρ οὐκ ἠξίωσεν, οὐ τὸν ἐκ τῶν γραμμάτων ἔλεγχον ὑφορώμενος τοσοῦτον, ὅσον φροντίζων τοῦ μὴ εἰς ἀνάγκην ἐλθεῖν προσειπεῖν ἡμᾶς ὡς ἐπισκόπους· πλήν γε δή, ὅτι σφοδρὰ ἦν τὰ ῥήματα, καὶ ἀπὸ καρδίας ἐκθερμανθείσης ἐξενεχθέντα. ἐπὶ τούτοις διελύθημεν κατῃσχυμμένοι, καὶ συμπεπτωκότες τῇ", + "candidate_score": 0.653845, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_760", + "psc_text": "ἡ γάρ ἐπάνοδος φυλακὴ ἔσται τοῦ ὅρκου. τὸ δὲ εἶξαι αὐτὸν τῇ οἰκονομίᾳ εἰς ἐπιορκίαν αὐτῷ οὐ λογισθήσεται, διὰ τὸ μὴ προσκεῖσθαι τῷ ὅρκῳ, μηδὲ πρὸς βραχὺ ἀναχωρήσειν Μινδάνων, ἀλλὰ παραμενεῖν εἰς τὸ ἐφεξῆς. Σευήρῳ δὲ προφασιζομένῳ τὴν λήθην ἡμεῖς συγχωρήσομεν, εἰπόντες, ὅτι τῶν κρυπτῶν γνώστης οὐ περιόψεται τὴν ἑαυτοῦ Ἐκκλησίαν ὑπὸ τοιούτου λυμαινομένην, ποιοῦντος μὲν ἀκανονίστως τὸ ἐξ ἀρχῆς, ὅρκῳ δὲ καταδεσμοῦντος παρὰ τὰ εὐαγγέλια, παρορκεῖν δὲ διδάσκοντος δι’ ὧν μετετέθη, ψευδομένου δὲ νῦν δι’ ὧν τὴν λήθην σχηματίζεται. ἐπειδὴ δὲ οὐκ ἐσμὲν καρδιῶν κριταί, ἀλλʼ ἐξ ὧν ἀκούομεν κρίνομεν, δῶμεν τῷ Κυρίῳ τὴν ἐκδίκησιν, αὐτοὶ δὲ ἀδιακρίτως αὐτὸν δεξώμεθα, συγγνώμην δόντες ἀνθρωπίνῳ πάθει τῇ λήθῃ. Ὁ δὲ τὸν ἀκούσιον ποιήσας φόνον ἀρκούντως ἐξεπλήρωσε τὴν δίκην ἐν τοῖς ἕνδεκα ἔτεσι. δῆλον γὰρ ὅτι ἐπὶ τῶν πληγέντων τὰ Μωυσέως παρατηρήσομεν· καὶ τὸν κατακλιθέντα μὲν ἐπὶ τῶν πληγῶν ἃς ἔλαβε, βαδίσαντα δὲ πάλιν ἐπὶ τῇ ῥάβδῳ αὐτοῦ, οὐ λογισόμεθα πεφονεῦσθαι. εἰ", + "candidate_score": 0.652818, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15_17", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ; dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_402", + "psc_text": "σου σπουδὴ περὶ τὸν αἰδεσιμώτατον ἑταῖρον ἡμῶν Ἐλπίδιον, ὅπως τῇ συνήθει σεαυτοῦ συνέσει ἔδωκας καιρὸν φιλανθρωπίας τῷ ἄρχοντι. ταύτην οὖν τὴν χάριν νῦν σε τελειῶσαι παρακαλοῦμενπαρακαλῶ μέν editi antiqi. διὰ τοῦ γράμματος, καὶ ὑπομνῆσαι τὸν ἄρχοντα οἰκείῳ προστάγματι ἐπὶ τῆς πατρίδος ἡμῶν καταστῆναι τὸν ἄνδρα πᾶσαν σχεδὸν τὴν φροντίδα τῶν δημοσίων ἐξηρτημένον. ὥστε πολλὰς ἕξεις καὶ εὐπροσώπους ὑποβάλλειν προφάσεις τῷ ἄρχοντι, ἐξ ὧν ἀναγκαίως ἐπιμένειν αὐτὸν τῇ πατρίδι ἡμῶν προστάξει. οἷα δὲ τὰ ἐνταῦθα, καὶ ὅσου ἄξιος τοῖς πράγμασιν ὁ ἀνήρ, πάντως οὐδὲν δεήσῃ παρʼ ἡμῶν διδαχθῆναι, αὐτὸς τῇ ἑαυτοῦ συνέσει ἀκριβῶς ἐπιστάμενος. Εὐσταθίῳ,Ἐὐσταθίῳ tantum habent E et Harl. ἐπισκόπῳ Σεβαστείας Καὶ πρὸ τοῦ δέχεσθαι τὰ γράμματα, ᾔδειν τὸν πόνον ὃν ἔχεις ὑπὲρ πάσης ψυχῆς, ἐξαιρέτως δὲ ὑπὲρ τῆς ἡμετέρας ταπεινώσεως, διὰ τὸ προβεβλῆσθαι ἐν τῷ ἀγῶνι τούτῳ· καὶ δεξάμενοςδέ add. E. editi antiqi. παρὰ τοῦ αἰδεσιμωτάτου Ἐλευσινίου τὰ γράμματα, καὶ αὐτὴν αὐτοῦ τὴν παρουσίαν θεασάμενος, ἐδόξασα τὸ θεῖοντὸ θεῖον", + "candidate_score": 0.652474, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_33_35", + "bdc_text": "Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten . Vergütig gott sehe uns an mitt sine gneden , und tröste alle küm beschte hertzenn , amen . Datum zuͦ Chur 1572 .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1210", + "psc_text": "ἐκ τῆς συμπαθείας τῶν καθʼ ἡμᾶς λυπηρῶν ἣν συνεπαθήσατε ἡμῖν, ὡς ἐνδεδυμένοι σπλάγχνα οἰκτιρμοῦ, καθὼς ἀπήγγειλαν ἡμῖν οἱ προειρημένοι. καὶ γὰρ εἰ καὶ τὰ τραύματα ἡμῶν ὅμοια διαμένει, ἀλλʼ οὖν φέρει τινὰ ἡμῖνom. E. ῥᾳστώνην τὸ ἑτοίμουςἑτοίμως E. ἔχειν τοὺς ἰατρούς, δυναμένους, εἰ καιροῦ λάβοιντο, ταχεῖαν ἐπαγαγεῖνἐπάγειν editi antiqui. τῶν ἀλγημάτων τὴν ἴασιν. διὸ καὶ πάλιν ὑμᾶς διὰ τῶν ἀγαπητῶν καὶ προσφθεγγόμεθα καὶ παρακαλοῦμεν, εἰ μὲν δίδωσιν ὑμῖν ὁ Κύριος ἄδειαν τοῦ ὡςπρὸς E. Harl. ἡμᾶς ἀφικέσθαι,πορεύεσθαι tres alii MSS.; πορεύσεσθαι duo MSS. μὴ ὀκνῆσαι ἡμῶν τὴν ἐπίσκεψιν. ἐντολῆς γάρ ἐστι τῆς μεγίστης ἡ τῶν ἀσθενούντων ἐπίσκεψις. εἰ δὲ ὁ ἀγαθὸς Θεὸς καὶ σοφὸς τῆς ζωῆς ἡμῶν οἰκονόμος τὴν χάριν ταύτην εἰς ἕτερον καιρὸν ταμιεύεται,om. E. ἀλλʼ ἐπιστείλατε ἡμῖν ὅσα παρʼ ὑμῶν πρέπει γραφῆναι εἰς παράκλησιν μὲν τῶν θλιβομένων, διόρθωσιν δὲ τῶν συντετριμμένων. πολλὰ γὰρ ἤδη τὰ συντρίμματα τῆς Ἐκκλησίας γέγονε, καὶ πολλὴ ἡμῖν επʼ αὐτοῖς ἡ θλίψις· καὶ προσδοκία", + "candidate_score": 0.65241, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_19_21", + "bdc_text": "Derhalber ich aller sach das noch bedencken und fragen von wegen diser geschicht , die ich von anfang an selben will , diewyl mir darum zwüßen ist . hätte ouch gern den anfang unnd mittel gesetzt , alterum unmößen üß gewesenn , ech hatt ouch vermeint wir wellend alltend das wunderklich , so sich den 28ten . januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ;", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_871", + "psc_text": "ὁμοῦ τοὺς κοινωνικοὺς ἀποδύρασθαι. μὴ ἐκβιάσησθέ με ἀφεῖναι ῥήματα, ἃ μέχρι τοῦ νῦν τῷ ἐκ τοῦ λογισμοῦ χαλινῷ κεκρυμμένα ἔχω παρʼ ἐμαυτῷ. βέλτιόν ἐστιν ἡμᾶς ἐκποδῶν γενέσθαι, τὰς δὲ ἐκκλησίας ὁμονοεῖν πρὸς ἀλλήλας, ἢ διὰ τὰς μειρακιώδεις ἡμῶν μικροψυχίας κακὸν τοσοῦτον ἐπάγεσθαι τοῖς λαοῖς τοῦ Θεοῦ. ἐρωτήσατε τοὺς πατέρας ὑμῶν, καὶ ἀναγγελοῦσιν ὑμῖν, ὅτι εἰ καὶ τῇ θέσει τοῦ τόπου διῃρῆσθαι ἐδόκουν αἱ παροικίαι, ἀλλὰ τῷ γε φρονήματι ἓν ἦσαν, καὶ μιᾷ γνώμῃ ἐκυβερνῶντο. συνεχεῖς μὲν τοῦ λαοῦ αἱ ἐπιμιξίαι· συνεχεῖς δὲ τοῦ κλήρου ἐπιδημίαι· αὐτοῖς δὲ τοῖς ποιμέσι τοσοῦτον περιῆν τῆς πρὸς ἀλλήλους ἀγάπης, ὥστε ἑκάτερον αὐτῶν διδασκάλῳ τῷ ἑτέρῳ καὶ ἡγεμόνι χρῆσθαι εἰς τὰ πρὸς Κύριον. Ἐλπιδίῳ ἐπισκόπῳ. Πάλιν ἡμεῖς τὸν ἀγαπητὸν καὶ συμπρεσβύτερον Μελέτιον ἐκινήσαμεν, ἐπὶ τὴν σὴν ἀγάπην προσηγορίας ἡμῶν διακομίζοντα. οὗ εἰ καὶ πάνυ ἐγνώκειμεν φείδεσθαι διὰ τὴν ἀσθένειαν, ἣν ἑκουσίως ἑαυτῷ ἐπηγάγετο, δουλαγωγῶν τὴν σάρκα διὰ τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, ὅμως καὶ ἡμῖν αὐτοῖς", + "candidate_score": 0.652317, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_13_15", + "bdc_text": "Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_491", + "psc_text": "ὁδὸν ἐπὶ πολλῇ τῶν καθʼ ἡμᾶς ἐκκλησιῶν ζημίᾳ παρεσκεύασε, διὰ γραμμάτων ἐπισκέψασθαί σου τὴν σεμνότητα προεθυμήθημεν, ὑπομιμνήσκοντες, ὅτι αἱ θλίψεις αὗται οὐκ ἀργῶς τοῖς δούλοις τοῦ Θεοῦ παρὰ τοῦ ἐπισκοποῦντος ἡμᾶς Κυρίου γίνονται, ἀλλὰ ἐπὶ δοκιμασίᾳ τῆς ἀληθινῆς πρὸς τὸν κτίσαντα ἡμᾶς Θεὸν ἀγάπης. ὡς γὰρ τοὺς ἀθλητὰς οἱ τῶν ἀγώνων κάματοι τοῖς στεφάνοις προσάγουσιν, οὕτω καὶ τοὺς Χριστιανοὺς ἡ ἐν τοῖςαὐτοῖς add. editi antiqi. πειρασμοῖς δοκιμασία πρὸς τὴν τελείωσιν ἄγει, ἐὰν μετὰ τῆς πρεπούσης ὑπομονῆς ἐν εὐχαριστίᾳ πάσῃ τὰ οἰκονομούμενα παρὰ τοῦ Κυρίου καταδεξώμεθα. Ἀγαθότητι Δεσπότου διοικεῖται τὰ πάντα. οὐδὲν τῶν συμβαινόντων ἡμῖν ὡς λυπηρὸν ὑποδέχεσθαι χρή, κἂν πρὸς τὸ παρὸν ἅπτηται τῆς ἀσθενείας ἡμῶν. εἰ γὰρ καὶ τοὺς λόγους ἀγνοοῦμεν, καθʼ οὓς ἕκαστον τῶν γινομένωνγιγνομένων E. ὡς καλὸν παρὰ τοῦ Δεσπότου ἡμῖν ἐπάγεται, ἀλλʼ ἐκεῖνο πεπεῖσθαι ὀφείλομεν, ὅτι πάντως συμφέρει τὸ γινόμενον ἢ ἡμῖν διὰ τὸν τῆς ὑπομονῆς μισθὸν ἢ τῇ παραληφθείσῃ ψυχῇ, ἵνα μή, ἐπὶ πλέον τῇ", + "candidate_score": 0.652158, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6_8", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend . Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken . Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1210", + "psc_text": "ἐκ τῆς συμπαθείας τῶν καθʼ ἡμᾶς λυπηρῶν ἣν συνεπαθήσατε ἡμῖν, ὡς ἐνδεδυμένοι σπλάγχνα οἰκτιρμοῦ, καθὼς ἀπήγγειλαν ἡμῖν οἱ προειρημένοι. καὶ γὰρ εἰ καὶ τὰ τραύματα ἡμῶν ὅμοια διαμένει, ἀλλʼ οὖν φέρει τινὰ ἡμῖνom. E. ῥᾳστώνην τὸ ἑτοίμουςἑτοίμως E. ἔχειν τοὺς ἰατρούς, δυναμένους, εἰ καιροῦ λάβοιντο, ταχεῖαν ἐπαγαγεῖνἐπάγειν editi antiqui. τῶν ἀλγημάτων τὴν ἴασιν. διὸ καὶ πάλιν ὑμᾶς διὰ τῶν ἀγαπητῶν καὶ προσφθεγγόμεθα καὶ παρακαλοῦμεν, εἰ μὲν δίδωσιν ὑμῖν ὁ Κύριος ἄδειαν τοῦ ὡςπρὸς E. Harl. ἡμᾶς ἀφικέσθαι,πορεύεσθαι tres alii MSS.; πορεύσεσθαι duo MSS. μὴ ὀκνῆσαι ἡμῶν τὴν ἐπίσκεψιν. ἐντολῆς γάρ ἐστι τῆς μεγίστης ἡ τῶν ἀσθενούντων ἐπίσκεψις. εἰ δὲ ὁ ἀγαθὸς Θεὸς καὶ σοφὸς τῆς ζωῆς ἡμῶν οἰκονόμος τὴν χάριν ταύτην εἰς ἕτερον καιρὸν ταμιεύεται,om. E. ἀλλʼ ἐπιστείλατε ἡμῖν ὅσα παρʼ ὑμῶν πρέπει γραφῆναι εἰς παράκλησιν μὲν τῶν θλιβομένων, διόρθωσιν δὲ τῶν συντετριμμένων. πολλὰ γὰρ ἤδη τὰ συντρίμματα τῆς Ἐκκλησίας γέγονε, καὶ πολλὴ ἡμῖν επʼ αὐτοῖς ἡ θλίψις· καὶ προσδοκία", + "candidate_score": 0.652008, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6_8", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend . Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken . Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_504", + "psc_text": "τρέφειν καὶ πολυπλασιάζειν ἀεὶ σπούδαζε, ἵνα σοι καὶ ἡ τῶν ἀγαθῶν παρʼ αὐτοῦ χορηγία ἐπὶ μεῖζον προΐῃ. ὅτι δὲ ��αὶ ἡμῶν μέμνησαι, οὐδεμιᾶς ἑτέρας ἀποδείξεως προσδεόμεθα, τὴν ἐκ τῶν πραγμάτων ἔχοντες μαρτυρίαν. Ἰουλίττῃ ἐλευθέρᾳ Πάνυ ἠθύμησα τοῖς γράμμασιν ἐντυχὼν τῆς εὐγενείας σου, ὅτι σε πάλιν αἱ αὐταὶ περιέχουσιν ἀνάγκαι. καὶ τί δεῖ ποιεῖν πρὸς ἀνθρώπους οὕτω παλίμβολουπαλίμβουλον E. ἐπιδεικνυμένους τὸ ἦθος, καὶ ἄλλοτε ἄλλα λέγοντας, καὶ ταῖς ἰδίαις ὁμολογίαις μὴ ἐμμένοντας; εἰ γὰρ μετὰ τὰς ἐπʼἀπʼ editi antiqi. ἐμοῦ καὶ τοῦ ἀπὸ ὑπάρχων ὑποσχέσεις, νῦν, ὡς μηδενὸς εἰρημένου, οὕτω στενοχωρεῖ τὴν προθεσμίαν, ἔοικε παντελῶς ἀπηρυθριακέναι πρὸς ἡμᾶς ὁ ἀνήρ. Πλὴν ἀλλʼ ἐπέστειλα αὐτῷ, ἐντρέπων αὐτὸν καὶ ὑπομιμνήσκων τῶν αὐτοῦ ὑποσχέσεων. ἐπέστειλα δὲ καὶ Ἑλλαδίῳ, τῷ οἰκείῳ τοῦ ὑπάρχου, ἵνα δι’ αὐτοῦ διδαχθῇ τὰ κατὰ σὲ ὁ ὕπαρχος.ἔπαρχος E. αὐτὸς γὰρ μέχρι τοσούτου θαρρῆσαι δικαστῇ τοσούτῳ οὐκ ἐνόμισα ἐπίβαλλονἐπιβάλλειν E. εἶναί μοι, διὰ τὸ μηδέ πω περὶ ἰδιωτικοῦ πράγματος αὐτῷ ἐπεσταλκέναι,", + "candidate_score": 0.651417, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6_8", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend . Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken . Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_348", + "psc_text": "καταμαθεῖν, καὶ παραστῆσαι ταύτην τῷ λόγῳ), τοσοῦτον ἡμῖν τὸν ἐπὶ σοὶ πόθον ἐξέκαυσεν, ὥστε εὔχεσθαι ἡμᾶς ἐπιστῆναί σέ ποτε τῇ παλαιᾷ ἑστίᾳ ἡμῶν, ἵνα μὴ ἀκοῇ μόνον, ἀλλὰ καὶ πείρᾳ τῶν ἐν σοὶ καλῶν ἀπολαύσωμεν. ἈταρβίῳΑὐταρκίῳ cod. Claromontanus. Καὶ τί πέρας ἔσται τῆς σιωπῆς, εἰ ἐγὼ μέν, τὰ ἐκ τῆς ἡλικίας πρεσβεῖα ἀπαιτῶν, ἀναμένοιμι παρὰ σοῦ γενέσθαι τὴν ἀρχὴν τῆς προσφωνήσεως, ἡ δὲ σὴ ἀγάπη ἐπὶ πλεῖον βούλοιτο τῇ βλαβερᾷ κρίσει τῆς ἡσυχίαςσυκοφαντίας quinque MSS. ἐγκαρτερεῖν; ἀλλʼ ὅμως ἐγώ, τὴν ἐν τοῖς φιλικοῖς ἧτταν νίκης ἔχειν δύναμιν ἡγησάμενος, ὁμολογῶ σοι μὲν παραχωρεῖν τῆς ἐπὶ τῷ δοκεῖν περιγεγενῆσθαι τῆς οἰκείας κρίσεως φιλοτιμίας. αὐτὸς δὲ πρῶτος ἐπὶ τὸ γράφειν ἦλθον, εἰδὼς ὅτι ἡ ἀγάπη πάντα στέγει, πάντα ὑπομένει, οὐδαμοῦ ζητεῖ τὸ ἑαυτῆς· διόπερ οὔτεοὐδέ E. ἐκπίπτει ποτέ. ἀταπείνωτος γὰρ ὁ κατὰ ἀγάπην τῷ πλησίον ὑποτασσόμενος. ὅπως οὖν καὶ αὐτὸς πρὸς γοῦν τὸ ἑξῆς τὸντόνom. E. πρῶτον καὶ μέγιστον καρπὸν τοῦ Πνεύματος ἐπιδεικνύμενος,ἐνδεικνύμενος", + "candidate_score": 0.651305, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6_8", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend . Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken . Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1105", + "psc_text": "ἡμῶν τὰ γράμματα τῇ παρʼ ἑαυτοῦ διηγήσει δυνατός ἐστιν ἀναπληρῶσαι, παρηκολουθηκὼς πᾶσι μετὰ ἀκριβείας, καὶ ζηλωτὴς ὑπάρχων τῆς ὀρθῆς πίστεως. ὃν προσδεξάμενοι ἐν εἰρήνῃ διὰ ταχέων ἡμῖν ἀποπέμψατε, ἀγαθὰ ἡμῖν εὐαγγέλια φέροντα τῆς σπουδῆς ὑμῶν, ἣν ἔχετε πρὸς τὸ ἀντιλαμβάνεσθαι τῆς ἀδελφότητος. Πατροφίλῳ, ἐπισκόπῳ τῆς ἐν Αἰγεαῖς ἐκκλησίας. Ἐνέτυχόν σου τοῖς γράμμασιν, ἃ διὰ τοῦ ἀδελφοῦ ἡμῶν Στρατηγίου τοῦ συμπρεσβυτέρου ἀπέστειλας, καὶ ἐνέτυχον ἡδέως. πῶς γὰρ οὐκ ἔμελλον, καὶ παρὰ ἀνδρὸς συνετοῦ γεγραμμένοις, καὶ παρὰ καρδίας τὴν πρὸς πάντας ἀγάπην ἐκ τῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου κατορθοῦν δεδιδαγμένης; καὶ σχεδὸν ἐγνώρισα τῆς ἐν τῷ παρελθόντι χρόνῳ σιωπῆς τὴν αἰτίαν. ἀποροῦντι γὰρ ἐῴκεις καὶ ἐκθαμβουμένῳ, εἰ Βασίλειος ἐκεῖνος, ὁ τοιῶσδε δουλεύσας ἐκ παιδὸς τῷ δεῖνι, ὁ τάδε ποιήσας ἐπὶ τῶν καιρῶν τῶνδε καὶ τάδε, ὁ τὸν πρὸς τοὺς μυρίους πόλεμον τῆς πρὸς τὸν ἕνα θεραπείας ἕνεκεν καταδεξάμενος· οὗτος νῦν ἕτερος γέγονεν ἐξ ἑτέρου, καὶ πόλεμον ἀντὶ τῆς ἀγάπης ἀνῄρηται, καὶ ὅσα ἄλλα", + "candidate_score": 0.651149, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6_8", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend . Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken . Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_671", + "psc_text": "τὴν δὲ τελειοτέραν διδασκαλίαν εἰς τὴν κατʼ ὀφθαλμοὺς συντυχίαν ὑπερθησόμεθα, δι’ ἧς καὶ τὰ ἀντικείμενα ἐπιλύσασθαι, καὶ πλατυτέρας τὰς ἐκ τῶν Γραφῶν παρασχέσθαι μαρτυρίας, καὶ πάντα τύπον τὸν ὑγιῆ τῆς πίστεως βεβαιώσασθαι δυνατόν. τὸ δὲ νῦν ἔχον συγγνώμην νείματε τῇ βραχύτητι. καὶ γὰρ οὐδʼ ἂν ἐπέστειλα τὴν ἀρχήν, εἰ μὴ μείζονα ἡγούμην τὴν βλάβην ἀρνήσασθαι τὴν αἴτησιν παντελῶς, ἢ ἐλλιπῶς παρασχέσθαι. Διοδώρῳ Ἀφίκετο ἡμῖν γράμματα τὴν ἐπιγραφὴν ἔχοντα Διοδώρου, τὰ δὲ ἐφεξῆς ἄλλου τινὸς πρέποντα εἶναι μᾶλλον ἢ Διοδώρου. δοκεῖ γάρ μοί τις τῶν τεχνικῶν,τις τῶν τεχνικῶν τάχα τις τῶν βαναύσων τεχνιτῶν Harl. τὸ σὸν πρόσωπον ὑποδύς, οὕτως ἑαυτὸν ἀξιόπιστον ἐθελῆσαι ποιῆσαι τοῖς ἀκροωμένοις. ὅς γε, ἐρωτηθεὶς ὑπό τινος, εἰ θεμιτὸν αὐτῷαὐτόν editi antiqi. πρὸς γάμον ἀγαγέσθαι τῆς γυναικὸς τελευτησάσης τὴν ἀδελφήν, οὐκ ἔφριξε τὴν ἐρώτησιν, ἀλλὰ καὶ πράως ἤνεγκε τὴν ἀκοήν, καὶ τὸ ἀσελγὲς ἐπιθύμημα πάνυ γενναίωςαὐτῷ add. editi antiqi. καὶ ἀγωνιστικῶς συγκατέπραξεν. εἰ μὲν οὖν παρῆν μοι τὸ", + "candidate_score": 0.651082, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6_8", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend . Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken . Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1015", + "psc_text": "ὑποδεχομένων τοῦ πολέμου τὰς προσβολάς. πρὸς δὲ κἀκεῖνο ἐνθυμεῖσθαι ὑμᾶς προσῆκεν, ὅτι οὐχ ὑμᾶς ἀπέβαλεν, ἀλλʼ ἑτέρους προσέλαβεν. οὐ δήπου γὰρ βάσκανοι τινές ἐσμεν ἡμεῖς, ὥστε τὸν δυνάμενον καὶ ἄλλοις τῶν ἑαυτοῦ χαρισμάτων μεταδιδόναι ἀναγκάζειν ὑμῖν ἐναποκλείειν τὴν χάριν καὶ τῷ καθʼ ὑμᾶς μόνῳ χωρίῳ στενοχωρεῖν. οὔτε γὰρ ὁ πηγὴν περιφράσσων καὶ ὕδατος ἔξοδον λυμαινόμενος, οὔτε ὁ διδασκαλίαν διαρκῆ κωλύων ἐπὶ πλεῖον χωρεῖν ἔξω τοῦ πάθους τῆς βασκανίας ἐστίν. ἐχέτω τοίνυν καὶ τὴν Νικοπόλεως μέριμναν, καὶ τὸ ὑμέτερον προσθήκη ἔστω τῶν ἐκεῖ φροντισμάτων. τῷ μὲν γὰρ ἀνδρὶ πλείων προσῆλθεν ὁ κόπος, ὑμῶν δὲ οὐδὲν ἐλαττοῦται ἡ ἐπιμέλεια. Ἐκεῖνο δέ με πάνυ ἐλύπησε, καὶ ἔξω ἐφάνη τοῦ μέτρου, τὸ εἰρῆσθαι, ὅτι ἀποτυχόντες τῶν ἐπιζητουμένων τὰ δικαστήρια καταληψόμεθα, καὶ ἐπιστήσομεν ἀνθρώπους τοῖς πράγμασιν, οἷς ἡ καταστροφὴ τῶν ἐκκλησιῶν εὐχῆς ἐστι τὸ κεφάλαιον. μή ποτε οὖν ἄφρονι θυμῷ φερόμενοί τινες παραπείσωσιν ὑμᾶς φθέγξασθαί τι εἰς τὸ δημόσιον, καὶ γένηται μέν τις ἐντεῦθεν καταστροφή,", + "candidate_score": 0.650575, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_33_35", + "bdc_text": "Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten . Vergütig gott sehe uns an mitt sine gneden , und tröste alle küm beschte hertzenn , amen . Datum zuͦ Chur 1572 .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1099", + "psc_text": "περιωδυνίᾳ τινὶ κατεχόμενοι διὰ τ���ν στεναγμῶν κουφίζειν πως τὰς ἀλγηδόνας πεφύκασι, τοῦτο καὶ ἡμεῖς ποιοῦμεν· οἷον ἀποσκευαζόμεθα τῆς λύπης τὸ βάρος, δι’ ὧν πρὸς τὴν ὑμετέραν ἀγάπην τὰς πολυειδεῖς ἡμῶν συμφορὰς ἐξαγγέλλομεν, εἴ πως ἄν, σφοδρότερον εἰς τὰς ὑπὲρ ἡμῶν προσευχὰς κινηθέντες, δυσωπήσητε τὸν Κύριον διαλλαγῆναι ἡμῖν. εἰ μὲν οὖν αἱ θλίψεις ἦσαν μόναι αἱ καταπονοῦσαι ἡμᾶς, κἂν συνεβουλεύσαμεν ἑαυτοῖς τὴν ἡσυχίαν ἄγειν, καὶ χαίρειν τοῖς ὑπὲρ Χριστοῦ παθήμασιν, ἐπειδὴ Οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆσεσθαι εἰς ἡμᾶς. νῦν δὲ φοβούμεθα, μήποτε αὐξανόμενον τὸ κακόν, ὥσπερ τις φλὸξ διὰ τῆς καιομένης ὕλης βαδίζουσα, ἐπειδὰν καταναλώσῃ τὰ πλησίον, ἅψηται καὶ τῶν πόρρω. ἐπινέμεται γὰρ τὸ κακὸν τῆς αἱρέσεως· καὶ δέος ἐστί, μὴ τὰς ἡμετέρας ἐκκλησίας καταφαγοῦσα, ἕρψῃ λοιπὸν καὶ ἐπὶ τὸ ὑγιαῖνον μέρος τῆς καθʼ ὑμᾶς παροικίας. τάχα μὲν οὖν διὰ τὸ παρʼ ἡμῖν πλεονάσαι τὴν ἁμαρτίαν, πρῶτοι παρεδόθημεν εἰς κατάβρωσιν τοῖς ὠμοφάγοις ὀδοῦσι τῶν", + "candidate_score": 0.650162, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6_8", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend . Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken . Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1218", + "psc_text": "ἐν οἷς φησι πάλιν ἡμᾶς πρὸς τὴν νομικὴν ὑποστρέφεινἀποστρέφειν E. προσάγειν duo alii. λατρείαν, καὶ πάλιν ἡμᾶς περιτμηθήσεσθαι, καὶ σαββατίζειν, καὶ βρωμάτων ἀπέχεσθαι, καὶ θυσίας προσοίσειν Θεῷ, καὶ προσκυνήσειν ἐν Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τοῦ ναοῦ, καὶ ὅλως ἀπὸ Χριστιανῶν Ἰουδαίους γενήσεσθαι. ὧν τί ἂν γένοιτο καταγελαστότερον, μᾶλλον δὲ ἀλλοτριώτερον τοῦ εὐαγγελικοῦ δόγματος; εἶτα καὶ τὰ περὶ σαρκώσεως τοσαύτην ἐποίησε τῇ ἀδελφότητι τὴνom. E. ταραχήν, ὥστε ὀλίγοι λοιπὸν τῶν ἐντετυχηκότων τὸν ἀρχαῖον τῆς εὐσεβείας διασώζουσι χαρακτῆρα· οἱ δὲ πολλοί, ταῖς καινοτομίαις προσέχοντες, ἐξετράπησαν εἰς ζητήσεις καὶ φιλονείκους ἐφευρέσεις τῶν ἀνωφελῶν τούτων ῥημάτων. Ὁ μέντοι Παυλῖνος, εἰ μέν τι καὶ περὶ τὴν χειροτονίαν ἐπιλήψιμον ἔχει αὐτοὶ ἂν εἴποιτε· ἡμᾶς δὲ λυπεῖ, τοῖς Μαρκέλλου προσπεπονθὼςπροπεπονθὼς E. Med.; πεποιθώς editi antiqui. δόγμασι, καὶ τοὺς ἀκολουθοῦντας αὐτῷ ἀδιακρίτως εἰς τὴν κοινωνίαν ἑαυτοῦ προσιέμενος. οἴδατε δέ, ἀδελφοὶ τιμιώτατοι, ὅτι πάσης ἡμῶν τῆς ἐλπίδος ἀθέτησιν ἔχει τὸ Μαρκέλλου δόγμα, οὔτε Υἱὸν ἐν ἰδίᾳ ὑποστάσει ὁμολογοῦν, ἀλλὰ προενεχθέντα καὶ", + "candidate_score": 0.650018, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_13_15", + "bdc_text": "Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_95", + "psc_text": "ἡμῶν καὶ ὄντως τελείαν ἑορτὴν ἑορτάσαντες τῷ Κυρίῳ διὰ τὴν ὑπερβάλλουσαν αὐτῶν περὶ τὸν Θεὸν ἀγάπην, προεπέμψαμεν μεθʼ ὑγείας πρὸς τὴν σὴν εὐγένειαν, εὐχόμενοι τῷ φιλανθρώπῳ Θεῷ καὶ αὐτοῖς δοθῆναι εἰρηνικὸν ἄγγελον βοηθὸν καὶ σύμπορον καὶ σὲ παρʼ αὐτῶν καταληφθῆναι ἐν ὑγείᾳ καὶ πάσῃ εἰρηνικῇ καταστάσει, ἵνα, ὅπουπερ ἂν ἦτε δουλεύοντες τῷ Κυρίῳ καὶ εὐχαριστοῦντες αὐτῷ, εὐφραίνητεεὐφραίνηται C. ἡμᾶς, ἕως ἐσμὲν ἐν τῷ κόσμῳ, ἀκούοντας τὰ παρʼ ὑμῶν. ἐὰν δὲ παράσχῃ ὁ ἅγιος ΘεὸςΘεὸςom. C, D. θᾶττόν σε τῶν φροντίδων τούτων ἀπαλλαγῆναι, παρακαλοῦμέν σε μηδὲν προτιμῆσαι τῆς μεθʼ ἡμῶνπαρʼ ἡμῖν C, D. διαγωγῆς. οἶμαι γὰρ μὴ εὑρεῖν σε τοὺς οὕτως ἀγαπῶντας καὶ ἀντιποιουμένους τῆς παρʼ ὑμῖν φιλίας. ἕως οὖν ἂν οἰκονομῇ ὁ ἅγιος τὸν χωρισμὸν τοῦτον, διὰ πάσης προφάσεως παραμυθεῖσθαι ἡμᾶς γράμμασι καταξίου. Ὀλυμπίῳ Ἔγραφες ἡμῖν πρότερον μὲν ὀλίγα, νῦν δὲ οὐδὲ ὀλίγα· καὶ ἔοικεν ἡ βραχυλογία προϊοῦσα τῷ χρόνῳ παντελὴς γίνεσθαι ἀφωνία. ἐπάνελθε τοίνυν ἐπὶ τὸ ἔθος, ὡς οὐκ", + "candidate_score": 0.649976, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_33_35", + "bdc_text": "Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten . Vergütig gott sehe uns an mitt sine gneden , und tröste alle küm beschte hertzenn , amen . Datum zuͦ Chur 1572 .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_734", + "psc_text": "ἐκκλησίας, ὅταν δῷ ὁ Κύριος αὐτὸν ἐπὶ τῶν ἰδίωντῶν ἰδίων τὸν ἴδιον E. φανῆναι θρόνων,θρόνον E. ἄλλος ἄλλο τι τῶν ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ πεπολιτευμένων ἡμῖνὑμῖν E. διηγούμενοι, ἐν δὲ τῇ μεγάλῃ τοῦ Κυρίου ἡμέρᾳ ἕκαστος κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῶν πεπονημένων παρὰ τοῦ μεγαλοδώρου Θεοῦ δεχόμενοι τὴν ἀντίδοσιν. ἡμῶν δὲ μεμνημένοι καὶ ἐπιστέλλοντες ὁσάκις ἂν ᾖ δυνατόν, δίκαιά τε ποιήσετε τοῖς ἴσοις ἡμᾶς ἀμειβόμενοι, καὶ ἅμα οὐ μικρῶςσμικρῶς E. ἡμᾶς εὐφρανεῖτε, τῆς ἡδίστης ἡμῖν φωνῆς ὑμῶν ἐναργῆ σύμβολα διὰ τῶν γραμμάτων διαπεμπόμενοι. Εὐσταθίῳ, ἐπισκόπῳ ἹμμερίαςἙμμέρως Coisl. secundus, Reg. secundus. Οἶδα ὅτι στυγνοποιὸν πρᾶγμα ἡ ὀρφανία καὶ πολυάσχολον, διὰ τὸ ἐρημίαν ἐπάγειν τῶν προεστώτων. ὅθεν λογίζομαι καὶ τὴν σὴν εὐλάβειαν ἐπιστυγνάζουσαν τοῖς συμβεβηκόσι μὴ ἐπιστέλλειν ἡμῖν, καὶ ὁμοῦ ἐν πλείονι εἶναι νῦν ἀσχολίᾳ, περιτρέχεινπεριέπειν E. Med. τὰ τοῦ Χριστοῦ ποίμνια διὰ τὴν πανταχόθεν τῶν ἐχθρῶν ἐπανάστασιν. ἀλλʼ ἐ��ειδὴ πάσης λύπης παρηγορία ἡ πρὸς τοὺς ὁμοψύχους ἐστὶν ὁμιλία, καταξίου ὁσάκις ἂν", + "candidate_score": 0.648775, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31_33", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd . Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1305", + "psc_text": "ῥᾴδιον, ἐὰν τοὺς ἔνδοθεν ἐκ τῶν παθῶν ἐπανισταμένους ἡμῖν θορύβους κατασιγάσωμεν, καὶ τῶν ἔξωθεν προσπιπτόντων ὑψηλοτέραν τὴν γνώμην καταστησώμεθα. καὶ γὰρ οὔτε ζημίαι, οὔτε ἀρρωστίαι, οὔτε αἱ λοιπαὶ δυσχέρειαι τοῦ βίου, ἅψονται τοῦ σπουδαίου, ἕως ἂν ἔχῃ τὴν διάνοιαν τῷ Θεῷ, ἐμπορευομένην,ἐμπολιτευομένην Med.; συμπορευομένην editi antiqui. καὶ τὸ μέλλον ἀποσκοποῦσαν, καὶ τῆς χαμόθεν ἐγειρομένης ζάλης κούφως καὶ εὐσταλῶς ὑπεραίρουσαν. ἐπεὶ οἵ γε σφοδρῶς ταῖς τοῦ βίου μερίμναις κατειλημμένοι, οἷον ὄρνιθες πολύσαρκοι εἰκῆ τὸ πτερὸν ἔχοντες, κάτω που σύρονται μετὰ τῶν βοσκημάτων. Σὲ δὲ τοσοῦτον ἰδεῖν ὑπὸ τῶν πραγμάτωνἰδεῖν add. E. ἐπετράπημεν, ὅσον οἱ ἐν πελάγει ἀλλήλους παραμειβόμενοι. πλὴν ἀλλʼ , ἐπειδὴ καὶ ἐξ ὄνυχος ἔστιν ὅλον γνωρίσαι τὸν λέοντα, ἐκ βραχείας τῆς πείρας ἡγούμεθά σε ἱκανῶς ἐγνωκέναι. ὅθεν καὶ μέγα ποιούμεθα τὸ ἐν λόγῳ σέ τινι τὰ καθʼτινι τὰ καθ̓ τὸ καθʼ Regius sec. et Coisl. sec. ἡμᾶς τίθεσθαι καὶ μὴ ἀπεῖναί σου τῆς διανοίας, ἀλλὰ διηνεκῶς σοι συνεῖναι διὰ", + "candidate_score": 0.648212, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_33_35", + "bdc_text": "Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten . Vergütig gott sehe uns an mitt sine gneden , und tröste alle küm beschte hertzenn , amen . Datum zuͦ Chur 1572 .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1211", + "psc_text": "ἀγαθὸς Θεὸς καὶ σοφὸς τῆς ζωῆς ἡμῶν οἰκονόμος τὴν χάριν ταύτην εἰς ἕτερον καιρὸν ταμιεύεται,om. E. ἀλλʼ ἐπιστείλατε ἡμῖν ὅσα παρʼ ὑμῶν πρέπει γραφῆναι εἰς παράκλησιν μὲν τῶν θλιβομένων, διόρθωσιν δὲ τῶν συντετριμμένων. πολλὰ γὰρ ἤδη τὰ συντρίμματα τῆς Ἐκκλησίας γέγονε, καὶ πολλὴ ἡμῖν επʼ αὐτοῖς ἡ θλίψις· καὶ προσδοκία βοηθείας ἑτέρωθεν οὐδαμόθεν, ἐὰν μὴ ὁ Κύριος δι’ ὑμῶν τῶν γνησίως δουλευόντων αὐτῷ ἐξαποστείλῃ τὴν ἴασιν. Τὸ μὲν οὖνταμιεύσεται Reg. sec. Coisl. sec. ἰταμὸν καὶ ἀναίσχυντον τῆς αἱρέσεως τῶν Ἀρειανῶν, φανερῶς ἀπορραγὲν τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, μένει ἐπὶ τῆς ἰδίας πλάνης, καὶ ὀλίγα ἡμᾶς λυμαίνεται διὰ τὸ πᾶσι πρόδηλον αὐτῶν τὴν ἀσέβειαν εἶναι· οἱ δὲ τὴν δορὰν τοῦ προβάτου περιβεβλημένοι καὶ τὴν ἐπιφάνειαν ἥμερον προβαλλόμενοι καὶ πραεῖαν, ἔνδοθεν δὲ σπαράσσοντες ἀφειδῶς τὰ τοῦ Χριστο�� ποίμνια, καὶ διὰ τὸ ἐξ ἡμῶν ὡρμῆσθαι, εὐκόλως ἐμβάλλοντεςτὴν add. E. βλάβην τοῖς ἁπλουστέροις, οὗτοί εἰσιν οἱ χαλεποὶ καὶ δυσφύλακτοι. οὓς ἀξιοῦμεν παρὰ τῆς ὑμετέρας ἀκριβείας", + "candidate_score": 0.648147, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_13_15", + "bdc_text": "Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_490", + "psc_text": "ἀλλʼ ἐπειδὴ ὁ διοικῶν τὴν ζωὴν ἡμῶν Κύριος, κατὰ τὴν ἄρρητον αὐτοῦ σοφίαν πάντως πρὸς τὸ σύμφερον τῶν ψυχῶν τῶν ἡμετέρων ταῦτα ᾠκονόμησε γενέσθαι, δι’ ὧν σοι μὲν ὀδυνηρὰν κατέστησε τὴν ζωήν, ἡμᾶς δέ, τοὺς τῇ κατὰ Θεὸν ἀγάπῃ συνημμένους, εἰς συμπάθειαν ἤγαγε, μαθόντας παρὰ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν ἐν οἷς γέγονας, ἀναγκαῖον ἡμῖν ἐφάνη τὴν ἐνδεχομένην παράκλησιν προσαγαγεῖν σοι. εἰ μὲν οὖν ἦν δυνατὸν καὶ διαβῆναι μέχρι τοῦ τόπου ἐν ᾧ συμβαίνει διάγειν σου τὴν εὐγένειαν, περὶ παντὸς ἂν τοῦτο ἐποιησάμην. ἐπεὶ δὲ καὶ ἡ τοῦ σώματος ἀρρωστία καὶ τῶν συνεχόντων ἡμᾶς πραγμάτων τὸ πλῆθος καὶ αὐτὴν ταύτην ἣν ὑπέστημεν ὁδὸν ἐπὶ πολλῇ τῶν καθʼ ἡμᾶς ἐκκλησιῶν ζημίᾳ παρεσκεύασε, διὰ γραμμάτων ἐπισκέψασθαί σου τὴν σεμνότητα προεθυμήθημεν, ὑπομιμνήσκοντες, ὅτι αἱ θλίψεις αὗται οὐκ ἀργῶς τοῖς δούλοις τοῦ Θεοῦ παρὰ τοῦ ἐπισκοποῦντος ἡμᾶς Κυρίου γίνονται, ἀλλὰ ἐπὶ δοκιμασίᾳ τῆς ἀληθινῆς πρὸς τὸν κτίσαντα ἡμᾶς Θεὸν ἀγάπης. ὡς γὰρ τοὺς ἀθλητὰς οἱ τῶν", + "candidate_score": 0.647888, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15_17", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ; dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_664", + "psc_text": "πρὸς τίνας ὁρμήσει, καὶ ἐπὶ ποίῳ σκοπῷ, καὶ παρὰ τίνων ἐφοδιασθῇ τοῖς γράμμασι, καὶ ποταποῖς τούτοις. ἐγὼ μὲν γὰρ ἐν κύκλῳ περισκεψάμενος ὁρῶ μεθʼ ἑαυτοῦ οὐδένα. καὶ εὔχομαι μὲν τοῖς ἑπτακισχιλίοις ἐναριθμηθῆναι τοῖς μὴ κάμψασι γόνυ τῇτῷ editi antiqi. Βάαλ. πλὴν ὅτι ζητοῦσι καὶ ἡμῶν τὴν ψυχὴν οἱ πᾶσι τὰς ἑαυτῶν ἐπιβάλλοντες χεῖρας. οὐ μέντοι τούτου γε ἕνεκεν ἐλλείψομέν τι τῆς ὀφειλομένης σπουδῆς ταῖς τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίαις. Ἀντιόχῳ Πῶς οἴει βαρέως ἤνεγκα διαμαρτών σου τῆς συντυχίας κατὰ τὸ θέρος; καίτοι οὐδὲ ἡ τῶνἡ τῶν ἐτῶν E. ἄλλων τοιαύτη γέγονεν, ὥστε μέχρι κόρου ἡμῖν προελθεῖν· ἀλλʼ οὖν καὶ ὄναρ ἰδεῖν τὰ ποθούμενα φέρει τινὰ τοῖς ἀγαπῶσι παραμυθίαν. σὺ δὲ οὐδὲ ἐπιστέλλεις, οὕτως ἀργὸς εἶ, ὥστε μηδὲ τὴν ὑπόλειψινἀπόλειψιν E. ἄλλῃ τινὶ αἰτίᾳ μᾶλλον ἢ τῷ ἀργῶς ἔχειν πρὸς τὰς ὑπὲρ τῆς ἀγάπης ἀποδημίας λογίζεσθαι. ἀλλὰ τοῦτο μὲν πεπαύσθω ἡμῖν. εὔχου δὲ ὑπὲρ ἡμῶν καὶ παρακάλει τὸν Κύριον μὴ ἐγκαταλιπεῖν ἡμᾶς, ἀλλʼ", + "candidate_score": 0.647684, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31_33", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd . Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1210", + "psc_text": "ἐκ τῆς συμπαθείας τῶν καθʼ ἡμᾶς λυπηρῶν ἣν συνεπαθήσατε ἡμῖν, ὡς ἐνδεδυμένοι σπλάγχνα οἰκτιρμοῦ, καθὼς ἀπήγγειλαν ἡμῖν οἱ προειρημένοι. καὶ γὰρ εἰ καὶ τὰ τραύματα ἡμῶν ὅμοια διαμένει, ἀλλʼ οὖν φέρει τινὰ ἡμῖνom. E. ῥᾳστώνην τὸ ἑτοίμουςἑτοίμως E. ἔχειν τοὺς ἰατρούς, δυναμένους, εἰ καιροῦ λάβοιντο, ταχεῖαν ἐπαγαγεῖνἐπάγειν editi antiqui. τῶν ἀλγημάτων τὴν ἴασιν. διὸ καὶ πάλιν ὑμᾶς διὰ τῶν ἀγαπητῶν καὶ προσφθεγγόμεθα καὶ παρακαλοῦμεν, εἰ μὲν δίδωσιν ὑμῖν ὁ Κύριος ἄδειαν τοῦ ὡςπρὸς E. Harl. ἡμᾶς ἀφικέσθαι,πορεύεσθαι tres alii MSS.; πορεύσεσθαι duo MSS. μὴ ὀκνῆσαι ἡμῶν τὴν ἐπίσκεψιν. ἐντολῆς γάρ ἐστι τῆς μεγίστης ἡ τῶν ἀσθενούντων ἐπίσκεψις. εἰ δὲ ὁ ἀγαθὸς Θεὸς καὶ σοφὸς τῆς ζωῆς ἡμῶν οἰκονόμος τὴν χάριν ταύτην εἰς ἕτερον καιρὸν ταμιεύεται,om. E. ἀλλʼ ἐπιστείλατε ἡμῖν ὅσα παρʼ ὑμῶν πρέπει γραφῆναι εἰς παράκλησιν μὲν τῶν θλιβομένων, διόρθωσιν δὲ τῶν συντετριμμένων. πολλὰ γὰρ ἤδη τὰ συντρίμματα τῆς Ἐκκλησίας γέγονε, καὶ πολλὴ ἡμῖν επʼ αὐτοῖς ἡ θλίψις· καὶ προσδοκία", + "candidate_score": 0.647509, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_13_15", + "bdc_text": "Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_612", + "psc_text": "ἀναγκαίως ἐπὶ τὴν διὰ τοῦ γράμματος ἐπίσκεψιν ἦλθον, παρακαλῶν προηγουμένως μὲν ἐκτενεῖς τὰς ὑπὲρ ἐμοῦ ποιεῖσθαι ὑμᾶς δεήσεις, ἵνα καταξιωθῶ τὰς γοῦν λειπομένας ἡμέρας ἢ ὥρας δουλεῦσαι τῷ Κυρίῳ κατὰ τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας, ἔπειτα καὶ συγγνώμην ἔχειν μου τῇ ἀπολείψει καὶ τῇ βραδυτῆτι ταύτῃ τῶν γραμμάτων. μόλις γὰρ ηὐπορήσαμεν ἀνθρώπου τοῦ δυναμένου ἐξυπηρετήσασθαι ἡμῶν τῇ ἐπιθυμίᾳ· λέγομεν δὲ τὸν υἱὸν ἡμῶν Εὐγένιον τὸν μονάζοντα, δι’ οὗ παρακαλῶ εὔξασθαι ὑπὲρ ἡμῶν καὶ τῆς Ἐκκλησίας πάσης, καὶ ἀντιγράψαι ἡμῖν τὰ περὶ ὑμῶν, ἵνα γνόντες εὐθυμότερον διατεθῶμεν. Τῇ Ἀντιοχέων Ἐκκλησίᾳτῇ ἐκκλησίᾳ Ἀντιοχείας παραμυθητική E. Τίς δώσει μοι πτέρυγας, ��σεὶ περιστερᾶς; καὶ πετασθήσομαιπετανθήσομαι Regius. πρὸς ὑμᾶς καὶ καταπαύσω τὸν πόθον ὃν ἔχω ἐπὶ τῇ συντυχίᾳ τῆς ὑμετέρας ἀγάπης. νυνὶ δὲ οὐχὶ πτερύγων ἐνδεῶς ἔχω μόνον, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ σώματος, πάλαι μέν μοι ὑπὸ μακρᾶς τῆςτῆς om. E ἀρρωστίας πεπονηκότος, νῦν δὲ ὑπὸ τῶν συνεχῶν θλίψεων παντελῶς συντετριμμένου. τίς γὰρ οὕτως ἀδαμάντινος τὴν", + "candidate_score": 0.647146, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_30_32", + "bdc_text": "Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_661", + "psc_text": "ἡμῖν μόνοις ἐλθεῖν ἐπὶ τὴν ἐπανόρθωσιν, ὄντος τοῦ ἐπισκόπου τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι, ᾧ ἡ φροντὶς ἀνῆκεἀνήκει editi antiqi. προηγουμένως τῆς ἐκκλησίας· ὃν οὔτε αὐτὸν ἐλθεῖν πρὸς ἡμᾶς οἷόν τε, καὶ ἡμῖν ἀποδημήσεινἀποδημεῖν editi antiqi. τέως ὑπὸ τοῦ χειμῶνος οὐ ῥᾴδιον, μᾶλλον δὲ παντελῶς ἀδύνατον, οὐ μόνον καθότι τὸ σῶμά μοιμου E. Med. ὑπὸ μακρᾶς ἀρρωστίας ἀπείρηκεν, ἀλλʼ ὅτι καὶ αἱ τῶν Ἀρμενιακῶν ὀρῶν αἱαἱ om. E ὑπερβάσεις μικρὸν ὕστερον ἄβατοιἀδύνατοι E. γίνονται καὶ τοῖς πάνυ καθʼ ἡλικίαν σφριγῶσι. γράμματι δὲ αὐτῷ σημᾶναισημῆναι tres MSS. ταῦτα οὐ παραιτήσομαι. οὐ μέντοι προσδοκῶ τι ἐκ τῶν γραμμάτων ἀξιόλογον ἀποβήσεσθαι, τῆς τε τοῦ ἀνδρὸς ἀκριβείας στοχαζόμενος καὶ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν γραμμάτων· ὅτι οὐ πέφυκεν ἐναργῶς δύνασθαι δυσωπεῖν ὁ διαπεμπόμενος λόγος. πολλὰ γὰρ δεῖ εἰπεῖν, πολλὰ καὶ ἀντακοῦσαι, καὶ λῦσαι τὰ ὑποπίπτοντα, καὶ ἀνθυπενεγκεῖνἀντεπενεγκεῖν E. τὰ ὑφορμοῦντα, ὧν οὐδὲν δύναται ὁ ἐν τοῖς γράμμασι λόγος, ἀργὸς καὶ ἄψυχος ἐν τῷ χάρτῃ διερριμμένος. Πλὴν", + "candidate_score": 0.646988, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_12_14", + "bdc_text": "Hatt erbarm sich unser . Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1210", + "psc_text": "ἐκ τῆς συμπαθείας τῶν καθʼ ἡμᾶς λυπηρῶν ἣν συνεπαθήσατε ἡμῖν, ὡς ἐνδεδυμένοι σπλάγχνα οἰκτιρμοῦ, καθὼς ἀπήγγειλαν ἡμῖν οἱ προειρημένοι. καὶ γὰρ εἰ καὶ τὰ τραύματα ἡμῶν ὅμοια διαμένει, ἀλλʼ οὖν φέρει τινὰ ἡμῖνom. E. ῥᾳστώνην τὸ ἑτοίμουςἑτοίμως E. ἔχειν τοὺς ἰατρούς, δυναμένους, εἰ καιροῦ λάβοιντο, ταχεῖαν ἐπαγαγεῖνἐπάγειν editi antiqui. τῶν ἀλγημάτων τὴν ἴασιν. διὸ καὶ πάλιν ὑμᾶς διὰ τῶν ἀγαπητῶν καὶ προσφθεγγόμεθα καὶ παρακαλοῦμεν, εἰ μὲν δίδωσιν ὑμῖν ὁ Κύριος ἄδειαν τοῦ ὡςπρὸς E. Harl. ἡμᾶς ἀφικέσθαι,πορεύεσθαι tres alii MSS.; πορεύσεσθαι duo MSS. μὴ ὀκνῆσαι ἡμῶν τὴν ἐπίσκεψιν. ἐντολῆς γάρ ἐστι τῆς μεγίστης ἡ τῶν ἀσθενούντων ἐπίσκεψις. εἰ δὲ ὁ ἀγαθὸς Θεὸς καὶ σοφὸς τῆς ζωῆς ἡμῶν οἰκονόμος τὴν χάριν ταύτην εἰς ἕτερον καιρὸν ταμιεύεται,om. E. ἀλλʼ ἐπιστείλατε ἡμῖν ὅσα παρʼ ὑμῶν πρέπει γραφῆναι εἰς παράκλησιν μὲν τῶν θλιβομένων, διόρθωσιν δὲ τῶν συντετριμμένων. πολλὰ γὰρ ἤδη τὰ συντρίμματα τῆς Ἐκκλησίας γέγονε, καὶ πολλὴ ἡμῖν επʼ αὐτοῖς ἡ θλίψις· καὶ προσδοκία", + "candidate_score": 0.646297, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_30_32", + "bdc_text": "Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1210", + "psc_text": "ἐκ τῆς συμπαθείας τῶν καθʼ ἡμᾶς λυπηρῶν ἣν συνεπαθήσατε ἡμῖν, ὡς ἐνδεδυμένοι σπλάγχνα οἰκτιρμοῦ, καθὼς ἀπήγγειλαν ἡμῖν οἱ προειρημένοι. καὶ γὰρ εἰ καὶ τὰ τραύματα ἡμῶν ὅμοια διαμένει, ἀλλʼ οὖν φέρει τινὰ ἡμῖνom. E. ῥᾳστώνην τὸ ἑτοίμουςἑτοίμως E. ἔχειν τοὺς ἰατρούς, δυναμένους, εἰ καιροῦ λάβοιντο, ταχεῖαν ἐπαγαγεῖνἐπάγειν editi antiqui. τῶν ἀλγημάτων τὴν ἴασιν. διὸ καὶ πάλιν ὑμᾶς διὰ τῶν ἀγαπητῶν καὶ προσφθεγγόμεθα καὶ παρακαλοῦμεν, εἰ μὲν δίδωσιν ὑμῖν ὁ Κύριος ἄδειαν τοῦ ὡςπρὸς E. Harl. ἡμᾶς ἀφικέσθαι,πορεύεσθαι tres alii MSS.; πορεύσεσθαι duo MSS. μὴ ὀκνῆσαι ἡμῶν τὴν ἐπίσκεψιν. ἐντολῆς γάρ ἐστι τῆς μεγίστης ἡ τῶν ἀσθενούντων ἐπίσκεψις. εἰ δὲ ὁ ἀγαθὸς Θεὸς καὶ σοφὸς τῆς ζωῆς ἡμῶν οἰκονόμος τὴν χάριν ταύτην εἰς ἕτερον καιρὸν ταμιεύεται,om. E. ἀλλʼ ἐπιστείλατε ἡμῖν ὅσα παρʼ ὑμῶν πρέπει γραφῆναι εἰς παράκλησιν μὲν τῶν θλιβομένων, διόρθωσιν δὲ τῶν συντετριμμένων. πολλὰ γὰρ ἤδη τὰ συντρίμματα τῆς Ἐκκλησίας γέγονε, καὶ πολλὴ ἡμῖν επʼ αὐτοῖς ἡ θλίψις· καὶ προσδοκία", + "candidate_score": 0.644913, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15_17", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ; dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_650", + "psc_text": "γράψομέν γε εἰςπρός editi antiqi. τὸ ἐφεξῆς, εὐχόμενοι τῷ ἁγίῳ Θεῷ δοθῆναί σοι τὴν ἀμοιβὴν τῆς περὶ ἡμᾶς τιμῆς. ὑπὲρ δὲ τῆς Ἐκκλησίας προέλαβες ἡμῶν τὰς παρακλήσεις, πάντα ποιήσας ὅσα ἂν ἡμεῖς ἐπεζητήσαμεν. ποιεῖς δὲ οὐκ ἀνθρώποις χαριζόμενος, ἀλλὰ Θεῷ τῷ τιμήσαντί σε, ὃς τὰ μὲν ἔδωκεν ἐν τῇ νῦν ζωῇ ἀγαθά, τὰ δὲ δώσει ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι, ἀνθʼ ὧν μετὰ ἀληθείας ἐπορεύθης τὴν ὁδὸν αὐτοῦ, ἀκλινῆ τὴν καρδίαν ἐν τῇ ὀρθότητι τῆς πίστεως ἀπʼ ἀρχῆς εἰς τέλος διασωσάμενος. Βίκτορι ἀπὸ ὑπάτων Ὁσάκις ἂν ἡμῖν ὑπάρξῃ γράμμασιν ἐντυχεῖν τῆς κοσμιότητός σου, τοσαυτάκις χάριν ὁμολογοῦμεν τῷ Θεῷ, ὅτι διαμένεις καὶ μεμνημένος ἡμῶν καὶ ὑπʼ οὐδεμιᾶς διαβολῆς τὴν ἀγάπην ἐλαττῶν, ἣν ἅπαξ κρίσει τῇ ὀρθοτάτῃ ἢ συνηθείᾳ χρηστῇ ἀναλαβεῖν κατεδέξω. εὐχόμεθα οὖν τῷ ἁγίῳ Θεῷ καὶ σὲ διαμεῖναι ἐν τῇ ὁμοίᾳ πρὸς ἡμᾶς διαθέσει, καὶ ἡμᾶς ἀξίους εἶναι τῆς παρὰ σοῦ τιμῆς, ἣν τιμᾷς ἡμᾶς διὰ τοῦ γράμματος. Ἀσχολίῳ, ἐπισκόπῳ ΘεσσαλονίκηςἈσχολίῳ", + "candidate_score": 0.644233, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15_17", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ; dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_461", + "psc_text": "εὐθὺς τοῖς προλαβοῦσιν ἀπάγεσθαι, ἀλλὰ τὸ ἥμισυ τῆς ἀκροάσεως ἀκέραιον διασώζειν πρὸς ἀπολογίαν τῷ μὴ παρόντι. Εὐσεβίῳ, ἐπισκόπῳ Σαμοσατωι Πάλαι ἐπιστείλας τῇ θεοσεβείᾳ σου ἄλλων τέ τινων ἕνεκεν καὶ τοῦ συντυχεῖν ἡμᾶς ἀλλήλοις, διήμαρτον τῆς ἐλπίδος, οὐκ ἀφικομένων τῶν γραμμάτων εἰς τὰς χεῖρας τῆς σῆς τιμιότητος, τοῦ μακαρίου διακόνου Θεοφράστου δεξαμένου μὲν τὰ γράμματα ἡμῶν ἐπί τινα περιοδείαν ἀναγκαίως ἀποδημούντων,ἀποδημοῦντος editi antiqi. μὴ διαπεμψαμένου δὲ τῇ θεοσεβείᾳ, σου, τῷ προκαταληφθῆναι τῇ ἀρρωστίᾳ ὑφʼ ἧς ἐτελεύτησεν. ὅθεν τοσοῦτον ὕστερος ἦλθον τοῦ καιροῦ πρὸς τὸ γράφειν, ὥστε μηδὲ ὄφελός τι ἐλπίζειν ἐκ τῆς ἐπιστολῆς ἔσεσθαι ταύτης, εἰς στενὸν παντελῶς κατακλεισθέντος τοῦ χρόνου. ὁ γάρ τοι θεοφιλέστατος ἐπίσκοπος Μελέτιος καὶ Θεόδοτος ἐπέταξαν ἡμῖν πρὸς αὐτοὺς διαβῆναι, ἀγάπης τε ἐπίδειγμα τὴνσήν add. E. συντυχίαν ποιούμενοι, καί τινα καὶ διόρθωσιν γενέσθαι τῶν νῦν παραλυπούντων βουλόμενοι. ἀπέδειξάν τε ἡμῖν χρόνον μὲν τῆς συντυχίας τὰ μέσα τοῦ προσιόντος μηνὸς Ἰουνίου, τόπον δὲ ΦαργαμοῦνΦαρμαγοῦν E. τὸ χωρίον, ἐπίσημον", + "candidate_score": 0.644114, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15_17", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ; dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_405", + "psc_text": "τοῦ φοβεροῦ τούτου χειμῶνος παρὰ πάντων ὁμοίως τῶν καὶ κατὰ μικρὸν ἢ ἀκοῇ ἢ πείρᾳ γνωριζόντων τὴν τελειότητα σοῦ πιστεύῃ.πιστεύειν E. διὸ μὴ ἀνῇς καὶ προσευχόμενος ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν καὶ διεγείρων ἡμᾶς τοῖς γράμμασιν· ὧν εἰ ᾔδεις ὁπόσον ἐστὶ τὸ ὠφέλιμον, οὐκ ἄν ποτε παραπεσοῦσάν σοι γραμμάτων ἀφορμὴν πρὸς ἡμᾶς ὑπερέβης. εἰ δὲ καταξιωθείημεν τῇ συνεργίᾳ τῶν προσευχῶν τοῦ ἰδεῖν σε καὶ ἀπολαῦσαι τῶν ἐν σοὶ ἀγαθῶν, καὶ προσθεῖναι τῇ ἱστορίᾳ τοῦ ἡμετέρου βίου τὴν συντυχίαν τῆς μεγάλης σου ὄντως καὶ ἀποστολικῆς ψυχῆς, πάντως ἂν ἑαυτοῖςαὐτοῖς editi antiqi. ἐλογισάμεθα, ὧν ἐθλίβημενἐθλίβομαι editi antiqi. ἐν πάσῃ τῇ ζωῇ ἡμῶν, ἀντίρροπον παρὰ τῆς τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίας ἐσχηκέναι παραμυθίαν. Ἰννοκεντίῳ ἐπισκόπῳῬώμης add. absurde Clarom. Ὅσον εὐθύμησα δεξάμενος γράμματα τῆς ἀγάπης σου, τοσοῦτον ἐλυπήθην, ὅτι βάρος ἐπέθηκας ἡμῖν φροντίδος τῆς ὑπερβαινούσης ἡμᾶς. πῶς γὰρ δυνηθῶμεν ἀπὸ τοσούτου διαστήματος τοσαύτης ἡμεῖς οἰκονομίας περιγενέσθαι; ἕως μὲν γὰρ ὑμᾶς ἔχει ἡ Ἐκκλησία, ὡς ἰδίοις στηρίγμασιν ἐπαναπαύεται,", + "candidate_score": 0.643724, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_30_32", + "bdc_text": "Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_493", + "psc_text": "τί λυπούμεθα, ὡς καὶκαί om. E οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα; παρακλήθητι οὖν μὴ ὑποπεσεῖν τοῖς πάθεσιν, ἀλλὰ δεῖξαι ὅτι ὑπέρκεισαι καὶ ὑπερῆρας. Σαταλεῦσι πολίταις Ἐγὼ τάς τε ἰδίας ὑμῶν παρακλήσεις καὶ τὰς τοῦ λαοῦ παντὸς δυσωπηθείς, καὶ ἐδεξάμηνκατεδεξάμην Harl. τὴν φροντίδα τῆς καθʼ ὑμᾶς ἐκκλησίας, καὶ ὑπεσχόμην ὑμῖν ἐνώπιον Κυρίου μηδὲν ἐλλείψειν τῶν εἰς δύναμιν ἐμὴν ἡκόντων. διὸ ἠναγκάσθην, κατὰ τὸ γεγραμμένον,εἰρημένον Harl., Med. οἷον τῆς κόρης τοῦ ἐμοῦ ὀφθαλμοῦ ἅψασθαι. οὕτως τὸ ὑπέρβαλλον τῆς καθʼ ὑμᾶς τιμῆς οὐδενός μοι συνεχώρησεν εἰς μνήμην ἐλθεῖν, οὐ συγγενείας, οὐ τῆς ἐκ παιδὸς συνηθείας τῆς ὑπαρχούσης μοι πρὸς τὸν ἄνδρα, πρὸ τῶν παρʼ ὑμῶν αἰτηθέντων· ἀλλὰ πάντων μὲν τῶν ἰδίᾳ μοι ὑπαρχόντων πρὸς αὐτὸν εἰς οἰκειότητος λόγον ἐπιλαθόμενος, μὴ ὑπολογισάμενος δὲ μηδὲ τοῦ στεναγμοῦ τὸ πλῆθος, ὃ καταστενάξει μου ὁ λαὸς ὁ τὴν προστασίαν αὐτοῦ ζημιωθείς, μὴ πάσης αὐτοῦ τῆς συγγενείας τὸ δάκρυον, μὴ μητρὸς αὐτοῦ γηραιᾶς καὶ ἐπὶ μόνῃ τῇ παρʼ αὐτοῦ", + "candidate_score": 0.643384, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15_17", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ; dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_612", + "psc_text": "ἀναγκαίως ἐπὶ τὴν διὰ τοῦ γράμματος ἐπίσκεψιν ἦλθον, παρακαλῶν προηγουμένως μὲν ἐκτενεῖς τὰς ὑπὲρ ἐμοῦ ποιεῖσθαι ὑμᾶς δεήσεις, ἵνα καταξιωθῶ τὰς γοῦν λειπομένας ἡμέρας ἢ ὥρας δουλεῦσαι τῷ Κυρίῳ κατὰ τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασι��είας, ἔπειτα καὶ συγγνώμην ἔχειν μου τῇ ἀπολείψει καὶ τῇ βραδυτῆτι ταύτῃ τῶν γραμμάτων. μόλις γὰρ ηὐπορήσαμεν ἀνθρώπου τοῦ δυναμένου ἐξυπηρετήσασθαι ἡμῶν τῇ ἐπιθυμίᾳ· λέγομεν δὲ τὸν υἱὸν ἡμῶν Εὐγένιον τὸν μονάζοντα, δι’ οὗ παρακαλῶ εὔξασθαι ὑπὲρ ἡμῶν καὶ τῆς Ἐκκλησίας πάσης, καὶ ἀντιγράψαι ἡμῖν τὰ περὶ ὑμῶν, ἵνα γνόντες εὐθυμότερον διατεθῶμεν. Τῇ Ἀντιοχέων Ἐκκλησίᾳτῇ ἐκκλησίᾳ Ἀντιοχείας παραμυθητική E. Τίς δώσει μοι πτέρυγας, ὡσεὶ περιστερᾶς; καὶ πετασθήσομαιπετανθήσομαι Regius. πρὸς ὑμᾶς καὶ καταπαύσω τὸν πόθον ὃν ἔχω ἐπὶ τῇ συντυχίᾳ τῆς ὑμετέρας ἀγάπης. νυνὶ δὲ οὐχὶ πτερύγων ἐνδεῶς ἔχω μόνον, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ σώματος, πάλαι μέν μοι ὑπὸ μακρᾶς τῆςτῆς om. E ἀρρωστίας πεπονηκότος, νῦν δὲ ὑπὸ τῶν συνεχῶν θλίψεων παντελῶς συντετριμμένου. τίς γὰρ οὕτως ἀδαμάντινος τὴν", + "candidate_score": 0.643291, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_30_32", + "bdc_text": "Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1091", + "psc_text": "δεδιδαγμένους. κεφάλαιον δὲ τοῦ κακοῦ· οἱ λαοὶ τοὺς τῶν προσευχῶν καταλιπόντες οἴκους, ἐν ταῖς ἐρήμοις συνάγονται, θέαμα ἐλεεινόν· γυναῖκες, καὶ παιδία, καὶ γέροντες, καὶ οἱ ἄλλως ἀσθενεῖς, ἐν ὄμβροις λαβροτάτοις, καὶ νιφετοῖς καὶ ἀνέμοις καὶ παγετῷ τοῦ χειμῶνος, ὁμοίως δὲ καὶ ἐν θέρει ὑπὸ τὴν φλόγα τοῦ ἡλίου ἐν τῷ ὑπαίθρῳ ταλαιπωροῦντες. καὶ ταῦτα πάσχουσι διὰ τὸ τῆς πονηρᾶς ζύμης Ἀρείου γενέσθαι μὴ καταδέχεσθαι. Πῶς ἂν ὑμῖν ταῦτα λόγος ἐναργῶς παραστήσειεν, εἰ μὴ αὐτὴ ἡ πεῖρα καὶ ἡ διὰ τῶν ὀφθαλμῶν θέα κινήσειειν ὑμᾶς πρὸς συμπάθειαν; ὥστε παρακαλοῦμεν ὑμᾶς νῦν γοῦν χεῖρα ὀρέξαι ταῖς κατὰ τὴν ἀνατολὴν ἐκκλησίαις εἰς γόνυ κλιθείσαις ἤδη, καὶ ἀποστεῖλαί τινας τοὺς τῶν μισθῶν ὑπομιμνήσκοντας τῶν ἀποκειμένων ἐπὶ τῇ ὑπομονῇ τῶν ὑπὲρ Χριστοῦ παθημάτων. οὐ γὰρ τοσοῦτον ὁ συνήθης λόγος ἐνεργεῖν πέφυκεν, ὅσον ἡ ξένη φωνὴ ἐμποιεῖν τὴν παράκλησιν, καὶ ταῦτα παρὰ ἀνδρῶν γινομένη πανταχοῦ ἐπὶ τοῖς καλλίστοις τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι γνωριζομένων, ὁποίους ὑμᾶς ἡ", + "candidate_score": 0.643244, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_32_34", + "bdc_text": "Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd . Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten . Vergütig gott sehe uns an mitt sine gneden , und tröste alle küm beschte hertzenn , amen .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1099", + "psc_text": "περιωδυνίᾳ τινὶ κατεχόμενοι διὰ τῶν στεναγμῶν κουφίζειν πως τὰς ἀλγηδόνας πεφύκασι, τοῦτο καὶ ἡμεῖς ποιοῦμεν· οἷον ἀποσκευαζόμεθα τῆς λύπης τὸ βάρος, δι’ ὧν πρὸς τὴν ὑμετέραν ἀγάπην τὰς πολυειδεῖς ἡμῶν συμφορὰς ἐξαγγέλλομεν, εἴ πως ἄν, σφοδρότερον εἰς τὰς ὑπὲρ ἡμῶν προσευχὰς κινηθέντες, δυσωπήσητε τὸν Κύριον διαλλαγῆναι ἡμῖν. εἰ μὲν οὖν αἱ θλίψεις ἦσαν μόναι αἱ καταπονοῦσαι ἡμᾶς, κἂν συνεβουλεύσαμεν ἑαυτοῖς τὴν ἡσυχίαν ἄγειν, καὶ χαίρειν τοῖς ὑπὲρ Χριστοῦ παθήμασιν, ἐπειδὴ Οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆσεσθαι εἰς ἡμᾶς. νῦν δὲ φοβούμεθα, μήποτε αὐξανόμενον τὸ κακόν, ὥσπερ τις φλὸξ διὰ τῆς καιομένης ὕλης βαδίζουσα, ἐπειδὰν καταναλώσῃ τὰ πλησίον, ἅψηται καὶ τῶν πόρρω. ἐπινέμεται γὰρ τὸ κακὸν τῆς αἱρέσεως· καὶ δέος ἐστί, μὴ τὰς ἡμετέρας ἐκκλησίας καταφαγοῦσα, ἕρψῃ λοιπὸν καὶ ἐπὶ τὸ ὑγιαῖνον μέρος τῆς καθʼ ὑμᾶς παροικίας. τάχα μὲν οὖν διὰ τὸ παρʼ ἡμῖν πλεονάσαι τὴν ἁμαρτίαν, πρῶτοι παρεδόθημεν εἰς κατάβρωσιν τοῖς ὠμοφάγοις ὀδοῦσι τῶν", + "candidate_score": 0.643119, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15_17", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ; dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_175", + "psc_text": "προαιρῇ. τί οὖν ἐστὶν ὃ παρακαλῶ; φυλαχθῆναι αὐτῷ τὴν παλαιὰν ἀπογραφήν. καὶ γὰρ καὶ κάμνει οὐ μετρίως ἡμῖν ὑπηρετῶν πρὸς τὸν βίον διὰ τὸ ἡμᾶς, ὡς αὐτὸς ἐπίστασαι, μηδὲν κεκτῆσθαι ἴδιον, ἀλλὰ τοῖς τῶν φίλων καὶ συγγενῶν ἀρκεῖσθαι.κεῖσθαι E. ὡς οὖν ἐμὸν οἶκον, μᾶλλον δὲ ὡς ἑαυτοῦ, οὕτω θέασαι τὸν τοῦ ἀδελφοῦ τοῦδε· καὶ ἀντὶ τῆς εἰς αὐτὸν εὐποιίας παρέξει Θεὸς καὶ σοί, καὶ οἴκῳ, καὶ γένει παντί σου τὴν συνήθησυνήθηom. C, D. βοήθειαν.συνήθη βοήθειαν συνήθειαν E. γίνωσκε δέ μοι πάνυ ἐπιμελὲς εἶναι μηδὲν ἐκ τῆς ἐξισώσεως ἐπηρεασθῆναι τὸν ἄνθρωπον. Ἀνεπίγραφος, ὑπὲρ συντρόφου Ὑφορῶμαι λοιπὸν τῶν ἐπιστολῶν τὸ πλῆθος. βιαίως μέν, καὶ μὴ φέρων τὴν ἐπάχθειαν τῶν ἀπαιτούντων ἡμᾶς, ἐκφωνεῖν ἀναγκάζομαι· γράφω δʼ οὖν ὅμως, ἄλλον ἀπαλλαγῆς τρόπον ἐπινοεῖν οὐκ ἔχων, ἢ διδοὺς αὐτοῖς τὰς ἐπιστολὰς αἰτοῦσιν ἑκάστοτε παρʼ ἡμῶν. φοβοῦμαι τοίνυν μή, ἐπειδὴ πολλοὶ προσκομίζουσι γράμματα, εἶς τῶν πολλῶν νομισθῇ καὶ ὁ ἀδελφὸς ὁ δεῖνα. ἐγὼ γὰρ πολλοὺς φίλους", + "candidate_score": 0.642609, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15_17", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ; dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_325", + "psc_text": "πάντα γὰρ ὀδύνης τὰ τῇδε πεπλήρωται,πεπλήρωνται A, B. καὶ μόνη ἡμῖν ἐστιν ἀποστροφὴ τῶν δεινῶν ἡ τῆς σῆς ὁσιότητος ἔννοια· ἣν ἐναργεστέραν ἡμῖν ἐμποιεῖ ἡ διὰ τῶν πάσης σοφίας καὶ χάριτος πεπληρωμένων γραμμάτων σου ὁμιλία. ὥστε ὅταν λάβωμεν εἰς χεῖρας τὴν ἐπιστολήν σου, πρῶτον μὲν τὸ μέτρον αὐτῆς ἐπισκοποῦμεν, καὶ τοσοῦτον αὐτὴν ἀγαπῶμεν, ὅσῳπερ ἂν περισσεύῃ τῷ πλήθει. ἔπειταδὲ add. F. διεξίοντες, τῷ μὲν ἀεὶ προστυγχάνοντι τοῦ λόγου χαίρομεν, τῷ τέλει δὲ τῆς ἐπιστολῆς προσεγγίζοντες,κατεγγίζοντες E. δυσχεραίνομεν. οὕτω πᾶν ὅτιπερὅπερ E. ἂν εἴπῃς τοῖς γράμμασιν ἔνεστιν ἀγαθόν. ἀπὸ γὰρ ἀγαθῆς καρδίας ἀγαθόν ἐστι τὸ περισσεῦον. Εἰ δὲ καταξιωθείημεν ταῖς σαῖς προσευχαῖς, ἕως ἐσμὲν ἐπὶ γῆς, καὶ τῆς κατʼ ὀφθαλμοὺς συντυχίας, καὶ παρʼ αὐτῆς τῆς ζώσης φωνῆς λαβεῖν ὠφέλιμα διδάγματα, ἢ ἐφόδια πρός τε τὸν ἐνεστῶτα αἰῶνα καὶ τὸν μέλλοντα, τοῦτο ἂν μέγιστον τῶν ἀγαθῶν ἐκρίναμεν, καὶ προοίμιον τῆς παρὰ Θεοῦ εὐμενείας ἑαυτοῖς ἐτιθέμεθα. καὶ ἤδη γε τῆς ὁρμῆς εἰχόμεθα ταύτης,", + "candidate_score": 0.641479, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15_17", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ; dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1174", + "psc_text": "εἶδον αὐτοὺς προσιόντας μοι, ἐδιπλασίασα τὸ ἐπʼ αὐτοῖς φίλτρον. ὅτε δὲ ἀνέγνων τὴν ἐπιστολὴν καὶ εἶδον ἐν αὐτῇ ὁμοῦ μὲν τὸ περὶ τὰςτῆς editi antiqui. ἐκκλησίας προνοητικὸν τῆς σῆς διαθέσεως, ὁμοῦ δὲ τὸ περὶ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν θείων γραφῶν ἐπιμελές, ηὐχαρίστησα τῷ Κυρίῳ, καὶ ἐπηυξάμην τὰ ἀγαθὰ τοῖς τὰ τοιαῦτα ἡμῖν διακομίζουσι γράμματα, καὶ πρό γε αὐτῶν αὐτῷ τῷ γράψαντι ἡμῖν. Ἐπεζήτησας τὸ πολυθρύλλητον ἐκεῖνο, καὶ παρὰ πᾶσιν ἄνω καὶ κάτω περιφερόμενον ῥητόν, τίνα τὴνom. E. λύσιν ἔχει· τό, Πᾶς ὁ ἀποκτείνας Κάϊν ἑπτὰ ἐκδικούμενα παραλύσει. διὰ τούτου δὲ τέως μὲν αὐτὸς σεαυτὸν συνέστησας, τὸ τοῦ Τιμοθέουποιῶν add. E. editi antiqui. ὃ παρέδωκεν αὐτῷ Παῦλος, ἀκριβῶς φυλάττοντα, δῆλος γὰρ εἶ προσέχων τῇ ἀναγνώσει· ἔπειτα καὶ ἡμᾶς τοὺς γέροντας καὶ νεναρκηκότας ἤδη καὶ τῷ χρόνῳ καὶ τῇ ἀσθενείᾳ τοῦ σῶματος καὶ τῷ πλήθει τῶν θλίψεων, αἳ πολλαὶ νῦν περὶ ἡμᾶς κινηθεῖσαι ἐβάρησανἐβάρυναν E. ἡμῶν τὴν ζωήν, ὅμως διανέστησας, καὶ ζέων τῷ", + "candidate_score": 0.63865, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15_17", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ; dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1173", + "psc_text": "οἶδα γὰρ ὅτι ἄνδρες τὸν πεπονημένον προελόμενοι βίον, καὶ ἀεὶ διὰ τῶν χειρῶν ἑαυτοῖς τὰ ἀναγκαῖα συμποριζόμενοι, πολὺν ἀποδημεῖν χρόνον τῶν ἰδίων οὐ δύνανται. ἀλλʼ ὅπουπερ ἂν ἦτε, μέμνησθε ἡμῶν. καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ ἡμῶν,ὑπὲρ ἡμῶν om. Vat., Coisl. sec., Reg. sec. ἵνα αὐτοὶ γοῦν πρὸς ἑαυτοὺς εἰρήνην ἔχωμεν καὶ πρὸς τὸν Θεόν, μηδεμιᾶς τοῖς λογισμοῖς ἡμῶν ταραχῆς ἐνοικούσης. Ὀπτίμῳ ἐπισκόπῳ Καὶ ἄλλως μὲνom. E. ἡδέως ὁρῶν τοὺς ἀγαθοὺς παῖδας διά τε τὸ ὑπὲρ τὴν ἡλικίαν τῶν ἠθῶν εὐσταθὲς καὶ διὰ τὸ πρὸς τὴν σὴν εὐλάβειαν οἰκεῖον, ἀφʼ οὗ τι καὶ μέγα προσδοκᾷν ἔστιν ἐπʼ αὐτοῖς, ἐπειδὴ καὶ μετὰ γραμμάτων σῶν εἶδον αὐτοὺς προσιόντας μοι, ἐδιπλασίασα τὸ ἐπʼ αὐτοῖς φίλτρον. ὅτε δὲ ἀνέγνων τὴν ἐπιστολὴν καὶ εἶδον ἐν αὐτῇ ὁμοῦ μὲν τὸ περὶ τὰςτῆς editi antiqui. ἐκκλησίας προνοητικὸν τῆς σῆς διαθέσεως, ὁμοῦ δὲ τὸ περὶ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν θείων γραφῶν ἐπιμελές, ηὐχαρίστησα τῷ Κυρίῳ, καὶ ἐπηυξάμην τὰ ἀγαθὰ τοῖς τὰ τοιαῦτα", + "candidate_score": 0.638083, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15_17", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ; dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_491", + "psc_text": "ὁδὸν ἐπὶ πολλῇ τῶν καθʼ ἡμᾶς ἐκκλησιῶν ζημίᾳ παρεσκεύασε, διὰ γραμμάτων ἐπισκέψασθαί σου τὴν σεμνότητα προεθυμήθημεν, ὑπομιμνήσκοντες, ὅτι αἱ θλίψεις αὗται οὐκ ἀργῶς τοῖς δούλοις τοῦ Θεοῦ παρὰ τοῦ ἐπισκοποῦντος ἡμᾶς Κυρίου γίνονται, ἀλλὰ ἐπὶ δοκιμασίᾳ τῆς ἀληθινῆς πρὸς τὸν κτίσαντα ἡμᾶς Θεὸν ἀγάπης. ὡς γὰρ τοὺς ἀθλητὰς οἱ τῶν ἀγώνων κάματοι τοῖς στεφάνοις προσάγουσιν, οὕτω καὶ τοὺς Χριστιανοὺς ἡ ἐν τοῖςαὐτοῖς add. editi antiqi. πειρασμοῖς δοκιμασία πρὸς τὴν τελείωσιν ἄγει, ἐὰν μετὰ τῆς πρεπούσης ὑπομονῆς ἐν εὐχαριστίᾳ πάσῃ τὰ οἰκονομούμενα παρὰ τοῦ Κυρίου καταδεξώμεθα. Ἀγαθότητι Δεσπότου διοικεῖται τὰ πάντα. οὐδὲν τῶν συμβαινόντων ἡμῖν ὡς λυπηρὸν ὑποδέχεσθαι χρή, κἂν πρὸς τὸ παρὸν ἅπτηται τῆς ἀσθενείας ἡμῶν. εἰ γὰρ καὶ τοὺς λόγους ἀγνοοῦμεν, καθʼ οὓς ἕκαστον τῶν γινομένωνγιγνομένων E. ὡς καλὸν παρὰ τοῦ Δεσπότου ἡμῖν ἐπάγεται, ἀλλʼ ἐκεῖνο πεπεῖσθαι ὀφείλομεν, ὅτι πάντως συμφέρει τὸ γινόμενον ἢ ἡμῖν διὰ τὸν τῆς ὑπομονῆς μισθὸν ἢ τῇ παραληφθείσῃ ψυχῇ, ἵνα μή, ἐπὶ πλέον τῇ", + "candidate_score": 0.638031, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_973", + "psc_text": "δὴ βοηθείας καὶ κοινωνίας ἀγαπητικῆς σιωπῶ, ἵνα μὴ δόξω ἢ ἄπιστα λέγων ἐμαυτὸν διαβάλλειν, ἢ πιστευόμενος μισανθρωπίας ἀφορ��ὴν τοῖς πιστεύουσιν ἐμποιεῖν. ὃ καὶ ἐμοὶ μικροῦ συνέβη, εἰ μή με ταχὺ προκατελάβοντο οἱ οἰκτιρμοὶ τοῦ Θεοῦ. μικροῦ γὰρ εἰς τὴν κατὰ πάντων ἐξέπεσον ὑποψίαν, οὐδὲν ἡγούμενος εἶναι παρʼ οὐδενὶ πιστόν, ἐκ τῶν δολερῶν τραυμάτων τὴν ψυχὴν πεπληγμένος. ἀλλʼ ὅμως ἐδόκει τέως εἶναί τι ἡμῖν σχῆμα τῆς πρὸς αὐτοὺς συνηθείας. καὶ προσβολαὶ μὲν ἐγένοντο ἡμῖν περὶ δογμάτων καὶ ἅπαξ καὶ δίς· καὶ ἐδόξαμεν μὴ διακρίνεσθαι συμφωνήσαντες. ὡς δὲ ηὕρισκον μὲν ἡμᾶς τὰς αὐτὰς ἀφιέντας φωνὰς περὶ τῆς εἰς Θεὸν πίστεως, ἃς παρὰ πάντα τὸν χρόνον ἤκουσαν παρʼ ἡμῶν. εἰ γὰρ καὶ τἄλλα ἡμῶν στεναγμῶν ἄξια, ἀλλʼ οὖν ἕν γε τοῦτο τολμῶ καυχᾶσθαι ἐν Κυρίῳ, ὅτι οὐδέποτε πεπλανημένας ἔσχον τὰς περὶ Θεοῦ ὑπολήψεις, ἢ ἑτέρως φρονῶν μετέμαθον ὕστερον. ἀλλʼ ἣν ἐκ παιδὸς ἔλαβον ἔννοιαν περὶ Θεοῦ παρὰ τῆς μακαρίας μητρός μου καὶ τῆς", + "candidate_score": 0.637788, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_7_9", + "bdc_text": "Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken . Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_973", + "psc_text": "δὴ βοηθείας καὶ κοινωνίας ἀγαπητικῆς σιωπῶ, ἵνα μὴ δόξω ἢ ἄπιστα λέγων ἐμαυτὸν διαβάλλειν, ἢ πιστευόμενος μισανθρωπίας ἀφορμὴν τοῖς πιστεύουσιν ἐμποιεῖν. ὃ καὶ ἐμοὶ μικροῦ συνέβη, εἰ μή με ταχὺ προκατελάβοντο οἱ οἰκτιρμοὶ τοῦ Θεοῦ. μικροῦ γὰρ εἰς τὴν κατὰ πάντων ἐξέπεσον ὑποψίαν, οὐδὲν ἡγούμενος εἶναι παρʼ οὐδενὶ πιστόν, ἐκ τῶν δολερῶν τραυμάτων τὴν ψυχὴν πεπληγμένος. ἀλλʼ ὅμως ἐδόκει τέως εἶναί τι ἡμῖν σχῆμα τῆς πρὸς αὐτοὺς συνηθείας. καὶ προσβολαὶ μὲν ἐγένοντο ἡμῖν περὶ δογμάτων καὶ ἅπαξ καὶ δίς· καὶ ἐδόξαμεν μὴ διακρίνεσθαι συμφωνήσαντες. ὡς δὲ ηὕρισκον μὲν ἡμᾶς τὰς αὐτὰς ἀφιέντας φωνὰς περὶ τῆς εἰς Θεὸν πίστεως, ἃς παρὰ πάντα τὸν χρόνον ἤκουσαν παρʼ ἡμῶν. εἰ γὰρ καὶ τἄλλα ἡμῶν στεναγμῶν ἄξια, ἀλλʼ οὖν ἕν γε τοῦτο τολμῶ καυχᾶσθαι ἐν Κυρίῳ, ὅτι οὐδέποτε πεπλανημένας ἔσχον τὰς περὶ Θεοῦ ὑπολήψεις, ἢ ἑτέρως φρονῶν μετέμαθον ὕστερον. ἀλλʼ ἣν ἐκ παιδὸς ἔλαβον ἔννοιαν περὶ Θεοῦ παρὰ τῆς μακαρίας μητρός μου καὶ τῆς", + "candidate_score": 0.635043, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1210", + "psc_text": "ἐκ τῆς συμπαθείας τῶν καθʼ ἡμᾶς λυπηρῶν ἣν συνεπαθήσατε ἡμ���ν, ὡς ἐνδεδυμένοι σπλάγχνα οἰκτιρμοῦ, καθὼς ἀπήγγειλαν ἡμῖν οἱ προειρημένοι. καὶ γὰρ εἰ καὶ τὰ τραύματα ἡμῶν ὅμοια διαμένει, ἀλλʼ οὖν φέρει τινὰ ἡμῖνom. E. ῥᾳστώνην τὸ ἑτοίμουςἑτοίμως E. ἔχειν τοὺς ἰατρούς, δυναμένους, εἰ καιροῦ λάβοιντο, ταχεῖαν ἐπαγαγεῖνἐπάγειν editi antiqui. τῶν ἀλγημάτων τὴν ἴασιν. διὸ καὶ πάλιν ὑμᾶς διὰ τῶν ἀγαπητῶν καὶ προσφθεγγόμεθα καὶ παρακαλοῦμεν, εἰ μὲν δίδωσιν ὑμῖν ὁ Κύριος ἄδειαν τοῦ ὡςπρὸς E. Harl. ἡμᾶς ἀφικέσθαι,πορεύεσθαι tres alii MSS.; πορεύσεσθαι duo MSS. μὴ ὀκνῆσαι ἡμῶν τὴν ἐπίσκεψιν. ἐντολῆς γάρ ἐστι τῆς μεγίστης ἡ τῶν ἀσθενούντων ἐπίσκεψις. εἰ δὲ ὁ ἀγαθὸς Θεὸς καὶ σοφὸς τῆς ζωῆς ἡμῶν οἰκονόμος τὴν χάριν ταύτην εἰς ἕτερον καιρὸν ταμιεύεται,om. E. ἀλλʼ ἐπιστείλατε ἡμῖν ὅσα παρʼ ὑμῶν πρέπει γραφῆναι εἰς παράκλησιν μὲν τῶν θλιβομένων, διόρθωσιν δὲ τῶν συντετριμμένων. πολλὰ γὰρ ἤδη τὰ συντρίμματα τῆς Ἐκκλησίας γέγονε, καὶ πολλὴ ἡμῖν επʼ αὐτοῖς ἡ θλίψις· καὶ προσδοκία", + "candidate_score": 0.634222, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_22_24", + "bdc_text": "dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest. mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf . viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_121", + "psc_text": "παραῤῥιπτομένων ἢ ἀμελουμένων, ἂν οὕτω τύχῃ, παρορᾷν. ὅτι οὐ δεῖ οὔτε αὐτὸν ἑαυτοῦ κύριον εἶναί τινα, ἀλλʼ ὡς ὑπὸ Θεοῦ παραδεδομένον εἰς δουλείαν τοῖς ὁμοψύχοις ἀδελφοῖς,ἀδελφοῖςom. C, D. οὕτω καὶ φρονεῖν πάντα καὶ ποιεῖν, ἕκαστον δὲ ἐν τῷ ἰδίῳ τάγματι. Ὅτι οὐ δεῖ γογγύζειν, οὔτε ἐν τῇ στενοχωρίᾳ τῶν πρὸς τὴν χρείαν οὔτε ἐν τῷ καμάτῳ τῶν ἔργων, ἐχόντων τὸ κρίμα περὶ ἑκάστου τῶν ἐπιτεταγμένων τὴν τούτων ἐξουσίαν. ὅτι οὐ δεῖ κραυγὴν γίνεσθαι, οὔτε ἄλλο τι σχῆμα ἢ κίνημα ἐν ᾧ χαρακτηρίζεται θυμός, ἢ μετεωρισμὸς ἀπὸ τῆς πληροφορίας τοῦ παρεῖναι. τὸν Θεόν. ὅτι δεῖ τῇ χρείᾳ συμμετρεῖν τὴν φωνήν. ὅτι οὐ δεῖ θρασέωςτραχέως C, D. ἢ καταφρονητικῶς τινὶ ἀποκρίνεσθαι ἢ ποιεῖν τι, ἀλλʼ ἐν πᾶσι τὸ ἐπιεικὲς καὶ τὸ τιμητικὸν πρὸς πάντας δεικνύειν. ὅτι οὐ δεῖ ἐννεύειν ὀφθαλμῷ μετὰ δόλου, ἢ ἄλλῳ τινὶ σχήματι ἢ κινήματι μέλους κεχρῆσθαι, ὃ λυπεῖ τὸν ἀδελφὸν ἢ καταφρόνησιν ἐμφαίνει. Ὅτι οὐ δεῖ καλλωπίζεσθαι ἐν", + "candidate_score": 0.633077, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_22_24", + "bdc_text": "dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest. mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf . viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_893", + "psc_text": "οὐχὶ διδόντες; τί δὲ οὐχ ὑπισχνούμενοι; ὅμως κατασχεῖν ἡμᾶς οὐκ ἠδυνήθησαν. πῶς οὖν ὁ τότε καλούμενος οὐχ ὑπακούων, νῦν ἐπεχείρουν ἂν ἄκλητος εἰσωθίζεσθαι; πῶς δὲ ὁ τοὺς ἐπαινοῦντάς με καὶ θαυμάζοντας ἀποφεύγων, ἔμελλον ἂν νῦν διώκειν τοὺς διαβάλλοντας; μὴ οἰηθῆτε, ὦ ἄριστοι· οὐχ οὕτως εὔωνα τὰ ἡμέτερα. οὔτε γὰρ ἄν τις ἀκυβερνήτου πλοίου σωφρονῶν ἐπιβαίη, οὔτε ἐκκλησίᾳ παραβάλοι, ᾗ τὸν κλύδωνα καὶ τὴν ζάλην αὐτοὶ οἱ ἐπὶ τῶν οἰακῶν καθεζόμενοι ἐμποιοῦσι. πόθεν γὰρ γέγονε θορύβου πλήρης ἡ πόλις, ὅτε οἱ μὲν ἔφευγον, οὐδενὸς διώκοντος, οἱ δὲ ὑπεξῄεσαν, οὐδενὸς ἐπιόντος· χρησμολόγοι δὲ καὶ ὀνειροσκόποι πάντες ἐμορμολύττοντο; πόθεν ἄλλοθεν ταῦτα; ἢ οὐχὶ καὶ παιδὶ γνώριμον, ὅτι ἐκ τῶν ἡγουμένων τοῦ πλήθους; ὧν τὰς αἰτίας τῆς ἔχθρας ἐμοὶ μὲν οὐκ εὐπρεπὲς λέγειν, ὑμῖν δὲ συνορᾷν καὶ πάνυ ῥᾴδιον. ὅταν γὰρ ἡ μὲν πικρία καὶ ἡ διάστασις μηδεμίαν ἔχοι ὑπερβολὴν εἰς χαλεπότητα, ἡ δὲ τῆς αἰτίας ἐξήγησις ἀνυπόστατος παντελῶς καὶ καταγέλαστος ᾖ, δῆλόν ἐστι", + "candidate_score": 0.632875, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_952", + "psc_text": "τὴν πρώτην μικραί εἰσι καὶ εὐθεράπευτοι, προϊόντος δὲ τοῦ χρόνου ὑπὸ φιλονεικίας αὐξανόμεναι, εἰς ἀνίατον παντελῶς ἐκπίπτειν πεφύκασι. διὸ ὥρμησα πρὸς τὴν διὰ τοῦ γράμματος τοῦδε παράκλησιν. εἰ μὲν ἦν δυνατόν, αὐτὸς ἂν παρεγενόμην, καὶ δι’ ἐμαυτοῦ ἱκέτευσα ὑμᾶς· ἐπειδὴ δὲ τοῦτο οἱ καιροὶ οὐκ ἐπιτρέπουσι, τὴν ἐπιστολὴν ταύτην ἀνθʼ ἱκετηρίας ὑμῖν προτείνομεν, ἵνα αἰδεσθέντες ἡμῶν τὰς παρακλήσεις καταλύσητε πᾶσαν τὴν πρὸς ἀλλήλους φιλονεικίαν, καὶ ταχέως μοι διαπέμψησθε τὴν ἀγαθὴν ἀγγελίαν, ὅτι ἀφήκατε ἀλλήλοις τὰς μέμψεις. Ἐκεῖνο γὰρ εἰδέναι βούλομαι τὴν σύνεσιν ὑμῶν, ὅτι ἐκεῖνος μέγας παρὰ Θεῷ, ὁ ταπεινοφρόνως ὑποκατακλιθεὶς τῷ πλησίον καὶ ἀνεπαισχύντως ἐφʼ ἑαυτὸν ἀναδεξάμενος τὰ ἐγκλήματα, κἂν μὴ ἀληθῆ ᾖ, ὑπὲρ τοῦ τὸ μέγα ὄφελος τὴν εἰρήνην χαρίσασθαι τῇ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ. γενέσθω οὖν ἐν ὑμῖν ἅμιλλα ἀγαθή, τίς πρῶτος καταξιθωῇ υἱὸς Θεοῦ κληθῆναι, διὰ τῆς εἰρηνοποιίας ἑαυτῷ τὸ ἀξίωμα τοῦτο περιποιησάμενος. ἐπέστειλε δὲ καὶ ὁ θεοφιλέστατος ἐπίσκοπος ὑμῖν τὰ πρέποντα, καὶ ἐπιστελεῖ πάλιν τὰ ἐπιβάλλοντα", + "candidate_score": 0.632727, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_7_9", + "bdc_text": "Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken . Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_534", + "psc_text": "τὰ δὲ ἐφεξῆς, πάνυ βούλομαι πληροφορεῖσθαί σου τὴν εὐλάβειαν, ὅτι τοῦ Θεοῦ συγχωροῦντος ῥᾷστα ἡμῖν προσχωρήσει, τοῦ πράγμ��τος καὶ ἐννόμου ὄντος καὶ οὐδὲν ἔχοντος βαρύ, καὶ τῶν φίλων ἡμῶν πολλῶνπολλῶν om. Vat., Med. ἑτοίμως χαριζομένων, ὄντων ἐν τῷ στρατοπέδῳ. τυπωθήσεται οὖν παρʼ ἡμῶν δέησις, κατὰ τὴν ὁμοιότητα τοῦ προσδοθέντος λιβέλλου τῷ βικαρίῳ, ἐν ᾗ ἐὰν μή τις γένηται παρολκή, εὐθέως ἀποπεμψόμεθα τὴν ἐκ τοῦ γράμματοςπράγματος E. ἄδειαν παρεχόμενοι. πέπεισμαι δὲ ἐν τοιούτοις μεῖζον τῶν βασιλικῶν προσταγμάτων τὴν προαίρεσιν ἡμῶν ἰσχύειν, ἣν ἐὰν ἄτρεπτον καὶ ἀκλινῆ ἐκ τοῦ κατὰ τὴν ἀκμὴν βίου ἐπιδειξώμεθα, ἀνεπιχείρητος ἡμῖν καὶ ἄσυλος διὰ τῆς τοῦ Θεοῦ βοηθείας τῆς παρθενίας ἡ φυλακὴ εἴη. Τὸν δὲ ἐγχειρισθέντα ἡμῖν παρὰ σοῦ ἀδελφὸν καὶ ἐθεασάμεθα ἡδέως, καὶ ἔχομεν ἐν τοῖς γνωρίμοις, εὐχόμενοι ἄξιον εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς σῆς μαρτυρίας. Ἰοβίνῳ, ἐπισκόπῳ Πέρρης Ἔχω σε χρεώστην ὀφλήματος ἀγαθοῦ. ἐδάνεισα γάρ σοι χρέος ἀγάπης, ὃ χρή με ἀπολαβεῖν σὺν τόκῳ, ἐπειδὴ", + "candidate_score": 0.631599, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_16_18", + "bdc_text": "Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ; dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben . Es möchte villicht ein und der ander brürten sich ettwas anderer gstalt ( doch zugetragen habenn .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_931", + "psc_text": "ὃς οὖν ἐκ τῶν γραμμάτων οὕτως ἐγενόμην ἡδίων, εἰκάζειν ὀφείλεις πόσου ἀξίαν ποιοῦμαι τὴν συντυχίαν σου, ἣν οἰκονομήσειεν ὁ ἅγιος γενέσθαι, ὅπου ἀνεπαχθὲς ᾖ καὶ αὐτὸς ἡμᾶς προσκαλέσῃ. καὶ γὰρ οὐ χαλεπόν μοι, εἰ καταλάβοις τὸν οἶκον τὸν ἐπὶ τῆς Εὐφημιάδος, γενέσθαι ὁμοῦ, τά τε ὧδε ὀχληρὰ διαφεύγοντι, καὶ πρὸς τὴν ἀνυπόκριτόν σου ἀγάπην ἐπειγομένῳ. τάχα δέ μοι καὶ ἄλλως ἀναγκαίαν ποιεῖ τὴν μέχρι Ναζιανζοῦ ὁδὸν ἡ ἀθρόα τοῦ θεοφιλεστάτου ἐπισκόπου Γρηγορίου ἀναχώρησις, μετὰ ποίας αἰτίας γενομένη ἀγνοουμένη μέχρι τοῦ νῦν. ὁ δὲ ἄνθρωπος, περὶ οὗ κἀγὼ ἤμην διαλεχθεὶς τῇ τελειότητί σου, καὶ αὐτὸς νῦν ἤλπισας ἕτοιμον εἶναι, γίνωσκε ὅτι μακρᾷ ἀρρωστίᾳ περιπεσών, καὶ κάμνων λοιπὸν περὶ αὐτὰς τὰς ὄψεις ἐκ τοῦ παλαιοῦ πάθους καὶ τῆς ἔναγχος αὐτῷ ἐπισυμβάσης νόσου, παντελῶς ἄχρηστος πρὸς τὰς τυχούσας ἐνεργείας ἀπέμεινεν. ἄλλος δὲ οὐκ ἔστι παρʼ ἡμῖν. ὥστε βέλτιον, εἰ καὶ ἡμῖν ἐπέτρεψαν τὸ πρᾶγμα, ἀλλʼ οὖν ἐξ αὐτῶν ἐκείνων τινὰ προβληθῆναι. καὶ γὰρ", + "candidate_score": 0.631449, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_43", + "bdc_text": "Aber ich vermören des beschafftig anß ein et nostri Bullingero , etc. D .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_648", + "psc_text": "βουλόμεθα.βουλώμεθα editi antiqi. ἐγὼ δὲ τοῖς μὲν πράγμασι τὴν γνώμην συγκατατίθεσθαισυμμετατίθεσθαι Harl., Reg. primus, et Vat. οὐ καταδέχομαι, τὸ δὲ ἀβουλήτως τινὰς ποιεῖν τι τῶν ἀναγκαίων οὐκ ἀποδοκιμάζω. οὔτε γὰρ ὑμῖν τοῖς ἰατροῖς τὸ καίειν τὸν ἄρρωστον ἢ ἄλλως ποιεῖν ἀλγεῖν βουλητόν· ἀλλʼ οὖν καταδέχεσθε πολλάκις τῇ δυσχερείᾳ τοῦ πάθους ἑπόμενοι· οὔτεοὔτε οἵ τε E. οἱ πλέοντες ἑκουσίως ἐκβάλλουσι τὰ ἀγώγιμα, ἀλλʼ ὥστε διαφυγεῖν τὰ ναυάγια ὑφίστανται τὴν ἐκβολήν, τὸν ἐν πενίᾳ βίον τοῦ ἀποθανεῖν προτιμῶντες. ὥστε καὶ ἡμᾶς οἴου ἀλγεινῶς μὲν καὶ μετὰ μυρίων ὀδυρμῶν φέρειν τὸν χωρισμὸν τῶν ἀφισταμένων, φέρειν δʼ οὖν ὅμως· ἐπειδὴ τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἐπʼ αὐτὸνἐπʼ αὐτὸν ἑαυτῶν E. ἐλπίδος οὐδὲν τοῖς τῆς ἀληθείας ἐρασταῖς προτιμότερον. Οὐΐκτορι στρατηλάτῃ Ἄλλῳ μέν τινι μὴ ἐπιστέλλων, τάχα ἂν δεξαίμην δικαίως ἔγκλημα ῥᾳθυμίας ἢ λήθης. σοῦ δὲ πῶς ἔστιν ἐπιλαθέσθαι, οὗ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις λαλεῖται τὸ ὄνομα; πῶς δὲ καταρρᾳθυμῆσαι,οὗ παρὰ...καταρρᾳθυμῆσαιom. E. ὃς πάντων σχεδὸν τῶν κατὰ τὴν", + "candidate_score": 0.631217, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_22_24", + "bdc_text": "dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest. mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf . viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_256", + "psc_text": "γενειάδα ἔμβροχον καθωμάλιζες. καὶ τί με δεῖ καταλέγειν ἕκαστα; μνήσθητι ὅσα ἁγίων στόματα φιλήματι κατησπάσω, ὅσα ἱερὰ σώματα περιεπτύξω, ὅσοι σου τὰς χεῖρας ὡς ἀχράντους περιέθαλπον, ὅσοι δοῦλοι Θεοῦ, ὥσπερ λάτρεις, ὑπέδραμον τοῖς γόνασί σου περιπλεκόμενοι. Καὶ τούτων τὸ τέλος τί; μοιχικῆς φήμης διαβολή, βέλους ὀξύτερον διιπταμένη, τιτρώσκει ἡμῶν τὰς ἀκοάς, ἀκμαιοτέρῳ κέντρῳ τὰ σπλάγχνα ἡμῶν διανύττουσα. τίς ἡ τοῦ γόητοςτοῦ γόητοςom. E. τοσαύτη ἔντεχνος ποικιλία εἰς τοσοῦτόντοῦτο C, D. σε περιήγαγεν ὀλέθριον σκέλισμα; ποῖα πολύπλοκα τοῦ διαβόλου δίκτυα περισφίγξαντά σε, τὰς τῆς ἀρετῆς ἐνεργείας ἀκινήτους ἀπήλεγξε;ἀπήλεγξαν C, D. ποῦ μοι τὰ διηγήματα τῶν σῶν πόνων; οἴχεται. ἆρα γὰρ ἀπιστῆσαι ἄξιον; καὶ πῶς οὐχὶ ἐκ τῶν ἐναργῶν καὶ τὰ τέως ἀφανῆ εἰς πίστιν δεξόμεθα; εἰ τὰς τῷ Θεῷ προσφυγούσαςπροσφευγούσας F. ψυχὰς φρικτοῖς ὅρκοις κατέκλεισας· ὁπότε παρατετηρημένωςπαρατετηρημένος C, D. τοῦ ναὶ καὶ τοῦ οὒ τὸ περιττὸνπερισσὸν δὲ C, D, E. τῷ διαβόλῳ προσνενέμηται.προσνέμων C, D, F; προσνέμειν A. Ὁμοῦ τοίνυν καὶ", + "candidate_score": 0.631216, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_402", + "psc_text": "σου σπουδὴ περὶ τὸν αἰδεσιμώτατον ἑταῖρον ἡμῶν Ἐλπίδιον, ὅπως τῇ συνήθει σεαυτοῦ συνέσει ἔδωκας καιρὸν φιλανθρωπίας τῷ ἄρχοντι. ταύτην οὖν τὴν χάριν νῦν σε τελειῶσαι παρακαλοῦμενπαρακαλῶ μέν editi antiqi. διὰ τοῦ γράμματος, καὶ ὑπομνῆσαι τὸν ἄρχοντα οἰκείῳ προστάγματι ἐπὶ τῆς πατρίδος ἡμῶν καταστῆναι τὸν ἄνδρα πᾶσαν σχεδὸν τὴν φροντίδα τῶν δημοσίων ἐξηρτημένον. ὥστε πολλὰς ἕξεις καὶ εὐπροσώπους ὑποβάλλειν προφάσεις τῷ ἄρχοντι, ἐξ ὧν ἀναγκαίως ἐπιμένειν αὐτὸν τῇ πατρίδι ἡμῶν προστάξει. οἷα δὲ τὰ ἐνταῦθα, καὶ ὅσου ἄξιος τοῖς πράγμασιν ὁ ἀνήρ, πάντως οὐδὲν δεήσῃ παρʼ ἡμῶν διδαχθῆναι, αὐτὸς τῇ ἑαυτοῦ συνέσει ἀκριβῶς ἐπιστάμενος. Εὐσταθίῳ,Ἐὐσταθίῳ tantum habent E et Harl. ἐπισκόπῳ Σεβαστείας Καὶ πρὸ τοῦ δέχεσθαι τὰ γράμματα, ᾔδειν τὸν πόνον ὃν ἔχεις ὑπὲρ πάσης ψυχῆς, ἐξαιρέτως δὲ ὑπὲρ τῆς ἡμετέρας ταπεινώσεως, διὰ τὸ προβεβλῆσθαι ἐν τῷ ἀγῶνι τούτῳ· καὶ δεξάμενοςδέ add. E. editi antiqi. παρὰ τοῦ αἰδεσιμωτάτου Ἐλευσινίου τὰ γράμματα, καὶ αὐτὴν αὐτοῦ τὴν παρουσίαν θεασάμενος, ἐδόξασα τὸ θεῖοντὸ θεῖον", + "candidate_score": 0.631129, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1354", + "psc_text": "γὰρ ποιούμεθα τοῦom. E. ὄχλον ἡμῶν τὸ γράμμα φέρειν τῇ τιμιότητί σου, τὸ μὴ δέχεσθαι ἐφʼ οἷς ἂν ἑκάστοτε γράφομενγράφωμεν Med. et duo MSS. τὰς ἀποκρίσεις. πάλιν δὲ εἰς ἑτέραν μεθίστησι διάνοιαν ἡ ἔννοια τοῦ πλήθους τῶν περὶ σὲ πραγμάτων, καὶ συγγνώμην ἔχομεν τῷ τοσαῦτα διὰ χειρὸς ἔχοντι ἐπιλανθανομένῳ ἡμῶν, ὧν οὐδὲ εἰ πᾶσα ἦν σχολὴ καὶ ἡσυχία, διὰ τὸ ταπεινὸν τοῦ βίου μεμνῆσθαι ῥᾴδιον. Σὲ μὲν οὖν ὁ ἅγιοςΘεὸς add. Vat. et Clar. καὶ ἐπὶ μείζονα τῆς περιφανείας ἀγάγοι καὶ τῇ παρούσῃ λαμπρότητι συντηρήσοι τῇ ἑαυτοῦ χάριτι· ἡμεῖς δὲ πᾶσαν πρόφασιν ἀμειβόμεθα γράμμασιν, οὐχ ἥκιστα δὲ τὴν παροῦσαν διὰ τόνδε, ὃν καὶ παρακατατιθέμεθά σοι καὶ ἀξιοῦμεν λαβεῖν τινα αὐτὸν τῆς τῶν γραμμάτων ἡμῶνἡμῖν E. διακονίας αἴσθησιν. Βασιλείου, ἀνεπίγραφος, ὑπὲρ πατριώτου Τοὺς ἐκ τῆς πατρίδος ἡμῶν ἀφικομένους συνίστησί σοι αὐτὸτὸ add. E. τῆς πατρίδος δίκαιον, εἰ καὶ ὅτι τῇ τοῦ τρόπου χρηστότητι πάντας ὑπὸ τὴν ἑαυτοῦ ἄγεις πρόνοιαν τοὺς ὁπωσοῦν", + "candidate_score": 0.628703, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_405", + "psc_text": "τοῦ φοβεροῦ τούτου χειμῶνος παρὰ πάντων ὁμοίως τῶν καὶ κατὰ μικρὸν ἢ ἀκοῇ ἢ πείρᾳ γνωριζόντων τὴν τελειότητα σοῦ πιστεύῃ.πιστεύειν E. διὸ μὴ ἀνῇς καὶ προσευχόμενος ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν καὶ διεγείρων ἡμᾶς τοῖς γράμμασιν· ὧν εἰ ᾔδεις ὁπόσον ἐστὶ τὸ ὠφέλιμον, οὐκ ἄν ποτε παραπεσοῦσάν σοι γραμμάτων ἀφορμὴν πρὸς ἡμᾶς ὑπερέβης. εἰ δὲ καταξιωθείημεν τῇ συνεργίᾳ τῶν προσευχῶν τοῦ ἰδεῖν σε καὶ ἀπολαῦσαι τῶν ἐν σοὶ ἀγαθῶν, καὶ προσθεῖναι τῇ ἱστορίᾳ τοῦ ἡμετέρου βίου τὴν συντυχίαν τῆς μεγάλης σου ὄντως καὶ ἀποστολικῆς ψυχῆς, πάντως ἂν ἑαυτοῖςαὐτοῖς editi antiqi. ἐλογισάμεθα, ὧν ἐθλίβημενἐθλίβομαι editi antiqi. ἐν πάσῃ τῇ ζωῇ ἡμῶν, ἀντίρροπον παρὰ τῆς τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίας ἐσχηκέναι παραμυθίαν. Ἰννοκεντίῳ ἐπισκόπῳῬ��μης add. absurde Clarom. Ὅσον εὐθύμησα δεξάμενος γράμματα τῆς ἀγάπης σου, τοσοῦτον ἐλυπήθην, ὅτι βάρος ἐπέθηκας ἡμῖν φροντίδος τῆς ὑπερβαινούσης ἡμᾶς. πῶς γὰρ δυνηθῶμεν ἀπὸ τοσούτου διαστήματος τοσαύτης ἡμεῖς οἰκονομίας περιγενέσθαι; ἕως μὲν γὰρ ὑμᾶς ἔχει ἡ Ἐκκλησία, ὡς ἰδίοις στηρίγμασιν ἐπαναπαύεται,", + "candidate_score": 0.628403, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_694", + "psc_text": "ἐπειδὴ γράμματα μὲν ἦλθεν ἐκ τῆςγῆς E, Harl., Med., Reg. primus, Vat., Bigot. alter. μακρόθεν, ἀνθοῦντα τῷ τῆς ἀγάπης κάλλει, μάρτυς δὲ ἡμῖν ἐπεδήμησεν ἐκ τῶν ἐπέκεινα Ἴστρου βαρβάρων, δι’ ἑαυτοῦ κηρύσσων τῆς ἐκεῖ πολιτευομένης πίστεως τὴν ἀκρίβειαν. τίς ἂν τὴν ἐπὶ τούτοις εὐφροσύνην τῶν ψυχῶν ἡμῶν διηγήσαιτο;διηγήσηται E. τίς ἂν ἐπινοηθείη δύναμις λόγου ἐναργῶς ἐξαγγεῖλαι τὴν ἐν τῷ κρυπτῷ τῆς καρδίας ἡμῶν διάθεσιν δυναμένη; ὅτε μέντοι εἴδομεν τὸν ἀθλητήν, ἐμακαρίσαμεν αὐτοῦ τὸν ἀλείπτην, ὃς παρὰ τῷ δικαίῳ κριτῇ τὸν τῆς δικαιοσύνης στέφανον καὶ αὐτὸς ἀπολήψεται, πολλοὺς εἰς τὸν ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας ἐπιρρώσας ἀγῶνα. Ἐπεὶ δὲ καὶ τοῦ μακαρίου ἀνδρὸς Εὐτυχοῦς εἰς μνήμην ἡμᾶς ἤγαγες, καὶ ἐσέμνυνας ἡμῶν τὴν πατρίδα ὡς αὐτὴν παρασχομένην τῆς εὐσεβείας τὰ σπέρματα, εὔφρανας μὲν ἡμᾶς τῇ ὑπομνήσει τῶν παλαιῶν, ἐλύπησας δὲ τῷ ἐλέγχῳ τῶν ὁρωμένων. οὐδεὶς γὰρ ἡμῶν Εὐτυχεῖ τὴν ἀρετὴν παραπλήσιος, οἵ γε τοσοῦτον ἀπέχομεν βαρβάρους ἐξημερῶσαι τῇ δυνάμει τοῦ Πνεύματος καὶ τῇ ἐνεργείᾳ", + "candidate_score": 0.626976, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_325", + "psc_text": "πάντα γὰρ ὀδύνης τὰ τῇδε πεπλήρωται,πεπλήρωνται A, B. καὶ μόνη ἡμῖν ἐστιν ἀποστροφὴ τῶν δεινῶν ἡ τῆς σῆς ὁσιότητος ἔννοια· ἣν ἐναργεστέραν ἡμῖν ἐμποιεῖ ἡ διὰ τῶν πάσης σοφίας καὶ χάριτος πεπληρωμένων γραμμάτων σου ὁμιλία. ὥστε ὅταν λάβωμεν εἰς χεῖρας τὴν ἐπιστολήν σου, πρῶτον μὲν τὸ μέτρον αὐτῆς ἐπισκοποῦμεν, καὶ τοσοῦτον αὐτὴν ἀγαπῶμεν, ὅσῳπερ ἂν περισσεύῃ τῷ πλήθει. ἔπειταδὲ add. F. διεξίοντες, τῷ μὲν ἀεὶ προστυγχάνοντι τοῦ λόγου χαίρομεν, τῷ τέλει δὲ τῆς ἐπιστολῆς προσεγγίζοντες,κατεγγίζοντες E. δυσχεραίνομεν. οὕτω πᾶν ὅτιπερὅπερ E. ἂν εἴπῃς τοῖς γράμμασιν ἔνεστιν ἀγαθόν. ἀπὸ γὰρ ἀγαθῆς καρδίας ἀγαθόν ἐστι τὸ περισσεῦον. Εἰ δὲ καταξιωθείημεν ταῖς σαῖς προσευχαῖς, ἕως ἐσμὲν ἐπὶ γῆς, καὶ τῆς κατʼ ὀφθαλμοὺς συντυχίας, καὶ παρʼ αὐτῆς τῆς ζώσης φωνῆς λαβε��ν ὠφέλιμα διδάγματα, ἢ ἐφόδια πρός τε τὸν ἐνεστῶτα αἰῶνα καὶ τὸν μέλλοντα, τοῦτο ἂν μέγιστον τῶν ἀγαθῶν ἐκρίναμεν, καὶ προοίμιον τῆς παρὰ Θεοῦ εὐμενείας ἑαυτοῖς ἐτιθέμεθα. καὶ ἤδη γε τῆς ὁρμῆς εἰχόμεθα ταύτης,", + "candidate_score": 0.626784, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_7_9", + "bdc_text": "Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken . Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_972", + "psc_text": "πληροφορίαν τὸ παχὺ ἱμάτιον, καὶ ἡ ζώνη, καὶ τῆς ἀδεψήτου βύρσης τὰ ὑποδήματα. καὶ πολλῶν ἀπαγόντων με τῆς πρὸς αὐτοὺς συνηθείας, οὐκ ἠνειχόμην, ὁρῶν αὐτοὺς τοῦ ἀπολαυστικοῦ βίου τὸν καρτερικὸν προτιμῶντας· καὶ διὰ τὸ παρηλλαγμένον τῆς πολιτείας ζηλοτύπως εἶχον πρὸς αὐτούς. ὅθεν οὐδὲ τὰς περὶ τῶν δογμάτων διαβολὰς προσιέμην, καίτοι πολλῶν διαβεβαιουμένων μὴ ὀρθὰς ἔχειν περὶ Θεοῦ τὰς ὑπολήψεις, ἀλλὰ τῷ προστάτῃ τῆς νῦν αἱρέσεως μαθητευθέντας, τὰ ἐκείνου λάθρα κατασπείρειν διδάγματα· ὧν ἐπειδὴ οὐδέποτε αὐτήκοος ἐγενόμην, συκοφάντας ἡγούμην τοὺς ἀπαγγέλλοντας. ἐπεὶ δὲ λοιπὸν ἐκλήθημεν εἰς τὴν προστασίαν τῆς ἐκκλησίας, τοὺς μὲν παραδοθέντας ἡμῖν φύλακας καὶ σκοπευτὰς τοῦ βίου ἐν προσποιήσει δὴ βοηθείας καὶ κοινωνίας ἀγαπητικῆς σιωπῶ, ἵνα μὴ δόξω ἢ ἄπιστα λέγων ἐμαυτὸν διαβάλλειν, ἢ πιστευόμενος μισανθρωπίας ἀφορμὴν τοῖς πιστεύουσιν ἐμποιεῖν. ὃ καὶ ἐμοὶ μικροῦ συνέβη, εἰ μή με ταχὺ προκατελάβοντο οἱ οἰκτιρμοὶ τοῦ Θεοῦ. μικροῦ γὰρ εἰς τὴν κατὰ πάντων ἐξέπεσον ὑποψίαν, οὐδὲν ἡγούμενος εἶναι παρʼ οὐδενὶ πιστόν, ἐκ", + "candidate_score": 0.626643, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_23_25", + "bdc_text": "mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf . viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd . Gott verlych uns allen unsere mißethat .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1334", + "psc_text": "οὐχ ὅτι ἐχωρίσθημεν ἀνδρὸς τοιούτου, δυσχεραίνειν ὀφείλομεν· ἀλλʼ ὅτι τῆς πρὸς τὸν τοιοῦτον ἄνδρα συνοικήσεως κατηξιώθημεν, εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ, οὗ πᾶσα σχεδὸν ἡ Ῥωμαϊκὴ ἀρχὴ τῆς ζημίας ἐπῄσθητο,ἐπῄσθετο Regius sec., Clarom., et Bigot. ὃν καὶ ὁ βασιλεὺς ἀνεκαλέσατο, καὶ στρατιῶται ὠδύραντο καὶ οἱ ἐπὶ τῶν μεγίστων ἀξιωμάτων ὡς γνήσιον υἱὸν κατεπένθησαν. Ἐπεὶ οὖν κατέλιπέ σοι τὴν μνήμην τῆς οἰκείας αὐτοῦἑαυτοῦ Med. ἀρετῆς, ἀρκοῦσαν νόμιζε ἔχειν παραμυθίαν τοῦ πάθους. ἔπειτα καὶ ἐκεῖνο εἰδέναι σε βούλομαι, ὅτι ὁ μὴ ὑποπεσὼν ταῖς θλίψεσιν, ἀλλὰ διὰ τῆς πρὸς Θεὸν ἐλπίδος τῆς λύπης τὸ βάρος ὑπενεγκών, μεγάλην ἔχει παρὰ τῷ Θεῷ τῆς ὑπομονῆς τὴν ἀντίδοσιν. οὐδὲ γὰρ ἴσα τοῖς ��ξωθεν ἐπετράπημεν λυπεῖσθαι ἐπὶ τοῖς κεκοιμημένοις παρὰ τῆς νομοθεσίας τοῦ ἀποστόλου. ἔστωσαν καὶ οἱ παῖδές σου ὥσπερ εἰκόνες ἔμψυχοι, τὴν ἀπουσίαν τοῦ ποθουμένου παραμυθούμενοι. ὥστε ἡ περὶ τὴν τεκνοτροφίαν ἀσχολία ἀπαγέτω σου τὴν ψυχὴν ἀπὸ τῶν λυπηρῶν· καὶ μεριμνῶσα δὲ περὶ τοῦ πῶς εὐαρέστως τῷ Κυρίῳ", + "candidate_score": 0.626428, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_760", + "psc_text": "ἡ γάρ ἐπάνοδος φυλακὴ ἔσται τοῦ ὅρκου. τὸ δὲ εἶξαι αὐτὸν τῇ οἰκονομίᾳ εἰς ἐπιορκίαν αὐτῷ οὐ λογισθήσεται, διὰ τὸ μὴ προσκεῖσθαι τῷ ὅρκῳ, μηδὲ πρὸς βραχὺ ἀναχωρήσειν Μινδάνων, ἀλλὰ παραμενεῖν εἰς τὸ ἐφεξῆς. Σευήρῳ δὲ προφασιζομένῳ τὴν λήθην ἡμεῖς συγχωρήσομεν, εἰπόντες, ὅτι τῶν κρυπτῶν γνώστης οὐ περιόψεται τὴν ἑαυτοῦ Ἐκκλησίαν ὑπὸ τοιούτου λυμαινομένην, ποιοῦντος μὲν ἀκανονίστως τὸ ἐξ ἀρχῆς, ὅρκῳ δὲ καταδεσμοῦντος παρὰ τὰ εὐαγγέλια, παρορκεῖν δὲ διδάσκοντος δι’ ὧν μετετέθη, ψευδομένου δὲ νῦν δι’ ὧν τὴν λήθην σχηματίζεται. ἐπειδὴ δὲ οὐκ ἐσμὲν καρδιῶν κριταί, ἀλλʼ ἐξ ὧν ἀκούομεν κρίνομεν, δῶμεν τῷ Κυρίῳ τὴν ἐκδίκησιν, αὐτοὶ δὲ ἀδιακρίτως αὐτὸν δεξώμεθα, συγγνώμην δόντες ἀνθρωπίνῳ πάθει τῇ λήθῃ. Ὁ δὲ τὸν ἀκούσιον ποιήσας φόνον ἀρκούντως ἐξεπλήρωσε τὴν δίκην ἐν τοῖς ἕνδεκα ἔτεσι. δῆλον γὰρ ὅτι ἐπὶ τῶν πληγέντων τὰ Μωυσέως παρατηρήσομεν· καὶ τὸν κατακλιθέντα μὲν ἐπὶ τῶν πληγῶν ἃς ἔλαβε, βαδίσαντα δὲ πάλιν ἐπὶ τῇ ῥάβδῳ αὐτοῦ, οὐ λογισόμεθα πεφονεῦσθαι. εἰ", + "candidate_score": 0.62605, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_718", + "psc_text": "εὐαγγελικοῦ ἔχεται βίου. τὸ ἐν ἐγκρατείᾳ εὔτονον, τὸ ἐν προσευχαῖς φιλόπονον, τὸ ἐν φιλαδελφίᾳ συμπαθές, τὸ πρὸς τοὺς δεομένους κοινωνικόν,τὸ πρὸς τοὺς δεομένους κοινωνικόν om. E τὸ τοῦ φρονήματος καταβεβλημένον, ὁ συντριμμὸς τῆς καρδίας,τὸ πρὸς τοὺς δεομένους κοινωνικόν add. E. τὸ τῆς πίστεως ὑγιές, τὸ ἐν σκυθρωπότητι ὁμαλόν, μηδέποτε τῆς ἐννοίας ἡμῶν λειπούσης τοῦ φοβεροῦ καὶ ἀπαραιτήτου δικαστηρίου τὴν μνήμην πρὸς ὃ ἐπειγόμεθα μὲν ἅπαντες, μέμνηνται δὲ αὐτοῦ καὶ τὴν ἀπʼ αὐτοῦ ἔκβασιν ἀγωνιῶσιν ἐλάχιστοι. Πρὸς ἐλευθέραν Ἐγώ, καὶ πάνυ βουλόμενος συνεχῶς ἐπιστέλλειν τῇ εὐγενείᾳ ὑμῶν, ἐπέσχονἀπέσχον editi antiqi. ἐμαυτὸν ἀεί, μήπως δόξω τινὰς ὑμῖν πειρασμοὺς ἐπεγείρειν διὰ τοὺς φιλέχθρωςφιλεχθῶς editi antiqi. πρὸς ἡμᾶς διακειμένους καί, ὡς ἀκούω, μέχρι καὶ τούτων τὴν ἔχθραν ἐλαύνοντας, ὥστε πολυπραγμο��εῖνφιλοπραγμονεῖν E, Harl. εἴ πού τις καὶ γράμμα ἡμέτερον δέχοιτο. ἐπειδὴ δὲ αὐτή, καλῶς ποιοῦσα, κατῆρξας τοῦ γράμματος καὶ ἐπέστειλας ἡμῖν ἃὡς E. ἐχρῆν περὶ τῶν κατὰ τὴντήν om. E ψυχήν σου πραγμάτων ἀνακοινουμένη, προετράπην", + "candidate_score": 0.62578, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_759", + "psc_text": "κατὰ λεπτὸν ἐν τοῖς ῥήμασι προσθήκας· ὡς ἐὰν μηδεμία ᾖ μηδαμόθεν παραμυθία, χρὴ παντελῶς ἐᾷν τοὺς τοιούτους. τὸ μέντοι κατὰ Σευῆρον πρᾶγμα, ἤτοι τὸν ὑπὸ τούτου χειροτονηθέντα πρεσβύτερον, τοιαύτην τινά μοι δοκεῖ παραμυθίαν ἔχειν, εἰ καὶ σοι συνδοκεῖ. τὸν ἀγρὸν ἐκεῖνον τὸν ὑποκείμενον τῇ Μηστείᾳ, ᾧ ἐπεκηρύχθη ὁ ἄνθρωπος, κέλευσον Οὐασόδοις ὑποτελεῖν· οὕτω γὰρ κἀκεῖνος οὐ παρορκήσει μὴ ἀναχωρῶν τοῦ τόπου· καὶ ὁ Λογγῖνος, ἔχων τὸν Κυριακὸν μεθʼ ἑαυτοῦ, οὐκ ἐρημώσει τὴν ἐκκλησίαν, οὐδὲ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν διὰ τὴς ἀργίας καταδικάσει. καὶ ἡμεῖς δόξομεν μὴ παρὰ κανόνας ποιεῖν τι, συμπεριφερόμενοι τῷ Κυριακῷ, ὀμόσαντι μὲν συμπαραμένειν Μινδανοῖς, καταδεξαμένῳ δὲ τὴν μετάθεσιν. ἡ γάρ ἐπάνοδος φυλακὴ ἔσται τοῦ ὅρκου. τὸ δὲ εἶξαι αὐτὸν τῇ οἰκονομίᾳ εἰς ἐπιορκίαν αὐτῷ οὐ λογισθήσεται, διὰ τὸ μὴ προσκεῖσθαι τῷ ὅρκῳ, μηδὲ πρὸς βραχὺ ἀναχωρήσειν Μινδάνων, ἀλλὰ παραμενεῖν εἰς τὸ ἐφεξῆς. Σευήρῳ δὲ προφασιζομένῳ τὴν λήθην ἡμεῖς συγχωρήσομεν, εἰπόντες, ὅτι τῶν κρυπτῶν γνώστης οὐ περιόψεται τὴν ἑαυτοῦ", + "candidate_score": 0.6255, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_332", + "psc_text": "Ἐκαρτέρησα ὡς ἡ τίκτουσα, ἀεὶ μὲν ἐπιθυμῶν ἢ συντυχίας ἢ λόγων,λόγου E. ἀεὶ δὲ ἀποτυγχάνων διὰ τὰς ἁμαρτίας τὰς ἐμαυτοῦ. οὐ γὰρ δὴ ἄλλην τινὰ αἰτίαν ἔχω τοῖς γινομένοις ἐπινοεῖν,εἰπεῖν duo MSS. πλήν γε δὴ τοῦ πεπεῖσθαι παλαιῶν ἁμαρτημάτων ἐκτιννύειν δίκας, ἐν τῷ χωρισμῷ τῆς ἀγάπης σου· εἰ δὴ καὶ ὀνομάζειν χωρισμὸν ὅσιον ἐπὶ σοῦ καὶ οὑτινοσοῦν τῶν τυχόντων, μὴ ὅτι γε ἡμῶν, οἷς ἐξ ἀρχῆς ἐν πατρὸς γέγονας χώρᾳ. Ἀλλʼ ἡ ἁμαρτία μου νῦν, οἷα νεφέλη βαθεῖά τις ἐπισχοῦσα, πάντων ἐκείνων ἄγνοιαν ἐνεποίησεν. ὅταν γὰρ ἀπίδω, πλὴν τοῦ ἐμοὶ λύπην τὸ γινόμενον φέρειν, μηδὲν ἕτερον ἐξ αὐτοῦ κατορθούμενον,κατορθούμενον, πῶς οὐχί κατορθούμενος, πῶς οὐκ editi antiqi. πῶς οὐχὶ εἰκότως ταῖς ἐμαυτοῦ κακίαις ἀνατίθημι τὰ παρόντα; ἀλλʼ εἴτε ἁμαρτίαι τῶν συμβάντων αἰτίαι, τοῦτό μοι πέρας ἔστω τῶν δυσχερῶν· εἴτε τιτό add. editi; om. E. οἰκονομούμενον ἦν, ἐξεπληρώθη πάντως τὸ σπουδαζόμενον. οὐ γὰρ ὀλίγος ὁ τῆς ζημίας χρόνος. διό, μηκέτι στέγων, πρῶτος", + "candidate_score": 0.625488, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_612", + "psc_text": "ἀναγκαίως ἐπὶ τὴν διὰ τοῦ γράμματος ἐπίσκεψιν ἦλθον, παρακαλῶν προηγουμένως μὲν ἐκτενεῖς τὰς ὑπὲρ ἐμοῦ ποιεῖσθαι ὑμᾶς δεήσεις, ἵνα καταξιωθῶ τὰς γοῦν λειπομένας ἡμέρας ἢ ὥρας δουλεῦσαι τῷ Κυρίῳ κατὰ τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας, ἔπειτα καὶ συγγνώμην ἔχειν μου τῇ ἀπολείψει καὶ τῇ βραδυτῆτι ταύτῃ τῶν γραμμάτων. μόλις γὰρ ηὐπορήσαμεν ἀνθρώπου τοῦ δυναμένου ἐξυπηρετήσασθαι ἡμῶν τῇ ἐπιθυμίᾳ· λέγομεν δὲ τὸν υἱὸν ἡμῶν Εὐγένιον τὸν μονάζοντα, δι’ οὗ παρακαλῶ εὔξασθαι ὑπὲρ ἡμῶν καὶ τῆς Ἐκκλησίας πάσης, καὶ ἀντιγράψαι ἡμῖν τὰ περὶ ὑμῶν, ἵνα γνόντες εὐθυμότερον διατεθῶμεν. Τῇ Ἀντιοχέων Ἐκκλησίᾳτῇ ἐκκλησίᾳ Ἀντιοχείας παραμυθητική E. Τίς δώσει μοι πτέρυγας, ὡσεὶ περιστερᾶς; καὶ πετασθήσομαιπετανθήσομαι Regius. πρὸς ὑμᾶς καὶ καταπαύσω τὸν πόθον ὃν ἔχω ἐπὶ τῇ συντυχίᾳ τῆς ὑμετέρας ἀγάπης. νυνὶ δὲ οὐχὶ πτερύγων ἐνδεῶς ἔχω μόνον, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ σώματος, πάλαι μέν μοι ὑπὸ μακρᾶς τῆςτῆς om. E ἀρρωστίας πεπονηκότος, νῦν δὲ ὑπὸ τῶν συνεχῶν θλίψεων παντελῶς συντετριμμένου. τίς γὰρ οὕτως ἀδαμάντινος τὴν", + "candidate_score": 0.625222, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_7", + "bdc_text": "Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_973", + "psc_text": "δὴ βοηθείας καὶ κοινωνίας ἀγαπητικῆς σιωπῶ, ἵνα μὴ δόξω ἢ ἄπιστα λέγων ἐμαυτὸν διαβάλλειν, ἢ πιστευόμενος μισανθρωπίας ἀφορμὴν τοῖς πιστεύουσιν ἐμποιεῖν. ὃ καὶ ἐμοὶ μικροῦ συνέβη, εἰ μή με ταχὺ προκατελάβοντο οἱ οἰκτιρμοὶ τοῦ Θεοῦ. μικροῦ γὰρ εἰς τὴν κατὰ πάντων ἐξέπεσον ὑποψίαν, οὐδὲν ἡγούμενος εἶναι παρʼ οὐδενὶ πιστόν, ἐκ τῶν δολερῶν τραυμάτων τὴν ψυχὴν πεπληγμένος. ἀλλʼ ὅμως ἐδόκει τέως εἶναί τι ἡμῖν σχῆμα τῆς πρὸς αὐτοὺς συνηθείας. καὶ προσβολαὶ μὲν ἐγένοντο ἡμῖν περὶ δογμάτων καὶ ἅπαξ καὶ δίς· καὶ ἐδόξαμεν μὴ διακρίνεσθαι συμφωνήσαντες. ὡς δὲ ηὕρισκον μὲν ἡμᾶς τὰς αὐτὰς ἀφιέντας φωνὰς περὶ τῆς εἰς Θεὸν πίστεως, ἃς παρὰ πάντα τὸν χρόνον ἤκουσαν παρʼ ἡμῶν. εἰ γὰρ καὶ τἄλλα ἡμῶν στεναγμῶν ἄξια, ἀλλʼ οὖν ἕν γε τοῦτο τολμῶ καυχᾶσθαι ἐν Κυρίῳ, ὅτι οὐδέποτε πεπλανημένας ἔσχον τὰς περὶ Θεοῦ ὑπολήψεις, ἢ ἑτέρως φρονῶν μετέμαθον ὕστερον. ἀλλʼ ἣν ἐκ παιδὸς ἔλαβον ἔννοιαν περὶ Θεοῦ παρὰ τῆς μακαρίας μητρός μου καὶ τῆς", + "candidate_score": 0.625078, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_16_18", + "bdc_text": "Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ; dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben . Es möchte villicht ein und der ander brürten sich ettwas anderer gstalt ( doch zugetragen habenn .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_374", + "psc_text": "Χριστιανῶν, εἶτα οἰόμενος αὐτῷ σεμνότητά τινα φέρειν τὸ ἡμῖν συνανατρίβεσθαι, ἅ τε οὐκ ἤκουσε κατασκευάζει, καὶ ἃ μὴ ἐνόησεν ἐξηγεῖται, θαυμαστὸν οὐδέν. ἀλλʼ ἐκεῖνο θαυμαστὸν καὶ παράδοξον, ὅτι τούτων ἀκροατὰς ἔχει τοὺς γνησιωτάτους μοι τῶν παρʼ ὑμῖν ἀδελφῶν, καὶ οὐκ ἀκροατὰς μόνον, ἀλλὰ καὶ μαθητάς, ὡς ἔοικεν. εἴ γεγάρ E. καὶ ἄλλως ἦν παράδοξον τοιοῦτον μὲν εἶναι τὸν διδάσκοντα,τοιούτους δὲ τοὺς ἀνεχομένους add. editi antiqi. ἐμὲ δὲ τὸν διασυρόμενον, ἀλλʼ οὖν τῶν καιρῶν ἡ καταστροφὴ ἐπαίδευσεν ἡμᾶς πρὸς μηδὲν δυσκολαίνειν. πάλαι γὰρ τὰ τούτων ἀτιμότερα συνήθη ἡμῖν γέγονε διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν. ἐγὼ τοίνυν, εἰ μὲν οὐδέπω τοῖς αὐτοῦ ἀδελφοῖς δέδωκα πεῖραν τῆς ἐμαυτοῦ περὶ τὸν Θεὸν αἱρέσεως,προαιρέσεως Harl., Vat., et Clarom. οὐδὲ νῦν ἔχω τι ἀποκρίνασθαι· οὓς γὰρ οὐκ ἔπεισεν ὁ μακρὸς χρόνος, πῶς συμπείσει ἐπιστολὴ βραχεῖα; εἰ δὲ ἐκεῖνα αὐτάρκη, λῆροι νομιζέσθωσαν τὰ παρὰ τῶν διαβαλλόντων. πλήν γε ὅτι, ἐὰν ἐπιτρέψωμεν στόμασιν ἀχαλινώτοις καὶ καρδίαις ἀπαιδεύτοις λαλεῖν περὶ", + "candidate_score": 0.625055, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1303", + "psc_text": "φρονήσει τῶν λοιπῶν ὑπερέχοντα, λελογισμένως τὴν χάριν δέξασθαι, καὶ πιστὸν φύλακα γενέσθαι τοῦ θησαυροῦ, πάσῃ ἐπιμελείᾳ τηροῦντα τῆς βασιλικῆς παρακαταθήκης τὴν φυλακήν, ἵνα ἄσυλον τὴν σφραγῖδα διασωσάμενος παραστῇς τῷ Κυρίῳ ἐκλάμπων ἐν τῇ λαμπρότητι τῶν ἁγίων, μηδένα σπῖλον ἢ ῥυτίδα ἐμβαλὼνἐπιβάλλων quinque MSS. τῷ καθαρῷ τῆς ἀφθαρσίας ἐνδύματι, ἀλλʼ ἐν πᾶσι τοῖς μέλεσι τὸν ἁγιασμὸν διασώζων, ὡς Χριστὸν ἐνδυσάμενος. ὅσοι γάρ, φησίν, εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. ἔστω οὖν πάντα τὰ μέλη ἅγια, ὥστε πρέποντα εἶναι σκέπεσθαι τῷ ἁγίῳ καὶ φωτεινῷ περιβλήματι. Ἰουλιανῷἠθικὴ πάνυ ὡραία a beautiful moral letter add. E et Med. Πῶς σοι τὸν ἐν μέσῳ τοῦτον χρόνον τὸ σῶμα ἔσχεν; εἰ καθαρῶς ἀπέλαβες τῆς χειρὸς τὴν ἐνέργειαν; πῶς δὲ τὰ λοιπὰ τοῦ βίου πράγματα; εἰ κατὰ γνώμην χωρεῖ σοι, ὥσπερ εὐχόμεθα καὶ ὡς ἔστιν ὀφειλόμενον τῇ σῇ προαιρέσει; καὶ γὰρ οἷς μὲν εὔκολος πρὸς μεταβολὴν ἡ διάνοια, τούτοις οὐδὲν ἀπεικὸς καὶ τὸν βίον εἶναι μὴ τεταγμένον, οἷς", + "candidate_score": 0.624732, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_990", + "psc_text": "ταύτην ὡς γέγραπται παρʼ ἐμοῦ, ἀλλὰ μεταποιηθεῖσαν, ὑπὸ τίνων δὲ ὁ Θεὸς οἶδε· γνωρίσατε αὐτόθεν τὴν ἀδικίαν, ὅτι οὐδεὶς ἐν ἐπισκοπῇ ὢν ἐγκαλεῖται, εἴ τι κατὰ ἀδιαφορίαν ἐν τῷ λαϊκῷ βίῳ ἀπαρατηρήτως ἔγραψε, καὶ τοῦτο μηδὲ περὶ πίστεως, ἀλλὰ ψιλὸν γράμμα φιλικὴν ἔχον προσηγορίαν. τάχα δὲ κἀκεῖνοι φαίνονται καὶ Ἕλλησι καὶ Ἰουδαίοις γράψαντες καὶ μὴ ἔχοντες ἔγκλημα. μέχρι γὰρ σήμερον οὐδεὶς ἐκρίθη ἐπὶ τοιούτῳ πράγματι, ἐφʼ ᾧ ἡμεῖς καταδικαζόμεθα παρὰ τῶν διυλιζόντων τοὺς κώνωπας. ὅτι μὲν οὖν οὔτε ἐγράψαμεν ἐκεῖνα, οὔτε συντεθείμεθα αὐτοῖς, ἀλλὰ καὶ ἀναθεματίζομεν τοὺς ἔχοντας ἐκεῖνο τὸ πονηρὸν φρόνημα, τὸ τῆς συγχύσεως τῶν ὑποστάσεων, ἐν ᾧ ἡ ἀσεβεστάτη αἵρεσις τοῦ Σαβελλίου ἀνενεώθη, τοῦτο μὲν οὖν γνώριμον τῷ Θεῷ, τῷ τὰς καρδίας γινώσκοντι, γνώριμον δὲ καὶ πάσῃ τῇ ἀδελφότητι τῇ εἰς πεῖραν ἐλθούσῃ τῆς ἡμετέρας ταπεινώσεως. καὶ αὐτοὶ δὲ ἐκεῖνοι, οἱ νῦν σφοδροὶ κατήγοροι ἡμῶν, ἐρευνησάτωσαν τὸ ἴδιον συνειδός, καὶ γνώσονται, ὅτι ἐκ παιδὸς μακρὰν ἐγενόμεθα τῶν τοιούτων", + "candidate_score": 0.624729, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_992", + "psc_text": "ἀσεβείας, νομίζοντες ἀγνοεῖσθαι, ὅτι πρόσχημα μὲν αὐτοῖς ἐστιν ἡ ἀφʼ ἡμῶν ἀναχώρησις· τῇ δὲ ἀληθείᾳ τῆς πίστεως ἀνακεχωρήκασιν, ἣν πολλάκις ἐπὶ πολλῶν ἐγγράφως ὁμολογήσαντες, τὸ τελευταῖον καὶ παρʼ ἡμῶν ἐπιδοθεῖσαν ἐδέξαντο, καὶ ὑπέγραψαν, ἃ πᾶσιν ἔξεστιν ἀναγινώσκειν, καὶ παρʼ αὐτῶν τῶν γραμμάτων διδάσκεσθαι τὴν ἀλήθειαν. γνωρίμη δὲ αὐτῶν ἔσται ἡ προαίρεσις, ἐάν τις μετὰ τὴν ὑπογραφήν, ἣν ἡμῖν ἐπέδωκαν, ἀναγνῷ τὴν πίστιν, ἣν Γελασίῳ ἐπέδωκαν, καὶ γνῷ πόσον τὸ διάφορον ἐκείνης τῆς ὁμολογίας πρὸς ταύτην. οἱ τοίνυν οὕτως εὐκόλως πρὸς τὰ ἐναντία μετατρεπόμενοι μὴ τὰ ἀλλότρια κάρφη διερευνάτωσαν, ἀλλὰ τὴν δοκὸν τὴν ἐν τῷ οἰκείῳ ὀφθαλμῷ ἐκβαλλέτωσαν. Ἐντελέστερον δὲ δι’ ἄλλης ἐπιστολῆς περὶ πάντων καὶ ἀπολογούμεθα καὶ διδάσκομεν, ἥτις πληροφορήσει τοὺς τὸ πλέον ἐπιζητοῦντας. ὑμεῖς δὲ ἐν τῷ παρόντι, ταῦτα ἡμῶν δεξάμενοι τὰ γράμματα, πᾶσαν ἄφετε λύπην, καὶ κυρώσατε τὴν εἰς ἡμᾶς ἀγάπην, δι’ ἣν σφοδρῶς ἀντέχομαι τῆς πρὸς ὑμᾶς ἑνώσεως. καὶ μεγίστη ἡμῖν ἐστι λύπη, καὶ ἀπαραμύθητος ὀδύνη τῇ", + "candidate_score": 0.624197, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_23_25", + "bdc_text": "mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf . viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd . Gott verlych uns allen unsere mißethat .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1088", + "psc_text": "ἡ ἔκτασις τῶν χειρῶν τοῦ ἁγίου τῷ τέλει τῆς μάχης συναπηρτίζετο. Τοῖς δυτικοῖς. Θεοῦ τοῦ ἁγίου τὴν ἐκ πάσης θλίψεως διέξοδον τοῖς ἐλπίζουσιν ἐπʼ αὐτὸν ὑποσχομένου, εἰ καὶ ἐν μέσῳ πελάγει κακῶν ἀπελήφθημεν, καὶ τρικυμίαις παρὰ τῶν πνευμάτων τῆς πονηρίας ἐγειρομέναις ἡμῖν βασανιζόμεθα, ὅμως ἀντέχομεν ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι ἡμᾶς Χριστῷ, καὶ οὐ παρελύσαμεν τὸν τόνον τῆς ὑπὲρ τῶν ἐκκλησιῶν σπουδῆς, οὐδὲ ὥσπερ ἐν χειμῶνι τοῦ κλύδωνος ὑπερέχοντος ἀπογνόντες τῆς σωτηρίας τὴν διάλυσιν ἀναμένομεν· ἀλλʼ ἔτι ἐχόμεθα τῆς ἐνδεχομένης ἡμῖν σπουδῆς, εἰδότες ὅτι καὶ ὁ καταποθεὶς ὑπὸ τοῦ κήτους, διὰ τὸ μὴ ἀπογνῶναι ἑαυτοῦ, ἀλλὰ βοῆσαι πρὸς Κύριον, τῆς σωτηρίας κατηξιώθη. οὕτω δὴ καὶ αὐτοὶ πρὸς ἔσχατον ἥκοντες τῶν κακῶν, τῆς εἰς Θεὸν ἐλπίδος οὐκ ἀφιέμεθα· ἀλλὰ πανταχόθεν αὐτοῦ περισκοπούμεθα τὴν βοήθειαν. ὅθεν καὶ πρὸς ὑμᾶς ἀπεβλέψαμεν νῦν, τιμιώτατοι ἡμῖν ἀδελφοί, οὓς πολλάκις μὲν ἐν καιρῷ τῶν θλίψεων ἐπιφανήσεσθαι ἡμῖν προσεδοκήσαμεν. ἀποπεσόντες δὲ τῆς ἐλπίδος, εἴπομεν πρὸς ἑαυτοὺς καὶ ἡμεῖς, ὅτι", + "candidate_score": 0.62342, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1333", + "psc_text": "ἡ δὲ ἐπὶ τοῖς συμβᾶσι παραμυθία τίς; πρῶτον μέν, ἡ ἐξ ἀρχῆς κεκρατηκυῖα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν νομοθεσία· τὸ χρῆναι πάντως τὸν εἰς γένεσιν παρελθόντα τοῖς καθήκουσι χρόνοις ἀπιέναι τοῦ βίου. εἰ οὖν οὕτως ἀπὸ Ἀδὰμ μέχρις ἡμῶν τὰ ἀνθρώπινα διατέτακται, μὴ ἀγανακτῶμεν ἐπὶ τοῖς κοινοῖς τῆς φύσεως νόμοις,νόμοις ἡμῶν παθήμασιν Harl. et Med. ἀλλὰ καταδεχώμεθα τὴν ἐφʼ ἡμῖν τοῦ Θεοῦ οἰκονομίαν, ὃς ἐκέλευσεν ἐκείνην τὴν γενναίαν ψυχὴν καὶ ἀήττητον, μὴ νόσῳ δαπανηθέντος τοῦ σώματος, μηδὲ χρόνῳ καταμαρανθέντος, ἀναχωρῆσαι τοῦ βίου, ἀλλʼ ἐν ἀκμῇ τῆς ἡλικίας καὶ ἐν τῇ λαμπρότητι τῶν κατὰ πόλεμον κατορθωμάτωνἀνδραγαθημάτων Harl. et Med. τὴν ζωὴν καταλῦσαι. ὥστε οὐχ ὅτι ἐχωρίσθημεν ἀνδρὸς τοιούτου, δυσχεραίνειν ὀφείλομεν· ἀλλʼ ὅτι τῆς πρὸς τὸν τοιοῦτον ἄνδρα συνοικήσεως κατηξιώθημεν, εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ, οὗ πᾶσα σχεδὸν ἡ Ῥωμαϊκὴ ἀρχὴ τῆς ζημίας ἐπῄσθητο,ἐπῄσθετο Regius sec., Clarom., et Bigot. ὃν καὶ ὁ βασιλεὺς ἀνεκαλέσατο, καὶ στρατιῶται ὠδύραντο καὶ οἱ ἐπὶ τῶν μεγίστων ἀξιωμάτων ὡς γνήσιον υἱὸν", + "candidate_score": 0.623127, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_985", + "psc_text": "τὰς ἐπʼ αὐτοῖς ὑπονοίας, ἃς οἱ πολλοὶ τῶν ὁμοψύχων ἡμῶν ἀδελφῶν εἶχον, θεραπεῦσαι βουλόμενοι—ἵνα μηδὲν ἐκ τῆς ὁμολογίας ἐκείνης δόξῃ αὐτοῖς ἐμπόδιον ἀπαντᾷν, πρὸς τὸ ὑπὸ τῶν νῦν κρατούντων παραδεχθῆναι, ἀπείπαντο τὴν πρὸς ἡμᾶς κοινωνίαν· καὶ ὑπόθεσις τῆς ἀπορρήξεως τὸ γράμμα τοῦτο ἐπενοήθη. σημεῖον δὲ τῶν λεγομένων ἐναργέστατον, ὅτι ἀποκηρύξαντες ἡμᾶς, καὶ συνθέντες τὰς μέμψεις ἃς ἠβούλοντο καθʼ ἡμῶν, πρὶν ἡμῖν ἀποστεῖλαι, τὰ γράμματα περιέπεμπον πανταχοῦ. ἑπτὰ γὰρ πρότερον ἡμέραις τοῦ εἰς τὰς ἐμὰς ἀφικέσθαι χεῖρας, παρʼ ἄλλοις ἐφάνη ἡ ἐπιστολή· οἳ ἐξ ἑτέρων διαδεξάμενοι, ἑτέροις ἔμελλον παραπέμπειν. οὕτω γὰρ ἐπενόησαν ἕνα ἑνὶ παραδιδόναι, ἵνα ταχεῖα αὐτοῖς κατὰ πᾶσαν τὴν χώραν γένηται ἡ διάδοσις. καὶ ταῦτʼ ἐλέγετο μὲν ἔτι τότε παρὰ τῶν σαφέστατα ἡμῖν τὰ ἐκείνων ἐξαγγελλόντων, ἐκρίναμεν δὲ σιωπᾷν, ἕως ἂν ὁ ἀποκαλύπτων τὰ βαθέα σαφεστάτοις καὶ ἀναντιρρήτοις ἐλέγχοις δημοσιεύσῃ τὰ κατʼ αὐτούς. Γενεθλίῳ πρεσβυτέρῳ. Ἐδεξάμην τὰ γράμματα τῆς σῆς εὐλαβείας καὶ ἐπῄνεσα τὴν προσηγορίαν ἣν εὐστόχως ὠνόμασας τὸ", + "candidate_score": 0.622994, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_812", + "psc_text": "σὴν θεοσέβειαν ἐπέσχομεν, τὸ τῶν ἀέρων εὐκραὲς ἀναμένοντες. καὶ νῦν μέντοι ἐν φροντίδι οὐ τῇ τυχούσῃ εἰμί, μήποτε αὐτῷ τὸ περὶ τὰς ὁδοιπορίας ἄηθες ξενισμὸν ἐμποιήσῃ, καὶ ἀρρωστίας αἰτίαν παράσχῃ τῷ σώματι εὐαφόρμως ἔχοντι πρὸς τὴν ἀσθένειαν. Τὰ μέντοι καινοτομηθέντα περὶ τὴν ἀνατολὴν περιττὸν ἡμᾶς ἐστι διὰ γραμμάτων σημαίνειν. αὐτῶν τῶν ἀδελφῶν ἀκριβῶς δυναμένων ἀφʼ ἑαυτῶν διαγγεῖλαι. γίνωσκε δέ, τιμιωτάτη μοι κεφαλή, ὅτι ἡνίκα ταῦτα ἐπέστελλον, οὕτω διεκείμην φαύλως, ὥστε πάσας με λοιπὸν τοῦ ζῇν τὰς ἐλπίδας ἐπιλελοιπέναι. καὶ γὰρ οὐδὲ ἐξαριθμήσασθαι δυνατὸν τῶν ἐπιγινομένων μοι συμπτωμάτων τὸ πλῆθος, καὶ τὴν ἀσθένειαν, καὶ τὸ μέγεθος τῶν πυρετῶν, καὶ τὴν κακοήθειαν ὁποῖα· πλὴν ὅτι ἐκ πάντων ἓν τὸ συναγόμενον, πληρῶσαι ἡμᾶς λοιπὸν τὸν χρόνον τῆς παροικίας τοῦ δυστήνου τούτου καὶ ὀδυνηροῦ βίου. ΚΑΝΟΝΙΚΗ β· Ἀμφιλοχίῳ περὶ κανόνων. Πάλαι πρὸς τὰς παρὰ τῆς εὐλαβείας σου προταθείσας ἡμῖν ἐρωτήσεις ἀποκρινάμενος, οὐκ ἀπέστειλα τὸ γράμμα, τοῦτο μὲν ὑπὸ τῆς ἀρρωστίας τῆς μακρᾶς καὶ ἐπικινδύνου", + "candidate_score": 0.62294, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_23_25", + "bdc_text": "mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf . viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd . Gott verlych uns allen unsere mißethat .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1087", + "psc_text": "τε κατὰ τὴν πόλιν καὶ τὸν ἐπὶ τῆς παροικίας, μετὰ παντὸς τοῦ λαοῦ φοβουμένου τὸν Κύριον, ἀσπαζόμεθα δι’ ὑμῶν. Εὐσεβίῳ, ἐπισκόπῳ Σαμοσάτων. Οὐχ ὥστε πλείους ποιῆσαι τὰς ἀθυμίας, τῶν δυσχερῶν πολλάκις ἐν τοῖς πρὸς τὴν τιμιότητά σου γράμμασιν οὐ φειδόμεθα, ἀλλʼ ὥστε ἑαυτοῖς τέ τινα παραμυθίαν δοῦναι διὰ τῶν στεναγμῶν, οἳ πεφύκασί πως τὸ ἐν τῷ βάθει ἀλγεινὸν διαφορεῖν, ὅταν γίνωνται· καὶ τὴν σὴν μεγαλόνοιαν πρὸς ἐκτενεστέραν τὴν ὑπὲρ τῶν ἐκκλησιῶν εὐχὴν παρορμῆσαι. ἐπεὶ καὶ Μωϋσῆς ηὔχετο μὲν ἀεὶ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ δηλονότι· ὅτε μέντοι πρὸς τὸν Ἀμαλὴκ ἀγὼν αὐτῷ συνειστήκει, οὐ καθῆκε τὰς χεῖρας ἐξ ἕω μέχρις ἑσπέρας· ἀλλʼ ἡ ἔκτασις τῶν χειρῶν τοῦ ἁγίου τῷ τέλει τῆς μάχης συναπηρτίζετο. Τοῖς δυτικοῖς. Θεοῦ τοῦ ἁγίου τὴν ἐκ πάσης θλίψεως διέξοδον τοῖς ἐλπίζουσιν ἐπʼ αὐτὸν ὑποσχομένου, εἰ καὶ ἐν μέσῳ πελάγει κακῶν ἀπελήφθημεν, καὶ τρικυμίαις παρὰ τῶν πνευμάτων τῆς πονηρίας ἐγειρομέναις ἡμῖν βασανιζόμεθα, ὅμως ἀντέχομεν ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι ἡμᾶς Χριστῷ,", + "candidate_score": 0.622591, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1015", + "psc_text": "ὑποδεχομένων τοῦ πολέμου τὰς προσβολάς. πρὸς δὲ κἀκεῖνο ἐνθυμεῖσθαι ὑμᾶς προσῆκεν, ὅτι οὐχ ὑμᾶς ἀπέβαλεν, ἀλλʼ ἑτέρους προσέλαβεν. οὐ δήπου γὰρ βάσκανοι τινές ἐσμεν ἡμεῖς, ὥστε τὸν δυνάμενον καὶ ἄλλοις τῶν ἑαυτοῦ χαρισμάτων μεταδιδόναι ἀναγκάζειν ὑμῖν ἐναποκλείειν τὴν χάριν καὶ τῷ καθʼ ὑμᾶς μόνῳ χωρίῳ στενοχωρεῖν. οὔτε γὰρ ὁ πηγὴν περιφράσσων καὶ ὕδατος ἔξοδον λυμαινόμενος, οὔτε ὁ διδασκαλίαν διαρκῆ κωλύων ἐπὶ πλεῖον χωρεῖν ἔξω τοῦ πάθους τῆς βασκανίας ἐστίν. ἐχέτω τοίνυν καὶ τὴν Νικοπόλεως μέριμναν, καὶ τὸ ὑμέτερον προσθήκη ἔστω τῶν ἐκεῖ φροντισμάτων. τῷ μὲν γὰρ ἀνδρὶ πλείων προσῆλθεν ὁ κόπος, ὑμῶν δὲ οὐδὲν ἐλαττοῦται ἡ ἐπιμέλεια. Ἐκεῖνο δέ με πάνυ ἐλύπησε, καὶ ἔξω ἐφάνη τοῦ μέτρου, τὸ εἰρῆσθαι, ὅτι ἀποτυχόντες τῶν ἐπιζητουμένων τὰ δικαστήρια καταληψόμεθα, καὶ ἐπιστήσομεν ἀνθρώπους τοῖς πράγμασιν, οἷς ἡ καταστροφὴ τῶν ἐκκλησιῶν εὐχῆς ἐστι τὸ κεφάλαιον. μή ποτε οὖν ἄφρονι θυμῷ φερόμενοί τινες παραπείσωσιν ὑμᾶς φθέγξασθαί τι εἰς τὸ δημόσιον, καὶ γένηται μέν τις ἐντεῦθεν καταστροφή,", + "candidate_score": 0.622536, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_901", + "psc_text": "τὰ σπουδαζόμενα. καίτοι χαλεπὴν αὐτοῖς οὖσαν ὁρῶ τὴν ἄρνησιν, διὰ τὸ πολλοὺς ἔχειν τῶν λόγων τούτων τοὺς μάρτυρας. πλὴν ἀλλʼ οὐ σκοποῦμεν τὰ παρελθόντα, τὰ παρόντα μόνον ὑγιαινέτωσαν. ἐὰν δὲ τοῖς αὐτοῖς ἐπιμένωσιν, ἀνάγκη καὶ πρὸς ἄλλας ἐκκλησίας ἐκβοῆσαι ἡμᾶς τὴν καθʼ ὑμᾶς συμφοράν, καὶ ποιῆσαι παρὰ πλειόνων ἐπισκόπων γράμματα ὑμῖν ἀφικέσθαι, τὸ μέγεθος τοῦτο τῆς ὑποκατασκευαζομένης ἀσεβείας καταρρηγνύντα. ἢ γὰρ προὔργου τι ἔσται εἰς τὴν σπουδὴν ἢ πάντως ἡ παροῦσα διαμαρτυρία ἀφήσει ἡμᾶς τῆς αἰτίας ἐπὶ τοῦ κριτηρίου. Ἤδη δὲ καὶ ἐν συντάγμασιν οἰκείοις κατεβάλοντο τοὺς λόγους τούτους, οὕσπερ καὶ ἀπέστειλαν πρῶτον τῷ ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ Μελετίῳ τῷ ἐπισκόπῳ, καὶ λαβόντες παρʼ αὐτοῦ τὰς προσηκούσας ἀποκρίσεις, ὡς αἱ τῶν τεράτων μητέρες ἐπαισχυνόμεναι τοῖς πηρώμασι τῆς φύσεως, οὕτω καὶ αὐτοὶ τὰς αἰσχρὰς ἑαυτῶν ὠδῖνας τῷ προσήκοντι σκότῳ κατακρύψαντες τιθηνοῦνται. καθῆκαν δέ τινα πεῖραν δι’ ἐπιστολῆς καὶ πρὸς τὸν ὁμόψυχον ἡμῶν Ἄνθιμον τὸν Τυάνων ἐπίσκοπον, ὡς ἄρα Γρηγορίου εἰπόντος ἐν ἐκθέσει", + "candidate_score": 0.6221, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_23_25", + "bdc_text": "mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf . viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd . Gott verlych uns allen unsere mißethat .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_537", + "psc_text": "ἡμῖν ἐνεδείξατο ὁ γενναῖος Βασίλειος, ὃν ἀντὶ φυλακτηρίου τῆς ἐμῆς ζωῆς παρὰ τῆς σῆς εὐλαβείας ὑπεδεξάμην, ἐγὼ μὲν καὶ εἰπεῖν αἰσχύνομαι· εἴσῃ δὲ τὰ καθʼ ἕκαστον παρὰ τοῦ ἀδελφοῦ ἡμῶν διδαχθείς. καὶ τοῦτο λέγω οὐκ ἐκεῖνον ἀμυνόμενος (εὔχομαι γὰρ αὐτῷ μὴ λογισθῆναι παρὰ τοῦ Κυρίου), ἀλλὰ βεβαίαν μοι τὴν παρὰ σοῦ ἀγάπην μεῖναι ἡμῖν διοικούμενος, ἣν φοβοῦμαι μὴ διασαλεύσωσι ταῖς ὑπερβολαῖς τῶν διαβολῶν, ἃς εἰκὸς αὐτοὺς κατασκευάσαι εἰς ἀπολογίαν τοῦ πταίσματος. ὅπεροὗπερ Medicaeus, Regius primus, Bigot. alter. δʼ ἂν κατηγορήσωσιν ἡμῶν, ἐκεῖνο παρὰ τῆς σῆς ἀγχινοίας ἐξεταζέσθωσαν, εἰ ἐνεκάλεσαν ἡμῖν, εἰ τὴνεἰ τὴν... εἰ ὅλως τὴν ... ἢ ὅλως editi antiqi. διόρθωσιν τοῦ ἁμαρτήματος οὗ νῦν ἡμῖν ἐπάγουσιν ἐπεζήτησαν, εἰ ὅλως φανερὰν ἑαυτῶν τὴν πρὸς ἡμᾶς λύπην κατέστησαν. νῦν δέ, ἐν φαιδρῷ τῷ προσώπῳ καὶ πεπλασμένοιςτετιμημένοις tres MSS. ἀγάπης ῥήμασιν ἀμύθητόν τινα δόλου καὶ πικρίας βυθὸν τῇ ψυχῇ συγκαλύπτοντες, διὰ τῆς ἀνελευθέρου φυγῆςσιωπῆς E, editi antiqi. ἐφανέρωσαν. ἐφʼ ᾧ ὅσον", + "candidate_score": 0.621854, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_759", + "psc_text": "κατὰ λεπτὸν ἐν τοῖς ῥήμασι προσθήκας· ὡς ἐὰν μηδεμία ᾖ μηδαμόθεν παραμυθία, χρὴ παντελῶς ἐᾷν τοὺς τοιούτους. τὸ μέντοι κατὰ Σευῆρον πρᾶγμα, ἤτοι τὸν ὑπὸ τούτου χειροτονηθέντα πρεσβύτερον, τοιαύτην τινά μοι δοκεῖ παραμυθίαν ἔχειν, εἰ καὶ σοι συνδοκεῖ. τὸν ἀγρὸν ἐκεῖνον τὸν ὑποκείμενον τῇ Μηστείᾳ, ᾧ ἐπεκηρύχθη ὁ ἄνθρωπος, κέλευσον Οὐασόδοις ὑποτελεῖν· οὕτω γὰρ κἀκεῖνος οὐ παρορκήσει μὴ ἀναχωρῶν τοῦ τόπου· καὶ ὁ Λογγῖνος, ἔχων τὸν Κυριακὸν μεθʼ ἑαυτοῦ, οὐκ ἐρημώσει τὴν ἐκκλησίαν, οὐδὲ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν διὰ τὴς ἀργίας καταδικάσει. καὶ ἡμεῖς δόξομεν μὴ παρὰ κανόνας ποιεῖν τι, συμπεριφερόμενοι τῷ Κυριακῷ, ὀμόσαντι μὲν συμπαραμένειν Μινδανοῖς, καταδεξαμένῳ δὲ τὴν μετάθεσιν. ἡ γάρ ἐπάνοδος φυλακὴ ἔσται τοῦ ὅρκου. τὸ δὲ εἶξαι αὐτὸν τῇ οἰκονομίᾳ εἰς ἐπιορκίαν αὐτῷ οὐ λογισθήσεται, διὰ τὸ μὴ προσκεῖσθαι τῷ ὅρκῳ, μηδὲ πρὸς βραχὺ ἀναχωρήσειν Μινδάνων, ἀλλὰ παραμενεῖν εἰς τὸ ἐφεξῆς. Σευήρῳ δὲ προφασιζομένῳ τὴν λήθην ἡμεῖς συγχωρήσομεν, εἰπόντες, ὅτι τῶν κρυπτῶν γνώστης οὐ περιόψεται τὴν ἑαυτοῦ", + "candidate_score": 0.621453, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_661", + "psc_text": "ἡμῖν μόνοις ἐλθεῖν ἐπὶ τὴν ἐπανόρθωσιν, ὄντος τοῦ ἐπισκόπου τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι, ᾧ ἡ φροντὶς ἀνῆκεἀνήκει editi antiqi. προηγουμένως τῆς ἐκκλησίας· ὃν οὔτε αὐτὸν ἐλθεῖν πρὸς ἡμᾶς οἷόν τε, καὶ ἡμῖν ἀποδημήσεινἀποδημεῖν editi antiqi. τέως ὑπὸ τοῦ χειμῶνος οὐ ῥᾴδιον, μᾶλλον δὲ παντελῶς ἀδύνατον, οὐ μόνον καθότι τὸ σῶμά μοιμου E. Med. ὑπὸ μακρᾶς ἀρρωστίας ἀπείρηκεν, ἀλλʼ ὅτι καὶ αἱ τῶν Ἀρμενιακῶν ὀρῶν αἱαἱ om. E ὑπερβάσεις μικρὸν ὕστερον ἄβατοιἀδύνατοι E. γίνονται καὶ τοῖς πάνυ καθʼ ἡλικίαν σφριγῶσι. γράμματι δὲ αὐτῷ σημᾶναισημῆναι tres MSS. ταῦτα οὐ παραιτήσομαι. οὐ μέντοι προσδοκῶ τι ἐκ τῶν γραμμάτων ἀξιόλογον ἀποβήσεσθαι, τῆς τε τοῦ ἀνδρὸς ἀκριβείας στοχαζόμενος καὶ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν γραμμάτων· ὅτι οὐ πέφυκεν ἐναργῶς δύνασθαι δυσωπεῖν ὁ διαπεμπόμενος λόγος. πολλὰ γὰρ δεῖ εἰπεῖν, πολλὰ καὶ ἀντακοῦσαι, καὶ λῦσαι τὰ ὑποπίπτοντα, καὶ ἀνθυπενεγκεῖνἀντεπενεγκεῖν E. τὰ ὑφορμοῦντα, ὧν οὐδὲν δύναται ὁ ἐν τοῖς γράμμασι λόγος, ἀργὸς καὶ ἄψυχος ἐν τῷ χάρτῃ διερριμμένος. Πλὴν", + "candidate_score": 0.621428, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_23_25", + "bdc_text": "mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf . viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd . Gott verlych uns allen unsere mißethat .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_968", + "psc_text": "ἐπὶ τῇ σιωπῇ μισθὸν δέξασθαι, καὶ λαβεῖν τινα ἐπὶ τοῖς ἐλέγχοις δύναμιν, ὥστε ἐλέγξαντας ἡμᾶς ξηρᾶναι τὸν πικρὸν τοῦτον τῆς καθʼ ἡμῶν ῥυείσης ψευδολογίας χείμαρρον, ὥστε ἂν εἰπεῖν καὶ ἡμᾶς· ὅτι Χείμαρρον διῆλθεν ἡ ψυχὴ ἡμῶν· καὶ τό, Εἰ μὴ Κύριος ἦν ἐν ἡμῖν, ἐν τῷ ἐπαναστῆναι ἀνθρώπους ἐφʼ ἡμᾶς, ἄρα ζῶντας ἂν κατέπιον ἡμᾶς, ἄρα τὸ ὕδωρ ἂν κατεπόντισεν ἡμᾶς. Ἐγὼ πολὺν χρόνον προσαναλώσας τῇ ματαιότητι, καὶ πᾶσαν σχεδὸν τὴν ἐμαυτοῦ νεότητα ἐναφανίσας τῇ ματαιοπονίᾳ, ἣν εἶχον προσδιατρίβων τῇ ἀναλήψει τῶν μαθημάτων τῆς παρὰ τοῦ Θεοῦ μωρανθείσης σοφίας, ἐπειδή ποτε, ὥσπερ ἐξ ὕπνου βαθέος διαναστὰς ἀπέβλεψα μὲν πρὸς τὸ θαυμαστὸν φῶς τῆς ἀληθείας τοῦ εὐαγγελίου, κατεῖδον δὲ τὸ ἄχρηστον τῆς σοφίας τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου τῶν καταργουμένων, πολλὰ τὴν ἐλεεινήν μου ζωὴν ἀποκλαύσας, ηὐχόμην δοθῆναί μοι χειραγωγίαν πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν δογμάτων τῆς εὐσεβείας. καὶ πρό γε πάντων ἐπιμελὲς ἦν μοι διόρθωσίν τινα τοῦ ἤθους ποιήσασθαι, πολὺν χρόνον", + "candidate_score": 0.621193, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_22", + "bdc_text": "dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest.", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1429", + "psc_text": "ἀναπέμπομεν τὸν νοῦν· δοκεῖ γὰρ ὀφθαλμὸν εἶναι τοῦτον, τὸν τὰ ἀφανῆ ἰδεῖν δυνάμενον. καὶ γὰρ λέγεται· Νοῦς ὁρᾷ, καὶ νοῦς ἀκούει. ταῦτά σοι ὀλίγα δοκοῦντα, πολλὰ γέγραφα, ὅτι ἑκάστη λέξις νοῦς ἐστιν· καὶ οἶδα ὅτι ἀναγνοὺς αἰσθήσῃ. Βασιλείῳ τῷ μεγαλῷ Ὁ παρʼ ὑμῖν μῖμος, παρʼ ἡμῖν δὲ εὐλαβής, ᾔτησέ με γραφὴν πρὸς ὑμᾶς λαμπρῶς ἀκουσθῆναι. Γρηγορίῳ Βασίλειος ὁ μέγας Ὁ παρʼ ἡμῖν μῖμος, παρʼ ὑμῖν δὲ εὐλαβής, ἐλθὼν πρὸς ἡμᾶς ἐν εὐκταίᾳ καὶ λαμπρᾷ ἡμέρᾳ ἀπελύθη ὡς ἀληθῶς θεοπρεπῶς.", + "candidate_score": 0.620241, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_16_18", + "bdc_text": "Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ; dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben . Es möchte villicht ein und der ander brürten sich ettwas anderer gstalt ( doch zugetragen habenn .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_518", + "psc_text": "καὶ Κῦρος ὁ μέγας αὐτῷ τούτῳ τῷ Κροίσῳ φίλος γενέσθαι μετὰ τὴν νίκην. τούτοις σε συναριθμήσομεν, καὶ, ὅση δύναμις ἡμετέρα, ταῦτα ἀναγορεύσομεν, εἴπερ μὴ μικροί τινες εἶναι παντάπασιν ἀνδρὸς τοσούτου κήρυκες νομισθείημεν. Ἐκεῖνο δὲ ἐπὶ πᾶσιν εἰπεῖν ἀναγκαῖον, ὅτι τοὺς ὁτιοῦν ἀδικοῦντας οὐχ ὑπὲρ τῶν ἤδη γεγενημένων κολάζομεν (τίςτί E. γὰρ ἂν γένοιτο μηχανὴ μὴ γεγενῆσθαι τὰ πεπραγμένα;) ἀλλʼ ὅπως ἂν ἢ αὐτοὶ πρὸς τὸ λοιπὸν ἀμείνους γένοιντο, ἢ ἑτέροις ὑπάρξειαν τοῦ σωφρονε���ν παράδειγμα.παραδείγματα Reg. uterque et Coisl. secundus. τούτων τοίνυν οὐθέτερον ἐνδεῖνδεῖν E. ἄν τις ἐν τῷ παρόντι φήσειεν· αὐτός τε γὰρ καὶ μετὰ τὸν θάνατον τούτων μεμνήσεται, τούς τε λοιποὺς τεθνάναι τῷ δέει πρὸς τοῦτον ἀφορῶντας οἴομαι. ὥσθʼ ὅπερ ἂν προσθῶμεν τῇ τιμωρίᾳ, τὴν ὀργὴν ἡμῶν αὐτῶν ἀποπιμπλάναι δόξομεν· ὃ πολλοῦ δεῖν ἐπὶ σοῦ ἀληθὲς εἶναι φαίην ἂν ἔγωγε, καὶ οὐδὲν ἂν τούτων τῶν λόγων προήχθην εἰπεῖν, εἰ μὴ μείζονα τῷ διδόντι τὴν χάριν ἐνεώρων ἢ τοῖς λαμβάνουσιν.", + "candidate_score": 0.617866, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_16_18", + "bdc_text": "Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ; dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben . Es möchte villicht ein und der ander brürten sich ettwas anderer gstalt ( doch zugetragen habenn .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_175", + "psc_text": "προαιρῇ. τί οὖν ἐστὶν ὃ παρακαλῶ; φυλαχθῆναι αὐτῷ τὴν παλαιὰν ἀπογραφήν. καὶ γὰρ καὶ κάμνει οὐ μετρίως ἡμῖν ὑπηρετῶν πρὸς τὸν βίον διὰ τὸ ἡμᾶς, ὡς αὐτὸς ἐπίστασαι, μηδὲν κεκτῆσθαι ἴδιον, ἀλλὰ τοῖς τῶν φίλων καὶ συγγενῶν ἀρκεῖσθαι.κεῖσθαι E. ὡς οὖν ἐμὸν οἶκον, μᾶλλον δὲ ὡς ἑαυτοῦ, οὕτω θέασαι τὸν τοῦ ἀδελφοῦ τοῦδε· καὶ ἀντὶ τῆς εἰς αὐτὸν εὐποιίας παρέξει Θεὸς καὶ σοί, καὶ οἴκῳ, καὶ γένει παντί σου τὴν συνήθησυνήθηom. C, D. βοήθειαν.συνήθη βοήθειαν συνήθειαν E. γίνωσκε δέ μοι πάνυ ἐπιμελὲς εἶναι μηδὲν ἐκ τῆς ἐξισώσεως ἐπηρεασθῆναι τὸν ἄνθρωπον. Ἀνεπίγραφος, ὑπὲρ συντρόφου Ὑφορῶμαι λοιπὸν τῶν ἐπιστολῶν τὸ πλῆθος. βιαίως μέν, καὶ μὴ φέρων τὴν ἐπάχθειαν τῶν ἀπαιτούντων ἡμᾶς, ἐκφωνεῖν ἀναγκάζομαι· γράφω δʼ οὖν ὅμως, ἄλλον ἀπαλλαγῆς τρόπον ἐπινοεῖν οὐκ ἔχων, ἢ διδοὺς αὐτοῖς τὰς ἐπιστολὰς αἰτοῦσιν ἑκάστοτε παρʼ ἡμῶν. φοβοῦμαι τοίνυν μή, ἐπειδὴ πολλοὶ προσκομίζουσι γράμματα, εἶς τῶν πολλῶν νομισθῇ καὶ ὁ ἀδελφὸς ὁ δεῖνα. ἐγὼ γὰρ πολλοὺς φίλους", + "candidate_score": 0.617707, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_17", + "bdc_text": "dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1081", + "psc_text": "γραμμάτων ἐξήρκεσεν ἂν ἡμῖν τήν τε ἐπὶ ταῖς φροντίσι παραμυθίαν ἱκανὴν παρασχεῖν καὶ διδασκαλίαν ἀκριβῆ τῶν πραγμάτων ποιήσασθαι. πολλὰ γὰρ ἦν ἃ ἐπεζητοῦμεν παρὰ τοῦ σαφέστατα ἐπισταμένου μαθεῖν, διὰ τὸ τὰς φήμας πεπλανημένως πρὸς ἡμᾶς διαβαίνειν, ἃ πάντα εὐσταθῶς καὶ ἐμπείρως διηγήσατο ἡμῖν ὁ ποθεινότατος καὶ τιμιώτατος ἀδελφὸς ἡμῶν Θεοδόσιος ὁ συμπρεσβύτερος. ἃ τοίνυν ἑαυτοῖς συμβουλεύομεν, ταῦτα καὶ πρὸς τὴν ὑμετέραν εὐλάβειαν γράφομεν· ὅτι πολλοῖς συνέβη ταῦτα, ἃ καὶ ὑμῖν, καὶ οὐ κατὰ τὸν παρόντα καιρὸν μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ παρελθόντι χρόνῳ μυρία τῶν τοιούτων τὰ ὑποδείγματα· τὰ μὲν ἐγγράφως αἱ ἱστορίαι καταλελοίπασι, τὰ δὲ τῇ ἀγράφῳ μνήμῃ παρὰ τῶν εἰδότων διεδεξάμεθα· ὅτι καὶ κατὰ ἄνδρα ἕκαστον, καὶ κατὰ πόλεις πειρασμοὶ περιέσχον ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου τοὺς εἰς αὐτὸν ἠλπικότας. ἀλλʼ ὅμως παρῆλθε πάντα, καὶ οὐδὲν τῶν σκυθρωπῶν ἀθάνατον ἔσχε τὸ λυπηρόν. ὡς γὰρ αἱ χάλαζαι, καὶ οἱ χείμαρροι, καὶ ὅσα τῶν κακῶν αὐτοσχέδια, τὰ μὲν μαλακὰ ῥᾳδίως", + "candidate_score": 0.617621, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_43", + "bdc_text": "Aber ich vermören des beschafftig anß ein et nostri Bullingero , etc. D .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_621", + "psc_text": "ἢ ὄκνῳ, ἢ τῷ πρὸς ἡμᾶς ὑπόπτως ἔχειν ἔτι καὶ μὴ καθαρῶς, ἢ τῇ παρὰ τοῦ διαβόλου ἐγγινομένῃ πρὸς τὰς ἀγαθὰς πράξεις ἐναντιώσει, συνάρασθαισυναίρεσθαι editi antiqi. ἡμῖν οὐκ ἀνέχονται. ἀλλὰ σχήματι μὲν δῆθεν οἱ πλείους ἐσμὲν μετʼ ἀλλήλων, προστεθέντος ἡμῖν καὶ τοῦ χρηστοῦ Βοσπορίου, ἀληθείᾳ δὲ πρὸς οὐδὲν ἡμῖν τῶν ἀναγκαιοτάτων συναίρονται· ὥστε με καὶ ὑπὸ τῆς ἀθυμίας ταύτης τὸ πλεῖστον μέρος πρὸς τὴν ἀνάληψιν ἐμποδίζεσθαι, συνεχῶς μοι τῶν ἀρρωστημάτων ἐκ τῆς σφοδρᾶς λύπης ἀποστρεφόντων.ὑποστρεφόντων E. Τί δʼ ἂν ποιήσαιμι μόνος, τῶν κανόνων, ὡς καὶ αὐτὸς οἶδας, ἐνὶ τὰς τοιαύτας οἰκονομίας μὴ συγχωρούντων; καίτοι τίνα θεραπείαν οὐκ ἐθεράπευσα; ποίου κρίματος αὐτοὺς οὐκ ἀνέμνησα τὰ μὲν διὰ γραμμάτων, τὰ δὲ καὶ διὰ τῆς συντυχίας; ἦλθον γὰρ καὶ μέχρι τῆςτῆς om. E πόλεως κατὰ ἀκοὴν τοῦ ἐμοῦ θανάτου. ἐπεὶ δὲ ἔδοξε τῷ Θεῷ ζῶντας ἡμᾶς παρʼ αὐτῶν καταληφθῆναι, διελέχθημεν αὐτοῖς τὰ εἰκότα. καὶ παρόντα μὲν αἰδοῦνται, καὶ ὑπισχνοῦνται τὰ εἰκότα πάντα, ἀπολειφθέντες", + "candidate_score": 0.616108, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_17_19", + "bdc_text": "dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben . Es möchte villicht ein und der ander brürten sich ettwas anderer gstalt ( doch zugetragen habenn . Derhalber ich aller sach das noch bedencken und fragen von wegen diser geschicht , die ich von anfang an selben will , diewyl mir darum zwüßen ist .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_183", + "psc_text": "ἀλλʼ ἡ τὸ κοινόν τε καὶ ἀπερίγραπτον ἐν τῷ τινὶ πράγματι διὰ τῶν ἐπιφαινομένων ἰδιωμάτων παριστῶσα καὶ περιγράφουσα· ὡς καὶ τῇ Γραφῇ σύνηθες τὸ τοιοῦτον ποιεῖν, ἐν ἄλλοις τε πολλοῖς, καὶ ἐν τῇ κατὰ τὸν Ἰὼβ ἱστορίᾳ. ἐπειδὴ γὰρ ἔμελλε τὰ περὶ αὐτοῦ διηγεῖσθαι, πρότερον τοῦ κοινοῦτοῦ κοινοῦ φρομ τὸν κοινὸν F. μνημονεύσασα, καὶ εἰποῦσα ἄνθρωπος, εὐθὺς ἀποτέμνει τῷτὸ from τῷ F. ἰδιάζοντι ἐν τῇ προσθήκῃ τοῦ τις. ἀλλὰ τῆς μὲν οὐσίας τὴν ὑπογραφήν, ὡς οὐδὲν φέρουσαν κέρδος πρὸς τὸν προκείμενον τοῦ λόγου σκοπόν, ἐσιώπησε· τὸν δέ τινα διὰ τῶν οἰκείων γνωρισμάτων χαρακτηρίζει, καὶ τόπον λέγουσα καὶ τὰ τοῦ ἤθους γνωρίσματα, καὶ ὅσα τῶν ἔξωθεν συμπαραληφθέντα χωρίζειν αὐτὸν καὶ ἀφιστᾷν ἔμελλεἔμελε E, ἤμελλε D. τῆς κοινῆς σημασίας· ὥστε διὰ πάντων ἐναργῆ τοῦ ἱστορουμένου γενέσθαι τὴν ὑπογραφήν, ἐκ τοῦ ὀνόματος, ἐκ τοῦ τόπου, ἐκ τῶν τῆς ψυχῆς ἰδιωμάτων, ἐκ τῶν ἔξωθεν περὶ αὐτὸν θεωρουμένων. εἰ δὲ τὸν τῆς οὐσίας ἐδίδουἐδήλου E.", + "candidate_score": 0.614224, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_43", + "bdc_text": "Aber ich vermören des beschafftig anß ein et nostri Bullingero , etc. D .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1226", + "psc_text": "κατασχεῖν τὴν ἐνεργουμένην παρʼ αὐτῶν βλάβην οὐ κατεδέξασθε. καὶ γὰρ τῷ ὄντι πολλὴν εὕρομεν λύπην παρὰ πᾶσι τοῖς ἀντεχομένοις τῆς τοῦ Κυρίου εἰρήνης ἐπὶ ταῖς νεωτεροποιίαις ταῖς παντοδαπαῖς Ἀπολιναρίου τοῦ Λαοδικέως, ὃς τοσούτῳτοσοῦτον E. πλέον ἐλύπησεν ἡμᾶς, ὅσῳ ἔδοξεν εἶναι ἐξom. Harl. et Med. ἡμῶν τὸ ἐξ ἀρχῆς. τὸ μὲν γὰρ παρὰ φανεροῦ πολεμίου παθεῖν τι, κἂν ὑπερβάλλῃὑπερβάλῃ E. τῷ ἀλγεινῶ,τὸν ἀλγεινὸν E. φορητόν πώς ἐστι τῷ καταπονουμένῳ, καθὼς γέγραπται, ὅτι Εἰ ὁ ἐχθρὸς ὠνείδισέ με ὑπήνεγκα ἄν· τὸ δὲ παρʼ ὁμοψύχου καὶ οἰκείου βλάβης τινὸς πειραθῆναι, τοῦτο δύσφορον παντελῶς καὶ οὐδεμίαν ἔχον παραμυθίαν. ὃν γὰρ προσεδοκήσαμεν συνασπιστὴν ἕξεινἔχειν E. τῆς ἀληθείας, τοῦτον εὕρομεν νῦν ἐν πολλοῖς ἐμποδίζοντα τοῖς σωζομένοις ἐκ τοῦ περιέλκειν αὐτῶν τὸν νοῦν καὶ ἀποσπᾷν τῆς εὐθύτητος τῶν δογμάτων. τί γὰρ ἐν ἔργοις παρʼ αὐτοῦ τολμηρὸν καὶ θερμὸν οὐκ ἐπράχθη; τί δὲ ἐν λόγοις οὐ παρεπενοήθη νεώτερον καὶ ἐπικεκινδυνευμένον; οὐ πᾶσα μὲν Ἐκκλησία ἐφʼ ἑαυτὴνἑαυτῆς E. ἐμερίσθη,", + "candidate_score": 0.61396, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_17_19", + "bdc_text": "dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben . Es möchte villicht ein und der ander brürten sich ettwas anderer gstalt ( doch zugetragen habenn . Derhalber ich aller sach das noch bedencken und fragen von wegen diser geschicht , die ich von anfang an selben will , diewyl mir darum zwüßen ist .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_593", + "psc_text": "antiqi. ἐὰν δὲ ἀόριστον ᾖ τὸ διαλεγόμενον, αἱ πρὸς τὰ πρόσωπα διαστάσειςδιατάσεις editi antiqi. τὴν μὲν συνάφειαν διακόπτουσι, πρὸς οὐδὲν δὲ πέρας χρήσιμον ἀπαντῶσι.τοῦ λόγου add. editi antiqi. Ταῦτα εἶπον ἵνα δειχθῇ, ὅτι οὐκ εἰς κόλακος χεῖρας ἀπέστειλάς σου τοὺς πόνους, ἀλλὰ ἀδελφῷ τῷ γνησιωτάτῳ ἐκοινώνησας τῶν καμάτων. εἶπον δὲ οὐ πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν γεγραμμένων, ἀλλὰ πρὸς φυλακὴν τῶν μελλόντων. πάντως γὰρ ὁ τοσαύτῃ περὶ τὸ γράφειν ἕξει καὶ σπουδῇ κεχρημένος οὐκ ἀποκνήσει γράφων· ἐπειδὴ οὐδὲ οἱ τὰς ὑποθέσεις παρέχοντες ἀπολήγουσιν. ἡμῖν δὲ ἀρκέσει μὲν ἀναγινώσκειν τὰ ὑμέτερα· τοῦ δὲ δύνασθαι γράφειν τι τοσοῦτον ἀποδέομεν, ὅσον μικροῦ δέω λέγειν, καὶ τοῦ ὑγιαίνειν, ἢ καὶ τοῦ μετρίαν σχολὴν ἄγειν ἀπὸ τῶν πραγμάτων. Ἀπέστειλα δὲ νῦν διὰ τοῦ ἀναγνώστου τὸ μεῖζον καὶ πρότερον, ἐπελθὼν αὐτὸ ὡς ἐμοὶ δυνατόν. τὸ δὲ δεύτερονκαὶ μικρότερον add. Editi Paris. παρακατέσχον, βουλόμενος αὐτὸ μεταγράψαι, καὶ μὴ εὐπορῶν τέωςτέος E. τινὸς τῶν εἰς τάχος γραφόντων. μέχρι γὰρ τοσαύτης", + "candidate_score": 0.613766, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1_3", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen lies inen , möchte es glie statt gar nitt verlyedenn , Gedoch , sünd sy , ob sy glich fründen und nich fenden , ir unwillig , dar man die soch zuͦ haltet .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1015", + "psc_text": "ὑποδεχομένων τοῦ πολέμου τὰς προσβολάς. πρὸς δὲ κἀκεῖνο ἐνθυμεῖσθαι ὑμᾶς προσῆκεν, ὅτι οὐχ ὑμᾶς ἀπέβαλεν, ἀλλʼ ἑτέρους προσέλαβεν. οὐ δήπου γὰρ βάσκανοι τινές ἐσμεν ἡμεῖς, ὥστε τὸν δυνάμενον καὶ ἄλλοις τῶν ἑαυτοῦ χαρισμάτων μεταδιδόναι ἀναγκάζειν ὑμῖν ἐναποκλείειν τὴν χάριν καὶ τῷ καθʼ ὑμᾶς μόνῳ χωρίῳ στενοχωρεῖν. οὔτε γὰρ ὁ πηγὴν περιφράσσων καὶ ὕδατος ἔξοδον λυμαινόμενος, οὔτε ὁ διδασκαλίαν διαρκῆ κωλύων ἐπὶ πλεῖον χωρεῖν ἔξω τοῦ πάθους τῆς βασκανίας ἐστίν. ἐχέτω τοίνυν καὶ τὴν Νικοπόλεως μέριμναν, καὶ τὸ ὑμέτερον προσθήκη ἔστω τῶν ἐκεῖ φροντισμάτων. τῷ μὲν γὰρ ἀνδρὶ πλείων προσῆλθεν ὁ κόπος, ὑμῶν δὲ οὐδὲν ἐλαττοῦται ἡ ἐπιμέλεια. Ἐκεῖνο δέ με πάνυ ἐλύπησε, καὶ ἔξω ἐφάνη τοῦ μέτρου, τὸ εἰρῆσθαι, ὅτι ἀποτυχόντες τῶν ἐπιζητουμένων τὰ δικαστήρια καταληψόμεθα, καὶ ἐπιστήσομεν ἀνθρώπους τοῖς πράγμασιν, οἷς ἡ καταστροφὴ τῶν ἐκκλησιῶν εὐχῆς ἐστι τὸ κεφάλαιον. μή ποτε οὖν ἄφρονι θυμῷ φερόμενοί τινες παραπείσωσιν ὑμᾶς φθέγξασθαί τι εἰς τὸ δημόσιον, καὶ γένηται μέν τις ἐντεῦθεν καταστροφή,", + "candidate_score": 0.613656, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_16_18", + "bdc_text": "Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ; dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben . Es möchte villicht ein und der ander brürten sich ettwas anderer gstalt ( doch zugetragen habenn .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_664", + "psc_text": "πρὸς τίνας ὁρμήσει, καὶ ἐπὶ ποίῳ σκοπῷ, καὶ παρὰ τίνων ἐφοδιασθῇ τοῖς γράμμασι, καὶ ποταποῖς τούτοις. ἐγὼ μὲν γὰρ ἐν κύκλῳ περισκεψάμενος ὁρῶ μεθʼ ἑαυτοῦ οὐδένα. καὶ εὔχομαι μὲν τοῖς ἑπτακισχιλίοις ἐναριθμηθῆναι τοῖς μὴ κάμψασι γόνυ τῇτῷ editi antiqi. Βάαλ. πλὴν ὅτι ζητοῦσι καὶ ἡμῶν τὴν ψυχὴν οἱ πᾶσι τὰς ἑαυτῶν ἐπιβάλλοντες χεῖρας. οὐ μέντοι τούτου γε ἕνεκεν ἐλλείψομέν τι τῆς ὀφειλομένης σπουδῆς ταῖς τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίαις. Ἀντιόχῳ Πῶς οἴει βαρέως ἤνεγκα διαμαρτών σου τῆς συντυχίας κατὰ τὸ θέρος; καίτοι οὐδὲ ἡ τῶνἡ τῶν ἐτῶν E. ἄλλων τοιαύτη γέγονεν, ὥστε μέχρι κόρου ἡμῖν προελθεῖν· ἀλλʼ οὖν καὶ ὄναρ ἰδεῖν τὰ ποθούμενα φέρει τινὰ τοῖς ἀγαπῶσι παραμυθίαν. σὺ δὲ οὐδὲ ἐπιστέλλεις, οὕτως ἀργὸς εἶ, ὥστε μηδὲ τὴν ὑπόλειψινἀπόλειψιν E. ἄλλῃ τινὶ αἰτίᾳ μᾶλλον ἢ τῷ ἀργῶς ἔχειν πρὸς τὰς ὑπὲρ τῆς ἀγάπης ἀποδημίας λογίζεσθαι. ἀλλὰ τοῦτο μὲν πεπαύσθω ἡμῖν. εὔχου δὲ ὑπὲρ ἡμῶν καὶ παρακάλει τὸν Κύριον μὴ ἐγκαταλιπεῖν ἡμᾶς, ἀλλʼ", + "candidate_score": 0.613619, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_17_19", + "bdc_text": "dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben . Es möchte villicht ein und der ander brürten sich ettwas anderer gstalt ( doch zugetragen habenn . Derhalber ich aller sach das noch bedencken und fragen von wegen diser geschicht , die ich von anfang an selben will , diewyl mir darum zwüßen ist .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1081", + "psc_text": "γραμμάτων ἐξήρκεσεν ἂν ἡμῖν τήν τε ἐπὶ ταῖς φροντίσι παραμυθίαν ἱκανὴν παρασχεῖν καὶ διδασκαλίαν ἀκριβῆ τῶν πραγμάτων ποιήσασθαι. πολλὰ γὰρ ἦν ἃ ἐπεζητοῦμεν παρὰ τοῦ σαφέστατα ἐπισταμένου μαθεῖν, διὰ τὸ τὰς φήμας πεπλανημένως πρὸς ἡμᾶς διαβαίνειν, ἃ πάντα εὐσταθῶς καὶ ἐμπείρως διηγήσατο ἡμῖν ὁ ποθεινότατος καὶ τιμιώτατος ἀδελφὸς ἡμῶν Θεοδόσιος ὁ συμπρεσβύτερος. ἃ τοίνυν ἑαυτοῖς συμβουλεύομεν, ταῦτα καὶ πρὸς τὴν ὑμετέραν εὐλάβειαν γράφομεν· ὅτι πολλοῖς συνέβη ταῦτα, ἃ καὶ ὑμῖν, καὶ οὐ κατὰ τὸν παρόντα καιρὸν μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ παρελθόντι χρόνῳ μυρία τῶν τοιούτων τὰ ὑποδείγματα· τὰ μὲν ἐγγράφως αἱ ἱστορίαι καταλελοίπασι, τὰ δὲ τῇ ἀγράφῳ μνήμῃ παρὰ τῶν εἰδότων διεδεξάμεθα· ὅτι καὶ κατὰ ἄνδρα ἕκαστον, καὶ κατὰ πόλεις πειρασμοὶ περιέσχον ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου τοὺς εἰς αὐτὸν ἠλπικότας. ἀλλʼ ὅμως παρῆλθε πάντα, καὶ οὐδὲν τῶν σκυθρωπῶν ἀθάνατον ἔσχε τὸ λυπηρόν. ὡς γὰρ αἱ χάλαζαι, καὶ οἱ χείμαρροι, καὶ ὅσα τῶν κακῶν αὐτοσχέδια, τὰ μὲν μαλακὰ ῥᾳδίως", + "candidate_score": 0.613345, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_17_19", + "bdc_text": "dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben . Es möchte villicht ein und der ander brürten sich ettwas anderer gstalt ( doch zugetragen habenn . Derhalber ich aller sach das noch bedencken und fragen von wegen diser geschicht , die ich von anfang an selben will , diewyl mir darum zwüßen ist .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_589", + "psc_text": "Ἀλλʼ ἐπειδὴ ἤρξω γράφειν, μὴ διαλίπῃςδιαλίποις multi MSS. non vetustissimi. τοῦτο ποιῶν. εὐφρανεῖς γὰρ πλέον ἢ οἱ τὰ πολλὰ χρήματα τοῖς φιλοπλούτοις διαπεμπόμενοι· τῶν δὲ γραφέων οὐδείς μοι παρῆν, οὔτε τῶν καλλιγραφούντων οὔτε τῶν ταχυγράφων. οὓς γὰρκαί add. E. ἔτυχον ἐξασκήσας, οἱ μὲν ἀνέδραμον ἐπὶ τὴν πρώτην τοῦ βίου συνήθειαν, οἱ δὲ ἀπειρήκασι πρὸς τοὺς πόνους, χρονίαις ἀρρωστίαις κεκακωμένοι. Διοδώρῳ,Θεοδώρῳ E, Med. πρεσβυτέρῳ Ἀντιοχείας Ἐνέτυχον τοῖς ἀποσταλεῖσι βιβλίοις παρὰ τῆς τιμιότητός σου. καὶ τῷ μὲν δευτέρῳ ὑπερήσθην, οὐ διὰ τὴν βραχύτητα μόνον, ὡς εἰκὸς ἦν τὸν ἀργῶς πρὸς πάντα καὶ ἀσθενῶς λοιπὸν διακείμενον, ἀλλʼ ὅτι πυκνόν τε ἅμα ἐστὶ ταῖς ἐννοίαις, καὶ εὐκρινῶς ἐν αὐτῷ ἔχουσιν αἵ τε ἀντιθέσεις τῶν ὑπεναντίων καὶ αἱ πρὸς αὐτὰς ἀπαντήσεις· καὶ τὸ τῆς λέξεως ἁπλοῦν τε καὶ ἀκατάσκευον πρέπον ἔδοξέ μοι εἶναι προθέσει Χριστιανοῦ, οὐ πρὸς ἐπίδειξιν μᾶλλον ἢ κοινὴν ὠφέλειαν συγγράφοντος.γράφοντος editi antiqi. τὸ δὲ πρότερον, τὴν μὲν δύναμιν ἔχον τὴν αὐτὴν ἐν", + "candidate_score": 0.612551, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_17", + "bdc_text": "dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1387", + "psc_text": "γράμμασιν, οὐκ ἂν ἄμεινον τοῦτότούτου E. Harl., Med. μοι ποιῆσαι ἐδόκεις, ἢ τοιαῦτα γράφων, ὁποῖα νῦν ἔγραψας. καλεῖς γάρ με σοφιστήν· τοῦ τοιούτου δὲ εἶναι φῂςεἶναι φῂς λέγεις εἶναι E. τὸ δύνασθαι τὰ μικρὰ μὲν μεγάλα ποιεῖν, τὰ δʼ αὖτὰ δʼ αὖ καὶ τὰ editi antiqui. μεγάλα μικρά. καὶ δὴ τὴν ἐμὴν ἐπιστολὴν βεβουλῆσθαι φῂς δεῖξαι τὴν σὴν καλήν, οὐκ οὖσαν καλήν· εἶναί τε οὐδὲν ἧς νῦν ἔπεμψας βελτίω· ὅλως τε οὐδεμίανμηδεμίαν E. εἶναι παρὰ σοὶ λόγων δύναμιν, τῶν μὲν νῦν ὄντων ἐν χερσὶ βιβλίων τοῦτο οὐ ποιούντων, ὧν δὲ εἶχες πρότερον λόγων ἐξερρυηκότων. καὶ ταῦτα πείθειν ἐπιχειρῶν, οὕτω καλὴν καὶ ταύτην, ἣν λέγεις κακῶς,καλῶς quinque MSS. εἰργάσω τὴν ἐπιστολήν, ὥσθʼ οἱ παρόντες ἡμῖν οὐκ εἶχον μὴom. E. πηδᾷν ἀναγινωσκομένης. ἐθαύμασα οὖν, ὅτι ταύτῃ τὴν προτέραν καθελεῖν ἐπιχειρήσας, τῷ φάναι ταύτῃταύτην E. τὴν προτέραν ἐοικέναι, ταύτῃ τὴν προτέραν ἐκόσμησας. Ἐχρῆν δὲ ἄρα τὸν τοῦτο βουλόμενον, χείρονα ποιῆσαι ταύτην ἐπὶ διαβολῇ", + "candidate_score": 0.612411, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_43", + "bdc_text": "Aber ich vermören des beschafftig anß ein et nostri Bullingero , etc. D .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_620", + "psc_text": "οἱ πιστευθέντες τὴν διακονίαν διέσωσαν ἡμῶν τὰς ἀποκρίσεις, περὶ τῶν αὐτῶν ἀπολογοῦμαι· πρὸς μὲν τὴν ἀπόλειψιν ἀληθεστάτην πρόφασιν γράφων, ἧς οἶμαι τὴν ἀκοὴν καὶ μέχρι τῆς σῆς ὁσιότητος διαβεβηκέναι, ὅτι ὑπὸ ἀρρωστίας κατεσχέθην τῆς μέχρις αὐτῶν με τῶν πυλῶν τοῦ θανάτου καταγαγούσης. καὶ ἔτι καὶ νῦν, ἡνίκα ἀπέστελλον περὶ τούτων, λείψανα φέρων τῆς ἀρρωστίας ἔγραφον. ταῦτα δέ ἐστι τοιαῦτα, ὥστε ἐξαρκεῖν ἑτέρῳ νοσήματαἑτέρων νοσήματα E; ἑτέρῳ νοσήματα Harl., Med.; ἑτέρων νοσήματι editi antiqi. εἶναι δύσφορα. Πρὸς δὲ τό, ὅτι οὐ ῥᾳθυμίᾳ ἡμετέρᾳ τὰ τῶν ἐκκλησιῶν τοῖς ἐναντίοις προδέδοται, εἰδέναι βούλομαι τὴν θεοσέβειάν σου, ὅτι οἱ κοινωνικοὶ δῆθεν ἡμῖν τῶν ἐπισκόπων, ἢ ὄκνῳ, ἢ τῷ πρὸς ἡμᾶς ὑπόπτως ἔχειν ἔτι καὶ μὴ καθαρῶς, ἢ τῇ παρὰ τοῦ διαβόλου ἐγγινομένῃ πρὸς τὰς ἀγαθὰς πράξεις ἐναντιώσει, συνάρασθαισυναίρεσθαι editi antiqi. ἡμῖν οὐκ ἀνέχονται. ἀλλὰ σχήματι μὲν δῆθεν οἱ πλείους ἐσμὲν μετʼ ἀλλήλων, προστεθέντος ἡμῖν καὶ τοῦ χρηστοῦ Βοσπορίου, ἀληθείᾳ δὲ πρὸς οὐδὲν ἡμῖν τῶν", + "candidate_score": 0.612221, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_43", + "bdc_text": "Aber ich vermören des beschafftig anß ein et nostri Bullingero , etc. D .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1099", + "psc_text": "περιωδυνίᾳ τινὶ κατεχόμενοι διὰ τῶν στεναγμῶν κουφίζειν πως τὰς ἀλγηδόνας πεφύκασι, τοῦτο καὶ ἡμεῖς ποιοῦμεν· οἷον ἀποσκευαζόμεθα τῆς λύπης τὸ βάρος, δι’ ὧν πρὸς τὴν ὑμετέραν ἀγάπην τὰς πολυειδεῖς ἡμῶν συμφορὰς ἐξαγγέλλομεν, εἴ πως ἄν, σφοδρότερον εἰς τὰς ὑπὲρ ἡμῶν προσευχὰς κινηθέντες, δυσωπήσητε τὸν Κύριον διαλλαγῆναι ἡμῖν. εἰ μὲν οὖν αἱ θλίψεις ἦσαν μόναι αἱ καταπονοῦσαι ἡμᾶς, κἂν συνεβουλεύσαμεν ἑαυτοῖς τὴν ἡσυχίαν ἄγειν, καὶ χαίρειν τοῖς ὑπὲρ Χριστοῦ παθήμασιν, ἐπειδὴ Οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆσεσθαι εἰς ἡμᾶς. νῦν δὲ φοβούμεθα, μήποτ�� αὐξανόμενον τὸ κακόν, ὥσπερ τις φλὸξ διὰ τῆς καιομένης ὕλης βαδίζουσα, ἐπειδὰν καταναλώσῃ τὰ πλησίον, ἅψηται καὶ τῶν πόρρω. ἐπινέμεται γὰρ τὸ κακὸν τῆς αἱρέσεως· καὶ δέος ἐστί, μὴ τὰς ἡμετέρας ἐκκλησίας καταφαγοῦσα, ἕρψῃ λοιπὸν καὶ ἐπὶ τὸ ὑγιαῖνον μέρος τῆς καθʼ ὑμᾶς παροικίας. τάχα μὲν οὖν διὰ τὸ παρʼ ἡμῖν πλεονάσαι τὴν ἁμαρτίαν, πρῶτοι παρεδόθημεν εἰς κατάβρωσιν τοῖς ὠμοφάγοις ὀδοῦσι τῶν", + "candidate_score": 0.61102, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_43", + "bdc_text": "Aber ich vermören des beschafftig anß ein et nostri Bullingero , etc. D .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_531", + "psc_text": "μὲν οὖν ὁ αὐτὸς διέμειναςδιέμενες Med. σεαυτῷ, οὐκ ἂν πλῆθος γραμμάτων ἐπεζητοῦμεν, ἀλλʼ ἐξήρκει ἡμῖν τοσοῦτον· ὁ δεῖνα τῷ δεῖνι· ὑγιαίνειν ἡμᾶς ἴσθι, καὶ ἔρρωσο. ἐπεὶ δὲ ἀκούομεν ἃἀκούομεν ἃ τὰ ἀκουόμενα E. καὶ λέγειν αἰσχυνόμεθα, καταλιπόντα σε τὴν τῶν μακαρίων προγόνων τάξιν, ἐπὶ τὸν πρὸς πατρὸς πάππον αὐτομολεῖν καὶ Βρεττάνιον σπουδάζειν γενέσθαι ἀντὶ Φιρμίνου, ἐπιζητοῦμεν αὐτὰ ταῦτα ἀκοῦσαι,παρὰ σοῦ add. editio Paris. καὶ τοὺς λογισμοὺς μαθεῖν καθʼ οὓς ἐπὶ ταύτην ἐλθεῖν τοῦ βίου τὴν ὁδὸν ὑπήχθης. ἀλλʼ ἐπειδὴ αὐτὸς ἀπεσιώπησας αἰδοῖ τοῦ βουλεύματος, ἡμεῖς σε παρακαλοῦμεν μήτεμήποτε E. βουλεύεσθαι αἰσχύνης ἄξια, καὶ εἴ τικαί add. E. ὑπέδραμέ σου τὸν νοῦν, ἀπελάσαντα τοῦτο τῆς διανοίας σεαυτοῦ γενέσθαι πάλιν, καὶ μακρὰ χαίρειν εἰπόντα στρατείᾳ καὶ ὅπλοις καὶ ταῖς ἐπὶτοῦ add. E. στρατοπέδου ταλαιπωρίαις, καταλαβεῖν τὴν πατρίδα, ἀρκοῦν πρὸς ἀσφάλειαν βίου καὶ πρὸς πᾶσαν περιφάνειαν τὸ ἐξίσου τοῖς προγόνοις κρατῆσαι τῆς πόλεως ἡγησάμενον· ὅπερ ἀπόνως σοι παραγενήσεσθαι πεπιστεύκαμεν, πρός τε τὴν ἐκ", + "candidate_score": 0.609357, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_17_19", + "bdc_text": "dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben . Es möchte villicht ein und der ander brürten sich ettwas anderer gstalt ( doch zugetragen habenn . Derhalber ich aller sach das noch bedencken und fragen von wegen diser geschicht , die ich von anfang an selben will , diewyl mir darum zwüßen ist .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1115", + "psc_text": "παρελθόντι πεῖραν τῆς οὕτως εὐτελοῦς διαβολῆς κυριωτέραν θέμενος, ἀλλʼ οἷόν τις πῶλος ἀδάμαστος, οὔπω φέρειν καλῶς τὸν ἀναβάτην δεδιδαγμένος, ἐκ μικρᾶς ὑποψίας ἀνεχαίτισε καὶ ἀπεσείσατο καὶ χαμαὶ ἔρριψεν οἷς πρότερον ἐπηγάλλετο· τί χρὴ περὶ τῶν ἄλλων ὑπονοεῖν, πρὸς οὓς οὔτε ἡμῖν τοσαῦτα τῆς φιλίας ἐστὶν ἐνέχυρα οὔτε παρʼ αὐτῶν τοιαύτη τῆς τῶν τρόπων ἐπιμελείας ἐπίδειξις; ταῦτα κατʼ ἐμαυτὸν ἀνελίσσων ἐν τῇ ψυχῇ, καὶ συνεχῶς στρέφων ἐν τῇ καρδίᾳ, μᾶλλον δὲ ἀναστρεφόμενος ὑπʼ αὐτῶν τὴν καρδίαν, οὕτω δακνόντων με καὶ νυσσόντων διὰ τῆς μνήμης, οὐδὲν ἐκείνοις ἀπεκρινάμην τοῖς γράμμασιν, οὐχ ὑπεροψίᾳ σιωπήσας (μὴ τοῦτο οἰηθῇς, ἀδελφέ· οὐ γὰρ ἀνθρώποις ἀπολογούμεθα, ἀλλὰ κατενώπιον τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ λαλοῦμεν), ἀπορίᾳ δὲ καὶ ἀμηχανίᾳ καὶ τῷ μὴ ἔχειν εἰπεῖν τι τῆς λύπης ἄξιον. Ἕως ἐν τούτοις ἦμεν, ἐπικατέλαβεν ἡμᾶς ἕτερα γράμματα πρὸς Δαζίζαν τινὰ γεγραμμένα δῆθεν, τῇ δὲ ἀληθείᾳ πᾶσιν ἀνθρώποις ἐπεσταλμένα, ὡς δηλοῖ αὐτῶν ἡ οὕτως ὀξεῖα διάδοσις, ὡς ἐν ὀλίγαις ἡμέραις ἐν", + "candidate_score": 0.607919, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1_3", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen lies inen , möchte es glie statt gar nitt verlyedenn , Gedoch , sünd sy , ob sy glich fründen und nich fenden , ir unwillig , dar man die soch zuͦ haltet .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1254", + "psc_text": "ἐπὶ τοῖς ἀπηγορευμένοις οὔτε ἀγανακτοῦντας οὔτε δυναμένους λογίζεσθαι, ὅτι εἰς αὐτὸν τὸν βίον καὶ τὴν ζωὴν τὴν ἀνθρωπίνην παρανομία ἐστὶ καὶ τυραννὶς ἡ γινομένη αὕτη ἁρπαγή, καὶ ὕβρις κατὰ τῶν ἐλευθέρων. οἶδα γὰρ ὅτι, εἰ τοιαύτην εἴχετε γνώμην πάντες, οὐδὲν ἐκώλυε πάλαι τοῦ κακοῦ τὴν συνήθειαν τούτου ἐξελαθῆναι τῆς πατρίδος ἡμῶν· ἀνάλαβε τοίνυν ἐπὶ τοῦ παρόντος ζῆλον Χριστιανοῦ, καὶ κινήθητι ἀξίως τοῦ ἀδικήματος. καὶ τὴν μὲν παῖδα, ὅπουπερ ἂν εὕρῃς, ἀφελόμενος πάσῃ εὐτονίᾳ ἀποκατάστησον τοῖς γονεῦσι· καὶ αὐτὸν δὲ ἐκεῖνον ἐξόρισον τῶν εὐχῶν, καὶ ἐκκήρυκτον ποίησον· καὶ τοὺς συνεπελθόντας αὐτῷ, κατὰ τὸ ἤδη προλαβὸν παρʼ ἡμῶν κήρυγμα, τριετίαν πανοικεὶπανοικὶ E. Med. τῶν εὐχῶν ἐξόρισον. καὶ τὴν κώμην τὴν ὑποδεξαμένην τὴν ἁρπαγεῖσαν, καὶ φυλάξασαν, ἤτοι ὑπερμαχήσασαν, καὶ αὐτὴν ἔξω τῶν εὐχῶν πανδημεὶ ποίησον· ἵνα μάθωσι πάντες, ὡς ὄφιν, ὡς ἄλλο τι θηρίον, κοινὸν ἐχθρὸν ἡγούμενοι τὸν ἅρπαγα, οὕτως ἀποδιώκεινδιώκειν editi antiqui. αὐτὸν καὶ προΐστασθαι τῶν ἀδικουμένων. Εὐσεβίῳ ἑταίρῳ συστατικὴ ἐπὶ Κυριακῷ", + "candidate_score": 0.60762, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_17", + "bdc_text": "dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1174", + "psc_text": "εἶδον αὐτοὺς προσιόντας μοι, ἐδιπλασίασα τὸ ἐπʼ αὐτοῖς φίλτρον. ὅτε δὲ ἀνέγνων τὴν ἐπιστολὴν καὶ εἶδον ἐν αὐτῇ ὁμοῦ μὲν τὸ περὶ τὰςτῆς editi antiqui. ἐκκλησίας προνοητικὸν τῆς σῆς διαθέσεως, ὁμοῦ δὲ τὸ περὶ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν θείων γραφῶν ἐπιμελές, ηὐχαρίστησα τῷ Κυρίῳ, καὶ ἐπηυξάμην τὰ ἀγαθὰ τοῖς τὰ τοιαῦτα ἡμῖν διακομίζουσι γράμματα, καὶ πρό γε αὐτῶν αὐτῷ τῷ γράψαντι ἡμῖν. Ἐπεζήτησας τὸ πολυθρύλλητον ἐκεῖνο, καὶ παρὰ πᾶσιν ἄνω καὶ κάτω περιφερόμενον ῥητόν, τίνα τὴνom. E. λύσιν ἔχει· τό, Πᾶς ὁ ἀποκτείνας Κάϊν ἑπτὰ ἐκδικούμενα παραλύσει. διὰ τούτου δὲ τέως μὲν αὐτὸς σεαυτὸν συνέστησας, τὸ τοῦ Τιμοθέουποιῶν add. E. editi antiqui. ὃ παρέδωκεν αὐτῷ Παῦλος, ἀκριβῶς φυλάττοντα, δῆλος γὰρ εἶ προσέχων τῇ ἀναγνώσει· ἔπειτα καὶ ἡμᾶς τοὺς γέροντας καὶ νεναρκηκότας ἤδη καὶ τῷ χρόνῳ καὶ τῇ ἀσθενείᾳ τοῦ σῶματος καὶ τῷ πλήθει τῶν θλίψεων, αἳ πολλαὶ νῦν περὶ ἡμᾶς κινηθεῖσαι ��βάρησανἐβάρυναν E. ἡμῶν τὴν ζωήν, ὅμως διανέστησας, καὶ ζέων τῷ", + "candidate_score": 0.606513, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_17", + "bdc_text": "dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_405", + "psc_text": "τοῦ φοβεροῦ τούτου χειμῶνος παρὰ πάντων ὁμοίως τῶν καὶ κατὰ μικρὸν ἢ ἀκοῇ ἢ πείρᾳ γνωριζόντων τὴν τελειότητα σοῦ πιστεύῃ.πιστεύειν E. διὸ μὴ ἀνῇς καὶ προσευχόμενος ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν καὶ διεγείρων ἡμᾶς τοῖς γράμμασιν· ὧν εἰ ᾔδεις ὁπόσον ἐστὶ τὸ ὠφέλιμον, οὐκ ἄν ποτε παραπεσοῦσάν σοι γραμμάτων ἀφορμὴν πρὸς ἡμᾶς ὑπερέβης. εἰ δὲ καταξιωθείημεν τῇ συνεργίᾳ τῶν προσευχῶν τοῦ ἰδεῖν σε καὶ ἀπολαῦσαι τῶν ἐν σοὶ ἀγαθῶν, καὶ προσθεῖναι τῇ ἱστορίᾳ τοῦ ἡμετέρου βίου τὴν συντυχίαν τῆς μεγάλης σου ὄντως καὶ ἀποστολικῆς ψυχῆς, πάντως ἂν ἑαυτοῖςαὐτοῖς editi antiqi. ἐλογισάμεθα, ὧν ἐθλίβημενἐθλίβομαι editi antiqi. ἐν πάσῃ τῇ ζωῇ ἡμῶν, ἀντίρροπον παρὰ τῆς τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίας ἐσχηκέναι παραμυθίαν. Ἰννοκεντίῳ ἐπισκόπῳῬώμης add. absurde Clarom. Ὅσον εὐθύμησα δεξάμενος γράμματα τῆς ἀγάπης σου, τοσοῦτον ἐλυπήθην, ὅτι βάρος ἐπέθηκας ἡμῖν φροντίδος τῆς ὑπερβαινούσης ἡμᾶς. πῶς γὰρ δυνηθῶμεν ἀπὸ τοσούτου διαστήματος τοσαύτης ἡμεῖς οἰκονομίας περιγενέσθαι; ἕως μὲν γὰρ ὑμᾶς ἔχει ἡ Ἐκκλησία, ὡς ἰδίοις στηρίγμασιν ἐπαναπαύεται,", + "candidate_score": 0.606112, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_17", + "bdc_text": "dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1116", + "psc_text": "κατενώπιον τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ λαλοῦμεν), ἀπορίᾳ δὲ καὶ ἀμηχανίᾳ καὶ τῷ μὴ ἔχειν εἰπεῖν τι τῆς λύπης ἄξιον. Ἕως ἐν τούτοις ἦμεν, ἐπικατέλαβεν ἡμᾶς ἕτερα γράμματα πρὸς Δαζίζαν τινὰ γεγραμμένα δῆθεν, τῇ δὲ ἀληθείᾳ πᾶσιν ἀνθρώποις ἐπεσταλμένα, ὡς δηλοῖ αὐτῶν ἡ οὕτως ὀξεῖα διάδοσις, ὡς ἐν ὀλίγαις ἡμέραις ἐν παντὶ μὲν τῷ Πόντῳ κατασπαρῆναι καὶ τὴν Γαλατίαν ἐπιδραμεῖν. φασὶ δέ τινες, ὅτι καὶ Βιθυνοὺς διεξελθόντες οἱ τῶν ἀγαθῶν τούτων ἄγγελοι μέχρις αὐτοῦ ἔφθασαν Ἑλλησπόντου. τίνα δὲ ἦν τὰ καθʼ ἡμῶν πρὸς Δαζίζαν ἐπεσταλμένα, πάντως μὲν οἶδας. οὐ γὰρ οὕτω σε μακρὰν τῆς ἑαυτῶν φιλίας τίθενται, ὥστε σε μόνον ἀγέραστον τῆς τιμῆς ἐκείνης καταλιπεῖν. εἰ δὲ οὐκ ἦλθεν εἰς σὲ τὰ γράμματα, ἀλλʼ ἐγώ σοι ἀποστέλλω. ἐν οἷς εὑρήσεις ἡμᾶς κατηγορουμένους, δόλον καὶ ῥᾳδιουργίαν, φθορὰν ἐκκλησιῶν καὶ ψυχῶν ἀπώλειαν, καὶ τὸ πάντων, ὡς αὐτοὶ νομίζουσιν, ἀληθέστερον, ὅτι ἐγκάθετον ἐκείνην τὴν προβολὴν τῆς πίστεως ἐποιησάμεθα, οὐ Νικοπολίταις διακονούμενοι, ἀλλʼ αὐτοὶ λαβεῖν", + "candidate_score": 0.606015, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1_3", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen lies inen , möchte es glie statt gar nitt verlyedenn , Gedoch , sünd sy , ob sy glich fründen und nich fenden , ir unwillig , dar man die soch zuͦ haltet .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_893", + "psc_text": "οὐχὶ διδόντες; τί δὲ οὐχ ὑπισχνούμενοι; ὅμως κατασχεῖν ἡμᾶς οὐκ ἠδυνήθησαν. πῶς οὖν ὁ τότε καλούμενος οὐχ ὑπακούων, νῦν ἐπεχείρουν ἂν ἄκλητος εἰσωθίζεσθαι; πῶς δὲ ὁ τοὺς ἐπαινοῦντάς με καὶ θαυμάζοντας ἀποφεύγων, ἔμελλον ἂν νῦν διώκειν τοὺς διαβάλλοντας; μὴ οἰηθῆτε, ὦ ἄριστοι· οὐχ οὕτως εὔωνα τὰ ἡμέτερα. οὔτε γὰρ ἄν τις ἀκυβερνήτου πλοίου σωφρονῶν ἐπιβαίη, οὔτε ἐκκλησίᾳ παραβάλοι, ᾗ τὸν κλύδωνα καὶ τὴν ζάλην αὐτοὶ οἱ ἐπὶ τῶν οἰακῶν καθεζόμενοι ἐμποιοῦσι. πόθεν γὰρ γέγονε θορύβου πλήρης ἡ πόλις, ὅτε οἱ μὲν ἔφευγον, οὐδενὸς διώκοντος, οἱ δὲ ὑπεξῄεσαν, οὐδενὸς ἐπιόντος· χρησμολόγοι δὲ καὶ ὀνειροσκόποι πάντες ἐμορμολύττοντο; πόθεν ἄλλοθεν ταῦτα; ἢ οὐχὶ καὶ παιδὶ γνώριμον, ὅτι ἐκ τῶν ἡγουμένων τοῦ πλήθους; ὧν τὰς αἰτίας τῆς ἔχθρας ἐμοὶ μὲν οὐκ εὐπρεπὲς λέγειν, ὑμῖν δὲ συνορᾷν καὶ πάνυ ῥᾴδιον. ὅταν γὰρ ἡ μὲν πικρία καὶ ἡ διάστασις μηδεμίαν ἔχοι ὑπερβολὴν εἰς χαλεπότητα, ἡ δὲ τῆς αἰτίας ἐξήγησις ἀνυπόστατος παντελῶς καὶ καταγέλαστος ᾖ, δῆλόν ἐστι", + "candidate_score": 0.604729, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_8_10", + "bdc_text": "Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn . wort mitt j.", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_842", + "psc_text": "Κύριος κατέλιπεν εἰπών· Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν· οὐ δύναμαι πεῖσαι ἐμαυτόν, ὅτι ἄνευ τῆς ἐν ἀλλήλοις ἀγάπης καὶ ἄνευ τοῦ, τὸ εἰς ἐμὲ ἧκον, εἰρηνεύειν πρὸς πάντας δύναμαι ἄξιος κληθῆναι δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ. πολὺν μὲν γὰρ ἀνέμεινα χρόνον, εἴ ποτε καὶ παρὰ τῆς ὑμετέρας ἀγάπης γένηται τις πρὸς ἡμᾶς ἐπισκέψις. οὐ γὰρ ἀγνοεῖτε ὅτι δημοσίᾳ προκείμενοι πᾶσιν, ὥσπερ οἱ ἐν τῇ θαλάσσῃ προβεβλημένοι σκόπελοι, ἡμεῖς τὸν θυμὸν τῶν αἱρετικῶν κυμάτων ὑποδεχόμεθα, καὶ περὶ ἡμᾶς ῥηγνύμενοι, τὰ κατόπιν ἡμῶν οὐκ ἐπικλύζουσι. τὸ δὲ ἡμεῖς ὅταν εἴπω, οὐκ εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ἀναφέρω δύναμιν, ἀλλʼ εἰς τὴν τοῦ Θεοῦ χάριν, τοῦ ἐν τῇ ἀσθενείᾳ τῶν ἀνθρώπων τὸ δυνατὸν ἑαυτοῦ δεικνύντος, καθά φησιν ὁ προφήτης ἐκ προσώπου Κυρίου λέγων· ἢ ἐμὲ οὐ φοβηθήσεσθε, τὸν τιθέντα ἄμμον ὅριον τῇ θαλάσσῃ; τῷ γὰρ ἀσθενεστάτῳ πάντων καὶ εὐκαταφρονήτῳ πράγματι, τῇ ψάμμῳ, τὴν μεγάλην καὶ βαρεῖαν θάλασσαν ἐπέδησεν ὁ δυνατός. ἐπεὶ οὖν τοιοῦτόν τι", + "candidate_score": 0.604214, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_17", + "bdc_text": "dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1400", + "psc_text": "σκῶπτε καὶ διάσυρε τὰ ἡμέτερα, εἴτε γελῶν εἴτε σπουδάζων. τί δὲ χιόνος ἢ γριτῆς ἐμνημόνευσας, παρὸν ἐντρυφᾷν ἡμῶν τοῖς σκώμμασιν; ἐγὼ δέ, ὦ Λιβάνιε, ἵνα σοι καὶ πλατὺν κινήσω τὸν γέλωτα, ὑπὸ παραπετάσματι καλυπτόμενος χιόνος, τὴν ἐπιστολὴν ἔγραψα, ἣν δεξάμενος ψαύων χερσί, γνώσῃ ὡς κρυερά τις αὐτὴ καὶ τὸν πέμψαντα χαρακτηρίζει ἐμφωλεύοντα, καὶ μὴ δυνάμενον ἔξω τῶν δωματίωντοῦ δωματίου Regius sec., Coisl. sec. προκύπτειν. τάφους γὰρ τοὺς οἴκους κεκτήμεθα, μέχρις ἐπιλάβοι τὸ ἔαρ καὶ νεκροὺς ἡμᾶς ὄντας πρὸς ζωὴν ἐπανάξῃ,ἐπανάξει editi antiqui. πάλιν τὸ εἶναι, ὥσπερ φυτοῖς, χαριζόμενον. Βασίλειος Λιβανίῳ Πολλοὶ περιτυχόντες ἡμῖν τῶν αὐτόθιαὐτόθεν Regius sec., Coisl. sec. ἐθαύμασάν σου τὴν ἐν τοῖς λόγοις ἀρετήν. ἔλεγον γὰρ ἐπίδειξίν τινα γεγενῆσθαι λαμπρὰν ἄγαν, καὶ ἀγὼν ἦν, ὡς ἔφασκον, μέγιστος, ὡς πάντας μὲν συνδραμεῖν καὶ μηδένα ἕτερον ἐν τῇ πόλει φανῆναι ἢ μόνον Λιβάνιον ἀγωνιζόμενον, καὶ πᾶσαν ἡλικίαν ἀκροωμένην. οὐ γὰρ ἠξίου τις ἔξω τῶν ἀγώνων γενέσθαι, οὐκ ἀξιώματος ὄγκῳ συνών,", + "candidate_score": 0.604177, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_32", + "bdc_text": "Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_843", + "psc_text": "χάριν, τοῦ ἐν τῇ ἀσθενείᾳ τῶν ἀνθρώπων τὸ δυνατὸν ἑαυτοῦ δεικνύντος, καθά φησιν ὁ προφήτης ἐκ προσώπου Κυρίου λέγων· ἢ ἐμὲ οὐ φοβηθήσεσθε, τὸν τιθέντα ἄμμον ὅριον τῇ θαλάσσῃ; τῷ γὰρ ἀσθενεστάτῳ πάντων καὶ εὐκαταφρονήτῳ πράγματι, τῇ ψάμμῳ, τὴν μεγάλην καὶ βαρεῖαν θάλασσαν ἐπέδησεν ὁ δυνατός. ἐπεὶ οὖν τοιοῦτόν τι ἐστὶ καὶ τὸ καθʼ ἡμᾶς, ἀκόλουθον ἦν παρὰ τῆς ὑμετέρας ἀγάπης καὶ τῶν γνησίων τινὰς ἀποστέλλεσθαι συνεχῶς εἰς ἐπίσκεψιν ἡμῶν τῶν καταπονουμένων, καὶ γράμματα ἀγαπητικὰ φοιτᾷν πρὸς ἡμᾶς συνεχέστερον, τοῦτο μὲν στηρίζοντα ἡμῶν τὴν προθυμίαν, τοῦτο δέ, καὶ εἴ τι σφαλλόμεθα, ἐπανορθούμενα. οὐκ ἀρνούμεθα γὰρ μυρίοις σφάλμασιν ὑποκεῖσθαι, ἄνθρωποι ὄντες καὶ ἐν σαρκὶ ζῶντες. Ἀλλʼ ἐπειδὴ τὸν πρὸ τούτου χρόνον, ἢ διὰ τὸ μὴ συνιδεῖν τὸ πρέπον, παρελίπετε τὰ ὀφειλόμενα ἡμῖν, ἀδελφοὶ τιμιώτατοι, ἢ διὰ τὸ προληφθῆναι παρὰ τινῶν εἰς τὰς καθʼ ἡμῶν διαβολάς, οὐκ ἐνομίσατε ἡμᾶς ἀξίους εἶναι ἀγαπητικῆς ἐπισκέψεως· ἰδοὺ νῦν καὶ κατάρχομεν τοῦ γράμματος αὐτοί, καὶ τὰς", + "candidate_score": 0.603608, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_17", + "bdc_text": "dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_802", + "psc_text": "τῆς εὐσεβείας. Ἀβουργίῳ. Διάττειν σε ὡς τοὺς ἀστέρας, ἄλλοτε κατʼ ἄλλο μέρος τῆς βαρβαρικῆς ἀνίσχοντα, νῦν μὲν σιτηρέσια στρατιωτικὰ παρέχοντα, νῦν δὲ βασιλεῖ φαινόμενον μετὰ λαμπροῦ τοῦ σχήματος, ἡ τῶν ἀγαθῶν ἄγγελος φήμη ἀγγέλλουσα ἡμῖν οὐ διαλείπει. εὐχόμεθα δὲ τῷ Θεῷ, κατὰ λόγον σοι προϊοῦσαν τὴν ἐπιχείρησιν, ἐπὶ μέγα σε προσελθεῖν, καὶ φανῆναί ποτε τῇ πατρίδι. ἕως ἐσμὲν ὑπὲρ γῆς καὶ τὸν ἀέρα τοῦτον ἀνέλκομεν. τοσοῦτον γὰρ μέτεστιν ἡμῖν τοῦ βίου, ὅσον ���ναπνεῖν μόνον. Ἀμβροσίῳ, ἐπισκόπῳ Μεδιολάνων. Μεγάλαι ἀεὶ καὶ πολλαὶ τοῦ Δεσπότου ἡμῶν αἱ δωρεαί, καὶ οὔτε τὸ μέγεθος αὐτῶν μετρητόν, οὔτε τὸ πλῆθος ἀριθμητόν. μία δὲ τῶν μεγίστων δωρεῶν ἐστι τοῖς εὐαισθήτως δεχομένοις τὰς χάριτας καὶ ἡ παροῦσα αὕτη, ὅτι πλεῖστον ἡμᾶς τῇ θέσει τοῦ τόπου διῃρημένους ἔδωκεν ἀλλήλοις συνάπτεσθαι διὰ τῆς ἐν τοῖς γράμμασι προσφωνήσεως. καὶ γνώσεως τρόπον διττὸν ἡμῖν ἐχαρίσατο· ἕνα μὲν διὰ τῆς συντυχίας, ἕτερον δὲ τὸν διὰ τὴς τοῦ γράμματος ὁμιλίας. ἐπεὶ οὖν ἐγνωρίσαμέν", + "candidate_score": 0.603543, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_32", + "bdc_text": "Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_493", + "psc_text": "τί λυπούμεθα, ὡς καὶκαί om. E οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα; παρακλήθητι οὖν μὴ ὑποπεσεῖν τοῖς πάθεσιν, ἀλλὰ δεῖξαι ὅτι ὑπέρκεισαι καὶ ὑπερῆρας. Σαταλεῦσι πολίταις Ἐγὼ τάς τε ἰδίας ὑμῶν παρακλήσεις καὶ τὰς τοῦ λαοῦ παντὸς δυσωπηθείς, καὶ ἐδεξάμηνκατεδεξάμην Harl. τὴν φροντίδα τῆς καθʼ ὑμᾶς ἐκκλησίας, καὶ ὑπεσχόμην ὑμῖν ἐνώπιον Κυρίου μηδὲν ἐλλείψειν τῶν εἰς δύναμιν ἐμὴν ἡκόντων. διὸ ἠναγκάσθην, κατὰ τὸ γεγραμμένον,εἰρημένον Harl., Med. οἷον τῆς κόρης τοῦ ἐμοῦ ὀφθαλμοῦ ἅψασθαι. οὕτως τὸ ὑπέρβαλλον τῆς καθʼ ὑμᾶς τιμῆς οὐδενός μοι συνεχώρησεν εἰς μνήμην ἐλθεῖν, οὐ συγγενείας, οὐ τῆς ἐκ παιδὸς συνηθείας τῆς ὑπαρχούσης μοι πρὸς τὸν ἄνδρα, πρὸ τῶν παρʼ ὑμῶν αἰτηθέντων· ἀλλὰ πάντων μὲν τῶν ἰδίᾳ μοι ὑπαρχόντων πρὸς αὐτὸν εἰς οἰκειότητος λόγον ἐπιλαθόμενος, μὴ ὑπολογισάμενος δὲ μηδὲ τοῦ στεναγμοῦ τὸ πλῆθος, ὃ καταστενάξει μου ὁ λαὸς ὁ τὴν προστασίαν αὐτοῦ ζημιωθείς, μὴ πάσης αὐτοῦ τῆς συγγενείας τὸ δάκρυον, μὴ μητρὸς αὐτοῦ γηραιᾶς καὶ ἐπὶ μόνῃ τῇ παρʼ αὐτοῦ", + "candidate_score": 0.602966, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_32", + "bdc_text": "Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_661", + "psc_text": "ἡμῖν μόνοις ἐλθεῖν ἐπὶ τὴν ἐπανόρθωσιν, ὄντος τοῦ ἐπισκόπου τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι, ᾧ ἡ φροντὶς ἀνῆκεἀνήκει editi antiqi. προηγουμένως τῆς ἐκκλησίας· ὃν οὔτε αὐτὸν ἐλθεῖν πρὸς ἡμᾶς οἷόν τε, καὶ ἡμῖν ἀποδημήσεινἀποδημεῖν editi antiqi. τέως ὑπὸ τοῦ χειμῶνος οὐ ῥᾴδιον, μᾶλλον δὲ παντελῶς ἀδύνατον, οὐ μόνον καθότι τὸ σῶμά μοιμου E. Med. ὑπὸ μακρᾶς ἀρρωστίας ἀπείρηκεν, ἀλλʼ ὅτι καὶ αἱ τῶν Ἀρμενιακῶν ὀρῶν αἱαἱ om. E ὑπερβάσεις μικρὸν ὕστερον ἄβατοιἀδύνατοι E. γίνονται καὶ τοῖς πάνυ καθʼ ἡλικίαν σφριγῶσι. γράμματι δὲ αὐτῷ σημᾶναισημῆναι tres MSS. ταῦτα οὐ παραιτήσομαι. οὐ μέντοι προσδοκῶ τι ἐκ τῶν γραμμάτων ἀξιόλογον ἀποβ��σεσθαι, τῆς τε τοῦ ἀνδρὸς ἀκριβείας στοχαζόμενος καὶ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν γραμμάτων· ὅτι οὐ πέφυκεν ἐναργῶς δύνασθαι δυσωπεῖν ὁ διαπεμπόμενος λόγος. πολλὰ γὰρ δεῖ εἰπεῖν, πολλὰ καὶ ἀντακοῦσαι, καὶ λῦσαι τὰ ὑποπίπτοντα, καὶ ἀνθυπενεγκεῖνἀντεπενεγκεῖν E. τὰ ὑφορμοῦντα, ὧν οὐδὲν δύναται ὁ ἐν τοῖς γράμμασι λόγος, ἀργὸς καὶ ἄψυχος ἐν τῷ χάρτῃ διερριμμένος. Πλὴν", + "candidate_score": 0.602701, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1015", + "psc_text": "ὑποδεχομένων τοῦ πολέμου τὰς προσβολάς. πρὸς δὲ κἀκεῖνο ἐνθυμεῖσθαι ὑμᾶς προσῆκεν, ὅτι οὐχ ὑμᾶς ἀπέβαλεν, ἀλλʼ ἑτέρους προσέλαβεν. οὐ δήπου γὰρ βάσκανοι τινές ἐσμεν ἡμεῖς, ὥστε τὸν δυνάμενον καὶ ἄλλοις τῶν ἑαυτοῦ χαρισμάτων μεταδιδόναι ἀναγκάζειν ὑμῖν ἐναποκλείειν τὴν χάριν καὶ τῷ καθʼ ὑμᾶς μόνῳ χωρίῳ στενοχωρεῖν. οὔτε γὰρ ὁ πηγὴν περιφράσσων καὶ ὕδατος ἔξοδον λυμαινόμενος, οὔτε ὁ διδασκαλίαν διαρκῆ κωλύων ἐπὶ πλεῖον χωρεῖν ἔξω τοῦ πάθους τῆς βασκανίας ἐστίν. ἐχέτω τοίνυν καὶ τὴν Νικοπόλεως μέριμναν, καὶ τὸ ὑμέτερον προσθήκη ἔστω τῶν ἐκεῖ φροντισμάτων. τῷ μὲν γὰρ ἀνδρὶ πλείων προσῆλθεν ὁ κόπος, ὑμῶν δὲ οὐδὲν ἐλαττοῦται ἡ ἐπιμέλεια. Ἐκεῖνο δέ με πάνυ ἐλύπησε, καὶ ἔξω ἐφάνη τοῦ μέτρου, τὸ εἰρῆσθαι, ὅτι ἀποτυχόντες τῶν ἐπιζητουμένων τὰ δικαστήρια καταληψόμεθα, καὶ ἐπιστήσομεν ἀνθρώπους τοῖς πράγμασιν, οἷς ἡ καταστροφὴ τῶν ἐκκλησιῶν εὐχῆς ἐστι τὸ κεφάλαιον. μή ποτε οὖν ἄφρονι θυμῷ φερόμενοί τινες παραπείσωσιν ὑμᾶς φθέγξασθαί τι εἰς τὸ δημόσιον, καὶ γένηται μέν τις ἐντεῦθεν καταστροφή,", + "candidate_score": 0.593459, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_36", + "bdc_text": "verbenns , üch lassend gruͤsen unser g. S. consuli , Pat . consulis car. fundamus partes mutuas .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_558", + "psc_text": "Πατήρ, καὶ φύσει ἅγιος ὁ Υἱός, ἀλλʼ ἀποξενοῦνταςξενοῦντας E. αὐτὸ τῆς θείας καὶ μακαρίας φύσεως. ἀπόδειξις δὲ τοῦ ὀρθοῦ φρονήματος τὸ μὴ χωρίζειν αὐτὸ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ (δεῖ γὰρ ἡμᾶς βαπτίζεσθαι μέν, ὡς παρελάβομεν· πιστεύειν δέ, ὡς βαπτιζόμεθα· δοξάζειν δέ, ὡς πεπιστεύκαμεν, Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα), ἀφίστασθαι δὲ τῆς κοινωνίας τῶν κτίσμα λεγόντων, ὡς φανερῶς βλασφημούντων· ἐκείνου διωμολογημένου (ἀναγκαία γὰρ ἡ ἐπισημείωσις διὰ τοὺς συκοφάντας), ὅτι οὔτε ἀγέννητον λέγομεν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον· ἕνα γὰρ οἴδαμεν ἀγέννητον καὶ μίαν τῶν ὄντων ἀρχήν, τὸν Πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· οὔτε γεννητόν· ἕνα γὰρ μονογενῆ ἐν τῇ παραδόσει τῆς πίστεως δεδιδάγμεθα· τὸ δὲ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεσθαι διδαχθέντες, ἐκ τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁμολογοῦμεν ἀκτΐστως. ἀναθεματίζειν δὲ καὶ τοὺς λειτουργικὸν λέγοντας τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ὡς διὰ τῆς φωνῆς ταύτης εἰς τὴν τοῦ κτίσματος κατάγοντας τάξιν. τὰ γὰρ λειτουργικὰ πνεύματα κτίσματα ἡμῖν ἡ Γραφὴ παρέδωκεν, εἰποῦσα, ὅτι", + "candidate_score": 0.589216, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_893", + "psc_text": "οὐχὶ διδόντες; τί δὲ οὐχ ὑπισχνούμενοι; ὅμως κατασχεῖν ἡμᾶς οὐκ ἠδυνήθησαν. πῶς οὖν ὁ τότε καλούμενος οὐχ ὑπακούων, νῦν ἐπεχείρουν ἂν ἄκλητος εἰσωθίζεσθαι; πῶς δὲ ὁ τοὺς ἐπαινοῦντάς με καὶ θαυμάζοντας ἀποφεύγων, ἔμελλον ἂν νῦν διώκειν τοὺς διαβάλλοντας; μὴ οἰηθῆτε, ὦ ἄριστοι· οὐχ οὕτως εὔωνα τὰ ἡμέτερα. οὔτε γὰρ ἄν τις ἀκυβερνήτου πλοίου σωφρονῶν ἐπιβαίη, οὔτε ἐκκλησίᾳ παραβάλοι, ᾗ τὸν κλύδωνα καὶ τὴν ζάλην αὐτοὶ οἱ ἐπὶ τῶν οἰακῶν καθεζόμενοι ἐμποιοῦσι. πόθεν γὰρ γέγονε θορύβου πλήρης ἡ πόλις, ὅτε οἱ μὲν ἔφευγον, οὐδενὸς διώκοντος, οἱ δὲ ὑπεξῄεσαν, οὐδενὸς ἐπιόντος· χρησμολόγοι δὲ καὶ ὀνειροσκόποι πάντες ἐμορμολύττοντο; πόθεν ἄλλοθεν ταῦτα; ἢ οὐχὶ καὶ παιδὶ γνώριμον, ὅτι ἐκ τῶν ἡγουμένων τοῦ πλήθους; ὧν τὰς αἰτίας τῆς ἔχθρας ἐμοὶ μὲν οὐκ εὐπρεπὲς λέγειν, ὑμῖν δὲ συνορᾷν καὶ πάνυ ῥᾴδιον. ὅταν γὰρ ἡ μὲν πικρία καὶ ἡ διάστασις μηδεμίαν ἔχοι ὑπερβολὴν εἰς χαλεπότητα, ἡ δὲ τῆς αἰτίας ἐξήγησις ἀνυπόστατος παντελῶς καὶ καταγέλαστος ᾖ, δῆλόν ἐστι", + "candidate_score": 0.585554, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_36", + "bdc_text": "verbenns , üch lassend gruͤsen unser g. S. consuli , Pat . consulis car. fundamus partes mutuas .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_363", + "psc_text": "ὅθεν τι καὶ ἡμεῖς συμβαλέσθαι τῇ περὶ τοῦτο σπουδῇ βουληθέντες, ἐνομίσαμεν ἐπιτηδειοτάτην ἀρχὴν τοῖς πράγμασι δώσειν, εἰ, ὥσπερ ἐπὶ κορυφὴν τῶν ὅλων, ἐπὶἐπὶ add. Capps. τὴν σὴν ἀναδράμοιμεν τελειότητα, καὶ σοὶ συμβούλῳ τε χρησαίμεθα καὶ ἡγεμόνι τῶν πράξεων. ὅθεν καὶ τὸν ἀδελφὸν Δωρόθεον, τὸν διάκονον τῆς ὑπὸ τὸν τιμιώτατον ἐπίσκοπον Μελέτιον ἐκκλησίας, ἀγαθῷ κεχρημένον περὶ τὴν τῆς πίστεως ὀρθότητα ζήλῳ, καὶ ἐπιθυμοῦντα καὶ αὐτὸν τὴν εἰρήνην τῶν ἐκκλησιῶν ἐπιδεῖν, πρὸς τὴν σὴν θεοσέβειαν ἀνεπέμψαμεν,ἀνεπέμψαμεν Capps, ἀναπέμψαι MSS. ὥστε, ταῖς σαῖς ὑποθήκαις ἀκολουθοῦντα (ἃς καὶ τῷ χρόνῳ καὶ τῇ τῶν πραγμάτων πείρᾳ, καὶ τῷ ὑπὲρ τοὺς ἄλλους ἔχειν τὴν ἐκ τοῦ Πνεύματος συμβουλίαν, ἀσφαλεστέρας ποιεῖσθαι δύνασαι), οὕτως ἐγχειρεῖν τοῖς σπουδαζομένοις. Ὃν καὶ ὑποδέξῃ δηλονότι, καὶ προσβλέψεις εἰρηνικοῖς ὀφθαλμοῖς, στηρίξας τε αὐτὸν τῇ διὰ τῶν προσευχῶν βοηθείᾳ, καὶ ἐφοδιάσας γράμμασι, μᾶλλον δὲ καὶ παραζεύξας τινὰςτισί editi antiqi. τῶν αὐτόθεν σπουδαίων, ἐπὶ τὰ προκείμενα ὁδηγήσεις. ἐφάνη δὲ ἡμῖν ἀκόλουθον ἐπιστεῖλαι τῷ ἐπισκόπῳ Ῥώμης,", + "candidate_score": 0.583123, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_36", + "bdc_text": "verbenns , üch lassend gruͤsen unser g. S. consuli , Pat . consulis car. fundamus partes mutuas .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1145", + "psc_text": "συμφέρον πάντα ποιοῦντες φαίνονται. εἰ δὲ λέγουσιν ὅτι μετενόησαν, δειξάτωσαν αὐτῶν ἔγγραφον τὴν μετάνοιαν, καὶ ἀναθεματισμὸν τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει πίστεως, καὶ χωρισμὸν τῶν αἱρετικῶν, καὶ μὴ ἐξαπατάτωσαν τοὺς ἀκεραιοτέρους. καὶ τὰ μὲν ἐκείνων τοιαῦτα. Ἡμεῖς δέ, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, μικροὶ μὲν καὶ ταπεινοί, οἱ αὐτοὶ δὲ ἀεὶ τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι, οὐδέποτε ταῖς μεταβολαῖς τῶν πραγμάτων συνδιετέθημεν. πίστις παρʼ ἡμῖν οὐκοὐχὶ E. ἄλλη μὲν ἐν Σελευκείᾳ, ἄλλη δὲ ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ ἄλλη ἐν Ζήλοις, καὶ ἐν Λαμψάκῳ ἄλλη, καὶ ἐπὶ ῬώμηςῬώμῃ editi antiqui; Ῥώμην E. ἑτέρα· καὶ ἡ νῦν περιφερομένη οὐομ E. Vat., et duo Regii. διάφορος παρὰ τὰς προτέρας, ἀλλὰ μία καὶ ἡ αὐτὴ ἀεὶ. ὡς γὰρ παρελάβομεν παρὰ τοῦ Κυρίου, οὕτω βαπτιζόμεθα· ὡς βαπτιζόμεθα, οὕτω πιστεύομεν· ὡς πιστεύομεν, οὕτω καὶ δοξολογοῦμεν, οὔτε χωρίζοντες Πατρὸς καὶ Υἱοῦ τὸ ἅγιον Πνεῦμα, οὔτε προτιθέντες Πατρός, ἢ πρεσβύτερον εἶναι τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα λέγοντες, ὡς αἱ τῶν βλασφήμων γλῶσσαι κατασκευάζουσι. τίς γὰρ οὕτω", + "candidate_score": 0.583075, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_36", + "bdc_text": "verbenns , üch lassend gruͤsen unser g. S. consuli , Pat . consulis car. fundamus partes mutuas .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_479", + "psc_text": "ὑπὲρ ὧν ἔδοξεν ἡμῖν ἐγκαλεῖν, ἀπελυόμεθα, κἀκείνους εἰς τὴνὑπέρ add. E. τῶν ἐπιζητουμένων ὑφʼ ἡμῶν συγκατάθεσιν προηγάγομεν,προσηγάγομεν editi antiqi. ὥστε χάριτι τοῦ Κυρίου εὑρεθῆναι ἡμᾶς μηδὲ εἰς τὸ σμικρότατον πρὸς ἀλλήλους διαφερομένους. οὕτω τοίνυν περὶ ἐννάτην που ὥραν ἀνέστημεν ἐπὶ τὰς προσευχάς, εὐχαριστήσαντες τῷ Κυρίῳ τῷ δόντι ἡμῖν τὸ αὐτὸ φρονεῖν καὶ τὸ αὐτὸ λέγειν. ἐπὶ τούτοις ἔδει με καὶ ἔγραφόν τινα παρὰ τοῦ ἀνδρὸς ὁμολογίαν λαβεῖν, ὥστε καὶ τοῖς ἐναντιουμένοις αὐτῷ φανερὰν γενέσθαι τὴν συγκατάθεσιν, καὶ τοῖς λοιποῖς ἱκανὴν εἶναι τοῦ ἀνδρὸς τῆς προαιρέσεως τὴν ἀπόδειξιν. ἀλλʼ ἐβουλήθην αὐτὸς ὑπὲρὑπέρ R.J.D., ὑπό MSS. et editi. πολλῆς ἀκριβείας, τοῖς ἀδελφοῖς συντυχὼν τοῖς περὶ Θεόδοτον, παρʼ αὐτῶν λαβεῖν γραμματεῖον πίστεως, καὶ αὐτὸοὗτοι E. προτεῖναι τῷ προειρημένῳ· ἵνα ἀμφότερα γένηται, ἥ τε ὀρθὴ πίστις παρʼ αὐτοῦ ὁμολογηθῇ,ὁμολογῆται tres MSS. recen. καὶ αὐτοὶ πληροφορηθῶσι, μηδεμίαν ἔχοντες ἀντιλογίας ὑπόθεσιν ἐκ τοῦ τὰς παρʼ αὐτῶν προτάσεις παραδεχθῆναι. ἀλλὰ πρὶν μαθεῖν τίνος ἕνεκεν συνετύχομεν, καὶ τί", + "candidate_score": 0.581854, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_36", + "bdc_text": "verbenns , üch lassend gruͤsen unser g. S. consuli , Pat . consulis car. fundamus partes mutuas .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1409", + "psc_text": "ἐν τοῖς νῦν ἀνθρώποις τοιοῦτον κοινωνὸν καὶ προστάτην ἐπικαλέσασθαι, ὁποῖόν σε καὶ ἐν γνώσει καὶ ἐν λόγῳ ἀκριβῆ τε ὁμοῦ καὶ εὐπρόσιτον ὁ Θεὸς ἡμῖν ἐδωρήσατο. Ἐπεὶ οὖν οἱ πάντα φύρο��τες, καὶ λόγων καὶ ζητημάτων τὴν οἰκουμένην ἐμπλήσαντες, τὸ τῆς οὐσίας ὄνομα ὡς ἀλλότριον τῶν θείων λογίων ἐξέβαλον, καταξίωσον ἡμῖν σημᾶναι, ὅπως τε οἱ πατέρες αὐτῷ ἐχρήσαντο, καὶ εἰ μηδαμοῦ εὗρες ἐν τῇ Γραφῇ κείμενον. τὸν γὰρ ἐπιούσιον ἄρτον, καὶ τὸν λαὸν τὸν περιούσιον, καὶ εἴ τι τοιοῦτον, ὡς οὐδὲν ἔχοντα κοινὸν διαπτύουσιν. ἔπειτα μέντοι καὶ περὶ αὐτοῦ τοῦ ὁμοουσίου (οὗ ἕνεκεν ἡγοῦμαι ταῦτα κατασκευάζειν αὐτούς, βαθέως τὴν οὐσίαν διαβάλλοντας, ὑπὲρ τοῦ μηδεμίαν χώραν τῷ ὁμοουσίῳ καταλιπεῖν) διαλαβεῖν ἡμῖν πλατύτερον βουλήθητι, τίνα τὴν διάνοιαν ἔχει, καὶ πῶς ἂν ὑγιῶς λέγοιτο, ἐφʼ ὧν οὔτε γένος κοινὸν ὑπερκείμενον θεωρεῖται, οὔτε ὑλικὸν ὑποκείμενον προϋπάρχον, οὐκ ἀπομερισμὸς τοῦ προτέρου εἰς τὸ δεύτερον. πῶς οὖν χρὴ λέγειν ὁμοούσιον τὸν Υἱὸν τῷ Πατρί, εἰς μηδεμίαν ἔννοιαν", + "candidate_score": 0.581366, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_36", + "bdc_text": "verbenns , üch lassend gruͤsen unser g. S. consuli , Pat . consulis car. fundamus partes mutuas .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_178", + "psc_text": "περὶ αὐτὰ γένηται, ἔξεστιν αὐτῷ πρὸς ἡμᾶς ἀποπέμψαι, καὶ ἐσόμεθα ἡμεῖς δι’ ἑτέρας ὁδοῦ ὑπεύθυνοι τελέσμασι καὶ ἀπαιτηταῖς πάλιν γινόμενοι. Γρηγορίῳ ἀδελφῷ περὶ διαφορᾶς οὐσίας καὶ ὑποστάσεωςSic C, D, E; Γρηγορίῳ ἀδελφῷ in marg. περὶ διαφορᾶς οὐσίας καὶ ὑποστάσεως A, B; πρὸς Γρηγόριον ἀδελφὸν F. Ἐπειδὴ πολλοί, τὸ κοινὸν τῆς οὐσίαςφύσεως E. ἐπὶ τῶν μυστικῶν δογμάτων μὴ διακρίνοντες ἀπὸ τοῦ τῶν ὑποστάσεων λόγου, ταῖς αὐταῖς συνεμπίπτουσιν ὑπονοίαις, καὶ οἴονται διαφέρειν μηδὲν οὐσίαν ἢ ὑπόστασιν λέγειν (ὅθεν καὶ ἤρεσέ τισι τῶν ἀνεξετάστως τὰ τοιαῦτα προσδεχομένων, ὥσπερ μίαν οὐσίαν, οὕτω καὶ μίαν ὑπόστασιν λέγειν· καὶ τὸ ἔμπαλιν, οἱ τὰς τρεῖς ὑποστάσεις παραδεχόμενοι καὶ τὴν τῶν οὐσίων διαίρεσιν, κατὰ τὸν ἴσον ἀριθμόν, ἐκ τῆς ὁμολογίας ταύτης δογματίζειν οἴονται δεῖν)· διὰ τοῦτο ὡς ἂν μὴ καὶ σὺ τὰ ὅμοια πάθοις,πάθῃς C, D. ὑπόμνημά σοι διὰ βραχέων τὸν περὶ τούτου λόγον ἐποιησάμην. ἔστι τοίνυν, ὡς ἐν ὀλίγῳ παραστῆσαι, τοιαύτη τῶν λεγομένων ἡ ἔννοια. Πάντων τῶν", + "candidate_score": 0.578781, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_36", + "bdc_text": "verbenns , üch lassend gruͤsen unser g. S. consuli , Pat . consulis car. fundamus partes mutuas .", + "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1009", + "psc_text": "γραφείσας παρʼ ἡμῶν ἐπιστολὰς εἰς ἀπόδειξιν προβαλλέσθω τοῦ νῦν κοινωνικοὺς ἡμᾶς εἶναι τοῖς ἐκεῖνα συγγράψασιν. ἡμεῖς γάρ, πρὸ τῶν συγγραμμάτων, λαϊκοὶ ὄντες πρὸς λαϊκοὺς ἐπεστέλλομεν, πρὸ τοῦ τινὰ καὶ ὑπόνοιαν τοιαύτην κατʼ αὐτῶν κινεῖσθαι· καὶ ἐπεστέλλομεν οὐδὲν περὶ πίστεως, οὐδʼ οἷα νῦν ἐπὶ τῇ καθʼ ἡμῶν διαβολῇ περιφέρουσιν οὗτοι, ἀλλὰ ψιλὰς προσηγορίας, ἀγαπητικὴν προσφώνησιν ἀποπληρούσας. ἡμεῖς γὰρ ὁμοίως καὶ τοὺς τὰ Σαβελλίου νοσοῦντας καὶ τοὺς τὰ Ἀρείου δόγματα ἐκδικοῦντας, ὡς ἀσεβεῖς, ἀποφεύγο��εν καὶ ἀναθεματίζομεν. εἴ τις τὸν αὐτὸν Πατέρα λέγει καὶ Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα, καὶ ἓν πρᾶγμα πολυώνυμον ὑποτίθεται, καὶ μίαν ὑπόστασιν ὑπὸ τριῶν προσηγοριῶν ἐκφωνουμένην, τὸν τοιοῦτον ἡμεῖς ἐν τῇ μερίδι τῶν Ἰουδαίων τάσσομεν. ὁμοίως καὶ εἴ τις ἀνόμοιον λέγει κατὰ τὴν οὐσίαν τὸν Υἱὸν τῷ Πατρί, ἢ εἰς κτίσμα κατάγει τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἀναθεματίζομεν, καὶ ἐγγὺς εἶναι τῆς Ἑλληνικῆς τιθέμεθα πλάνης. ἀλλὰ τὰ μὲν στόματα τῶν κατηγορούντων ἡμᾶς ἐπισχεθῆναι διὰ τῶν ἡμετέρων γραμμάτων ἀμήχανον· μᾶλλον μὲν", + "candidate_score": 0.578334, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 2, + "cf_id": "cf011", + "work_id": "tlg2018.tlg002.perseus-grc2", + "max_score": 0.707702, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_0_2", + "bdc_text": "pietas und mag ichriben , so er will. Dempellischen prüwen gott will ichs frünseßenn , unnd in sinem bruͦß unverschrockenlich fürfarenn , durch sin gnad , so uns durch Jesum Christum ververbenn . Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg002.perseus-grc2_window_698", + "psc_text": "κατανενύχθαι καὶ μηδὲ παρρησίαν ἔχειν ἐπᾶραι Luke 18, 13 τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς τὸν θεὸν ἀπὸ τῶν ἀνοσίων ἐκείνων ῥημάτων καὶ πραγμάτων ὁρμώμενος, καὶ διὰ τοῦτο δεόμενος τῆς εἰλικρινεστάτης ταύτης καθάρσεως καὶ παραδοχῆς καὶ χάριτος τυχεῖν· ὅπερ ἐγὼ μὲν οὐκ ἐτόλμησα ποιῆσαι, φήσας αὐτάρκη τὴν πολυχρόνιον αὐτῷ κοινωνίαν εἰς τοῦτο γεγονέναι. εὐχαριστίας γὰρ ἐπακούσαντα καὶ συνεπιφθεγξάμενον τὸ ἀμὴν καὶ τραπέζῃ παραστάντα καὶ χεῖρας εἰς ὑποδοχὴν τῆς ἁγίας τροφῆς προτείναντα καὶ ταύτην καταδεξάμενον καὶ τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ κυρίου ἡμῶν μετασχόντα ἱκανῷ χρόνῳ, οὐκ ἂν ἐξ ὑπαρχῆς ἀνασκευάζειν ἔτι τολμήσαιμι· θαρσεῖν δὲ ἐκέλευον καὶ μετὰ βεβαίας πίστεως καὶ ἀγαθῆς ἐλπίδος τῇ μετοχῇ τῶν ἁγίων προσιέναι. ὃ δὲ οὔτε πενθῶν παύεται πέφρικέν τε τῇ τραπέζῃ προσιέναι καὶ μόλις παρακαλούμενος συνεστάναι ταῖς προσευχαῖς ἀνέχεται. Ἐπὶ ταῖς προειρημέναις φέρεταί τις καὶ ἄλλη τοῦ αὐτοῦ περὶ βαπτίσματος ἐπιστολή, ἐξ αὐτοῦ καὶ ἧς ἡγεῖτο παροικίας Ξύστῳ καὶ τῇ κατὰ Ῥώμην ἐκκλησίᾳ προσπεφωνημένη, ἐν ᾗ διὰ", + "candidate_score": 0.707702, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27_29", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 . man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg002.perseus-grc2_window_649", + "psc_text": "ἐσθῆτα παρακειμένην αὐτοῖς ὤρεγον· οἳ δὲ ἐξανίστασθαί τε ἐκέλευον καὶ τὴν ταχίστην ἐξιέναι. καὶ τότε συνεὶς ἐφ’ ᾧ παρῆσαν, ἀνέκραγον δεόμενος αὐτῶν καὶ ἱκετεύων ἀπιέναι καὶ ἡμᾶς ἐᾶν, εἰ δὲ βούλονταί τι χρηστὸν ἐργάσασθαι, τοὺς ἀπάγοντάς με φθάσαι καὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοὺς τὴν ἐμὴν ἀποτεμεῖν ἠξίουν. καὶ τοιαῦτα βοῶντος, ὡς ἴσασιν οἱ κοινωνοί μου καὶ μέτοχοι πάντων γενόμενοι, ἀνίστασαν πρὸς βίαν. κἀγὼ μὲν παρῆκα ἐμαυτὸν ὕπτιον εἰς τοὔδαφος, οἳ δὲ διαλαβόντες χειρῶν καὶ ποδῶν σύροντες ἐξήγαγον, ἐπηκολούθουν δέ μοι οἱ τούτων πάντων μάρτυρες, Γάϊος Φαῦστος Πέτρος Παῦλος· οἳ καὶ ὑπολαβόντες με φοράδην ἐξήγαγον τοῦ πολιχνίου καὶ ὄνῳ γυμνῷ ἐπιβιβάσαντες ἀπήγαγον. ταῦτα περὶ ἑαυτοῦ ὁ Διονύσιος. Ὁ δ’ αὐτὸς ἐν ἐπιστολῇ τῇ πρὸς Φάβιον Ἀντιοχέων ἐπίσκοπον, τῶν κατὰ Δέκιον μαρτυρησάντων ἐν Ἀλεξανδρείᾳ τοὺς ἀγῶνας τοῦτον ἱστορεῖ τὸν τρόπον· οὐκ ἀπὸ τοῦ βασιλικοῦ προστάγματος ὁ διωγμὸς παρ’ ἡμῖν ἤρξατο, ἀλλ̀α γὰρ ὅλον ἐνιαυτὸν προύλαβεν, καὶ φθάσας ὁ κακῶν τῇ πόλει ταύτῃ μάντις", + "candidate_score": 0.673737, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_33_35", + "bdc_text": "Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten . Vergütig gott sehe uns an mitt sine gneden , und tröste alle küm beschte hertzenn , amen . Datum zuͦ Chur 1572 .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg002.perseus-grc2_window_982", + "psc_text": "κρίνον, ᾗ φησιν ἡ προφητεία, καὶ τὴν νυμφικὴν ἀναλαβοῦσα στολὴν τόν τε τῆς εὐπρεπείας περιθεμένη στέφανον οἷα χορεύειν διὰ Ἡσαΐου παιδεύεται τὰ χαριστήρια τῷ βασιλεῖ θεῷ φωναῖς εὐφήμοις γεραίρουσα, αὐτῆς λεγούσης Is. 61, 10-11 ἐπακούωμεν ἀγαλλιάσθω ἡ ψυχή μου ἐπὶ τῷ κυρίῳ· ἐνέδυσεν γάρ με ἱμάτιον σωτηρίου καὶ χιτῶνα εὐφροσύνης· περιέθηκέν μοι ὡς νυμφίῳ μίτραν, καὶ ὡς νύμφην κατεκόσμησέν με κόσμῳ· καὶ ὡς γῆν αὔξουσαν τὸ ἄνθος αὐτῆς, καὶ ὡς κῆπος τὰ σπέρματα αὐτοῦ ἀνατελεῖ, οὕτως κύριος κύριος ἀνέτειλεν δικαιοσύνην καὶ ἀγαλλίαμα ἐνώπιον πάντων τῶν ἐθνῶν. Τούτοις μὲν οὖν αὕτη χορεύει· οἵοις δὲ καὶ ὁ νυμφίος, λόγος ὁ οὐράνιος, αὐτὸς Ἰησοῦς Χριστὸς Is. 54, 4. 6-8 αὐτὴν ἀμείβεται, ἄκουε λέγοντος κυρίου μὴ φοβοῦ ὅτι κατῃσχύνθης μηδὲ ἐντραπῇς ὅτι ὠνειδίσθης· ὅτι αἰσχύνην αἰώνιον ἐπιλήσῃ καὶ ὄνειδος τῆς χηρείας σου οὐ μὴ μνησθήσῃ, οὐχ ὡς γυναῖκα ἐγκαταλελειμμένην καὶ ὀλιγόψυχον κέκληκέν σε κύριος οὐδ’ ὡς γυναῖκα ἐκ νεότητος μεμισημένην. εἶπεν ὁ θεός σου·", + "candidate_score": 0.662099, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_19_21", + "bdc_text": "Derhalber ich aller sach das noch bedencken und fragen von wegen diser geschicht , die ich von anfang an selben will , diewyl mir darum zwüßen ist . hätte ouch gern den anfang unnd mittel gesetzt , alterum unmößen üß gewesenn , ech hatt ouch vermeint wir wellend alltend das wunderklich , so sich den 28ten . januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ;", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg002.perseus-grc2_window_4", + "psc_text": "γε μὴν οὐδαμῶς εὑρεῖν οἷοί τε ὄντες ἴχνη γυμνὰ τὴν αὐτὴν ἡμῖν προωδευκότων, μὴ ὅτι σμικρὰς αὐτὸ μόνον προφάσεις, δι’ ὧν ἄλλος ἄλλως ὧν διηνύκασι χρόνων μερικὰς ἡμῖν καταλελοίπασι διηγήσεις, πόρρωθεν ὥσπερ εἰ πυρσοὺς τὰς ἑαυτῶν προανατείνοντες φωνὰς καὶ ἄνωθέν ποθεν ὡς ἐξ ἀπόπτου καὶ ἀπὸ σκοπῆς βοῶντες καὶ διακελευόμενοι, ᾗ χρὴ βαδίζειν καὶ τὴν τοῦ λόγου πορείαν ἀπλανῶς καὶ ἀκινδύνως εὐθύνειν. ὅσα τοίνυν εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν λυσιτελεῖν ἡγούμεθα τῶν αὐτοῖς ἐκείνοις σποράδην μνημονευθέντων, ἀναλεξάμενοι καὶ ὡς ἂν ἐκ λογικῶν λειμώνων τὰς ἐπιτηδείους αὐτῶν τῶν πάλαι συγγραφέων ἀπανθισάμενοι φωνάς, δι’ ὑφηγήσεως ἱστορικῆς πειρασόμεθα σωματοποιῆσαι, ἀγαπῶντες, εἰ καὶ μὴ ἁπάντων, τῶν δ’ οὖν μάλιστα διαφανεστάτων τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἀποστόλων τὰς διαδοχὰς κατὰ τὰς διαπρεπούσας ἔτι καὶ νῦν μνημονευομένας ἐκκλησίας ἀνασωσαίμεθα. ἀναγκαιότατα δέ μοι πονεῖσθαι τὴν ὑπόθεσιν ἡγοῦμαι, ὅτι μηδένα πω εἰς δεῦρο τῶν ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων διέγνων περὶ τοῦτο τῆς γραφῆς σπουδὴν πεποιημένον τὸ μέρος· ἐλπίζω δ’ ὅτι καὶ ὠφελιμωτάτη τοῖς", + "candidate_score": 0.656644, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31_33", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd . Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg002.perseus-grc2_window_736", + "psc_text": "ἡμῖν γέγονε χωρίον, ἀγρὸς ἐρημία ναῦς πανδοχεῖον δεσμωτήριον, φαιδροτάτην δὲ πασῶν ἤγαγον ἑορτὴν οἱ τέλειοι μάρτυρες, εὐωχηθέντες ἐν οὐρανῷ· μετὰ δὲ ταῦτα πόλεμος καὶ λιμὸς ἐπέλαβεν, ἃ τοῖς ἔθνεσι συνδιηνέγκαμεν, μόνοι μὲν ὑποστάντες ὅσα ἡμῖν ἐλυμήναντο, παραπολαύσαντες δὲ καὶ ὧν ἀλλήλους εἰργάσαντό τε καὶ πεπόνθασιν, καὶ τῇ Χριστοῦ πάλιν ἐνηυφράνθημεν εἰρήνῃ, ἣν μόνοις ἡμῖν δέδωκεν· βραχυτάτης δὲ ἡμῶν τε καὶ αὐτῶν τυχόντων ἀναπνοῆς, ἐπικατέσκηψεν ἡ νόσος αὕτη, πρᾶγμα φόβου τε παντὸς φοβερώτερον ἐκείνοις καὶ συμφορᾶς ἥστινος οὖν σχετλιώτερον καὶ ὡς ἴδιός Thuc. ii. 64. 1 τις αὐτῶν ἀπήγγειλεν συγγραφεύς, πρᾶγμα μόνον δὴ τῶν πάντων ἐλπίδος κρεῖσσον γενόμενον, ἡμῖν δὲ οὐ τοιοῦτο μέν, γυμνάσιον δὲ καὶ δοκίμιον οὐδενὸς τῶν ἄλλων ἔλαττον. ἀπέσχετο μὲν γὰρ οὐδὲ ἡμῶν, πολλὴ δὲ ἐξῆλθεν εἰς τὰ ἔθνη. Τούτοις ἑξῆς ἐπιφέρει λέγων· οἱ γοῦν πλεῖστοι τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν δι’ ὑπερβάλλουσαν ἀγάπην καὶ φιλαδελφίαν ἀφειδοῦντες ἑαυτῶν καὶ ἀλλήλων ἐχόμενοι, ἐπισκοποῦντες ἀφυλάκτως τοὺς νοσοῦντας, λιπαρῶς ὑπηρετούμενοι, θεραπεύοντες ἐν Χριστῷ,", + "candidate_score": 0.656021, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_19_21", + "bdc_text": "Derhalber ich aller sach das noch bedencken und fragen von wegen diser geschicht , die ich von anfang an selben will , diewyl mir darum zwüßen ist . hätte ouch gern den anfang unnd mittel gesetzt , alterum unmößen üß gewesenn , ech hatt ouch vermeint wir wellend alltend das wunderklich , so sich den 28ten . januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ;", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg002.perseus-grc2_window_290", + "psc_text": "τὴν τῶν ἑξῆς προΐωμεν ἱστορίαν. Μετὰ Νέρωνα καὶ Δομετιανὸν κατὰ τοῦτον οὗ νῦν τοὺς χρόνους ἐξετάζομεν, μερικῶς καὶ κατὰ πόλεις ἐξ ἐπαναστάσεως δήμων τὸν καθ’ ἡμῶν κατέχει λόγος ἀνακινηθῆναι διωγμόν· ἐν ᾧ Συμεῶνα τὸν τοῦ Κλωπᾶ, ὃν δεύτερον καταστῆναι τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις ἐκκλησίας ἐπίσκοπον ἐδηλώσαμεν, μαρτυρίῳ τὸν βίον ἀναλῦσαι παρειλήφαμεν. καὶ τούτου μάρτυς αὐτὸς ἐκεῖνος, οὗ διαφόροις ἤδη πρότερον ἐχρησάμεθα φωναῖς, Ἡγήσιππος· ὃς δὴ περί τινων αἱρετικῶν ἱστορῶν, ἐπιφέρει δηλῶν ὡς ἄρα ὑπὸ τούτων κατὰ τόνδε τὸν χρόνον ὑπομείνας κατηγορίαν, πολυτρόπως ὁ δηλούμενος ὡς ἂν Χριστιανὸς ἐπὶ πλείσταις αἰκισθεὶς ἡμέραις αὐτόν τε τὸν δικαστὴν καὶ τοὺς ἀμφ’ αὐτὸν εἰς τὰ μέγιστα καταπλήξας, τῷ τοῦ κυρίου πάθει παραπλήσιον τέλος ἀπηνέγκατο· οὐδὲν δὲ οἷον καὶ τοῦ συγγραφέως ἐπακοῦσαι, αὐτὰ δὴ ταῦτα κατὰ λέξιν ὧδέ πως ἱστοροῦντος ἀπὸ τούτων δηλαδὴ τῶν αἱρετικῶν κατηγοροῦσί τινες Σίμωνος τοῦ Κλωπᾶ ὡς ὄντος ἀπὸ Δαυὶδ καὶ Χριστιανοῦ, καὶ οὕτως μαρτυρεῖ ἐτῶν ὢν ρκ ἐπὶ Τραϊανοῦ Καίσαρος καὶ", + "candidate_score": 0.654664, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31_33", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd . Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg002.perseus-grc2_window_549", + "psc_text": "ἐμαστιγώθη δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς οὐ μικρῶς αἰκισθείς, ὥστε ἕωθεν ἀναστῆναι καὶ ἐνδυσάμενον σάκκον καὶ σποδὸν καταπασάμενον μετὰ πολλῆς σπουδῆς καὶ δακρύων προσπεσεῖν Ζεφυρίνῳ τῷ ἐπισκόπῳ, κυλιόμενον ὑπὸ τοὺς πόδας οὐ μόνον τῶν ἐν κλήρῳ, ἀλλὰ καὶ τῶν λαϊκῶν, συγχέαι τε τοῖς δάκρυσιν τὴν εὔσπλαγχνον ἐκκλησίαν τοῦ ἐλεήμονος Χριστοῦ πολλῇ τε τῇ δεήσει χρησάμενον δείξαντά τε τοὺς μώλωπας ὧν εἰλήφει πληγῶν μόλις κοινωνηθῆναι. Τούτοις ἐπισυνάψομεν καὶ ἄλλας περὶ τῶν αὐτῶν τοῦ αὐτοῦ συγγραφέως φωνάς, τοῦτον ἐχούσας τὸν τρόπον· γραφὰς μὲν θείας ἀφόβως ῥερᾳδιουργήκασιν, πίστεώς τε ἀρχαίας κανόνα ἠθετήκασιν, Χριστὸν δὲ ἠγνοήκασιν, οὐ τί αἱ θεῖαι λέγουσιν γραφαί, ��ητοῦντες, ἀλλ’ ὁποῖον σχῆμα συλλογισμοῦ εἰς τὴν τῆς ἀθεότητος σύστασιν εὑρεθῇ, φιλοπόνως ἀσκοῦντες. κἂν αὐτοῖς προτείνῃ τις ῥητὸν γραφῆς θεϊκῆς, ἐξετάζουσιν πότερον συνημμένον ἢ διεζευγμένον δύναται ποιῆσαι σχῆμα συλλογισμοῦ· καταλιπόντες δὲ τὰς ἁγίας τοῦ θεοῦ γραφάς, γεωμετρίαν ἐπιτηδεύουσιν, ὡς ἂν ἐκ τῆς γῆς ὄντες καὶ ἐκ τῆς γῆς λαλοῦντες καὶ τὸν ἄνωθεν ἐρχόμενον", + "candidate_score": 0.651647, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_33_35", + "bdc_text": "Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten . Vergütig gott sehe uns an mitt sine gneden , und tröste alle küm beschte hertzenn , amen . Datum zuͦ Chur 1572 .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg002.perseus-grc2_window_981", + "psc_text": "ἔνδοξον μεταβεβληκότος αὐτήν τε σάρκα τὴν λυθεῖσαν Cf. 1 Cor. 15, 42 ἐκ φθορᾶς εἰς ἀφθαρσίαν ἀγαγόντος, καὶ τήνδε ὁμοίως τῶν τοῦ σωτῆρος οἰκονομιῶν ἐπαύρασθαι, ὅτι δὴ καὶ τούτων πολὺ κρείττονα λαβοῦσα Cf. Heb. 11, 39. 40 παρ’ αὐτοῦ τὴν ἐπαγγελίαν, τὴν πολὺ μείζονα δόξαν τῆς παλιγγενεσίας ἐν ἀφθάρτου σώματος ἀναστάσει μετὰ φωτὸς ἀγγέλων χορείας ἐν τοῖς οὐρανῶν ἐπέκεινα τοῦ θεοῦ βασιλείοις σὺν αὐτῷ Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ πανευεργέτῃ καὶ σωτῆρι διαρκῶς ἐπὶ τοὺς ἑξῆς αἰῶνας ἀπολαβεῖν ποθεῖ. ἀλλὰ γὰρ τέως ἐπὶ τοῦ παρόντος τούτοις ἡ πάλαι χήρα καὶ ἔρημος θεοῦ χάριτι περιβληθεῖσα τοῖς ἄνθεσιν Is. 35, 1 γέγονεν ἀληθῶς ὡς κρίνον, ᾗ φησιν ἡ προφητεία, καὶ τὴν νυμφικὴν ἀναλαβοῦσα στολὴν τόν τε τῆς εὐπρεπείας περιθεμένη στέφανον οἷα χορεύειν διὰ Ἡσαΐου παιδεύεται τὰ χαριστήρια τῷ βασιλεῖ θεῷ φωναῖς εὐφήμοις γεραίρουσα, αὐτῆς λεγούσης Is. 61, 10-11 ἐπακούωμεν ἀγαλλιάσθω ἡ ψυχή μου ἐπὶ τῷ κυρίῳ· ἐνέδυσεν γάρ με ἱμάτιον σωτηρίου καὶ χιτῶνα εὐφροσύνης·", + "candidate_score": 0.647041, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_22_24", + "bdc_text": "dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest. mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf . viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg002.perseus-grc2_window_735", + "psc_text": "ἕτερος, οὐχ ὅπως τῶν ἐπιλύπων, ἀλλ’ οὐδ’ εἴ τις περιχαρής, ὃν οἰηθεῖεν μάλιστα. νῦν μέν γε θρῆνοι πάντα, καὶ πενθοῦσιν πάντες, καὶ περιηχοῦσιν οἰμωγαὶ τὴν πόλιν διὰ τὸ πλῆθος τῶν τεθνηκότων καὶ τῶν ἀποθνῃσκόντων ὁσημέραι· ὡς γὰρ ἐπὶ τῶν πρωτοτόκων τῶν Αἰγυπτίων γέγραπται, Ex. 12, 30 οὕτως καὶ νῦν ἐγενήθη κραυγὴ μεγάλη· οὐ γὰρ ἔστιν οἰκία, ἐν ᾗ οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῇ τεθνηκώς, καὶ ὄφελόν γε εἷς. Πολλὰ μὲν γὰρ καὶ δεινὰ καὶ τὰ πρὸ τούτου συμβεβηκότα· πρῶτον μὲν ἡμᾶς ἤλασαν, καὶ μόνοι πρὸς ἁπάντων διωκόμενοι καὶ θανατούμενοι ἑωρτάσαμεν καὶ τότε, καὶ πᾶς ὁ τῆς καθ’ ἕκαστον θλίψεως τόπος πανηγυρικὸν ἡμῖν γέγονε χωρίον, ἀγρὸς ἐρημία ναῦς πανδοχεῖον δεσμωτήριον, φαιδροτάτην δὲ πασῶν ἤγαγον ἑορτὴν οἱ τέλειοι μάρτυρες, εὐωχηθέντες ἐν οὐρανῷ· μετὰ δὲ ταῦτα πόλεμος καὶ λιμὸς ἐπέλαβεν, ἃ τοῖς ἔθνεσι συνδιηνέγκαμεν, μόνοι μὲν ὑποστάντες ὅσα ἡμῖν ἐλυμήναντο, παραπολαύσαντες δὲ καὶ ὧν ἀλλήλους εἰργάσαντό τε καὶ πεπόνθασιν, καὶ τῇ Χριστοῦ πάλιν ἐνηυφράνθημεν", + "candidate_score": 0.631776, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg002.perseus-grc2_window_72", + "psc_text": "φλεγμονὴ καὶ δι’ αἰδοίου σηπεδὼν σκώληκα γεννῶσα, πρὸς τούτοις ὀρθόπνοια καὶ δύσπνοια καὶ σπασμοὶ πάντων τῶν μελῶν, ὥστε τοὺς ἐπιθειάζοντας ποινὴν εἶναι τὰ νοσήματα λέγειν. ὁ δὲ παλαίων τοσούτοις πάθεσιν ὅμως τοῦ ζῆν ἀντείχετο, σωτηρίαν τε ἤλπιζεν, καὶ θεραπείας ἐπενόει. διαβὰς γοῦν τὸν Ἰορδάνην τοῖς κατὰ Καλλιρόην θερμοῖς ἐχρῆτο· ταῦτα δὲ ἔξεισιν μὲν εἰς τὴν Ἀσφαλτῖτιν λίμνην, ὑπὸ γλυκύτητος δέ ἐστι καὶ πότιμα. δόξαν ἐνταῦθα τοῖς ἰατροῖς ἐλαίῳ θερμῷ πᾶν ἀναθάλψαι τὸ σῶμα χαλασθὲν εἰς ἐλαίου πλήρη πύελον, ἐκλύει καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς ὡς ἐκλυθεὶς ἀνέστρεψεν. θορύβου δὲ τῶν θεραπόντων γενομένου, πρὸς μὲν τὴν πληγὴν ἀνήνεγκεν, εἰς δὲ τὸ λοιπὸν ἀπογνοὺς τὴν σωτηρίαν, τοῖς τε στρατιώταις ἀνὰ δραχμὰς πεντήκοντα ἐκέλευσεν διανεῖμαι καὶ πολλὰ χρήματα τοῖς ἡγεμόσι καὶ τοῖς φίλοις. αὐτὸς δ’ ὑποστρέφων εἰς Ἱεριχοῦντα παραγίνεται, μελαγχολῶν ἤδη καὶ μόνον οὐκ ἀπειλῶν αὐτῷ τι τῷ θανάτῳ· προέκοψεν δ’ εἰς ἐπιβουλὴν ἀθεμίτου πράξεως. τοὺς γὰρ ἀφ’ ἑκάστης κώμης ἐπισήμους ἄνδρας ἐξ ὅλης Ἰουδαίας", + "candidate_score": 0.629667, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_11_13", + "bdc_text": "Joachium zuͦ redenn , er welle mich da nitt laßen , da es ich by unns ein sömliche gstalt hatt , das sich einer ein klein versechen muͦs , diewyl niemand wüßen mag , wie lands es werden , und solhon alle ding anfahend in höchriben schleg kommen . Hatt erbarm sich unser . Ich hab im oft darum gesorgbenn ;", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg002.perseus-grc2_window_454", + "psc_text": "στενάξαντος μήτε γρύξαντός τι ὅλως, ἀλλὰ κατὰ καρδίαν ὁμιλοῦντος τῷ θεῷ, ὁ δὲ Ἄτταλος, ὁπότε ἐπὶ τῆς σιδηρᾶς ἐπετέθη καθέδρας καὶ περιεκαίετο, ἡνίκα ἡ ἀπὸ τοῦ σώματος κνῖσα ἀνεφέρετο, ἔφη πρὸς τὸ πλῆθος τῇ Ῥωμαϊκῇ φωνῇ ἰδοὺ τοῦτό ἐστιν ἀνθρώπους ἐσθίειν, ὃ ποιεῖτε ὑμεῖς· ἡμεῖς δὲ οὔτε ἀνθρώπους ἐσθίομεν οὔθ’ ἕτερόν τι πονηρὸν πράσσομεν. ἐπερωτώμενος δὲ τί ὄνομα ἔχει ὁ θεός, ἀπεκρίθη ὁ θεὸς ὄνομα οὐκ ἔχει ὡς ἄνθρωπος. Ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις τῇ ἐσχάτῃ λοιπὸν ἡμέρᾳ τῶν μονομαχίων ἡ Βλανδῖνα πάλιν εἰσεκομίζετο μετὰ καὶ Ποντικοῦ, παιδαρίου ὡς πεντεκαίδεκα ἐτῶν, οἳ καὶ καθ’ ἡμέραν εἰσήγοντο πρὸς τὸ βλέπειν τὴν τῶν λοιπῶν κόλασιν· καὶ ἠναγκάζοντο ὀμνύναι κατὰ τῶν εἰδώλων αὐτῶν, καὶ διὰ τὸ ἐμμένειν εὐσταθῶς καὶ ἐξουθενεῖν αὐτοὺς ἠγριώθη πρὸς αὐτοὺς τὸ πλῆθος, ὡς μήτε τὴν ἡλικίαν τοῦ παιδὸς οἰκτεῖραι μήτε τὸ γύνα��ον αἰδεσθῆναι, πρὸς πάντα δὲ τὰ δεινὰ παρέβαλλον αὐτοὺς καὶ διὰ πάσης ἐν κύκλῳ διῆγον κολάσεως, ἐπαλλήλως ἀναγκάζοντες ὀμόσαι,", + "candidate_score": 0.622025, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg002.perseus-grc2_window_860", + "psc_text": "ἐν τοῖς πότοις παρακόπτειν καὶ τῶν φρενῶν παρεξίστασθαι τοιαῦτά τε μεθύοντα προστάττειν, οἷα ἀνανήψαντα αὐτὸν τῇ ὑστεραίᾳ εἰς μετάμελον ἄγειν· κραιπάλης δὲ καὶ ἀσωτίας μηδενὶ καταλιπὼν ὑπερβολήν, κακίας διδάσκαλον τοῖς ἀμφ’ αὐτὸν ἄρχουσί τε καὶ ἀρχομένοις ἑαυτὸν καθίστη, θρύπτεσθαι μὲν τὸ στρατιωτικὸν διὰ πάσης τρυφῆς τε καὶ ἀκολασίας ἐνάγων, ἡγεμόνας δὲ καὶ στρατοπεδάρχας δι’ ἁρπαγῶν καὶ πλεονεξίας χωρεῖν κατὰ τῶν ὑπηκόων μόνον οὐχὶ συντυραννοῦντας αὐτῷ προκαλούμενος. τί δεῖ τὰς ἐμπαθεῖς τἀνδρὸς αἰσχρουργίας μνημονεύειν ἢ τῶν πρὸς αὐτοῦ μεμοιχευμένων ἀπαριθμεῖσθαι τὴν πληθύν; οὐκ ἦν γέ τοι πόλιν αὐτὸν παρελθεῖν μὴ οὐχὶ ἐκ παντὸς φθορὰς γυναικῶν παρθένων τε ἁρπαγὰς εἰργασμένον. κατὰ πάντων γέ τοι αὐτῷ ταῦτα προυχώρει, μὴ ὅτι μόνων Χριστιανῶν· οἳ θανάτου καταφρονήσαντες παρ’ οὐθὲν αὐτοῦ τὴν τοσαύτην ἔθεντο τυραννίδα. οἱ μὲν γὰρ ἄνδρες ἀνατλάντες πῦρ καὶ σίδηρον καὶ προσηλώσεις θῆράς τε ἀγρίους καὶ θαλάττης βυθοὺς ἀποτομάς τε μελῶν καὶ καυτῆρας καὶ ὀφθαλμῶν κεντήσεις τε καὶ ἐξορύξεις καὶ τοῦ παντὸς σώματος", + "candidate_score": 0.621149, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg002.perseus-grc2_window_801", + "psc_text": "Ὅσης μὲν καὶ ὁποίας πρὸ τοῦ καθ’ ἡμᾶς διωγμοῦ δόξης ὁμοῦ καὶ παρρησίας ὁ διὰ Χριστοῦ τῷ βίῳ κατηγγελμένος τῆς εἰς τὸν τῶν ὅλων θεὸν εὐσεβείας λόγος παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις, Ἕλλησί τε καὶ βαρβάροις, ἠξίωτο, μεῖζον ἢ καθ’ ἡμᾶς ἐπαξίως διηγήσασθαι· τεκμήρια δ’ ἂν γένοιτο τῶν κρατούντων αἱ περὶ τοὺς ἡμετέρους δεξιώσεις, οἷς καὶ τὰς τῶν ἐθνῶν ἐνεχείριζον ἡγεμονίας, τῆς περὶ τὸ θύειν ἀγωνίας κατὰ πολλὴν ἣν ἀπέσῳζον περὶ τὸ δόγμα φιλίαν αὐτοὺς ἀπαλλάττοντες. τί δεῖ περὶ τῶν κατὰ τοὺς βασιλικοὺς λέγειν οἴκους καὶ τῶν ἐπὶ πᾶσιν ἀρχόντων; οἳ τοῖς οἰκείοις εἰς πρόσωπον ἐπὶ τῷ θείῳ παρρησιαζομένοις λόγῳ τε καὶ βίῳ συνεχώρουν, γαμεταῖς καὶ παισὶ καὶ οἰκέταις, μόνον οὐχὶ καὶ ἐγκαυχᾶσθαι ἐπὶ τῇ παρρησίᾳ τῆς πίστεως ἐπιτρέποντες· οὓς ��ξόχως καὶ μᾶλλον τῶν συνθεραπόντων ἀποδεκτοὺς ἡγοῦντο οἷος ἐκεῖνος ἦν Δωρόθεος, πάντων αὐτοῖς εὐνούστατός τε καὶ πιστότατος καὶ τούτων ἕνεκα διαφερόντως παρὰ τοὺς ἐν ἀρχαῖς καὶ ἡγεμονίαις ἐντιμότατος, ὅ τε σὺν αὐτῷ", + "candidate_score": 0.620415, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1_3", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen lies inen , möchte es glie statt gar nitt verlyedenn , Gedoch , sünd sy , ob sy glich fründen und nich fenden , ir unwillig , dar man die soch zuͦ haltet .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg002.perseus-grc2_window_902", + "psc_text": "οἱ κατὰ πόλεις θνῄσκοντες, πλείους δὲ τούτων οἱ κατ’ ἀγρούς τε καὶ κώμας, ὡς ἤδη καὶ τὰς πάλαι τῶν ἀγροίκων πολυάνδρους ἀπογραφὰς μικροῦ δεῖν παντελῆ παθεῖν ἐξάλειψιν, ἀθρόως σχεδὸν ἁπάντων ἐνδείᾳ τροφῆς καὶ λοιμώδει νόσῳ διεφθαρμένων. τινὲς μὲν οὖν τὰ ἑαυτῶν φίλτατα βραχυτάτης τροφῆς τοῖς εὐπορωτέροις ἀπεμπολᾶν ἠξίουν, ἄλλοι δὲ τὰς κτήσεις κατὰ βραχὺ διαπιπράσκοντες εἰς ἐσχάτην ἐνδείας ἀπορίαν ἤλαυνον, ἤδη δέ τινες σμικρὰ χόρτου διαμασώμενοι σπαράγματα καί τινας ἀνέδην φθοροποιοὺς ἐσθίοντες πόας, τὴν τῶν σωμάτων ἕξιν λυμαινόμενοι διώλλυντο. καὶ γυναίων δὲ τῶν κατὰ πόλεις εὐγενίδων τινὲς εἰς ἀναίσχυντον ἀνάγκην πρὸς τῆς ἀπορίας ἐλαθεῖσαι, μεταιτεῖν ἐπὶ τῶν ἀγορῶν προεληλύθεσαν, τῆς πάλαι ἐλευθερίου τροφῆς ὑπόδειγμα διὰ τῆς περὶ τὸ πρόσωπον αἰδοῦς καὶ τῆς ἀμφὶ τὴν περιβολὴν κοσμιότητος ὑποφαίνουσαι. καὶ οἳ μὲν ἀπεσκληκότες ὥσπερ εἴδωλα νεκρὰ ὧδε κἀκεῖσε ψυχορραγοῦντες ἐνσειόμενοί τε καὶ περιολισθαίνοντες ὑπ’ ἀδυναμίας τοῦ στῆναι κατέπιπτον ἐν μέσαις τε πλατείαις πρηνεῖς ἡπλωμένοι ὀρέξαι σφίσιν μικρὸν τρύφος ἄρτου κατηντιβόλουν καὶ τὴν", + "candidate_score": 0.618462, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_41_43", + "bdc_text": "Aiunt ich imm des lebens woll . Man sagt man bring inn morn zfus an einer kette , unnd vor trwigkeut sye er nitt fast voll by im selbs . Aber ich vermören des beschafftig anß ein et nostri Bullingero , etc. D .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg002.perseus-grc2_window_904", + "psc_text": "κατὰ μέσας ἀγορὰς καὶ στενωποὺς νεκρὰ καὶ γυμνὰ σώματα ἐφ’ ἡμέραις πλείοσιν ἄταφα διερριμμένα θέαν τοῖς ὁρῶσιν οἰκτροτάτην παρέχειν. ἤδη γέ τοι καὶ κυνῶν τινες ἐγίνοντο βορά, δι’ ἣν μάλιστα αἰτίαν οἱ ζῶντες ἐπὶ τὴν κυνοκτονίαν ἐτράποντο δέει τοῦ μὴ λυσσήσαντας ἀνθρωποφαγίαν ἐργάσασθαι. οὐχ ἥκιστα δὲ καὶ ὁ λοιμὸς πάντας οἴκους ἐπεβόσκετο, μάλιστα δ’ οὓς ὁ λιμὸς διὰ τὸ εὐπορεῖν τροφῶν οὐχ οἷός τε ἦν ἐκτρῖψαι· οἱ γοῦν ἐν περιουσίαις, ἄρχοντες καὶ ἡγεμόνες καὶ μυρίοι τῶν ἐν τέλει, ὥσπερ ἐπίτηδες τῇ λοιμώδει νόσῳ πρὸς τοῦ λιμοῦ καταλελειμμένοι, ὀξεῖαν καὶ ὠκυτάτην ὑπέμενον τελευτήν. πάντα δ’ οὖν οἰμωγῶν ἦν ἀνάπλεα, κατὰ πάντας τε στενωποὺς ἀγοράς τε καὶ πλατείας οὐδ’ ἦν ἄλλο τι θεωρεῖν ἢ θρήνους μετὰ τῶν συνήθων αὐτοῖς αὐλῶν τε καὶ κτύπων. τοῦτον δὴ τὸν τρόπον δυσὶν ὅπλοις τοῖς προδεδηλωμένοις λοιμοῦ τε ὁμοῦ καὶ λιμοῦ στρατεύσας, ὅλας ὁ θάνατος ἐν ὀλίγῳ γενεὰς ἐνεμήθη, ὡς ὁρᾶν ἤδη δυεῖν καὶ τριῶν σώματα νεκρῶν", + "candidate_score": 0.61459, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_41_43", + "bdc_text": "Aiunt ich imm des lebens woll . Man sagt man bring inn morn zfus an einer kette , unnd vor trwigkeut sye er nitt fast voll by im selbs . Aber ich vermören des beschafftig anß ein et nostri Bullingero , etc. D .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg002.perseus-grc2_window_903", + "psc_text": "πάλαι ἐλευθερίου τροφῆς ὑπόδειγμα διὰ τῆς περὶ τὸ πρόσωπον αἰδοῦς καὶ τῆς ἀμφὶ τὴν περιβολὴν κοσμιότητος ὑποφαίνουσαι. καὶ οἳ μὲν ἀπεσκληκότες ὥσπερ εἴδωλα νεκρὰ ὧδε κἀκεῖσε ψυχορραγοῦντες ἐνσειόμενοί τε καὶ περιολισθαίνοντες ὑπ’ ἀδυναμίας τοῦ στῆναι κατέπιπτον ἐν μέσαις τε πλατείαις πρηνεῖς ἡπλωμένοι ὀρέξαι σφίσιν μικρὸν τρύφος ἄρτου κατηντιβόλουν καὶ τὴν ψυχὴν πρὸς ἐσχάταις ἔχοντες ἀναπνοαῖς πεινῆν ἐπεβόων, πρὸς μόνην ταύτην τὴν ὀδυνηροτάτην φωνὴν εὐσθενεῖς καθιστάμενοι· οἳ δὲ τὴν πληθὺν τῶν αἰτούντων καταπληττόμενοι, ὅσοι τῶν εὐπορωτέρων ἐδόκουν εἶναι, μετὰ τὸ μυρία παρασχεῖν εἰς ἀπηνῆ λοιπὸν καὶ ἄτεγκτον ἐχώρουν διάθεσιν, τὰ αὐτὰ τοῖς αἰτοῦσιν ὅσον οὔπω καὶ αὐτοὶ πείσεσθαι προσδοκῶντες ὥστ’ ἤδη κατὰ μέσας ἀγορὰς καὶ στενωποὺς νεκρὰ καὶ γυμνὰ σώματα ἐφ’ ἡμέραις πλείοσιν ἄταφα διερριμμένα θέαν τοῖς ὁρῶσιν οἰκτροτάτην παρέχειν. ἤδη γέ τοι καὶ κυνῶν τινες ἐγίνοντο βορά, δι’ ἣν μάλιστα αἰτίαν οἱ ζῶντες ἐπὶ τὴν κυνοκτονίαν ἐτράποντο δέει τοῦ μὴ λυσσήσαντας ἀνθρωποφαγίαν ἐργάσασθαι. οὐχ ἥκιστα δὲ καὶ ὁ λοιμὸς πάντας", + "candidate_score": 0.613734, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1_3", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen lies inen , möchte es glie statt gar nitt verlyedenn , Gedoch , sünd sy , ob sy glich fründen und nich fenden , ir unwillig , dar man die soch zuͦ haltet .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg002.perseus-grc2_window_860", + "psc_text": "ἐν τοῖς πότοις παρακόπτειν καὶ τῶν φρενῶν παρεξίστασθαι τοιαῦτά τε μεθύοντα προστάττειν, οἷα ἀνανήψαντα αὐτὸν τῇ ὑστεραίᾳ εἰς μετάμελον ἄγειν· κραιπάλης δὲ καὶ ἀσωτίας μηδενὶ καταλιπὼν ὑπερβολήν, κακίας διδάσκαλον τοῖς ἀμφ’ αὐτὸν ἄρχουσί τε καὶ ἀρχομένοις ἑαυτὸν καθίστη, θρύπτεσθαι μὲν τὸ στρατιωτικὸν διὰ πάσης τρυφῆς τε καὶ ἀκολασίας ἐνάγων, ἡγεμόνας δὲ καὶ στρατοπεδάρχας δι’ ἁρπαγῶν καὶ πλεονεξίας χωρεῖν κατὰ τῶν ὑπηκόων μόνον οὐχὶ συντυραννοῦντας αὐτῷ προκαλούμενος. τί δεῖ τὰς ἐμπαθεῖς τἀνδρὸς αἰσχρουργίας μνημονεύειν ἢ τῶν πρὸς αὐτοῦ μεμοιχευμένων ἀπαριθμεῖσθαι τὴν πληθύν; οὐκ ἦν γέ τοι πόλιν αὐτὸν παρελθεῖν μὴ οὐχὶ ἐκ παντὸς φθορὰς γυναικῶν παρθένων τε ἁρπαγὰς εἰργασμένον. κατὰ πάντων γέ τοι αὐτῷ ταῦτα προυχώρει, μὴ ὅτι μόνων Χριστιανῶν· οἳ θανάτου καταφρονήσαντες παρ’ οὐθὲν αὐτοῦ τὴν τοσαύτην ἔθεντο τυραννίδα. οἱ μὲν γὰρ ἄνδρε�� ἀνατλάντες πῦρ καὶ σίδηρον καὶ προσηλώσεις θῆράς τε ἀγρίους καὶ θαλάττης βυθοὺς ἀποτομάς τε μελῶν καὶ καυτῆρας καὶ ὀφθαλμῶν κεντήσεις τε καὶ ἐξορύξεις καὶ τοῦ παντὸς σώματος", + "candidate_score": 0.609014, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1_3", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen lies inen , möchte es glie statt gar nitt verlyedenn , Gedoch , sünd sy , ob sy glich fründen und nich fenden , ir unwillig , dar man die soch zuͦ haltet .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg002.perseus-grc2_window_171", + "psc_text": "μετ’ ἐξουσίας. τοσαύτη δὲ τοὺς ἀρχιερεῖς κατέλαβεν ἀναίδεια καὶ τόλμα, ὥστε ἐκπέμπειν δούλους ἐτόλμων ἐπὶ τὰς ἅλωνας τοὺς ληψομένους τὰς τοῖς ἱερεῦσιν ὀφειλομένας δεκάτας. καὶ συνέβαινε τοὺς ἀπορουμένους τῶν ἱερέων ὑπ’ ἐνδείας ἀπολλυμένους θεωρεῖν· οὕτως ἐκράτει τοῦ δικαίου παντὸς ἡ τῶν στασιαζόντων βία. Joseph. B. I. 2, 254-256 Πάλιν δὲ ὁ αὐτὸς συγγραφεὺς κατὰ τοὺς αὐτοὺς χρόνους ἐν Ἱεροσολύμοις ὑποφυῆναι λῃστῶν τι εἶδος ἱστορεῖ, οἳ μεθ’ ἡμέραν, ὥς φησιν, καὶ ἐν μέσῃ τῇ πόλει ἐφόνευον τοὺς συναντῶντας. μάλιστα γὰρ ἐν ταῖς ἑορταῖς μιγνυμένους τῷ πλήθει καὶ ταῖς ἐσθήσεσιν ὑποκρύπτοντας μικρὰ ξιφίδια, τούτοις νύττειν τοὺς διαφόρους· ἔπειτα πεσόντων, μέρος γίνεσθαι τῶν ἐπαγανακτούντων αὐτοὺς τοὺς πεφονευκότας· διὸ καὶ παντάπασιν ὑπ’ ἀξιοπιστίας ἀνευρέτους γενέσθαι. πρῶτον μὲν οὖν ὑπ’ αὐτῶν Ἰωνάθην τὸν ἀρχιερέα κατασφαγῆναι, μετὰ δ’ αὐτὸν καθ’ ἡμέραν ἀναιρεῖσθαι πολλούς, καὶ τῶν συμφορῶν τὸν φόβον εἶναι χαλεπώτερον, ἑκάστου καθάπερ ἐν πολέμῳ καθ’ ὥραν τὸν θάνατον προσδεχομένου. Ἑξῆς δὲ τούτοις ἐπιφέρει μεθ’ ἕτερα λέγων·", + "candidate_score": 0.607368, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg002.perseus-grc2_window_171", + "psc_text": "μετ’ ἐξουσίας. τοσαύτη δὲ τοὺς ἀρχιερεῖς κατέλαβεν ἀναίδεια καὶ τόλμα, ὥστε ἐκπέμπειν δούλους ἐτόλμων ἐπὶ τὰς ἅλωνας τοὺς ληψομένους τὰς τοῖς ἱερεῦσιν ὀφειλομένας δεκάτας. καὶ συνέβαινε τοὺς ἀπορουμένους τῶν ἱερέων ὑπ’ ἐνδείας ἀπολλυμένους θεωρεῖν· οὕτως ἐκράτει τοῦ δικαίου παντὸς ἡ τῶν στασιαζόντων βία. Joseph. B. I. 2, 254-256 Πάλιν δὲ ὁ αὐτὸς συγγραφεὺς κατὰ τοὺς αὐτοὺς χρόνους ἐν Ἱεροσολύμοις ὑποφυῆναι λῃστῶν τι εἶδος ἱστορεῖ, οἳ μεθ’ ἡμέραν, ὥς φησιν, καὶ ἐν μέσῃ τῇ πόλει ἐφόνευον τοὺς συναντῶντας. μάλιστα γὰρ ἐν ταῖς ἑορταῖς μιγνυμένους τῷ πλήθει καὶ ταῖς ἐσθήσεσιν ὑποκρύπτοντας μικρὰ ξιφίδια, τούτοις νύττειν τοὺς διαφόρους· ἔπειτα πεσόντων, μέρος γίνεσθαι τῶν ἐπαγανακτούντων αὐτοὺς τοὺς πεφονευκότας· διὸ καὶ παντάπασιν ὑπ’ ἀξιοπιστίας ἀνευρέτους γενέσθαι. πρῶτον μὲν οὖν ὑπ’ αὐτῶν Ἰωνάθην τὸν ἀρχιερέα κατασφαγῆναι, μετὰ δ’ αὐτὸν καθ’ ἡμέραν ἀναιρεῖσθαι πολλούς, καὶ τῶν συμφορῶν τὸν φόβον εἶναι χαλεπώτερον, ἑκάστου καθάπερ ἐν πολέμῳ καθ’ ὥραν τὸν θάνατον προσδεχομένου. Ἑξῆς δὲ τούτοις ἐπιφέρει μεθ’ ἕτερα λέγων·", + "candidate_score": 0.593879, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg002.perseus-grc2_window_902", + "psc_text": "οἱ κατὰ πόλεις θνῄσκοντες, πλείους δὲ τούτων οἱ κατ’ ἀγρούς τε καὶ κώμας, ὡς ἤδη καὶ τὰς πάλαι τῶν ἀγροίκων πολυάνδρους ἀπογραφὰς μικροῦ δεῖν παντελῆ παθεῖν ἐξάλειψιν, ἀθρόως σχεδὸν ἁπάντων ἐνδείᾳ τροφῆς καὶ λοιμώδει νόσῳ διεφθαρμένων. τινὲς μὲν οὖν τὰ ἑαυτῶν φίλτατα βραχυτάτης τροφῆς τοῖς εὐπορωτέροις ἀπεμπολᾶν ἠξίουν, ἄλλοι δὲ τὰς κτήσεις κατὰ βραχὺ διαπιπράσκοντες εἰς ἐσχάτην ἐνδείας ἀπορίαν ἤλαυνον, ἤδη δέ τινες σμικρὰ χόρτου διαμασώμενοι σπαράγματα καί τινας ἀνέδην φθοροποιοὺς ἐσθίοντες πόας, τὴν τῶν σωμάτων ἕξιν λυμαινόμενοι διώλλυντο. καὶ γυναίων δὲ τῶν κατὰ πόλεις εὐγενίδων τινὲς εἰς ἀναίσχυντον ἀνάγκην πρὸς τῆς ἀπορίας ἐλαθεῖσαι, μεταιτεῖν ἐπὶ τῶν ἀγορῶν προεληλύθεσαν, τῆς πάλαι ἐλευθερίου τροφῆς ὑπόδειγμα διὰ τῆς περὶ τὸ πρόσωπον αἰδοῦς καὶ τῆς ἀμφὶ τὴν περιβολὴν κοσμιότητος ὑποφαίνουσαι. καὶ οἳ μὲν ἀπεσκληκότες ὥσπερ εἴδωλα νεκρὰ ὧδε κἀκεῖσε ψυχορραγοῦντες ἐνσειόμενοί τε καὶ περιολισθαίνοντες ὑπ’ ἀδυναμίας τοῦ στῆναι κατέπιπτον ἐν μέσαις τε πλατείαις πρηνεῖς ἡπλωμένοι ὀρέξαι σφίσιν μικρὸν τρύφος ἄρτου κατηντιβόλουν καὶ τὴν", + "candidate_score": 0.588852, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 3, + "cf_id": "cf011", + "work_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2", + "max_score": 0.702376, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_0_2", + "bdc_text": "pietas und mag ichriben , so er will. Dempellischen prüwen gott will ichs frünseßenn , unnd in sinem bruͦß unverschrockenlich fürfarenn , durch sin gnad , so uns durch Jesum Christum ververbenn . Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_801", + "psc_text": "θλιβόντων αὐτὸν, περὶ ὧν ἔλεγεν· Ἐναντίον σοῦ πάντες οἱ θλίβοντές με. Ἐγὼ μὲν γὰρ πάντα ὑπὲρ τῆς αὐτῶν σωτηρίας ἐποίουν, καλύπτων ἐν νηστείᾳ τὴν ψυχήν μου, σάκκῳ τε ἐνδύματι χρώμενος· οἱ δὲ τὰ ἐναντία τούτοις ἔπραττον, τοτὲ μὲν ὀνειδίζοντες καὶ διασύροντες τὰς ἐμὰς νηστείας, τοτὲ δὲ ἐν ταῖς παροινίαις αὐτῶν κατ’ ἐμοῦ ψάλλοντες, καὶ πάντα μᾶλλον συλλυπούμενοι. κἀγὼ μὲν ὑπὲρ αὐτῶν ἀλγῶν ἐλυπούμην· οἱ δὲ οὐ συνήλγουν μοι, οὐδὲ συνέπασχον· ἀλλ’ οὐδὲ παράκλητός τις αὐτῶν εἰς ἐμὴν παραμυθίαν εὕρηται. πάντα δὲ τὰ κατ’ ἐμοῦ ἐγχειροῦντες, εἰς μὲν τὸ βρῶμά μου χολὴν ἔβαλλον, καίτοι τροφὰς αὐτοῖς ἐμοῦ πλουσίας παρεχομένου· διψῶντι δέ μοι ὄξος ἀντὶ ποτοῦ προσέφερον. τοιαύτην δέ μοι ἐκίρνων χολὴν ὁποίαν ἐδήλου ὁ προφητικὸς λόγος εἰπών· πῶς ἐστράφης εἰς πικρίαν, ἡ ἄμπελος ἡ ἀλλοτρία; Νοήσεις δὲ ὅπως τρέφεται ὁ σωτὴρ ἡμῶν ἐπακούων αὐτοῦ λέγοντος· ἐπείνων, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν· ἐδίψων, καὶ ἐποτίσατέ με. εἰ δὲ ἀντὶ τροφίμων καρπῶν τῶν διὰ", + "candidate_score": 0.702376, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_0_2", + "bdc_text": "pietas und mag ichriben , so er will. Dempellischen prüwen gott will ichs frünseßenn , unnd in sinem bruͦß unverschrockenlich fürfarenn , durch sin gnad , so uns durch Jesum Christum ververbenn . Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_848", + "psc_text": "πλούτου, μήτε βασιλείας, μήτε τῆς τοῦ παντὸς ἔθνους βοηθείας, μήτε τῆς ἐξ ἀσκήσεως πορισθείσης αὐτῷ δικαιοσύνης, τὴν παρὰ μόνου τοῦ θεοῦ βοήθειαν ἐξῄτει λέγων· Ὁ θεός, εἰς τὴν βοήθειάν μου πρόσχες. κύριε, εἰς τὸ βοηθῆσαί μοι σπεῦσον. Ὁρῶν δὲ πολλοὺς διαφθονουμένους τῇ κατὰ θεὸν αὐτοῦ προκοπῇ καὶ βασκαίνοντας αὐτοῦ τῇ σωτηρίᾳ τῆς ψυχῆς, προσετίθει τό· αἰσχυνθήτωσαν καὶ ἐντραπήτωσαν οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου. ἀποστραφήτωσαν εἰς τὰ ὀπίσω καὶ καταισχυνθήτωσαν οἱ βουλόμενοί μοι κακά. ἀποστραφήτωσαν παραυτίκα αἰσχυνόμενοι οἱ λέγοντές μοι, εὖγε, εὖγε. Διὰ τούτων γὰρ ὁμολογεῖ αὐτὸς μὲν ἑαυτῷ μὴ δύνασθαι ἐπαρκεῖν, δεῖσθαι δὲ τῆς παρὰ τοῦ κρείττονος βοηθείας· ὡς, εἰ μὴ τύχοι ταύτης, ἔρημος ἐσόμενος καὶ ἐλεγχθησόμενος ἀσθενὴς καὶ πλέον οὐδὲν ἢ θνητὸς ἄνθρωπος· καὶ ὡς οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ ἐπιχαιρεσίκακοί τινες ὄντες πεσόντι αὐτῷ ἐπαναβήσονται. εἰ δὲ βοηθοῦ τύχοι τοῦ θεοῦ, αὐτὸς μὲν ἔσται ἀνώτερος· αἰσχύνην δὲ καταχεοῦνται οἱ τῆς αὐτοῦ ψυχῆς ἐπίβουλοι· οἵτινες ἐφ’ ἑκάστῃ πράξει κατὰ πόδας αὐτοῦ", + "candidate_score": 0.694382, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_0_2", + "bdc_text": "pietas und mag ichriben , so er will. Dempellischen prüwen gott will ichs frünseßenn , unnd in sinem bruͦß unverschrockenlich fürfarenn , durch sin gnad , so uns durch Jesum Christum ververbenn . Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1492", + "psc_text": "θεός μου, κεκράξομαι ἡμέρας, καὶ οὐκ εἰσακούσῃ, καὶ νυκτός, καὶ οὐκ εἰς ἄνοιαν ἐμοί. Καὶ ὁ παρὼν δὲ ψαλμός φησιν· ἡμέρας ἐκέκραξα καὶ ἐν νυκτὶ ἐναντίον σου. Kαί μοι δοκεῖ τὸ λόγιον τὸν βίον τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ὑπογράφειν διὰ πάσης οὐ μόνον ἡμέρας, ἀλλὰ καὶ νυκτὸς ἀνακειμένου τῷ θεῷ. ἔχει δὲ καὶ ἐν τοῖς εὐαγγελίοις, ὅπως ταῖς εὐχαῖς διὰ παντὸς ἐσχόλαζεν. ἐπὶ δὲ τοῦ παρόντος δέεται τοῦ πατρὸς καὶ ἀξιοῖ κλῖναι τὸ οὖς πρὸς τὴν δέησιν αὐτοῦ· τουτέστιν ἐπινεῦσαι τοῖς αἰτήμασιν αὐτοῦ. καὶ τοῦτ’ εὔχεται, ὡς ἂν μέλλων ὑπὲρ ἁπάντων τῶν ἐθνῶν αὐτὸς ἑαυτὸν τῷ πατρὶ προσφέρειν θυσίαν. Πολλὰ δὲ περὶ τοῦ ἰδίου θανάτου μέλλων ἑξῆς διεξιέναι ὁρῶν τε τὴν μετὰ θάνατον διαδεξομένην αὐτὸν σωτηρίαν εἰκότως τὴν ἀπαρχὴν τοῦ ψαλμοῦ τῇ αὐτοῦ σωτηρίᾳ προλαβὼν ἀνατίθησι· διό φησιν· κύριε ὁ θεὸς τῆς σωτηρίας μου. Ὅτι ἐπλήσθη κακῶν ἡ ψυχή μου, καὶ ἡ ζωή μου τῷ ᾅδῃ ἤγγισεν· προσελογίσθην μετὰ", + "candidate_score": 0.693127, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29_31", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1504", + "psc_text": "Ἐπειδὴ Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε, κατὰ τὸν ἀπόστολον, γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα· δι’ ὃ γέγραπται· ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου, καὶ ἐπειδὴ τὸν μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὁ θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησε, κατὰ τὸν αὐτόν, εἰκότως τὴν ἡμῖν τοῖς πρότερον ἀσεβέσι καὶ ἁμαρτωλοῖς ἐπικειμένην ὀργὴν τοῦ θεοῦ καὶ τὸν θυμὸν αὐτοῦ τὸν καθ’ ἡμῶν εἰς ἑαυτὸν ἐπισπασάμενος δι’ ὑπερβάλλουσάν τε φιλανθρωπίαν ἀναδεξάμενος τὴν ὑπὲρ ἡμῶν τιμωρίαν τε καὶ κόλασιν, τὰς προκειμένας προφέρεται φωνάς, ἅτε δὴ γενόμενος ἀμνὸς τοῦ θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου. διό φησιν ὁ προφήτης περὶ αὐτοῦ· οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται· τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν, καὶ κύριος παρέδωκεν αὐτὸν ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. τοῦτο τοίνυν καὶ αὐτὸς παρίστησι διὰ τοῦ ψαλμοῦ φάσκων· ἐπ’ ἐμὲ ἐπεστηρίχθη ὁ θυμός σου, καὶ πάντας τοὺς μετεωρισμούς σου ἐπήγαγες ἐπ’ ἐμέ, ἀνθ’ οὗ φησιν ὁ Σύμμαχος· ἐμοὶ ἐπέβρισεν ὁ θυμός σου, καὶ ταῖς καταιγίσιν σου", + "candidate_score": 0.684654, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14_16", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_449", + "psc_text": "Ἀρχόμενος μὲν ἔλεγεν· Οὐχὶ τῷ θεῷ ὑποταγήσεται ἡ ψυχή μου; ὥσπερ ἐνδυάζων ἔτι. ἐνταῦθα δὲ ἀποφατικῶς βεβαιωθεὶς ἐκ τῶν εἰρημένων τῇ ἑαυτοῦ ψυχῇ ἐπιθαρσεῖν παρακελεύεται· διό φησι πρὸς αὐτήν· Πλὴν τῷ θεῷ ὑποτάγηθι, ἡ ψυχή μου. Καὶ ἀνωτέρω μὲν ἔλεγε· Παρ’ αὐτοῦ γὰρ τὸ σωτήριόν μου. Ἐνταῦθα δέ· Ὅτι παρ’ αὐτοῦ ἡ ὑπομονή μου. Ὅμοιον δ’ ἂν εἴη τοῦτο τῷ φήσαντι· πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με· οὐ γὰρ παρ’ ἐμαυτοῦ κέκτημαι τὴν ἰσχύν, ἀλλὰ παρὰ τοῦ ἐνδυναμοῦντός με· καὶ ἐνταῦθα ἡ ὑπομονή μου οὐκ ἐξ ἐμῆς, φησίν, ἀρετῆς καὶ δυνάμεως συνέστηκεν, ἀλλὰ παρὰ τῆς αὐτοῦ χάριτος· Καὶ γὰρ αὐτὸς θεός μου καὶ σωτήρ μου. Διόπερ ὡς θεός μ��υ καὶ σωτήρ μου παρέχει μοι τὴν ὑπομονήν. εἶτ’ ἀνωτέρω μὲν ἔχεις τό· Καὶ γὰρ αὐτὸς θεός μου καὶ <σωτήρ μου· ἀντιλήπτωρ μου· οὐ μὴ σαλευθῶ ἐπὶ πλεῖον. ᾿Ενταῦθα δε· Κ αὶ γὰρ αὐτὸς θεός μου καὶ> σωτήρ μου, ἀντιλήπτωρ μου· οὐ", + "candidate_score": 0.683928, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29_31", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_852", + "psc_text": "σωτήριον πολλαχοῦ τῶν γραφῶν ὠνομασμένον, ὃν ἀγαπῶσιν οἱ δι’ ἔργων τὴν διδασκαλίαν αὐτοῦ ἐν ἀγάπῃ καθαρᾷ περιέποντες. Ἐγὼ δὲ πτωχὸς καὶ πένης· ὁ θεός, βοήθησόν μοι. βοηθός μου καὶ ῥύστης μου σὺ εἶ· κύριε, μὴ χρονίσῃς. Kαὶ Δαυὶδ πλούσιος ὢν ἐταπεινοφρόνει, ἅτε γνῶσιν ἔχων τοῦ μεγέθους τοῦ θεοῦ, καὶ τὸ μηδὲν ἑαυτὸν ὁρῶν. διὸ τὴν παρὰ μόνου τοῦ ἰσχυροῦ βοήθειαν ἐξῃτεῖτο λέγων· ... ὁ θεός, βοήθησόν μοι· βοηθός μου καὶ ῥύστης μου εἶ σύ· κύριε, μὴ χρονίσῃς. Καὶ ὁ Χριστὸς δὲ πλούσιος ὢν δι’ ἡμᾶς ἐπτώχευσεν, ὡς ἐδίδαξεν ὁ θεῖος ἀπόστολος. διὸ καὶ ἑαυτὸν ἀνετίθει τῇ τοῦ πνεύματος βοηθείᾳ, πρεσβεύων ὑπὲρ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ καὶ τῆς ἐκκλησίας, ὡς ἂν μὴ, εἰς μακροὺς χρόνους πολεμουμένη ἐν τοῖς καιροῖς τῶν διωγμῶν, μεγάλην ἀπενέγκοιτο βλάβην. διό φησι· βοηθός μου καὶ ῥύστης μου εἶ σύ· κύριε, μὴ χρονίσῃς. Εἰ δὲ καὶ ταῦτα ἀναφέροιτο ἐπὶ τὸν καιρὸν τοῦ πάθους τοῦ σωτῆρος ἡμῶν, καὶ αὐτὸς ἐπιστήσεις.", + "candidate_score": 0.683159, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28_30", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1504", + "psc_text": "Ἐπειδὴ Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε, κατὰ τὸν ἀπόστολον, γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα· δι’ ὃ γέγραπται· ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου, καὶ ἐπειδὴ τὸν μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὁ θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησε, κατὰ τὸν αὐτόν, εἰκότως τὴν ἡμῖν τοῖς πρότερον ἀσεβέσι καὶ ἁμαρτωλοῖς ἐπικειμένην ὀργὴν τοῦ θεοῦ καὶ τὸν θυμὸν αὐτοῦ τὸν καθ’ ἡμῶν εἰς ἑαυτὸν ἐπισπασάμενος δι’ ὑπερβάλλουσάν τε φιλανθρωπίαν ἀναδεξάμενος τὴν ὑπὲρ ἡμῶν τιμωρίαν τε καὶ κόλασιν, τὰς προκειμένας προφέρεται φωνάς, ἅτε δὴ γενόμενος ἀμνὸς τοῦ θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου. διό φησιν ὁ προφήτης περὶ αὐτοῦ· οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται· τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν, καὶ κύριος παρέδωκεν αὐτὸν ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. τοῦτο τοίνυν καὶ αὐτὸς παρίστησι διὰ τοῦ ψαλμοῦ φάσκων· ἐπ’ ��μὲ ἐπεστηρίχθη ὁ θυμός σου, καὶ πάντας τοὺς μετεωρισμούς σου ἐπήγαγες ἐπ’ ἐμέ, ἀνθ’ οὗ φησιν ὁ Σύμμαχος· ἐμοὶ ἐπέβρισεν ὁ θυμός σου, καὶ ταῖς καταιγίσιν σου", + "candidate_score": 0.681655, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_25_27", + "bdc_text": "Gott verlych uns allen unsere mißethat . Es ist ouch gleüß das houptman Baptist von Salis des bapsts Ritter von Bargellens zuͦ Sultz mitt so . Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1504", + "psc_text": "Ἐπειδὴ Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε, κατὰ τὸν ἀπόστολον, γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα· δι’ ὃ γέγραπται· ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου, καὶ ἐπειδὴ τὸν μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὁ θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησε, κατὰ τὸν αὐτόν, εἰκότως τὴν ἡμῖν τοῖς πρότερον ἀσεβέσι καὶ ἁμαρτωλοῖς ἐπικειμένην ὀργὴν τοῦ θεοῦ καὶ τὸν θυμὸν αὐτοῦ τὸν καθ’ ἡμῶν εἰς ἑαυτὸν ἐπισπασάμενος δι’ ὑπερβάλλουσάν τε φιλανθρωπίαν ἀναδεξάμενος τὴν ὑπὲρ ἡμῶν τιμωρίαν τε καὶ κόλασιν, τὰς προκειμένας προφέρεται φωνάς, ἅτε δὴ γενόμενος ἀμνὸς τοῦ θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου. διό φησιν ὁ προφήτης περὶ αὐτοῦ· οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται· τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν, καὶ κύριος παρέδωκεν αὐτὸν ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. τοῦτο τοίνυν καὶ αὐτὸς παρίστησι διὰ τοῦ ψαλμοῦ φάσκων· ἐπ’ ἐμὲ ἐπεστηρίχθη ὁ θυμός σου, καὶ πάντας τοὺς μετεωρισμούς σου ἐπήγαγες ἐπ’ ἐμέ, ἀνθ’ οὗ φησιν ὁ Σύμμαχος· ἐμοὶ ἐπέβρισεν ὁ θυμός σου, καὶ ταῖς καταιγίσιν σου", + "candidate_score": 0.681424, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29_31", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_248", + "psc_text": "ὁ προτεταγμένος τοῦ παρόντος ψαλμὸς οὐκ ἦν, ἀλλὰ στηλογραφία , ὅπερ ἡρμήνευσεν ὁ μὲν Ἀκύλας· ταπεινοῦ τελείου Ἀ , ὁ δὲ Σύμμαχος· τοῦ ταπεινόφρονος καὶ ἀμώμου Σ , οὕτως καὶ ὁ παρὼν λόγος τὴν εἰς ἄκρον πραότητος καὶ ἀνεξικακίας τοῦ Δαυὶδ ἀρετήν, ταπεινοῦ τελείου Ἀ , ταπεινόφρονος καὶ ἀμώμου Σ , εἶθ’ ὥσπερ αἰωνίου μνήμης τὴν ταπεινοφροσύνην ἀξίαν ἀνατίθησι στηλογραφίαν. ἐπὶ ταύτῃ δὲ τῇ ἀρετῇ καὶ Μωσῆς ἐμαρτυρεῖτο· καὶ ὁ σωτὴρ δὲ καὶ κύριος ἡμῶν ἐπὶ ταύτην παρεκάλει λέγων· μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ . Ἐπεὶ δὲ ἐδεῖτο παραμονῆς καὶ τῆς ἐπὶ μήκιστον φυλακῆς ἡ τοιαύτη ἀρετή ( ὁ γὰρ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται ), διὰ τοῦτο ἐπιγέγραπται· εἰς τὸ τέλος, μὴ διαφθείρῃς · πολλοὶ γὰρ καλῶς ἀρξάμενοι οὐ διήρκεσαν εἰς τέλος . ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον τοῦ Δαυὶδ τὴν φυγὴν καὶ τὴν ἐν ἐρημίαις διατριβὴν τήν τε ἐν σπηλαίοις καρτερικωτάτην οἴκησιν ἀποδεχόμενον", + "candidate_score": 0.677744, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14_16", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1125", + "psc_text": "λόγον· βούλομαι δὲ τοὺς ἄνδρας προσεύχεσθαι ἐπαίροντας ὁσίους χεῖρας . καὶ τοῦτ’ ἔπραττον οὐ δι’ ἡμέρας μόνον ἀλλὰ καὶ διὰ νυκτὸς τὰς χεῖράς μου ἐπαίρων ἐναντίον αὐτοῦ καὶ διὰ τῆς προσευχῆς καὶ διὰ τῶν πρὸς αὐτὸν φωνῶν ἐπιζητῶν αὐτόν. διὸ ταῦτα πράττων οὐκ ἠπατήθην· εὑρίσκετο γάρ μοι ζητούμενος· διὸ προσέσχεν μοι καὶ τὰς ἑαυτοῦ ἀκοὰς ἐμοὶ παρέσχεν. Ἀντὶ δὲ τοῦ· ταῖς χερσί μου νυκτὸς ἐναντίον αὐτοῦ καὶ οὐκ ἠπατήθην, ὁ Σύμμαχος τοῦτον ἡρμήνευσεν τὸν τρόπον· ἡ χείρ μου νυκτὸς ἐκτέτατο διηνεκῶς. Ταύτην μὲν οὖν εἶχον μεγίστην καὶ μόνην παραμυθίαν· ἄλλως δὲ οὐδενὸς ἠνειχόμην παρακαλεῖν με καὶ θεραπεύειν ἐθέλοντος ἀνθρώπου ἐν τῷ τῆς θλίψεώς μου καιρῷ. διὸ ἐπιλέγει· ἀπηνήνατο παρακληθῆναι ἡ ψυχή μου, ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον· οὐκ ἐπείθετο παρηγορεῖσθαι ἡ ψυχή μου. Ἀλλ’ ἀνθρώποις μὲν οὐκ ἐπειθόμην τοῖς ἄλλως με παρηγορεῖν καὶ παρακαλεῖν, ἐμνήσθην δὲ τοῦ θεοῦ καὶ ηὐφράνθην· ἀπήρκει γάρ μοι ἡ τοῦ θεοῦ μνήμη πρὸς εὐφροσύνην. Ἀλλὰ καὶ", + "candidate_score": 0.677446, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_25_27", + "bdc_text": "Gott verlych uns allen unsere mißethat . Es ist ouch gleüß das houptman Baptist von Salis des bapsts Ritter von Bargellens zuͦ Sultz mitt so . Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_438", + "psc_text": "Ἀκύλαν· σφαλήσομαι πολλήν, καὶ κατὰ τὴν πέμπτην δὲ ἔκδοσιν εἴρηται· οὐ μὴ σαλευθῶ ἐπὶ πλεῖον. Σύμφωνος δ’ ἂν εἴη ὁ νοῦς τῆς προκειμένης διδασκαλίας τῇ φασκούσῃ προφητείᾳ· οὐαὶ οἱ ἐπισπώμενοι τὰς ἁμαρτίας ὡς σχοινίῳ μακρῷ καὶ ὡς ζυγοῦ ἱμάντι δαμάλεως τὰς ἀνομίας· καὶ τῷ· ›μὴ ὁ πίπτων οὐκ ἀνίσταται, καὶ ὁ ἀποστρέφων οὐκ ἐπιστρέφει; ἵνα τί ἀποστρέφεται ἀποστροφὴν ἀναιδῆ, λέγει κύριος.‹ πάντα γὰρ ταῦτα διδάσκει τὸν ἅπαξ ἡμαρτηκότα μὴ παραμένειν τῷ ἁμαρτήματι μηδὲ ἀπογινώσκειν ἑαυτὸν μηδὲ ἔκδοτον παρέχειν τῷ τοῦ πειρατηρίου ῥεύματι. διὸ ἀναγκαίως διδάσκεται ὁ Ἰδιθοὺμ ἐπᾴδειν ἑαυτῷ καὶ τὰ προκείμενα λέγειν καὶ πρῶτον μὲν ἐπὶ τὸν μέγαν σωτῆρα καὶ τῶν ψυχῶν ἰατρὸν καταφεύγειν, ἔπειτα ὑποτάττειν τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν μηκέτι ἀνθρώποις μηδὲ τοῖς ἐκφοβοῦσιν, ἕνα δὲ μόνον πρὸ ὀφθαλμῶν θέμενο�� τὸν μέγαν κριτήν τε καὶ θεόν, αὐτῷ μόνῳ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ὑποτάττειν ἐλευθεροῦν τε αὐτὴν παντὸς ἀλλοτρίου φόβου. διό φησιν· Οὐχὶ τῷ θεῷ ὑποταγήσεται ἡ ψυχή μου; παρ’ αὐτοῦ", + "candidate_score": 0.677299, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14_16", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_195", + "psc_text": "ὅτι ὁ μὲν οὐκ ἐχθρός, ἀλλὰ φίλος, καὶ οὐχ ὁ μισῶν, ἀλλ’ ὁ μικρῷ πρόσθεν μικρὸς πόρρωθεν πρὸ μικροῦ ἀγαπῶν τοιαῦτα κατ’ ἐμοῦ τετόλμηκεν· ἐγὼ δὲ πλέον οὐδὲν οὐδὲν πλέον ἔπραττον, ἀλλ’ ἐβόων πρὸς τὸν θεὸν (κατὰ τὸ ἀνθρώπινον δηλονότι) εἶχόν τε αὐτὸν οἷα πατέρα ἐπήκοον. ἀλλὰ καὶ οἱ μὲν ἐπεβούλευον ἐμοί μοι , ὁ δὲ ἔσῳζέν με· διὸ οὐ παύσομαι ἑσπέρας καὶ πρωῒ καὶ μεσημβρίας διαπαντὸς τὰς τοῦ πατρὸς ἀρετὰς τὰς ἀρετὰς τοῦ πατρὸς τοῦ πατρὸς τὰς ἀρετὰς διηγούμενος εἰς πάντας εἰσακουστόν τε πᾶσιν ἀνθρώποις καὶ κηρύττων τὸ σωτήριον εὐαγγέλιον· καὶ ταύτης μου οὖν τῆς φωνῆς ἐπακούσας ὁ πατὴρ σωτὴρ λυτρώσεται ἐν εἰρήνῃ τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τῶν ἐγγιζόντων μοι ἀπὸ τῶν ἐγγιζόντων μοι λυτρώσεται , τουτέστιν ἀπὸ τῶν ἐγγύθεν καὶ οὐ πόρρωθέν με πολεμούντων (ἢ καὶ ἀπὸ τῶν ἐγγιζόντων αὐτῷ Ἰουδαίων καὶ σὺν αὐτῷ ὄντων ἐν ἀναγνώσει καὶ μελετῇ γραφῶν καὶ ἐν τῇ ἀποδοχῇ τοῦ νόμου) , οἵτινες", + "candidate_score": 0.677118, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29_31", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_642", + "psc_text": "ἐλπὶς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς καὶ τῶν ἐν θαλάσσῃ μακράν. Χριστοῦ ἐνανθρώπησις καὶ ἐθνῶν κλῆσις ξζ Εἰς τὸ τέλος· τῷ Δαυίδ· ψαλμὸς ᾠδῆς. Ἀναστήτω ὁ θεός, καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ, καὶ φυγέτωσαν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτόν. ὡς ἐκλείπει καπνός, ἐκλειπέτωσαν· ὡς τήκεται κηρὸς ἀπὸ προσώπου πυρός, οὕτως ἀπόλοιντο οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ προσώπου τοῦ θεοῦ. καὶ οἱ δίκαιοι εὐφρανθήτωσαν, ἀγαλλιάσθωσαν ἐνώπιον τοῦ θεοῦ, τερφθήτωσαν ἐν εὐφροσύνη. Οἱ μὲν πρὸ τοῦ μετὰ χεῖρας τρεῖς ἐφεξῆς τὴν κλῆσιν τῶν ἐθνῶν προεφώνουν· ὧν ὁ μὲν ξδ ψαλμὸς ᾠδῆς ἐπεγέγραπτο τῷ Δαυίδ, ὁ δ’ ἑπόμενος· ᾠδὴ ψαλμοῦ, ὁ δὲ τρίτος· ἐν ὕμνοις ψαλμὸς ᾠδῆς. εἰκότως τοιγαροῦν καὶ ὁ μετὰ χεῖρας εὐαγγελικὸς ὢν καὶ αὐτὸς καὶ οὐ περὶ τῆς κλήσεως τῶν ἐθνῶν μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ σωτῆρος αὐτοῦ προφητείαν περιέχων, εἰς τὸ τέλος τῷ Δαυὶδ ἐπιγέγραπται καὶ ψαλμὸς ᾠδῆς ὁμοίως τοῖς πρὸ αὐτοῦ. ἔδει γὰρ τοὺς τῶν ἀγαθῶν ἐπαγγελτικοὺς λόγους μὴ", + "candidate_score": 0.676796, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27_29", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 . man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1504", + "psc_text": "Ἐπειδὴ Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε, κατὰ τὸν ἀπόστολον, γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα· δι’ ὃ γέγραπται· ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου, καὶ ἐπειδὴ τὸν μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὁ θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησε, κατὰ τὸν αὐτόν, εἰκότως τὴν ἡμῖν τοῖς πρότερον ἀσεβέσι καὶ ἁμαρτωλοῖς ἐπικειμένην ὀργὴν τοῦ θεοῦ καὶ τὸν θυμὸν αὐτοῦ τὸν καθ’ ἡμῶν εἰς ἑαυτὸν ἐπισπασάμενος δι’ ὑπερβάλλουσάν τε φιλανθρωπίαν ἀναδεξάμενος τὴν ὑπὲρ ἡμῶν τιμωρίαν τε καὶ κόλασιν, τὰς προκειμένας προφέρεται φωνάς, ἅτε δὴ γενόμενος ἀμνὸς τοῦ θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου. διό φησιν ὁ προφήτης περὶ αὐτοῦ· οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται· τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν, καὶ κύριος παρέδωκεν αὐτὸν ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. τοῦτο τοίνυν καὶ αὐτὸς παρίστησι διὰ τοῦ ψαλμοῦ φάσκων· ἐπ’ ἐμὲ ἐπεστηρίχθη ὁ θυμός σου, καὶ πάντας τοὺς μετεωρισμούς σου ἐπήγαγες ἐπ’ ἐμέ, ἀνθ’ οὗ φησιν ὁ Σύμμαχος· ἐμοὶ ἐπέβρισεν ὁ θυμός σου, καὶ ταῖς καταιγίσιν σου", + "candidate_score": 0.676388, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14_16", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1491", + "psc_text": "ἤδη τὴν ἔνσαρκον αὐτοῦ γένεσιν ᾐνίττετο. τούτοις δὲ πᾶσιν ἀκολούθως ὁ προ κείμενος τὸν θάνατον, ὃν ὑπὲρ ἀνθρώπων ἀνεδέξατο, προαναφωνεῖ. Κύριε ὁ θεὸς τῆς σωτηρίας μου, ἡμέρας ἐκέκραξα καὶ ἐν νυκτὶ ἐναντίον σου. εἰσελθέτω ἐναντίον σου ἡ προσευχή μου, κλῖνον τὸ οὖς σου εἰς τὴν δέησίν μου. Ἐν τῷ κα´ ψαλμῷ καὶ αὐτῷ εἰς τὸν Χριστὸν ἀναφερομένῳ καὶ τὸ πάθος αὐτοῦ σαφῶς προφητεύοντι, ὅπερ διὰ τῆς ἀρχῆς παρίστησιν ὁ λόγος φάσκων· ὁ θεός, ὁ θεός μου, πρόσχες μοι· ἵνα τί ἐγκατέλειπές με; ὅ καὶ μεμαρτύρηται κατὰ λέξιν ἐπὶ τοῦ πάθους ὁ σωτὴρ ἡμῶν εἰρηκώς· μετὰ τὴν ἀρχὴν ἑξῆς ἐπιλέγεται· ὁ θεός μου, κεκράξομαι ἡμέρας, καὶ οὐκ εἰσακούσῃ, καὶ νυκτός, καὶ οὐκ εἰς ἄνοιαν ἐμοί. Καὶ ὁ παρὼν δὲ ψαλμός φησιν· ἡμέρας ἐκέκραξα καὶ ἐν νυκτὶ ἐναντίον σου. Kαί μοι δοκεῖ τὸ λόγιον τὸν βίον τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ὑπογράφειν διὰ πάσης οὐ μόνον ἡμέρας, ἀλλὰ καὶ νυκτὸς ἀνακειμένου τῷ", + "candidate_score": 0.675581, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_25_27", + "bdc_text": "Gott verlych uns allen unsere mißethat . Es ist ouch gleüß das houptman Baptist von Salis des bapsts Ritter von Bargellens zuͦ Sultz mitt so . Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1337", + "psc_text": "πένητα δικαιώσατε. ἐξέλεσθε πένητα καὶ πτωχόν, ἐκ χειρὸς ἁμαρτωλοῦ ῥύσασθε. Ἐὰν μὲν οὖν τούτων ἀκροώμενοι παιδευώμεθα καὶ τὰ παραγγέλματα φυλάττοιμεν, τῆς ἐκ τῶν λόγων ὠνάμεθα ὠφελείας, ἐπεὶ καὶ ἡμῖν λεχθήσεται· οὐκ ἔγνωσαν οὐδὲ συνῆκαν, ἐν σκότει διαπορεύονται. Τί δὲ οὐκ ἔγνωσαν οὐδὲ συνῆκαν ἤ, ὅτι ὅσον οὔπω καὶ αὐτοὶ παραστήσονται τῷ βήματι τοῦ θεοῦ λόγον δώσοντες, περὶ ὧν οὐ δικαίως ἔκριναν; οἱ δὲ μὴ πρὸ ὀφθαλμῶν θέμενοι τὴν κρίσιν τοῦ θεοῦ ἐν σκότει διαπορεύονται τῷ τῆς ἀγνοίας σκότῳ τὰ τῆς ψυχῆς αὐτῶν ὄμματα πληρώσαντες. διὸ προσήκει τῷ τοῦ λόγου φέγγει φωτιζομένους ἢ μὴ κρίνειν, μνημονεύοντας τοῦ εἰρηκότος· μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε , ἢ, εἰ ἀνάγκη ποτὲ κρίνειν, κατὰ τὸ δικαιότατον τοῦτο ποιεῖν καὶ ἐλέγχειν τοὺς ἁμαρτάνοντας, κἂν δέοι ὑπὲρ ἀληθείας θνήσκειν, πεπεισμένους ἀκριβῶς, ὅτι πάντων ἔσται συντέλεια καὶ μεταβολὴ ἐπὶ τῇ καθολικῇ κρίσει τοῦ θεοῦ, ἣν ποιήσεται διὰ τοῦ Χριστοῦ αὐτοῦ, ἣν καὶ ὁ παρὼν παρίστησιν λόγος ἐπισυνάπτων ἑξῆς", + "candidate_score": 0.675012, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14_16", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1766", + "psc_text": "καὶ ἀσύνετος οὐ συνήσει ταῦτα. Ἐμέ, φησίν, ηὔφρανας, ὦ κύριε, ἐν τῷ ποιήματί σου καὶ ἐν τοῖς ἔργοις τῶν χειρῶν σου· ἀλλ’ οὖν καὶ πᾶς ἀνὴρ τὴν αὐτὴν ἐμοὶ φέρει διάθεσιν. πολλοὶ γάρ εἰσιν ἄφρονες καὶ ἀσύνετοι, οὐ γινώσκοντες, οὐδὲ συνιέντες αὐτὰ δὴ ταῦτα, ἐφ’ οἷς αὐτὸς εὐφραίνεσθαι καὶ ἀγαλλιᾷν ὁμολογῶ. διόπερ ὁ ὡς ἀληθῶς ἄφρων καὶ ἀσύνετος ἀναιρεῖ μὲν τὸ προνοίᾳ καὶ λόγῳ θεοῦ συνεστάναι τὸ πᾶν, εἱμαρμένῃ δὲ καὶ ἀνάγκῃ ἀλόγῳ τε φορᾷ καὶ τύχῃ προσγράφει τὰ τηλικαῦτα τοῦ θεοῦ δημιουργήματα. ἀλλὰ καὶ ὡς ἀσύνετος προσκόπτει τῇ διοικήσει τοῦ παντὸς διὰ τὸ δοκεῖν πολλὰς ἀνωμαλίας ἐν τῷ θνητῷ βίῳ θεωρεῖν. Ὁ μὲν οὖν ἄφρων καὶ ἀσύνετος δυσχεραίνων εὐθὺς ἐπὶ βλάσφημον καὶ ἀσεβῆ λογισμὸν τρέπεται ἀθεότητα καὶ ἀπρονοησίαν καὶ τὸ εἰκῆ, καὶ ὡς ἔτυχε τούτων εἶναι φάσκων αἴτια· ἐγὼ δὲ καὶ ἐπὶ τῶν προειρημένων ἀδήλων εὐσεβεῖν δεδιδαγμένος πέπεισμαι, ὅτι ὑπὲρ τὴν ἐμὴν σμικρότητα τυγχάνουσιν οἱ τῆς σῆς κρίσεως καὶ", + "candidate_score": 0.675003, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14_16", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1492", + "psc_text": "θεός μου, κεκράξομαι ἡμέρας, καὶ οὐκ εἰσακούσῃ, καὶ νυκτός, καὶ οὐκ εἰς ἄνοιαν ἐμοί. Καὶ ὁ παρὼν δὲ ψαλμός φησιν· ἡμέρας ἐκέκραξα καὶ ἐν νυκτὶ ἐναντίον σου. Kαί μοι δοκεῖ τὸ λόγιον τὸν βίον τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ὑπογράφειν διὰ πάσης οὐ μόνον ἡμέρας, ἀλλὰ καὶ νυκτὸς ἀνακειμένου τῷ θεῷ. ἔχει δὲ καὶ ἐν τοῖς εὐαγγελίοις, ὅπως ταῖς εὐχαῖς διὰ παντὸς ἐσχόλαζεν. ἐπὶ δὲ τοῦ παρόντος δέεται τοῦ πατρὸς καὶ ἀξιοῖ κλῖναι τὸ οὖς πρὸς τὴν δέησιν αὐτοῦ· τουτέστιν ἐπινεῦσαι τοῖς αἰτήμασιν αὐτοῦ. καὶ τοῦτ’ εὔχεται, ὡς ἂν μέλλων ὑπὲρ ἁπάντων τῶν ἐθνῶν αὐτὸς ἑαυτὸν τῷ πατρὶ προσφέρειν θυσίαν. Πολλὰ δὲ περὶ τοῦ ἰδίου θανάτου μέλλων ἑξῆς διεξιέναι ὁρῶν τε τὴν μετὰ θάνατον διαδεξομένην αὐτὸν σωτηρίαν εἰκότως τὴν ἀπαρχὴν τοῦ ψαλμοῦ τῇ αὐτοῦ σωτηρίᾳ προλαβὼν ἀνατίθησι· διό φησιν· κύριε ὁ θεὸς τῆς σωτηρίας μου. Ὅτι ἐπλήσθη κακῶν ἡ ψυχή μου, καὶ ἡ ζωή μου τῷ ᾅδῃ ἤγγισεν· προσελογίσθην μετὰ", + "candidate_score": 0.674938, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27_29", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 . man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_609", + "psc_text": "Οὐ γὰρ ἡμῶν ἦν τὸ ὑπομεῖναι καὶ διαφυγεῖν τὰ τοσαῦτα, ἀλλὰ σοῦ τοῦ μεγάλου σωτῆρος. ὡς γὰρ εἰσήγαγες εἰς τὴν παγίδα, οὕτω καὶ ἐξήγαγες εἰς ἀναψυχήν, ἐπειδὴ μὴ παράμονα εἴασας καθ’ ἡμῶν τὰ σκυθρωπὰ μηδὲ εἰς ἄπειρον παρέτεινας τὴν θλίψιν μηδὲ εἰς μακρὸν χρόνον συνεχώρησας ἐπιβῆναι ἀνθρώπους ἐπὶ τὰς κεφαλὰς ἡμῶν· ἀλλ’ οὐδὲ ἐν τῷ πυρὶ γενόμενοι ἐναπεμείναμεν, οὐδὲ ἐν τῷ ὕδατι ἐμβληθέντες κατεπόθημεν· καὶ τοῦτο δὲ διήλθομεν· διὸ λέλεκται· διήλθομεν διὰ πυρός· καὶ τὸν βυθὸν τῶν ὑδάτων διεξήλθομεν· διὸ καὶ δι’ ὕδατος εἴρηται. Καὶ δὴ ἐπὶ τούτοις ἅπασιν ἐγγυμνάσας ἡμᾶς καὶ τῆς ὑπομονῆς ἡμῶν καὶ τῆς καρτερίας τὴν δοκιμὴν λαβὼν ἐξήγαγες ἡμᾶς εἰς ἀναψυχήν, ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχ��ν εἰς εὐρυχωρίαν. Καὶ τοῦτο δὲ ἐπληροῦτο διαφόρως· ἑνὸς γὰρ ὄντος τοῦ τῶν θεοσεβῶν σώματος καὶ τῶν μὲν τάδε πεπονθότων, τῶν δὲ ὑπομεινάντων τιμωρίαν, τῶν δὲ τῇ τῶν ὑπαρχόντων ζημίᾳ μόνῃ δοκιμασθέντων, τῶν δὲ διὰ φυγῆς καὶ τῆς τῶν οἰκείων ἀναχωρήσεως ἐγγυμνασθέντων,", + "candidate_score": 0.674636, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_25_27", + "bdc_text": "Gott verlych uns allen unsere mißethat . Es ist ouch gleüß das houptman Baptist von Salis des bapsts Ritter von Bargellens zuͦ Sultz mitt so . Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1494", + "psc_text": "ἁμαρτίας τὰς ἡμετέρας, ἃς εἰς ἑαυτὸν ἀνείληφε, δι’ ἃς καὶ γέγονεν ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα κατὰ τὸν ἀπόστολον, ὃς ἔφη· Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα· ὅτι γέγραπται· ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου. διὸ καὶ κατὰ τὸν ψαλμὸν ἐπλήσθη κακῶν ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, καὶ ἡ ζωὴ αὐτοῦ τῷ ᾅδῃ ἤγγισεν, ὃ δὴ καὶ αὐτὸ σαφῶς τὴν εἰς τὸν θάνατον κάθοδον αὐτοῦ δηλοῖ. διόπερ ὁ μὲν Ἀκύλας ἐξέδωκεν εἰπών· καὶ ἡ ζωή μου εἰς ᾅδην κατήντησεν, ὁ δὲ Σύμμαχος· καὶ ἡ ζωή μου ᾅδου ἥψατο. Ὥσπερ δὲ εἴρηται ἀλλαχοῦ τό· μετὰ ἀνόμων ἐλογίσθη, οὕτως καὶ ἐνταῦθα· προσελογίσθην, φησίν, μετὰ τῶν καταβαινόντων εἰς λάκκον, ἀνθ’ οὗ ἐξέδωκεν ὁ Σύμμαχος· ἐλογίσθην μετὰ τῶν καταγομένων εἰς λάκκον. Οἱ μὲν γὰρ πάντες ἄνθρωποι καθέλκονται καὶ κατάγονται εἰς τὸ χωρίον τοῦ θανάτου τὸ νῦν λάκκῳ παραβαλλόμενον καὶ καταβαίνουσιν ἐκεῖ διὰ τὰς ἑαυτῶν ἁμαρτίας, τῆς αὐτόθι χώρας ἄξιοι εἶναι κριθέντες. κἀγὼ δὲ ἐν τούτοις ἐλογίσθην", + "candidate_score": 0.673358, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29_31", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1492", + "psc_text": "θεός μου, κεκράξομαι ἡμέρας, καὶ οὐκ εἰσακούσῃ, καὶ νυκτός, καὶ οὐκ εἰς ἄνοιαν ἐμοί. Καὶ ὁ παρὼν δὲ ψαλμός φησιν· ἡμέρας ἐκέκραξα καὶ ἐν νυκτὶ ἐναντίον σου. Kαί μοι δοκεῖ τὸ λόγιον τὸν βίον τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ὑπογράφειν διὰ πάσης οὐ μόνον ἡμέρας, ἀλλὰ καὶ νυκτὸς ἀνακειμένου τῷ θεῷ. ἔχει δὲ καὶ ἐν τοῖς εὐαγγελίοις, ὅπως ταῖς εὐχαῖς διὰ παντὸς ἐσχόλαζεν. ἐπὶ δὲ τοῦ παρόντος δέεται τοῦ πατρὸς καὶ ἀξιοῖ κλῖναι τὸ οὖς πρὸς τὴν δέησιν αὐτοῦ· τουτέστιν ἐπινεῦσαι τοῖς αἰτήμασιν αὐτοῦ. καὶ τοῦτ’ εὔχεται, ὡς ἂν μέλλων ὑπὲρ ἁπάντων τῶν ἐθνῶν αὐτὸς ἑαυτὸν τῷ πατρὶ προσφέρειν θυσίαν. Πολλὰ δὲ περὶ τοῦ ἰδίου θανάτου μέλλων ἑξῆς διεξιέναι ὁρῶν τε τὴν μετὰ θάνατον διαδεξομένην αὐτὸν σωτηρίαν εἰκότως τὴν ἀπαρχὴν τοῦ ψαλμοῦ τῇ αὐτοῦ σωτηρίᾳ προλαβὼν ἀνατίθησι· διό φησιν· κύριε ὁ θεὸς τῆς σωτηρίας μου. Ὅτι ἐπλήσθη κακῶν ἡ ψυχή μου, καὶ ἡ ζωή μου τῷ ᾅδῃ ἤγγισεν· προσελογίσθην μετὰ", + "candidate_score": 0.672697, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_20_22", + "bdc_text": "hätte ouch gern den anfang unnd mittel gesetzt , alterum unmößen üß gewesenn , ech hatt ouch vermeint wir wellend alltend das wunderklich , so sich den 28ten . januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ; dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1858", + "psc_text": "ἀναπαυσόμεθα ἐν τῇ αὐτοῦ βασιλείᾳ πάσης τῆς διὰ πράξεως ἀγωγῆς ἀπηλλαγμένοι, μόνῃ δὲ τῇ τῶν θείων καὶ ἐπουρανίων θέᾳ προσανέχοντες; ὅτε ἀποδράσεται μὲν ὀδύνη καὶ λύπη καὶ στεναγμός. ἀργία δὲ καὶ ἀπαλλαγὴ κακῶν σχολή τε καὶ ἀνάπαυλα καὶ τὸ ἀληθινὸν Σάββατον ἡμᾶς διαδέξεται· ἐν ᾧ Σαββάτῳ ἀληθινῷ καὶ αὐτὸς ὁ τοῦ θεοῦ λόγος ἀναπαύσεται. Τῆς μὲν περὶ τὸν αἰσθητὸν κόσμον τῷ Ἰουδαίων λαῷ τὰ ἐν αὐτῷ προφωνῶν καὶ παρακαλῶν αὐτούς, εἰ δεύτερον καταξιωθεῖεν, ὡς τὸ πρῶτον ἐπὶ τῆς ἐρήμου ἀκοῦσαι τῆς τοῦ θεοῦ λόγου φωνῆς, ἥτις ἤμελλεν αὐτοῖς πάλιν κατὰ τὴν ἐνανθρώπησιν αὐτοῦ λαλεῖν, μὴ τοὺς πατέρας αὐτῶν ζηλῶσαι, μηδ’ αὖθις τὸν θεὸν παραπικράναι ὡς καὶ πρότερον. τοιαῦτα δὲ παρακαλῶν προλέγειν μοι δοκεῖ καὶ προαινίττεσθαι τὴν ἐσομένην αὐτῶν εἰς τὸν Χριστὸν ἀπιστίαν, ἅτε τὸ μέλλον μὴ ἀγνοῶν· ἐπάγει δ’ οὖν ἑξῆς ἐκ προσώπου τοῦ θεοῦ καὶ φησίν· καὶ εἶπα· ἀεὶ πλανῶνται τῇ καρδίᾳ, καὶ πάλιν· ὡς ὤμοσα ἐν τῇ ὀργῇ", + "candidate_score": 0.670987, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28_30", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_852", + "psc_text": "σωτήριον πολλαχοῦ τῶν γραφῶν ὠνομασμένον, ὃν ἀγαπῶσιν οἱ δι’ ἔργων τὴν διδασκαλίαν αὐτοῦ ἐν ἀγάπῃ καθαρᾷ περιέποντες. Ἐγὼ δὲ πτωχὸς καὶ πένης· ὁ θεός, βοήθησόν μοι. βοηθός μου καὶ ῥύστης μου σὺ εἶ· κύριε, μὴ χρονίσῃς. Kαὶ Δαυὶδ πλούσιος ὢν ἐταπεινοφρόνει, ἅτε γνῶσιν ἔχων τοῦ μεγέθους τοῦ θεοῦ, καὶ τὸ μηδὲν ἑαυτὸν ὁρῶν. διὸ τὴν παρὰ μόνου τοῦ ἰσχυροῦ βοήθειαν ἐξῃτεῖτο λέγων· ... ὁ θεός, βοήθησόν μοι· βοηθός μου καὶ ῥύστης μου εἶ σύ· κύριε, μὴ χρονίσῃς. Καὶ ὁ Χριστὸς δὲ πλούσιος ὢν δι’ ἡμᾶς ἐπτώχευσεν, ὡς ἐδίδαξεν ὁ θεῖος ἀπόστολος. διὸ καὶ ἑαυτὸν ἀνετίθει τῇ τοῦ πνεύματος βοηθείᾳ, πρεσβεύων ὑπὲρ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ καὶ τῆς ἐκκλησίας, ὡς ἂν μὴ, εἰς μακροὺς χρόνους πολεμουμένη ἐν τοῖς καιροῖς τῶν διωγμῶν, μεγάλην ἀπενέγκοιτο βλάβην. διό φησι· βοηθός μου καὶ ῥύστης μου εἶ σύ· κύριε, μὴ χρονίσῃς. Εἰ δὲ καὶ ταῦτα ἀναφέροιτο ἐπὶ τὸν καιρὸν τοῦ πάθους τοῦ σωτῆρος ἡμῶν, καὶ αὐτὸς ἐπιστήσεις.", + "candidate_score": 0.670681, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28_30", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_855", + "psc_text": "σου καὶ σῶσού με· γενοῦ μοι εἰς θεὸν ὑπερασπιστὴν καὶ εἰς τόπον ὀχυρὸν του; σῶσαί με. Τὰ ἰσοδυναμοῦντα τούτοις καὶ ὁ λ περιέχει ψαλμὸς, τοῦτον καὶ αὐτὸς ἀρχόμενος τὸν τρόπον· ἐπὶ σοί, κύριε, ἤλπισα, μὴ καταισχυνθείην εἰς τὸν αἰῶνα, ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ῥῦσαί με. κλῖνον πρὸς μὲ τὸ οὖς σου. τάχυνον τοῦ ἐξελέσθαι με· γενοῦ μοι εἰς θεὸν ὑπερασπιστήν. καὶ εἰς οἶκον καταφυγῆς τοῦ σῶσαί με. Ἀλλ’ ἐκεῖνος μὲν, «εἰς τὸ τέλος,» καὶ «ψαλμὸς τῷ Δαυῒδ,» ἐπεγέγραπτο· ὁ δὲ παρὼν ἀνεπίγραπτος τυγχάνει. κἀκεῖνος μὲν ἐξομολόγησιν σὺν ἱκετηρίᾳ περιεῖχεν, ὁ δὲ προφητεία ἔοικεν ἐκ προσώπου τοῦ σωτῆρος προενηνεγμένη. διὸ οὐδὲ ἐπιγέγραπται συνήθως, «τοῦ Δαυΐδ.» εἴποι δ’ ἄν τις προσήκειν συμπεριλαμβάνειν αὐτὸν τοῖς πρὸ αὐτοῦ τεταγμένοις, διὰ τὸ πολλὴν πρὸς αὐτὰ σώζειν ἀκολουθίαν· ἐν γοῦν τῷ πρὸ τούτου ἐλέγετο· ὁ θεός, εἰς τὴν βοήθειάν μου πρόσχες. αἰσχυνθήτωσαν καὶ ἐντραπήτωσαν οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου. ἀποστραφείησαν εἰς τὰ ὀπίσω καὶ καταισχυνθείησαν οἱ", + "candidate_score": 0.667433, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_21", + "bdc_text": "januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1858", + "psc_text": "ἀναπαυσόμεθα ἐν τῇ αὐτοῦ βασιλείᾳ πάσης τῆς διὰ πράξεως ἀγωγῆς ἀπηλλαγμένοι, μόνῃ δὲ τῇ τῶν θείων καὶ ἐπουρανίων θέᾳ προσανέχοντες; ὅτε ἀποδράσεται μὲν ὀδύνη καὶ λύπη καὶ στεναγμός. ἀργία δὲ καὶ ἀπαλλαγὴ κακῶν σχολή τε καὶ ἀνάπαυλα καὶ τὸ ἀληθινὸν Σάββατον ἡμᾶς διαδέξεται· ἐν ᾧ Σαββάτῳ ἀληθινῷ καὶ αὐτὸς ὁ τοῦ θεοῦ λόγος ἀναπαύσεται. Τῆς μὲν περὶ τὸν αἰσθητὸν κόσμον τῷ Ἰουδαίων λαῷ τὰ ἐν αὐτῷ προφωνῶν καὶ παρακαλῶν αὐτούς, εἰ δεύτερον καταξιωθεῖεν, ὡς τὸ πρῶτον ἐπὶ τῆς ἐρήμου ἀκοῦσαι τῆς τοῦ θεοῦ λόγου φωνῆς, ἥτις ἤμελλεν αὐτοῖς πάλιν κατὰ τὴν ἐνανθρώπησιν αὐτοῦ λαλεῖν, μὴ τοὺς πατέρας αὐτῶν ζηλῶσαι, μηδ’ αὖθις τὸν θεὸν παραπικράναι ὡς καὶ πρότερον. τοιαῦτα δὲ παρακαλῶν προλέγειν μοι δοκεῖ καὶ προαινίττεσθαι τὴν ἐσομένην αὐτῶν εἰς τὸν Χριστὸν ἀπιστίαν, ἅτε τὸ μέλλον μὴ ἀγνοῶν· ἐπάγει δ’ οὖν ἑξῆς ἐκ προσώπου τοῦ θεοῦ καὶ φησίν· καὶ εἶπα· ἀεὶ πλανῶνται τῇ καρδίᾳ, καὶ πάλιν· ὡς ὤμοσα ἐν τῇ ὀργῇ", + "candidate_score": 0.662729, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_20_22", + "bdc_text": "hätte ouch gern den anfang unnd mittel gesetzt , alterum unmößen üß gewesenn , ech hatt ouch vermeint wir wellend alltend das wunderklich , so sich den 28ten . januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ; dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1854", + "psc_text": "σήμερον ἡμέρᾳ τῶν τοῦ θεοῦ παραγγελμάτων ἀκούοντες καὶ παρακούοντες παραπικραίνωμεν αὐτὸν σκληρυνόμενοι τὰς καρδίας καὶ μὴ ὑπακούοντες τοῖς σωτηρίοις παραγγέλμασι, καὶ διὰ τοῦτο πικρὸν αὐτὸν καὶ ἀπότομον κριτὴν ἑαυτοῖς κατασκευάζοντες. Καὶ πρὸς πάντας μὲν οὖν ἡμᾶς, ὡς ἔφην, ἁρμόζει τὸ παράγγελμα· κατὰ δὲ τὸν προηγούμενον λόγον πρὸς τὸν ἐκ περιτομῆς λαὸν ταῦτα λέγεται τοιαύτην ἔχοντα διάνοιαν· ἅπαξ ποτὲ ἤδη πρότερον ἐπὶ τῆς ἐρήμου τῆς φωνῆς ἀκούσαντες τοῦ θεοῦ παρεπικράνατε αὐτὸν σκληρύναντες ἑαυτῶν τὰς καρδίας ἐπὶ Μωσέως· ἀλλ’ ἐπειδήπερ ὁ αὐτὸς τοῦ θεοῦ λόγος μέλλει δεύτερον ἀνθρώποις λαλεῖν ἐπιφανεὶς τῷ βίῳ καὶ παρ’ ὑμῖν αὐτοῖς διδάσκειν τὰ τῆς καινῆς διαθήκης μυστήρια, ὁρᾶτε μὴ πάλιν σκληρύνητε ἑαυτοὺς ὡς τὸ πρὶν ἐσκληρύνατε, μηδὲ αὖθις αὐτὸν παραπικράνητε· ἐὰν αὖθις τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούσητε, μηδὲ τοὺς πατέρας ὑμῶν κατὰ τοῦτο μιμήσησθε, ὅπως μὴ στερήσητε αὑτοὺς τοῦ ἀληθινοῦ σαββατισμοῦ καὶ τῆς καταπαύσεως αὐτοῦ, ἣν καταπαύσει αὐτὸς ὁ τοῦ θεοῦ λόγος τὴν οἰκείαν ἀπολαβὼν βασιλείαν καὶ ἐν", + "candidate_score": 0.662495, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28_30", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_800", + "psc_text": "χολήν, καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισάν με ὄξος. Κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· Καὶ ἀνέμενον συλλυπούμενον, καὶ οὐχ ὑπῆρ χεν, καὶ παρηγοροῦντα, καὶ οὐχ εὕρισκον. καὶ ἐνέβαλλον εἰς τὴν τροφήν μου χολήν, καὶ ἐν τῇ δίψῃ μου ἐπότισάν με ὄξος. Ὅτι μὲν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καταλιπόντες αὐτὸν, ἔφυγον κατὰ τὸν τοῦ πάθους καιρὸν, ὅμως ��’ ἐκτὸς λύπης οὐκ ἦσαν, διδάσκει τὸ εὐαγγέλιον. ὅτε γὰρ Πέτρος ἀναγέγραπται ἀποκλαυσάμενος πικρῶς, οἵ τε λοιποὶ συνηγμένοι καὶ ὑφ’ ἕνα κρυπταζόμενοι οἶκον διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, οὐκ ἕξω λύπης ὑπῆρχον. Οὐκ ἂν οὖν ἁρμόσειε ταῦτα περὶ τοῦ χοροῦ τῶν ἀποστόλων λέγεσθαι, ἀλλὰ περὶ τῶν θλιβόντων αὐτὸν, περὶ ὧν ἔλεγεν· Ἐναντίον σοῦ πάντες οἱ θλίβοντές με. Ἐγὼ μὲν γὰρ πάντα ὑπὲρ τῆς αὐτῶν σωτηρίας ἐποίουν, καλύπτων ἐν νηστείᾳ τὴν ψυχήν μου, σάκκῳ τε ἐνδύματι χρώμενος· οἱ δὲ τὰ ἐναντία τούτοις ἔπραττον, τοτὲ μὲν ὀνειδίζοντες καὶ διασύροντες τὰς ἐμὰς νηστείας, τοτὲ δὲ ἐν ταῖς παροινίαις αὐτῶν", + "candidate_score": 0.661993, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_21", + "bdc_text": "januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1750", + "psc_text": "ἐλευθερωθέντες σὺν αὐτῷ τῷ θεῷ καὶ παρ’ αὐτῷ γενόμενοι σαββατίσομέν τε καὶ ἀναπαυσόμεθα. διό φησιν ὁ ἀπόστολος· σπουδάσωμεν οὖν εἰσελθεῖν εἰς ἐκείνην τὴν κατάπαυσιν. Εἰκόνα δ’ ἐκείνου τοῦ Σαββάτου καὶ τῆς τελείας ἐκείνης καὶ τρισμακαρίας ἀναπαύσεως φέροντες ἐπὶ γῆς τοῦ θεοῦ ἄνδρες σχολὴν μὲν ἐποιοῦντο καὶ ἀργίαν τῶν μακρὰν ἀφιστάντων τοῦ θεοῦ, ὅλοι δὲ πρὸς τῇ τῶν θείων θεωρίᾳ γιγνόμενοι δι’ ἡμέρας τε καὶ νυκτὸς τῇ τῶν ἱερῶν λόγων μελέτῃ προσκαρτεροῦντες ἅγια σάββατα καὶ ἀνάπαυσιν φίλην τῷ θεῷ διανέπαυον τότε καὶ ἐσαββάτιζον. ἔνθεν εἰκότως καὶ ὁ Μωσέως νόμος σκιὰς τῶν εἰρημένων καὶ σύμβολα παραδιδοὺς ἡμέραν τινὰ τοῖς πλήθεσιν ἀφώρισεν, ὅπως κἂν ταύτην ἀπέχωνται μὲν τῶν συνήθων ἔργων, σχολάζοιεν δὲ τῇ τοῦ θείου νόμου μελέτῃ. Ὅ γε μὴν παρὼν ψαλμὸς διαρρήδην διδάσκει ἐπὶ τοῦτο δεῖν τὴν τοῦ Σαββάτου σχολὴν ποιεῖσθαι καὶ τὴν τῶν ἀνωφελῶν ἀργιῶν ἐπὶ τὸ κατὰ ταὐτὸν συνερχομένους ἐργάζεσθαι τὰ διὰ τοῦ ψαλμοῦ δηλούμενα. ἦν δὲ πρῶτον ἐξομολογεῖσθαι τῷ", + "candidate_score": 0.66104, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_21", + "bdc_text": "januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1854", + "psc_text": "σήμερον ἡμέρᾳ τῶν τοῦ θεοῦ παραγγελμάτων ἀκούοντες καὶ παρακούοντες παραπικραίνωμεν αὐτὸν σκληρυνόμενοι τὰς καρδίας καὶ μὴ ὑπακούοντες τοῖς σωτηρίοις παραγγέλμασι, καὶ διὰ τοῦτο πικρ���ν αὐτὸν καὶ ἀπότομον κριτὴν ἑαυτοῖς κατασκευάζοντες. Καὶ πρὸς πάντας μὲν οὖν ἡμᾶς, ὡς ἔφην, ἁρμόζει τὸ παράγγελμα· κατὰ δὲ τὸν προηγούμενον λόγον πρὸς τὸν ἐκ περιτομῆς λαὸν ταῦτα λέγεται τοιαύτην ἔχοντα διάνοιαν· ἅπαξ ποτὲ ἤδη πρότερον ἐπὶ τῆς ἐρήμου τῆς φωνῆς ἀκούσαντες τοῦ θεοῦ παρεπικράνατε αὐτὸν σκληρύναντες ἑαυτῶν τὰς καρδίας ἐπὶ Μωσέως· ἀλλ’ ἐπειδήπερ ὁ αὐτὸς τοῦ θεοῦ λόγος μέλλει δεύτερον ἀνθρώποις λαλεῖν ἐπιφανεὶς τῷ βίῳ καὶ παρ’ ὑμῖν αὐτοῖς διδάσκειν τὰ τῆς καινῆς διαθήκης μυστήρια, ὁρᾶτε μὴ πάλιν σκληρύνητε ἑαυτοὺς ὡς τὸ πρὶν ἐσκληρύνατε, μηδὲ αὖθις αὐτὸν παραπικράνητε· ἐὰν αὖθις τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούσητε, μηδὲ τοὺς πατέρας ὑμῶν κατὰ τοῦτο μιμήσησθε, ὅπως μὴ στερήσητε αὑτοὺς τοῦ ἀληθινοῦ σαββατισμοῦ καὶ τῆς καταπαύσεως αὐτοῦ, ἣν καταπαύσει αὐτὸς ὁ τοῦ θεοῦ λόγος τὴν οἰκείαν ἀπολαβὼν βασιλείαν καὶ ἐν", + "candidate_score": 0.658448, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_30_32", + "bdc_text": "Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_191", + "psc_text": "ταῦτα· ὁ γοῦν Ἀκύλας φησίν· ἐγὼ πρὸς τὸν θεὸν καλέσω, καὶ κύριος σώσει με· καὶ ὁ Θεοδοτίων· ἐγὼ δὲ πρὸς τὸν θεὸν κεκράξομαι, καὶ κύριος σώσει με. Τῶν γὰρ κατὰ τοῦ σωτῆρος τολμηθησομένων τοιούτων ὄντων ἐγὼ ὁ πρότερον εἰρηκώς· ἡ καρδία μου ἐταράχθη ἐν ἐμοί, καὶ δειλία θανάτου ἐπέπεσεν ἐπ’ ἐμέ· φόβος καὶ τρόμος ἦλθεν ἐπ’ ἐμέ, καὶ ἐκάλυψέν με σκότος, ταῦτα παθὼν διὰ τὴν τῶν ἀποκαλυφθέντων μοι θέαν πρὸς τὸν θεὸν ἐκέκραξα· ὁ δὲ μὴ παριδών με κατηξίωσεν φανερά μοι καταστῆσαι· ὥσπερ τὰ σκυθρωπὰ πρότερον ἐδείκνυ, οὕτω καὶ τὰ φαιδρότερα, λέγω δὲ καὶ τὴν ἀνάστασιν τοῦ σωτῆρος καὶ τὴν παρὰ τῷ πατρὶ δόξαν. καὶ ταῦτα δὲ ἰδὼν ἐσώθην, διό φημι· ἐγὼ πρὸς τὸν θεὸν ἐκέκραξα, καὶ κύριος ἔσωσέν με. Σωθεὶς δὲ εἰσακουσθεὶς γὰρ καὶ σωθεὶς vgl. Ps 54,17 t.r.: εἰσήκουσέν μου οὐκέτι ἠρεμῶ οὐδὲ ἡσυχίαν ἄγειν δύναμαι, ἀλλὰ κηρύττω καὶ πάντας ἀνθρώπους πᾶσιν ἀνθρώποις εὐαγγελίζομαι ἀλλὰ κηρύττω καὶ πάντας", + "candidate_score": 0.658214, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31_33", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd . Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_196", + "psc_text": "σωτὴρ λυτρώσεται ἐν εἰρήνῃ τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τῶν ἐγγιζόντων μοι ἀπὸ τῶν ἐγγιζόντων μοι λυτρώσεται , τουτέστιν ἀπὸ τῶν ἐγγύθεν καὶ οὐ πόρρωθέν με πολεμούντων (ἢ καὶ ἀπὸ τῶν ἐγγιζόντων αὐτῷ Ἰουδαίων καὶ σὺν αὐτῷ ὄντων ἐν ἀναγνώσει καὶ μελετῇ γραφῶν καὶ ἐν τῇ ἀποδοχῇ τοῦ νόμου) , οἵτινες ἦσαν πολλοστοί , πολεμούντων Ἰουδαίων πολλοὶ ὄντες οὓς καὶ ταπεινώσει ὁ προϋπάρχων ὑπάρχων πρὸ τῶν αἰώνων θεός · οὐδὲ γὰρ ἡ πρὸς ὀλίγον αὐτοῖς γενομένη εὐκαιρία, καθ’ ἣν ἐμεγαλαύχησαν καὶ ἐπλήρωσαν τὴν ἑαυτῶν πόλιν ἀνομίας καὶ ἀντιλογίας , παραμενεῖ αὐτοῖς· ὅσον δὲ οὔπω, ταπεινωθήσονται τῆς ἐκ θεοῦ ὀργῆς μετελευσομένης αὐτοὺς αὐτοῖς καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ὡς καὶ τὸν ἐν αὐτῇ διαβόητον νεὼν ναὸν ἀφανισθῆναι καὶ πᾶσαν τὴν ἐν αὐτῷ ἐπιτελουμένην λατρείαν καταλυθῆναι. οὕτως οὖν τῆς ἐμῆς ἐπακούσας ὁ θεὸς βοῆς ταπεινώσει αὐτούς . Οὐ γάρ ἔστιν αὐτοῖς ἀντάλλαγμα, καὶ οὐκ ἐφοβήθησαν τὸν θεόν. ἐξέτεινεν τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐν τῷ ἀποδιδόναι·", + "candidate_score": 0.656667, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6_8", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend . Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken . Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1504", + "psc_text": "Ἐπειδὴ Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε, κατὰ τὸν ἀπόστολον, γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα· δι’ ὃ γέγραπται· ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου, καὶ ἐπειδὴ τὸν μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὁ θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησε, κατὰ τὸν αὐτόν, εἰκότως τὴν ἡμῖν τοῖς πρότερον ἀσεβέσι καὶ ἁμαρτωλοῖς ἐπικειμένην ὀργὴν τοῦ θεοῦ καὶ τὸν θυμὸν αὐτοῦ τὸν καθ’ ἡμῶν εἰς ἑαυτὸν ἐπισπασάμενος δι’ ὑπερβάλλουσάν τε φιλανθρωπίαν ἀναδεξάμενος τὴν ὑπὲρ ἡμῶν τιμωρίαν τε καὶ κόλασιν, τὰς προκειμένας προφέρεται φωνάς, ἅτε δὴ γενόμενος ἀμνὸς τοῦ θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου. διό φησιν ὁ προφήτης περὶ αὐτοῦ· οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται· τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν, καὶ κύριος παρέδωκεν αὐτὸν ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. τοῦτο τοίνυν καὶ αὐτὸς παρίστησι διὰ τοῦ ψαλμοῦ φάσκων· ἐπ’ ἐμὲ ἐπεστηρίχθη ὁ θυμός σου, καὶ πάντας τοὺς μετεωρισμούς σου ἐπήγαγες ἐπ’ ἐμέ, ἀνθ’ οὗ φησιν ὁ Σύμμαχος· ἐμοὶ ἐπέβρισεν ὁ θυμός σου, καὶ ταῖς καταιγίσιν σου", + "candidate_score": 0.654967, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_33_35", + "bdc_text": "Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten . Vergütig gott sehe uns an mitt sine gneden , und tröste alle küm beschte hertzenn , amen . Datum zuͦ Chur 1572 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1381", + "psc_text": "ἃ ὑμεῖς βλέπετε, καὶ οὐκ ἴδον. Τὴν σάρκα δέ φησιν ἅμα τῇ καρδίᾳ ἀγαλλιᾶσθαι ἐπὶ θεὸν ζῶντα, αἰνιτ τόμενος ὡς οἶμαι καὶ τοῦ σωτῆρος τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν. ἐπειδὴ γὰρ οἱ τῶν ἐθνῶν νομιζόμενοι θεοὶ νεκροὶ καὶ ἄψυχοι τυγχάνουσι· τὰ γὰρ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν ἀργύριον καὶ χρυσίον, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων. Ταῦτα δὲ ἔσεβον οἱ τότε ἄνθρωποι· ἐγώ, φησίν, οὐ τοιοῦτόν τινα θεόν, ἀλλὰ ζῶντα θεὸν προθεωρῶν τῇ καρδίᾳ εὐφραίνομαι καὶ αὕτη δέ μου ἡ σὰρξ ἐπὶ τούτῳ τῷ θεῷ ἠγαλλιάσατο, ὡς ἐπὶ θεῷ ἀληθῶς ζῶντι καὶ ζωοποιοῦντι τοὺς νεκρούς, ὃς καὶ αὐτήν μου ζωοποιήσει τὴν σάρκα διὰ τῆς ἑαυτοῦ ἀναστάσεως. διὸ πρὸς τῇ ψυχῇ καὶ ἡ σάρξ μου ἠγαλλιάσατο. Καὶ γὰρ στρουθίον εὗρεν ἑαυτῷ οἰκίαν καὶ τρυγὼν νοσσιὰν ἑαυτῇ, οὗ θήσει τὰ νοσσία αὐτῆς, τὰ θυσιαστήριά σου, κύριε τῶν δυνάμεων. Καὶ πῶς γὰρ οὐ δίκαιον, φησί, προσφιλῆ καὶ ἀγαπητὰ ὁμολογεῖν εἶναι τὰ σκηνώματά σου, ὦ κύριε, ὁπότε καταφυγὴ γέγονε παντὶ", + "candidate_score": 0.654027, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_22_24", + "bdc_text": "dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest. mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf . viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1459", + "psc_text": "μὴ πάντες ἦσαν ἐφ’ ἑνὶ συνημμένοι οἱ ἐπιγεγραμμένοι τῶν υἱῶν Κορέ, ἀλλ’ ὀκτὼ μὲν ἰδίως πρῶτοι οἱ ἀπὸ τοῦ μα καὶ πάλιν ἰδίως ἀφωρισμένοι δύο, ὁ πδ καὶ πγʹ, καὶ πάλιν ἕτεροι δύο ὁ μετὰ χεῖρας καὶ ὁ ἑξῆς αὐτῷ, μέσος δὲ παρεμβέβληται τούτων ὁ πε ἐπιγεγραμμένος προσευχῆς τοῦ Δαυίδ - τὰ μὲν ἐμοὶ παραστάντα εἰς τὴν τῶν τελευταίων θεωρίαν διὰ τῶν εἰρημένων ἤδη πρότερον δεδηλώκει· εἴποι δ’ ἄν τις καὶ ἄλλως, ὅτι πάντες οἱ ἐν τῇ Βίβλῳ τῶν Ψαλμῶν φερόμενοι λόγοι ὑπὸ διαφόρων ἀνδρῶν προφητικῷ πνεύματι λελαλημένοι ἰδιάζοντες ἦσαν ὡς ἂν μήτε ὑφ’ ἕνα καιρὸν λεχθέντες μήτε ὑπὸ τῶν αὐτῶν προφητευθέντες· αὐτίκα γοῦν ἐπιγέγραπταί τις Μωϋσέως, καὶ ἕτεροι τοῦ Ἀσὰφ καὶ τοῦ Δαυὶδ πάλιν ἕτεροι καὶ ὁ Σολομῶντος ἄλλος καὶ πάλιν Αἰθὰν τοῦ Ἐσδραΐτου· καὶ ἕτεροι δὲ πλεῖστοι ὅσοι παρὰ τούτους φέρονται ἀνεπίγραφοι οὐ δυναμένων ἡμῶν εἰδέναι τίνος ἄρ’ εἶεν. διαφόρως οὖν εἰρημένων τὸ παλαιὸν σποράδην ὑπῆρχε παρὰ τοῖς", + "candidate_score": 0.652907, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_13_15", + "bdc_text": "Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_801", + "psc_text": "θλιβόντων αὐτὸν, περὶ ὧν ἔλεγεν· Ἐναντίον σοῦ πάντες οἱ θλίβοντές με. Ἐγὼ μὲν γὰρ πάντα ὑπὲρ τῆς αὐτῶν σωτηρίας ἐποίουν, καλύπτων ἐν νηστείᾳ τὴν ψυχήν μου, σάκκῳ τε ἐνδύματι χρώμενος· οἱ δὲ τὰ ἐναντία τούτοις ἔπραττον, τοτὲ μὲν ὀνειδίζοντες καὶ διασύροντες τὰς ἐμὰς νηστείας, τοτὲ δὲ ἐν ταῖς παροινίαις αὐτῶν κατ’ ἐμοῦ ψάλλοντες, καὶ πάντα μᾶλλον συλλυπούμενοι. κἀγὼ μὲν ὑπὲρ αὐτῶν ἀλγῶν ἐλυπούμην· οἱ δὲ οὐ συνήλγουν μοι, οὐδὲ συνέπασχον· ἀλλ’ οὐδὲ παράκλητός τις αὐτῶν εἰς ἐμὴν παραμυθίαν εὕρηται. πάντα δὲ τὰ κατ’ ἐμοῦ ἐγχειροῦντες, εἰς μὲν τὸ βρῶμά μου χολὴν ἔβαλλον, καίτοι τροφὰς αὐτοῖς ἐμοῦ πλουσίας παρεχομένου· διψῶντι δέ μοι ὄξος ἀντὶ ποτοῦ προσέφερον. τοιαύτην δέ μοι ἐκίρνων χολὴν ὁποίαν ἐδήλου ὁ προφητικὸς λόγος εἰπών· πῶς ἐστράφης εἰς πικρίαν, ἡ ἄμπελος ἡ ἀλλοτρία; Νοήσεις δὲ ὅπως τρέφεται ὁ σωτὴρ ἡμῶν ἐπακούων αὐτοῦ λέγοντος· ἐπείνων, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν· ἐδίψων, καὶ ἐποτίσατέ με. εἰ δὲ ἀντὶ τροφίμων καρπῶν τῶν διὰ", + "candidate_score": 0.65225, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1440", + "psc_text": "τοῦ θεοῦ εὐφροσύνην αἰτεῖ τῆς κατὰ ψυχὴν τρυφῆς μεταποιούμενος. Εἰδὼς δὲ, ὅτι οὐ πάντων ἐστὶ δύνασθαι ταύτης τυχεῖν ἀλλ’ ἢ τῶν μακρυνόντων μὲν ἑαυτοὺς τοῦ θνητοῦ βίου καὶ τῶν σωματικῶν ἐπιθυμιῶν, μόνῳ δὲ αὐτῷ τῷ θεῷ τῇ διανοίᾳ καὶ τοῖς λογισμοῖς πλησιαζόντων, εἰκότως ἐπιλέγει· ὅτι πρὸς σὲ, κύριε, τὴν ψυχήν μου ἦρα. Ὅτι σύ, κύριε, χρηστὸς καὶ ἐπιεικὴς καὶ πολυέλεος πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις σε. Ἀντὶ τοῦ· καὶ ἐπιεικής, ὁ μὲν Ἀκύλας καὶ ὁ Θεοδοτίων· καὶ ἱλαστής, εἰρήκασιν, ὁ δὲ Σύμμαχος· καὶ ἀφίων. Καὶ ταῦτα δὲ χρησίμως ἐλέχθη τῷ Δαυὶδ θεραπεύοντι τὸ νομισθὲν φορτικὸν ῥῆμα· τοιοῦτον δὲ ἦν τό· πρὸς σὲ τὴν ψυχήν μου ἦρα, καὶ πάλιν ἀνωτέρω τό· ὅσιός εἰμι. καὶ ταῦτα γάρ μοι, φησίν, οὐκ ἐξ ἐμῆς δυνάμεως ἐπορίσθη, ἀλλ’ ἐκ τῆς σῆς χάριτος. σὺ γάρ με ἐπὶ ταῦτα ἤγαγες χρηστὸς ὢν καὶ ἀφίων ἁμαρτίας, οὐ μόνον ἐμοί, ἀλλὰ καὶ πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις σε· πολυέλεος γὰρ τυγχάνεις. Κοινοποιήσας δὲ", + "candidate_score": 0.651869, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1808", + "psc_text": "δεήσει ἡμᾶς πρὸ πάντων καὶ ὑπὲρ πάντων φροντίζειν εἰσιόντας εἰς τὸν οἶκον τοῦ θεοῦ ἁγιασμοῦ καὶ σωφροσύνης. Περὶ τῶν κατὰ τῆς ἐκκλησίας διωγμῶν ϙγ Ψαλμὸς τῷ Δαυίδ, τετράδι σαββάτων. Θεὸς ἐκδικήσεων κύριος, θεὸς ἐκδικήσεων ἐπαρρησιάσατο. Ἀνεπίγραφος μέν ἐστι παρ’ Ἑβραίοις ὁ ψαλμός, περιέχει δὲ παράκλησιν καὶ παραμυθίαν τῶν κατὰ τὸν βίον τὸν ἐνεστῶτα διωκομένων καὶ καταπονουμένων εὐσεβείας ἕνεκα, ὧν καὶ τὴν εὐχὴν ὑποκαταβὰς τίθησιν. προτάττει δὲ τῆς εὐχῆς τὴν παράκλησιν καὶ τὴν παραμυθίαν προλαμβάνων τὴν δέησιν τῶν διωκομένων καὶ προθεραπεύων αὐτῶν τοὺς πόνους, ἔργοις τε παριστὰς πληρούμενον ἐπ’ αὐτοῖς τό· ἔτι λαλοῦντός σου ἐρῶ· ἰδοὺ πάρειμι. Θαρσεῖτε τοιγαροῦν, ὦ οὗτοι, φησίν· ἔστι γὰρ ὁ κύριος, ἐφ’ ὃν ἠλπίσατε ὥσπερ θεὸς ποιητὴς καὶ θεὸς δημιουργὸς καὶ θεὸς σωτὴρ καὶ θεὸς εὐεργέτης καὶ θεὸς κριτὴς καὶ θεὸς πατὴρ τῶν οἰκτιρμῶν καὶ θεὸς πάσης παρακλήσεως, μακρόθυ μός τε καὶ πολυέλεος καὶ μετανοῶν ἐπὶ ταῖς ἁμαρτίαις καὶ ἄλλας μυρίας ἔχων θεϊκὰς ἐπινοίας· οὕτω καὶ", + "candidate_score": 0.651868, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_33_35", + "bdc_text": "Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten . Vergütig gott sehe uns an mitt sine gneden , und tröste alle küm beschte hertzenn , amen . Datum zuͦ Chur 1572 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_617", + "psc_text": "ἐνεδύσαντο οἱ κριοὶ τῶν προβάτων, οὓς ὥσπερ ποιμνίων ἡγουμένους αὐτοὶ κατέστησαν· βόας δὲ τὰς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ἀγελαζομένας ψυχάς· μὴ γὰρ τῶν βοῶν, φησί, μέλει τῷ θεῷ; ἢ δι’ ἡμᾶς πάντως λέγει. χίμαροι δὲ οἱ ἀρτιγενεῖς καὶ τῷ καιρῷ τοῦ χειμῶνος γεγενημένοι εἶεν ἄν· διὸ κατὰ τοὺς λοιποὺς ἑρμηνευτὰς καίριμοι, ὡς τὸν τοῦ διωγμοῦ καιρὸν ἐκφυγόντες, ὠνομάσθησαν. καὶ τούτους τοιγαροῦν ὡς ἂν νεογνοὺς καὶ ὑπ’ αὐτῶν προηγμένους τῷ θεῷ προσάγουσιν, ἕκαστος ἐφ’ οἷς προηγάγετο σεμνυνόμενος. Ταῦτα μὲν οὖν πνευματικῶς καὶ πρεπόντως τῇ τῶν θεοπνεύστων γραφῶν ἐπαγγελίᾳ τεθεώρηται ἡμῖν. καὶ πρέπει γε οὕτως ἀκούειν τῶν προκειμένων ἢ κατὰ τὰς Ἰουδαίων ταπεινὰς μυθολογίας ὁλοκαυτώμασι χαίρειν τὸν θεὸν ἢ θυμιάμασιν αἰσθητοῖς ἢ κριῶν καὶ βοῶν καὶ χιμάρων αἵμασιν ὑπονοούντων. ἃ δὴ πάντα διὰ τοῦ προφήτου αὐτὸς ὁ θεὸς παραιτεῖται λέγων· τί μοι πλῆθος τῶν θυσιῶν ὑμῶν; λέγει κύριος· πλήρης εἰμὶ ὁλοκαυτωμάτων κριῶν καὶ στέαρ ἀρνῶν καὶ αἵματα ταύρων καὶ τράγων οὐ βούλομαι. τίς", + "candidate_score": 0.65105, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_852", + "psc_text": "σωτήριον πολλαχοῦ τῶν γραφῶν ὠνομασμένον, ὃν ἀγαπῶσιν οἱ δι’ ἔργων τὴν διδασκαλίαν αὐτοῦ ἐν ἀγάπῃ καθαρᾷ περιέποντες. Ἐγὼ δὲ πτωχὸς καὶ πένης· ὁ θεός, βοήθησόν μοι. βοηθός μου καὶ ῥύστης μου σὺ εἶ· κύριε, μὴ χρονίσῃς. Kαὶ Δαυὶδ πλούσιος ὢν ἐταπεινοφρόνει, ἅτε γνῶσιν ἔχων τοῦ μεγέθους τοῦ θεοῦ, καὶ τὸ μηδὲν ἑαυτὸν ὁρῶν. διὸ τὴν παρὰ μόνου τοῦ ἰσχυροῦ βοήθειαν ἐξῃτεῖτο λέγων· ... ὁ θεός, βοήθησόν μοι· βοηθός μου καὶ ῥύστης μου εἶ σύ· κύριε, μὴ χρονίσῃς. Καὶ ὁ Χριστὸς δὲ πλούσιος ὢν δι’ ἡμᾶς ἐπτώχευσεν, ὡς ἐδίδαξεν ὁ θεῖος ἀπόστολος. διὸ καὶ ἑαυτὸν ἀνετίθει τῇ τοῦ πνεύματος βοηθείᾳ, πρεσβεύων ὑπὲρ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ καὶ τῆς ἐκκλησίας, ὡς ἂν μὴ, εἰς μακροὺς χρόνους πολεμουμένη ἐν τοῖς καιροῖς τῶν διωγμῶν, μεγάλην ἀπενέγκοιτο βλάβην. διό φησι· βοηθός μου καὶ ῥύστης μου εἶ σύ· κύριε, μὴ χρονίσῃς. Εἰ δὲ καὶ ταῦτα ἀναφέροιτο ἐπὶ τὸν καιρὸν τοῦ πάθους τοῦ σωτῆρος ἡμῶν, καὶ αὐτὸς ἐπιστήσεις.", + "candidate_score": 0.650601, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_30_32", + "bdc_text": "Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1492", + "psc_text": "θεός μου, κεκράξομαι ἡμέρας, καὶ οὐκ εἰσακούσῃ, καὶ νυκτός, καὶ οὐκ εἰς ἄνοιαν ἐμοί. Καὶ ὁ παρὼν δὲ ψαλμός φησιν· ἡμέρας ἐκέκραξα καὶ ἐν νυκτὶ ἐναντίον σου. Kαί μοι δοκεῖ τὸ λόγιον τὸν βίον τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ὑπογράφειν διὰ πάσης οὐ μόνον ἡμέρας, ἀλλὰ καὶ νυκτὸς ἀνακειμένου τῷ θεῷ. ἔχει δὲ καὶ ἐν τοῖς εὐαγγελίοις, ὅπως ταῖς εὐχαῖς διὰ παντὸς ἐσχόλαζεν. ἐπὶ δὲ τοῦ παρόντος δέεται τοῦ πατρὸς καὶ ἀξιοῖ κλῖναι τὸ οὖς πρὸς τὴν δέησιν αὐτοῦ· τουτέστιν ἐπινεῦσαι τοῖς αἰτήμασιν αὐτοῦ. καὶ τοῦτ’ εὔχεται, ὡς ἂν μέλλων ὑπὲρ ἁπάντων τῶν ἐθνῶν αὐτὸς ἑαυτὸν τῷ πατρὶ προσφέρειν θυσίαν. Πολλὰ δὲ περὶ τοῦ ἰδίου θανάτου μέλλων ἑξῆς διεξιέναι ὁρῶν τε τὴν μετὰ θάνατον διαδεξομένην αὐτὸν σωτηρίαν εἰκότως τὴν ἀπαρχὴν τοῦ ψαλμοῦ τῇ αὐτοῦ σωτηρίᾳ προλαβὼν ἀνατίθησι· διό φησιν· κύριε ὁ θεὸς τῆς σωτηρίας μου. Ὅτι ἐπλήσθη κακῶν ἡ ψυχή μου, καὶ ἡ ζωή μου τῷ ᾅδῃ ἤγγισεν· προσελογίσθην μετὰ", + "candidate_score": 0.65024, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_30_32", + "bdc_text": "Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1504", + "psc_text": "Ἐπειδὴ Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε, κατὰ τὸν ἀπόστολον, γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα· δι’ ὃ γέγραπται· ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου, καὶ ἐπειδὴ τὸν μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὁ θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησε, κατὰ τὸν αὐτόν, εἰκότως τὴν ἡμῖν τοῖς πρότερον ἀσεβέσι καὶ ἁμαρτωλοῖς ἐπικειμένην ὀργὴν τοῦ θεοῦ καὶ τὸν θυμὸν αὐτοῦ τὸ�� καθ’ ἡμῶν εἰς ἑαυτὸν ἐπισπασάμενος δι’ ὑπερβάλλουσάν τε φιλανθρωπίαν ἀναδεξάμενος τὴν ὑπὲρ ἡμῶν τιμωρίαν τε καὶ κόλασιν, τὰς προκειμένας προφέρεται φωνάς, ἅτε δὴ γενόμενος ἀμνὸς τοῦ θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου. διό φησιν ὁ προφήτης περὶ αὐτοῦ· οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται· τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν, καὶ κύριος παρέδωκεν αὐτὸν ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. τοῦτο τοίνυν καὶ αὐτὸς παρίστησι διὰ τοῦ ψαλμοῦ φάσκων· ἐπ’ ἐμὲ ἐπεστηρίχθη ὁ θυμός σου, καὶ πάντας τοὺς μετεωρισμούς σου ἐπήγαγες ἐπ’ ἐμέ, ἀνθ’ οὗ φησιν ὁ Σύμμαχος· ἐμοὶ ἐπέβρισεν ὁ θυμός σου, καὶ ταῖς καταιγίσιν σου", + "candidate_score": 0.650196, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_248", + "psc_text": "ὁ προτεταγμένος τοῦ παρόντος ψαλμὸς οὐκ ἦν, ἀλλὰ στηλογραφία , ὅπερ ἡρμήνευσεν ὁ μὲν Ἀκύλας· ταπεινοῦ τελείου Ἀ , ὁ δὲ Σύμμαχος· τοῦ ταπεινόφρονος καὶ ἀμώμου Σ , οὕτως καὶ ὁ παρὼν λόγος τὴν εἰς ἄκρον πραότητος καὶ ἀνεξικακίας τοῦ Δαυὶδ ἀρετήν, ταπεινοῦ τελείου Ἀ , ταπεινόφρονος καὶ ἀμώμου Σ , εἶθ’ ὥσπερ αἰωνίου μνήμης τὴν ταπεινοφροσύνην ἀξίαν ἀνατίθησι στηλογραφίαν. ἐπὶ ταύτῃ δὲ τῇ ἀρετῇ καὶ Μωσῆς ἐμαρτυρεῖτο· καὶ ὁ σωτὴρ δὲ καὶ κύριος ἡμῶν ἐπὶ ταύτην παρεκάλει λέγων· μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ . Ἐπεὶ δὲ ἐδεῖτο παραμονῆς καὶ τῆς ἐπὶ μήκιστον φυλακῆς ἡ τοιαύτη ἀρετή ( ὁ γὰρ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται ), διὰ τοῦτο ἐπιγέγραπται· εἰς τὸ τέλος, μὴ διαφθείρῃς · πολλοὶ γὰρ καλῶς ἀρξάμενοι οὐ διήρκεσαν εἰς τέλος . ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον τοῦ Δαυὶδ τὴν φυγὴν καὶ τὴν ἐν ἐρημίαις διατριβὴν τήν τε ἐν σπηλαίοις καρτερικωτάτην οἴκησιν ἀποδεχόμενον", + "candidate_score": 0.649321, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_13_15", + "bdc_text": "Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_449", + "psc_text": "Ἀρχόμενος μὲν ἔλεγεν· Οὐχὶ τῷ θεῷ ὑποταγήσεται ἡ ψυχή μου; ὥσπερ ἐνδυάζων ἔτι. ἐνταῦθα δὲ ἀποφατικῶς βεβαιωθεὶς ἐκ τῶν εἰρημένων τῇ ἑαυτοῦ ψυχῇ ἐπιθαρσεῖν παρακελεύεται· διό φησι πρὸς αὐτήν· Πλὴν τῷ θεῷ ὑποτάγηθι, ἡ ψυχή μου. Καὶ ἀνωτέρω μὲν ἔλεγε· Παρ’ αὐτοῦ γὰρ τὸ σωτήριόν μου. Ἐνταῦθα δέ· Ὅτι παρ’ αὐτοῦ ἡ ὑπομονή μου. Ὅμοιον δ’ ἂν εἴη τοῦτο τῷ φήσαντι· πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με· οὐ γὰρ παρ’ ἐμαυτοῦ κέκτημαι τὴν ἰσχύν, ἀλλὰ παρὰ τοῦ ἐνδυναμοῦντός με· καὶ ἐνταῦθα ἡ ὑπομονή μου οὐκ ἐξ ἐμῆς, φησίν, ἀρετῆς καὶ δυνάμεως συνέστηκεν, ἀλλὰ παρὰ τῆς αὐτοῦ χάριτος· Καὶ γὰρ αὐτὸς θεός μου καὶ σωτήρ μου. Διόπερ ὡς θεός μου καὶ σωτήρ μου παρέχει μοι τὴν ὑπομονήν. εἶτ’ ἀνωτέρω μὲν ἔχεις τό· Καὶ γὰρ αὐτὸς θεός μου καὶ <σωτήρ μου· ἀντιλήπτωρ μου· οὐ μὴ σαλευθῶ ἐπὶ πλεῖον. ᾿Ενταῦθα δε· Κ αὶ γὰρ αὐτὸς θεός μου καὶ> σωτήρ μου, ἀντιλήπτωρ μου· οὐ", + "candidate_score": 0.649321, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_13_15", + "bdc_text": "Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1126", + "psc_text": "τῷ τῆς θλίψεώς μου καιρῷ. διὸ ἐπιλέγει· ἀπηνήνατο παρακληθῆναι ἡ ψυχή μου, ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον· οὐκ ἐπείθετο παρηγορεῖσθαι ἡ ψυχή μου. Ἀλλ’ ἀνθρώποις μὲν οὐκ ἐπειθόμην τοῖς ἄλλως με παρηγορεῖν καὶ παρακαλεῖν, ἐμνήσθην δὲ τοῦ θεοῦ καὶ ηὐφράνθην· ἀπήρκει γάρ μοι ἡ τοῦ θεοῦ μνήμη πρὸς εὐφροσύνην. Ἀλλὰ καὶ ἠδολέσχησα, φησίν, καὶ ὠλιγοψύχησεν· ἀνθ’ οὗ ὁ Σύμμαχος ἡρμήνευσεν· διελάλουν ἐν ἐμαυτῷ καὶ ἐλειποθύμουν. Ὅτι μέν, φησίν, ἐμαυτῷ διελάλουν, ἐλειποθύμουν · καὶ ὅτε ἠδολέσχουν παρ’ ἐμαυτῷ, τηνικαῦτα ὠλιγοψύχει τὸ πνεῦμά μου, ὅτε δὲ ἀνεμιμνησκόμην τοῦ θεοῦ, εὐφροσύνης ἐπληρούμην· ἀλλὰ καὶ ζητῶν αὐτὸν ταῖς χερσί μου νυκτὸς οὐκ ἠπατώμην, ηὕρισκον γὰρ ὥσπερ πλησίον παρεστῶτά μοι καὶ τῆς φωνῆς μου ἐπήκοον γιγνόμενον. Προκατελάβοντο φυλακὰς οἱ ὀφθαλμοί μου, ἐταράχθην καὶ οὐκ ἐλάλησα. διελογισάμην ἡμέρας ἀρχαίας καὶ ἔτη αἰώνια ἐμνήσθην καὶ ἐμελέτησα· νυκτὸς μετὰ τῆς καρδίας μου ἠδολέσχουν καὶ ἔσκαλλον τὸ πνεῦμά μου· μὴ εἰς τοὺς αἰῶνας ἀπώσεται κύριος καὶ οὐ προσθήσει τοῦ εὐδοκῆσαι", + "candidate_score": 0.647817, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_13_15", + "bdc_text": "Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_195", + "psc_text": "ὅτι ὁ μὲν οὐκ ἐχθρός, ἀλλὰ φίλος, καὶ οὐχ ὁ μισῶν, ἀλλ’ ὁ μικρῷ πρόσθεν μικρὸς πόρρωθεν πρὸ μικροῦ ἀγαπῶν τοιαῦτα κατ’ ἐμοῦ τετόλμηκεν· ἐγὼ δὲ πλέον οὐδὲν οὐδὲν πλέον ἔπραττον, ἀλλ’ ἐβόων πρὸς τὸν θεὸν (κατὰ τὸ ἀνθρώπινον δηλονότι) εἶχόν τε αὐτὸν οἷα πατέρα ἐπήκοον. ἀλλὰ καὶ οἱ μὲν ἐπεβούλευον ἐμοί μοι , ὁ δὲ ἔσῳζέν με· διὸ οὐ παύσομαι ἑσπέρας καὶ πρωῒ καὶ μεσημβρίας διαπαντὸς τὰς τοῦ πατρὸς ἀρετὰς τὰς ἀρετὰς τοῦ πατρὸς τοῦ πατρὸς τὰς ἀρετὰς διηγούμενος εἰς πάντας εἰσακουστόν τε πᾶσιν ἀνθρώποις καὶ κηρύττων τὸ σωτήριον εὐαγγέλιον· καὶ ταύτης μου οὖν τῆς φωνῆς ἐπακούσας ὁ πατὴρ σωτὴρ λυτρώσεται ἐν εἰρήνῃ τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τῶν ἐγγιζόντων μοι ἀπὸ τῶν ἐγγιζόντων μοι λυτρώσεται , τουτέστιν ἀπὸ τῶν ἐγγύθεν καὶ οὐ πόρρωθέν με πολεμούντων (ἢ καὶ ἀπὸ τῶν ἐγγιζόντων αὐτῷ Ἰουδαίων καὶ σὺν αὐτῷ ὄντων ἐν ἀναγνώσει καὶ μελετῇ γραφῶν καὶ ἐν τῇ ἀποδοχῇ τοῦ νόμου) , οἵτινες", + "candidate_score": 0.647506, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_642", + "psc_text": "ἐλπὶς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς καὶ τῶν ἐν θαλάσσῃ μακράν. Χριστοῦ ἐνανθρώπησις καὶ ἐθνῶν κλῆσις ξζ Εἰς τὸ τέλος· τῷ Δαυίδ· ψαλμὸς ᾠδῆς. Ἀναστήτω ὁ θεός, καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ, καὶ φυγέτωσαν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτόν. ὡς ἐκλείπει καπνός, ἐκλειπέτωσαν· ὡς τήκεται κηρὸς ἀπὸ προσώπου πυρός, οὕτως ἀπόλοιντο οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ προσώπου τοῦ θεοῦ. καὶ οἱ δίκαιοι εὐφρανθήτωσαν, ἀγαλλιάσθωσαν ἐνώπιον τοῦ θεοῦ, τερφθήτωσαν ἐν εὐφροσύνη. Οἱ μὲν πρὸ τοῦ μετὰ χεῖρας τρεῖς ἐφεξῆς τὴν κλῆσιν τῶν ἐθνῶν προεφώνουν· ὧν ὁ μὲν ξδ ψαλμὸς ᾠδῆς ἐπεγέγραπτο τῷ Δαυίδ, ὁ δ’ ἑπόμενος· ᾠδὴ ψαλμοῦ, ὁ δὲ τρίτος· ἐν ὕμνοις ψαλμὸς ᾠδῆς. εἰκότως τοιγαροῦν καὶ ὁ μετὰ χεῖρας εὐαγγελικὸς ὢν καὶ αὐτὸς καὶ οὐ περὶ τῆς κλήσεως τῶν ἐθνῶν μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ σωτῆρος αὐτοῦ προφητείαν περιέχων, εἰς τὸ τέλος τῷ Δαυὶδ ἐπιγέγραπται καὶ ψαλμὸς ᾠδῆς ὁμοίως τοῖς πρὸ αὐτοῦ. ἔδει γὰρ τοὺς τῶν ἀγαθῶν ἐπαγγελτικοὺς λόγους μὴ", + "candidate_score": 0.647053, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_30_32", + "bdc_text": "Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_869", + "psc_text": "«βοηθός» μου γέγονας «κραταιός.» καὶ κατὰ τὸν Σύμμαχον δὲ ὁμοίως εἴρηται· Σὺ ἐπεστηρίχθην ἀπὸ γαστρός, ἀπὸ τῶν ἐνδοσθίων τῆς μητρός μου σὺ ἐπεῖδές με. εἰς σὲ ἡ ἀναμονή μου ἐνδελεχῶς, ὡσεὶ τέρας ἐγενόμην τοῖς πολλοῖς· σὺ δὲ πεποίθησίς μου ἰσχυρά. Πληρωθήτω τὸ στόμα μου αἰνέσεως, ὅλην τὴν ἡμέραν τῆς μεγαλοπρεπείας σου. μὴ ἀπορρίψῃς με εἰς καιρὸν γήρως, ἐν τῷ ἐκλείπειν τὴν ἰσχύν μου μὴ ἐγκαταλίπῃς με· ὅτι εἶπαν οἱ ἐχθροί μου ἐμοί· καὶ οἱ φυλάσσοντες τὴν ψυχήν μου ἐβουλεύσαντο ἐπὶ τὸ αὐτὸ λέγοντες· ὁ θεὸς ἐγκατέλιπεν αὐτόν· καταδιώξατε καὶ καταλάβετε αὐτὸν ὅτι οὐκ ἔστιν ὁ ρυόμενος. Ἤδη μὲν καὶ τὸν παρελθόντα χρόνον ὕμνησίς μου, φησὶν, ἐν σοὶ γέγονε διὰ παντός· πλὴν ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ μέλ��οντος δέομαι, ὡς ἂν μέχρις ἐσχάτης ὥρας τοῦ βίου τὸ στόμα μου τῆς σῆς αἰνέσεως πληρῷτο, καὶ οὕτω γε πληρῷτο, ὡς μηδένα χώραν σχολάζουσαν ἔχειν πρὸς τὸ ἄλλο τι φθέγγεσθαι, μηδὲ ἀνθρώποις ὁμιλεῖν· καὶ τοῦτό", + "candidate_score": 0.646963, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_855", + "psc_text": "σου καὶ σῶσού με· γενοῦ μοι εἰς θεὸν ὑπερασπιστὴν καὶ εἰς τόπον ὀχυρὸν του; σῶσαί με. Τὰ ἰσοδυναμοῦντα τούτοις καὶ ὁ λ περιέχει ψαλμὸς, τοῦτον καὶ αὐτὸς ἀρχόμενος τὸν τρόπον· ἐπὶ σοί, κύριε, ἤλπισα, μὴ καταισχυνθείην εἰς τὸν αἰῶνα, ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ῥῦσαί με. κλῖνον πρὸς μὲ τὸ οὖς σου. τάχυνον τοῦ ἐξελέσθαι με· γενοῦ μοι εἰς θεὸν ὑπερασπιστήν. καὶ εἰς οἶκον καταφυγῆς τοῦ σῶσαί με. Ἀλλ’ ἐκεῖνος μὲν, «εἰς τὸ τέλος,» καὶ «ψαλμὸς τῷ Δαυῒδ,» ἐπεγέγραπτο· ὁ δὲ παρὼν ἀνεπίγραπτος τυγχάνει. κἀκεῖνος μὲν ἐξομολόγησιν σὺν ἱκετηρίᾳ περιεῖχεν, ὁ δὲ προφητεία ἔοικεν ἐκ προσώπου τοῦ σωτῆρος προενηνεγμένη. διὸ οὐδὲ ἐπιγέγραπται συνήθως, «τοῦ Δαυΐδ.» εἴποι δ’ ἄν τις προσήκειν συμπεριλαμβάνειν αὐτὸν τοῖς πρὸ αὐτοῦ τεταγμένοις, διὰ τὸ πολλὴν πρὸς αὐτὰ σώζειν ἀκολουθίαν· ἐν γοῦν τῷ πρὸ τούτου ἐλέγετο· ὁ θεός, εἰς τὴν βοήθειάν μου πρόσχες. αἰσχυνθήτωσαν καὶ ἐντραπήτωσαν οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου. ἀποστραφείησαν εἰς τὰ ὀπίσω καὶ καταισχυνθείησαν οἱ", + "candidate_score": 0.646945, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_12_14", + "bdc_text": "Hatt erbarm sich unser . Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_801", + "psc_text": "θλιβόντων αὐτὸν, περὶ ὧν ἔλεγεν· Ἐναντίον σοῦ πάντες οἱ θλίβοντές με. Ἐγὼ μὲν γὰρ πάντα ὑπὲρ τῆς αὐτῶν σωτηρίας ἐποίουν, καλύπτων ἐν νηστείᾳ τὴν ψυχήν μου, σάκκῳ τε ἐνδύματι χρώμενος· οἱ δὲ τὰ ἐναντία τούτοις ἔπραττον, τοτὲ μὲν ὀνειδίζοντες καὶ διασύροντες τὰς ἐμὰς νηστείας, τοτὲ δὲ ἐν ταῖς παροινίαις αὐτῶν κατ’ ἐμοῦ ψάλλοντες, καὶ πάντα μᾶλλον συλλυπούμενοι. κἀγὼ μὲν ὑπὲρ αὐτῶν ἀλγῶν ἐλυπούμην· οἱ δὲ οὐ συνήλγουν μοι, οὐδὲ συνέπασχον· ἀλλ’ οὐδὲ παράκλητός τις αὐτῶν εἰς ἐμὴν παραμυθίαν εὕρηται. πάντα δὲ τὰ κατ’ ἐμοῦ ἐγχειροῦντες, εἰς μὲν τὸ βρῶμά μου χολὴν ἔβαλλον, καίτοι τροφὰς αὐτοῖς ἐμοῦ πλουσίας παρεχομένου· διψῶντι δέ μοι ὄξος ἀντὶ ποτοῦ προσέφερον. τοιαύτην δέ μοι ἐκίρνων χολὴν ὁποίαν ἐδήλου ὁ προφητικὸς λόγος εἰπών· πῶς ἐστράφης εἰς πικρίαν, ἡ ἄμπελος ἡ ἀλλοτρία; Νοήσεις δὲ ὅπως τρέφεται ὁ σωτὴρ ἡμῶν ἐπακούων αὐτοῦ λέγοντος· ἐπείνων, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν· ἐδίψων, καὶ ἐποτίσατέ με. εἰ δὲ ἀντὶ τροφίμων καρπῶν τῶν διὰ", + "candidate_score": 0.64691, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_13_15", + "bdc_text": "Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_800", + "psc_text": "χολήν, καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισάν με ὄξος. Κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· Καὶ ἀνέμενον συλλυπούμενον, καὶ οὐχ ὑπῆρ χεν, καὶ παρηγοροῦντα, καὶ οὐχ εὕρισκον. καὶ ἐνέβαλλον εἰς τὴν τροφήν μου χολήν, καὶ ἐν τῇ δίψῃ μου ἐπότισάν με ὄξος. Ὅτι μὲν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καταλιπόντες αὐτὸν, ἔφυγον κατὰ τὸν τοῦ πάθους καιρὸν, ὅμως δ’ ἐκτὸς λύπης οὐκ ἦσαν, διδάσκει τὸ εὐαγγέλιον. ὅτε γὰρ Πέτρος ἀναγέγραπται ἀποκλαυσάμενος πικρῶς, οἵ τε λοιποὶ συνηγμένοι καὶ ὑφ’ ἕνα κρυπταζόμενοι οἶκον διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, οὐκ ἕξω λύπης ὑπῆρχον. Οὐκ ἂν οὖν ἁρμόσειε ταῦτα περὶ τοῦ χοροῦ τῶν ἀποστόλων λέγεσθαι, ἀλλὰ περὶ τῶν θλιβόντων αὐτὸν, περὶ ὧν ἔλεγεν· Ἐναντίον σοῦ πάντες οἱ θλίβοντές με. Ἐγὼ μὲν γὰρ πάντα ὑπὲρ τῆς αὐτῶν σωτηρίας ἐποίουν, καλύπτων ἐν νηστείᾳ τὴν ψυχήν μου, σάκκῳ τε ἐνδύματι χρώμενος· οἱ δὲ τὰ ἐναντία τούτοις ἔπραττον, τοτὲ μὲν ὀνειδίζοντες καὶ διασύροντες τὰς ἐμὰς νηστείας, τοτὲ δὲ ἐν ταῖς παροινίαις αὐτῶν", + "candidate_score": 0.646368, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_13_15", + "bdc_text": "Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1125", + "psc_text": "λόγον· βούλομαι δὲ τοὺς ἄνδρας προσεύχεσθαι ἐπαίροντας ὁσίους χεῖρας . καὶ τοῦτ’ ἔπραττον οὐ δι’ ἡμέρας μόνον ἀλλὰ καὶ διὰ νυκτὸς τὰς χεῖράς μου ἐπαίρων ἐναντίον αὐτοῦ καὶ διὰ τῆς προσευχῆς καὶ διὰ τῶν πρὸς αὐτὸν φωνῶν ἐπιζητῶν αὐτόν. διὸ ταῦτα πράττων οὐκ ἠπατήθην· εὑρίσκετο γάρ μοι ζητούμενος· διὸ προσέσχεν μοι καὶ τὰς ἑαυτοῦ ἀκοὰς ἐμοὶ παρέσχεν. Ἀντὶ δὲ τοῦ· ταῖς χερσί μου νυκτὸς ἐναντίον αὐτοῦ καὶ οὐκ ἠπατήθην, ὁ Σύμμαχος τοῦτον ἡρμήνευσεν τὸν τρόπον· ἡ χείρ μου νυκτὸς ἐκτέτατο διηνεκῶς. Ταύτην μὲν οὖν εἶχον μεγίστην καὶ μόνην παραμυθίαν· ἄλλως δὲ οὐδενὸς ἠνειχόμην παρακαλεῖν με καὶ θεραπεύειν ἐθέλοντος ἀνθρώπου ἐν τῷ τῆς θλίψεώς μου καιρῷ. διὸ ἐπιλέγει· ἀπηνήνατο παρακληθῆναι ἡ ψυχή μου, ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον· οὐκ ἐπείθετο παρηγορεῖσθαι ἡ ψυχή μου. Ἀλλ’ ἀνθρώποις μὲν οὐκ ἐπειθόμην τοῖς ἄλλως με παρηγορεῖν καὶ παρακαλεῖν, ἐμνήσθην δὲ τοῦ θεοῦ καὶ ηὐφράνθην· ἀπήρκει γάρ μοι ἡ τοῦ θεοῦ μνήμη πρὸς εὐφροσύνην. Ἀλλὰ καὶ", + "candidate_score": 0.64594, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_12_14", + "bdc_text": "Hatt erbarm sich unser . Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1126", + "psc_text": "τῷ τῆς θλίψεώς μου καιρῷ. διὸ ἐπιλέγει· ἀπηνήνατο παρακληθῆναι ἡ ψυχή μου, ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον· οὐκ ἐπείθετο παρηγορεῖσθαι ἡ ψυχή μου. Ἀλλ’ ἀνθρώποις μὲν οὐκ ἐπειθόμην τοῖς ἄλλως με παρηγορεῖν καὶ παρακαλεῖν, ἐμνήσθην δὲ τοῦ θεοῦ καὶ ηὐφράνθην· ἀπήρκει γάρ μοι ἡ τοῦ θεοῦ μνήμη πρὸς εὐφροσύνην. Ἀλλὰ καὶ ἠδολέσχησα, φησίν, καὶ ὠλιγοψύχησεν· ἀνθ’ οὗ ὁ Σύμμαχος ἡρμήνευσεν· διελάλουν ἐν ἐμαυτῷ καὶ ἐλειποθύμουν. Ὅτι μέν, φησίν, ἐμαυτῷ διελάλουν, ἐλειποθύμουν · καὶ ὅτε ἠδολέσχουν παρ’ ἐμαυτῷ, τηνικαῦτα ὠλιγοψύχει τὸ πνεῦμά μου, ὅτε δὲ ἀνεμιμνησκόμην τοῦ θεοῦ, εὐφροσύνης ἐπληρούμην· ἀλλὰ καὶ ζητῶν αὐτὸν ταῖς χερσί μου νυκτὸς οὐκ ἠπατώμην, ηὕρισκον γὰρ ὥσπερ πλησίον παρεστῶτά μοι καὶ τῆς φωνῆς μου ἐπήκοον γιγνόμενον. Προκατελάβοντο φυλακὰς οἱ ὀφθαλμοί μου, ἐταράχθην καὶ οὐκ ἐλάλησα. διελογισάμην ἡμέρας ἀρχαίας καὶ ἔτη αἰώνια ἐμνήσθην καὶ ἐμελέτησα· νυκτὸς μετὰ τῆς καρδίας μου ἠδολέσχουν καὶ ἔσκαλλον τὸ πνεῦμά μου· μὴ εἰς τοὺς αἰῶνας ἀπώσεται κύριος καὶ οὐ προσθήσει τοῦ εὐδοκῆσαι", + "candidate_score": 0.645933, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_12_14", + "bdc_text": "Hatt erbarm sich unser . Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_614", + "psc_text": "γὰρ τὰς θλίψεις, περὶ ὧν ἀνωτέρω ἔλεγον· ἔθου θλίψεις ἐπὶ τὸν νῶτον ἡμῶν, τὴν πρὸς τὸν θεὸν ἀγάπην τελείαν καὶ ὁλόκληρον ἐνδεικνύμενοι εὐχὰς ἐτίθεντο καὶ ἐπαγγελίας ἐποιοῦντο μέχρις θανάτου ἐνστῆναι, μονονουχὶ ὁμοίως τῷ Παύλῳ λέγοντες· τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ θεοῦ; θλίψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος; καί· πέπεισμαι γάρ, ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωή, οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. ταύτας οὖν φησι τὰς εὐχὰς ἀποδεδωκέναι τῷ θεῷ, ἃς διέστειλε τὰ χείλη αὐτῶν καὶ ἐλάλησε τὸ στόμα αὐτῶν ἐν τῇ θλίψει αὐτῶν. Καὶ τοιαῦτά γε ἦν τὰ ὁλοκαυτώματα αὐτῶν μεμυαλωμένα ἀληθῶς. αἱ γοῦν ψυχαὶ αὐτῶν φέρουσαι τὸ πῖον καὶ δυνατὸν τῆς πίστεως εἶπον ἂν τὸ ἐν ἑτέρῳ λελεγμένον· ὡσεὶ στέατος καὶ πιότητος ἐμπλησθείη ἡ ψυχή μου, καὶ χείλη ἀγαλλιάσεως αἰνέσει τὸ στόμα μου. Οὕτως γοῦν μεμυαλωμένα λέγεται τὰ εὐτραφῆ καὶ πίονα καὶ", + "candidate_score": 0.644428, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1618", + "psc_text": "ἀναγκαίως δὲ ἐν τῇ περὶ τοῦ Χριστοῦ π��οφητείᾳ παραληφθῆναι· ὡς ἂν μάθοιμεν, ὅτι, ὁ τοῦ καιροῦ τῶν προφητευομένων ἐπιστάντος, τῶν μὲν αἰσθητῶν παρὰ Ἰουδαίοις νομιζομένων παντελῶς ἔσται λύσις, ἑτέρων δὲ θεοπρεπῶς νοουμένων ἀποτελεσμάτων τῆς τοῦ θεοῦ ἐπαγγελίας συμπλήρωσις. Σὺ δὲ ἀπώσω καὶ καθεῖλες, ἀνεβάλου τὸν χριστόν σου· κατέστρεψας τὴν διαθήκην τοῦ δούλου σου, ἐβεβήλωσας εἰς τὴν γῆν τὸ ἁγίασμα αὐτοῦ. καθεῖλες πάντας τοὺς φραγμοὺς αὐτοῦ, ἔθου τὰ ὀχυρώματα αὐτοῦ δειλίαν. διήρπαζον αὐτὸν πάντες οἱ παραπορευόμενοι ὁδόν, ἐγενήθη ὄνειδος τοῖς γείτοσιν αὐτοῦ. ὕψωσας τὴν δεξιὰν τῶν θλιβόντων αὐτόν, εὔφρανας πάντας τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ. ἀπέστρεψας τὴν βοήθειαν τῆς ῥομφαίας αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἀντελάβου αὐτοῦ ἐν τῷ πολέμῳ. κατέλυσας ἀπὸ καθαρισμοῦ αὐτόν, τὸν θρόνον αὐτοῦ εἰς τὴν γῆν κατέρραξας· ἐσμίκρυνας τὰς ἡμέρας τοῦ χρόνου αὐτοῦ, κατέχεας αὐτῷ αἰσχύνην· διάψαλμα. Ἀποδέδεικται ταῦτα τῇ σωματικωτέρᾳ τοῦ Δαυὶδ ἐφαρμόττειν διαδοχῇ καὶ τῇ σωματικῇ αὐτοῦ βασιλείᾳ, ἥτις καθῃρέθη κατὰ τοὺς χρόνους τῆς εἰς Βαβυλῶνα αἰχμαλωσίας τοῦ Ἰουδαίων", + "candidate_score": 0.644237, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1071", + "psc_text": "παρώξυνεν ), τούτου χάριν ἀνάστηθι, ὁ θεός, καὶ δίκασον τὴν δίκην σου. κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· στῆθι, ὁ θεός, προμάχησον τῆς μάχης σου, καὶ μνημόνευσον τοῦ ὀνείδους σου παρὰ ἄφρονος τοῦ διὰ πάσης ἡμέρας. μὴ ἐπιλάθῃ τῆς φωνῆς τῶν πολεμίων σου, ἤχου τῶν ἀνθεστηκότων σοι μέχρι σοῦ ἀναβαίνοντος ἀδιαλείπτως; Καὶ μέχρι τούτων ἵσταται ὁ λόγος παρακαλῶν τὸν θεὸν διαναστῆναι καὶ δικάσαι τὴν δίκην αὐτοῦ μνησθῆναί τε τοῦ ὀνειδισμοῦ τῶν ἀφρόνων, μηδὲ λήθῃ παραδοῦναι τὰς φωνὰς τῶν ἐχθρῶν καὶ τὰς ὑπερηφανίας τῶν διὰ παντὸς ἐπαιρομένων. οὐ μὴν ἐπισυνῆπται τούτοις ἑξῆς χρηστοτέρα τις ἀπόκρισις οὐδὲ ἀγαθῶν ἐπαγγελία τοῖς δεηθεῖσιν, ὅπερ ἔστιν ἐφ’ ἑτέρων εὑρεῖν, διόπερ ἀρχόμενος ὁ λόγος ἀπωσμὸν εἰς τέλος ἐθέσπισεν τοῖς δηλουμένοις καὶ δι’ ὅλου τὸ εἰς τέλος ἐπῆγεν τῇ τῶν σκυθρωπῶν προρρήσει· ἔνθεν ὁρμώμενος καὶ ὁ θεῖος ἀπόστολος γράφων περὶ αὐτῶν ἔλεγεν τό· ἔφθασεν δὲ εἰς αὐτοὺς ἡ ὀργὴ εἰς τέλος . οδ Χριστοῦ θεολογία καὶ ὕμνησις τοῦ θείου", + "candidate_score": 0.643368, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_7", + "bdc_text": "Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_422", + "psc_text": "ἔδωκας κληρονομίαν τοῖς φοβουμένοις τὸ ὄνομά σου· ἐμοῦ μὲν γὰρ τ��ως εἰσήκουσας· ἔγνων δὲ ὑπὸ τοῦ σοῦ πνεύματος φωτισθείς, ὅτι οὐκ ἐμοὶ μόνῳ, ἀλλὰ καὶ πᾶσι τοῖς φοβουμένοις τὸ ὄνομά σου καρπὸν ἄξιον τοῦ σοῦ φόβου δώσεις τὴν κληρονομίαν, ἣν ἐπηγγείλω αὐτοῖς. Ἀορίστως δὲ εἰπών· τοῖς φοβουμένοις τὸ ὄνομά σου, ἥπλωσεν τὴν χάριν ἐπὶ πάντας ἀνθρώπους· οὐ γὰρ τῷ Ἰσραὴλ ἐπήγγελται τὴν κληρονομίαν οὐδὲ τῷ Ἰουδαίων ἔθνει μόνον, ἀλλὰ καὶ πᾶσιν τοῖς φοβουμένοις τὸ ὄνομα αὐτοῦ. Ἰουδαίῳ τε πρῶτον, φησὶν ὁ ἀπόστολος, καὶ Ἕλληνι . πολλάκις δὲ ἡμῖν ἀποδέδεικται, ὡς πάντας τοὺς ἐξ ἐθνῶν τῷ θεῷ προσιόντας φοβουμένους τὸν κύριον ἀποκαλεῖν εἴωθεν ὁ λόγος. τούτοις οὖν αὐτοῖς, φησίν, ἔδωκας κληρονομίαν. Καὶ ποίαν οὐκ εἶπεν, ἡμῖν δὲ καταλέλοιπεν ζητεῖν. τῷ μὲν οὖν Ἰσραὴλ γῆν ῥέουσαν μέλι καὶ γάλα ἐπήγγελται διὰ Μωσέως· τοῖς δὲ φοβουμένοις, ὁποίαν ἔδωκε κληρονομίαν, εἴασεν ζητεῖσθαι. εὑρήσεις δὲ ἐν τοῖς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν μακαρισμοῖς ταύτην, ἐν οἷς εἴρηται·", + "candidate_score": 0.642045, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_39_41", + "bdc_text": "servulus S. I. Scriptum ne remittas , nisi me remittas . Der herr von h. erbarnet mich von gründ mines hertzens , dan seilig in sin son der pfaff derstich getrolet , dahin gebracht , und wo jenem gleg und weg oder fürbitt möchte funden werden . Aiunt ich imm des lebens woll .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1515", + "psc_text": "ἀλλὰ τῷ πρωΐ, φησίν, ἡ προσευχή μου προφθάσει σε. Ἵνα τί, κύριε, ἀπωθεῖς τὴν ψυχήν μου, ἀποστρέφεις τὸ πρόσωπόν σου ἀπ’ ἐμοῦ; Καὶ ἐν τῷ κα ἔλεγε τό· ὁ θεός, ὁ θεός μου, πρόσχες μοι· ἵνα τί ἐγκατέλειπές με; Λέγει δὲ ἐν τούτοις· ἵνα τί, ἐρωτηματικῶς πυνθανόμενος, δι’ ἣν αἰτίαν ἐγκαταλέλειπται ὑπὸ τοῦ πατρὸς, καὶ ἵνα τί ἀπώσατο αὐτοῦ τὴν ψυχήν, ὡς ἂν καὶ ἡμεῖς, εἴ ποτε διαποροῖμεν, δι’ ἣν αἰτίαν ὁ θεὸς τοῦ ἰδίου υἱοῦ οὐκ ἐφείσατο, ἀλλὰ παρέδωκεν αὐτὸν θελήσας ὑποχείριον ἀνθρώποις γενέσθαι (τοῦτο γὰρ ἦν τὸ καταλιπεῖν αὐτὸν καὶ ἀπώσασθαι), μανθάνοιμεν, ὅτι τοῦτο πᾶν ὑπὲρ ἡμῶν γέγονεν, ὡς ἐδίδαξεν ὁ ἀπόστολος εἰπών· ἀλλ’ ὑπὲρ ἡμῶν πάντων, ἵνα γένηται ἀμνὸς θεοῦ καὶ πρόβατον ἱερουργούμενον ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας. διόπερ ἔλεγε καὶ ὁ προφήτης· καὶ κύριος παρέδωκεν αὐτὸν ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν· καὶ οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται· καὶ αὐτὸς ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν", + "candidate_score": 0.639568, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_40", + "bdc_text": "Der herr von h. erbarnet mich von gründ mines hertzens , dan seilig in sin son der pfaff derstich getrolet , dahin gebracht , und wo jenem gleg und weg oder fürbitt möchte funden werden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1515", + "psc_text": "ἀλλὰ τῷ πρωΐ, φησίν, ἡ προσευχή μου προφθάσει σε. Ἵνα τί, κύριε, ἀπωθεῖς τὴν ψυχήν μου, ἀποστρέφεις τὸ πρόσωπόν σου ἀπ’ ἐμοῦ; Καὶ ἐν τῷ κα ἔλεγε τό· ὁ θεός, ὁ θεός μου, πρόσχες μοι· ἵνα τί ἐγκατέλειπές με; Λέγει δὲ ἐν τούτοις· ἵνα τί, ἐρωτηματικῶς πυνθανόμενος, δι’ ἣν αἰτίαν ἐγκαταλέλειπται ὑπὸ τοῦ πατρὸς, καὶ ἵνα τί ἀπώσατο αὐτοῦ τὴν ψυχήν, ὡς ἂν καὶ ἡμεῖς, εἴ ποτε διαποροῖμεν, δι’ ἣν αἰτίαν ὁ θεὸς τοῦ ἰδίου υἱοῦ οὐκ ἐφείσατο, ἀλλὰ παρέδωκεν αὐτὸν θελήσας ὑποχείριον ἀνθρώποις γενέσθαι (τοῦτο γὰρ ἦν τὸ καταλιπεῖν αὐτὸν καὶ ἀπώσασθαι), μανθάνοιμεν, ὅτι τοῦτο πᾶν ὑπὲρ ἡμῶν γέγονεν, ὡς ἐδίδαξεν ὁ ἀπόστολος εἰπών· ἀλλ’ ὑπὲρ ἡμῶν πάντων, ἵνα γένηται ἀμνὸς θεοῦ καὶ πρόβατον ἱερουργούμενον ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας. διόπερ ἔλεγε καὶ ὁ προφήτης· καὶ κύριος παρέδωκεν αὐτὸν ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν· καὶ οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται· καὶ αὐτὸς ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν", + "candidate_score": 0.639315, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_475", + "psc_text": "ἡρμήνευσεν, ὁ δὲ Σύμμαχος· ἱμείρεταί σε ἡ σάρξ μου· ὥστε οὐχ ἡ ψυχὴ μόνη τοῦ Δαυὶδ πρὸς τὸν θεὸν τέτατο, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ σὰρξ καὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ ἁγνεύοντος δηλαδὴ καὶ καθαρεύοντος διὰ τὸ τῷ θεῷ σχολάζειν. Καὶ τὸ λέγειν δέ· ὁ θεός, ὁ θεός μου, πρὸς σὲ ὀρθρίζω, παραστατικὸν ἦν τῆς νυκτερινῆς καθαρότητος. οὐδεὶς γὰρ ἐν κοίταις καὶ ἀσελγείαις ῥυπάνας ἑαυτοῦ τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα μιαρὸς ὢν καὶ ἀκάθαρτος οἷός τ’ ἂν εἴη τὰς τοιαύτας προσίεσθαι φωνάς. πλὴν ὁ μέγας Δαυὶδ πεπαρρησιασμένῃ συνειδήσει οὐχ ἀπλῶς τὸν θεὸν ἀνεκαλεῖτο λέγων· ὁ θεός· δεύτερον δὲ ὡς ἑαυτοῦ ἴδιον ὄντα ἐπεγράφετο, διὸ προστίθησι φάσκων· ὁ θεός μου. Εἶτ’, ἐπειδήπερ ἑαυτοῦ θεὸν ἀναγορεῦσαι αὐτὸν τετόλμηκε, τῆς τόλμης τὴν αἰτίαν διδάσκει λέγων· πρὸς σὲ ὀρθρίζω· ἐδίψησέ σοι ἡ ψυχή μου, ποσαπλῶς σοι ἡ σάρξ μου. διὰ ταῦτα γὰρ θεόν μου προσεῖπον, ἐπειδήπερ οὐδενὸς τῶν ἐπιγείων, ἀλλ’ οὐδὲ τῶν ὀφθαλμοῖς σαρκὸς ὁρωμένων περιέλκει", + "candidate_score": 0.635928, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_438", + "psc_text": "Ἀκύλαν· σφαλήσομαι πολλήν, καὶ κατὰ τὴν πέμπτην δὲ ἔκδοσιν εἴρηται· οὐ μὴ σαλευθῶ ἐπὶ πλεῖον. Σύμφωνος δ’ ἂν εἴη ὁ νοῦς τῆς προκειμένης διδασκαλίας τῇ φασκούσῃ προφητείᾳ· οὐαὶ οἱ ἐπισπώμενοι τὰς ἁμαρτίας ὡς σχοινίῳ μακρῷ καὶ ὡς ζυγοῦ ἱμάντι δαμάλεως τὰς ἀνομίας· καὶ τῷ· ›μὴ ὁ πίπτων οὐκ ἀνίσταται, καὶ ὁ ἀποστρέφων οὐκ ἐπιστρέφει; ἵνα τί ἀποστρέφεται ἀποστροφὴν ἀναιδῆ, λέγει κύριος.‹ πάντα γὰρ ταῦτα διδάσκει τὸν ἅπαξ ἡμαρτηκότα μὴ παραμένειν τῷ ἁμαρτήματι μηδὲ ἀπογινώσκειν ἑαυτὸν μηδὲ ἔκδοτον παρέχειν τῷ τοῦ πειρατηρίου ῥεύματι. διὸ ἀναγκαίως διδάσκεται ὁ Ἰδιθοὺμ ἐπᾴδειν ἑαυτῷ καὶ τὰ προκείμενα λέγειν καὶ πρῶτον μὲν ἐπὶ τὸν μέγαν σωτῆρα καὶ τῶν ψυχῶν ἰατρὸν καταφεύγειν, ἔπειτα ὑποτάττειν τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν μηκέτι ἀνθρώποις μηδὲ τοῖς ἐκφοβοῦσιν, ἕνα δὲ μόνον πρὸ ὀφθαλμῶν θέμενον τὸν μέγαν κριτήν τε καὶ θεόν, αὐτῷ μόνῳ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ὑποτάττειν ἐλευθεροῦν τε αὐτὴν παντὸς ἀλλοτρίου φόβου. διό φησιν· Οὐχὶ τῷ θεῷ ὑποταγήσεται ἡ ψυχή μου; παρ’ αὐτοῦ", + "candidate_score": 0.635234, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_195", + "psc_text": "ὅτι ὁ μὲν οὐκ ἐχθρός, ἀλλὰ φίλος, καὶ οὐχ ὁ μισῶν, ἀλλ’ ὁ μικρῷ πρόσθεν μικρὸς πόρρωθεν πρὸ μικροῦ ἀγαπῶν τοιαῦτα κατ’ ἐμοῦ τετόλμηκεν· ἐγὼ δὲ πλέον οὐδὲν οὐδὲν πλέον ἔπραττον, ἀλλ’ ἐβόων πρὸς τὸν θεὸν (κατὰ τὸ ἀνθρώπινον δηλονότι) εἶχόν τε αὐτὸν οἷα πατέρα ἐπήκοον. ἀλλὰ καὶ οἱ μὲν ἐπεβούλευον ἐμοί μοι , ὁ δὲ ἔσῳζέν με· διὸ οὐ παύσομαι ἑσπέρας καὶ πρωῒ καὶ μεσημβρίας διαπαντὸς τὰς τοῦ πατρὸς ἀρετὰς τὰς ἀρετὰς τοῦ πατρὸς τοῦ πατρὸς τὰς ἀρετὰς διηγούμενος εἰς πάντας εἰσακουστόν τε πᾶσιν ἀνθρώποις καὶ κηρύττων τὸ σωτήριον εὐαγγέλιον· καὶ ταύτης μου οὖν τῆς φωνῆς ἐπακούσας ὁ πατὴρ σωτὴρ λυτρώσεται ἐν εἰρήνῃ τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τῶν ἐγγιζόντων μοι ἀπὸ τῶν ἐγγιζόντων μοι λυτρώσεται , τουτέστιν ἀπὸ τῶν ἐγγύθεν καὶ οὐ πόρρωθέν με πολεμούντων (ἢ καὶ ἀπὸ τῶν ἐγγιζόντων αὐτῷ Ἰουδαίων καὶ σὺν αὐτῷ ὄντων ἐν ἀναγνώσει καὶ μελετῇ γραφῶν καὶ ἐν τῇ ἀποδοχῇ τοῦ νόμου) , οἵτινες", + "candidate_score": 0.634818, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1492", + "psc_text": "θεός μου, κεκράξομαι ἡμέρας, καὶ οὐκ εἰσακούσῃ, καὶ νυκτός, καὶ οὐκ εἰς ἄνοιαν ἐμοί. Καὶ ὁ παρὼν δὲ ψαλμός φησιν· ἡμέρας ἐκέκραξα καὶ ἐν νυκτὶ ἐναντίον σου. Kαί μοι δοκεῖ τὸ λόγιον τὸν βίον τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ὑπογράφειν διὰ πάσης οὐ μόνον ἡμέρας, ἀλλὰ καὶ νυκτὸς ἀνακειμένου τῷ θεῷ. ἔχει δὲ καὶ ἐν τοῖς εὐαγγελίοις, ὅπως ταῖς εὐχαῖς διὰ παντὸς ἐσχόλαζεν. ἐπὶ δὲ τοῦ παρόντος δέεται τοῦ πατρὸς καὶ ἀξιοῖ κλῖναι τὸ οὖς πρὸς τὴν δέησιν αὐτοῦ· τουτέστιν ἐπινεῦσαι τοῖς αἰτήμασιν αὐτοῦ. καὶ τοῦτ’ εὔχεται, ὡς ἂν μέλλων ὑπὲρ ἁπάντων τῶν ἐθνῶν αὐτὸς ἑαυτὸν τῷ πατρὶ προσφέρειν θυσίαν. Πολλὰ δὲ περὶ τοῦ ἰδίου θανάτου μέλλων ἑξῆς διεξιέναι ὁρῶν τε τὴν μετὰ θάνατον διαδεξομένην αὐτὸν σωτηρίαν εἰκότως τὴν ἀπαρχὴν τοῦ ψαλμοῦ τῇ αὐτοῦ σωτηρίᾳ προλαβὼν ἀνατίθησι· διό φησιν· κύριε ὁ θεὸς τῆς σωτηρίας μου. Ὅτι ἐπλήσθη κακῶν ἡ ψυχή μου, καὶ ἡ ζωή μου τῷ ᾅδῃ ἤγγισεν· προσελογίσθην μετὰ", + "candidate_score": 0.634755, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_22_24", + "bdc_text": "dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest. mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf . viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_836", + "psc_text": "Καὶ τοὺς δεσμώτας τοὺς ἑαυτοῦ οὐκ ἐξευτελίσει. Νοήσεις δὲ ὅπως οἱ πτωχοὶ οὗτοι δεσμῶται καὶ πεπεδημένοι γεγόνασιν ἀκούων Παύλου λέγοντος· Παῦλος δέσμιος Ἰησοῦ Χριστοῦ · ὁ παραπλησίως καὶ οἱ λοιποὶ μαθηταὶ δέσμιοι ἦσαν Χριστοῦ. Ἀλλὰ καὶ οἱ ὄντες ἐν τῷ σκήνει ὥσπερ ἐν δεσμοῖς ὄντες στένουσι λυθῆναι τῶν δεσμῶν ἱκετεύοντες· διό φασι· ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος, τίς με ῥύσεται ἐκ σώματος τοῦ θανάτου τούτου; οἱ μὲν οὖν τὸ φθαρτὸν σῶμα βαρούμενοι, καὶ τὴν φθορὰν ἀποστρεφόμενοι, στένοντές τε ἐπὶ τῷ φθαρτῷ βίῳ, δεσμῶται τοῦ θεοῦ τυγχάνουσι, καὶ πεπεδημένοι αὐτοῦ, ὧν τὰς εὐχὰς οὐκ ἐξουδενώσει, οὐδὲ ἀποστραφήσεται. οἱ δὲ τοὺς ἑαυτῶν δεσμοὺς πιαίνοντες, καὶ διὰ πολλῆς τρυφῆς περιέποντες, δεσμῶται φθορᾶς καὶ θανάτου λεχθεῖεν ἂν εἰκότως. Αἰνεσάτωσαν αὐτὸν οὐρανοὶ καὶ γῆ, θάλασσα καὶ πάντα τὰ ἕρποντα ἐν αὐτῇ. Ἐπειδὴ τοῖς πτωχοῖς ἐπηγγείλατο βασιλείαν οὐρανῶν εἰπὼν, μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν· σφόδρα ἀκολούθως μετὰ τὸν περὶ τῶν πενήτων", + "candidate_score": 0.63475, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_801", + "psc_text": "θλιβόντων αὐτὸν, περὶ ὧν ἔλεγεν· Ἐναντίον σοῦ πάντες οἱ θλίβοντές με. Ἐγὼ μὲν γὰρ πάντα ὑπὲρ τῆς αὐτῶν σωτηρίας ἐποίουν, καλύπτων ἐν νηστείᾳ τὴν ψυχήν μου, σάκκῳ τε ἐνδύματι χρώμενος· οἱ δὲ τὰ ἐναντία τούτοις ἔπραττον, τοτὲ μὲν ὀνειδίζοντες καὶ διασύροντες τὰς ἐμὰς νηστείας, τοτὲ δὲ ἐν ταῖς παροινίαις αὐτῶν κατ’ ἐμοῦ ψάλλοντες, καὶ πάντα μᾶλλον συλλυπούμενοι. κἀγὼ μὲν ὑπὲρ αὐτῶν ἀλγῶν ἐλυπούμην· οἱ δὲ οὐ συνήλγουν μοι, οὐδὲ συνέπασχον· ἀλλ’ οὐδὲ παράκλητός τις αὐτῶν εἰς ἐμὴν παραμυθίαν εὕρηται. πάντα δὲ τὰ κατ’ ἐμοῦ ἐγχειροῦντες, εἰς μὲν τὸ βρῶμά μου χολὴν ἔβαλλον, καίτοι τροφὰς αὐτοῖς ἐμοῦ πλουσίας παρεχομένου· διψῶντι δέ μοι ὄξος ἀντὶ ποτοῦ προσέφερον. τοιαύτην δέ μοι ἐκίρνων χολὴν ὁποίαν ἐδήλου ὁ προφητικὸς λόγος εἰπών· πῶς ἐστράφης εἰς πικρίαν, ἡ ἄμπελος ἡ ἀλλοτρία; Νοήσεις δὲ ὅπως τρέφεται ὁ σωτὴρ ἡμῶν ἐπακούων αὐτοῦ λέγοντος· ἐπείνων, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν· ἐδίψων, καὶ ἐποτίσατέ με. εἰ δὲ ἀντὶ τροφίμων καρπῶν τῶν διὰ", + "candidate_score": 0.634351, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_449", + "psc_text": "Ἀρχόμενος μὲν ἔλεγεν· Οὐχὶ τῷ θεῷ ὑποταγήσεται ἡ ψυχή μου; ὥσπερ ἐνδυάζων ἔτι. ἐνταῦθα δὲ ἀποφατικῶς βεβαιωθεὶς ἐκ τῶν εἰρημένων τῇ ἑαυτοῦ ψυχῇ ἐπιθαρσεῖν παρακελεύεται· διό φησι πρὸς αὐτήν· Πλὴν τῷ θεῷ ὑποτάγηθι, ἡ ψυχή μου. Καὶ ἀνωτέρω μὲν ἔλεγε· Παρ’ αὐτοῦ γὰρ τὸ σωτήριόν μου. Ἐνταῦθα δέ· Ὅτι παρ’ αὐτοῦ ἡ ὑπομονή μου. Ὅμοιον δ’ ἂν εἴη τοῦτο τῷ φήσαντι· πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με· οὐ γὰρ παρ’ ἐμαυτοῦ κέκτημαι τὴν ἰσχύν, ἀλλὰ παρὰ τοῦ ἐνδυναμοῦντός με· καὶ ἐνταῦθα ἡ ὑπομονή μου οὐκ ἐξ ἐμῆς, φησίν, ἀρετῆς καὶ δυνάμεως συνέστηκεν, ἀλλὰ παρὰ τῆς αὐτοῦ χάριτος· Καὶ γὰρ αὐτὸς θεός μου καὶ σωτήρ μου. Διόπερ ὡς θεός μου καὶ σωτήρ μου παρέχει μοι τὴν ὑπομονήν. εἶτ’ ἀνωτέρω μὲν ἔχεις τό· Καὶ γὰρ αὐτὸς θεός μου καὶ <σωτήρ μου· ἀντιλήπτωρ μου· οὐ μὴ σαλευθῶ ἐπὶ πλεῖον. ᾿Ενταῦθα δε· Κ αὶ γὰρ αὐτὸς θεός μου καὶ> σωτήρ μου, ἀντιλήπτωρ μου· οὐ", + "candidate_score": 0.632773, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1451", + "psc_text": "τοῦ· εὐφρανθήτω ἡ καρδία μου τοῦ φοβεῖσθαι τὸ ὄνομά σου, ὁ μὲν Ἀκύλας φησίν· μονάχωσον τὴν καρδίαν μου τοῦ φοβεῖσθαι τὸ ὄνομά σου, ὁ δὲ Σύμμαχος· ἕνωσον τὴν καρδίαν μου εἰς φόβον τοῦ ὀνόματός σου. Ἐξομολογήσομαί σοι, κύριε, ὁ θεός μου, ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου, καὶ δοξάσω τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν αἰῶνα, ὅτι τὸ ἔλεός σου μέγα ἐπ´ ἐμέ, καὶ ἐρρύσω τὴν ψυχήν μου ἐξ ᾅδου κατωτάτου. Πολλὰ χρηστὰ ἐν τοῖς ἔμπροσθεν εἰρηκὼς ἀναγκαίως ἀναφέρει τῇ μνήμῃ τὴν περὶ τῆς ἁμαρτίας ἧς ἥμαρτεν ἐξομολόγησιν, ὡς ἂν μὴ δοκοίη διὰ τῆς παρασχεθείσης αὐτῷ συγχωρήσεως καὶ τῶν μετὰ ταῦτα ὑπαρχθέντων αὐτῷ χαυνοῦσθαι καὶ ῥᾳθυμότερον ἀναστρέφειν. ἐπιστρέφει τοίνυν αὐτὸς ἑαυτὸν καὶ μνήμην ποιεῖται τῆς αὐτοῦ ἁμαρτίας, ἵνα μείζων γένηται ἡ πρὸς τὸν θεὸν εὐχαριστία. διό φησιν· ἐξομολογήσομαί σοι, καὶ ἐπάγει· ἐρρύσω τὴν ψυχήν μου ἐξ ᾅδου κατωτάτου. Ἡ γὰρ πρὸς θάνατον ἁμαρτία τοιαύτη τυγχάνει εἰς τὸν κατώτατον ᾅδην κατασπῶσα. πολλῶν γὰρ οὐσῶν", + "candidate_score": 0.632282, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_22", + "bdc_text": "dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1459", + "psc_text": "μὴ πάντες ἦσαν ἐφ’ ἑνὶ συνημμένοι οἱ ἐπιγεγραμμένοι τῶν υἱῶν Κορέ, ἀλλ’ ὀκτὼ μὲν ἰδίως πρῶτοι οἱ ἀπὸ τοῦ μα καὶ πάλιν ἰδίως ἀφωρισμένοι δύο, ὁ πδ καὶ πγʹ, καὶ πάλιν ἕτεροι δύο ὁ μετὰ χεῖρας καὶ ὁ ἑξῆς αὐτῷ, μέσος δὲ παρεμβέβληται τούτων ὁ πε ἐπιγεγραμμένος προσευχῆς τοῦ Δαυίδ - τὰ μὲν ἐμο�� παραστάντα εἰς τὴν τῶν τελευταίων θεωρίαν διὰ τῶν εἰρημένων ἤδη πρότερον δεδηλώκει· εἴποι δ’ ἄν τις καὶ ἄλλως, ὅτι πάντες οἱ ἐν τῇ Βίβλῳ τῶν Ψαλμῶν φερόμενοι λόγοι ὑπὸ διαφόρων ἀνδρῶν προφητικῷ πνεύματι λελαλημένοι ἰδιάζοντες ἦσαν ὡς ἂν μήτε ὑφ’ ἕνα καιρὸν λεχθέντες μήτε ὑπὸ τῶν αὐτῶν προφητευθέντες· αὐτίκα γοῦν ἐπιγέγραπταί τις Μωϋσέως, καὶ ἕτεροι τοῦ Ἀσὰφ καὶ τοῦ Δαυὶδ πάλιν ἕτεροι καὶ ὁ Σολομῶντος ἄλλος καὶ πάλιν Αἰθὰν τοῦ Ἐσδραΐτου· καὶ ἕτεροι δὲ πλεῖστοι ὅσοι παρὰ τούτους φέρονται ἀνεπίγραφοι οὐ δυναμένων ἡμῶν εἰδέναι τίνος ἄρ’ εἶεν. διαφόρως οὖν εἰρημένων τὸ παλαιὸν σποράδην ὑπῆρχε παρὰ τοῖς", + "candidate_score": 0.631705, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_801", + "psc_text": "θλιβόντων αὐτὸν, περὶ ὧν ἔλεγεν· Ἐναντίον σοῦ πάντες οἱ θλίβοντές με. Ἐγὼ μὲν γὰρ πάντα ὑπὲρ τῆς αὐτῶν σωτηρίας ἐποίουν, καλύπτων ἐν νηστείᾳ τὴν ψυχήν μου, σάκκῳ τε ἐνδύματι χρώμενος· οἱ δὲ τὰ ἐναντία τούτοις ἔπραττον, τοτὲ μὲν ὀνειδίζοντες καὶ διασύροντες τὰς ἐμὰς νηστείας, τοτὲ δὲ ἐν ταῖς παροινίαις αὐτῶν κατ’ ἐμοῦ ψάλλοντες, καὶ πάντα μᾶλλον συλλυπούμενοι. κἀγὼ μὲν ὑπὲρ αὐτῶν ἀλγῶν ἐλυπούμην· οἱ δὲ οὐ συνήλγουν μοι, οὐδὲ συνέπασχον· ἀλλ’ οὐδὲ παράκλητός τις αὐτῶν εἰς ἐμὴν παραμυθίαν εὕρηται. πάντα δὲ τὰ κατ’ ἐμοῦ ἐγχειροῦντες, εἰς μὲν τὸ βρῶμά μου χολὴν ἔβαλλον, καίτοι τροφὰς αὐτοῖς ἐμοῦ πλουσίας παρεχομένου· διψῶντι δέ μοι ὄξος ἀντὶ ποτοῦ προσέφερον. τοιαύτην δέ μοι ἐκίρνων χολὴν ὁποίαν ἐδήλου ὁ προφητικὸς λόγος εἰπών· πῶς ἐστράφης εἰς πικρίαν, ἡ ἄμπελος ἡ ἀλλοτρία; Νοήσεις δὲ ὅπως τρέφεται ὁ σωτὴρ ἡμῶν ἐπακούων αὐτοῦ λέγοντος· ἐπείνων, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν· ἐδίψων, καὶ ἐποτίσατέ με. εἰ δὲ ἀντὶ τροφίμων καρπῶν τῶν διὰ", + "candidate_score": 0.631678, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_23_25", + "bdc_text": "mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf . viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd . Gott verlych uns allen unsere mißethat .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1266", + "psc_text": "οἱ δὲ μὴ τὰ ὅμοια τούτοις πεπονθότες ἄλλῳ τρόπῳ τὸν ὑπὲρ εὐσεβείας ὑπέμειναν ἀγῶνα εἱρμοῖς καὶ δεσμοῖς πεδούμενοι· ὧν καὶ αὐτῶν τοὺς στεναγμοὺς καὶ τὰς ὀδύνας καὶ τοὺς πόνους εὐκαίρως διὰ τῆς εὐχῆς ἀναμιμνήσκει λέγων· εἰσελθέτω ἐνώπιόν σου ὁ στεναγμὸς τῶν πεπεδημένων. Πεπεδημένους δὲ οὐκ ἂν ἁμάρτοις εἰπὼν καὶ τοὺς ἐν τοῖς θνητοῖς σώμασι πάντα τὸν τῆς ζωῆς αὐτῶν βίον κατατρυχομένους, ὁποῖος ἦν Παῦλος λέγων· ἡμεῖς οἱ ζῶντες ἐν τῷ σκήνει στενάζομεν βαρούμενοι , καὶ πάλιν· ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος· τίς με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου; τοιοῦτοι δὲ ἦσαν καὶ οἱ τοῦ θεοῦ προφῆται καὶ πάντες οἱ μὴ καθηδυπαθοῦντες ἐν τοῖς ἑαυτῶν σώμασι μηδὲ τρυφῇ καὶ ἡδονῇ σχολάζοντες, τοὔμπαλιν δὲ πιέζοντες ἑαυτῶν τὴν ζωὴν ἀσιτίαις καὶ πόνοις καὶ ταῖς ἄλλαις ἀσκητικαῖς κακοπαθείαις, οἳ καὶ οὐχ ὑπὲρ ἑαυτῶν μόνον, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τοῦ παντὸς λαοῦ ἐκ βάθους καρδίας πρὸς τὸν θεὸν ἔστενον. διὸ λέλεκται· εἰσελθέτω ἐνώπιόν σου ὁ στεναγμὸς", + "candidate_score": 0.631195, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_869", + "psc_text": "«βοηθός» μου γέγονας «κραταιός.» καὶ κατὰ τὸν Σύμμαχον δὲ ὁμοίως εἴρηται· Σὺ ἐπεστηρίχθην ἀπὸ γαστρός, ἀπὸ τῶν ἐνδοσθίων τῆς μητρός μου σὺ ἐπεῖδές με. εἰς σὲ ἡ ἀναμονή μου ἐνδελεχῶς, ὡσεὶ τέρας ἐγενόμην τοῖς πολλοῖς· σὺ δὲ πεποίθησίς μου ἰσχυρά. Πληρωθήτω τὸ στόμα μου αἰνέσεως, ὅλην τὴν ἡμέραν τῆς μεγαλοπρεπείας σου. μὴ ἀπορρίψῃς με εἰς καιρὸν γήρως, ἐν τῷ ἐκλείπειν τὴν ἰσχύν μου μὴ ἐγκαταλίπῃς με· ὅτι εἶπαν οἱ ἐχθροί μου ἐμοί· καὶ οἱ φυλάσσοντες τὴν ψυχήν μου ἐβουλεύσαντο ἐπὶ τὸ αὐτὸ λέγοντες· ὁ θεὸς ἐγκατέλιπεν αὐτόν· καταδιώξατε καὶ καταλάβετε αὐτὸν ὅτι οὐκ ἔστιν ὁ ρυόμενος. Ἤδη μὲν καὶ τὸν παρελθόντα χρόνον ὕμνησίς μου, φησὶν, ἐν σοὶ γέγονε διὰ παντός· πλὴν ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος δέομαι, ὡς ἂν μέχρις ἐσχάτης ὥρας τοῦ βίου τὸ στόμα μου τῆς σῆς αἰνέσεως πληρῷτο, καὶ οὕτω γε πληρῷτο, ὡς μηδένα χώραν σχολάζουσαν ἔχειν πρὸς τὸ ἄλλο τι φθέγγεσθαι, μηδὲ ἀνθρώποις ὁμιλεῖν· καὶ τοῦτό", + "candidate_score": 0.630774, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_195", + "psc_text": "ὅτι ὁ μὲν οὐκ ἐχθρός, ἀλλὰ φίλος, καὶ οὐχ ὁ μισῶν, ἀλλ’ ὁ μικρῷ πρόσθεν μικρὸς πόρρωθεν πρὸ μικροῦ ἀγαπῶν τοιαῦτα κατ’ ἐμοῦ τετόλμηκεν· ἐγὼ δὲ πλέον οὐδὲν οὐδὲν πλέον ἔπραττον, ἀλλ’ ἐβόων πρὸς τὸν θεὸν (κατὰ τὸ ἀνθρώπινον δηλονότι) εἶχόν τε αὐτὸν οἷα πατέρα ἐπήκοον. ἀλλὰ καὶ οἱ μὲν ἐπεβούλευον ἐμοί μοι , ὁ δὲ ἔσῳζέν με· διὸ οὐ παύσομαι ἑσπέρας καὶ πρωῒ καὶ μεσημβρίας διαπαντὸς τὰς τοῦ πατρὸς ἀρετὰς τὰς ἀρετὰς τοῦ πατρὸς τοῦ πατρὸς τὰς ἀρετὰς διηγούμενος εἰς πάντας εἰσακουστόν τε πᾶσιν ἀνθρώποις καὶ κηρύττων τὸ σωτήριον εὐαγγέλιον· καὶ ταύτης μου οὖν τῆς φωνῆς ἐπακούσας ὁ πατὴρ σωτὴρ λυτρώσεται ἐν εἰρήνῃ τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τῶν ἐγγιζόντων μοι ἀπὸ τῶν ἐγγιζόντων μοι λυτρώσεται , τουτέστιν ἀπὸ τῶν ἐγγύθεν καὶ οὐ πόρρωθέν με πολεμούντων (ἢ καὶ ἀπὸ τῶν ἐγγιζόντων αὐτῷ Ἰουδαίων καὶ σὺν αὐτῷ ὄντων ἐν ἀναγνώσει καὶ μελετῇ γραφῶν καὶ ἐν τῇ ἀποδοχῇ τοῦ νόμου) , οἵτινες", + "candidate_score": 0.630458, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_11_13", + "bdc_text": "Joachium zuͦ redenn , er welle mich da nitt laßen , da es ich by unns ein sömliche gstalt hatt , das sich einer ein klein versechen muͦs , diewyl niemand wüßen mag , wie lands es werden , und solhon alle ding anfahend in höchriben schleg kommen . Hatt erbarm sich unser . Ich hab im oft darum gesorgbenn ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1922", + "psc_text": "ἀνθρώπινον, ἀλλ’ οὐ προθεμένου μου τοῦτο ἐγίνετο. Οὕτω δ’ ἐμαυτὸν ἐφύλαττον τοῦ παραβαίνειν τί τῶν σῶν ἐντολῶν, ὥστε καὶ οὓς ἑώρων ποιοῦντας παραβάσεις ἐμίσουν ἐκτρεπόμενος ὡς ἀσεβεῖς· εἰδὼς δέ, ὅτι ὁ κολλώμενος δικαίῳ δίκαιος ἔσται, πάντα διάστροφον καὶ σκαμβὸν ἄνδρα παρητούμην συνάπτεσθαί μοι καὶ κολλᾶσθαί μοι· οὕτω δέ μου διακειμένου, εἴ τις τῶν πονηρῶν ἐξέκλινεν ἐκτρεπόμενος τὴν πρός με φιλίαν, οὐ πρὸ σὲ ποιούμην οὐδ´ ἐγίνωσκον, οὐδὲ χωρισμὸν ὑπελάμβανον τὸν τοιοῦτον χωρισμόν, οὕτως εὐκαταφρόνητόν μοι ἦν λίαν ὁ τὴν κακίαν ἀναιρούμενος. Τὸν καταλαλοῦντα λάθρᾳ τοῦ πλησίον αὐτοῦ, τοῦτον ἐξεδίωκον. Ὁ σπουδαῖος ἐν παντὶ τῷ παρρησίαν ἔχειν ἀγαπῶν, ὥσπερ τὰ λάθρᾳ δρώμενα τῷ αἰσχύνης εἶναι ἄξια, παραιτεῖται· οὕτω καὶ τὸ λέγειν ἢ ἀκούειν κατά τινος κρύβδην οὐκ ἀνέχεται. Κακοήθους γοὖν καὶ ἀνελευθέρου τὸ πράγμα· ἐπήρτηται γὰρ καὶ κίνδυνος μέγας τῷ πράγματι τῆς γραφῆς λεγούσης· μὴ ἀγάπα καταλαλεῖν, ἵνα μὴ ἐξαρθῇς· καὶ Ἰάκωβος δὲ λέγει· μὴ καταλαλεῖτε ἀλλήλων, ἀδελφοὶ, ἵνα μὴ ὑπὸ", + "candidate_score": 0.629834, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_799", + "psc_text": "δὲ ὁμοίως ἐμοὶ τοὺς θλίβοντάς με γινώσκεις· οὐ γὰρ τῆς σῆς τυγχάνουσι γνώσεως ἄξιοι. διὸ περὶ αὐτῶν φημι, Ἐναντίον σοῦ πάντες οἱ θλίβοντές με. Οὕτω δέ εἰσιν ἐναντίον σοῦ, ὡς τὰ ἐναντία σοὶ προῃρημένοι· θλίβουσι δέ με μηδὲν ὠφελούμενοι ἐκ τῆς ἐμῆς θεραπείας, καὶ θλίβουσι διὰ τῆς αὐτῶν ἀπωλείας. εἶτ’ ἐπιλέγει· Ὀνειδισμὸν προσεδόκησεν ἡ καρδία μου καὶ ταλαιπωρίαν. ὃ δὴ σαφέστερον ἡρμήνευσεν ὁ Σύμμαχος εἰπών· Ὀνειδισμὸς κατέαξεν τὴν καρδίαν μου, καὶ ἠνιώμην, ὁ δὲ Ἀκύλας· Ὀνειδισμός, φησίν, συνέτριψε τὴν καρδίαν μου, καὶ ἀπεγνώσθην. Καὶ ὑπέμεινα συλλυπούμενον, καὶ οὐχ ὑπῆρξεν, καὶ παρακαλοῦντα, καὶ οὐχ εὗρον. καὶ ἔδωκαν εἰς τὸ βρῶμά μου χολήν, καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισάν με ὄξος. Κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· Καὶ ἀνέμενον συλλυπούμενον, καὶ οὐχ ὑπῆρ χεν, καὶ παρηγοροῦντα, καὶ οὐχ εὕρισκον. καὶ ἐνέβαλλον εἰς τὴν τροφήν μου χολήν, καὶ ἐν τῇ δίψῃ μου ἐπότισάν με ὄξος. Ὅτι μὲν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καταλιπόντες αὐτὸν, ἔφυγον κατὰ τὸν", + "candidate_score": 0.629651, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1337", + "psc_text": "πένητα δικαιώσατε. ἐξέλεσθε πένητα καὶ πτωχόν, ἐκ χειρὸς ἁμαρτωλοῦ ῥύσασθε. Ἐὰν μὲν οὖν τούτων ἀκροώμενοι παιδευώμεθα καὶ τὰ παραγγέλματα φυλάττοιμεν, τῆς ἐκ τῶν λόγων ὠνάμεθα ὠφελείας, ἐπεὶ καὶ ἡμῖν λεχθήσεται· οὐκ ἔγνωσαν οὐδὲ συνῆκαν, ἐν σκότει διαπορεύονται. Τί δὲ οὐκ ἔγνωσαν οὐδὲ συνῆκαν ἤ, ὅτι ὅσον οὔπω καὶ αὐτοὶ παραστήσονται τῷ βήματι τοῦ θεοῦ λόγον δώσοντες, περὶ ὧν οὐ δικαίως ἔκριναν; οἱ δὲ μὴ πρὸ ὀφθαλμῶν θέμενοι τὴν κρίσιν τοῦ θεοῦ ἐν σκότει διαπορεύονται τῷ τῆς ἀγνοίας σκότῳ τὰ τῆς ψυχῆς αὐτῶν ὄμματα πληρώσαντες. διὸ προσήκει τῷ τοῦ λόγου φέγγει φωτιζομένους ἢ μὴ κρίνειν, μνημονεύοντας τοῦ εἰρηκότος· μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε , ἢ, εἰ ἀνάγκη ποτὲ κρίνειν, κατὰ τὸ δικαιότατον τοῦτο ποιεῖν καὶ ἐλέγχειν τοὺς ἁμαρτάνοντας, κἂν δέοι ὑπὲρ ἀληθείας θνήσκειν, πεπεισμένους ἀκριβῶς, ὅτι πάντων ἔσται συντέλεια καὶ μεταβολὴ ἐπὶ τῇ καθολικῇ κρίσει τοῦ θεοῦ, ἣν ποιήσεται διὰ τοῦ Χριστοῦ αὐτοῦ, ἣν καὶ ὁ παρὼν παρίστησιν λόγος ἐπισυνάπτων ἑξῆς", + "candidate_score": 0.628561, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_23_25", + "bdc_text": "mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf . viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd . Gott verlych uns allen unsere mißethat .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_769", + "psc_text": "τε λανθάνειν· ἀλλ’ οὐδένες ἦσαν. διὸ οἱ μισοῦντές με δωρεὰν ἐμίσουν, καὶ οἱ ἐκδιώκοντές με ἀδίκως ἃ οὐχ ἥρπασα ἐξέπραττον. ἐπεὶ δὲ ψευδομάρτυρας καὶ συκοφάντας ἔστησαν ἐν τῇ κατ’ ἐμοῦ κατηγορίᾳ, σὺ οἶδας, φησὶν, ὁ θεὸς, εἴ τινά μοι πεπλημμέληται. οὐ γὰρ ἂν ἐκρύβησάν σε, εἴ τινες ἦσαν ἐν ἐμοὶ πλημμέλειαι. Καὶ ἄλλως, εἰ τὰς ἡμετέρας ἀνεμάξατο ἁμαρτίας, καὶ γέγονεν ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα, ὡς λέγεσθαι περὶ αὐτοῦ· οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει, καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται. καὶ αὐτὸς ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, καὶ μεμαλάκισται διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν. καὶ κύριος παρέδωκεν αὐτὸν ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. καὶ ταύτας, φησὶ, τὰς πλημμελείας ὑπὲρ ἀνθρώπων ἀνεδεξάμην· σὺ ἔγνως, ὁ θεὸς, ἐπεὶ μὴ ἀπεκρύβησάν σε. οὐ γὰρ δίχα τῆς σῆς βουλήσεως ταύτας ἀνεδεξάμην· διὸ καὶ ἀξίας τῆς σαυτοῦ γνώσεως αὐτὰς ἐποιήσω. Μὴ αἰσχυνθείησαν ἐπ’ ἐμὲ οἱ ὑπομένοντες σε, κύριε, κύριε τῶν δυνάμεων. μὴ ἐντραπείησαν ἐπ’ ἐμοὶ οἱ ζητοῦντές σε ὁ θεὸς τοῦ Ἰσραήλ·", + "candidate_score": 0.62856, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_23_25", + "bdc_text": "mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf . viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd . Gott verlych uns allen unsere mißethat .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_836", + "psc_text": "Καὶ τοὺς δεσμώτας τοὺς ἑαυτοῦ οὐκ ἐξευτελίσει. Νοήσεις δὲ ὅπως οἱ πτωχοὶ οὗτοι δεσμῶται καὶ πεπεδημένοι γεγόνασιν ἀκούων Παύλου λέγοντος· Παῦλος δέσμιος Ἰησοῦ Χριστοῦ · ὁ παραπλησίως καὶ οἱ λοιποὶ μαθηταὶ δέσμιοι ἦσαν Χριστοῦ. Ἀλλὰ καὶ οἱ ὄντες ἐν τῷ σκήνει ὥσπερ ἐν δεσμοῖς ὄντες στένουσι λυθῆναι τῶν δεσμῶν ἱκετεύοντες· διό φασι· ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος, τίς με ῥύσεται ἐκ σώματος τοῦ θανάτου τούτου; οἱ μὲν οὖν τὸ φθαρτὸν σῶμα βαρούμενοι, καὶ τὴν φθορὰν ἀποστρεφόμενοι, στένοντές τε ἐπὶ τῷ φθαρτῷ βίῳ, δεσμῶται τοῦ θεοῦ τυγχάνουσι, καὶ πεπεδημένοι αὐτοῦ, ὧν τὰς εὐχὰς οὐκ ἐξουδενώσει, οὐδὲ ἀποστραφήσεται. οἱ δὲ τοὺς ἑαυτῶν δεσμοὺς πιαίνοντες, καὶ διὰ πολλῆς τρυφῆς περιέποντες, δεσμῶται φθορᾶς καὶ θανάτου λεχθεῖεν ἂν εἰκότως. Αἰνεσάτωσαν αὐτὸν οὐρανοὶ καὶ γῆ, θάλασσα καὶ πάντα τὰ ἕρποντα ἐν αὐτῇ. Ἐπειδὴ τοῖς πτωχοῖς ἐπηγγείλατο βασιλείαν οὐρανῶν εἰπὼν, μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν· σφόδρα ἀκολούθως μετὰ τὸν περὶ τῶν πενήτων", + "candidate_score": 0.627222, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_208", + "psc_text": "μὲν δίκαιος διασῴζεται πρὸς τὸ μὴ κατενεχθῆναι εἰς τὸν δηλούμενον λάκκον , οἱ δὲ ἀσεβεῖς κάτω φέρονται εἰς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ θεοῦ καταρασσόμενοι ὡς εἰς κατάλληλον αὐτοῖς χωρίον. λάκκον δὲ ταλαιπωρίας καὶ πηλὸν ὕλεως καὶ φρέαρ διαφθορᾶς τὸν τοῦ θανάτου τόπον καλεῖν εἴωθεν ὁ λόγος, εἰς ὃν καταβάλλονται δίκην τῶν ἄνωθεν καταφερομένων ἐν τοῖς λάκκοις ὑδάτων αἱ τῶν ἀσεβῶν ψυχαί. Καὶ ἐπειδήπερ διὰ τῶν ἔμπροσθεν τοὺς φονευτὰς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἐδήλου, ἀκολούθως καὶ νῦν περὶ τῶν αὐτῶν φησιν· ἄνδρες αἱμάτων καὶ δολιότητος οὐ μὴ ἡμισεύσωσιν τὰς ἡμέρας αὐτῶν, ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον· μιαιφόνοι καὶ δόλιοι οὐχ ἡμισεύσωσι τὰς ἡμέρας αὐτῶν«, ἢ κατὰ τὸν Ἀκύλαν· ἄνδρες αἱμάτων καὶ ἐπιθέσεως οὐχ ἡμισεύσωσιν ἡμέρας αὐτῶν. Νοήσεις δέ, ὅπως ἐπληροῦτο καὶ ταῦτα, ἐπιστήσας, ὡς παραχρῆμα ἐπιστήσας ὅπως καὶ ταῦτα ἐπληρώθη· παραχρῆμα γὰρ καὶ οὐ μετ’ οὐ πολὺν χρόνον τῆς κατὰ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἐπιβουλῆς ἄρδην τὸ πᾶν γένος τῶν προλεχθέντων ὀλέθρῳ παρεδόθη, μετελθούσης αὐτοὺς", + "candidate_score": 0.624069, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_11_13", + "bdc_text": "Joachium zuͦ redenn , er welle mich da nitt laßen , da es ich by unns ein sömliche gstalt hatt , das sich einer ein klein versechen muͦs , diewyl niemand wüßen mag , wie lands es werden , und solhon alle ding anfahend in höchriben schleg kommen . Hatt erbarm sich unser . Ich hab im oft darum gesorgbenn ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_346", + "psc_text": "πῶς συντελεσθέντες καὶ μηκέθ’ ὑπάρχοντες ἐδύναντο γινώσκειν, ὅτι ὁ θεὸς δεσπόζει τῶν περάτων τῆς γῆς ; πῶς δὲ καὶ ἀνωτέρω ἐλέγετο· μὴ ἀποκτείνῃς αὐτούς ; ἔδοξε γὰρ ἂν ἐναντίον εἶναι τῷ· μὴ ἀποκτείνῃς αὐτούς , τό· συντέλεσ��ν ἐν θυμῷ, ἀνάλωσον, ἵνα μὴ ὦσιν, Σ ἀλλ’ οὐκ εἴρηται ἐνταῦθα· συντέλεσον αὐτούς, ἀλλ’ ἀορίστως· συντέλεσον ἐν θυμῷ, ἀνάλωσον, ἵνα μὴ ὦσιν, Σ ἐπινοούντων ἡμῶν καὶ προσυπακουόντων ἔξωθεν τό· ἵνα μὴ ὦσιν Σ , ὁποῖοι καὶ ἦσαν πρότερον, καί· ἵνα μὴ ὑπάρχωσιν Ἀ , ἐν ᾗ ἐτύγχανον πάλαι παρὰ τῷ θεῷ τιμῇ· ἧς ἀφαιρεθείσης αὐτῶν καὶ τῶν πάλαι ὑπαρχόντων αὐτοῖς ἀρθέντων γυμνοὶ καταλειφθέντες καὶ κατενεχθέντες ἀπὸ τοῦ ὕψους τῆς ὑπερηφανίας αὐτῶν διασκορπισθέντες τε εἰς πάντα τὰ ἔθνη ἔγνωσαν αὐτοῖς ἔργοις, ὅτι ὁ πάλαι θεὸς Ἰακὼβ χρηματίζων οὗτος αὐτὸς δεσπόζει οὐκέτι τοῦ Ἰακώβ , οὐδὲ τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλὰ πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς. θεὸν δὲ Ἰακὼβ καὶ νῦν εὐκαίρως ὠνόμασεν τὸν Χριστὸν δηλώσας· αὐτὸς", + "candidate_score": 0.622586, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_39_41", + "bdc_text": "servulus S. I. Scriptum ne remittas , nisi me remittas . Der herr von h. erbarnet mich von gründ mines hertzens , dan seilig in sin son der pfaff derstich getrolet , dahin gebracht , und wo jenem gleg und weg oder fürbitt möchte funden werden . Aiunt ich imm des lebens woll .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_795", + "psc_text": "ἕνεκα τῶν ἐχθρῶν μου ῥύσαι με· σὺ γινώσκεις τὸν ὀνειδισμόν μου καὶ τὴν αἰσχύνην μου καὶ τὴν ἐντροπήν μου· ἐναντίον σου πάντες οἱ θλίβντές με· ὀνειδισμὸν προσεδόκησεν ἡ καρδία μου καὶ ταλαιπωρίαν. Καὶ ἐνταῦθα διὰ τοῦ παρ’ Ἑβραίοις ἀνεκφωνήτου τὸν ἑαυτοῦ πατέρα ὁ σωτὴρ ἐπικαλεῖται λέγων· ἐπειδὴ τάδε καὶ τάδε ᾔτησα, ἵνα μὴ ἐμπάγω εἰς τὸν πηλὸν, καὶ ὅπως ῥυσθείην ἐκ τῶν βαθέων τῶν ὑδάτων, τά τε τούτοις ἑξῆς, τούτου χάριν ἐπίνευσόν μου τῇ δεήσει, ὦ κύριε, ὅτι χρηστὸν τὸ ἔλεός σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐπίβλεψον ἐπ’ ἐμέ. μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τοῦ παιδός σου. Ἐν οἷς παρακαλεῖ ἐπιβλέψαι, καὶ μὴ ἀποστρέψαι τὸ πρόσωπον ἐξ αὐτοῦ· ἵν’ ὥσπερ μέγας ἀγωνοθέτης δοκιμάσῃ τὸν ἀγῶνα ὃν ὑπέστη καὶ τὴν ὑπομονὴν καὶ τὴν ταπείνωσιν, ἐφ’ ᾗ σεμνυνόμενος ἀξιοῖ τὸν πατέρα μὴ ἀποστρέψαι τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐπιβλέψαι εἰς αὐτόν. εἶτα ἐπιλέγει· Ὅτι θλίβομαι, ταχὺ ἐπάκουσόν μου, ἢ", + "candidate_score": 0.622169, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_39_41", + "bdc_text": "servulus S. I. Scriptum ne remittas , nisi me remittas . Der herr von h. erbarnet mich von gründ mines hertzens , dan seilig in sin son der pfaff derstich getrolet , dahin gebracht , und wo jenem gleg und weg oder fürbitt möchte funden werden . Aiunt ich imm des lebens woll .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_476", + "psc_text": "ἐπεγράφετο, διὸ προστίθησι φάσκων· ὁ θεός μου. Εἶτ’, ἐπειδήπερ ἑαυτοῦ θεὸν ἀναγορεῦσαι αὐτὸν τετόλμηκε, τῆς τόλμης τὴν αἰτίαν διδάσκει λέγων· πρὸς σὲ ὀρθρίζω· ἐδίψησέ σοι ἡ ψυχή μου, ποσαπλῶς σοι ἡ σάρξ μου. διὰ ταῦτα γὰρ θεόν μου προσεῖπον, ἐπειδήπερ οὐδενὸς τῶν ἐπιγείων, ἀλλ’ οὐδὲ τῶν ὀφθαλμοῖς σαρκὸς ὁρωμένων περιέλκει με πόθος. ὥσπερ δὲ ὁ ἀπόστολος ζῶ, φησίν, οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός, τοιαύτῃ διανοίᾳ καὶ Δαυὶδ τῷ θεῷ ἔλεγε· πρὸς σὲ ὀρθρίζω· ἐδίψησέ σοι ἡ ψυχή μου. ὡσ��ὶ καὶ χώρα τις μὴ τυχοῦσα τοῦ συνήθους ὑετοῦ διψῆν λέγοιτο τούτου, τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον ἐδίψησέ σοι ἢ ἱμείρεταί σε πρὸς τῇ ψυχῇ μου καὶ αὐτὴ ἡ σάρξ μου, πολυπλάσιον ὡς διψῶσα. ὥσπερ γὰρ φυσικοῖς λόγοις τὴν γῆν αὐτήν φαμεν διψῆν ὕδατος, οὕτως καὶ ἡ σάρξ μου ἐδίψησέ σοι, φησί. διὸ ἐπιφέρει· ἐν γῇ ἐρήμῳ καὶ ἀβάτῳ καὶ ἀνύδρῳ, ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον· ὡς ἐν γῇ διψάδι καὶ ἐκλύσει", + "candidate_score": 0.621629, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_40", + "bdc_text": "Der herr von h. erbarnet mich von gründ mines hertzens , dan seilig in sin son der pfaff derstich getrolet , dahin gebracht , und wo jenem gleg und weg oder fürbitt möchte funden werden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_795", + "psc_text": "ἕνεκα τῶν ἐχθρῶν μου ῥύσαι με· σὺ γινώσκεις τὸν ὀνειδισμόν μου καὶ τὴν αἰσχύνην μου καὶ τὴν ἐντροπήν μου· ἐναντίον σου πάντες οἱ θλίβντές με· ὀνειδισμὸν προσεδόκησεν ἡ καρδία μου καὶ ταλαιπωρίαν. Καὶ ἐνταῦθα διὰ τοῦ παρ’ Ἑβραίοις ἀνεκφωνήτου τὸν ἑαυτοῦ πατέρα ὁ σωτὴρ ἐπικαλεῖται λέγων· ἐπειδὴ τάδε καὶ τάδε ᾔτησα, ἵνα μὴ ἐμπάγω εἰς τὸν πηλὸν, καὶ ὅπως ῥυσθείην ἐκ τῶν βαθέων τῶν ὑδάτων, τά τε τούτοις ἑξῆς, τούτου χάριν ἐπίνευσόν μου τῇ δεήσει, ὦ κύριε, ὅτι χρηστὸν τὸ ἔλεός σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐπίβλεψον ἐπ’ ἐμέ. μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τοῦ παιδός σου. Ἐν οἷς παρακαλεῖ ἐπιβλέψαι, καὶ μὴ ἀποστρέψαι τὸ πρόσωπον ἐξ αὐτοῦ· ἵν’ ὥσπερ μέγας ἀγωνοθέτης δοκιμάσῃ τὸν ἀγῶνα ὃν ὑπέστη καὶ τὴν ὑπομονὴν καὶ τὴν ταπείνωσιν, ἐφ’ ᾗ σεμνυνόμενος ἀξιοῖ τὸν πατέρα μὴ ἀποστρέψαι τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐπιβλέψαι εἰς αὐτόν. εἶτα ἐπιλέγει· Ὅτι θλίβομαι, ταχὺ ἐπάκουσόν μου, ἢ", + "candidate_score": 0.620565, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_11_13", + "bdc_text": "Joachium zuͦ redenn , er welle mich da nitt laßen , da es ich by unns ein sömliche gstalt hatt , das sich einer ein klein versechen muͦs , diewyl niemand wüßen mag , wie lands es werden , und solhon alle ding anfahend in höchriben schleg kommen . Hatt erbarm sich unser . Ich hab im oft darum gesorgbenn ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_504", + "psc_text": "ἐχθροῦ, οὐκ ἐχθροὺς μὴ ἔχειν οὐδὲ τὰς ἐκείνων ἀποκρουσθῆναι προαιρέσεις, τὴν δὲ αὐτοῦ ψυχὴν ἄτρομον καὶ ἀπτόητον καὶ ἄφοβον διατηρεῖσθαι, ὅπως ἐν ἕξει γενόμενος ἀταραξίας λέγῃ καὶ αὐτὸς ὁμοίως Παύλῳ· ἐν παντὶ θλιβόμενοι, ἀλλ’ οὐ στενοχωρούμενοι· διωκόμενοι, ἀλλ’ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι· καταβαλλόμενοι, ἀλλ’ οὐκ ἀπολλύμενοι. λέγων δὲ ταῦτα πρὸς τὸν θεὸν ὁ Δαυὶδ οὐκ ἠμνημόνει τῶν ἤδη πρότερον εἰς αὐτὸν γε νομένων εὐεργεσιῶν. διὸ εὐχαριστῶν ἐπὶ τοῖς παρῳχηκόσιν ἐπιλέγει· ἐσκέπασάς με ἀπὸ συστροφῆς πονηρευομένων, ἀπὸ πλήθους ἐργαζομένων ἀδικίαν. Ἤδη γὰρ πεῖραν εἰληφὼς τῶν φθασάντων εἰς ἐμὲ οὔποτε λήθην αὐτῶν ποιήσασθαι δύναμαι· φέρων δὲ αὐτὰ διὰ παντὸς ἐν μνήμῃ εὐχάριστος εἰς ἀεὶ τυγχάνω· ὅμως δὲ καὶ νῦν τῆς αὐτῆς ἀξιῶ παρὰ σοῦ βοηθείας τυχεῖν. Κατὰ δὲ τοὺς λοιποὺς ἑρμηνευτὰς μία καὶ ἡ αὐτὴ πεφύλακται τοῦ λόγου ἔγκλισις καὶ μία διάνοια τῶν εἰρημένων· διὸ λέλεκται κατὰ τὸν Σύμμαχον· Εἰσάκουσον, ὁ θεός, τῆς φωνῆς μου προσλαλοῦντος, ἀπὸ ἐκπλήξεως ἐχθροῦ περιφράξεις τὴν ζωήν μου· κρύψεις", + "candidate_score": 0.620284, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_23_25", + "bdc_text": "mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf . viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd . Gott verlych uns allen unsere mißethat .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_607", + "psc_text": "τὰς τῶν ἀθλητῶν τοῦ θεοῦ κεφαλάς. ἀλλὰ ταῦτα πάντα, φασὶν οἱ τοῦ θεοῦ μάρτυρες, σὺ ἡμῖν ἐπήγαγες, ὁ θεός. μὴ γάρ σου βουλομένου, οὐκ ἄν τι τοιοῦτον καθ’ ἡμῶν ἐτολμᾶτο, συγχωροῦντος δέ σου ταῦτ’ ἐγίνετο. διό φασι πρὸς αὐτόν· εἰσήγαγες ἡμᾶς εἰς τὴν παγίδα. Σὺ γὰρ ἦσθα ὁ κατακλείστους ἡμᾶς ποιῶν, συγχωρῶν δὲ ταῦτα γίνεσθαι. καὶ σὺ ἔθου θλίψεις ἐπὶ τὸν νῶτον ἡμῶν. Οὐ γὰρ ἂν ταῦτα καθ’ ἡμῶν ἐτολμᾶτο, εἰ τῇ σαυτοῦ χειρὶ σκεπάσας ἐφύλαττες. σὺ δὲ καὶ τοὺς ἀθέους ἀνθρώπους ἐπεβίβασας ἐπὶ τὰς κεφαλὰς ἡμῶν. ἤδη δὲ πρὸς τούτοις εἰς ἔσχατα κακῶν ἤλθομεν, οἱ μὲν τὸν διὰ πυρὸς ὑπομείναντες θάνατον, οἱ δὲ τὸν δι’ ὕδατος. σίδηρος μὲν γὰρ καὶ αἱ διὰ σιδήρου κολάσεις οἵ τε ἄλλοι θάνατοι, οὓς οἱ πλείους ἡμῶν ὑπομεμενήκασιν, τὸ μηθὲν ἐνομίσθησαν παραθέσει τῶν χειρόνων· διὸ ἐκεῖνα μὲν σεσιωπήκαμεν· ἐπεὶ δέ, ὡς ἐν δεινοῖς, οὐδὲν χεῖρον τοῦ διὰ πυρὸς θανάτου καὶ τοῦ δι’ ὕδατος νενόμισται,", + "candidate_score": 0.620236, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_23_25", + "bdc_text": "mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf . viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd . Gott verlych uns allen unsere mißethat .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_609", + "psc_text": "Οὐ γὰρ ἡμῶν ἦν τὸ ὑπομεῖναι καὶ διαφυγεῖν τὰ τοσαῦτα, ἀλλὰ σοῦ τοῦ μεγάλου σωτῆρος. ὡς γὰρ εἰσήγαγες εἰς τὴν παγίδα, οὕτω καὶ ἐξήγαγες εἰς ἀναψυχήν, ἐπειδὴ μὴ παράμονα εἴασας καθ’ ἡμῶν τὰ σκυθρωπὰ μηδὲ εἰς ἄπειρον παρέτεινας τὴν θλίψιν μηδὲ εἰς μακρὸν χρόνον συνεχώρησας ἐπιβῆναι ἀνθρώπους ἐπὶ τὰς κεφαλὰς ἡμῶν· ἀλλ’ οὐδὲ ἐν τῷ πυρὶ γενόμενοι ἐναπεμείναμεν, οὐδὲ ἐν τῷ ὕδατι ἐμβληθέντες κατεπόθημεν· καὶ τοῦτο δὲ διήλθομεν· διὸ λέλεκται· διήλθομεν διὰ πυρός· καὶ τὸν βυθὸν τῶν ὑδάτων διεξήλθομεν· διὸ καὶ δι’ ὕδατος εἴρηται. Καὶ δὴ ἐπὶ τούτοις ἅπασιν ἐγγυμνάσας ἡμᾶς καὶ τῆς ὑπομονῆς ἡμῶν καὶ τῆς καρτερίας τὴν δοκιμὴν λαβὼν ἐξήγαγες ἡμᾶς εἰς ἀναψυχήν, ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον εἰς εὐρυχωρίαν. Καὶ τοῦτο δὲ ἐπληροῦτο διαφόρως· ἑνὸς γὰρ ὄντος τοῦ τῶν θεοσεβῶν σώματος καὶ τῶν μὲν τάδε πεπονθότων, τῶν δὲ ὑπομεινάντων τιμωρίαν, τῶν δὲ τῇ τῶν ὑπαρχόντων ζημίᾳ μόνῃ δοκιμασθέντων, τῶν δὲ διὰ φυγῆς καὶ τῆς τῶν οἰκείων ἀναχωρήσεως ἐγγυμνασθέντων,", + "candidate_score": 0.620209, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_23_25", + "bdc_text": "mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf . viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd . Gott verlych uns allen unsere mißethat .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1857", + "psc_text": "διὰ βραχέων παρέστησεν, προνοητέον καὶ ἡμῖν καὶ μεριμνητέον μὴ τοῖς ὁμοίοις περιπεσεῖν. τὰ αὐτὰ γὰρ καὶ ἡμᾶς διαδέξεται, εἰ τῆς τοῦ θεοῦ φωνῆς εἰς ἔτι καὶ νῦν κατὰ τὴν σήμερον ἡμέραν ἀνακαλουμένης ἡμᾶς ἀκούοντες σκληρύνοιμεν τὰς ἑαυτῶν καρδίας. Διαλήψεται γὰρ καὶ ἡμᾶς ὀργὴ θεοῦ καὶ ἀποπεσούμεθα τῆς παρ’ αὐτῷ καὶ σὺν αὐτῷ ἀναπαύσεως. ὁποία δέ ἐστιν ἡ ὀργή, παρίστησιν ὁ ἀπόστολος λέγων· κατὰ δὲ τὴν σκληρότητά σου καὶ ἀμετανόητον καρδίαν θησαυρίζεις σεαυτῷ ὀργὴν ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς καὶ ἀποκαλύψεως δικαιοκρισίας τοῦ θεοῦ. Τίς δὲ καὶ ἡ κατάπαυσις αὐτοῦ ἀλλ’ ἡ μετὰ τὴν ἔξοδον τοῦ παρόντος βίου σὺν αὐτῷ διατριβή, καθ’ ἣν ἀναπαυσόμεθα ἐν τῇ αὐτοῦ βασιλείᾳ πάσης τῆς διὰ πράξεως ἀγωγῆς ἀπηλλαγμένοι, μόνῃ δὲ τῇ τῶν θείων καὶ ἐπουρανίων θέᾳ προσανέχοντες; ὅτε ἀποδράσεται μὲν ὀδύνη καὶ λύπη καὶ στεναγμός. ἀργία δὲ καὶ ἀπαλλαγὴ κακῶν σχολή τε καὶ ἀνάπαυλα καὶ τὸ ἀληθινὸν Σάββατον ἡμᾶς διαδέξεται· ἐν ᾧ Σαββάτῳ ἀληθινῷ καὶ αὐτὸς ὁ", + "candidate_score": 0.620044, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_40", + "bdc_text": "Der herr von h. erbarnet mich von gründ mines hertzens , dan seilig in sin son der pfaff derstich getrolet , dahin gebracht , und wo jenem gleg und weg oder fürbitt möchte funden werden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_818", + "psc_text": "πατὴρ τοῦ ἰδίου υἱοῦ οὐκ ἐφείσατο, ἀλλ’ ὑπὲρ ἡμῶν πάντων παρέδωκεν αὐτόν. δυνάμει τε αὐτὸς ἦν ὁ πατάξας διὰ τοῦ συγχωρῆσαι τοιαῦτα αὐτὸν παθεῖν. οἱ δὲ οὐκ ἐπάταξαν μόνον, ἀλλὰ καὶ ἤλασαν ἐξ ἑαυτῶν καὶ μακρὰν ἀπεδίωξαν αὐτόν· δέον καὶ παταχθέντα παραδέξασθαι· γνόντας, ὅτι Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε, γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα, καὶ ὅτι μὴ γνόντα ἁμαρτίαν, αὐτὸν ὁ θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησεν· ἵνα ἡμεῖς γενώμεθα δικαιοσύνη θεοῦ ἐν αὐτῷ. Μνημονεῦσαι δὲ χρὴ καὶ τῶν Ἡσαΐου φωνῶν, δι’ ὧν ἐλέγετο· ἄνθρωπος ἐν πληγῇ ὢν, καὶ εἰδὼς φέρειν μαλακίαν· καὶ κύριος παρέδωκε ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν· καὶ, ὅτι οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει, καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται· ὅτι τε ἐτραυματίσθη οὐ δι’ ἄλλο τι, ἢ διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, καὶ μεμαλάκισται διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν. οἱ δὲ τούτων μὲν οὐδὲν διενοήθησαν, ἤλασαν δὲ αὐτὸν καὶ ἀπεδίωξαν ἑαυτῶν, ἐξαιτησάμενοι μὲν τὸν φονέα, τὸν δὲ ἀρχηγὸν τῆς ζωῆς ἀρνησάμενοι. διό φησιν ἐνταῦθα· Ὅτι", + "candidate_score": 0.61807, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_41_43", + "bdc_text": "Aiunt ich imm des lebens woll . Man sagt man bring inn morn zfus an einer kette , unnd vor trwigkeut sye er nitt fast voll by im selbs . Aber ich vermören des beschafftig anß ein et nostri Bullingero , etc. D .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1502", + "psc_text": "βουλῇ, οὐχ ἁπλῶς εἰς τὸν θάνατον, οὐδὲ εἰς τὸν ᾅδην καὶ τὸν καλούμενον λάκκον κατελή λυθεν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ βαθύτατα καὶ τὰ κατώτατα καὶ τὰ ἔσχατα, ὡς ἂν εἴποι τις, τῶν ἐκεῖ χωρίων. παρίστησι δὲ τοῦτο καὶ αὐτὸς ἐν τοῖς εὐαγγελίοις φάσκων· δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ποιῆσαι ἐν τῇ καρδίᾳ τῆς γῆς τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας. Ἀντὶ δὲ τοῦ· ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου, ὁ Ἀκύλας· ἐν σκοτεινοῖς, φησίν, καὶ ἐν βυθοῖς, ὁ δὲ Σύμμαχος· ἐν σκοτεινοῖς ἐσκεπασμένον, ἡ δὲ ε΄ ἔκδοσις· ἐν σκοτεινοῖς ἐν καταδύτοις. τοῦτο δέ μοι παρα τετήρηται ἀναγκαίως, ὡς ἂν μή τις ὑπολάβῃ μὴ ἐν θανάτῳ αὐτὸν γεγονέναι διὰ τὸ λέγεσθαι παρὰ τοῖς ο΄· ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου. δέδεικται γάρ, ὅτι ἐν ἐσκοτισμένοις καὶ βυθοῖς καὶ καταδύτοις αὐτοῦ τοῦ θανάτου γέγονε· διόπερ οὔτε τὸ Ἑβραϊκὸν οὔτε οἱ λοιποὶ ἑρμηνευταὶ σκιὰν θανάτου ἡρμήνευσαν. τὸν γὰρ παρόντα βίον καὶ τὴν ἐνεστῶσαν ζωὴν", + "candidate_score": 0.616244, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_17_19", + "bdc_text": "dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben . Es möchte villicht ein und der ander brürten sich ettwas anderer gstalt ( doch zugetragen habenn . Derhalber ich aller sach das noch bedencken und fragen von wegen diser geschicht , die ich von anfang an selben will , diewyl mir darum zwüßen ist .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1164", + "psc_text": "γένεσιν ἱστορεῖ τὸ εὐαγγέλιον φάσκον· βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ υἱοῦ Δαυὶδ, υἱοῦ Ἀβραάμ . διόπερ συμπαραλαμβάνων τοὺς κατὰ σάρκα ὁμογενεῖς αὐτοῦ γενομένους μαθητὰς καὶ ἀποστόλους πληθυντικῶς διεξέρχεται τὰ μετὰ χεῖρας λέγων· ὅσα ἠκούσαμεν καὶ ἔγνωμεν αὐτά· ὃτε μὲν γὰρ τὸν λαὸν ἑαυτοῦ ἀνεκαλεῖτο καὶ οἰκεῖον νόμον αὐτοῖς προὐβάλλετο παρῄνει τε κλίνειν τὸ οὖς τοῖς αὐτοῦ ῥήμασιν , σὺν αὐθεντείᾳ βασιλικῇ ἐξ ἑνὸς προσώπου προεφέρετο τὴν παραγγελίαν, νῦν δέ, ὅτε τῶν παλαιῶν ἀναγνωσμάτων ἐπιτέμνεται τὴν διήγησιν, κοινοποιεῖ τὸν λόγον ὑπομιμνῄσκων τὰ πάλαι πεπραγμένα καὶ ὡς ἂν τοῖς πᾶσι γνώριμα ἐπαναλαμβάνων τὰ ἀπὸ τῆς ἱστορικῆς γραφῆς δηλούμενα. διό φησιν· ὅσα ἠκούσαμεν καὶ ἔγνωμεν αὐτά. οὐ πάντων δέ ἐστι τὸ ἀκούειν καὶ γινώσκειν, ἀλλ’ ἢ μόνων τῶν συνιέντων τοὺς λόγους. διὸ καὶ ὁ Φίλιππος τῷ εὐνούχῳ ἔλεγεν· ἆρα γινώσκεις ἃ ἀναγινώσκεις; ἀλλ’ οὐδὲ πᾶσιν οἱ πατέρες διηγήσαντο. οὐκ ἔχομεν γοῦν ἡμεῖς οἱ ἐξ ἐθνῶν τῷ θείῳ λόγῳ προσελθόντες διδασκάλους ἐπιγράψασθαι τῶν θείων μαθημάτων", + "candidate_score": 0.610883, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1_3", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen lies inen , möchte es glie statt gar nitt verlyedenn , Gedoch , sünd sy , ob sy glich fründen und nich fenden , ir unwillig , dar man die soch zuͦ haltet .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_281", + "psc_text": "τοιούτους ὄντας, οἷοι νῦν εἰσι, προεώρα, ἤδη τε ἐξ ἐκείνου ἀπόβλητοι ἦσαν παρ’ αὐτῷ. ἀπηλλοτριώθησαν γοῦν οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ μήτρας· καὶ εἰ καὶ τὰ μάλιστα σήμερον δικαιοσύνην λαλεῖν προσποιοῦνται τοῖς ἔργοις τὰ ἐναντία μετερχόμενοι, ἀλλ’ οὐ καὶ παρὰ θεῷ νῦν ἐφάνησαν τοιοῦτοι· πρὶν δὲ ἀπὸ γαστρὸς προελθεῖν αὐτούς, μᾶλλον δὲ καὶ πρὸ τοῦ συλληφθῆναι ἐν τῷ τῆς μητρὸς δοχείῳ, ἐν πεπλανημένοις ἐλογίσθησαν παρ’ αὐτῷ καὶ μέλλοντες ἔσεσθαι τοιοῦτοι οὐκ ἠγνοοῦντο. ἤδη δὲ ἐξ ἐκείνου ὡς ἂν μέλλοντες τὰ ψευδῆ λαλεῖν ἐπεγινώσκοντο, καὶ ὡς θυμὸς αὐτοῖς ἐστι κατὰ τὴν ὁμοίωσιν τοῦ ὄφεως. Θυμὸν δὲ τὴν ψυχὴν καὶ παῖδες Ἑλλήνων καλεῖν εἰώθασιν. ἐπεὶ τοίνυν καὶ ὁ παλαιὸς ὄφις ὁ τὴν Εὔαν ἀπατήσας προσεποιεῖτο μὲν γλυκείᾳ καὶ φιλικῇ κεχρῆσθαι ὁμιλίᾳ μνήμην τε θεοῦ ποιεῖσθαι καί τινα ἐπιδείκνυσθαι εὐλάβειαν λέγων τῇ γυναικί· τί ὅτι εἶπεν ὁ θεός· οὐ μὴ φάγητε ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ; καὶ πάλιν· ᾔδει γὰρ ὁ θεός, ὅτι", + "candidate_score": 0.609433, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_8_10", + "bdc_text": "Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn . wort mitt j.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_745", + "psc_text": "ὑπήνεγκα ὀνειδισμὸν, ἐκάλυψεν ἐντροπὴ τὸ πρόσωπόν μου· καὶ αὖθις· Σὺ γινώσκεις τὸν ὀνειδισμόν μου καὶ τὴν αἰσχύνην μου καὶ τὴν ἐντροπήν μου· περὶ δὲ τοῦ βυθοῦ τῆς θαλάσσης τό· Σῶσόν με, ὁ θεὸς, ὅτι εἰσήλθοσαν ὕδατα ἕως ψυχῆς μου. ἐνεπάγην εἰς ὕλην βυθοῦ, καὶ οὐκ ἔστιν ὑπόστασις. ἦλθον εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης, καὶ καταιγὶς κατεπόντισέ με. Ταῦτα γὰρ πλείστην ἔχοι ἂν ἀκολουθίαν πρὸς τὰ ἐν τῷ πρὸ τούτου ψαλμῷ λελεγμένα· ἐν τῷ, εἶπεν κύριος· ἐκ Βασὰν ἐπιστρέψω, ἐπιστρέψω ἐκ βυθῶν θαλάσσης. ἐπειδὴ ἐν ἐκείνῳ αὐτὸς ἦν ὁ κύριος ὁ ταῦτα λέγων· ἔπειτα καὶ νῦν τὸν αὐτὸν εἶναι ἡγεῖσθαι τὸν τὰ προκείμενα διεξιόντα. Αὐτὸς τοιγαροῦν, ὃν οὐδ’ ἕτερον εἶναι τοῦ θεοῦ λόγου διὰ τῶν ἔμπροσθεν παρεστήσαμεν, εὐχὴν ἀναπέμπει τῷ πατρὶ, ἰδιοποιούμενος τὰ καθ’ οὗ ἀνείληφεν ἀνθρώπου πάθη· διό φησι· Σῶσόν με, ὁ θεὸς, ὅτι εἰσήλθοσαν ὕδατα ἕως ψυχῆς μου. ἐνεπάγην εἰς ὕλην βυθοῦ, καὶ οὐκ ἔστιν ὑπόστασις. ἦλθον εἰς τὰ", + "candidate_score": 0.608294, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_8_10", + "bdc_text": "Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn . wort mitt j.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_792", + "psc_text": "βαθέων τῶν ὑδάτων. μή με καταποντισάτω καταιγὶς ὕδατος, μηδὲ κατα πιέτω με βυθός. Ταῦτα δὲ τὰ ὕδατα οἵ τε ἐν αὐτοῖς δράκοντες καὶ διὰ τῶν ἔμπροσθεν ἐδηλοῦντο, κατὰ τό· Σῶσόν με, ὁ θεός, ὅτι εἰσήλθοσαν ὕδατα ἕως ψυχῆς μου· ἐνεπάγην εἰς ὕλην βυθοῦ, καὶ οὐκ ἔστιν ὑπόστασις· ἦλθον εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης, καὶ καταιγὶς κατεπόντισέ με. Ἀλλὰ διὰ μὲν τῶν προτέρων τὴν κάθοδον αὐτοῦ τὴν εἰς ταῦτα παρίστη, διὰ δὲ τῶν μετὰ χεῖρας τὴν ἀπὸ τούτων ἐπάνοδον. Ῥυσθείην γάρ φησιν ἐκ τῶν βαθέων τῶν ὑδάτων καὶ μή με καταποντισάτω καταιγὶς ὕδατος, μηδὲ καταπιέτω με βυθός, μηδὲ συσχέτω ἐπ’ ἐμὲ φρέαρ τὸ στόμα αὐτοῦ. Τὰς μὲν γὰρ ��οιπὰς τῶν ἀνθρώπων ψυχὰς κατέπιεν ὁ θάνατος ἰσχύσας, καὶ τὸ φρέαρ συνέσχε καὶ ἀπέκλεισε τῷ ἑαυτοῦ στόματι. φρέαρ δὲ στόμα ἔχον αὐτὸς ἂν λεχθείη ὁ θάνατος, ὁ ἐξ αἰῶνος πάντας καταπεπωκὼς τοὺς εἰς αὐτὸν καταπεπτωκότας, καὶ μετὰ τὸ καταπιεῖν ἐνδακὼν, ὥσπερ καὶ ἀποκλείσας", + "candidate_score": 0.608205, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_8_10", + "bdc_text": "Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn . wort mitt j.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_744", + "psc_text": "ὕδατα ἕως ψυχῆς μου. ἐνεπάγην εἰς ὕλην βυθοῦ καὶ οὐκ ἔστιν ὑπόστασις· ἦλθον εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης καὶ καταιγὶς κατεπόντισέν με. Καί μοι δοκεῖ κατὰ λόγον ταῦτα τοῖς ἐν τῷ προλεχθέντι συνῆφθαι ψαλμῷ. ἐν ἐκείνῳ μὲν γὰρ ἐλέγετο· εἶπε κύριος· ἐκ Βασὰν ἐπιστρέψω, ἐπιστρέψω ἐκ βυθῶν θαλάσσης· ἐν τούτῳ δὲ, Ἦλθον εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης, καὶ καταιγὶς κατεπόντισέ με. Ἔδει γὰρ ἡμᾶς διδαχθῆναι πῶς εἰς τὴν Βασὰν κατῆλθεν ὁ κύριος, ὅπερ ἐστὶν αἰσχύνη, καὶ πῶς ἔλεγεν, ἐπιστρέψω ἐκ βυθῶν θαλάσσης. διὸ δὴ ταῦτα αὐτὰ διὰ τῶν προκειμένων παρίστησι· περὶ μὲν τῆς αἰσχύνης προϊὼν καὶ λέγων· Ὅτι ἕνεκα σοῦ ὑπήνεγκα ὀνειδισμὸν, ἐκάλυψεν ἐντροπὴ τὸ πρόσωπόν μου· καὶ αὖθις· Σὺ γινώσκεις τὸν ὀνειδισμόν μου καὶ τὴν αἰσχύνην μου καὶ τὴν ἐντροπήν μου· περὶ δὲ τοῦ βυθοῦ τῆς θαλάσσης τό· Σῶσόν με, ὁ θεὸς, ὅτι εἰσήλθοσαν ὕδατα ἕως ψυχῆς μου. ἐνεπάγην εἰς ὕλην βυθοῦ, καὶ οὐκ ἔστιν ὑπόστασις. ἦλθον εἰς τὰ", + "candidate_score": 0.606694, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_8_10", + "bdc_text": "Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn . wort mitt j.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_748", + "psc_text": "τοῦ θανάτου, καὶ τὸ, εἶπε κύριος· ἐκ Βασὰν ἐπιστρέψω, ἐπιστρέψω ἐκ βυθῶν θαλάσσης. ταῦτα γὰρ εἰς πλάτος ἐπὶ τοῦ παρόντος διεξέρχεται λέγων· Σῶσόν με, ὁ θεὸς, ὅτι εἰσήλθοσαν ὕδατα ἕως ψυχῆς μου. ἐνεπάγην εἰς ὕλην βυθοῦ, καὶ οὐκ ἔστιν ὑπόστασις. ἦλθον εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης καὶ καταιγὶς κατεπόντισέ με. Πειρασμοὺς δὲ καὶ διωγμοὺς καὶ ἐπαναστάσεις ἀσεβῶν ἀνδρῶν ὕδατα καλεῖν εἴωθεν ὁ λόγος· οὕτω γοῦν εἴρηται ἀλλαχοῦ· τὸ χείμαρρον διῆλθεν ἡ ψυχὴ ἡμῶν· ἄρα διῆλθεν ἡ ψυχὴ ἡμῶν τὸ ὕδωρ ἀνυπόστατον. καὶ αὐτὸς δὲ ὁ σωτὴρ ἐδίδασκε τοῦτο λέγων· κατέβη ἡ βροχὴ, ἦλθον οἱ ποταμοὶ, ἔπνευσαν οἱ ἄνεμοι, καὶ προσέρρηξαν τῇ οἰκίᾳ ἐκείνῃ, καὶ οὐκ ἔπεσε· τεθεμελίωτο γὰρ ἐπὶ τὴν πέτραν. καὶ διὰ τῶν προκειμένων τοίνυν τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὰς κατ’ αὐτοῦ ἐπιβουλὰς, ὕδατα ὀνομάζων εἰσεληλυθέναι ἕως τῆς ψυχῆς αὐτοῦ διδάσκει. Ἐπὶ μὲν οὖν τοῦ Ἰὼβ, καίπερ ὄντος ἀθλητοῦ γενναίου, γέγραπται εἰρηκὼς ὁ θεὸς τῷ πειράζοντι· ἰδοὺ πάντα ὅσα ὑπάρχει", + "candidate_score": 0.605144, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_8_10", + "bdc_text": "Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn . wort mitt j.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_234", + "psc_text": "τοὺς πόδας μου τῆς ψυχῆς μου ἐξἀπὸ ὀλισθήματος. τίς γὰρ οὐκ ἂν διετράπη ὥσπερ εἰς πηλὸν ἐμβὰς καὶ ὀλισθηροῖς περιπεσὼν χωρίοις μέσος τοσούτων ἀποληφθεὶς ἀθέων καὶ εἰδωλολατρῶν ἀνδρῶν; ἀλλ’ ἦν ἄρα καὶ ἐν τούτῳ τὸ σὸν ἔλεος καὶ ἡ σὴ χάρις ῥυομένη μου τοὺς πόδας ἐξ ὀλισθήματος · οὐ γὰρ ἐμαυτοῦ δυνάμει ἐπιγράφω ταῦτα, ἐπεὶ μηδ’ οὕτως ἤμην στερρὸς τὴν ψυχὴν ὡς ἀδιάτρεπος μένειν ἐν τῷ μεταξὺ τοσούτων εἱλῆσθαι εἱλίσθαι , εἰ μὴ σὺ ἦσθα βοηθός. διὸ ἐξομολογούμενος εὐχα­ριστῶ, ὅτι ἐρρύσω τοὺς πόδας μου ἐξ ὀλισθήματος. καὶ ταῦτά μοι τὸ σὸν ἔλεος ἐδωρεῖτο, ὑπὲρ τοῦ εὐαρεστῆσαι ἐνώπιόν σου ἐν φωτὶ ζώντων, ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον ὡς τὸ ὁδεύειν ἔμπροσθεν τοῦ θεοῦ διὰ φωτὸς τῆς ζωῆς . Διατρίβων γοῦν καὶ παρὰ τοῖς ἀλλοφύλοις τῆς ὀρθῆς καὶ βασιλικῆς ὁδοῦ οὐ παρέξεισιν· ἀλλὰ σοὶ εὐαρέστως ὥδευον ὑπὸ σοῦ ποδηγούμενος καὶ φωτιζόμενος φωτός τε μεταλαγχάνων οὐ τοῦ κοινοῦ καὶ πᾶσιν ἐγκειμένου, λογικοῖς τε καὶ", + "candidate_score": 0.604873, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_8_10", + "bdc_text": "Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn . wort mitt j.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_791", + "psc_text": "λεχθεῖσα ἰλὺς βυθοῦ ἐνταῦθα πηλὸς ὠνόμασται. σημαίνει δὲ διὰ τούτων τὴν τοῦ σώματος ἐν τῷ θανάτῳ λύσιν, περὶ ἧς ἐν ἑτέρῳ ἔφασκεν· οὐκ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχήν μου εἰς τὸν ᾅδην, οὐδὲ δώσεις τὸν ὅσιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν. Οἱ μὲν οὖν ὑπὸ τοῦ θανάτου κρατηθέντες, διαφθορὰν ὑπομείναντες καὶ ἐν φθορᾷ γενόμενοι, ἐναπομείναντές τε αὐτῇ, ἐνεπάγησαν εἰς τὸν πηλόν. ἐγὼ δὲ εἰ καὶ κατῆλθον κενώσας ἐμαυτὸν μέχρι τούτου· ἀλλ’ ἱκετεύω λέγων· Σῶσόν με ἀπὸ πηλοῦ, ἵνα μὴ ἐμπαγῶ. Τὰ δὲ ἑξῆς ἐπιλεγόμενα τὰς ἐν αὐτῷ τῷ θανάτῳ δυνάμεις παρίστησιν· ἀφ’ ὧν ῥυσθῆναι εὔχεται λέγων· ῥυσθείην ἐκ τῶν μισούντων με καὶ ἐκ τῶν βαθέων τῶν ὑδάτων. μή με καταποντισάτω καταιγὶς ὕδατος, μηδὲ κατα πιέτω με βυθός. Ταῦτα δὲ τὰ ὕδατα οἵ τε ἐν αὐτοῖς δράκοντες καὶ διὰ τῶν ἔμπροσθεν ἐδηλοῦντο, κατὰ τό· Σῶσόν με, ὁ θεός, ὅτι εἰσήλθοσαν ὕδατα ἕως ψυχῆς μου· ἐνεπάγην εἰς ὕλην βυθοῦ, καὶ οὐκ ἔστιν ὑπόστασις· ἦλθον εἰς τὰ", + "candidate_score": 0.602217, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_8_10", + "bdc_text": "Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn . wort mitt j.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_242", + "psc_text": "ἐνώπιον αὐτοῦ τὴν δέησίν μου, τὴν θλίψιν μου ἐνώπιον αὐτοῦ ἀπαγγελῶ. ἐν τῷ ἐκλείπειν ἐξ ἐμοῦ τὸ πνεῦμά μου, καὶ σὺ ἔγνως τὰς τρίβους μου· ἐν ὁδῷ ταύτῃ, ᾗ ἐπορευόμην, ἔκρυψαν παγίδα μοι. Διὰ τούτων γὰρ τὴν συνοχήν, ἐν ᾗ ἐξητάζετο, παρίστησι· καὶ ἔτι μᾶλλον δι’ ὧν ἐπάγει λ��γων ἑξῆς· ἀπώλετο φυγὴ ἀπ’ ἐμοῦ. Πρὸ τῶν θυρῶν γὰρ τοῦ σπηλαίου καθεζομένου τοῦ Σαοὺλ ἔνδον κρυπτόμενος ἀπεγνώκει τὴν ἑαυτοῦ φυγήν. πλὴν τὴν φυγὴν ἀπογνοὺς ἐπὶ τὸν σωτήριον λιμένα καταφεύγει. διὸ ἐπιλέγει· ἐκέκραξα πρὸς σέ, κύριε, εἶπα· σὺ εἶ ἐλπίς μου· καὶ προστίθησι λέγων· ἐξάγαγε ἐκ φυλακῆς τὴν ψυχήν μου. Ὁρᾷς ὅπως τὸν εἴσω τοῦ σπηλαίου ἀποκλεισμὸν σημαίνει; εἰκότως οὖν καὶ προσευχὴν ἐπιγράφει τοὺς λόγους, δηλῶν διὰ τῆς προγραφῆς τὸν καιρόν. λέγει γοῦν· συνέσεως τῷ Δαυίδ, ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν ἐν τῷ σπηλαίῳ· προσευχή. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν προσηύξατο ἐν μεγάλῳ περιστὰς ἀγῶνι κατὰ τὸν δηλωθέντα χρόνον· ἡ δὲ μετὰ χεῖρας στηλογραφία λέλεκτο", + "candidate_score": 0.601626, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_32", + "bdc_text": "Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_836", + "psc_text": "Καὶ τοὺς δεσμώτας τοὺς ἑαυτοῦ οὐκ ἐξευτελίσει. Νοήσεις δὲ ὅπως οἱ πτωχοὶ οὗτοι δεσμῶται καὶ πεπεδημένοι γεγόνασιν ἀκούων Παύλου λέγοντος· Παῦλος δέσμιος Ἰησοῦ Χριστοῦ · ὁ παραπλησίως καὶ οἱ λοιποὶ μαθηταὶ δέσμιοι ἦσαν Χριστοῦ. Ἀλλὰ καὶ οἱ ὄντες ἐν τῷ σκήνει ὥσπερ ἐν δεσμοῖς ὄντες στένουσι λυθῆναι τῶν δεσμῶν ἱκετεύοντες· διό φασι· ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος, τίς με ῥύσεται ἐκ σώματος τοῦ θανάτου τούτου; οἱ μὲν οὖν τὸ φθαρτὸν σῶμα βαρούμενοι, καὶ τὴν φθορὰν ἀποστρεφόμενοι, στένοντές τε ἐπὶ τῷ φθαρτῷ βίῳ, δεσμῶται τοῦ θεοῦ τυγχάνουσι, καὶ πεπεδημένοι αὐτοῦ, ὧν τὰς εὐχὰς οὐκ ἐξουδενώσει, οὐδὲ ἀποστραφήσεται. οἱ δὲ τοὺς ἑαυτῶν δεσμοὺς πιαίνοντες, καὶ διὰ πολλῆς τρυφῆς περιέποντες, δεσμῶται φθορᾶς καὶ θανάτου λεχθεῖεν ἂν εἰκότως. Αἰνεσάτωσαν αὐτὸν οὐρανοὶ καὶ γῆ, θάλασσα καὶ πάντα τὰ ἕρποντα ἐν αὐτῇ. Ἐπειδὴ τοῖς πτωχοῖς ἐπηγγείλατο βασιλείαν οὐρανῶν εἰπὼν, μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν· σφόδρα ἀκολούθως μετὰ τὸν περὶ τῶν πενήτων", + "candidate_score": 0.601243, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_8_10", + "bdc_text": "Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn . wort mitt j.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_855", + "psc_text": "σου καὶ σῶσού με· γενοῦ μοι εἰς θεὸν ὑπερασπιστὴν καὶ εἰς τόπον ὀχυρὸν του; σῶσαί με. Τὰ ἰσοδυναμοῦντα τούτοις καὶ ὁ λ περιέχει ψαλμὸς, τοῦτον καὶ αὐτὸς ἀρχόμενος τὸν τρόπον· ἐπὶ σοί, κύριε, ἤλπισα, μὴ καταισχυνθείην εἰς τὸν αἰῶνα, ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ῥῦσαί με. κλῖνον πρὸς μὲ τὸ οὖς σου. τάχυνον τοῦ ἐξελέσθαι με· γενοῦ μοι εἰς θεὸν ὑπερασπιστήν. καὶ εἰς οἶκον καταφυγῆς τοῦ σῶσαί με. Ἀλλ’ ἐκεῖνος μὲν, «εἰς τὸ τέλος,» καὶ «ψαλμὸς τῷ Δαυῒδ,» ἐπεγέγραπτο· ὁ δὲ παρὼν ἀνεπίγραπτος τυγχάνει. κἀκεῖνος μὲν ἐξομολόγησιν σὺν ἱκετηρίᾳ περιεῖχεν, ὁ δὲ προφητεία ἔοικεν ἐκ προσώπου τοῦ σωτῆρος προενηνεγμένη. διὸ οὐδὲ ἐπιγέγραπται συνήθως, «τοῦ Δαυΐδ.» εἴποι δ’ ἄν τις προσήκειν συμπεριλαμβάνειν αὐτὸν τοῖς πρὸ αὐτοῦ τεταγμένοις, διὰ τὸ πολλὴν πρὸς αὐτὰ σώζειν ἀκολουθίαν· ἐν γοῦν τῷ πρὸ τούτου ἐλέγετο· ὁ θεός, εἰς τὴν βοήθειάν μου πρόσχες. αἰσχυνθήτωσαν καὶ ἐντραπήτωσαν οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου. ἀποστραφείησαν εἰς τὰ ὀπίσω καὶ καταισχυνθείησαν οἱ", + "candidate_score": 0.599912, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_32", + "bdc_text": "Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1504", + "psc_text": "Ἐπειδὴ Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε, κατὰ τὸν ἀπόστολον, γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα· δι’ ὃ γέγραπται· ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου, καὶ ἐπειδὴ τὸν μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὁ θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησε, κατὰ τὸν αὐτόν, εἰκότως τὴν ἡμῖν τοῖς πρότερον ἀσεβέσι καὶ ἁμαρτωλοῖς ἐπικειμένην ὀργὴν τοῦ θεοῦ καὶ τὸν θυμὸν αὐτοῦ τὸν καθ’ ἡμῶν εἰς ἑαυτὸν ἐπισπασάμενος δι’ ὑπερβάλλουσάν τε φιλανθρωπίαν ἀναδεξάμενος τὴν ὑπὲρ ἡμῶν τιμωρίαν τε καὶ κόλασιν, τὰς προκειμένας προφέρεται φωνάς, ἅτε δὴ γενόμενος ἀμνὸς τοῦ θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου. διό φησιν ὁ προφήτης περὶ αὐτοῦ· οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται· τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν, καὶ κύριος παρέδωκεν αὐτὸν ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. τοῦτο τοίνυν καὶ αὐτὸς παρίστησι διὰ τοῦ ψαλμοῦ φάσκων· ἐπ’ ἐμὲ ἐπεστηρίχθη ὁ θυμός σου, καὶ πάντας τοὺς μετεωρισμούς σου ἐπήγαγες ἐπ’ ἐμέ, ἀνθ’ οὗ φησιν ὁ Σύμμαχος· ἐμοὶ ἐπέβρισεν ὁ θυμός σου, καὶ ταῖς καταιγίσιν σου", + "candidate_score": 0.596559, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_757", + "psc_text": "ἔκειτο ὄξους μεστή· σπόγγον οὖν μεστὸν ποιήσαντες ὄξους μετὰ χολῆς, ὑσσώπῳ περιθέντες, προσήνεγκαν αὐτοῦ τῷ στόματι. ὅτε οὖν ἔλαβεν ὁ Ἰησοῦς τὸ ὄξος μετὰ χολῆς, εἶπε· τετέλεσται καὶ αὕτη ἡ γραφὴ καὶ τὰ λοιπὰ δὲ εἰς πρόσωπον τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἀναφερόμενα, σώζοι ἀναβίαστον τὴν ἑρμηνείαν. Ἐκοπίασα κράζων, ἐβραγχίασεν ὁ λάρυγξ μου, ἐξέλιπον οἱ ὀφθαλμοί μου ἀπὸ τοῦ ἐλπίζειν με ἐπὶ τὸν θεόν μου. ἐπληθύνθησαν ὑπὲρ τὰσ τρίχας τῆς κεφαλῆς μου οἱ μισοῦντές με δωρέαν· ἐκραταιώθησαν οἱ ἐκδιώκοντές με οἱ ἐχθροί μου ἀδίκως· ἃ οὐχ ἠρπάζον τότε ἀπετιννυον· Καὶ ταῦτα ἐν τῷ κατὰ Ἰωάννην ἐπληροῦτο εὐαγγελίῳ· ἐν ᾧ εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραζε λέγων· ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρὸς μὲ καὶ πινέτω· αὖθις δὲ εἴρηται· Ἰησοῦς δὲ ἔκραζε καὶ ἔλεγεν· ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ πιστεύει εἰς ��μὲ, ἀλλ’ εἰς τὸν πέμψαντά με. καὶ ὁ θεωρῶν ἐμὲ θεωρεῖ τὸν πέμψαντά με. ἐγὼ φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθα, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων", + "candidate_score": 0.595901, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_208", + "psc_text": "μὲν δίκαιος διασῴζεται πρὸς τὸ μὴ κατενεχθῆναι εἰς τὸν δηλούμενον λάκκον , οἱ δὲ ἀσεβεῖς κάτω φέρονται εἰς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ θεοῦ καταρασσόμενοι ὡς εἰς κατάλληλον αὐτοῖς χωρίον. λάκκον δὲ ταλαιπωρίας καὶ πηλὸν ὕλεως καὶ φρέαρ διαφθορᾶς τὸν τοῦ θανάτου τόπον καλεῖν εἴωθεν ὁ λόγος, εἰς ὃν καταβάλλονται δίκην τῶν ἄνωθεν καταφερομένων ἐν τοῖς λάκκοις ὑδάτων αἱ τῶν ἀσεβῶν ψυχαί. Καὶ ἐπειδήπερ διὰ τῶν ἔμπροσθεν τοὺς φονευτὰς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἐδήλου, ἀκολούθως καὶ νῦν περὶ τῶν αὐτῶν φησιν· ἄνδρες αἱμάτων καὶ δολιότητος οὐ μὴ ἡμισεύσωσιν τὰς ἡμέρας αὐτῶν, ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον· μιαιφόνοι καὶ δόλιοι οὐχ ἡμισεύσωσι τὰς ἡμέρας αὐτῶν«, ἢ κατὰ τὸν Ἀκύλαν· ἄνδρες αἱμάτων καὶ ἐπιθέσεως οὐχ ἡμισεύσωσιν ἡμέρας αὐτῶν. Νοήσεις δέ, ὅπως ἐπληροῦτο καὶ ταῦτα, ἐπιστήσας, ὡς παραχρῆμα ἐπιστήσας ὅπως καὶ ταῦτα ἐπληρώθη· παραχρῆμα γὰρ καὶ οὐ μετ’ οὐ πολὺν χρόνον τῆς κατὰ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἐπιβουλῆς ἄρδην τὸ πᾶν γένος τῶν προλεχθέντων ὀλέθρῳ παρεδόθη, μετελθούσης αὐτοὺς", + "candidate_score": 0.594589, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_810", + "psc_text": "ἐπειδήπερ ἐσκοτίσθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν τοῦ μὴ βλέπειν, διὰ τὸ παρῃτῆσθαι τὸ φῶς τὸ φωτίζον πάντα ἄνθρωπον, καὶ ἐπεὶ ὀφθαλμοὺς ἔχοντες οὐκ ἔβλεπον, καὶ ὦτα ἔχοντες οὐκ ἤκουον. ἐπαχύνθη γὰρ ἡ καρδία αὐτῶν, κατὰ τὸν Ἡσαΐαν, καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐκάμμυσαν, καὶ τὰ ὦτα ἐβάρυναν. διὸ προαγορεύει φάσκων ὁ λόγος· Σκοτισθήτωσαν οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν τοῦ μὴ βλέπειν. Καὶ ἄλλο δὲ ἐναργῶς συμβὰν αὐτοῖς θεσπίζει λέγων· Καὶ τὸν νῶτον αὐτῶν διαπαντὸς σύγκαμ ψον, ἀντὶ τοῦ·συγκάμψεις, καί· ἔκχεον ἐπ’ αὐτοὺς τὴν ὀργήν σου, ἀντὶ τοῦ· ἐκχεεῖς, καί· ὁ θυμὸς τῆς ὀργῆς σου καταλάβοι αὐτούς, ἀντὶ τοῦ· καταλήψεται. Ὅπως δὲ καὶ ταῦτα μετὰ τὴν κατὰ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν τόλμαν τῷ Ἰουδαίων συμβέβηκεν ἔθνει, οὐ δυσχερὲς καταμαθεῖν. πάλαι μὲν γὰρ διὰ τὰς εἰδωλολατρείας αὐτῶν ἐχθροῖς καὶ πολεμίοις πρὸς ὀλίγον καιρὸν ἐδουλοῦντο· εἶτ’ αὖθις τὴν οἰκείαν ἐλευθερίαν ἐλάμβανον· αὐτόνομοί τε καὶ αὐτοβασίλευτοι διετέλουν, τὸ ἱερὸν καὶ τὴν ἐν αὐτῷ κατὰ τὸν Μωσέως νόμον λατρείαν διακατέχοντες· μετὰ", + "candidate_score": 0.587172, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_24", + "bdc_text": "viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_544", + "psc_text": "τάδε τῇ σαυτοῦ δυνάμει μεγαλουργήσας. πρῶτον μὲν ἡτοίμασας ὄρη ἐν τῇ ἰσχύϊ σου περιζωσάμενος δυναστείαν· εἶτα συνετάραξας τὸ κύτος τῆς θαλάσσης καὶ τῶν κυμάτων αὐτῆς τὸ ἦχος ἐπράϋνας· εἶτα διὰ τούτων ἐτάραξας ἔθνη· τούτων δὲ γενομένων τὰ μεγάλα ὠφελήθησαν οἱ κατοικοῦντες τὰ πέρατα· ἔγνωσαν γάρ σε καὶ ἐφοβήθησαν ἀπὸ τῶν σημείων σου, ὡς μηκέτι λοιπὸν ἄλλην τινὰ ἐλπίδα πρὸ ὀφθαλμῶν τίθεσθαι ἢ σέ. διὸ ἀνω τέρω ἐλέγετο· ἡ ἐλπὶς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς. Οὗτοι γὰρ οἱ τὰ πέρατα τῆς γῆς οἰκοῦντες ἐν τοῖς προκειμένοις φοβηθήσεσθαι τὸν θεὸν ἀπὸ τῶν σημείων αὐτοῦ θεσπίζονται ὑπὸ τοῦ φήσαντος λογίου· καὶ φοβηθήσονται οἱ κατοικοῦντες τὰ πέρατα ἀπὸ τῶν σημείων σου. Ποῖα δὲ ἦν τὰ σημεῖα, ἅπερ θεασάμενοι οἱ κατοικοῦντες τὰ πέρατα ἐφοβήθησαν τὸν θεὸν καὶ εἰς αὐτὸν ἤλπισαν, προεδίδαξεν εἰπών· Ἑτοιμάζων ὄρη ἐν τῇ ἰσχύϊ αὐτοῦ περιεζωσμένος ἐν δυναστείᾳ, ὁ συνταράσσων τὸ κύτος τῆς θαλάσσης, ἤχους κυμάτων αὐτῆς. τίς ὑποστήσεται; ταραχθήσονται ἔθνη. Tαῦτα", + "candidate_score": 0.566121, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_24", + "bdc_text": "viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1139", + "psc_text": "γὰρ τὰ βέλη σου διαπορεύονται· φωνὴ τῆς βροντῆς σου ἐν τῷ τροχῷ, ἔφαναν αἱ ἀστραπαί σου τῇ οἰκουμένῃ. Σφόδρ’ ἀκολούθως προειπών· ἐγνώρισας ἐν τοῖς λαοῖς τὴν δύναμίν σου , ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον· γνωστὴν ἐποίησας ἐν τοῖς ἔθνεσι τὴν ἰσχύν σου , παρίστησι τὸ μυστήριον τῆς καινῆς διαθήκης προφητικῶς τὰ μέλλοντα θεσπίζων. διό φησιν· εἴδοσάν σε ὕδατα, ὁ θεός, εἴδοσάν σε ὕδατα, καὶ ἐφοβήθησαν· ὥσπερ γὰρ πάλαι ποτὲ ἐπὶ τῆς ἐξ Αἰγύπτου πορείας τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἡ θάλασσα εἶδεν καὶ ἔφυγεν, ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω, τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ κατὰ τὴν παρουσίαν τοῦ Ἐμμανουήλ, δηλαδὴ τοῦ μεθ’ ἡμῶν θεοῦ ,ὁπηνίκα παρῄει ἐπὶ τὸν Ἰορδάνην ποταμόν, ἰδόντα αὐτὸν τὰ ὕδατα ἐξεπλάγη. Οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὰ πλήθη τῶν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις τοῦ θεοῦ συγκροτουμένων λαῶν ὕδασι παρωμοιωμένα (κατὰ τὸν φάσκοντα προφητικὸν λόγον φωνὴ ἐθνῶν πολλῶν ὁμοία ὑδάτων πολλῶν ) ἰδόντα ψυχῆς ὀφθαλμοῖς τὸν εἰς ἀνθρώπους ἐπιδεδημηκότα θεὸν φόβον ἀνέλαβον", + "candidate_score": 0.564339, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_24", + "bdc_text": "viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1567", + "psc_text": "τόν τε τούτων ἄρχοντα καὶ τύραννον καὶ ἀλαζόνα τινὰ ὄντα καὶ ὑπερήφανον ἄρχοντα τοῦ αἰῶνος τούτου σὺ τῇ σαυτοῦ δυνάμει ἐταπείνωσας· καὶ τραυματίαν εἰργάσω πατάξας αὐτὸν τῇ ῥομφαίᾳ τῇ μεγάλῃ καὶ τῇ φοβερᾷ ἀκολούθως φασκούσῃ προφητείᾳ· ἐπάξει κύριος τὴν ῥομφαίαν τὴν μεγάλην καὶ τὴν ἰσχυρὰν ἐπὶ τὸν δράκοντα, ὄφιν τὸν σκολιόν, φεύγοντα· καὶ ἀνελεῖ τὸν δράκοντα τὸν ἐν τῇ θαλάσσῃ. καὶ ἐπειδήπερ ἄλλος προφήτης τὸν τραυματίαν τοῦτον δράκοντα ἐπὶ τῆς θαλάσσης ποιεῖσθαι τὰς διατριβὰς ἐδίδαξε φήσας· αὕτη ἡ θάλασσα ἡ μεγάλη καὶ εὐρύχωρος, ἐκεῖ ἑρπετά, ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός. δράκων οὗτος, ὃν ἔπλασας ἐμπαίζειν αὐτῷ, ἐπίστησον, μήποτε ταύτην αὐτὴν ᾐνίξατο τὴν θάλασσαν καὶ ὁ παρὼν λόγος φήσας· σὺ δεσπόζεις τοῦ κράτους τῆς θαλάσσης, τὸν δὲ σάλον τῶν κυμάτων αὐτῆς σὺ καταπραΰνεις. Τούτοις γοῦν συνῆψε τό· σὺ ἐταπείνωσας ὡς τραυματίαν ὑπερήφανον, ἐν τῷ βραχίονι τῆς δυνάμεώς σου διεσκόρπισας τοὺς ἐχθρούς σου. Τὸ γὰρ χωρίον τῶν ἀντικειμένων δυνάμεων τῶν τε δαιμόνων καὶ", + "candidate_score": 0.563962, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_24", + "bdc_text": "viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1144", + "psc_text": "βέλος ἐκλεκτὸν καὶ ἐν τῇ φαρέτρᾳ αὐτοῦ ἔκρυψέν με . Ἀλλὰ τοῦ μὲν πατρὸς βέλος ἦν ὁ μονογενὴς αὐτοῦ λόγος, τοῦ δὲ υἱοῦ βέλη ἐτύγχανον οἱ ἀπόστολοι καὶ τὰ θεῖα καὶ πεπυρωμένα αὐτοῦ λόγια· διὸ λέλεκται ἐν τῷ περὶ τοῦ ἀγαπητοῦ ψαλμῷ· τὰ βέλη σου ἠκονημένα, λαοὶ ὑποκάτω σου πεσοῦνται. Οὕτω δ’ οὖν καὶ ἐνταῦθα εἴρηται· καὶ γὰρ τὰ βέλη σου διαπορεύονται· περιτρέχοντα γὰρ ἁπανταχοῦ τὰ τοῦ Χριστοῦ βέλη διεπορεύετο κηρύττοντα. διὸ φωνὴν ἔδωκαν αἱ νεφέλαι. Ἀλλὰ καὶ φωνὴ τῆς βροντῆς σου, φησίν, ἐν τῷ τροχῷ· βροντὴν δὲ ἐνταῦθα τὸ κήρυγμα τὸ εὐαγγελικὸν αἰνίττεται· ὡς γὰρ φωνὴ βροντῆς οὐράνιος τυγχάνει βοὴ καὶ πᾶσαν ἀνθρωπίνην ὑπερβάλλουσα δύναμιν, τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ τὸ εὐαγγελικὸν κήρυγμα, οὐράνιον τυγχάνον, οὐκ ἀνθρωπίνην περιεῖχεν ἰσχύν· οὐδὲ γὰρ ἐκ θνητῆς βουλῆς ὡρμᾶτο, σὺν θεϊκῇ δὲ δυνάμει τὸν σύμπαντα ἐπλήρου κόσμον. διὸ καὶ τοὺς ἀποστόλους αὐτοῦ ὁ σωτὴρ βοανῆργες ὠνόμαζεν, ὅπερ ἑρμηνεύεται υἱοὶ βροντῆς . oὐκοῦν καὶ ἐνταῦθα", + "candidate_score": 0.561528, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_24", + "bdc_text": "viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_551", + "psc_text": "ἑξῆς καὶ ἀκολούθως εἴρηται· καὶ φοβηθήσονται οἱ κατοικοῦντες τὰ πέρατα ἀπὸ τῶν σημείων σου. Ἱκανὰ γὰρ ἦν τὰ προλεχθέντα σημεῖα - ὄρη ταπεινούμενα καὶ θαλάσσης ἦχος καταστελλόμενος θόρυβός τε κυμάτων μηκέτι ταράττων κατὰ τὸ παλαιόν, ἀλλὰ καὶ ὄχλος φυλῶν καὶ αὐτὸς σβεννύμενος - φόβον ἐμποιῆσαι τοῖς κατοικοῦσι τὰ πέρατα, ὡς μηκέτι τὰ προλεχθέντα πάντα φοβεῖσθαι, ἀλλ’ ἕνα μόνον τὸν πάντων ἐκείνων νικητήν· ὅντινα λοιπὸν γνόντες καὶ φοβούμενοι τοῦ φάσκοντος μακαρισμοῦ τυγχάνουσι· μακάριοι πάντες οἱ φοβούμενοι τὸν κύριον. τίνες δ’ ἂν εἶεν οὗτοι, τὸ παρὸν λόγιον διδάσκει φάσκον· καὶ φοβηθήσονται οἱ κατοικοῦντες τὰ πέρατα ἀπὸ τῶν σημείων σου. Κατοικεῖν δὲ λέγονται τὰ πέρατα οὐ πάντως οἱ τὰς ἐσχατιὰς τῆς γῆς οἰκοῦντες, ἀλλ’ οἱ δυνάμενοι ὁμοίως Παύλῳ λέγειν· ἐν σαρκὶ γὰρ ζῶντες οὐ κατὰ σάρκα στρατευόμεθα, καί· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός. οὗτοι γάρ, οὔτε ἐμβαθύναντες τοῖς ἀνθρωπίνοις πράγμασιν οὔτε πάντη ἐκτὸς ὄντες αὐτῶν, ὥσπερ ἐν μεθορίῳ καθεστήκασιν", + "candidate_score": 0.560559, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 4, + "cf_id": "cf034", + "work_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1", + "max_score": 0.69721, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_0_2", + "bdc_text": "pietas und mag ichriben , so er will. Dempellischen prüwen gott will ichs frünseßenn , unnd in sinem bruͦß unverschrockenlich fürfarenn , durch sin gnad , so uns durch Jesum Christum ververbenn . Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen", + "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_553", + "psc_text": "σε.« τίς οὖν ὁ καρπὸς τῆς εὐχῆς ταύτης; »τότε ἐπιβοήσῃ, καὶ ὁ θεὸς ὑπακούσεταί σου· ἔτι λαλοῦντός σου ἐρεῖ· ἰδοὺ πάρειμι.« περὶ δὲ νηστείας »ἵνα τί μοι«, φησίν, »νηστεύετε; λέγει κύριος. οὐ ταύτην τὴν νηστείαν ἐγὼ ἐξελεξάμην, καὶ ἡμέραν ἄνθρωπον ταπεινοῦν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ· οὐδ᾿ ἂν κάμψῃς ὡς κρίκον τὸν τράχηλόν σου καὶ σάκκον καὶ σποδὸν ὑποστρώσῃ, οὐδ᾿ οὕτως καλέσετε νηστείαν δεκτήν.« τί οὖν αἰνίττεται ἡ νηστεία; »ἰδοὺ αὕτη«, φησίν, »ἡ νηστεία, ἣν ἐγὼ ἐξελεξάμην, λέγει κύριος. λῦε πάντα σύνδεσμον ἀδικίας, διάλυε στραγγαλιὰς βιαίων συναλλαγμάτων, ἀπόλυε τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει, καὶ πᾶσαν ἄδικον συγγραφὴν διάσπα. διάθρυπτε πεινῶντι τὸν ἄρτον σου, καὶ πτωχοὺς ἀστέγους εἴσαγε εἰς τὸν οἶκόν σου· ἐὰν ἴδῃς γυμνόν, περίβαλε.« ναὶ μὴν καὶ περὶ θυσιῶν· »τί μοι πλῆθος τῶν θυσιῶν ὑμῶν; λέγει κύριος. πλήρης εἰμὶ ὁλοκαυτωμάτων κριῶν, καὶ στέαρ ἀρνῶν καὶ αἷμα ταύρων καὶ ἐρίφων οὐ βούλομαι, οὐδ᾿ ἄν ἔρχησθε ὀφθῆναί μοι. τίς γὰρ ἐξεζήτησεν ταῦτα ἐκ τῶν χειρῶν", + "candidate_score": 0.69721, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_0_2", + "bdc_text": "pietas und mag ichriben , so er will. Dempellischen prüwen gott will ichs frünseßenn , unnd in sinem bruͦß unverschrockenlich fürfarenn , durch sin gnad , so uns durch Jesum Christum ververbenn . Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen", + "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_221", + "psc_text": "σφαλεραί, αἱ μεσότητες δὲ ἀγαθαί. μέσον δέ ἐστι πᾶν τὸ ἀνενδεὲς τῶν ἀναγκαίων· αἱ γὰρ κατὰ φύσιν ὀρέξεις αὐταρκείᾳ περιορίζονται. Ἰουδαίοις δὲ διὰ τοῦ νόμου οἰκονομικώτατα καταγγέλλεται ἡ εὐτέλεια· μυρίων γὰρ ὅσων ἀφείλατο τὴν χρῆσιν ὁ παιδαγωγὸς αὐτοὺς διὰ Μωσέως, αἰτίας προσάπτων, κεκρυμμένας μὲν τὰς πνευματικάς, ἐμφανεῖς δὲ τὰς σαρκικάς, αἷς καὶ πεπιστεύκασι, τοῖς μὲν ὅτι οὐκ ἔστι δίχηλα, τοῖς δὲ ὅτι τὴν τροφὴν οὐ μηρυκᾶται, τὰ δ᾿ ὅτι ἄρα οὐκ ἔχει μόνα τῶν ἐνύδρων λεπίδας, ὡς ὀλίγα παντελῶς ἀπολείπεσθαι πρὸς τὴν τροφὴν αὐτοῖς ἐπιτήδεια. ὧν δὲ ἐφῆκεν ἅπτεσθαι, πάλιν κεκώλυκεν τούτων τὰ θνηξιμαῖα τά τε εἰδωλόθυτα τά τε ἀποπεπνιγμένα· οὐδὲ γὰρ τούτων ψαύειν θέμις. ἐπεὶ γὰρ ἀμήχανον χρώμενον τοῖς ἡδέσιν ἀποστῆναι τῆς ἀποδοχῆς αὐτῶν, τὴν ἐναντίαν ἀντέθηκεν ἀγωγήν, μέχρις ἂν ἐκλύσῃ τὴν ἐκ τοῦ ἔθους ἐπὶ τὴν ἡδυπάθειαν καταδρομήν. ἀνθρώποις δὲ τὰ μὲν πολλὰ βλάβην καὶ λύπην ἐνεγέννησεν ἡδονή, δυσπάθειαν δὲ καὶ λήθην καὶ ἀφροσύνην ἡ πολυτροφία ἐντίκτει τῇ", + "candidate_score": 0.69679, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_0_2", + "bdc_text": "pietas und mag ichriben , so er will. Dempellischen prüwen gott will ichs frünseßenn , unnd in sinem bruͦß unverschrockenlich fürfarenn , durch sin gnad , so uns durch Jesum Christum ververbenn . Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen", + "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_77", + "psc_text": "κύριος ὠδῖνι σαρκικῇ, ἣν αὐτὸς ἐσπαργάνωσεν ὁ κύριος αἵματι τιμίῳ. ὢ τῶν ἁγίων λοχευμάτων, ὢ τῶν ἁγίων σπαργάνων· ὁ λόγος τὰ πάντα τῷ νηπίῳ, καὶ πατὴρ καὶ μήτηρ καὶ παιδαγωγὸς καὶ τροφεύς. »φάγεσθέ μου«, φησί, »τὴν σάρκα καὶ πίεσθέ μου τὸ αἷμα.« ταύτας ἡμῖν οἰκείας τροφὰς ὁ κύριος χορηγεῖ καὶ σάρκα ὀρέγει καὶ αἷμα ἐκχεῖ· καὶ οὐδὲν εἰς αὔξησιν τοῖς παιδίοις ἐνδεῖ. ὢ τοῦ παραδόξου μυστηρίου· ἀποδύσασθαι ἡμῖν τὴν παλαιὰν καὶ σαρκικὴν ἐγκελεύεται φθοράν, ὥσπερ καὶ τὴν παλαιὰν τροφήν, καινῆς δὲ ἄλλης τῆς Χριστοῦ διαίτης μεταλαμβάνοντας, ἐκεῖνον, εἰ δυνατόν, ἀναλαμβάνοντας ἐν ἑαυτοῖς ἀποτίθεσθαι καὶ τὸν σωτῆρα ἐνστερνίσασθαι, ἵνα καταργήσωμεν τῆς σαρκὸς ἡμῶν τὰ πάθη. ἀλλ᾿ οὐ ταύτῃ νοεῖν ἐθέλεις, κοινότερον δὲ ἴσως. ἄκουε καὶ ταύτῃ· σάρκα ἡμῖν τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον ἀλληγορεῖ, καὶ γὰρ ὑπ᾿ αὐτοῦ δεδημιούργηται ἡ σάρξ· αἷμα ἡμῖν τὸν λόγον αἰνίττεται, καὶ γὰρ ὡς αἷμα πλούσιον ὁ λόγος ἐπικέχυται τῷ βίῳ· ἡ κρᾶσις δὲ ἡ ἀμφοῖν ὁ", + "candidate_score": 0.695495, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31_33", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd . Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten .", + "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_268", + "psc_text": "κυμβάλῳ· ἑνὶ δὲ ἄρα ὀργάνῳ, τῷ λόγῳ μόνῳ τῷ εἰρηνικῷ, ἡμεῖς κεχρήμεθα, ᾧ γεραίρομεν τὸν θεόν, οὐκέτι τῷ ψαλτηρίῳ τῷ παλαιῷ καὶ τῇ σάλπιγγι καὶ τυμπάνῳ καὶ αὐλῷ, οἷς ἔθος ἦν τοὺς ἐν πολέμῳ ἀσκητὰς καὶ τοῦ θείου καταπεφρονηκότας φόβου ἀνὰ τὰς πανηγύρεις [χορδαῖς] συγχρῆσθαι, ὡς δὴ τὸ ἔκλυτον αὐτῶν τοῦ φρονήματος διὰ τῶν τοιούτων ἐπανίστασθαι ῥυθμῶν. Ἔστω δὲ ἡμῶν ἡ παρὰ πότον φιλοφροσύνη διττὴ κατὰ τὸν νόμον· εἰ γὰρ »ἀγαπήσεις κύριον τὸν θεόν σου«, ἔπειτα »τὸν πλησίον σου«, προτέρα μὲν ἡ εἰς θεὸν δι᾿ εὐχαριστίας καὶ ψαλμῳδίας γενέσθω φιλοφροσύνη, δευτέρα δὲ εἰς τὸν πλησίον διὰ τῆς ὁμιλίας τῆς σεμνῆς· »ὁ γὰρ λόγος ὁ τοῦ κυρίου ἐνοικείτω ἐν ὑμῖν πλουσίως«, ὁ ἀπόστολός φησιν. ὁ δὲ λόγος οὗτος συναρμόζεται καὶ συσχηματίζεται καιροῖς, προσώποις, τόποις, συμποτικὸς δέ ἐστι νῦν· ἐπιφέρει γὰρ ὁ ἀπόστολος πάλιν· »ἐν πάσῃ σοφίᾳ διδάσκοντες καὶ νουθετοῦντες ἑαυτοὺς ψαλμοῖς, ὕμνοις, ᾠδαῖς πνευματικαῖς ἐν τῇ χάριτι, ᾄδοντες ἐν τῇ καρδίᾳ", + "candidate_score": 0.648574, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_33_35", + "bdc_text": "Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten . Vergütig gott sehe uns an mitt sine gneden , und tröste alle küm beschte hertzenn , amen . Datum zuͦ Chur 1572 .", + "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_406", + "psc_text": "θεοῦ τὰ δωρήματα ἀπειροκαλίᾳ παραχαράττουσι ζηλοῦσαι τοῦ πονηροῦ τὴν τέχνην. σαφῶς δὲ ὁ κύριος ἐν τῷ εὐαγγελίῳ τὸν πλούσιον τὸν θησαυρίζοντα εἰς τὰς ἀποθήκας καὶ πρὸς ἑαυτὸν λέγοντα· »ἔχεις ἀγαθὰ πολλὰ ἀποκείμενα εἰς ἔτη πολλά· φάγε, πίε, εὐφραίνου«, ἄφρονα κέκληκεν, »ταύτῃ γὰρ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου παραλαμβάνουσιν· ἃ οὖν ἡτοίμασας, τίνος γένηται;« Ἀπελλῆς ὁ ζωγράφος θεασάμενός τινα τῶν μαθητῶν Ἑλένην [ὀνόματι] πολύχρυσον γράψαντα· ὦ μειράκιον, εἶπεν, μὴ δυνάμενος γράψαι καλὴν πλουσίαν πεποίηκας. τοιαῦται τοίνυν Ἑλέναι αἱ νῦν εἰσι γυναῖκες, οὐ καλαὶ γνησίως, πεπλασμέναι δὲ πλουσίως. ταύταις προφητεύει διὰ τοῦ Σοφονίου τὸ πνεῦμα· »καὶ τὸ ἀργύριον αὐτῶν καὶ τὸ χρυσίον αὐτῶν οὐ μὴ δύνηται ἐξελέσθαι αὐτοὺς ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς κυρίου.« ταῖς δὲ ὑπὸ Χριστοῦ παιδαγωγουμέναις οὐ χρυσίῳ κοσμεῖσθαι προσήκει, ἀλλὰ τῷ λόγῳ, δι᾿ οὗ μόνου καταφαίνεται τὸ χρυσίον. μακάριοι μεντἂν ἦσαν οἱ παλαιοὶ τῶν Ἑβραίων, εἰ περιελόμενοι τὸν κόσμον τῶν γυναικῶν ἔρριψαν ἢ ἐχώνευσαν μόνον, νυνὶ δὲ εἰς βοῦν χρυσοχοήσαντες", + "candidate_score": 0.647059, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_7", + "bdc_text": "Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken .", + "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_206", + "psc_text": "μεταλαμβάνοντας· καὶ εἴ τις ἡμᾶς καλεῖ τῶν ἀπίστων καὶ πορεύεσθαι κρίνομεν (καλὸν γὰρ μὴ συναναμίγνυσθαι τοῖς ἀτάκτοις), πᾶν τὸ παρατιθέμενον κελεύει ἡμῖν ἐσθίειν »μηδὲν ἀνακρίνουσιν διὰ τὴν συνείδησιν«, ὁμοίως δὲ καὶ τὰ ἐκ μακέλλου ἀπεριέργως ὠνεῖσθαι προσέταξεν. οὐκ ἀφεκτέον οὖν παντελῶς τῶν ποικίλων βρωμάτων, ἀλλ᾿ οὐ περὶ αὐτὰ σπουδαστέον· μεταληπτέον δὲ τῶν παρατιθεμένων, ὡς πρέπον Χριστιανῷ, τιμῶντας μὲν τὸν κεκληκότα κατὰ τὴν ἀβλαβῆ καὶ ἀπροσκορῆ τῆς συνουσίας κοινωνίαν, ἀδιάφορον δὲ ἡγουμένους τῶν εἰσκομιζομένων τὴν πολυτέλειαν, καταφρονοῦντας τῶν ὄψων ὡς μετ᾿ ὀλίγον οὐκ ὄντων. »ὁ ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα μὴ ἐξουθενείτω, ὁ δὲ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα μὴ κρινέτω.« μικρὸν δὲ ὑποβὰς καὶ τὴν αἰτίαν τῆς παραγγελίας ἐξηγήσεται, »ὁ ἐσθίων« λέγων »κυρίῳ ἐσθίει καὶ εὐχαριστεῖ τῷ θεῷ· καὶ ὁ μὴ ἐσθίων κυρίῳ οὐκ ἐσθίει καὶ εὐχαριστεῖ τῷ θεῷ«· ὡς εἶναι τὴν δικαίαν τροφὴν εὐχαριστίαν· καὶ ὅ γε ἀεὶ εὐχαριστῶν οὐκ ἀσχολεῖται περὶ ἡδονάς. εἰ δὲ καὶ προτρεποίμεθα ἐπ᾿ ἀρετὴν τῶν συνεστιωμένων", + "candidate_score": 0.639513, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_7_9", + "bdc_text": "Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken . Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn .", + "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_206", + "psc_text": "μεταλαμβάνοντας· καὶ εἴ τις ἡμᾶς καλεῖ τῶν ἀπίστων καὶ πορεύεσθαι κρίνομεν (καλὸν γὰρ μὴ συναναμίγνυσθαι τοῖς ἀτάκτοις), πᾶν τὸ παρατιθέμενον κελεύει ἡμῖν ἐσθίειν »μηδὲν ἀνακρίνουσιν διὰ τὴν συνείδησιν«, ὁμοίως δὲ καὶ τὰ ἐκ μακέλλου ἀπεριέργως ὠνεῖσθαι προσέταξεν. οὐκ ἀφεκτέον οὖν παντελῶς τῶν ποικίλων βρωμάτων, ἀλλ᾿ οὐ περὶ αὐτὰ σπουδαστέον· μεταληπτέον δὲ τῶν παρατιθεμένων, ὡς πρέπον Χριστιανῷ, τιμῶντας μὲν τὸν κεκληκότα κατὰ τὴν ἀβλαβῆ καὶ ἀπροσκορῆ τῆς συνουσίας κοινωνίαν, ἀδιάφορον δὲ ἡγουμένους τῶν εἰσκομιζομένων τὴν πολυτέλειαν, καταφρονοῦντας τῶν ὄψων ὡς μετ᾿ ὀλίγον οὐκ ὄντων. »ὁ ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα μὴ ἐξουθενείτω, ὁ δὲ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα μὴ κρινέτω.« μικρὸν δὲ ὑποβὰς καὶ τὴν αἰτίαν τῆς παραγγελίας ἐξηγήσεται, »ὁ ἐσθίων« λέγων »κυρίῳ ἐσθίει καὶ εὐχαριστεῖ τῷ θεῷ· καὶ ὁ μὴ ἐσθίων κυρίῳ οὐκ ἐσθίει καὶ εὐχαριστεῖ τῷ θεῷ«· ὡς εἶναι τὴν δικαίαν τροφὴν εὐχαριστίαν· καὶ ὅ γε ἀεὶ εὐχαριστῶν οὐκ ἀσχολεῖται περὶ ἡδονάς. εἰ δὲ καὶ προτρεποίμεθα ἐπ᾿ ἀρετὴν τῶν συνεστιωμένων", + "candidate_score": 0.634524, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_7", + "bdc_text": "Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken .", + "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_204", + "psc_text": "φησίν, »οὔτε ἐὰν μὴ φάγωμεν, ὑστερούμεθα· « ἀλλὰ οὐκ εὔλογον »τραπέζης δαιμονίων« μεταλαμβάνειν τοὺς θείας μετέχειν καὶ πνευματικῆς κατηξιωμένους τροφῆς. »μὴ γὰρ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν φαγεῖν καὶ πιεῖν«, φησὶν ὁ ἀπόστολος, »καὶ γυναῖκας περιάγεσθαι;« ἀλλὰ κρατοῦντες δηλονότι τῶν ἡδονῶν κωλύομεν τὰς ἐπιθυμίας. »βλέπετε οὖν μή ποτε ἡ ἐξουσία ὑμῶν αὕτη πρόσκομμα γένηται τοῖς ἀσθενέσιν.« Οὐ χρὴ οὖν καθάπερ ἀσωτευομένους ἡμᾶς κατὰ τὴν ἐν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ πλουσίου παιδὸς εἰκόνα παραχρῆσθαι τοῖς τοῦ πατρὸς δωρήμασιν, χρῆσθαι δὲ αὐτοῖς, ὡς ἄρχοντας, ἀπροσκλινῶς· καὶ γὰρ βασιλεύειν ἐτάχθημεν καὶ κατακυριεύειν, οὐχὶ δουλεύειν τοῖς βρώμασιν. ἀγαστὸν μὲν οὖν πρὸς τὸ ἀληθὲς ἀναθρήσαντας τῆς ἄνω τροφῆς ἐξέχεσθαι τῆς θείας καὶ τῆς τοῦ ὄντως ὄντος ἀπληρώτου ἐμπίμπλασθαι θέας, τῆς βεβαίου καὶ μονίμου καὶ καθαρᾶς γευομένους ἡδονῆς. ταύτην γὰρ τὴν ἀγάπην ἐκδέχεσθαι δεῖν ἐμφαίνει ἡ βρῶσις ἡ Χριστοῦ· κομιδῇ δὲ ἄλογον καὶ ἀχρεῖον καὶ οὐκ ἀνθρώπειον βοσκημάτων δίκην πιαινομένων θανάτῳ τρέφεσθαι, κάτω βλέποντας εἰς γῆν τοὺς ἐκ γῆς", + "candidate_score": 0.632205, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_39_41", + "bdc_text": "servulus S. I. Scriptum ne remittas , nisi me remittas . Der herr von h. erbarnet mich von gründ mines hertzens , dan seilig in sin son der pfaff derstich getrolet , dahin gebracht , und wo jenem gleg und weg oder fürbitt möchte funden werden . Aiunt ich imm des lebens woll .", + "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_111", + "psc_text": "τοὺς ἁμαρτωλοὺς τῆς γῆς.« καὶ διὰ Δαβίδ· »κύριος παιδεύων ἐπαίδευσέν με καὶ τῷ θανάτῳ οὐ παρέδωκέν με·« τὸ γὰρ ὑπὸ κυρίου παιδευθῆναι καὶ παιδαγωγηθῆναι θανάτου ἐστὶν ἀπαλλαγή. καὶ διὰ τοῦ αὐτοῦ προφήτου φησίν· »ἐν ῥάβδῳ σιδηρᾷ ποιμανεῖς αὐτούς.« ταύτῃ καὶ ὁ ἀπόστολος κινηθεὶς ἐν τῇ πρὸς Κορινθίους »τί θέλετε;« φησίν, »ἐν ῥάβδῳ ἔλθω πρὸς ὑμᾶς ἢ ἐν ἀγάπῃ πνεύματί τε πραΰτητος;« ἀλλὰ καὶ »ῥάβδον δυνάμεως ἐξαποστελεῖ κύριος ἐκ Σιὼν« δι᾿ ἄλλου προφήτου λέγει. ἡ δὲ παιδαγωγικὴ αὕτη »ἡ ῥάβδος σου καὶ ἡ βακτηρία σου παρεκάλεσάν με«, εἶπέν τις ἕτερος αὕτη τοῦ παιδαγωγοῦ ἡ δύναμις ἡ σεμνή, ἡ παρακλητική, ἡ σωτήριος. Πρὸς τοὺς ἡγουμένους μὴ εἶναι ἀγαθὸν τὸ δίκαιον. Ἐνταῦθα ἐπιφύονταί τινες οὐκ ἀγαθὸν εἶναι φάμενοι τὸν κύριον διὰ τὴν ῥάβδον καὶ τὴν ἀπειλὴν καὶ τὸν φόβον καὶ παρακούσαντες μέν, ὡς ἔοικε, τῆς γραφῆς ὧδέ που λεγούσης »καὶ ὁ φοβούμενος κύριον ἐπιστρέφει ἐπὶ καρδίαν αὐτοῦ«, ἐκλαθόμενοι δὲ τὸ μέγιστον αὐτοῦ τῆς", + "candidate_score": 0.632192, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_41_43", + "bdc_text": "Aiunt ich imm des lebens woll . Man sagt man bring inn morn zfus an einer kette , unnd vor trwigkeut sye er nitt fast voll by im selbs . Aber ich vermören des beschafftig anß ein et nostri Bullingero , etc. D .", + "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_222", + "psc_text": "οὐδὲ γὰρ τούτων ψαύειν θέμις. ἐπεὶ γὰρ ἀμήχανον χρώμενον τοῖς ἡδέσιν ἀποστῆναι τῆς ἀποδοχῆς αὐτῶν, τὴν ἐναντίαν ἀντέθηκεν ἀγωγήν, μέχρις ἂν ἐκλύσῃ τὴν ἐκ τοῦ ἔθους ἐπὶ τὴν ἡδυπάθειαν καταδρομήν. ἀνθρώποις δὲ τὰ μὲν πολλὰ βλάβην καὶ λύπην ἐνεγέννησεν ἡδονή, δυσπ���θειαν δὲ καὶ λήθην καὶ ἀφροσύνην ἡ πολυτροφία ἐντίκτει τῇ ψυχῇ. εὐαυξῆ δὲ καὶ τῶν παίδων τὰ σώματα γίνεσθαί φασιν εἰς μῆκος ἐπιδιδόντων ἀπὸ τῆς ἐλλειπούσης τροφῆς· οὐ γὰρ κωλύεται τὸ ἀνατρέχον εἰς αὔξην πνεῦμα τῆς πολλῆς τροφῆς ἀντιφραττούσης τὸ εὔπνουν τοῦ δρόμου. ὅθεν κατηγορῶν τοῦ τρυφῶντος βίου ὁ τὴν ἀλήθειαν ἐζηλωκὼς τῶν φιλοσόφων Πλάτων τὸ ἔναυσμα τῆς Ἑβραϊκῆς φιλοσοφίας ζωπυρῶν· »ἐλθόντα δέ με«, φησίν, »ὁ ταύτῃ λεγόμενος αὖ βίος εὐδαίμων, Ἰταλικῶν τε καὶ Συρακουσσίων τραπεζῶν πλήρης, οὐδαμῶς ἤρεσεν, δὶς τῆς ἡμέρας ἐμπιμπλάμενον ζῆν καὶ μηδέποτε μόνον κοιμώμενον νύκτωρ, καὶ ὅσα τούτῳ ἐπιτηδεύματα συνέπεται τῷ βίῳ· ἐκ γὰρ τούτων οὔτ᾿ ἂν φρόνιμος οὐδείς ποτ᾿ ἂν γενέσθαι τῶν ὑπὸ τὸν οὐρανὸν", + "candidate_score": 0.62831, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 .", + "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_339", + "psc_text": "οἷς βεβίωκεν ἔτεσιν ἴσχοντα τρύπας· ταύτῃ ἄρα τὴν κώλυσιν τῆς ἐδωδῆς τοῦ λαγὼ παιδεραστίας ἐμφαίνειν ἀποτροπήν· τὴν δὲ ὕαιναν ἐναλλὰξ ἀμείβειν τὸ ἄρρεν εἰς τὸ θῆλυ παρ᾿ ἔτος ἕκαστον, αἰνίττεσθαι δὲ μὴ χρῆν ἐπὶ μοιχείας ὁρμᾶν τὸν τῆς ὑαίνης ἀπεχόμενον. ἀλλὰ τὸ μὲν μὴ δεῖν ἐξομοιοῦσθαι τοῖσδε τοῖς ζῴοις διὰ τῆς προκειμένης ἀπαγορεύσεως ὁμολογουμένως τὸν πάνσοφον Μωσέα αἰνίττεσθαι σύμφημι κἀγώ· οὐ μέντοι τῇδε τῇ ἐξηγήσει τῶν συμβολικῶς εἰρημένων συγκατατίθεμαι. οὐ γὰρ ἄν ποτε βιασθείη φύσις εἰς μεταβολήν, τὸ δὲ ἅπαξ πεπλασμένον εἰς αὐτὴν οὐ θέμις ἀντιπλασθῆναι πάθει· τὸ γὰρ πάθος οὐ φύσις· παραχαράττειν δέ, οὐ μετακοσμεῖν τὸ πάθος εἴωθε τὴν πλάσιν· εἰ γὰρ καὶ τῶν ὀρνέων πολλὰ μεταβάλλειν κατὰ τὰς ὥρας λέγεται καὶ τὸ χρῶμα καὶ τὴν φωνήν (οἷον ὁ κόσσυφος ξανθὸς μὲν ἐκ μέλανος, παταγητικὸς δὲ ἐξ ᾠδικοῦ γινόμενος· ὡσαύτως δὲ καὶ ἡ ἀηδὼν καὶ τὸ χρῶμα καὶ τὴν ᾠδὴν συμμεταβάλλει ταῖς τροπαῖς), ἀλλ᾿ οὔτι γε τὴν φύσιν αὐτὴν", + "candidate_score": 0.627448, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_41_43", + "bdc_text": "Aiunt ich imm des lebens woll . Man sagt man bring inn morn zfus an einer kette , unnd vor trwigkeut sye er nitt fast voll by im selbs . Aber ich vermören des beschafftig anß ein et nostri Bullingero , etc. D .", + "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_223", + "psc_text": "ζωπυρῶν· »ἐλθόντα δέ με«, φησίν, »ὁ ταύτῃ λεγόμενος αὖ βίος εὐδαίμων, Ἰταλικῶν τε καὶ Συρακουσσίων τραπεζῶν πλήρης, οὐδαμῶς ἤρεσεν, δὶς τῆς ἡμέρας ἐμπιμπλάμενον ζῆν καὶ μηδέποτε μόνον κοιμώμενον νύκτωρ, καὶ ὅσα τούτῳ ἐπιτηδεύματα συνέπεται τῷ βίῳ· ἐκ γὰρ τούτων οὔτ᾿ ἂν φρόνιμος οὐδείς ποτ᾿ ἂν γενέσθαι τῶν ὑπὸ τὸν οὐρανὸν ἀνθρώπων δύναιτο ἐκ νέου ἐπιτηδεύων τοιαῦτα, οὔθ᾿ οὕτω θαυμαστῇ φύσει κραθήσεται.« οὐ γὰρ ἄπυστος ἦν ὁ Πλάτων τοῦ Δαβίδ, ὃς ἐν τῇ πόλει τῇ ἑαυτοῦ τὴν ἁγίαν ἱδρύων κιβωτὸν ἐν μέσῃ τῇ σκηνῇ, παντὶ τῷ ὑπηκόῳ εὐφροσύνην ποιήσας λαῷ, »ἐναντίον τοῦ κυρίου διεμέρισεν εἰς πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ Ἰσραὴλ ἀπὸ ἀνδρὸς ἕως γυναικός, ἑκάστῳ κολλυρίδα ἄρτου καὶ ἐσχαρίτην καὶ λάγανον ἀπὸ τηγάνου«. αὐτάρκης αὕτη ἡ τροφὴ καὶ Ἰσραηλιτική, ἡ δὲ ἐθνικὴ περιττή. »σώφρων οὐδ᾿ ἂν μελλήσαι ποτὲ γενέσθαι« ὁ χρώμενος αὐτῇ, τὸν νοῦν ἐγκατορύξας τῇ κοιλίᾳ, τῷ ἰχθύι τῷ καλουμένῳ ὄνῳ τὰ μάλιστα ἐοικώς, ὃν δή φησιν Ἀριστοτέλης μόνον τῶν", + "candidate_score": 0.626785, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_41_43", + "bdc_text": "Aiunt ich imm des lebens woll . Man sagt man bring inn morn zfus an einer kette , unnd vor trwigkeut sye er nitt fast voll by im selbs . Aber ich vermören des beschafftig anß ein et nostri Bullingero , etc. D .", + "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_194", + "psc_text": "τοῦ πυροῦ τὸ τρόφιμον, ὡς τὸ ἀναγκαῖον τῆς τροφῆς ὄνειδος γίνεσθαι ἡδονῆς. οὐκ ἔχει δὲ ὅρον παρὰ τοῖς ἀνθρώποις ἡ λιχνεία. καὶ γὰρ εἰς τὰ πέμματα καὶ τὰ μελίπηκτα, πρὸς δὲ καὶ εἰς τὰ τραγήματα ἐξώκειλεν, ἐπιδορπισμάτων πλῆθος εὑρίσκουσα, παντοδαπὰς θηρωμένη ποιότητας. καί μοι δοκεῖ ὁ τοιοῦτος ἄνθρωπος οὐδὲν ἀλλ᾿ ἢ γνάθος εἶναι. »μηδὲ ἐπιθύμει«, φησὶν ἡ γραφή, »τῶν ἐδεσμάτων τῶν πλουσίων· ταῦτα γὰρ ἔχεται βίου ψευδοῦς τε καὶ αἰσχροῦ.« οἳ μὲν γὰρ ἐξέχονται τῶν ὄψων, ἃ μετ᾿ ὀλίγον ἐκδέχεται κοπρών, ἡμῖν δὲ τοῖς θηρωμένοις τὴν βρῶσιν τὴν ἐπουράνιον ἄρχειν ἀνάγκη τῆς ὑπὸ τὸν οὐρανὸν γαστρὸς ἔτι τε μᾶλλον καὶ τῶν ταύτῃ προσφυῶν, ἃ »ὁ θεὸς καταργήσει«, φησὶν ὁ ἀπόστολος, εἰκότως ἐπικαταρώμενος λαιμάργοις ἐπιθυμίαις. »τὰ γὰρ βρώματα τῇ κοιλίᾳ«, ἐξ ὧν ὁ σαρκικὸς ὄντως οὑτοσὶ καὶ φθοροποιὸς ἀπήρτηται βίος· εἰ δ᾿ ἀγάπην τινὲς τινὲς τολμῶσι καλεῖν ἀθύρῳ γλώττῃ κεχρημένοι δειπνάριά τινα κνίσης καὶ ζωμῶν ἀποπνέοντα, τὸ καλὸν καὶ σωτήριον ἔργον", + "candidate_score": 0.616015, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_41_43", + "bdc_text": "Aiunt ich imm des lebens woll . Man sagt man bring inn morn zfus an einer kette , unnd vor trwigkeut sye er nitt fast voll by im selbs . Aber ich vermören des beschafftig anß ein et nostri Bullingero , etc. D .", + "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_310", + "psc_text": "τῷ βίῳ χρείαν, φέρε κἀνταῦθα διαστειλώμεθα, τὸ χρειῶδες αἱρούμενοι. εἰσὶ γάρ τινες εὐωδίαι οὐ καρωτικαὶ οὐδὲ ἐρωτικαί, οὔκουν συμπλοκῆς καὶ τῆς ἀκολάστου ἑταιρείας ἀποπνέουσαι, ὑγειναὶ δὲ μετὰ σωφροσύνης καὶ τὸν μὲν ἐγκέφαλον ὑποτρέφουσαι, ὁπηνίκα ἂν καχεκτῇ, ῥωννύουσαι δὲ καὶ τὸν στόμαχον. [πολλοῦ τοίνυν δεῖ τοῖς ἄνθεσιν ἐπιψύχειν αὐτόν, ὁπότε ἀλεαίνεσθαι ἐθέλει τὸ νευρῶδες·] οὐ γὰρ κατὰ πάντα ἀποσκορακιστέον τὴν χρῆσιν αὐτῶν, ἀλλ᾿ ὥσπερ φαρμάκῳ καὶ βοηθήματι χρηστέον τῷ μύρῳ πρός τε τὸ ἐπεγεῖραι τὴν ἀπαυδῶσαν δύναμιν καὶ πρὸς τοὺς κατάρρους καὶ πρὸς τὰς καταψύξεις δυσαρέστησίν τε, καθὰ καὶ ὁ κω��ικός φησί που· μύροις ὑπαλείφεται τὰς ῥῖνας· ὑγιείας μέρος μέγιστον ὀδμὰς ἐγκεφάλῳ χρηστὰς ποιεῖν· καὶ ἡ τῶν ποδῶν διὰ τοῦ λίπους τῶν ἀναθερμαινόντων ἢ ἐμψυχόντων μύρων ἀνάτριψις ὠφελείας ἕνεκεν ἐπιτηδεύεται, ὡς δὴ ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τοῖς πεπληρωμένοις ὁλκήν τινα καὶ ὑποχώρησιν ἐπὶ τὰ μὴ κύρια τῶν μερῶν γίνεσθαι. ἡδονὴ δέ, ᾗ μὴ πρόσεστι τὸ χρειῶδες, ἤθους ἐστὶν ἑταιρικοῦ διαβολὴ καὶ φάρμακον", + "candidate_score": 0.612992, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_43", + "bdc_text": "Aber ich vermören des beschafftig anß ein et nostri Bullingero , etc. D .", + "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_375", + "psc_text": "βαθύς, οὗ χρὴ ἐξεγειρομένους ἡμᾶς ἐπὶ τὸ ὄντων καλὸν καὶ κόσμιον σπεύδειν καὶ τούτου μόνου ἐφάπτεσθαι γλίχεσθαι καταλείποντας τὰ τῇδε κόσμια αὐτῷ κόσμῳ χαίρειν πρὶν ἢ τέλεον καταδαρθεῖν. φημὶ τοίνυν οὐκ ἄλλου τινὸς ἕνεκα δεηθῆναι ὑφασμάτων τὸν ἄνθρωπον ἢ σκέπης σώματος, πρὸς ἀπαλέξησιν κρυμῶν τε ὑπερβολῆς καὶ καυμάτων ἐπιτάσεως, μή τι ἡμᾶς παραλυποίη τοῦ περιέχοντος ἡ ἀμετρία. Εἰ δὴ οὗτός ἐστι τῆς ἐσθῆτος ὁ σκοπός, ὅρα μὴ οὐκ ἄλλη μὲν ἀνδράσιν, ἄλλη δὲ ἐσθὴς ἀπονεμητέα γυναιξίν· κοινὸν γὰρ ἀμφοῖν τὸ σκέπεσθαι κατὰ τὰ αὐτὰ τῷ ἐσθίειν καὶ πίνειν. κοινῆς οὖν οὔσης τῆς χρείας τὴν ὁμοίαν κατασκευὴν δοκιμάζομεν. ὡς γὰρ τὸ δεῖσθαι τῶν σκεπόντων κοινὸν ἑκατέροις, οὕτως καὶ τὰ σκέποντα παραπλήσια εἶναι χρή, εἰ δέ, καὶ σκέπην ταύτην παραληπτέον, καθ᾿ ἣν * * κρύπτειν ὄμματα θηλειῶν χρεών. εἰ γὰρ καὶ πλεονεκτεῖ τὸ θῆλυ διὰ τὴν ἀσθένειαν, τὸ ἔθος τῆς ἀγωγῆς τῆς κακῆς αἰτιατέον, δι᾿ ἣν πολλάκις φαύλοις διαίταις ἐντρεφόμενοι ἄνδρες γυναικῶν", + "candidate_score": 0.612365, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 5, + "cf_id": "cf025", + "work_id": "077_Gregorius-I_Dialogi", + "max_score": 0.696298, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_0_2", + "bdc_text": "pietas und mag ichriben , so er will. Dempellischen prüwen gott will ichs frünseßenn , unnd in sinem bruͦß unverschrockenlich fürfarenn , durch sin gnad , so uns durch Jesum Christum ververbenn . Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_990", + "psc_text": "ἡμέρᾳ εἰς τὰ θερμὰ ἀπερχόμενος, ἐν ἑαυτῷ διαλογισάμενος ἐκείνῳ τῷ τοιούτῳ πόθῳ διακονεῖν νίψειν ἀνθρώπῳ τῷ εἰωθότι, οὐκ ὤφειλον κενὸς ὀφθῆναι. Ἀλλ' εἴτι οὖν δῶρον βαστάσαι αὐτῷ χρεία. Δύο οὖν μεθ' ἑαυτοῦ προσφορὰς λαβὼν ὁ πρεσβύτερος, ἐπορεύθη. Ἐν ᾧ τόπῳ οὖν παραγενόμενος, αὖθις τὸν ἄνθρωπον εὗρε. Κατὰ δὲ τὸ ἔθος ἐν πᾶσι τὴν ὑπουργίαν ἐπετέλει. Ἔλουσε μὲν καὶ ὡς λοιπὸν ὑπῆρχεν ἐνδυόμενος ἤθελεν ἐξέρχεσθαι, ἅσπερ μεθ' ἑαυτοῦ προσφορὰς ἐβάσταζε τῷ ὑπουργοῦντι αὐτῷ ἀνδρὶ εὐλογίας χάριν ἐπέδωκε, παρακαλῶν ἀγάπης χάριν αὐτὸν ὑποδέξασθαι. Ἐκεῖνος δὲ πενθῶν καὶ θλιβόμενος ἀπεκρίθη, λέγων· Ἐμοὶ, πάτερ, ταῦτα διὰ τί παρέ��εις; οὗτος ὁ ἄρτος ἅγιος ἐστι, κἀγὼ φαγεῖν αὐτὸν οὐ δύναμαι. Ἐμὲ γὰρ ὃν θεωρεῖς, ποτὲ τοῦ τόπου τούτου κύριος ὑπῆρχον. Ἀλλὰ διὰ τὰ πταίσματά μου ἐνθάδε κατεδικάσθην. Ἐὰν δέ μοι τί παρασχεῖν θέλῃς, τὸν ἄρτον τοῦτον ὑπὲρ ἐμοῦ τῷ παντοδυνάμῳ Θεῷ προσένεγκαι, καὶ ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν μου πρόσευξαι. Τότε δὲ ἐπακουσθῆναι γίνωσκε, ἐὰν ἐπὶ τὸ λούσασθαι", + "candidate_score": 0.696298, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14_16", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ;", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_706", + "psc_text": "καθὼς προεῖπον, παντελῶς μὴ γινώσκων. Εὐχαρίστως δὲ πάντοτε τὸν πόνον ὑπέφερε, καὶ ἐν τῇ τοῦ Θεοῦ αἰνέσει νύκτα καὶ ἡμέραν ἐσχόλαζεν. Ὡς δὲ λοιπὸν καιρὸς ὑπῆρχεν, ἵνα ἡ τοσαύτη αὐτοῦ ὑπομονὴ τὴν ἀντάμειψιν ἀπολάβῃ, ὁ τῶν μελῶν αὐτοῦ πόνος ἔπαυσεν. Ἡνίκα δὲ τῷ θανάτῳ πλησιάζειν ἑαυτῷ ἐπέγνω, οὕσπερ ἦν ὑποδεξάμενος ἄνδρας πρὸς τὸ ξενοδοχῆσαι παρεκάλεσεν, ὅπως ἀναστῶσι, καὶ σὺν αὐτῷ διὰ τὴν ἀναμονὴν τῆς ἐξόδου τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ψαλμῳδίαν τῷ Θεῷ ᾄσωσιν. Ἐν ὅσῳ δὲ σὺν αὐτοῖς καὶ αὐτὸς ὁ τελευτῶν ἔψαλλεν, αἴφνης τούτους τοῦ ψάλλειν ἐκώλυσε μετὰ φόβου καὶ κραυγῆς μεγάλης, λέγων· Σιωπᾶτε, μὴ γὰρ οὐκ ἀκούετε πῶς ἀντηχῶσιν αἰνέσεις ἐν τῷ οὐρανῷ; Εἰς οὖν τὰς αἰνέσεις ἐκείνας προσέχων, ὡς ὅτι ἔνδον ἐν τοῖς ὠσὶν τῆς καρδίας αὐτοῦ τούτων ἤκουεν, ἡ ἁγία ἐκείνη ψυχὴ ἐκ τῶν δεσμῶν τοῦ σώματος ἀπελύθη. Ταύτης δὲ ἐξελθούσης, τοσαύτη ὄσφρησις εὐωδίας ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ ἐπῆλθεν, ὥστε πάντας τοὺς ἐκεῖσε παρισταμένους ταύτης ἐμπλησθῆναι. Ὅθεν", + "candidate_score": 0.682455, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27_29", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 . man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_293", + "psc_text": "διάβολος καὶ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀρχαῖος ἐχθρὸς, τοῦτον κολακευτικῶς προσκαλεσάμενος, ἔφη· Ὅπερ ἐνήρξω, σπεῦσον πληρῶσαι, ἵνα ἐν τῇ πτώσει αὐτοῦ σὺ μόνος μεταξὺ τῶν λοιπῶν τὸ τῆς νίκης βαῒν κρατήσῃς. Ταῦτα οὖν ὁ Ἰουδαῖος γρηγορῶν θεασάμενος, ἐν μεγάλῃ δειλίᾳ καὶ στενοχωρίᾳ περιέπεσεν. Ὁ δὲ πάντων τῶν πνευμάτων πρωτεύων διάβολος, τούτοις ἐπέτρεψεν, ἵνα ἐπιζητήσωσι, τίς ἄρα ἐστὶν ὁ ἐν τῷ ναῷ αὑτῶν κατακλιθῆναι τολμήσας. Τῶν δὲ πονηρῶν πνευμάτων πρὸς αὐτὸν ἐλθόντων, καὶ ἐπιμελῶς καταμανθανόντων, θεασάμενοι αὐτὸν τῷ ��ημείῳ τοῦ σταυροῦ ἐσφραγισμένον, θαυμάσαντες εἶπον· Βαβαι, σκεῦος σάβουρόν καὶ ἐσφραγισμένον ὑπάρχει. Τοῦτο δὲ αὐτῶν μηνυσάντων, πᾶσα ἐκείνη ἡ τῶν πονηρῶν πνευμάτων ταρακὴ ἄφαντος γέγονεν. Ὁ δὲ Ἰουδαῖος ὁ ταῦτα θεασάμενος, εὐθέως ἀνέστη, καὶ πρὸς τὸν ἐπίσκοπον μετὰ σπουδῆς κατέβαινεν. Ἐν δὲ τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦτον εὑρὼν, κατ' ἰδίαν αὐτὸν ἔλαβε, καὶ παρ' αὐτοῦ μαθεῖν ἐπεζήτει ποίῳ πειρασμῷ συνέχεται. Ὁ δὲ ἐπίσκοπος αἰδούμενος, οὐκ ἤθελε τὸν ἑαυτοῦ πειρασμὸν ὁμολογῆσαι. Τότε ὁ Ἰουδαῖος εἶπεν· Οὐχὶ τῇ", + "candidate_score": 0.675158, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31_33", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd . Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_7", + "psc_text": "τοῦτο ἐν ἡμῖν τὸ σύνολον εἶναι οὐκ ὀφείλει, ᾐτησάμην ἐμαυτῷ ἡσυχάζον· τά τινα τόπον φίλον τῆς λύπης, ἐν ᾧ τόπῳ ἅπαντα τὰ τῇ ἐμῇ ἀπαρέσκοντα φροντίδι, αὐτά μοι φανερῶς ἐπεδεικνύοντο, καὶ πάντα ἃ τὸν πόνον ἐκθλίβειν εἰώθασιν, ἐνώπιον τῶν ἐμῶν ὀφθαλμῶν εὐκόλως παρίσταντο. Ἐκεῖ τοίνυν καθεζομένου μου, πάνυ τεθλιμμένου καὶ ἡσυχάζοντος, ὁ ἀγαπητός μου υἱὸς Πέτρος ὁ διάκονος παρέστη μοι, ὅς τις καὶ ἐκ πρώτου καιροῦ τῆς ἡλικίας αὐτοῦ, καὶ ἐν τῷ τῆς νεότητος ἄνθει, γνησίως ἐν τῷ τῆς φιλίας δεσμῷ συνηρμόσθη μοι, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ τῶν ἱερῶν λόγων διατυπώσει κοινωνός μοι γεγονὼς, ὅς τις θεασάμενός με σφοδρῶς τῷ τῆς καρδίας νοσήματι συγκαιόμενον, ἔφη· Μήτοι γε νέον τι συνέβη, ὅτι πλειοτέρα σε τοῦ ἔθους λύπη, ὡς ὁρῶ, κατέχει; ᾧ τινι ἀποκριθεὶς, εἶπον· Ἡ λύπη, Πέτρε, ἥνπερ καθ' ἡμέραν ὑπομένω, τῶ μὲν ἔθει παλαιά ἐστι, διὰ δὲ προσθήκης νεάζει. Ταλαιπωρεῖ τοίνυν ἡ ψυχή μου τῇ ἑαυτῆς ἀσχολίᾳ, νυσσομένη", + "candidate_score": 0.655692, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_13_15", + "bdc_text": "Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_706", + "psc_text": "καθὼς προεῖπον, παντελῶς μὴ γινώσκων. Εὐχαρίστως δὲ πάντοτε τὸν πόνον ὑπέφερε, καὶ ἐν τῇ τοῦ Θεοῦ αἰνέσει νύκτα καὶ ἡμέραν ἐσχόλαζεν. Ὡς δὲ λοιπὸν καιρὸς ὑπῆρχεν, ἵνα ἡ τοσαύτη αὐτοῦ ὑπομονὴ τὴν ἀντάμειψιν ἀπολάβῃ, ὁ τῶν μελῶν αὐτοῦ πόνος ἔπαυσεν. Ἡνίκα δὲ τῷ θανάτῳ πλησιάζειν ἑαυτῷ ἐπέγνω, οὕσπερ ἦν ὑποδεξάμενος ἄνδρας πρὸς τὸ ξενοδοχῆσαι παρεκάλεσεν, ὅπως ἀναστῶσι, καὶ σὺν αὐτῷ διὰ τὴν ἀναμονὴν τῆς ἐξόδου τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ψαλμῳδίαν τῷ Θεῷ ᾄσωσιν. Ἐν ὅσῳ δὲ σὺν αὐτοῖς καὶ αὐτὸς ὁ τελευτῶν ἔψαλλεν, αἴφνης τούτους τοῦ ψάλλειν ἐκώλυσε μετὰ φόβου καὶ κραυγῆς μεγάλης, λέγων· Σιωπᾶτε, μὴ γὰρ οὐκ ἀκούετε πῶς ἀντηχῶσιν αἰνέσεις ἐν τῷ οὐρανῷ; Εἰς οὖν τὰς αἰνέσεις ἐκείνας προσέχων, ὡς ὅτι ἔνδον ἐν τοῖς ὠσὶν τῆς καρδίας αὐτοῦ τούτων ἤκουεν, ἡ ἁγία ἐκείνη ψυχὴ ἐκ τῶν δεσμῶν τοῦ σώματος ἀπελύθη. Ταύτης δὲ ἐξελθούσης, τοσαύτη ὄσφρησις εὐωδίας ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ ἐπῆλθεν, ὥστε πάντας τοὺς ἐκεῖσε παρισταμένους ταύτης ἐμπλησθῆναι. Ὅθεν", + "candidate_score": 0.653925, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_13_15", + "bdc_text": "Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_698", + "psc_text": "τὴν ἐλεημοσύνην παρέχουσα. Ὅτε δὲ λοιπὸν τὸν αἰώνιον μισθὸν ὁ παντοδύναμος Θεὸς τοῖς ταύτης καμάτοις παρασχέσθαι ὥρισε, καρκίνου ἐπλήγη θηλῇ. Ἐν δὲ τῇ νυκτερινῇ ἡσυχίᾳ ἔμπροσθεν τῆς κλίνης αὐτῆς δύο λυχνίαι φαίνειν ἤρξαντο. Ἡ γὰρ τοῦ φωτὸς προσφιλὴς οὐ μόνον τὸ νοητὸν οκότος, ἀλλὰ καὶ τὸ αἰσθητὸν εἰς μῖσος εἶχεν. Ἐν μιᾷ δὲ νυκτὶ κατάκοπος ἐκ τῆς αὐτῆς ἀσθενείας κειμένη, τὸν μακάριον Πέτρον τὸν ἀπόστολον ἐν μέσῳ τῶν ἀμφοτέρων λυχνιῶν ἔμπροσθεν τοῦ κραβάτου αὐτῆς ἑστῶτα ἐθεάσατο. Μηδόλως δειλιάσασα ἢ φοβηθεῖσα, μᾶλλον δὲ ἐκ τοῦ πόθου παῤῥησίαν λαβοῦσα, ἀγαλλιωμένη, πρὸς αὐτὸν εἶπε· Τί ἐστι, κύριέ μου, συνεχωρήθησάν μοι αἱ ἁμαρτίαι μου; Πρὸς ἣν αὐτὸς, ἀγαθῷ προσώπῳ καθὼς καὶ ὑπάρχει, τὴν κεφαλὴν κλίνας, ἔνευσε, λέγων· Συνεχωρήθησαν, ἐλθέ. Ἡ οὖν Γάλλα ἱερωτάτην τινὰ θηλείαν ἐν τῷ αὐτῷ μοναστηρίῳ ὑπὲρ τὰς λοιπὰς ἀγαπῶσα, προσέθετο, λέγουσα· Παρακαλῶ ἵνα ἡ ἀδελφὴ Βενέδικτα μετ' ἐμοῦ ἔλθῃ. Αὐτὸς δε πρὸς αὐτὴν ἀπεκρίθη, λέγων· Οὐχὶ, ἀλλ' ἡ δεῖνα, ἀρτίως", + "candidate_score": 0.649276, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_12_14", + "bdc_text": "Hatt erbarm sich unser . Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_7", + "psc_text": "τοῦτο ἐν ἡμῖν τὸ σύνολον εἶναι οὐκ ὀφείλει, ᾐτησάμην ἐμαυτῷ ἡσυχάζον· τά τινα τόπον φίλον τῆς λύπης, ἐν ᾧ τόπῳ ἅπαντα τὰ τῇ ἐμῇ ἀπαρέσκοντα φροντίδι, αὐτά μοι φανερῶς ἐπεδεικνύοντο, καὶ πάντα ἃ τὸν πόνον ἐκθλίβειν εἰώθασιν, ἐνώπιον τῶν ἐμῶν ὀφθαλμῶν εὐκόλως παρίσταντο. Ἐκεῖ τοίνυν καθεζομένου μου, πάνυ τεθλιμμένου καὶ ἡσυχάζοντος, ὁ ἀγαπητός μου υἱὸς Πέτρος ὁ διάκονος παρέστη μοι, ὅς τις καὶ ἐκ πρώτου καιροῦ τῆς ἡλικίας αὐτοῦ, καὶ ἐν τ�� τῆς νεότητος ἄνθει, γνησίως ἐν τῷ τῆς φιλίας δεσμῷ συνηρμόσθη μοι, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ τῶν ἱερῶν λόγων διατυπώσει κοινωνός μοι γεγονὼς, ὅς τις θεασάμενός με σφοδρῶς τῷ τῆς καρδίας νοσήματι συγκαιόμενον, ἔφη· Μήτοι γε νέον τι συνέβη, ὅτι πλειοτέρα σε τοῦ ἔθους λύπη, ὡς ὁρῶ, κατέχει; ᾧ τινι ἀποκριθεὶς, εἶπον· Ἡ λύπη, Πέτρε, ἥνπερ καθ' ἡμέραν ὑπομένω, τῶ μὲν ἔθει παλαιά ἐστι, διὰ δὲ προσθήκης νεάζει. Ταλαιπωρεῖ τοίνυν ἡ ψυχή μου τῇ ἑαυτῆς ἀσχολίᾳ, νυσσομένη", + "candidate_score": 0.6479, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_13_15", + "bdc_text": "Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_861", + "psc_text": "Ἄπελθε καὶ βλέπε πῶς μέλλεις μετὰ ταῦτα προσέχων ἑαυτῷ ζῆσαι. Μετὰ δὲ ταύτην τὴν φωνὴν, κατ' ὀλίγον τῶν μελῶν αὐτοῦ ἀναζεόντων ἐκ τοῦ ὕπνου τοῦ αἰωνίου θανάτου ἐφυπνισθεὶς, πάντα τὰ περὶ αὐτὸν γεγονότα διηγήσατο. Τοσαύταις δὲ μετέπειτα νηστείαις καὶ ἀγρυπνίαις ἑαυτὸν ἐκδέδωκε διὰ τὸ ἑωρακέναι καὶ φοβηθῆναι αὐτὸν τὰ τοῦ ᾅδου βάσανα, ὥστε κἂν ἡ γλῶσσα αὐτοῦ ήσύχαζεν, ἡ πολιτεία ἐλάλει. Οὕτω τοίνυν τῇ θαυμαστῇ τοῦ Θεοῦ προνοίᾳ ὁ θάνατος αὐτοῦ ἐπράχθη, ἵνα μὴ αἰωνίως ἀποθάνῃ Ἐπεὶ οὖν ἡ ἀνθρωπίνη καρδία σφόδρα βαρείας σκληρότητος ὑπάρχει, ἴσως κἂν αὐτὴ τῶν βασάνων ἡ ἐπίδειξις πρὸς μετάνοιαν αὐτοὺς ἐπιστρέψῃ. Καὶ Στέφανος δὲ ὁ ἰλλούστριος, ὃν αὐτὸς καλῶς ἔγνως, περὶ ἑαυτοῦ μοι διηγήσατο. Ἔλεγε δὲ οὕτως· Ὅτι ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀπελθόντος μου, καὶ διὰ πρᾶγμά τι ἐκεῖσέ μου βραδύναντος, νόσου σωματικῆς ἐπελθούσης, ἀπέθανεν. Ἰατροῦ δὲ καὶ πιγμενταρίου ζητηθέντων ἐπὶ τῷ ἀνοῖξαι καὶ σμυρνίσαι αὐτὸν, οὐδαμῶς ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ εὑρεθῆναι ἠδυνήθησαν. Τῆς δὲ νυκτὸς ἐπελθούσης,", + "candidate_score": 0.647567, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_32_34", + "bdc_text": "Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd . Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten . Vergütig gott sehe uns an mitt sine gneden , und tröste alle küm beschte hertzenn , amen .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_7", + "psc_text": "τοῦτο ἐν ἡμῖν τὸ σύνολον εἶναι οὐκ ὀφείλει, ᾐτησάμην ἐμαυτῷ ἡσυχάζον· τά τινα τόπον φίλον τῆς λύπης, ἐν ᾧ τόπῳ ἅπαντα τὰ τῇ ἐμῇ ἀπαρέσκοντα φροντίδι, αὐτά μοι φανερῶς ἐπεδεικνύοντο, καὶ πάντα ἃ τὸν πόνον ἐκθλίβειν εἰώθασιν, ἐνώπιον τῶν ἐμῶν ὀφθαλμῶν εὐκόλως παρίσταντο. Ἐκεῖ τοίνυν καθεζομένου μου, πάνυ τεθλιμμένου καὶ ἡσυχάζοντος, ὁ ἀγαπητός μου υἱὸς Πέτρος ὁ διάκονος παρέστη μοι, ὅς τις κα�� ἐκ πρώτου καιροῦ τῆς ἡλικίας αὐτοῦ, καὶ ἐν τῷ τῆς νεότητος ἄνθει, γνησίως ἐν τῷ τῆς φιλίας δεσμῷ συνηρμόσθη μοι, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ τῶν ἱερῶν λόγων διατυπώσει κοινωνός μοι γεγονὼς, ὅς τις θεασάμενός με σφοδρῶς τῷ τῆς καρδίας νοσήματι συγκαιόμενον, ἔφη· Μήτοι γε νέον τι συνέβη, ὅτι πλειοτέρα σε τοῦ ἔθους λύπη, ὡς ὁρῶ, κατέχει; ᾧ τινι ἀποκριθεὶς, εἶπον· Ἡ λύπη, Πέτρε, ἥνπερ καθ' ἡμέραν ὑπομένω, τῶ μὲν ἔθει παλαιά ἐστι, διὰ δὲ προσθήκης νεάζει. Ταλαιπωρεῖ τοίνυν ἡ ψυχή μου τῇ ἑαυτῆς ἀσχολίᾳ, νυσσομένη", + "candidate_score": 0.645436, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_30_32", + "bdc_text": "Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_7", + "psc_text": "τοῦτο ἐν ἡμῖν τὸ σύνολον εἶναι οὐκ ὀφείλει, ᾐτησάμην ἐμαυτῷ ἡσυχάζον· τά τινα τόπον φίλον τῆς λύπης, ἐν ᾧ τόπῳ ἅπαντα τὰ τῇ ἐμῇ ἀπαρέσκοντα φροντίδι, αὐτά μοι φανερῶς ἐπεδεικνύοντο, καὶ πάντα ἃ τὸν πόνον ἐκθλίβειν εἰώθασιν, ἐνώπιον τῶν ἐμῶν ὀφθαλμῶν εὐκόλως παρίσταντο. Ἐκεῖ τοίνυν καθεζομένου μου, πάνυ τεθλιμμένου καὶ ἡσυχάζοντος, ὁ ἀγαπητός μου υἱὸς Πέτρος ὁ διάκονος παρέστη μοι, ὅς τις καὶ ἐκ πρώτου καιροῦ τῆς ἡλικίας αὐτοῦ, καὶ ἐν τῷ τῆς νεότητος ἄνθει, γνησίως ἐν τῷ τῆς φιλίας δεσμῷ συνηρμόσθη μοι, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ τῶν ἱερῶν λόγων διατυπώσει κοινωνός μοι γεγονὼς, ὅς τις θεασάμενός με σφοδρῶς τῷ τῆς καρδίας νοσήματι συγκαιόμενον, ἔφη· Μήτοι γε νέον τι συνέβη, ὅτι πλειοτέρα σε τοῦ ἔθους λύπη, ὡς ὁρῶ, κατέχει; ᾧ τινι ἀποκριθεὶς, εἶπον· Ἡ λύπη, Πέτρε, ἥνπερ καθ' ἡμέραν ὑπομένω, τῶ μὲν ἔθει παλαιά ἐστι, διὰ δὲ προσθήκης νεάζει. Ταλαιπωρεῖ τοίνυν ἡ ψυχή μου τῇ ἑαυτῆς ἀσχολίᾳ, νυσσομένη", + "candidate_score": 0.642904, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_40", + "bdc_text": "Der herr von h. erbarnet mich von gründ mines hertzens , dan seilig in sin son der pfaff derstich getrolet , dahin gebracht , und wo jenem gleg und weg oder fürbitt möchte funden werden .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_46", + "psc_text": "ὅτι διὰ τὴν ὕβριν ἣν αὐτῷ ἐπήγαγεν, ὑποχωρῆσαι ἐκ τοῦ μοναστηρίου ἤθελεν, ὅθεν καὶ ἠρώτησεν αὐτὸν, λέγων· Ποῦ βούλει ἀπελθεῖν; ᾧ τινι ἀποκριθεὶς, εἶπε· Τοῦ μοναστηρίου πρᾶγμα ὡρισμένον ἐστὶ, πάτερ, ὅπερ ἀδυνάτως ἔχω τοῦ ἐᾶσαι· τῇ γὰρ χθὲς ἡμέρᾳ ὥρισα σήμερον ἐκεῖσε εὑρεθῆναι. Τότε ἐκεῖνος ἐκ βάθους καρδίας στενάξας, καὶ κατανοήσας τὴν ἑαυτοῦ δυσκολωτάτην σκληρότητα, τὴν δὲ ταπεινοφροσύνην καὶ πρᾳότητα τοῦ Λιβερτίνου, ἐκ τῆς κλίνης ἀναστὰς τοὺς πόδας αὐτοῦ 162 ἐκράτησε, καὶ ἑαυτὸν ἡμαρτηκέναι, καὶ κατάκριτον εἶναι ὡμολόγησεν, ���τι τοιούτῳ καὶ τηλικούτῳ ἀνδρὶ τοιαύτην ὠμωτάτην βάσανον ἐπενέγκαι ἐπετόλμησε. Τοὐναντίον δὲ Λιβερτῖνος ἑαυτὸν εἰς τὴν γῆν ὑποστρώσας, καὶ τοῖς ἐκείνου ποσὶ προσκυλινδούμενος, τοῦ ἰδίου πταίσματος, καὶ οὐ τῆς ἐκείνου ἀσθενείας γεγονέναι ἐλεγεν, ὅπερ ὑπέμεινε. Τούτου δὲ γεγονότος, ἐν μεγίστῃ πρᾳότητι ἐπανῆλθεν ὁ πατὴρ, καὶ ἡ ταπείνωσις τοῦ μαθητοῦ ὁδηγὸς γέγονε τοῦ διδασκάλου. Ὅτε οὖν διὰ τὴν τοῦ μοναστηρίου φροντίδα εἰς τὸ ὡρισμένον πρᾶγμα ἀπῆλθε, πολλοὶ ἄνδρες εὐγενεῖς τε καὶ γνώριμοι, οἵ", + "candidate_score": 0.639603, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_23_25", + "bdc_text": "mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf . viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd . Gott verlych uns allen unsere mißethat .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_868", + "psc_text": "διὰ τῶν μηρῶν κάτω ἐσύρετο, διὰ δὲ τῶν βραχιόνων ἄνω, φανερὸν λίαν καθέστηκεν, ὅτι τὴν μὲν ἐλεημοσύνην ἠγάπησε, τῶν δὲ τῆς σαρκὸς παθῶν ὁλοκλήρως οὐκ ἀντέστη, δι' ὧν κάτω ἐσύρετο. Τῇ οὖν κρυπτῇ τοῦ Θεοῦ ἐτάσει ἐγνωρισμένον ὑπάρχει τί ἐν αὐτῷ ἐνίκησεν. Ἐπεὶ καὶ ἡμᾶς καὶ αὐτὸν τὸν ταῦτα θεασάμενον καὶ ὑποστρέψαντα πάλιν λανθάνει τί περὶ αὐτοῦ ἐγένετο. Δείκνυται δὲ περὶ τοῦ αὐτοῦ Στεφάνου, καθὼς ἀνωτέρω διηγησάμην, ὅτι καὶ μετὰ τὸ θεάσασθαι αὐτὸν τοὺς τοῦ ᾅδου τόπους, καὶ ὑποστρέψαι ἐν τῷ σώματι, οὐδαμῶς τὴν ἑαυτοῦ ζωὴν ὁλοκλήρως διωρθώσατο. Ὅστις μετὰ πολλοὺς χρόνους ἐν τῇ πάλῃ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου ἐκ τοῦ σώματος ἐξῆλθεν. Ὅθεν ἐν τούτῳ τῷ πράγματιφανεροῦται, ὅτι τὰ τοῦ ᾅδου βάσανα ἐπιδεικνύμενα, τισὶ μὲν εἰς ἀσφάλειαν, τισὶ δὲ εἰς περισσοτέραν κατάκρισιν γίνεται, ἵνα οἱ μὲν θεωρήσαντες τὰ κακὰ φοβηθῶσιν, οἱ δὲ διὰ τοῦτο ἐπὶ πλεῖον καταδικασθῶσιν, ὅτι οὔτε θεασάμενοι καὶ γνωρίσαντες τὰ τοῦ ᾅδου βάσανα ἑαυτοὺς διωρθώσαντο.", + "candidate_score": 0.626253, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_40", + "bdc_text": "Der herr von h. erbarnet mich von gründ mines hertzens , dan seilig in sin son der pfaff derstich getrolet , dahin gebracht , und wo jenem gleg und weg oder fürbitt möchte funden werden .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_21", + "psc_text": "φαγεῖν ἢ ἅψασθαι παντελῶς ἀπετρέπετο, διὰ τὸν τῆς ἐγκρατείας πόθον. Ἥρξαντο οὗν οἱ γονεῖς αὐτοῦ ἐμπαίζειν αὐτῷ καὶ λέγειν· Φάγε· μὴ γὰρ ἰχθύν σοι ἐν τούτοις τοῖς ὄρεσιν ἔχομεν παραθεῖναι. Ἐν ἐκείνῳ δὲ τῷ τόπῳ, ἰχθὺς μὲν ἠκούετο, οὐδαμῶς δὲ εὑρισκόμενος ἐθεωρεῖτο. Ἐν ὅσῳ δὲ τούτοις τοῖς ῥήμασιν ὁ Ὁνωρᾶτος ἐνεπαίζετο, ὕδωρ εἰς τὴν τοῦ συμποσίου ὑπουργίαν παρέλλειψε· καὶ μετὰ σίτλας ξυλίνης, καθὼς αὐτόθι ἔθος ἐστὶν, τὸ ἀνδράποδον εἰς τὴν πηγὴν ἀπῆλθε. Καὶ ἐν ὅσῳ ἤντλει τὸ ὕδωρ, ἰχθύς τις εἰς τὸ ἄντλημα εἰσῆλθεν. Ὑποστρέψας δὲ ὁ τὸ ὕδωρ κομίζων, πρὸ προσώπου τῶν ἀνακειμένων τὸν ἰχθὺν σὺν τῷ ὕδατι ἐξέχεεν, ὅστις δι' ὅλης τῆς ἡμέρας εἰς βρῶσιν τῷ Ὁνωράτῳ αὐταρκέσαι ἠδυνήθη. Θαυμασάντων δὲ πάντων, ἐκεῖνος ὅλος ὁ τῶν γονέων ἐμπαιγμὸς ἔπαυσεν. Καὶ τὴν τοῦ Ὁνωράτου ἐγκράτειαν ἤρξαντο σέβεσθαι, ἥνπερ κατεγέλων τὸ πρότερον· οὕτως οὖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ τοῦ ἐμπαιγμοῦ τὴν ὕβριν ὁ ἰχθυς τοῦ ὄρους ἀπήλειψεν. Προκόψαντος δὲ", + "candidate_score": 0.615908, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_169", + "psc_text": "ἄφνω ἐν μέσῳ τῶν δύο αὐτοῦ χειρῶν ἐν τῷ ἐπενδύτῃ δώδεκα νομίσματα εὗρεν, οὕτως ἀπαστράπτοντα, ὡς ὅτι ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐκ τοῦ πυρὸς ἦσαν ἐξελθόντα. Παρευθὺς οὖν ἐκ τῆς ἐκκλησίας ἐξελθὼν, εἰς τὸν κόλπον αὐτοῦ τοῦ θυμωθέντος πρεσβυτέρου ἔῤῥιψε, λέγων· Ἰδοὺ ἔχεις τὸ λογάριν, ὅπερ ἐζήτησας, τοῦτο δέ σοι γνωστὸν ἔστω, ὅτι μετὰ θάνατόν μου, ἐν ταύτῃ τῇ ἐκκλησίᾳ ἐπίσκοπος σὺ οὐ μὴ γενήσῃ διὰ τὴν κνηπίαν σου. Τοῦτο δὲ ἀληθὲς ὑπῆρχεν, ὅτι ὁ πρεσβύτερος διὰ τὸ ἐπιτυχεῖν τῆς ἐπισκοπῆς τὸ λογάριν ἡτοίμαζεν. Ἀλλ' ὁ λόγος τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ οὐ διήμαρτεν· ἐν τῷ τοῦ πρεσβυτέρου γὰρ τάγματι ὢν, τὸ τῆς παρούσης ζωῆς τέλος ἐδέξατο. Ἐν ἄλλῳ τοίνυν καιρῷ δύο τινὲς Γότθοι, ἐν Ῥαβέννῃ φάσκοντες ἀπέρχεσθαι, παρὰ τῷ ἁγίῳ τούτῳ ἀνδρὶ εἰς μονὴν ὑπεδέχθησαν. Προπέμπων δὲ αὐτοὺς, μικρὸν σκεῦος ξύλινον οἴνου γεμίσας, τῇ οἰκείᾳ χειρὶ τούτοις ἐπιδέδωκεν· ὅπερ ἐν τῇ ὁδῷ ἀριστώντων αὐτῶν ἴσως ἀρκέσαι αὐτοῖς ἠδύνατο. Ἕως οὗ", + "candidate_score": 0.612974, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_167", + "psc_text": "λογάριν ὅπερ ἔλαβεν, ἐν τῇ ἄρκλῃ αὑτοῦ εἶχεν. Ἐν ταῖς ἀπουσίαις οὖν τούτου εἰσελθὼν, ἐν ᾧ τόπῳ ἡ ἄρκλα ἔκειτο, καὶ σκοπῷ εὐσεβείας τὰ κλεῖθρα αὐτῆς συντρίψας, ἐπαρὼν τὰ δώδεκα νομίσματα ταῦτα, τοῖς δεομένοις, καθὼς αὐτῷ ᾔρεσε, διεμέρισεν. Ὑποστρέψας δὲ ἐκ τοῦ ἔργου Κωνστάντιος ὁ πρεσβύτερος, καὶ τὴν κλείδωσιν τῆς ἄρκλης κεκλασμένην θεασάμενος, μὴ εὑρὼν δέ τὸ λογάριν, ὅπερ εἰς τὴν τιμὴν τοῦ ἵππου ἦν λαβὼν, ἤρξατο μετ' ὀργῆς μεγάλῃ τῇ φωνῇ κράζειν καὶ λέγειν· Πάντας ἐνταῦθα ἔνι ζῆσαι, μόνος δὲ ἐγὼ ἐν τῷ οἴκῳ τούτῳ ζῆσαι οὐ δύναμαι. Εἰς τὰς φωνὰς δὲ αὐτοῦ ὁ ἐπίσκοπος, καὶ πάντες ὅσοι ἦσαν ἐν τῷ ἐπισκοπίῳ παρεγένοντο. Καὶ θέλων αὐτὸν ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καταπραῦναι, ἤρξατο λόγοις κολακευτικοῖς παραινεῖν αὐτόν. Ἐκεῖνος δὲ μετὰ ὕβρεως ἀπεκρίθη λέγων· Πάντες μετὰ σοῦ ζῶσι, μόνος ἐγὼ ἔμπροσθέν σου ζῆσαι οὐ δύναμαι, 190 ἀπόδος μοι τὸ λογάριν μου. Κινηθεὶς δὲ ὁ ἐπίσκοπος ταῖς τούτου φωναῖς, ἐν τῷ ναῷ", + "candidate_score": 0.607217, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_166", + "psc_text": "βούλωνται. Εν ἄλλῳ τοίνυν καιρῷ ὁ προλεχθεὶς Κωνστάντιος ὁ πρεσβύτερος ὁ τούτου ἀνεψιὸς, τὸν ἑαυτοῦ ἵππον εἰς δώδεκα νομίσματα πέπρακε· καὶ ταῦτα ἐν τῇ ἰδίᾳ ἄρκλῃ βαλὼν, πρὸς τὸ ἐργάσασθαι ἐξῆλθεν. Αἰφνίδιον δὲ πτωχοὶ ἐν τῷ ἐπισκοπίῳ κατέλαβον, οἵτινες ἀναιδῶς τὸν ἅγιον τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπον Βονιφάτιον τὸν ἐπίσκοπον ἐδυσώπουν, ὅπως αὐτοῖς εἴ τι οὗν δωρήσηται πρὸς τὸ τὴν τῆς πτωχείας ἔνδειαν παραμυθήσασθαι. Ὁ δὲ ἅγιος οὗτος ἀνὴρ, μὴ ἔχων τι δοῦναι, ἤρξατο στενοχωρεῖσθαι τῷ λογισμῷ, μὴ θέλων τοὺς πτωχοὺς κόλπῳ κενῷ ἐξαποστεῖλαι. Εἰς μνήμην δὲ αὐτῷ ἦλθεν, ὅτι Κωνστάντιος ὁ πρεσβύτερος ὁ αὐτοῦ ἀνεψλὸς, τὸν ἵππον αὐτοῦ πέπρακε, καὶ τὸ λογάριν ὅπερ ἔλαβεν, ἐν τῇ ἄρκλῃ αὑτοῦ εἶχεν. Ἐν ταῖς ἀπουσίαις οὖν τούτου εἰσελθὼν, ἐν ᾧ τόπῳ ἡ ἄρκλα ἔκειτο, καὶ σκοπῷ εὐσεβείας τὰ κλεῖθρα αὐτῆς συντρίψας, ἐπαρὼν τὰ δώδεκα νομίσματα ταῦτα, τοῖς δεομένοις, καθὼς αὐτῷ ᾔρεσε, διεμέρισεν. Ὑποστρέψας δὲ ἐκ τοῦ ἔργου Κωνστάντιος ὁ πρεσβύτερος, καὶ τὴν κλείδωσιν τῆς", + "candidate_score": 0.604332, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_36", + "bdc_text": "verbenns , üch lassend gruͤsen unser g. S. consuli , Pat . consulis car. fundamus partes mutuas .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_97", + "psc_text": "πολλὰ διαμερίζεται, σμικρύνεται καθ' ἕκαστον, καὶ πάντων εἰς ἓν συνεπαίρεται, ἐν ὅσῳ ἐν πολλοῖς τῇ ἀσχολίᾳ πλατύνεται. ΠΕΤΡ. Σφόδρα ἀληθῆ ἅπερ λέγεις ὑπάρχουσιν. ΓΡΗΓΟΡ. Οὐχ ἡγοῦμαι δίκαιον οὐδὲ τοῦτο σιγῆσαι, ὅπερ παρὰ Βαλεντίνου τοῦ εὐλαβεστάτου, τὸ τηνικαῦτα ἡγουμένου μου γεγονότος, περὶ τούτου τοῦ ἁγίου ἀνδρὸς διηγουμένου ἀκήκοα. Ἔλεγε γὰρ ὅτι ἐν τῷ εὐκτηρίῳ τοῦ μακαρίου μάρτυρος Λαυρεντίου τὸ σῶμα αὐτοῦ ἦν τεθαμμένον. Ἐπάνω δὲ τοῦ μνήματος γεωργός τις ἄρκαν μετὰ σίτου ἐπέθηκεν, μὴ κατανοήσας, ὁποῖος ἀνὴρ αὐτόθι 174 ἔκειτο. Αἰφνίδιον οὖν τάραχος ἐξ οὐρανόθεν γέγονεν, καὶ πάντων ἐν τῇ ἑαυτῶν καταστάσει διαμενόντων, ἡ ἐπάνω τοῦ μνήματος τεθεῖσα ἄρκα ἐπήρθη, καὶ ἀπὸ μήκους ἐῤῥίφη, ὅπως γνώσωνται πάντες πόσης παρὰ Θεοῦ τιμῆς ἠξιώθη, οὗτινος τὸ σῶμα ἐκεῖσε ἔκειτο. Ταῦτα δὲ ἅπερ νυνὶ καθυποβάλλω τῷ διηγήματι παρὰ τοῦ προλεχθέντος εὐλαβεστάτου ἀνδρὸς Φορτουνάτου διηγουμένου ἐπέγνων. Ὅστις καὶ τῷ γήρᾳ, καὶ τοῖς ἔργοις, καὶ τῇ ἀκακίᾳ πάνυ μοι ἀρέσκει. Ἔλεγε δὲ οὗτος, ὅτι ἐν τῇ", + "candidate_score": 0.582929, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_24", + "bdc_text": "viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd .", + "psc_chunk_id": "077_Gregorius-I_Dialogi_window_564", + "psc_text": "αὐτὸς εὐλαβέστατος Μαξιμιανὸς ἀγάπης ἕνεκεν μετὰ ἀδελφῶν πρός με παρεγένετο. Ἐν δὲ τῷ ὑποστρέφειν αὐτὸν ἐπὶ τὴν Ῥώμην, ἐν τῷ πελάγει τῆς Ἀδρείς, σφοδροτάτῃ ἀνάγκῃ καταπιεσθεὶς, παραδόξῳ καὶ ἀνεξιχνιάστῳ θαύματι πέριξ αὐτοῦ καὶ τῶν σὺν αὐτῷ ὄντων, καὶ τὸν θυμὸν τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ καὶ τὴν εὐσπλαγχνίαν ἐπέγνω. Ἀνέμων γὰρ σφοδρῶν ἐπιστάντων, καὶ τῶν κυμάτων αὐξανομένων, τὰ τοῦ πλοίου ἡλώματα ἀνεσπάσθησαν, τὸ κατάρτιν ἐκλάσθη, τὰ ἄρμενα ἐν τῇ θαλάσσῃ ἐῤῥίφησαν, καὶ ὅλον τὸ πλοῖον ἐκ τῆς τῶν κυμάτων βίας δονηθὲν, ἐκ πάσης αὑτοῦ ἁρμονίας διελύθη. Τῶν οὖν ἁρμῶν, ὡς εἴρηται, διαλυθεντων, ἔνδον ἡ θάλασσα εἰσελθοῦσα, ἕως τῶν ἀνωτέρω σανίδων τὸ πλοῖον ἐγέμισεν, ὥστε οὐχὶ τοσοῦτον ἐν τοῖς κύμασιν εἶναι τὸ πλοῖον, ὅσον ἔνδον τοῦ πλοίου τὰ κύματα. Ὅθεν λοιπὸν πάντες οἱ ἐν τῷ πλοίῳ, οὐχὶ γειτνιαζοντα τὸν θάνατον, ἀλλὰ τοῖς ὀφθαλμοῖς παρόντα αὐτὸν θεωροῦντες, ἐν πολλῇ ταραχῇ γεγονότες, ἑαυτοὺς ἠσπάσαντο, καὶ τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ λυτρωτοῦ ἡμῶν Θεοῦ καὶ κυρίου", + "candidate_score": 0.560535, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 6, + "cf_id": "cf011", + "work_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1", + "max_score": 0.696294, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_0_2", + "bdc_text": "pietas und mag ichriben , so er will. Dempellischen prüwen gott will ichs frünseßenn , unnd in sinem bruͦß unverschrockenlich fürfarenn , durch sin gnad , so uns durch Jesum Christum ververbenn . Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_833", + "psc_text": "τὸ πλήρωμα αὐτῆς. Πέφυκα δὲ χρῆσθαι τροφῇ τὸν ἐξ ἀνθρώπων ἀπολαμβάνων καρπὸν ὡς καὶ φῆσαι τοῖς ἐμὲ θρέψουσιν· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρὸς μοῦ· κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν· ἐπείνασα γὰρ καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με καὶ τὰ τούτοις ἑξῆς. τραφήσομαι οὖν ὑπ’ ἐκείνων οὕτως λέξων αὐτοῖς· ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. ἔστιν δὲ θυσία λογικὴ καὶ ἡ δι’ αἰνέσεως καὶ θεολογίας καὶ εὐχαριστίας· ἔστιν δὲ καὶ ἄλλη θυσία τῷ θεῷ προσφιλὴς ἡ κατ’ εὐχὰς ἐπαγγελλομένη, ἐπειδάν τις καταθύμιόν τι τῷ θεῷ πράξαι ὑποσχόμενος, ἔργοις ἐπιτελέσῃ τὴν ἐπαγγελίαν. εὐχὰς γὰρ εἴωθεν ὁ λόγος ἁπανταχοῦ τῶν γραφῶν τὰς ἐπαγγελίας ὀνομάζειν ὥσπερ ἐν τῷ λέγεσθαι· ἐὰν εὔξῃ εὐχὴν μὴ χρονίσῃς ἀποδοῦναι· ἀγαθὸν τὸ μὴ εὔξασθαι ἢ τὸ εὔξασθαι καὶ μὴ ἀποδοῦναι. ἐπειδὰν οὖν ταῦτα ποιήσῃς εὐκαίρως, ἐπικαλέσῃ με ἐν ἡμέρᾳ θλίψεως, καὶ ἐξελοῦμαί σε καὶ δοξάσεις με. Θαρσῶν γάρ, ἅτε σπείρας ἑαυτῷ εἰς δικαιοσύνην, ἔλπιζε", + "candidate_score": 0.696294, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_0_2", + "bdc_text": "pietas und mag ichriben , so er will. Dempellischen prüwen gott will ichs frünseßenn , unnd in sinem bruͦß unverschrockenlich fürfarenn , durch sin gnad , so uns durch Jesum Christum ververbenn . Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_333", + "psc_text": "μου ἐστίν, εἰκότως φήσαιμ’ ἄν· τίνα φοβηθήσομαι; οὐδένα γὰρ ἐπιστραφήσομαι τῶν τοσούτων ἐχθρῶν οὐδὲ ἀπό τινος τούτων δειλιάσω θαρσῶν τῷ ὑπερασπιστῇ τῆς ζωῆς μου. πάλιν δ’ ἐνταῦθα τηρήσεις, ὡς τὸ σωτήρ μου ἐν τῷ Ἑβραϊκῷ τὸ ὄνομα τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ αὐτοῖς χαρακτῆρσιν Ἑβραϊκοῖς περιέχει, ἐν οἷς ἄν τις τὸν Ἰησοῦν γράψειεν. ὁ δὲ ταῦτα λέγων διδάσκει ὁποίου πειραθεὶς τοῦ ἑαυτοῦ σωτῆρος τῆς τῶν ἐχθρῶν ἐπιβουλῆς κατεγέλασε· διό φησιν· ἐν τῷ ἐγγίζειν ἐπ’ ἐμὲ κακοῦντας, τοῦ φαγεῖν τὰς σάρκας μου, οἱ θλίβοντες καὶ οἱ ἐχθροί μου, αὐτοὶ ἠσθένησαν καὶ ἔπεσαν. οἱ μὲν ἐπίεσάν μοι θηρίων ἀτιθάσσων δίκην μονονουχὶ καταπιεῖν με βουλόμενοι καὶ αὐτάς μου καταμασήσασθαι τὰς σάρκας. διὸ λέλεκται παρὰ τῷ Συμμάχῳ· ἐν τῷ ἐγγίζειν ἐπ’ ἐμὲ κακούργους εἰς τὸ καταφαγεῖν τὰς σάρκας μου. ἀλλ’ οἱ ταῦτα κατ’ ἐμοῦ διανοηθέντες καὶ ἤδη πλησίον γενόμενοι τῶν ἐμῶν σαρκῶν, οὐκ οἶδ’ ὅπως, ἅπερ πρᾶξαι κατ’ ἐμοῦ διανενόηντο, ταῦτα πεπόνθασιν· αὐτοὶ γάρ,", + "candidate_score": 0.69547, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_0_2", + "bdc_text": "pietas und mag ichriben , so er will. Dempellischen prüwen gott will ichs frünseßenn , unnd in sinem bruͦß unverschrockenlich fürfarenn , durch sin gnad , so uns durch Jesum Christum ververbenn . Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_577", + "psc_text": "σαρκί μου· ἐπειδὴ γὰρ αἱ ψόαι ψύαι μου ἐπλήσθησαν ἐμπαιγμάτων, διὰ τοῦτο, φησίν, εἰς μετάνοιαν τῶν πεπραγμένων ἐλθὼν τὴν ἐμαυτοῦ σάρκα κολάζω καὶ τιμωροῦμαι, διό φημι· οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου, ὡς ἂν δυνηθείη ποτὲ κατορθώσας εἰπεῖν· εἰ καὶ ὁ ἔξω ἡμῶν ἄνθρωπος φθείρεται, ἀλλ’ ὁ ἔσω ἀνακαινοῦται. Καὶ ἀνωτέρω δὲ ἔλεγεν· οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου, καί· οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου · εἶτα εἶτ’ ἐπάγει ἐπιλέγει · ἐκακώθην καὶ ἐταπεινώθην ἕως σφόδρα· τοῦτο δὲ ἑτέρως ἐν τοῖς ἔμπροσθεν ἐδήλου φήσας· ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους · ἴδιον δὲ ἀνδρῶν συνετῶν τὸ μὴ ἐπαίρεσθαι ἐπὶ τοῖς κατὰ πρόληψιν καὶ συναρπαγὴν ἁμαρτανομένοις, ἀλλ’ αἰδεῖσθαι καὶ ἐρυθριᾶν καὶ τὴν συνείδησιν πλήττεσθαι καὶ ταπεινοῦσθαι. Ὁ μὲν γὰρ Δαυὶδ πρὸς τούτοις ἐπιλέγει· ὠρυόμην ἀπὸ στεναγμοῦ τῆς καρδίας μου ἢ κατὰ τὸν Ἀκύλαν· καὶ ἐβρυχόμην ἀπὸ βρυγμοῦ τῆς καρδίας μου · οὐ γὰρ ἵνα τοῖς πολλοῖς πολοῖς φανερὸς", + "candidate_score": 0.69437, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27_29", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 . man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_34", + "psc_text": "τὴν ζωήν. Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; πολλοὶ ἐπανίστανται ἐπ’ ἐμέ· πολλοὶ λέγουσιν τῇ ψυχῇ μου· οὐκ ἔστι σωτηρία αὐτῷ ἐν τῷ θεῷ αὐτοῦ. Πάντας διωγμοὺς χρὴ προσδοκᾷν τοὺς κατὰ θεὸν ζῇν προῃρημένους. ἐπεὶ κατὰ τὸν ἀπόστολον· πάντες οἱ θέλοντες ζῇ�� εὐσεβῶς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται. ἀλλ’ ἐν πᾶσι προσήκει τὰ δεινὰ καρτερῶς ὑπομένειν· ἐπεὶ μηδὲ πρὸς ὀλίγον ἐστὶν ἡμῖν ὁ ἀγών, μηδὲ πρὸς μικρούς, ἀλλὰ πρὸς πλείονας καὶ μεγάλους, οὐ μόνον τοὺς ἐν ἀνθρώποις, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀοράτους ἐχθρούς. καὶ κατὰ τὸ ῥητὸν δὲ, Δαυῒδ, ἐκ νέας ἡλικίας ὑπὸ τοῦ Σαοὺλ πολεμηθεὶς, καὶ μετὰ ταῦτα ὑπὸ μυρίων ἄλλων, καὶ τέλος ὑπὸ τοῦ υἱοῦ τῆς βασιλείας ἐλαυνόμενος καὶ φεύγων, ταῦτα κατὰ τὸν καιρὸν τῆς φυγῆς ἔλεγεν. ἐχθρῶν δέ ἐστι τὸ ἐπεμβαίνειν καὶ ἐπανίστασθαι τοῖς κακοῖς τῶν δι’ ἐναντίας· διόπερ καὶ τῷ Δαυῒδ ἡμαρτηκότι ἐπὶ τῆς τοῦ Οὐρίου πολλοὶ ἐπανίσταντο ἐπιχαιρεσίκακοι ἐχθροί τινες. πάλαι καὶ ἐκ μακροῦ διαφθονούμενοι αὐτοῦ τῇ", + "candidate_score": 0.685698, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29_31", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_612", + "psc_text": "προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσεν τῆς δεήσεώς μου καὶ ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας καὶ ἀπὸ πηλοῦ ὕλεως καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατηύθυνεν τὰ διαβήματά μου. καὶ ἐνέβαλεν εἰς τὸ στόμα μου ᾆσμα καινόν, ὕμνον τῷ θεῷ ἡμῶν· ὄψονται πολλοὶ καὶ φοβηθήσονται καὶ ἐλπιοῦσιν ἐπὶ κύριον. Ἐπειδὴ ἡ θλίψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα· ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει. εἰκότως οὐχ ἁπλῶς ὁ δίκαιος ὑπομένει, ἀλλ’ ἐπιτείνων τὴν ἐλπίδα καὶ μὴ ἀπογινώσκων τὴν παρὰ θεῷ σωτηρίαν παραμένει τῇ ὑπομονῇ. κἂν παραχρῆμα δεηθεὶς μὴ ὑπακουσθῇ, ὅμως ἐλπίζων ὑπομένει καὶ προσκαρτερεῖ ταῖς δεήσεσι καὶ ταῖς προσευχαῖς. εἰ δὲ καὶ ἐν σφάλματί ποτε γένοιτο, ὥσπερ ὁ Δαυίδ, ὁμολογεῖ μὴ ἀγνοεῖν οἷ κακῶν ἐλήλυθεν. εἰ δὲ καὶ μετὰ ταῦτα ἀναλάβοι ἑαυτὸν τοῦ σφάλματος συνῃσθημένως, εὐχαριστήσει γνωρίζων, ἀφ’ οἵου βάθους ταλαιπωρίας ἀνειμήσατο αὐτὸν ὁ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ γενόμενος ἰατρὸς καὶ σωτήρ. διόπερ ἐρεῖ· ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου", + "candidate_score": 0.685255, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29_31", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_450", + "psc_text": "οὖν ἡμῖν εἰς τὴν τοῦ ψαλμοῦ προγραφὴν εἰρήσθω. Εὐλογήσω τὸν κύριον ἐν παντὶ καιρῷ, διὰ παντὸς ἡ αἴνεσις αὐτοῦ ἐν τῷ στόματί μου. Εὐχαριστῶν ὁ Δαυίδ, ἐφ’ οἷς ἠξιώθη τροφῆς ἱερατικῆς, οὐκ ἐπὶ τοῦ παρόντος, φησί, μόνον, ��λλὰ καὶ διὰ πάσης τῆς ζωῆς χάριτας ὁμολογῶν καὶ εὐλογῶν αὐτὸν διατελέσω, οὐδὲ ἀπολειφθήσεταί ποτε τὸ στόμα μου τῆς εἰς αὐτὸν αἰνέσεως· ἀντὶ γὰρ θυσίας καὶ ὁλοκαυτωμάτων πεπαίδευμαι τὴν διὰ χειλέων προσάγειν αὐτῷ θυσίαν. Ἐν τῷ κυρίῳ ἐπαινεθήσεται ἡ ψυχή μου· ἀκουσάτωσαν πραεῖς καὶ εὐφρανθήτωσαν. Ἐπειδὴ γὰρ φεύγοντί μοι οὐδεὶς βοηθὸς πάρεστιν οὐδέ τις καταφυγὴ οὐδὲ ἀσφάλεια· μόνον δὲ τὸν κύριον φυλακτήριον ἐπάγομαι τῆς ἐμαυτοῦ ψυχῆς καὶ ἐπ’ αὐτῷ, ἀλλ’ οὐκ ἐπὶ ταῖς ἐμαῖς δικαιοπραγίαις ἡ ψυχή μου θαρρεῖ· εἰκότως, ἐπὶ τῷ κυρίῳ καυχήσεται ἡ ψυχή μου· ἀκουσάτωσαν πραεῖς καὶ εὐφρανθήτωσαν. ἐμὲ δὲ λαβόντες ὑπόδειγμα πάντες οἱ πρᾶοι καὶ ταπεινοὶ καὶ ἐπιεικεῖς διὰ τὴν εἰς τὸν θεὸν εὐλάβειαν θαρρείτωσαν καὶ πληρούσθωσαν εὐφροσύνης τὰ", + "candidate_score": 0.683671, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28_30", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_612", + "psc_text": "προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσεν τῆς δεήσεώς μου καὶ ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας καὶ ἀπὸ πηλοῦ ὕλεως καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατηύθυνεν τὰ διαβήματά μου. καὶ ἐνέβαλεν εἰς τὸ στόμα μου ᾆσμα καινόν, ὕμνον τῷ θεῷ ἡμῶν· ὄψονται πολλοὶ καὶ φοβηθήσονται καὶ ἐλπιοῦσιν ἐπὶ κύριον. Ἐπειδὴ ἡ θλίψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα· ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει. εἰκότως οὐχ ἁπλῶς ὁ δίκαιος ὑπομένει, ἀλλ’ ἐπιτείνων τὴν ἐλπίδα καὶ μὴ ἀπογινώσκων τὴν παρὰ θεῷ σωτηρίαν παραμένει τῇ ὑπομονῇ. κἂν παραχρῆμα δεηθεὶς μὴ ὑπακουσθῇ, ὅμως ἐλπίζων ὑπομένει καὶ προσκαρτερεῖ ταῖς δεήσεσι καὶ ταῖς προσευχαῖς. εἰ δὲ καὶ ἐν σφάλματί ποτε γένοιτο, ὥσπερ ὁ Δαυίδ, ὁμολογεῖ μὴ ἀγνοεῖν οἷ κακῶν ἐλήλυθεν. εἰ δὲ καὶ μετὰ ταῦτα ἀναλάβοι ἑαυτὸν τοῦ σφάλματος συνῃσθημένως, εὐχαριστήσει γνωρίζων, ἀφ’ οἵου βάθους ταλαιπωρίας ἀνειμήσατο αὐτὸν ὁ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ γενόμενος ἰατρὸς καὶ σωτήρ. διόπερ ἐρεῖ· ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου", + "candidate_score": 0.681878, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27_29", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 . man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_612", + "psc_text": "προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσεν τῆς δεήσεώς μου καὶ ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας καὶ ἀπὸ πηλοῦ ὕλεως καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατηύθυνεν τὰ διαβήματά μου. καὶ ἐνέβαλεν εἰς τὸ στόμα μου ᾆσμα καινόν, ὕμνον τῷ θεῷ ἡμῶν· ὄψονται πολλοὶ καὶ φοβηθήσονται καὶ ἐλπιοῦσιν ἐπὶ κύριον. Ἐπειδὴ ἡ θλίψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα· ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει. εἰκότως οὐχ ἁπλῶς ὁ δίκαιος ὑπομένει, ἀλλ’ ἐπιτείνων τὴν ἐλπίδα καὶ μὴ ἀπογινώσκων τὴν παρὰ θεῷ σωτηρίαν παραμένει τῇ ὑπομονῇ. κἂν παραχρῆμα δεηθεὶς μὴ ὑπακουσθῇ, ὅμως ἐλπίζων ὑπομένει καὶ προσκαρτερεῖ ταῖς δεήσεσι καὶ ταῖς προσευχαῖς. εἰ δὲ καὶ ἐν σφάλματί ποτε γένοιτο, ὥσπερ ὁ Δαυίδ, ὁμολογεῖ μὴ ἀγνοεῖν οἷ κακῶν ἐλήλυθεν. εἰ δὲ καὶ μετὰ ταῦτα ἀναλάβοι ἑαυτὸν τοῦ σφάλματος συνῃσθημένως, εὐχαριστήσει γνωρίζων, ἀφ’ οἵου βάθους ταλαιπωρίας ἀνειμήσατο αὐτὸν ὁ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ γενόμενος ἰατρὸς καὶ σωτήρ. διόπερ ἐρεῖ· ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου", + "candidate_score": 0.680926, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29_31", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_189", + "psc_text": "ὠδῖνες θανάτου, καὶ χείμαρροι ἀνομίας ἐξετάραξάν με· ὠδῖνες ᾅδου περιεκύκλωσάν με, προέφθασάν με παγίδες θανάτου. καὶ ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐπεκαλεσάμην τὸν κύριον καὶ πρὸς τὸν θεόν μου ἐκέκραξα· ἤκουσεν ἐκ ναοῦ ἁγίου αὐτοῦ φωνῆς μου, καὶ ἡ κραυγή μου ἐνώπιον αὐτοῦ εἰσελεύσεται εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ. Διδάσκει διὰ τούτων, τίνα τρόπον καὶ ὑπὸ τῶν χειμάρρων τῆς ἀνομίας ταρασσόμενος καὶ τὰ λοιπὰ τὰ προειρημένα πάσχων ᾔσθετο αὑτοῦ κινδυνεύοντος ἐπὶ τὸν λιμένα τῆς ἑαυτοῦ σωτηρίας κατέφευγε. διό φησιν· ἐν τῷ θλίβεσθαι ἐπεκαλεσάμην τὸν κύριον, καὶ πρὸς τὸν θεόν μου ἐκέκραξα. εἶτα διδάσκει, ὡς οὐκ ἠστόχησε τοῦ σκοποῦ τοιαῦτα πιστεύσας· ἡ γὰρ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει. διὸ ἐπιφέρει· ἤκουσεν ἐκ ναοῦ ἁγίου αὐτοῦ φωνῆς μου, καὶ ἡ κραυγή μου ἐνώπιον αὐτοῦ εἰσελεύσεται εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ. ναὸν δὲ θεοῦ ἐν τούτοις ποῖον χρὴ νοεῖν λέγεσθαι ὑπὸ τοῦ Δαυῒδ, μήπω τοῦ ἐν Ἱεροσολύμοις οἴκου κατεσκευασμένου ἢ πάντως που τὴν ἐπουράνιον πόλιν τοῦ θεοῦ καὶ", + "candidate_score": 0.679025, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14_16", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_575", + "psc_text": "τέλους· καὶ οὐδὲ οὐ πρὸς μίαν ἡμέραν ὥραν , οὐδὲ πρὸς βραχεῖαν ὥραν, ἀλλὰ πᾶσαν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην ἢ ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον σκυθρωπὸς περιεπάτουν · οὐκ ἀδιαφορῶν ἐπὶ τῶν πεπραγμένων μοι, οὐδ’ οἷα βασιλεὺς ἐπαιρόμενος διὰ τὸ μηδενὶ κριτῇ ὑποκεῖσθαι· διὰ δὲ τὸν σὸν φόβον καὶ τὴν σὴν ἐμβρίμησιν , ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. Ὅτι αἱ ψόαι ψύαι μου ἐπλήσθησαν ἐμπαιγμάτων, καὶ οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου· ἐκακώθην καὶ ἐταπεινώθην ἕως σφόδρα, ὠρυόμην ἀπὸ στεναγμοῦ τῆς καρδίας μου. κύριε, ἐναντίον σου πᾶσα ἡ ἐπιθυμία μου, καὶ ὁ στεναγμός μου ἀπὸ σοῦ οὐκ ἀπεκρύβη. Ἀντὶ τοῦ αἱ ψόαι ψύαι μου ἐνεπλήσθησαν ἐπλήσθησαν ἐμπαιγμάτων ὁ Ἀκύλας ὅτι ἐπληρώθησαν μου αἱ οἱ λαγόνες ἀτιμίας , ὁ δὲ Σύμμαχος ὅτι αἱ ψόαι ψύαι μου ἐπλήσθησαν ἀτιμίας ἐκδεδώκασιν. Καὶ ὁ διὰ τοῦτο τούτων εἰς ὑπόμνησιν ἀνάμνησιν ἐλθὼν τῆς αἰσχρᾶς καὶ ἀτίμου πράξεως τῷ ἐρρῶσθαι αὐτῷ τὸ τῆς ψυχῆς αἰσθητήριον, ταῦτα ταῦτ’", + "candidate_score": 0.678668, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14_16", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_58", + "psc_text": "αὐταρκεῖ· εἶτα διαναπαύσεται, ἥνπερ διανάπαυσιν ἡγούμεθα δηλοῦσθαι διὰ τοῦ· ἐν εἰρήνῃ ἐπὶ τὸ αὐτὸ κοιμηθήσομαι καὶ ὑπνώσω. Ὅτι σύ, κύριε, κατὰ μόνας ἐπ’ ἐλπίδι κατῴκισάς με. Ἐκεῖνοι μέν, φησίν, οἱ πολλοὶ ἅτε δὴ πλατεῖαν καὶ εὐρύχωρον ὁδεύοντες, δι’ ἧς οἱ πολλοὶ βαδίζουσι, οὐκ ἐλπίζοντες, τίς δείξει αὐτοῖς τὰ κατὰ ἀλήθειαν ἀγαθά, ἐν οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ καὶ σίτῳ πληθύνοντες ὡς ἀγαθῶν τούτων ἀπολαύειν ἡγοῦνται· ἐμοὶ δὲ τῷ καταξιωμένῳ τοῦ φωτὸς τοῦ προσώπου σου, κύριε, ἔδωκας εὐφροσύνην καρδίας, ἀλλ’ οὐδὲ σαρκῶν οὐδὲ σωμάτων καὶ οὐ τὴν ἐξ οἴνου καὶ σίτου καὶ ἐλαίου σώμασι χορηγουμένην, ἀλλ’ εὐφροσύνην τὴν κατὰ διάνοιαν. μαθὼν γὰρ παρὰ τοῦ σοῦ πνεύματος καὶ τῶν σῶν ἐπαγγελιῶν, ὅτι, εἰ καὶ τὰ μάλιστα κατὰ τὸν ἐνεστῶτα βίον λύπαι μοι καὶ θλίψεις καὶ πειρασμοὶ καὶ περιστάσεις οὐ διαλείπουσιν, ἀλλ’ ἔσται μοι καιρὸς ὁ τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ σώματος, καθ’ ὃν ἐν εἰρήνῃ ποιήσομαι τὴν κοίμησιν καὶ τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ σώματος· εὖ δὲ ἀκριβῶς", + "candidate_score": 0.678173, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14_16", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_611", + "psc_text": "Σύμμαχός φησιν· ἀπόσχου μου, ἵνα μειδιάσω πρὶν ἀπελθεῖν με καὶ μὴ ὑπάρχειν . ἐὰν γὰρ ἐντεῦθεν, φησίν, μὴ μεταβαλὼν τὰ δάκρυα εἰς γέλωτα διὰ τὴν σὴν χάριν, μειδιάσω, καὶ ἐὰν μὴ ἐν τῷ παρόντι βίῳ ἀνῇς μοι τὸ ἁμάρτημα καὶ συγχωρήσῃς τὰ πεπραγμένα, ἵνα ἀναλάβω ἐμαυτὸν καὶ ἀναψύξω ἀπαλλαγεὶς τοῦ προσκαίρου βίου οὐκέτι ἕξω καιρὸν μετανοίας. μὴ τυχὼν δὲ ἀφέσεως οὐκέτι ὑπάρξω ἐν τῇ παρὰ σοὶ ζωῇ, ἀπόβλητος δὲ γενόμενος ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον . διὸ ἐντεῦθεν ἱκετεύω λέγων· μὴ παρασιωπήσῃς ἀπ’ ἐμοῦ, μήποτε παρασιωπήσῃς ἀπ’ ἐμοῦ, καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον . Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν κύριον, καὶ προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσεν τῆς δεήσεώς μου καὶ ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας καὶ ἀπὸ πηλοῦ ὕλεως καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατηύθυνεν τὰ διαβήματά μου. καὶ ἐνέβαλεν εἰς τὸ στόμα μου ᾆσμα καινόν, ὕμνον τῷ θεῷ ἡμῶν· ὄψονται πολλοὶ καὶ φοβηθήσονται καὶ ἐλπιοῦσιν ἐπὶ κύριον. Ἐπειδὴ", + "candidate_score": 0.677617, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14_16", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_175", + "psc_text": "διὰ χειλέων δολίων προσφερομένης, διὰ δὲ γλώττης κεκαθαρμένης καὶ τὰ θεῖα λόγια μελετᾷν εἰθισμένης ἐνωτίζεται ὁ θεός. διὸ ἐπὶ μὲν τῆς δικαιοσύνης εἰσάκουσον ἐλέγετο, ἐπὶ δὲ τῆς δεήσεως πρόσχες· ἐπὶ δὲ τῆς διὰ χειλέων προφερομένης φωνῆς ἐνώτισαι. τρία γοῦν ᾐτήσατο διὰ τῶν προκειμένων προτάξας τῶν δύο τὸ κρεῖττον. Ἐδοκίμασας τὴν καρδίαν μου, ἐπεσκέψω νυκτός· ἐπύρωσάς με, καὶ οὐχ εὑρέθη ἐν ἐμοὶ ἀδικία. Ὡς τὴν ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν ὑπερβαίνει ἡ τῶν προκειμένων διάνοια. τίς γὰρ καυχήσεται ἁγνὴν ἔχειν καρδίαν; καὶ τίς παρρησιάζεται λέγων καθαρὸς εἶναι ἀπὸ ἁμαρτιῶν; μόνῳ τοιγαροῦν ἁρμόζοι αὐτῷ Χριστῷ λέγειν τὰ προκείμενα. μήποτε δὲ τὴν εἰς τὸν ᾅδην κάθοδον καὶ τὸν ἐν τῷ θανάτῳ χῶρον νύκτα κέκληκεν ἐπὶ τοῦ πάροντος; εἰ γὰρ καὶ ἐν νυκτὶ γέγονεν ἐν τῷ καιρῷ τῶν πειρατηρίων καὶ ἐν τῷ σκοτεινῷ καὶ ἀφεγγεῖ τόπῳ τοῦ θανάτου· ἀλλὰ δοκιμασθεὶς ἐπισκοπῆς τῆς παρὰ τοῦ πατρὸς ἠξίωται διὰ τῆς ἀναστάσεως, καὶ ταύτης τετύχηκεν. ἐπειδήπερ, οἷα χρυσὸς ἐν πυρὶ", + "candidate_score": 0.677296, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29_31", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_48", + "psc_text": "ἀκολούθως διὰ τῶν προκειμένων φησίν· ἐν τῷ ἐπικαλεῖσθαί με εἰσήκουσέ μου ὁ θεὸς τῆς δικαιοσύνης μου, ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς μοι. οἰκτείρησόν με καὶ εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου. τὸ πρῶτον ἐπακουσθεὶς ἐν τῷ ἐπικαλεῖσθαι τὸν κύριον, οὐκ ἐπαίρεται οὐδὲ ἀπορρᾳθυμεῖ· ἀλλ’ εὐθὺς περὶ τοῦ μέλλοντος χρόνου πάλιν δέεται, πάντοτε τὸν θεὸν ἐπήκοον ἔχειν παρακαλῶν· ἱκετεύει τε κατ’ οἶκτον ἐπακουσθῆναι, οὐ κατ’ ὀφειλήν. εἰ γὰρ καὶ παρῆν τις αὐτῷ καρπὸς δικαιοσύνης, ἀλλ’ οὐκ ἐπὶ τούτῳ θαρσεῖν ἔλεγεν· ἀλλ’ ἐπὶ τῷ ἐλέῳ καὶ τοῖς οἰκτιρμοῖς τοῦ θεοῦ. Υἱοὶ ἀνθρώπων, ἕως πότε βαρυκάρδιοι; ἵνα τί ἀγαπᾶτε ματαιότητα, καὶ ζητεῖτε ψεῦδος; Τοὺς τὴν διάνοιαν πεπαχυμμένους καὶ περὶ τὴν ὑπακοὴν τοῦ θείου λόγου βραδεῖς βαρυκαρδίους ὠνόμασεν ἢ τοὺς βεβαρημένους τὸ συνειδὸς ὑπὸ μοχθηρῶν λογισμῶν· πλήττων δὲ τούτους τῷ λόγῳ φησίν· ἕως ποτε ταῖς ἑαυτῶν ἁμαρτίαις παραμένετε σπεύδειν δέον ἐπὶ μετάνοιαν καὶ τὴν φίλην τῷ θεῷ ἐξομολόγησιν; κατὰ δὲ τὴν ἱστορίαν, ἔοικεν ὁ Δαυῒδ πρὸς τοὺς ἐπὶ", + "candidate_score": 0.674215, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29_31", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_302", + "psc_text": "συγγεγραμμένοι· διὸ παρὰ τοῖς λοιποῖς ἑρμηνευταῖς τοῦ Δαυῒδ προγέγραπται· εἰκότως φήσομεν διδασκαλίαν περιέχειν τῆς πρὸς τὸν θεὸν ἐξομολογήσεως, ᾗ πρῶτος μὲν αὐτὸς ὁ Δαυῒδ ἐχρήσατο, ἔπειτα δὲ καὶ ἡμῖν παραδέδωκε παιδεύων ὅπως, χρὴ νοσήσαντα τὴν ἑαυτῶν θεραπεύειν ψυχὴν δι’ ἐξομολογήσεως. Ἐπὶ σοὶ πέποιθα· μὴ κατασχυνθείην, μηδὲ καταγελασάτωσάν μου οἱ ἐχθροί μου. Ταῦτά φησιν ὡσανεὶ ἐπάρας εἰς ὕψος μεταθείς τε καὶ μετεωρίσας τῶν τῇδε πραγμάτων τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἄνω τε πλησίον αὐτὴν τοῦ θεοῦ τῇ διαθέσει καταστήσας δι’ ἀποστροφῆς μὲν τῶν θνητῶν καὶ ἀνθρωπίνων, ἐπιστροφῆς δὲ γνησίας τῆς πρὸς αὐτόν. ἔπειτά φησι· τοῦτο πεποίηκα, οὐκ ἐμαυτῷ θαρρῶν, ἀλλ’ ἐπὶ σοὶ τῷ θεῷ μου πεποιθὼς πολλῇ παρρησίᾳ χρώμενος. ὁ πάντων μὲν τῶν αἰσθητῶν καὶ ὁρωμένων καταφρονήσας, ἐπὶ δὲ τὸν ἀσώματον καὶ ἀόρατον θεὸν τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἐπάρας, ὡς ἂν ἴδιον ἑαυτοῦ κτῆμα γενόμενον τὸν θεὸν ἐπικαλεῖσθαι θαρρεῖ· διὸ λέγει· ὁ θεός μου, ἐπὶ σοὶ πέποιθα. καὶ τὰ παρ’ ἐμοῦ μέν, φησὶ, ταῦτα.", + "candidate_score": 0.673791, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_25_27", + "bdc_text": "Gott verlych uns allen unsere mißethat . Es ist ouch gleüß das houptman Baptist von Salis des bapsts Ritter von Bargellens zuͦ Sultz mitt so . Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_135", + "psc_text": "ἡμῶν κύριός ἐστιν; καὶ ὡς ἐλεύθεροι καὶ αὐτεξούσιοι καὶ κύριοι τῆς ἑαυτῶν προαιρέσεως καταχρήσασθαι, εἰς ὅπερ ἐβουλήθησαν, τοῖς ἑαυτῶν χείλεσιν ὥρμησαν διὰ τῶν κατὰ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν διαβολῶν τε καὶ συκοφαντιῶν νικήσειν τὸν λόγον καὶ σβέσειν αὐτοῦ τὴν διδασκαλίαν νομίσαντες. τοιαῦτα δὲ ἦν τὰ Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων χείλη μεθ’ ὑποκρίσεως προσιόντων τῷ σωτῆρι καὶ ῥαβεῖν αὐτὸν ἀποκαλούντων καὶ τῇ τοῦ διδασκάλου τιμῇ προσποιουμένων δοξάζειν, ἕτερα δὲ λάθρα κατ’ αὐτοῦ συσκευαζομένων· μεγαλορήμονες γὰρ ἦσαν οἱ πρεσβύτεροι καὶ ἀρχιερεῖς τοῦ λαοῦ, οἱ τολμῶντες ἀνακρίνειν τὸν σωτῆρα καὶ λέγειν αὐτῷ· ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς; καὶ τίς σοι δέδωκεν τὴν ἐξουσίαν ταύτην; Ἀπὸ τῆς ταλαιπωρίας τῶν πτωχῶν καὶ ἀπὸ τοῦ στεναγμοῦ τῶν πενήτων νῦν ἀναστήσομαι, λέγει κύριος, θήσομαι ἐν σωτηρίᾳ, παρρησιάσομαι ἐν αὐτῷ. Πτωχοὶ καὶ πένητες δι’ ἐμὲ γέγονασιν, φησί, ἀεὶ ἀποκλαόμενοι καὶ στενάζοντες καὶ ἀεὶ ταπεινούμενοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, οἳ καὶ τῷ ἐμῷ λόγῳ προσέχοντες καὶ πίστιν ἀκλινῆ τηροῦντες. τοιγαροῦν τούτων", + "candidate_score": 0.673128, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29_31", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_49", + "psc_text": "καὶ περὶ τὴν ὑπακοὴν τοῦ θείου λόγου βραδεῖς βαρυκαρδίους ὠνόμασεν ἢ τοὺς βεβαρημένους τὸ συνειδὸς ὑπὸ μοχθηρῶν λογισμῶν· πλήττων δὲ τούτους τῷ λόγῳ φησίν· ἕως ποτε ταῖς ἑαυτῶν ἁμαρτίαις παραμένετε σπεύδειν δέον ἐπὶ μετάνοιαν καὶ τὴν φίλην τῷ θεῷ ἐξομολόγησιν; κατὰ δὲ τὴν ἱστορίαν, ἔοικεν ὁ Δαυῒδ πρὸς τοὺς ἐπὶ τοῖς πειρασμοῖς καὶ ταῖς περιστάσεσι ταραττομένους καὶ θορυβουμένους καὶ πάντα μᾶλλον πράττοντας ἢ ἐπὶ τὸν θεὸν καταφεύγοντας ταῦτα λέγειν. τί γὰρ χρὴ ταράττειν καὶ ταράττεσθαι, φησίν, ἐν τοῖς περιστατικοῖς καιροῖς; τί δὲ χρὴ ματαιότητι ἑαυτοὺς ἐκδιδόναι, ὦ βαρυκάρδιοι ἄνδρες; τί δὲ τὸ ψεῦδος μετιέναι τὸ ἀληθὲς καταλιπόντας; ἀλλὰ γὰρ ἐντεῦθεν μαθόντες, ὅτι θεὸς καὶ κύριός ἐστιν ὁ τῶν ὅλων ἔφορος καὶ προνοητὴς ὁ μηδέποτε καταλειπὼν πάντα ὅσιον αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀεὶ θαυμαστὰ ἐπ’ αὐτῷ δεικνύς· σπουδάζετε καὶ αὐτοὶ ὅσιοι γένεσθε εὖ καὶ ἀκριβῶς εἰδότες, ὅτι καὶ ὑμῶν ὥσπερ οὖν καὶ ἐμοῦ αὐτοῦ κύριος εἰσακούσεται ἐν τῷ κεκραγέναι με πρὸς αὐτόν. ἐπακούσαντος", + "candidate_score": 0.672841, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29_31", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_34", + "psc_text": "τὴν ζωήν. Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; πολλοὶ ἐπανίστανται ἐπ’ ἐμέ· πολλοὶ λέγουσιν τῇ ψυχῇ μου· οὐκ ἔστι σωτηρία αὐτῷ ἐν τῷ θεῷ αὐτοῦ. Πάντας διωγμοὺς χρὴ προσδοκᾷν τοὺς κατὰ θεὸν ζῇν προῃρημένους. ἐπεὶ κατὰ τὸν ἀπόστολον· πάντες οἱ θέλοντες ζῇν εὐσεβῶς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται. ἀλλ’ ἐν πᾶσι προσήκει τὰ δεινὰ καρτερῶς ὑπομένειν· ἐπεὶ μηδὲ πρὸς ὀλίγον ἐστὶν ἡμῖν ὁ ἀγών, μηδὲ πρὸς μικρούς, ἀλλὰ πρὸς πλείονας καὶ μεγάλους, οὐ μόνον τοὺς ἐν ἀνθρώποις, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀοράτους ἐχθρούς. καὶ κατὰ τὸ ῥητὸν δὲ, Δαυῒδ, ἐκ νέας ἡλικίας ὑπὸ τοῦ Σαοὺλ πολεμηθεὶς, καὶ μετὰ ταῦτα ὑπὸ μυρίων ἄλλων, καὶ τέλος ὑπὸ τοῦ υἱοῦ τῆς βασιλείας ἐλαυνόμενος καὶ φεύγων, ταῦτα κατὰ τὸν καιρὸν τῆς φυγῆς ἔλεγεν. ἐχθρῶν δέ ἐστι τὸ ἐπεμβαίνειν καὶ ἐπανίστασθαι τοῖς κακοῖς τῶν δι’ ἐναντίας· διόπερ καὶ τῷ Δαυῒδ ἡμαρτηκότι ἐπὶ τῆς τοῦ Οὐρίου πολλοὶ ἐπανίσταντο ἐπιχαιρεσίκακοι ἐχθροί τινες. πάλαι καὶ ἐκ μακροῦ διαφθονούμενοι αὐτοῦ τῇ", + "candidate_score": 0.672681, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28_30", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_34", + "psc_text": "τὴν ζωήν. Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; πολλοὶ ἐπανίστανται ἐπ’ ἐμέ· πολλοὶ λέγουσιν τῇ ψυχῇ μου· οὐκ ἔστι σωτηρία αὐτῷ ἐν τῷ θεῷ αὐτοῦ. Πάντας διωγμοὺς χρὴ προσδοκᾷν τοὺς κατὰ θεὸν ζῇν προῃρημένους. ἐπεὶ κατὰ τὸν ἀπόστολον· πάντες οἱ θέλοντες ζῇν εὐσεβῶς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται. ἀλλ’ ἐν πᾶσι προσήκει τὰ δεινὰ καρτερῶς ὑπομένειν· ἐπεὶ μηδὲ πρὸς ὀλίγον ἐστὶν ἡμῖν ὁ ἀγών, μηδὲ πρὸς μικρούς, ἀλλὰ πρὸς πλείονας καὶ μεγάλους, οὐ μόνον τοὺς ἐν ἀνθρώποις, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀοράτους ἐχθρούς. καὶ κατὰ τὸ ῥητὸν δὲ, Δαυῒδ, ἐκ νέας ἡλικίας ὑπὸ τοῦ Σαοὺλ πολεμηθεὶς, καὶ μετὰ ταῦτα ὑπὸ μυρίων ἄλλων, καὶ τέλος ὑπὸ τοῦ υἱοῦ τῆς βασιλείας ἐλαυνόμενος καὶ φεύγων, ταῦτα κατὰ τὸν καιρὸν τῆς φυγῆς ἔλεγεν. ἐχθρῶν δέ ἐστι τὸ ἐπεμβαίνειν καὶ ἐπανίστασθαι τοῖς κακοῖς τῶν δι’ ἐναντίας· διόπερ καὶ τῷ Δαυῒδ ἡμαρτηκότι ἐπὶ τῆς τοῦ Οὐρίου πολλοὶ ἐπανίσταντο ἐπιχαιρεσίκακοι ἐχθροί τινες. πάλαι καὶ ἐκ μακροῦ διαφθονούμενοι αὐτοῦ τῇ", + "candidate_score": 0.671024, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28_30", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_189", + "psc_text": "ὠδῖνες θανάτου, καὶ χείμαρροι ἀνομίας ἐξετάραξάν με· ὠδῖνες ᾅδου περιεκύκλωσάν με, προέφθασάν με παγίδες θανάτου. καὶ ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐπεκαλεσάμην τὸν κύριον καὶ πρὸς τὸν θεόν μου ἐκέκραξα· ἤκουσεν ἐκ ναοῦ ἁγίου αὐτοῦ φωνῆς μου, καὶ ἡ κραυγή μου ἐνώπιον αὐτοῦ εἰσελεύσεται εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ. Διδάσκει διὰ τούτων, τίνα τρόπον καὶ ὑπὸ τῶν χειμάρρων τῆς ἀνομίας ταρασσόμενος καὶ τὰ λοιπὰ τὰ προειρημένα πάσχων ᾔσθετο αὑτοῦ κινδυνεύοντος ἐπὶ τὸν λιμένα τῆς ἑαυτοῦ σωτηρίας κατέφευγε. διό φησιν· ἐν τῷ θλίβεσθαι ἐπεκαλεσάμην τὸν κύριον, καὶ πρὸς τὸν θεόν μου ἐκέκραξα. εἶτα διδάσκει, ὡς οὐκ ἠστόχησε τοῦ σκοποῦ τοιαῦτα πιστεύσας· ἡ γὰρ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει. διὸ ἐπιφέρει· ἤκουσεν ἐκ ναοῦ ἁγίου αὐτοῦ φωνῆς μου, καὶ ἡ κραυγή μου ἐνώπιον αὐτοῦ εἰσελεύσεται εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ. ναὸν δὲ θεοῦ ἐν τούτοις ποῖον χρὴ νοεῖν λέγεσθαι ὑπὸ τοῦ Δαυῒδ, μήπω τοῦ ἐν Ἱεροσολύμοις οἴκου κατεσκευασμένου ἢ πάντως που τὴν ἐπουράνιον πόλιν τοῦ θεοῦ καὶ", + "candidate_score": 0.669022, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28_30", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_450", + "psc_text": "οὖν ἡμῖν εἰς τὴν τοῦ ψαλμοῦ προγραφὴν εἰρήσθω. Εὐλογήσω τὸν κύριον ἐν παντὶ καιρῷ, διὰ παντὸς ἡ αἴνεσις αὐτοῦ ἐν τῷ στόματί μου. Εὐχαριστῶν ὁ Δαυίδ, ἐφ’ οἷς ἠξιώθη τροφῆς ἱερατικῆς, οὐκ ἐπὶ τοῦ παρόντος, φησί, μόνον, ἀλλὰ καὶ διὰ πάσης τῆς ζωῆς χάριτας ὁμολογῶν καὶ εὐλογῶν αὐτὸν διατελέσω, οὐδὲ ἀπολειφθήσεταί ποτε τὸ στόμα μου τῆς εἰς αὐτὸν αἰνέσεως· ἀντὶ γὰρ θυσίας καὶ ὁλοκαυτωμάτων πεπαίδευμαι τὴν διὰ χειλέων προσάγειν αὐτῷ θυσίαν. Ἐν τῷ κυρίῳ ἐπαινεθήσεται ἡ ψυχή μου· ἀκουσάτωσαν πραεῖς καὶ εὐφρανθήτωσαν. Ἐπειδὴ γὰρ φεύγοντί μοι οὐδεὶς βοηθὸς πάρεστιν οὐδέ τις καταφυγὴ οὐδὲ ἀσφάλεια· μόνον δὲ τὸν κύριον φυλακτήριον ἐπάγομαι τῆς ἐμαυτοῦ ψυχῆς καὶ ἐπ’ αὐτῷ, ἀλλ’ οὐκ ἐπὶ ταῖς ἐμαῖς δικαιοπραγίαις ἡ ψυχή μου θαρρεῖ· εἰκότως, ἐπὶ τῷ κυρίῳ καυχήσεται ἡ ψυχή μου· ἀκουσάτωσαν πραεῖς καὶ εὐφρανθήτωσαν. ἐμὲ δὲ λαβόντες ὑπόδειγμα πάντες οἱ πρᾶοι καὶ ταπεινοὶ καὶ ἐπιεικεῖς διὰ τὴν εἰς τὸν θεὸν εὐλάβειαν θαρρείτωσαν καὶ πληρούσθωσαν εὐφροσύνης τὰ", + "candidate_score": 0.664492, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28_30", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_302", + "psc_text": "συγγεγραμμένοι· διὸ παρὰ τοῖς λοιποῖς ἑρμηνευταῖς τοῦ Δαυῒδ προγέγραπται· εἰκότως φήσομεν διδασκαλίαν περιέχειν τῆς πρὸς τὸν θεὸν ἐξομολογήσεως, ᾗ πρῶτος μὲν αὐτὸς ὁ Δαυῒδ ἐχρήσατο, ἔπειτα δὲ καὶ ἡμῖν παραδέδωκε παιδεύων ὅπως, χρὴ νοσήσαντα τὴν ἑαυτῶν θεραπεύειν ψυχὴν δι’ ἐξομολογήσεως. Ἐπὶ σοὶ πέποιθα· μὴ κατασχυνθείην, μηδὲ καταγελασάτωσάν μου οἱ ἐχθροί μου. Ταῦτά φησιν ὡσανεὶ ἐπάρας εἰς ὕψος μεταθείς τε καὶ μετεωρίσας τῶν τῇδε πραγμάτων τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἄνω τε πλησίον αὐτὴν τοῦ θεοῦ τῇ διαθέσει καταστήσας δι’ ἀποστροφῆς μὲν τῶν θνητῶν καὶ ἀνθρωπίνων, ἐπιστροφῆς δὲ γνησίας τῆς πρὸς αὐτόν. ἔπειτά φησι· τοῦτο πεποίηκα, οὐκ ἐμαυτῷ θαρρῶν, ἀλλ’ ἐπὶ σοὶ τῷ θεῷ μου πεποιθὼς πολλῇ παρρησίᾳ χρώμενος. ὁ πάντων μὲν τῶν αἰσθητῶν καὶ ὁρωμένων καταφρονήσας, ἐπὶ δὲ τὸν ἀσώματον καὶ ἀόρατον θεὸν τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἐπάρας, ὡς ἂν ἴδιον ἑαυτοῦ κτῆμα γενόμενον τὸν θεὸν ἐπικαλεῖσθαι θαρρεῖ· διὸ λέγει· ὁ θεός μου, ἐπὶ σοὶ πέποιθα. καὶ τὰ παρ’ ἐμοῦ μέν, φησὶ, ταῦτα.", + "candidate_score": 0.66422, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28_30", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_565", + "psc_text": "διὰ τί; ὅτι τὰ βέλη σου ἐνεπάγησάν μοι· παραλαβόντα προσλαβόντες προσλαβόντα γὰρ τὴν ὀργὴν καὶ τὸν θυμὸν τὰ παρὰ σοῦ καθικόμενα μου βέλη ἱκανῶς με τιμωρεῖται καὶ αὐτάρκως με κολάζει· διὸ ἱκετεύει μὴ ὀργῆς ἑτέρας μηδὲ θυμοῦ πειραθῆναι. Ὅτι τὰ βέλη σου ἐνεπάγησάν μοι ἢ καθίκεταί καθίκετό μου κατὰ τὸν Σύμμαχον, καὶ ἐπεστήριξας ἐπεστήρισας ἐπ’ ἐμὲ τὴν χεῖρά σου· Χεῖρα δὲ κυρίου καθαψαμένην αὐτοῦ νόησον νόει καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ Ἰὼβ δεδηλωμένην· αὕτη δὲ ἡ χεὶρ τοῦ κυρίου πάντα τὸν οἶκον τοῦ Δαυὶδ ἐκ βάθρων ἔσεισε, τὸν μὲν πρωτότοκον αὐτοῦ τῶν παίδων τὸν Ἀμνὼν ἀμνὸν ἔρωτι τῆς ἀδελφῆς ἐκμήνασα, πυρώσασα πυρώσας δὲ τὸν Ἀβεσσαλὼμ τῇ κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ ὀργῇ, ὡς ἀνελεῖν τὸν Ἀμνών, ἀμνὸν ἔπειτα καὶ αὐτῷ αὐτὸν ἐπαναστῆναι τῷ πατρί καὶ τὰ λοιπὰ δὲ πάντα διὰ τῆς ἱστορίας παριστάμενα ἡ δηλωθεῖσα χείρ εἰργάσατο εἰργάσατο . Χείρ ἀλλὰ καὶ ἡ χείρ σου καθήψατό μου διὰ τῶν ἐπαλλήλων συμφορῶν· ἱκετεύω καθικετεύω", + "candidate_score": 0.663978, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31_33", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd . Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_672", + "psc_text": "ἐσχάτην ἀποβολὴν καὶ τὴν ἀπόπτωσιν τοῦ παντὸς ἔθνους τὴν γενομένην μετὰ τὴν εἰς τὸν σωτῆρα καὶ κύριον ἡμῶν ἀπιστίαν αὐτῶν ἐμφαίνειν μοι διὰ τούτων δοκεῖ. εἶπε δ’ ἂν αὐτῷ ἐρωτήσαντι καὶ φάντι· διὰ τί μου ἐπελάθου; τὸ ἐν εὐαγγελίῳ λεχθέν· ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τὰ τέκνα σου, ὃν τρόπον ὄρνις ἐπισυνάγει τὰ νοσσία ὑπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε; ἐπεὶ τοίνυν διὰ τὴν αὐτῶν κακίαν ἐπελήσθησαν, εἰκότως ὁ χορὸς ὁ προφητικός, ἐπεὶ φυσικοῖς λόγοις πάσχοντος ἑνὸς μέλους, συμπάσχει πάντα τὰ μέλη , ὡς ὑπὲρ οἰκείου σώματος ἀλγῶν ἐπιλέγει κατὰ τὸν Σύμμαχον· ἵνα τί σκυθρωπὸς περιπατῶ, θλίβοντος ἐχθροῦ; καὶ ὡς σφαγὴν διὰ τῶν ὀστῶν μου ὠνείδιζον οἱ ἐναντίοι μου, ἢ· ἐν τῷ καταθλᾶσθαι τὰ ὀστᾶ μου ὠνείδιζόν με οἱ θλίβοντές με. τῶν γὰρ ὀστέων τῶν προφητικῶν διὰ τοῦ κλαυθμοῦ καὶ τῶν ὀδυρμῶν καταθλωμένων, τουτέστι τῶν τῆς ψυχῆς δυνάμεων, οἱ ἐν τῷ λαῷ ἐχθροὶ τοῦ θεοῦ ὡς μηδενὸς ἐπαμύνοντος ἐπανέβαινον ὀνειδίζοντες καὶ λέγοντες·", + "candidate_score": 0.662787, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28_30", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_411", + "psc_text": "Ἐξ ὧν αὐτὸς ἔτυχεν εὐεργεσιῶν, μὴ μόνος ἀπολαῦσαι τῆς παρὰ τοῦ θεοῦ σωτηρίας βουλόμενος, μετὰ πολλῶν δὲ σωθῆναι προτρέπεται τοῖς πᾶσιν ἐπιφωνῶν ἀγαπᾶν τὸν θεὸν καὶ μηδὲν ἕτερον πράττειν ἢ τῇ ἀγάπῃ τοῦ κυρίου ἑαυτοὺς ἀνατιθέναι, καὶ τοῦτο πράττειν μετὰ ἀληθείας γνησίως καὶ καθαρῶς, ἀλλὰ μὴ ἐπιπλάστως μηδὲ μεθ’ ὑποκρίσεως· διὸ ἐπιλέγει· ὅτι ἀληθείας ἐκζητεῖ κύριος. πεπεῖσθαι δὲ χρή, φησίν, ὑμᾶς τοὺς τῷ θεῷ καθωσιωμένους δικαιοκρισίας, ἐν ᾗ ἀποδώσει τἀπίχειρα, ὧν πράττουσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος οἱ τὸν θεὸν μὴ εἰδότες, οἱ μηδὲ μετρίως, ἀλλ’ εἰς ὑπερβολὴν ἀλαζονευόμενοι· οὓς οὐ χρὴ φοβεῖσθαι εἰς τὸ τέλος αὐτῶν ἀφορῶντας, ἀλλ’ ἀνδρίζεσθαι καὶ κραταιοῦσθαι τοὺς λογισμοὺς τὴν διάνοιαν ἑδραίαν καὶ στερεὰν κεκτημένους καὶ τὴν ἐλπίδα ἐπὶ κύριον τιθεμένους. Τῷ Δαυίδ· συνέσεως. μακάριοι ὧν ἀφέθησαν αἱ ἀνομίαι, καὶ ὧν ἐπεκαλύφθησαν αἱ ἁμαρτίαι. Πολλὰ κακώσας ἑαυτὸν ἐπὶ τῷ συμβεβηκότι πλημμελήματι ὁ Δαυὶδ καὶ τὰς διὰ τοῦ τριακοστοῦ φωνὰς προέμενος φροντίζων καὶ ἀγωνιῶν τὴν τοῦ θεοῦ κρίσιν,", + "candidate_score": 0.65936, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_13_15", + "bdc_text": "Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_575", + "psc_text": "τέλους· καὶ οὐδὲ οὐ πρὸς μίαν ἡμέραν ὥραν , οὐδὲ πρὸς βραχεῖαν ὥραν, ἀλλὰ πᾶσαν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην ἢ ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον σκυθρωπὸς περιεπάτουν · οὐκ ἀδιαφορῶν ἐπὶ τῶν πεπραγμένων μοι, οὐδ’ οἷα βασιλεὺς ἐπαιρόμενος διὰ τὸ μηδενὶ κριτῇ ὑποκεῖσθαι· διὰ δὲ τὸν σὸν φόβον καὶ τὴν σὴν ἐμβρίμησιν , ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. Ὅτι αἱ ψόαι ψύαι μου ἐπλήσθησαν ἐμπαιγμάτων, καὶ οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου· ἐκακώθην καὶ ἐταπεινώθην ἕως σφόδρα, ὠρυόμην ἀπὸ στεναγμοῦ τῆς καρδίας μου. κύριε, ἐναντίον σου πᾶσα ἡ ἐπιθυμία μου, καὶ ὁ στεναγμός μου ἀπὸ σοῦ οὐκ ἀπεκρύβη. Ἀντὶ τοῦ αἱ ψόαι ψύαι μου ἐνεπλήσθησαν ἐπλήσθησαν ἐμπαιγμάτων ὁ Ἀκύλας ὅτι ἐπληρώθησαν μου αἱ οἱ λαγόνες ἀτιμίας , ὁ δὲ Σύμμαχος ὅτι αἱ ψόαι ψύαι μου ἐπλήσθησαν ἀτιμίας ἐκδεδώκασιν. Καὶ ὁ διὰ τοῦτο τούτων εἰς ὑπόμνησιν ἀνάμνησιν ἐλθὼν τῆς αἰσχρᾶς καὶ ἀτίμου πράξεως τῷ ἐρρῶσθαι αὐτῷ τὸ τῆς ψυχῆς αἰσθητήριον, ταῦτα ταῦτ’", + "candidate_score": 0.657582, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_612", + "psc_text": "προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσεν τῆς δεήσεώς μου καὶ ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας καὶ ἀπὸ πηλοῦ ὕλεως καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατηύθυνεν τὰ διαβήματά μου. καὶ ἐνέβαλεν εἰς τὸ στόμα μου ᾆσμα καινόν, ὕμνον τῷ θεῷ ἡμῶν· ὄψονται πολλοὶ καὶ φοβηθήσονται καὶ ἐλπιοῦσιν ἐπὶ κύριον. Ἐπειδὴ ἡ θλίψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα· ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει. εἰκότως οὐχ ἁπλῶς ὁ δίκαιος ὑπομένει, ἀλλ’ ἐπιτείνων τὴν ἐλπίδα καὶ μὴ ἀπογινώσκων τὴν παρὰ θεῷ σωτηρίαν παραμένει τῇ ὑπομονῇ. κἂν παραχρῆμα δεηθεὶς μὴ ὑπακουσθῇ, ὅμως ἐλπίζων ὑπομένει καὶ προσκαρτερεῖ ταῖς δεήσεσι καὶ ταῖς προσευχαῖς. εἰ δὲ καὶ ἐν σφάλματί ποτε γένοιτο, ὥσπερ ὁ Δαυίδ, ὁμολογεῖ μὴ ἀγνοεῖν οἷ κακῶν ἐλήλυθεν. εἰ δὲ καὶ μετὰ ταῦτα ἀναλάβοι ἑαυτὸν τοῦ σφάλματος συνῃσθημένως, εὐχαριστήσει γνωρίζων, ἀφ’ οἵου βάθους ταλαιπωρίας ἀνειμήσατο αὐτὸν ὁ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ γενόμενος ἰατρὸς καὶ σωτήρ. διόπερ ἐρεῖ· ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου", + "candidate_score": 0.657473, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_34", + "psc_text": "τὴν ζωήν. Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; πολλοὶ ἐπανίστανται ἐπ’ ἐμέ· πολλοὶ λέγουσιν τῇ ψυχῇ μου· οὐκ ἔστι σωτηρία αὐτῷ ἐν τῷ θεῷ αὐτοῦ. Πάντας διωγμοὺς χρὴ προσδοκᾷν τοὺς κατὰ θεὸν ζῇν προῃρημένους. ἐπεὶ κατὰ τὸν ἀπόστολον· πάντες οἱ θέλοντες ζ���ν εὐσεβῶς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται. ἀλλ’ ἐν πᾶσι προσήκει τὰ δεινὰ καρτερῶς ὑπομένειν· ἐπεὶ μηδὲ πρὸς ὀλίγον ἐστὶν ἡμῖν ὁ ἀγών, μηδὲ πρὸς μικρούς, ἀλλὰ πρὸς πλείονας καὶ μεγάλους, οὐ μόνον τοὺς ἐν ἀνθρώποις, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀοράτους ἐχθρούς. καὶ κατὰ τὸ ῥητὸν δὲ, Δαυῒδ, ἐκ νέας ἡλικίας ὑπὸ τοῦ Σαοὺλ πολεμηθεὶς, καὶ μετὰ ταῦτα ὑπὸ μυρίων ἄλλων, καὶ τέλος ὑπὸ τοῦ υἱοῦ τῆς βασιλείας ἐλαυνόμενος καὶ φεύγων, ταῦτα κατὰ τὸν καιρὸν τῆς φυγῆς ἔλεγεν. ἐχθρῶν δέ ἐστι τὸ ἐπεμβαίνειν καὶ ἐπανίστασθαι τοῖς κακοῖς τῶν δι’ ἐναντίας· διόπερ καὶ τῷ Δαυῒδ ἡμαρτηκότι ἐπὶ τῆς τοῦ Οὐρίου πολλοὶ ἐπανίσταντο ἐπιχαιρεσίκακοι ἐχθροί τινες. πάλαι καὶ ἐκ μακροῦ διαφθονούμενοι αὐτοῦ τῇ", + "candidate_score": 0.654734, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_302", + "psc_text": "συγγεγραμμένοι· διὸ παρὰ τοῖς λοιποῖς ἑρμηνευταῖς τοῦ Δαυῒδ προγέγραπται· εἰκότως φήσομεν διδασκαλίαν περιέχειν τῆς πρὸς τὸν θεὸν ἐξομολογήσεως, ᾗ πρῶτος μὲν αὐτὸς ὁ Δαυῒδ ἐχρήσατο, ἔπειτα δὲ καὶ ἡμῖν παραδέδωκε παιδεύων ὅπως, χρὴ νοσήσαντα τὴν ἑαυτῶν θεραπεύειν ψυχὴν δι’ ἐξομολογήσεως. Ἐπὶ σοὶ πέποιθα· μὴ κατασχυνθείην, μηδὲ καταγελασάτωσάν μου οἱ ἐχθροί μου. Ταῦτά φησιν ὡσανεὶ ἐπάρας εἰς ὕψος μεταθείς τε καὶ μετεωρίσας τῶν τῇδε πραγμάτων τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἄνω τε πλησίον αὐτὴν τοῦ θεοῦ τῇ διαθέσει καταστήσας δι’ ἀποστροφῆς μὲν τῶν θνητῶν καὶ ἀνθρωπίνων, ἐπιστροφῆς δὲ γνησίας τῆς πρὸς αὐτόν. ἔπειτά φησι· τοῦτο πεποίηκα, οὐκ ἐμαυτῷ θαρρῶν, ἀλλ’ ἐπὶ σοὶ τῷ θεῷ μου πεποιθὼς πολλῇ παρρησίᾳ χρώμενος. ὁ πάντων μὲν τῶν αἰσθητῶν καὶ ὁρωμένων καταφρονήσας, ἐπὶ δὲ τὸν ἀσώματον καὶ ἀόρατον θεὸν τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἐπάρας, ὡς ἂν ἴδιον ἑαυτοῦ κτῆμα γενόμενον τὸν θεὸν ἐπικαλεῖσθαι θαρρεῖ· διὸ λέγει· ὁ θεός μου, ἐπὶ σοὶ πέποιθα. καὶ τὰ παρ’ ἐμοῦ μέν, φησὶ, ταῦτα.", + "candidate_score": 0.65453, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6_8", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend . Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken . Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_570", + "psc_text": "βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ’ ἐμέ. προσώζεσαν καὶ ἐσάπησαν οἱ μώλωπές μου ἀπὸ προσώπου τῆς ἀφροσύνης μου· ἐταλαιπ��ρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους τέλους σφόδρα, ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. Ἐπειδὴ τάδε μοι, φησί, πέπρακται, διὰ τοῦτο ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους καὶ ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. διὰ τούτων δὲ παρίστησιν, ἃ πέπονθε, καὶ ὅπως ἑαυτὸν ἐτιμωρεῖτο, οὐ μίαν ἑαυτῷ ἑαυτὸν κατηγορῶν ἁμαρτίαν, ἀλλ’ ἀλλὰ ἀθρόως πολλάς καὶ τοσαύτας ὡς μηδὲ ἔνδον κρύπτεσθαι ἐν τῇ ἑαυτοῦ οἰκείᾳ ψυχῇ μηδὲ εἴσω τοῦ σώματος λανθάνειν, ἀλλ’ ὑπερβεβηκέναι αὐτοῦ αὐτοῦ αὐτὰς ὥστε καὶ πᾶσιν αὐτὰς γνωρίζεσθαι. αὐτὸς γοῦν ἦν κατήγορος ἑαυτοῦ ἐν πρωτολογίᾳ καὶ παρὰ τοῖς πᾶσιν ἑαυτὸν , ὡς ἂν πληρωθείη ἐπ’ αὐτῷ· δίκαιος ἑαυτοῦ κατήγορος , φθάνων πάντα ἄνθρωπον κατήγορον. αὐτὸς μὲν ἑαυτὸν κατέκρινε, πᾶν δὲ ἐχθρῶν ἀπέφραττε ἀπέσφαττε στόμα, μὴ ἐχόντων ἕτερόν ἑτέραν τι κατ’ αὐτοῦ λέγειν. διδάσκει δὲ καὶ ἡμᾶς ὁ λόγος μὴ κρύπτειν τὰ ἑαυτῶν κακὰ μηδὲ μηδ’ ὥσπερ τινὰ", + "candidate_score": 0.651187, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_48", + "psc_text": "ἀκολούθως διὰ τῶν προκειμένων φησίν· ἐν τῷ ἐπικαλεῖσθαί με εἰσήκουσέ μου ὁ θεὸς τῆς δικαιοσύνης μου, ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς μοι. οἰκτείρησόν με καὶ εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου. τὸ πρῶτον ἐπακουσθεὶς ἐν τῷ ἐπικαλεῖσθαι τὸν κύριον, οὐκ ἐπαίρεται οὐδὲ ἀπορρᾳθυμεῖ· ἀλλ’ εὐθὺς περὶ τοῦ μέλλοντος χρόνου πάλιν δέεται, πάντοτε τὸν θεὸν ἐπήκοον ἔχειν παρακαλῶν· ἱκετεύει τε κατ’ οἶκτον ἐπακουσθῆναι, οὐ κατ’ ὀφειλήν. εἰ γὰρ καὶ παρῆν τις αὐτῷ καρπὸς δικαιοσύνης, ἀλλ’ οὐκ ἐπὶ τούτῳ θαρσεῖν ἔλεγεν· ἀλλ’ ἐπὶ τῷ ἐλέῳ καὶ τοῖς οἰκτιρμοῖς τοῦ θεοῦ. Υἱοὶ ἀνθρώπων, ἕως πότε βαρυκάρδιοι; ἵνα τί ἀγαπᾶτε ματαιότητα, καὶ ζητεῖτε ψεῦδος; Τοὺς τὴν διάνοιαν πεπαχυμμένους καὶ περὶ τὴν ὑπακοὴν τοῦ θείου λόγου βραδεῖς βαρυκαρδίους ὠνόμασεν ἢ τοὺς βεβαρημένους τὸ συνειδὸς ὑπὸ μοχθηρῶν λογισμῶν· πλήττων δὲ τούτους τῷ λόγῳ φησίν· ἕως ποτε ταῖς ἑαυτῶν ἁμαρτίαις παραμένετε σπεύδειν δέον ἐπὶ μετάνοιαν καὶ τὴν φίλην τῷ θεῷ ἐξομολόγησιν; κατὰ δὲ τὴν ἱστορίαν, ἔοικεν ὁ Δαυῒδ πρὸς τοὺς ἐπὶ", + "candidate_score": 0.650611, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_49", + "psc_text": "καὶ περὶ τὴν ὑπακοὴν τοῦ θείου λόγου βραδεῖς βαρυκαρδίους ὠνόμασεν ἢ τοὺς βεβαρημένους τὸ συνειδὸς ὑπὸ μοχθηρῶν λογισμῶν· πλήττων δὲ τούτους τῷ λόγῳ φησίν· ἕως ποτε ταῖς ἑαυτῶν ἁμαρτίαις παραμένετε σπεύδειν δέον ἐπὶ μετάνοιαν καὶ τὴν φίλην τῷ θεῷ ἐξομολόγησιν; κατὰ δὲ τὴν ἱστορίαν, ἔοικεν ὁ Δαυῒδ πρὸς τοὺς ἐπὶ τοῖς πειρασμοῖς καὶ ταῖς περιστάσεσι ταραττομένους καὶ θορυβουμένους καὶ πάντα μᾶλ��ον πράττοντας ἢ ἐπὶ τὸν θεὸν καταφεύγοντας ταῦτα λέγειν. τί γὰρ χρὴ ταράττειν καὶ ταράττεσθαι, φησίν, ἐν τοῖς περιστατικοῖς καιροῖς; τί δὲ χρὴ ματαιότητι ἑαυτοὺς ἐκδιδόναι, ὦ βαρυκάρδιοι ἄνδρες; τί δὲ τὸ ψεῦδος μετιέναι τὸ ἀληθὲς καταλιπόντας; ἀλλὰ γὰρ ἐντεῦθεν μαθόντες, ὅτι θεὸς καὶ κύριός ἐστιν ὁ τῶν ὅλων ἔφορος καὶ προνοητὴς ὁ μηδέποτε καταλειπὼν πάντα ὅσιον αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀεὶ θαυμαστὰ ἐπ’ αὐτῷ δεικνύς· σπουδάζετε καὶ αὐτοὶ ὅσιοι γένεσθε εὖ καὶ ἀκριβῶς εἰδότες, ὅτι καὶ ὑμῶν ὥσπερ οὖν καὶ ἐμοῦ αὐτοῦ κύριος εἰσακούσεται ἐν τῷ κεκραγέναι με πρὸς αὐτόν. ἐπακούσαντος", + "candidate_score": 0.650589, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_13_15", + "bdc_text": "Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_570", + "psc_text": "βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ’ ἐμέ. προσώζεσαν καὶ ἐσάπησαν οἱ μώλωπές μου ἀπὸ προσώπου τῆς ἀφροσύνης μου· ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους τέλους σφόδρα, ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. Ἐπειδὴ τάδε μοι, φησί, πέπρακται, διὰ τοῦτο ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους καὶ ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. διὰ τούτων δὲ παρίστησιν, ἃ πέπονθε, καὶ ὅπως ἑαυτὸν ἐτιμωρεῖτο, οὐ μίαν ἑαυτῷ ἑαυτὸν κατηγορῶν ἁμαρτίαν, ἀλλ’ ἀλλὰ ἀθρόως πολλάς καὶ τοσαύτας ὡς μηδὲ ἔνδον κρύπτεσθαι ἐν τῇ ἑαυτοῦ οἰκείᾳ ψυχῇ μηδὲ εἴσω τοῦ σώματος λανθάνειν, ἀλλ’ ὑπερβεβηκέναι αὐτοῦ αὐτοῦ αὐτὰς ὥστε καὶ πᾶσιν αὐτὰς γνωρίζεσθαι. αὐτὸς γοῦν ἦν κατήγορος ἑαυτοῦ ἐν πρωτολογίᾳ καὶ παρὰ τοῖς πᾶσιν ἑαυτὸν , ὡς ἂν πληρωθείη ἐπ’ αὐτῷ· δίκαιος ἑαυτοῦ κατήγορος , φθάνων πάντα ἄνθρωπον κατήγορον. αὐτὸς μὲν ἑαυτὸν κατέκρινε, πᾶν δὲ ἐχθρῶν ἀπέφραττε ἀπέσφαττε στόμα, μὴ ἐχόντων ἕτερόν ἑτέραν τι κατ’ αὐτοῦ λέγειν. διδάσκει δὲ καὶ ἡμᾶς ὁ λόγος μὴ κρύπτειν τὰ ἑαυτῶν κακὰ μηδὲ μηδ’ ὥσπερ τινὰ", + "candidate_score": 0.649802, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31_33", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd . Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_692", + "psc_text": "ὑποχείριοι γενήσεσθαί φασι· κρείττους δὲ τῶν πολεμίων ὑπάρξαι. τοῦτο γοῦν δηλοῦσι λέγοντες· ἔσωσας ἡμᾶς ἐκ τῶν θλιβόντων ἡμᾶς, καὶ τοὺς μισοῦντας ἡμᾶς κατῄσχυνας. καὶ ἐπειδήπερ οἱ μὲν ἐχθροὶ αἰσχύνην κατεχέα��το, αὐτοὶ δὲ οὐκ οἰκείᾳ δυνάμει, τῇ δὲ τοῦ κέρως αὐτῶν ἐσώθησαν, εἰκότως ἐπισυνάπτουσι λέγοντες· ἐν τῷ θεῷ ἐπαινεθησόμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν, ἢ κατὰ τὸν Ἀκύλαν· ἐν τῷ θεῷ καυχησόμεθα, ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον· τὸν θεὸν ὑμνοῦμεν ὅλην τὴν ἡμέραν, καὶ τῷ ὀνόματί σου ἐξομολογησόμεθα εἰς τὸν αἰῶνα. τὴν δὲ ἐξομολόγησιν ἀντὶ εὐχαριστίας παραλαμβάνειν εἰώθασιν αἱ γραφαὶ ὥστε εἰκότως καὶ καυχᾶσθαι καὶ ὑμνεῖν καὶ ἐπαινεῖν καὶ ἐπαινεῖσθαι εὐχαριστεῖν τε καὶ ἐξομολογεῖσθαι οἱ σεσωσμένοι τῇ τοῦ βασιλέως αὐτῶν ἀρετῇ φασιν. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐκ προσώπου τοῦ χοροῦ τῶν προφητῶν εἴρηται, τὰ δ’ ἑξῆς ἐπιφερόμενα πάλιν οἱ αὐτοὶ ἰδιοποιούμενοι τὰ τῷ πλήθει συμβεβηκότα διεξέρχονται. Νυνὶ δὲ ἀπώσω καὶ κατῄσχυνας ἡμᾶς καὶ οὐκ ἐξελεύσῃ ἐν ταῖς δυνάμεσιν ἡμῶν· ἀπέστρεψας ἡμᾶς ὀπίσω παρὰ τοὺς ἐχθροὺς", + "candidate_score": 0.649484, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_319", + "psc_text": "καθ’ ἑαυτὸν διαθέσθαι ὑπὲρ τοῦ παντὸς λαοῦ τοῦ θεοῦ τὰς παρακλήσεις ἀναπέμπει· ἱκετεύει τε, ἵν’ ὥσπερ ἀνωτέρω ἑαυτὸν ἠξίου ῥυσθῆναι ἀπὸ τῶν ἑαυτοῦ θλίψεων, οὕτω καὶ πάντα τὸν τοῦ θεοῦ λαὸν κατὰ διάνοιαν Ἰσραὴλ ὀνομαζόμενον. Τοῦ Δαυιδ. Κρῖνόν με, κύριε, ὅτι ἐγὼ ἐν ἀκακίᾳ μου ἐπορεύθην, καὶ ἐπὶ τῷ κυρίῳ ἐλπίζων οὐ μὴ ἀσθενήσω. Ἰδίως ἄν τις ἐπὶ τὸν Δαυῒδ ἀναφέρων τοὺς προκειμένους λόγους εἴποι ἂν ἐντυχίαν αὐτὸν ποιεῖσθαι πρὸς τὸν θεὸν περὶ τοῦ ἰδίου βίου. τοῦ γὰρ ἱεροῦ Ἀποστόλου φήσαντος· πρῶτον πάντων δεῖ ποιεῖσθαι δεήσεις, προσευχάς, ἐντεύξεις, εὐχαριστίας· καὶ διελόντος τὰ προλεχθέντα εἰς εἴδη τέσσαρα ἡμᾶς προσήκει τὴν διάνοιαν τοῖς ἐν τῇ βίβλῳ τῶν ψαλμῶν ἐμφερομένοις ἐφιστᾷν τὸν νοῦν, ἐπισημαινομένους τίνες μὲν αὐτῶν περιέχουσι δεήσεις καὶ τίνες προσευχὰς καὶ τίνες ἐντεύξεις καὶ ἐπὶ πᾶσι τίνες εὐχαριστίας· τί τε διαφέρει θάτερον θατέρου ἀναλέγεσθαί τε ἀπὸ πάσης τῆς βίβλου τῶν ψαλμῶν τὰ ἰδιώματα τῶν εἰρημένων· οἷον τὰς μὲν δεήσεις ἀπὸ τῶν", + "candidate_score": 0.648553, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31_33", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd . Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_671", + "psc_text": "Σύμμαχον· πέτρα μου· ἐφ’ ὃν ἑστὼς οὐ διατραπήσομαι· διὰ τί μου ἐπελάθου; ἐγὼ μὲν γάρ σου οὐκ ἐπιλέλησμαι, ἀλλ’ οἶδά σου τὰ ἐλέη καὶ τοὺς οἰκτιρμούς, οἶδα δὲ καὶ τὰς ἀποκειμένας μοι ἐλπίδας. διὸ καὶ τὴν ᾠδήν σου παρ’ ἐμαυτῷ ἀδιαλείπτως φυλάττω. σὺ δέ μου ἐπελάθου· διὰ τί; τὴν αἰτίαν μαθεῖν βούλομαι, δι’ ἣν πάντες οἱ μετεωρισμοί σου καὶ τὰ κύματά σου, οἱ πειρασμοὶ δηλαδὴ καὶ τοσαῦται περιστάσεις ἐπ’ ἐμὲ διῆλθον σοῦ συγχωροῦντος· μέγα γάρ τι ὀφείλει τυγχάνειν τὸ αἴτιον τῆς περὶ ἐμοῦ λήθης. Λέγων δὲ ταῦτα ὁ χορὸς ὁ προφητικὸς ἰδιοποιεῖται, ὡς ἔφην, τὴν τοῦ λαοῦ κατάστασιν· τὴν γὰρ ἐσχάτην ἀποβολὴν καὶ τὴν ἀπόπτωσιν τοῦ παντὸς ἔθνους τὴν γενομένην μετὰ τὴν εἰς τὸν σωτῆρα καὶ κύριον ἡμῶν ἀπιστίαν αὐτῶν ἐμφαίνειν μοι διὰ τούτων δοκεῖ. εἶπε δ’ ἂν αὐτῷ ἐρωτήσαντι καὶ φάντι· διὰ τί μου ἐπελάθου; τὸ ἐν εὐαγγελίῳ λεχθέν· ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τὰ τέκνα σου, ὃν τρόπον ὄρνις ἐπισυνάγει", + "candidate_score": 0.647936, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_450", + "psc_text": "οὖν ἡμῖν εἰς τὴν τοῦ ψαλμοῦ προγραφὴν εἰρήσθω. Εὐλογήσω τὸν κύριον ἐν παντὶ καιρῷ, διὰ παντὸς ἡ αἴνεσις αὐτοῦ ἐν τῷ στόματί μου. Εὐχαριστῶν ὁ Δαυίδ, ἐφ’ οἷς ἠξιώθη τροφῆς ἱερατικῆς, οὐκ ἐπὶ τοῦ παρόντος, φησί, μόνον, ἀλλὰ καὶ διὰ πάσης τῆς ζωῆς χάριτας ὁμολογῶν καὶ εὐλογῶν αὐτὸν διατελέσω, οὐδὲ ἀπολειφθήσεταί ποτε τὸ στόμα μου τῆς εἰς αὐτὸν αἰνέσεως· ἀντὶ γὰρ θυσίας καὶ ὁλοκαυτωμάτων πεπαίδευμαι τὴν διὰ χειλέων προσάγειν αὐτῷ θυσίαν. Ἐν τῷ κυρίῳ ἐπαινεθήσεται ἡ ψυχή μου· ἀκουσάτωσαν πραεῖς καὶ εὐφρανθήτωσαν. Ἐπειδὴ γὰρ φεύγοντί μοι οὐδεὶς βοηθὸς πάρεστιν οὐδέ τις καταφυγὴ οὐδὲ ἀσφάλεια· μόνον δὲ τὸν κύριον φυλακτήριον ἐπάγομαι τῆς ἐμαυτοῦ ψυχῆς καὶ ἐπ’ αὐτῷ, ἀλλ’ οὐκ ἐπὶ ταῖς ἐμαῖς δικαιοπραγίαις ἡ ψυχή μου θαρρεῖ· εἰκότως, ἐπὶ τῷ κυρίῳ καυχήσεται ἡ ψυχή μου· ἀκουσάτωσαν πραεῖς καὶ εὐφρανθήτωσαν. ἐμὲ δὲ λαβόντες ὑπόδειγμα πάντες οἱ πρᾶοι καὶ ταπεινοὶ καὶ ἐπιεικεῖς διὰ τὴν εἰς τὸν θεὸν εὐλάβειαν θαρρείτωσαν καὶ πληρούσθωσαν εὐφροσύνης τὰ", + "candidate_score": 0.647295, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_13_15", + "bdc_text": "Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_58", + "psc_text": "αὐταρκεῖ· εἶτα διαναπαύσεται, ἥνπερ διανάπαυσιν ἡγούμεθα δηλοῦσθαι διὰ τοῦ· ἐν εἰρήνῃ ἐπὶ τὸ αὐτὸ κοιμηθήσομαι καὶ ὑπνώσω. Ὅτι σύ, κύριε, κατὰ μόνας ἐπ’ ἐλπίδι κατῴκισάς με. Ἐκεῖνοι μέν, φησίν, οἱ πολλοὶ ἅτε δὴ πλατεῖαν καὶ εὐρύχωρον ὁδεύοντες, δι’ ἧς οἱ πολλοὶ βαδίζουσι, οὐκ ἐλπίζοντες, τίς δείξει αὐτοῖς τὰ κατὰ ἀλήθειαν ἀγαθά, ἐν οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ καὶ σίτῳ πληθύνοντες ὡς ἀγαθῶν τούτων ἀπολαύειν ἡγοῦνται· ἐμοὶ δὲ τῷ καταξιωμένῳ τοῦ φωτὸς τοῦ προσώπου σου, κύριε, ἔδωκας εὐφροσύνην καρδίας, ἀλλ’ οὐδὲ σαρκῶν οὐδὲ σωμάτων καὶ οὐ τὴν ἐξ οἴνου καὶ σίτου καὶ ἐλαίου σώμασι χορηγουμένην, ἀλλ’ εὐφροσύνην τὴν κατὰ διάνοιαν. μαθὼν γὰρ παρὰ τοῦ σοῦ πνεύματος καὶ τῶν σῶν ἐπαγγελιῶν, ὅτι, εἰ καὶ τὰ μάλιστα κατὰ τὸν ἐνεστῶτα βίον λύπαι μοι καὶ θλίψεις καὶ πειρασμοὶ καὶ περιστάσεις οὐ διαλείπουσιν, ἀλλ’ ἔσται μοι καιρὸς ὁ τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ σώματος, καθ’ ὃν ἐν εἰρήνῃ ποιήσομαι τὴν κοίμησιν καὶ τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ σώματος· εὖ δὲ ἀκριβῶς", + "candidate_score": 0.646842, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_30_32", + "bdc_text": "Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_612", + "psc_text": "προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσεν τῆς δεήσεώς μου καὶ ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας καὶ ἀπὸ πηλοῦ ὕλεως καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατηύθυνεν τὰ διαβήματά μου. καὶ ἐνέβαλεν εἰς τὸ στόμα μου ᾆσμα καινόν, ὕμνον τῷ θεῷ ἡμῶν· ὄψονται πολλοὶ καὶ φοβηθήσονται καὶ ἐλπιοῦσιν ἐπὶ κύριον. Ἐπειδὴ ἡ θλίψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα· ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει. εἰκότως οὐχ ἁπλῶς ὁ δίκαιος ὑπομένει, ἀλλ’ ἐπιτείνων τὴν ἐλπίδα καὶ μὴ ἀπογινώσκων τὴν παρὰ θεῷ σωτηρίαν παραμένει τῇ ὑπομονῇ. κἂν παραχρῆμα δεηθεὶς μὴ ὑπακουσθῇ, ὅμως ἐλπίζων ὑπομένει καὶ προσκαρτερεῖ ταῖς δεήσεσι καὶ ταῖς προσευχαῖς. εἰ δὲ καὶ ἐν σφάλματί ποτε γένοιτο, ὥσπερ ὁ Δαυίδ, ὁμολογεῖ μὴ ἀγνοεῖν οἷ κακῶν ἐλήλυθεν. εἰ δὲ καὶ μετὰ ταῦτα ἀναλάβοι ἑαυτὸν τοῦ σφάλματος συνῃσθημένως, εὐχαριστήσει γνωρίζων, ἀφ’ οἵου βάθους ταλαιπωρίας ἀνειμήσατο αὐτὸν ὁ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ γενόμενος ἰατρὸς καὶ σωτήρ. διόπερ ἐρεῖ· ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου", + "candidate_score": 0.645964, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_12_14", + "bdc_text": "Hatt erbarm sich unser . Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_612", + "psc_text": "προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσεν τῆς δεήσεώς μου καὶ ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας καὶ ἀπὸ πηλοῦ ὕλεως καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατηύθυνεν τὰ διαβήματά μου. καὶ ἐνέβαλεν εἰς τὸ στόμα μου ᾆσμα καινόν, ὕμνον τῷ θεῷ ἡμῶν· ὄψονται πολλοὶ καὶ φοβηθήσονται καὶ ἐλπιοῦσιν ἐπὶ κύριον. Ἐπειδὴ ἡ θλίψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπί��α· ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει. εἰκότως οὐχ ἁπλῶς ὁ δίκαιος ὑπομένει, ἀλλ’ ἐπιτείνων τὴν ἐλπίδα καὶ μὴ ἀπογινώσκων τὴν παρὰ θεῷ σωτηρίαν παραμένει τῇ ὑπομονῇ. κἂν παραχρῆμα δεηθεὶς μὴ ὑπακουσθῇ, ὅμως ἐλπίζων ὑπομένει καὶ προσκαρτερεῖ ταῖς δεήσεσι καὶ ταῖς προσευχαῖς. εἰ δὲ καὶ ἐν σφάλματί ποτε γένοιτο, ὥσπερ ὁ Δαυίδ, ὁμολογεῖ μὴ ἀγνοεῖν οἷ κακῶν ἐλήλυθεν. εἰ δὲ καὶ μετὰ ταῦτα ἀναλάβοι ἑαυτὸν τοῦ σφάλματος συνῃσθημένως, εὐχαριστήσει γνωρίζων, ἀφ’ οἵου βάθους ταλαιπωρίας ἀνειμήσατο αὐτὸν ὁ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ γενόμενος ἰατρὸς καὶ σωτήρ. διόπερ ἐρεῖ· ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου", + "candidate_score": 0.645956, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_411", + "psc_text": "Ἐξ ὧν αὐτὸς ἔτυχεν εὐεργεσιῶν, μὴ μόνος ἀπολαῦσαι τῆς παρὰ τοῦ θεοῦ σωτηρίας βουλόμενος, μετὰ πολλῶν δὲ σωθῆναι προτρέπεται τοῖς πᾶσιν ἐπιφωνῶν ἀγαπᾶν τὸν θεὸν καὶ μηδὲν ἕτερον πράττειν ἢ τῇ ἀγάπῃ τοῦ κυρίου ἑαυτοὺς ἀνατιθέναι, καὶ τοῦτο πράττειν μετὰ ἀληθείας γνησίως καὶ καθαρῶς, ἀλλὰ μὴ ἐπιπλάστως μηδὲ μεθ’ ὑποκρίσεως· διὸ ἐπιλέγει· ὅτι ἀληθείας ἐκζητεῖ κύριος. πεπεῖσθαι δὲ χρή, φησίν, ὑμᾶς τοὺς τῷ θεῷ καθωσιωμένους δικαιοκρισίας, ἐν ᾗ ἀποδώσει τἀπίχειρα, ὧν πράττουσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος οἱ τὸν θεὸν μὴ εἰδότες, οἱ μηδὲ μετρίως, ἀλλ’ εἰς ὑπερβολὴν ἀλαζονευόμενοι· οὓς οὐ χρὴ φοβεῖσθαι εἰς τὸ τέλος αὐτῶν ἀφορῶντας, ἀλλ’ ἀνδρίζεσθαι καὶ κραταιοῦσθαι τοὺς λογισμοὺς τὴν διάνοιαν ἑδραίαν καὶ στερεὰν κεκτημένους καὶ τὴν ἐλπίδα ἐπὶ κύριον τιθεμένους. Τῷ Δαυίδ· συνέσεως. μακάριοι ὧν ἀφέθησαν αἱ ἀνομίαι, καὶ ὧν ἐπεκαλύφθησαν αἱ ἁμαρτίαι. Πολλὰ κακώσας ἑαυτὸν ἐπὶ τῷ συμβεβηκότι πλημμελήματι ὁ Δαυὶδ καὶ τὰς διὰ τοῦ τριακοστοῦ φωνὰς προέμενος φροντίζων καὶ ἀγωνιῶν τὴν τοῦ θεοῦ κρίσιν,", + "candidate_score": 0.645247, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_301", + "psc_text": "καὶ τὴν φωνὴν τῆς σάλπιγγος ἀποδίδωσιν. ἐν γὰρ τῇ εἰς οὐρανοὺς ἀναβάσει τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ τοὺς διακονησαμένους αὐτῷ ἀγγέλους τὴν εἰς ἀνθρώπους οἰκονομίαν προτρέχειν αὐτῷ εἰκὸς καὶ τὰς οὐρανίους πύλας αὐτῷ παρασκευάζειν φωνάς τε ἀφιέναι καὶ βοὰς ἀγγελικὰς τὰς ἐν τῷ ψαλμῷ φερομένας· ἃς δὴ ἀλαλαγμὸν καὶ φωνὴν σάλπιγγος ὠνόμασε φήσας· ἀνέβη ὁ θεὸς ἐν ἀλαλαγμῷ, κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος. Ψαλμὸς τὸ Δαυιδ. πρὸς σέ, κύριε, ᾖρα τὴν ψυχήν μου, ὁ θεός μου. Ἐπεὶ μήτε ψαλμὸς ἐπιγέγραπται μήτε ᾠδὴ μήτε τι τῶν παραπλησίων, ἀλλ’ οὐδ’ εἰς τὸ τέλος ἀναπέμπεται τὰ προκείμενα, λόγοι δέ εἰσιν ἐν ἁγίῳ πνεύματι τῷ Δαυῒδ συγγεγραμμένοι· διὸ παρὰ τοῖς λοιποῖς ἑρμηνευταῖς τοῦ Δαυῒδ προγέγραπται· εἰκότως φήσομεν διδασκαλίαν περιέχειν τῆς πρὸς τὸν θεὸν ἐξομολογήσεως, ᾗ πρῶτος μὲν αὐτὸς ὁ Δαυῒδ ἐχρήσατο, ἔπειτα δὲ καὶ ἡμῖν παραδέδωκε παιδεύων ὅπως, χρὴ νοσήσαντα τὴν ἑαυτῶν θεραπεύειν ψυχὴν δι’ ἐξομολογήσεως. Ἐπὶ σοὶ πέποιθα· μὴ κατασχυνθείην, μηδὲ καταγελασάτωσάν μου οἱ ἐχθροί", + "candidate_score": 0.644968, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_189", + "psc_text": "ὠδῖνες θανάτου, καὶ χείμαρροι ἀνομίας ἐξετάραξάν με· ὠδῖνες ᾅδου περιεκύκλωσάν με, προέφθασάν με παγίδες θανάτου. καὶ ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐπεκαλεσάμην τὸν κύριον καὶ πρὸς τὸν θεόν μου ἐκέκραξα· ἤκουσεν ἐκ ναοῦ ἁγίου αὐτοῦ φωνῆς μου, καὶ ἡ κραυγή μου ἐνώπιον αὐτοῦ εἰσελεύσεται εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ. Διδάσκει διὰ τούτων, τίνα τρόπον καὶ ὑπὸ τῶν χειμάρρων τῆς ἀνομίας ταρασσόμενος καὶ τὰ λοιπὰ τὰ προειρημένα πάσχων ᾔσθετο αὑτοῦ κινδυνεύοντος ἐπὶ τὸν λιμένα τῆς ἑαυτοῦ σωτηρίας κατέφευγε. διό φησιν· ἐν τῷ θλίβεσθαι ἐπεκαλεσάμην τὸν κύριον, καὶ πρὸς τὸν θεόν μου ἐκέκραξα. εἶτα διδάσκει, ὡς οὐκ ἠστόχησε τοῦ σκοποῦ τοιαῦτα πιστεύσας· ἡ γὰρ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει. διὸ ἐπιφέρει· ἤκουσεν ἐκ ναοῦ ἁγίου αὐτοῦ φωνῆς μου, καὶ ἡ κραυγή μου ἐνώπιον αὐτοῦ εἰσελεύσεται εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ. ναὸν δὲ θεοῦ ἐν τούτοις ποῖον χρὴ νοεῖν λέγεσθαι ὑπὸ τοῦ Δαυῒδ, μήπω τοῦ ἐν Ἱεροσολύμοις οἴκου κατεσκευασμένου ἢ πάντως που τὴν ἐπουράνιον πόλιν τοῦ θεοῦ καὶ", + "candidate_score": 0.644278, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_30_32", + "bdc_text": "Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_189", + "psc_text": "ὠδῖνες θανάτου, καὶ χείμαρροι ἀνομίας ἐξετάραξάν με· ὠδῖνες ᾅδου περιεκύκλωσάν με, προέφθασάν με παγίδες θανάτου. καὶ ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐπεκαλεσάμην τὸν κύριον καὶ πρὸς τὸν θεόν μου ἐκέκραξα· ἤκουσεν ἐκ ναοῦ ἁγίου αὐτοῦ φωνῆς μου, καὶ ἡ κραυγή μου ἐνώπιον αὐτοῦ εἰσελεύσεται εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ. Διδάσκει διὰ τούτων, τίνα τρόπον καὶ ὑπὸ τῶν χειμάρρων τῆς ἀνομίας ταρασσόμενος καὶ τὰ λοιπὰ τὰ προειρημένα πάσχων ᾔσθετο αὑτοῦ κινδυνεύοντος ἐπὶ τὸν λιμένα τῆς ἑαυτοῦ σωτηρίας κατέφευγε. διό φησιν· ἐν τῷ θλίβεσθαι ἐπεκαλεσάμην τὸν κύριον, καὶ πρὸς τὸν θεόν μου ἐκέκραξα. εἶτα διδάσκει, ὡς οὐκ ἠστόχησε τοῦ σκοποῦ τοιαῦτα πιστεύσας· ἡ γὰρ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει. διὸ ἐπιφέρει· ἤκουσεν ἐκ ναοῦ ἁγίου αὐτοῦ φωνῆς μου, καὶ ἡ κραυγή μου ἐνώ��ιον αὐτοῦ εἰσελεύσεται εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ. ναὸν δὲ θεοῦ ἐν τούτοις ποῖον χρὴ νοεῖν λέγεσθαι ὑπὸ τοῦ Δαυῒδ, μήπω τοῦ ἐν Ἱεροσολύμοις οἴκου κατεσκευασμένου ἢ πάντως που τὴν ἐπουράνιον πόλιν τοῦ θεοῦ καὶ", + "candidate_score": 0.643536, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_611", + "psc_text": "Σύμμαχός φησιν· ἀπόσχου μου, ἵνα μειδιάσω πρὶν ἀπελθεῖν με καὶ μὴ ὑπάρχειν . ἐὰν γὰρ ἐντεῦθεν, φησίν, μὴ μεταβαλὼν τὰ δάκρυα εἰς γέλωτα διὰ τὴν σὴν χάριν, μειδιάσω, καὶ ἐὰν μὴ ἐν τῷ παρόντι βίῳ ἀνῇς μοι τὸ ἁμάρτημα καὶ συγχωρήσῃς τὰ πεπραγμένα, ἵνα ἀναλάβω ἐμαυτὸν καὶ ἀναψύξω ἀπαλλαγεὶς τοῦ προσκαίρου βίου οὐκέτι ἕξω καιρὸν μετανοίας. μὴ τυχὼν δὲ ἀφέσεως οὐκέτι ὑπάρξω ἐν τῇ παρὰ σοὶ ζωῇ, ἀπόβλητος δὲ γενόμενος ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον . διὸ ἐντεῦθεν ἱκετεύω λέγων· μὴ παρασιωπήσῃς ἀπ’ ἐμοῦ, μήποτε παρασιωπήσῃς ἀπ’ ἐμοῦ, καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον . Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν κύριον, καὶ προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσεν τῆς δεήσεώς μου καὶ ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας καὶ ἀπὸ πηλοῦ ὕλεως καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατηύθυνεν τὰ διαβήματά μου. καὶ ἐνέβαλεν εἰς τὸ στόμα μου ᾆσμα καινόν, ὕμνον τῷ θεῷ ἡμῶν· ὄψονται πολλοὶ καὶ φοβηθήσονται καὶ ἐλπιοῦσιν ἐπὶ κύριον. Ἐπειδὴ", + "candidate_score": 0.643111, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_450", + "psc_text": "οὖν ἡμῖν εἰς τὴν τοῦ ψαλμοῦ προγραφὴν εἰρήσθω. Εὐλογήσω τὸν κύριον ἐν παντὶ καιρῷ, διὰ παντὸς ἡ αἴνεσις αὐτοῦ ἐν τῷ στόματί μου. Εὐχαριστῶν ὁ Δαυίδ, ἐφ’ οἷς ἠξιώθη τροφῆς ἱερατικῆς, οὐκ ἐπὶ τοῦ παρόντος, φησί, μόνον, ἀλλὰ καὶ διὰ πάσης τῆς ζωῆς χάριτας ὁμολογῶν καὶ εὐλογῶν αὐτὸν διατελέσω, οὐδὲ ἀπολειφθήσεταί ποτε τὸ στόμα μου τῆς εἰς αὐτὸν αἰνέσεως· ἀντὶ γὰρ θυσίας καὶ ὁλοκαυτωμάτων πεπαίδευμαι τὴν διὰ χειλέων προσάγειν αὐτῷ θυσίαν. Ἐν τῷ κυρίῳ ἐπαινεθήσεται ἡ ψυχή μου· ἀκουσάτωσαν πραεῖς καὶ εὐφρανθήτωσαν. Ἐπειδὴ γὰρ φεύγοντί μοι οὐδεὶς βοηθὸς πάρεστιν οὐδέ τις καταφυγὴ οὐδὲ ἀσφάλεια· μόνον δὲ τὸν κύριον φυλακτήριον ἐπάγομαι τῆς ἐμαυτοῦ ψυχῆς καὶ ἐπ’ αὐτῷ, ἀλλ’ οὐκ ἐπὶ ταῖς ἐμαῖς δικαιοπραγίαις ἡ ψυχή μου θαρρεῖ· εἰκότως, ἐπὶ τῷ κυρίῳ καυχήσεται ἡ ψυχή μου· ἀκουσάτωσαν πραεῖς καὶ εὐφρανθήτωσαν. ἐμὲ δὲ λαβόντες ὑπόδειγμα πάντες οἱ πρᾶοι καὶ ταπεινοὶ καὶ ἐπιεικεῖς διὰ τὴν εἰς τὸν θεὸν εὐλάβειαν θαρρείτωσαν καὶ πληρούσθωσαν εὐφροσύνης τὰ", + "candidate_score": 0.642571, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_612", + "psc_text": "προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσεν τῆς δεήσεώς μου καὶ ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας καὶ ἀπὸ πηλοῦ ὕλεως καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατηύθυνεν τὰ διαβήματά μου. καὶ ἐνέβαλεν εἰς τὸ στόμα μου ᾆσμα καινόν, ὕμνον τῷ θεῷ ἡμῶν· ὄψονται πολλοὶ καὶ φοβηθήσονται καὶ ἐλπιοῦσιν ἐπὶ κύριον. Ἐπειδὴ ἡ θλίψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα· ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει. εἰκότως οὐχ ἁπλῶς ὁ δίκαιος ὑπομένει, ἀλλ’ ἐπιτείνων τὴν ἐλπίδα καὶ μὴ ἀπογινώσκων τὴν παρὰ θεῷ σωτηρίαν παραμένει τῇ ὑπομονῇ. κἂν παραχρῆμα δεηθεὶς μὴ ὑπακουσθῇ, ὅμως ἐλπίζων ὑπομένει καὶ προσκαρτερεῖ ταῖς δεήσεσι καὶ ταῖς προσευχαῖς. εἰ δὲ καὶ ἐν σφάλματί ποτε γένοιτο, ὥσπερ ὁ Δαυίδ, ὁμολογεῖ μὴ ἀγνοεῖν οἷ κακῶν ἐλήλυθεν. εἰ δὲ καὶ μετὰ ταῦτα ἀναλάβοι ἑαυτὸν τοῦ σφάλματος συνῃσθημένως, εὐχαριστήσει γνωρίζων, ἀφ’ οἵου βάθους ταλαιπωρίας ἀνειμήσατο αὐτὸν ὁ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ γενόμενος ἰατρὸς καὶ σωτήρ. διόπερ ἐρεῖ· ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου", + "candidate_score": 0.639238, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_189", + "psc_text": "ὠδῖνες θανάτου, καὶ χείμαρροι ἀνομίας ἐξετάραξάν με· ὠδῖνες ᾅδου περιεκύκλωσάν με, προέφθασάν με παγίδες θανάτου. καὶ ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐπεκαλεσάμην τὸν κύριον καὶ πρὸς τὸν θεόν μου ἐκέκραξα· ἤκουσεν ἐκ ναοῦ ἁγίου αὐτοῦ φωνῆς μου, καὶ ἡ κραυγή μου ἐνώπιον αὐτοῦ εἰσελεύσεται εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ. Διδάσκει διὰ τούτων, τίνα τρόπον καὶ ὑπὸ τῶν χειμάρρων τῆς ἀνομίας ταρασσόμενος καὶ τὰ λοιπὰ τὰ προειρημένα πάσχων ᾔσθετο αὑτοῦ κινδυνεύοντος ἐπὶ τὸν λιμένα τῆς ἑαυτοῦ σωτηρίας κατέφευγε. διό φησιν· ἐν τῷ θλίβεσθαι ἐπεκαλεσάμην τὸν κύριον, καὶ πρὸς τὸν θεόν μου ἐκέκραξα. εἶτα διδάσκει, ὡς οὐκ ἠστόχησε τοῦ σκοποῦ τοιαῦτα πιστεύσας· ἡ γὰρ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει. διὸ ἐπιφέρει· ἤκουσεν ἐκ ναοῦ ἁγίου αὐτοῦ φωνῆς μου, καὶ ἡ κραυγή μου ἐνώπιον αὐτοῦ εἰσελεύσεται εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ. ναὸν δὲ θεοῦ ἐν τούτοις ποῖον χρὴ νοεῖν λέγεσθαι ὑπὸ τοῦ Δαυῒδ, μήπω τοῦ ἐν Ἱεροσολύμοις οἴκου κατεσκευασμένου ἢ πάντως που τὴν ἐπουράνιον πόλιν τοῦ θεοῦ καὶ", + "candidate_score": 0.636728, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_40", + "bdc_text": "Der herr von h. erbarnet mich von gründ mines hertzens , dan seilig in sin son der pfaff derstich getrolet , dahin gebracht , und wo jenem gleg und weg oder fürbitt möchte funden werden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_612", + "psc_text": "προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσεν τῆς δεήσεώς μου καὶ ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας καὶ ἀπὸ πηλοῦ ὕλεως κα�� ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατηύθυνεν τὰ διαβήματά μου. καὶ ἐνέβαλεν εἰς τὸ στόμα μου ᾆσμα καινόν, ὕμνον τῷ θεῷ ἡμῶν· ὄψονται πολλοὶ καὶ φοβηθήσονται καὶ ἐλπιοῦσιν ἐπὶ κύριον. Ἐπειδὴ ἡ θλίψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα· ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει. εἰκότως οὐχ ἁπλῶς ὁ δίκαιος ὑπομένει, ἀλλ’ ἐπιτείνων τὴν ἐλπίδα καὶ μὴ ἀπογινώσκων τὴν παρὰ θεῷ σωτηρίαν παραμένει τῇ ὑπομονῇ. κἂν παραχρῆμα δεηθεὶς μὴ ὑπακουσθῇ, ὅμως ἐλπίζων ὑπομένει καὶ προσκαρτερεῖ ταῖς δεήσεσι καὶ ταῖς προσευχαῖς. εἰ δὲ καὶ ἐν σφάλματί ποτε γένοιτο, ὥσπερ ὁ Δαυίδ, ὁμολογεῖ μὴ ἀγνοεῖν οἷ κακῶν ἐλήλυθεν. εἰ δὲ καὶ μετὰ ταῦτα ἀναλάβοι ἑαυτὸν τοῦ σφάλματος συνῃσθημένως, εὐχαριστήσει γνωρίζων, ἀφ’ οἵου βάθους ταλαιπωρίας ἀνειμήσατο αὐτὸν ὁ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ γενόμενος ἰατρὸς καὶ σωτήρ. διόπερ ἐρεῖ· ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου", + "candidate_score": 0.632299, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_303", + "psc_text": "θεῷ μου πεποιθὼς πολλῇ παρρησίᾳ χρώμενος. ὁ πάντων μὲν τῶν αἰσθητῶν καὶ ὁρωμένων καταφρονήσας, ἐπὶ δὲ τὸν ἀσώματον καὶ ἀόρατον θεὸν τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἐπάρας, ὡς ἂν ἴδιον ἑαυτοῦ κτῆμα γενόμενον τὸν θεὸν ἐπικαλεῖσθαι θαρρεῖ· διὸ λέγει· ὁ θεός μου, ἐπὶ σοὶ πέποιθα. καὶ τὰ παρ’ ἐμοῦ μέν, φησὶ, ταῦτα. λοιπὸν δὲ εὐχῆς μοι δεῖ καὶ τῆς παρὰ σοῦ τοῦ θεοῦ συνεργείας πρὸς τὸ μὴ ἐκπεσεῖν τοῦ σκοποῦ μηδ’ ὥσπερ ἀφ’ ὑψηλῆς ἀκρωρείας πεσόντα ἀπορραγῆναι. διὸ δέομαι καὶ ἱκετεύω μὴ καταισχυνθῆναι μηδὲ καταγελασθῆναι ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν μου· ταῦτα δέ μοι ἔσται ἐκ τῆς σῆς τοῦ θεοῦ μου βοηθείας. τὰ μὲν γὰρ πρῶτα ἐξ ἐμῆς ἦν προαιρέσεως τὸ ἄγειν καὶ φέρειν τὴν ἐμαυτοῦ ψυχήν,ὅπη καὶ βούλομαι· τὰ δὲ δεύτερα τῆς σῆς ἀντιλήψεως καὶ συνεργείας δεῖται. Αἰσχυνθήτωσαν οἱ ἀνομοῦντες δια κενῆς. τὰς ὁδούς σου, κύριε, γνώρισόν μοι καὶ τὰς τρίβους σου δίδαξόν με. ὁδήγησόν με ἐπὶ τὴν ἀλήθειάν σου καὶ δίδαξόν με,", + "candidate_score": 0.630605, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_612", + "psc_text": "προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσεν τῆς δεήσεώς μου καὶ ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας καὶ ἀπὸ πηλοῦ ὕλεως καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατηύθυνεν τὰ διαβήματά μου. καὶ ἐνέβαλεν εἰς τὸ στόμα μου ᾆσμα καινόν, ὕμνον τῷ θεῷ ἡμῶν· ὄψονται πολλοὶ καὶ φοβηθήσονται καὶ ἐλπιοῦσιν ἐπὶ κύριον. Ἐπειδὴ ἡ θλίψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα· ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει. ��ἰκότως οὐχ ἁπλῶς ὁ δίκαιος ὑπομένει, ἀλλ’ ἐπιτείνων τὴν ἐλπίδα καὶ μὴ ἀπογινώσκων τὴν παρὰ θεῷ σωτηρίαν παραμένει τῇ ὑπομονῇ. κἂν παραχρῆμα δεηθεὶς μὴ ὑπακουσθῇ, ὅμως ἐλπίζων ὑπομένει καὶ προσκαρτερεῖ ταῖς δεήσεσι καὶ ταῖς προσευχαῖς. εἰ δὲ καὶ ἐν σφάλματί ποτε γένοιτο, ὥσπερ ὁ Δαυίδ, ὁμολογεῖ μὴ ἀγνοεῖν οἷ κακῶν ἐλήλυθεν. εἰ δὲ καὶ μετὰ ταῦτα ἀναλάβοι ἑαυτὸν τοῦ σφάλματος συνῃσθημένως, εὐχαριστήσει γνωρίζων, ἀφ’ οἵου βάθους ταλαιπωρίας ἀνειμήσατο αὐτὸν ὁ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ γενόμενος ἰατρὸς καὶ σωτήρ. διόπερ ἐρεῖ· ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου", + "candidate_score": 0.628782, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_40", + "bdc_text": "Der herr von h. erbarnet mich von gründ mines hertzens , dan seilig in sin son der pfaff derstich getrolet , dahin gebracht , und wo jenem gleg und weg oder fürbitt möchte funden werden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_613", + "psc_text": "ταῖς προσευχαῖς. εἰ δὲ καὶ ἐν σφάλματί ποτε γένοιτο, ὥσπερ ὁ Δαυίδ, ὁμολογεῖ μὴ ἀγνοεῖν οἷ κακῶν ἐλήλυθεν. εἰ δὲ καὶ μετὰ ταῦτα ἀναλάβοι ἑαυτὸν τοῦ σφάλματος συνῃσθημένως, εὐχαριστήσει γνωρίζων, ἀφ’ οἵου βάθους ταλαιπωρίας ἀνειμήσατο αὐτὸν ὁ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ γενόμενος ἰατρὸς καὶ σωτήρ. διόπερ ἐρεῖ· ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας καὶ ἀπὸ πηλοῦ ὕλεως. τούτου δὲ τεύξεται, ἐπειδήπερ ὑπομένων ὑπέμεινε τὸν κύριον. λάκκον δὲ ταλαιπωρίας τὸ βάθος τῆς ἁμαρτίας, καὶ πηλὸν ὕλεως τὰς τοῦ πηλώδους σώματος ἡδυπαθείας, ἐν αἷς ὀλισθήσασα ψυχὴ βαπτίζεται καὶ ὥσπερ ἐν βυθῷ καταποντοῦται, οὐκ ἂν ἁμάρτοις εἰπών. Ὁ δὴ οὖν ἐκ τούτων ἀνακύψας καὶ ὑπὸ τῆς δεξιᾶς τοῦ σωτῆρος ἀνειμηθείς, εἶτα λοιπὸν ἐν καθαρῷ τῷ λόγῳ τὰς τῆς ψυχῆς βάσεις στηρίξας εὐλόγως ἐρεῖ· καὶ ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας καὶ ἀπὸ πηλοῦ ὕλεως· καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου, καὶ κατηύθυνε τὰ διαβήματά μου. πέτραν δὲ πρὸς ἀντιδιαστολὴν τοῦ πηλοῦ τῆς ὕλεως. τὸν εὐπαγῆ", + "candidate_score": 0.62583, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_23_25", + "bdc_text": "mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf . viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd . Gott verlych uns allen unsere mißethat .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_704", + "psc_text": "κατορθώματα, ἀλλ’ ὡς πρὸς σὲ πάντα πτωχὰ καὶ σμικρὰ καὶ ὀλίγιστα. πλὴν ὡς ἐξ ἡμῶν μεγάλα. διὸ ἱκετεύομεν μὴ λήθην ποιήσασθαι τῆς ἡμετέρας πτωχείας· μνησθῆναι δὲ καὶ τῆς θλίψεως ἡμῶν, ἧς ὑπεμείναμέν σου χάριν. καὶ ἐπεὶ ἡ ψυχὴ ἡμῶν εἰς χοῦν τεταπείνωται, συγγνῶναι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν ἱκετεύομεν. καὶ ἀλλαχοῦ δὲ τῷ αὐτῷ λόγῳ δυσωπεῖ τὸν θεὸν λέγων· μνήσθητι, ὅτι χούς ἐσμεν· ἄνθρωπος ὡσεὶ χόρτος αἱ ἡμέραι αὐτοῦ . ἀλλὰ καί· ἡ γαστὴρ ἡμῶν ἐκολλήθη εἰς γῆν. δέον γὰρ αὐτὴν πεπληρῶσθαι ναμάτων ἁγίων καὶ πηγῆς ὕδατος ζῶντος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον , ἐξ ἀνυδρίας ὑπερβαλλούσης ἡ γαστὴρ ἡμῶν ἐκολλήθη εἰς γῆν. Γαστέρα δὲ ψυχῆς νόει τὸ μνημονικὸν αὐτῆς ��� καὶ τὸ ἡγεμονικόν, ἐν ᾧ πάντα συνάγει τὰ μαθήματα καὶ τὰ θεωρήματα, ἐν ᾧ καὶ σπέρματα ὑποδεξαμένη κύει, καὶ τελεσφορήσασα γεννᾷ πνεῦμα σωτηρίας κατὰ τὸν φήσαντα· ἐκ τοῦ φόβου σου, κύριε, ἐν γαστρὶ ἐλάβομεν καὶ ὠδινήσαμεν, καὶ ἐτέκομεν πνεῦμα σωτηρίας . τοσαῦτα", + "candidate_score": 0.625058, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_40", + "bdc_text": "Der herr von h. erbarnet mich von gründ mines hertzens , dan seilig in sin son der pfaff derstich getrolet , dahin gebracht , und wo jenem gleg und weg oder fürbitt möchte funden werden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_204", + "psc_text": "αὐτὸνἀναλαβεῖν ἐκ τῶν πολλῶν ὑδάτων, ἐλευθερίαν δὲ τὴν ἀπὸ τῶν ἐχθρῶν τῶν πάλαι κατακεκρατηκότων αὐτοῦ γενέσθαι. Καὶ ἐξήγαγέ με εἰς πλατυσμόν, ῥύσεταί με, ὅτι ἠθέλησέ με. καὶ ἀνταποδώσει μοι κύριος κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου καὶ κατὰ τὴν καθαριότητα τῶν χειρῶν μου ἀνταποδώσει μοι. Ἤδη μέν, φησὶ, τῆς ἐξομολογήσεώς μου καὶ τῶν προσευχῶν καὶ τῶν ἱκετηρίων ἐπακούσας ὁ κύριος γέγονέ μοι ἀντιστήριγμα, μέλλοντα γάρ με περιτρέπεσθαι καὶ μέγα πτῶμα ὑπομένειν, εἰ μετὰ τὴν ἁμαρτίαν εἰς παντελῆ ἐξέπιπτον ἀποστασίαν αὐτὸς παραστὰς ἔρεισμά μοι καὶ ἀντιστήριγμα γέγονεν, ὁπηνίκα, τὸν αὑτοῦ προφήτην Ναθὰν πέμψας ἔλεγχόν μοι ἐπήγαγε τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀνώρθωσεν. ἀλλὰ καὶ ἐξήγαγέν με εἰς πλατυσμὸν καὶ εἰς εὐρυχωρίαν κατὰ τὸν Σύμμαχον· στενοχωρηθέντα γάρ με καὶ μικροῦ δεῖν ἀπογνόντα ἑαυτοῦ τὴν σωτηρίαν ἐρρύσατο καὶ εἰς πλατυσμὸν ἐξήγαγεν, ὡς κατὰ πλάτος δυνηθῆναι ἐμαυτὸν ἀναλαβεῖν καὶ τῆς ἐμαυτοῦ θεραπείας ἐπιμέλειαν ποιήσασθαι. πλὴν ἀλλὰ καὶ παντελῶςῥύσεταί με, φησίν, διδοὺς ἄφεσιν τῆς ἁμαρτίας κατὰ τὸν προφητευόμενον καιρὸν", + "candidate_score": 0.625015, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_39_41", + "bdc_text": "servulus S. I. Scriptum ne remittas , nisi me remittas . Der herr von h. erbarnet mich von gründ mines hertzens , dan seilig in sin son der pfaff derstich getrolet , dahin gebracht , und wo jenem gleg und weg oder fürbitt möchte funden werden . Aiunt ich imm des lebens woll .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_204", + "psc_text": "αὐτὸνἀναλαβεῖν ἐκ τῶν πολλῶν ὑδάτων, ἐλευθερίαν δὲ τὴν ἀπὸ τῶν ἐχθρῶν τῶν πάλαι κατακεκρατηκότων αὐτοῦ γενέσθαι. Καὶ ἐξήγαγέ με εἰς πλατυσμόν, ῥύσεταί με, ὅτι ἠθέλησέ με. καὶ ἀνταποδώσει μοι κύριος κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου καὶ κατὰ τὴν καθαριότητα τῶν χειρῶν μου ἀνταποδώσει μοι. Ἤδη μέν, φησὶ, τῆς ἐξομολογήσεώς μου καὶ τῶν προσευχῶν καὶ τῶν ἱκετηρίων ἐπακούσας ὁ κύριος γέγονέ μοι ἀντιστήριγμα, μέλλοντα γάρ με περιτρέπεσθαι καὶ μέγα πτῶμα ὑπομένειν, εἰ μετὰ τὴν ἁμαρτίαν εἰς παντελῆ ἐξέπιπτον ἀποστασίαν αὐτὸς παραστὰς ἔρεισμά μοι καὶ ἀντιστήριγμα γέγονεν, ὁπηνίκα, τὸν αὑτοῦ προφήτην Ναθὰν πέμψας ἔλεγχόν μοι ἐπήγαγε τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀνώρθωσεν. ἀλλὰ καὶ ἐξήγαγέν με εἰς πλατυσμὸν καὶ εἰς εὐρυχωρίαν κατὰ τὸν Σύμμαχον· στενοχωρηθέντα γάρ με καὶ μικροῦ δεῖν ἀπογνόντα ἑαυτοῦ τὴν σωτηρίαν ἐρρύσατο καὶ εἰς πλατυσμὸν ἐξήγαγεν, ὡς κατὰ πλάτος δυνηθῆναι ἐμαυτὸν ἀναλαβεῖν καὶ τῆς ἐμαυτοῦ θεραπείας ἐπιμέλειαν ποιήσασθαι. πλὴν ἀλλὰ καὶ παντελῶςῥύσεταί με, φησίν, διδοὺς ἄφεσιν τῆς ἁμαρτίας κατὰ τὸν προφητευόμενον καιρὸν", + "candidate_score": 0.622475, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_41_43", + "bdc_text": "Aiunt ich imm des lebens woll . Man sagt man bring inn morn zfus an einer kette , unnd vor trwigkeut sye er nitt fast voll by im selbs . Aber ich vermören des beschafftig anß ein et nostri Bullingero , etc. D .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_812", + "psc_text": "εἰς τὸ πρωί, καὶ ἡ βοήθεια αὐτῶν παλαιωθήσεται ἐν τῷ ᾅδῃ ἐκ τῆς δόξης αὐτῶν. πλὴν ὁ θεὸς λυτρώσεται τὴν ψυχὴν μου ἐκ χειρὸς ᾅδου, ὅταν λαμβάνῃ με. διάψαλμα. Τὰ μὲν πρῶτα περὶ τῶν πρὸ τοῦ θανάτου τῶν ἀσεβῶν ἐλέγετο, τὰ δὲ παρόντα διδάσκει, ὁποῖα ἐν αὐτῷ τῷ ᾅδῃ γενόμενοι μετὰ τὴν φθορὰν τοῦ σώματος πείσονται. θρέμματα γὰρ ἔσονται θανάτου, ἐπείπερ αὐτοὶ ἑαυτοὺς εἰς τοῦτο ἔταξαν. διὸ θάνατος ποιμανεῖ αὐτούς, κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον ὡς βοσκήματα ᾅδου ἔταξαν ἑαυτούς. θάνατος νεμήσεται αὐτούς. οὐ γὰρ ἠθέλησαν ὑπὸ τῷ καλῷ ποιμένι ποιμανθῆναι καὶ διὰ τοῦτο γεγόνασι θρέμματα θανάτου, καὶ τοὺς μὲν ἀπάξει εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον, τοὺς δὲ ὅπου ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων, καὶ ἄλλους εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον. εἰς τοσοῦτόν τε αὐτοὺς νεμήσει ποιμαίνων ὁ θάνατος, ὡς τὴν βοήθειαν αὐτῶν παλαιωθῆναι ἐν τῷ ᾅδῃ ἐκ τῆς δόξης αὐτῶν, ἀνθ’ οὗ ὁ μὲν Ἀκύλας τοῦτον ἡρμήνευσεν τὸν", + "candidate_score": 0.622252, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_11_13", + "bdc_text": "Joachium zuͦ redenn , er welle mich da nitt laßen , da es ich by unns ein sömliche gstalt hatt , das sich einer ein klein versechen muͦs , diewyl niemand wüßen mag , wie lands es werden , und solhon alle ding anfahend in höchriben schleg kommen . Hatt erbarm sich unser . Ich hab im oft darum gesorgbenn ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_599", + "psc_text": "δὲ καὶ ἐθέμην τῷ στόματί μου φυλακήν· καὶ ἐκωφώθην καὶ ἐταπεινώθην καὶ ἐσίγησα ἐξ ἀγαθῶν. ὁ δὲ Σύμμαχος οὕτως ἡρμήνευσεν· εἶπον· φυλάξω τὰς ὁδούς μου μὴ ἁμαρτεῖν διὰ τῆς γλώσσης μου. φυλάξω τὸ στόμα μου φιμῷ ἔτι ὄντος ἀσεβοῦς ἐξ ἐναντίας μου. ἄλαλος ἐγενόμην σιγῇ, ἐσιωπήθην μὴ ὢν ἐν ἀγαθῷ . ὁρᾷς, τίνα τρόπον τὴν αἰτίαν τοῦ μὴ τολμᾶν διαίρειν τὸ στόμα ἐδίδαξεν εἰπών· καὶ ἐσιώπησα ἐξ ἀγαθῶν, ἢ ἐσιωπίσθην μὴ ὢν ἐν ἀγαθῷ , κατὰ τὸν Σύμμαχον; μὴ γὰρ ὢν ἐν ἀγαθοῖς μηδὲ παρρησίαν ἄγων ἐμεμνήμην τοῦ λέγοντος· ἥμαρτες, ἡσύχασον . διὸ ἐσιώπησα μὴ ὢν ἐν ἀγαθῷ. οὐ μόνον δὲ ἐκωφώθην καὶ ἐταπεινώθην καὶ ἐσίγησα ἐξ ἀγαθῶν, ἀλλὰ καὶ ἄλγημά μου ἀνεκαινίσθη. τὸ γὰρ τῆς ψυχῆς μου ἄλγος καὶ τὸ ἐκ τῆς ἁμαρτίας ἐγγενόμενόν μοι ἕλκος κατὰ βάθους ἐγκείμενον καὶ κατ’ αὐτῆς τῆς συνειδήσεως ἐμπεπηγμένον ἀνενεοῦτο ἐπαναβαίνοντός μοι καὶ ἐπονειδίζοντος τοῦ τὴν ἁμαρτίαν ἐνηργηκότος. Γνώρισόν μοι, κύριε, τὸ πέρας", + "candidate_score": 0.621965, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_40", + "bdc_text": "Der herr von h. erbarnet mich von gründ mines hertzens , dan seilig in sin son der pfaff derstich getrolet , dahin gebracht , und wo jenem gleg und weg oder fürbitt möchte funden werden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_672", + "psc_text": "ἐσχάτην ἀποβολὴν καὶ τὴν ἀπόπτωσιν τοῦ παντὸς ἔθνους τὴν γενομένην μετὰ τὴν εἰς τὸν σωτῆρα καὶ κύριον ἡμῶν ἀπιστίαν αὐτῶν ἐμφαίνειν μοι διὰ τούτων δοκεῖ. εἶπε δ’ ἂν αὐτῷ ἐρωτήσαντι καὶ φάντι· διὰ τί μου ἐπελάθου; τὸ ἐν εὐαγγελίῳ λεχθέν· ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τὰ τέκνα σου, ὃν τρόπον ὄρνις ἐπισυνάγει τὰ νοσσία ὑπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε; ἐπεὶ τοίνυν διὰ τὴν αὐτῶν κακίαν ἐπελήσθησαν, εἰκότως ὁ χορὸς ὁ προφητικός, ἐπεὶ φυσικοῖς λόγοις πάσχοντος ἑνὸς μέλους, συμπάσχει πάντα τὰ μέλη , ὡς ὑπὲρ οἰκείου σώματος ἀλγῶν ἐπιλέγει κατὰ τὸν Σύμμαχον· ἵνα τί σκυθρωπὸς περιπατῶ, θλίβοντος ἐχθροῦ; καὶ ὡς σφαγὴν διὰ τῶν ὀστῶν μου ὠνείδιζον οἱ ἐναντίοι μου, ἢ· ἐν τῷ καταθλᾶσθαι τὰ ὀστᾶ μου ὠνείδιζόν με οἱ θλίβοντές με. τῶν γὰρ ὀστέων τῶν προφητικῶν διὰ τοῦ κλαυθμοῦ καὶ τῶν ὀδυρμῶν καταθλωμένων, τουτέστι τῶν τῆς ψυχῆς δυνάμεων, οἱ ἐν τῷ λαῷ ἐχθροὶ τοῦ θεοῦ ὡς μηδενὸς ἐπαμύνοντος ἐπανέβαινον ὀνειδίζοντες καὶ λέγοντες·", + "candidate_score": 0.621832, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_8_10", + "bdc_text": "Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn . wort mitt j.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_612", + "psc_text": "προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσεν τῆς δεήσεώς μου καὶ ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας καὶ ἀπὸ πηλοῦ ὕλεως καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατηύθυνεν τὰ διαβήματά μου. καὶ ἐνέβαλεν εἰς τὸ στόμα μου ᾆσμα καινόν, ὕμνον τῷ θεῷ ἡμῶν· ὄψονται πολλοὶ καὶ φοβηθήσονται καὶ ἐλπιοῦσιν ἐπὶ κύριον. Ἐπειδὴ ἡ θλίψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα· ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει. εἰκότως οὐχ ἁπλῶς ὁ δίκαιος ὑπομένει, ἀλλ’ ἐπιτείνων τὴν ἐλπίδα καὶ μὴ ἀπογινώσκων τὴν παρὰ θεῷ σωτηρίαν παραμένει τῇ ὑπομονῇ. κἂν παραχρῆμα δεηθεὶς μὴ ὑπακουσθῇ, ὅμως ἐλπίζων ὑπομένει καὶ προσκαρτερεῖ ταῖς δεήσεσι καὶ ταῖς προσευχαῖς. εἰ δὲ καὶ ἐν σφάλματί ποτε γένοιτο, ὥσπερ ὁ Δαυίδ, ὁμολογεῖ μὴ ἀγνοεῖν οἷ κακῶν ἐλήλυθεν. εἰ δὲ καὶ μετὰ ταῦτα ἀναλάβοι ἑαυτὸν τοῦ σφάλματος συνῃσθημένως, εὐχαριστήσει γνωρίζων, ἀφ’ οἵου βάθους ταλαιπωρίας ἀνειμήσατο αὐτὸν ὁ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ γενόμενος ἰατρὸς καὶ σωτήρ. διόπερ ἐρεῖ· ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου", + "candidate_score": 0.620633, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_11_13", + "bdc_text": "Joachium zuͦ redenn , er welle mich da nitt laßen , da es ich by unns ein sömliche gstalt hatt , das sich einer ein klein versechen muͦs , diewyl niemand wüßen mag , wie lands es werden , und solhon alle ding anfahend in höchriben schleg kommen . Hatt erbarm sich unser . Ich hab im oft darum gesorgbenn ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_588", + "psc_text": "τούτοις φησιν ἐγὼ ἔρημος γεγονὼς τῶν ἐμαυτοῦ φίλων οὐδὲν εἶχον λέγειν, αἰσχύνης πεπληρωμένος· διὸ ὡσεὶ κωφὸς οὐκ ἤκουον, ἀλλ’ ὁ πάλαι λογιώτατος καὶ τῇ παρούσῃ σοφίᾳ σεσοφισμένος γέγονα ὡσεὶ κωφὸς οὐκ ἀκούων καὶ ὡς ἄλαλος οὐκ οὐοὐκ ἀνοίγων τὸ στόμα αὐτοῦ. οὐδεὶς γάρ μοι λόγος ἦν πρὸς ἀπολογίαν, οὐδ’ εἶχόν τινα τοῖς ἐχθροῖς προσφθέγγεσθαι, ἅπαξ ὑπ’ αὐτῶν νενικημένος. ἀλλ’ ἤμην ὡς ἄνθρωπος οὐκ ἀκούων καὶ οὐκ ἔχων ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ ἐλεγμούς. ἠλεγχόμην ἐλεγχόμην γὰρ αὐτός, ἀλλ’ οὐκ ἤλεγχον, οὐδὲ εἶχον παρρησίαν αἰσχύνῃ κεκαλυμμένος. Ὅτι ἐπὶ σοί, κύριε, ἤλπισα· σὺ εἰσακούσῃ, κύριε ὁ θεός μου. ὅτι εἶπον· μήποτε ἐπιχαρῶσί μοι οἱ ἐχθροί μου, καὶ ἐν τῷ σαλευθῆναι πόδας μου ἐπ’ ἐμὲ ἐμεγαλορρημόνησαν. Τὰ δὴ μὲν συμβεβηκότα μοι ταῦτα· διὸ γέγονα ὡσεὶ κωφὸς οὐκ ἀκούων καὶ ὡς ὡσεὶ ἄλαλος οὐκ ἀνοίγων τὸ στόμα αὐτοῦ καὶ ὡσεὶ ἄνθρωπος οὐκ ἔχων ἐλεγμούς, διὸ οὐδὲν πρὸς τοὺς ἐχθροὺς ἔλεγον ὡς ἂν ὑπ’ αὐτῶν νενικημένος.", + "candidate_score": 0.620485, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_40", + "bdc_text": "Der herr von h. erbarnet mich von gründ mines hertzens , dan seilig in sin son der pfaff derstich getrolet , dahin gebracht , und wo jenem gleg und weg oder fürbitt möchte funden werden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_400", + "psc_text": "ἐχθρούς μου ἐγενήθην ὄνειδος καὶ τοῖς γείτοσίν μου σφόδρα καὶ φόβος τοῖς γνωστοῖς μου, οἱ θεωροῦντές με ἔξω ἔφυγον ἀπ’ ἐμοῦ. ἐπελήσθην ὡσεὶ νεκρὸς ἀπὸ καρδίας, ἐγενήθην ὡσεὶ σκεῦος ἀπολωλός. Ταῦτα ἀναφέρομεν ἐπὶ τὸν καιρὸν τοῦ πάθους τοῦ σωτῆρος ἡμῶν, ἁρμόζοι ἂν ὑπ’ αὐτοῦ λέγεσθαι, ὅτε οἱ ἐχθροὶ ἀνηρτημένον ὁρῶντες αὐτὸν ἐπετώθαζον ὀνειδίζοντες κατὰ τὰ γεγραμμένα ἐν τοῖς εὐαγγελίοις· οἵ τε γνωστοὶ καὶ οἱ μαθηταὶ καὶ φίλοι φόβῳ ὑποπεσόντες ἀνεχώρουν καταλείποντες αὐτόν· ὅτε καὶ ὁ πρωτοστάτης τοῦ χοροῦ τῶν αὐτοῦ μαθητῶν ἤρνηται αὐτὸν τρίτον. τότε δὲ καὶ ἀπελήσθη ὡσεὶ νεκρὸς ἀπὸ καρδίας· ἀλλὰ καὶ ἐνομίσθη γεγονέναι ὡς σκεῦος ἀπολωλός. πλὴν ἀλλὰ καὶ ταῦτα ἐπὶ τὸν ἐν τῷ ψαλμῷ ἐξομολογούμενον ἀναφερόμενα ὑπερβάλλουσαν αὐτοῦ παρίστησι κάκωσιν. οὕτω γὰρ ἑαυτὸν ἐξέτηκεν, ὡς ἐκλείπειν μὲν αὐτοῦ ἐν ὀδύνῃ τὴν ζωὴν καὶ ἔτη ἐν στεναγμοῖς, ἀσθενῆσαι δὲ ἐν πτωχείᾳ τὴν ἰσχὺν καὶ τὰ ὀστέα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ταραχθῆναι· ἐφ’ οἷς καὶ ἐγελᾶτο ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν,", + "candidate_score": 0.616687, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_40", + "bdc_text": "Der herr von h. erbarnet mich von gründ mines hertzens , dan seilig in sin son der pfaff derstich getrolet , dahin gebracht , und wo jenem gleg und weg oder fürbitt möchte funden werden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_395", + "psc_text": "διὸ παραινεῖς λέγων· υἱοὶ ἀνθρώπων, ἕως πότε βαρυκάρδιοι; ἵνα τί ἀγαπᾶτε ματαιότητα, καὶ ζητεῖσθε ψεῦδος; ἐγὼ δέ, ἀποστραφεὶς τὰ μάταια ἐπὶ σὲ μόνον τὸν ἐμαυτοῦ κύριον ἤλπισα· διὸ πέπεισμαι οὐκ εἰκῇ σοι ἐμαυτὸν παρατεθεῖσθαι. τὸ γὰρ τέλος τῆς εἰς σὲ ἐλπίδος χαρὰ καὶ εὐφροσύνη. ἤδη καὶ ἄλλοτε ἐπεῖδες τὴν ταπείνωσίν μου πολλάκις τε περιπεσούσης τῆς ἐμῆς ψυχῆς ἀνάγκαις ταῖς ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν ἐπιτεθείσαις αὐτῇ ἐμοῦ τε μηδὲν πλέον πράττοντος ἢ ταπεινοῦντος ἐμαυτὸν καὶ κακοῦντος διὰ τῶν πρὸς σὲ τὸν θεὸν ἱκετηρίων, σὺ αὐτὸς ὁ ἐμὸς ὑπέρμαχος καὶ ὑπερασπιστής, μὴ ἀντιπαρελθών με, ἀποδεξάμενος δὲ τὴν ἐμὴν ταπείνωσιν, ἔσωσας ἐκ τῶν ἀναγκῶν τὴν ψυχήν μου, καὶ οὐ συνέκλεισάς με εἰς χεῖρας ἐχθρῶν· παραδόξως δέ με εἴσω δικτύων ἤδη γενόμενον καὶ ταῖς χερσὶ τῶν ἐχθρῶν παραδεδομένον ἁρπάσας ἐλεύθερον ἀνῆκας, καὶ τοὺς πόδας μου ἐν πλατύτητι καὶ εὐρυχωρίᾳ κατέστησας, συγχωρήσας ἄφετόν με βαδίζειν, ὅποι καὶ βούλομαι. Ἐλέησόν με, κύριε, ὅτι θλίβομαι· ἐταράχθη ἐν θυμῷ", + "candidate_score": 0.615528, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_40", + "bdc_text": "Der herr von h. erbarnet mich von gründ mines hertzens , dan seilig in sin son der pfaff derstich getrolet , dahin gebracht , und wo jenem gleg und weg oder fürbitt möchte funden werden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_592", + "psc_text": "συνέβη τοὺς πόδας μου συνέβη , καθ’ ὃν καιρὸν ἡ καρδία μου ἐταράχθη καὶ ἐγκατέλιπέ με ἡ ἰσχύς μου καὶ τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου οὐκ ἦν μετ’ ἐμοῦ , ἀλλ’ οὐ γὰρ πάντῃ περιετράπην, οὐδὲ πτῶμα ἔπεσον τοιοῦτον, οἷον οἱ ἀποστάται μου γενόμενοι, ἑπειδὴ ἐν αὐτῷ ἐκείνῳ τῷ καιρῷ, ἐν τῷ σαλευθῆναι τοὺς πόδας μου, ἐπ’ ἐμὲ ἐμεγαλορρημόνησαν οἱ ἐχθροί μου, ἵνα μὴ μειζόνως ἐπικροτήσωσι κατ’ ἐμοῦ, ἐπὶ σὲ κατέφυγον ὡς ἐπὶ λιμένα σωτηρίας, τὸν καὶ τὰ ἀνίατα παρὰ ἀνθρώποις τῆς ψυχῆς πάθη ἰάσασθαι δυνάμενον. Ὅτι ἐγὼ εἰς μάστιγας ἕτοιμος, καὶ ἡ ἀλγηδών δὲ μου ἐνώπιόν μου ἐστὶ διαπαντός. ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ ἀναγγελῶ καὶ μεριμνήσω ὑπὲρ τῆς ἁμαρτίας μου. Καταρχὰς εἰπών· μὴ τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με , ἐπὶ τοῦ παρόντος φησίν· ὅτι ἐγὼ εἰς μάστιγας ἕτοιμος. οὐκοῦν τὴν μὲν ὀργὴν παραιτεῖται καὶ τὸν θυμόν, ἕτοιμος ἔτι δὲ μαστίζεσθαι εἶναι λέγει· οἶδε γάρ, ὅτι ὃν ἀγαπᾷ κύριος", + "candidate_score": 0.614838, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1_3", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen lies inen , möchte es glie statt gar nitt verlyedenn , Gedoch , sünd sy , ob sy glich fründen und nich fenden , ir unwillig , dar man die soch zuͦ haltet .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_692", + "psc_text": "ὑποχείριοι γενήσεσθαί φασι· κρείττους δὲ τῶν πολεμίων ὑπάρξαι. τοῦτο γοῦν δηλοῦσι λέγοντες· ἔσωσας ἡμᾶς ἐκ τῶν θλιβόντων ἡμᾶς, καὶ τοὺς μισοῦντας ἡμᾶς κατῄσχυνας. καὶ ἐπειδήπερ οἱ μὲν ἐχθροὶ αἰσχύνην κατεχέαντο, αὐτοὶ δὲ οὐκ οἰκείᾳ δυνάμει, τῇ δὲ τοῦ κέρως αὐτῶν ἐσώθησαν, εἰκότως ἐπισυνάπτουσι λέγοντες· ἐν τῷ θεῷ ἐπαινεθησόμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν, ἢ κατὰ τὸν Ἀκύλαν· ἐν τῷ θεῷ καυχησόμεθα, ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον· τὸν θεὸν ὑμνοῦμεν ὅλην τὴν ἡμέραν, καὶ τῷ ὀνόματί σου ἐξομολογησόμεθα εἰς τὸν αἰῶνα. τὴν δὲ ἐξομολόγησιν ἀντὶ εὐχαριστίας παραλαμβάνειν εἰώθασιν αἱ γραφαὶ ὥστε εἰκότως καὶ καυχᾶσθαι καὶ ὑμνεῖν καὶ ἐπαινεῖν καὶ ἐπαινεῖσθαι εὐχαριστεῖν τε καὶ ἐξομολογεῖσθαι οἱ σεσωσμένοι τῇ τοῦ βασιλέως αὐτῶν ἀρετῇ φασιν. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐκ προσώπου τοῦ χοροῦ τῶν προφητῶν εἴρηται, τὰ δ’ ἑξῆς ἐπιφερόμενα πάλιν οἱ αὐτοὶ ἰδιοποιούμενοι τὰ τῷ πλήθει συμβεβηκότα διεξέρχονται. Νυνὶ δὲ ἀπώσω καὶ κατῄσχυνας ἡμᾶς καὶ οὐκ ἐξελεύσῃ ἐν ταῖς δυνάμεσιν ἡμῶν· ἀπέστρεψας ἡμᾶς ὀπίσω παρὰ τοὺς ἐχθροὺς", + "candidate_score": 0.613963, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_8_10", + "bdc_text": "Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn . wort mitt j.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_611", + "psc_text": "Σύμμαχός φησιν· ἀπόσχου μου, ἵνα μειδιάσω πρὶν ἀπελθεῖν με καὶ μὴ ὑπάρχειν . ἐὰν γὰρ ἐντεῦθεν, φησίν, μὴ μεταβαλὼν τὰ δάκρυα εἰς γέλωτα διὰ τὴν σὴν χάριν, μειδιάσω, καὶ ἐὰν μὴ ἐν τῷ παρόντι βίῳ ἀνῇς μοι τὸ ἁμάρτημα καὶ συγχωρήσῃς τὰ πεπραγμένα, ἵνα ἀναλάβω ἐμαυτὸν καὶ ἀναψύξω ἀπαλλαγεὶς τοῦ προσκαίρου βίου οὐκέτι ἕξω καιρὸν μετανοίας. μὴ τυχὼν δὲ ἀφέσεως οὐκέτι ὑπάρξω ἐν τῇ παρὰ σοὶ ζωῇ, ἀπόβλητος δὲ γενόμενος ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον . διὸ ἐντεῦθεν ἱκετεύω λέγων· μὴ παρασιωπήσῃς ἀπ’ ἐμοῦ, μήποτε παρασιωπήσῃς ἀπ’ ἐμοῦ, καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον . Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν κύριον, καὶ προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσεν τῆς δεήσεώς μου καὶ ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας καὶ ἀπὸ πηλοῦ ὕλεως καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατηύθυνεν τὰ διαβήματά μου. καὶ ἐνέβαλεν εἰς τὸ στόμα μου ᾆσμα καινόν, ὕμνον τῷ θεῷ ἡμῶν· ὄψονται πολλοὶ καὶ φοβηθήσονται καὶ ἐλπιοῦσιν ἐπὶ κύριον. Ἐπειδὴ", + "candidate_score": 0.612968, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_8_10", + "bdc_text": "Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn . wort mitt j.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_570", + "psc_text": "βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ’ ἐμέ. προσώζεσαν καὶ ἐσάπησαν οἱ μώλωπές μου ἀπὸ προσώπου τῆς ἀφροσύνης μου· ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους τέλους σφόδρα, ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. Ἐπειδὴ τάδε μοι, φησί, πέπρακται, διὰ τοῦτο ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους καὶ ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. διὰ τούτων δὲ παρίστησιν, ἃ πέπονθε, καὶ ὅπως ἑαυτὸν ἐτιμωρεῖτο, οὐ μίαν ἑαυτῷ ἑαυτὸν κατηγορῶν ἁμαρτίαν, ἀλλ’ ἀλλὰ ἀθρόως πολλάς καὶ τοσαύτας ὡς μηδὲ ἔνδον κρύπτεσθαι ἐν τῇ ἑαυτοῦ οἰκείᾳ ψυχῇ μηδὲ εἴσω τοῦ σώματος λανθάνειν, ἀλλ’ ὑπερβεβηκέναι αὐτοῦ αὐτοῦ αὐτὰς ὥστε καὶ πᾶσιν αὐτὰς γνωρίζεσθαι. αὐτὸς γοῦν ἦν κατήγορος ἑαυτοῦ ἐν πρωτολογίᾳ καὶ παρὰ τοῖς πᾶσιν ἑαυτὸν , ὡς ἂν πληρωθείη ἐπ’ αὐτῷ· δίκαιος ἑαυτοῦ κατήγορος , φθάνων πάντα ἄνθρωπον κατήγορον. αὐτὸς μὲν ἑαυτὸν κατέκρινε, πᾶν δὲ ἐχθρῶν ἀπέφραττε ἀπέσφαττε στόμα, μὴ ἐχόντων ἕτερόν ἑτέραν τι κατ’ αὐτοῦ λέγειν. διδάσκει δὲ καὶ ἡμᾶς ὁ λόγος μὴ κρύπτειν τὰ ἑαυτῶν κακὰ μηδὲ μηδ’ ὥσπερ τινὰ", + "candidate_score": 0.609805, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_43", + "bdc_text": "Aber ich vermören des beschafftig anß ein et nostri Bullingero , etc. D .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_856", + "psc_text": "θρασύνεσθαι καὶ εἰπεῖν, ὡς ἆρα εἴην ἄτρεπτος οὔποτε σαλευόμενος τῆς ἐν θεῷ στάσεως. τούτου χάριν ὁ ἀγαθὸς θεὸς φειδόμενός μου καὶ διδάσκων αὐτῷ ἔργῳ, ὅτι ἐὰν μὴ κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, καὶ ἐὰν μὴ κύριος φυλάξῃ πόλιν, εἰς μάτην ἠγρύπνησεν ὁ φυλάσσων, ἀναγκαίως [δ`] ἀπέστρεψεν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ τὸ πάλαι με φωτίζον, ἵν` αὐτὸς ἐμαυτὸν ἐπιγνοὺς καὶ τὴν οἰκείαν ἀσθένειαν καταμαθὼν μηκέτ` ἀλόγως ἐπαιροίμην μηδ` ἐπ` ἐμαυτῷ μεγαφρονοίην, γινώσκοιμι δὲ τὸν πάντων ἐμοὶ πάροχον τῶν ἀγαθῶν. ἐγὼ μὲν οὖν ἄνθρωπος ὢν ἐλήλεγμαι, σὺ δὲ νικᾷς ἐν τῷ κρίνεσθαι τῶν πραγμάτων παριστάντων, ὅτι καὶ πρὸ τῆς ἁμαρτίας οὐ δι` ἐμαυτὸν, διὰ δὲ σὲ ἐτύγχανον οἷος ἐνομιζόμην. 390r (LXX:Ps:50:2) - ευς ἰστέον δὲ, ὡς μετὰ ἐνιαυτὸν τοῦ φόνου Οὐρίου ἦλθεν ὁ Νάθαν πρὸς τὸν βασιλέα. Οὐ γὰρ ἔχρην τοῦ πάθους ἔτι φλεγμαίνοντος τῇ μέθει κεκρατημένῳ προσελθεῖν, ἀλλὰ μετὰ τὴν παρακμήν. Πρὸ γὰρ τούτου τῆς ψυχῆς ἔτι τεθολωμένης οὐκ", + "candidate_score": 0.609754, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_32", + "bdc_text": "Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_612", + "psc_text": "προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσεν τῆς δεήσεώς μου καὶ ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας καὶ ἀπὸ πηλοῦ ὕλεως καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατηύθυνεν τὰ διαβήματά μου. καὶ ἐνέβαλεν εἰς τὸ στόμα μου ᾆσμα καινόν, ὕμνον τῷ θεῷ ἡμῶν· ὄψονται πολλοὶ καὶ φοβηθήσονται καὶ ἐλπιοῦσιν ἐπὶ κύριον. Ἐπειδὴ ἡ θλίψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα· ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει. εἰκότως οὐχ ἁπλῶς ὁ δίκαιος ὑπομένει, ἀλλ’ ἐπιτείνων τὴν ἐλπίδα καὶ μὴ ἀπογινώσκων τὴν παρὰ θεῷ σωτηρίαν παραμένει τῇ ὑπομονῇ. κἂν παραχρῆμα δεηθεὶς μὴ ὑπακουσθῇ, ὅμως ἐλπίζων ὑπομένει καὶ προσκαρτερεῖ ταῖς δεήσεσι καὶ ταῖς προσευχαῖς. εἰ δὲ καὶ ἐν σφάλματί ποτε γένοιτο, ὥσπερ ὁ Δαυίδ, ὁμολογεῖ μὴ ἀγνοεῖν οἷ κακῶν ἐλήλυθεν. εἰ δὲ καὶ μετὰ ταῦτα ἀναλάβοι ἑαυτὸν τοῦ σφάλματος συνῃσθημένως, εὐχαριστήσει γνωρίζων, ἀφ’ οἵου βάθους ταλαιπωρίας ἀνειμήσατο αὐτὸν ὁ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ γενόμενος ἰατρὸς καὶ σωτήρ. διόπερ ἐρεῖ· ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου", + "candidate_score": 0.60729, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_17", + "bdc_text": "dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_714", + "psc_text": "τούτῳ γάρ, φησίν, τὰ ἔργα μου διηγήσομαι· ἢ κατὰ τὸν Ἀκύλαν καὶ τὸν Σύμμαχον· τὰ δικαιώματά μου ἐξαγγέλλω. πολλῆς δὲ γέμων παρρησίας ἐπ’ ἀγαθοῖς ἔργοις ὁ τῶν προφητῶν χορὸς ταῦτα λέγειν τεθάρσηκεν. εἰ δὲ καὶ γνῶναι ποθείς, τίνα ἦν τῶν προφητῶν τὰ ἔργα, μάθοις ἂν διὰ τῶν ἔμπροσθεν, ἐν οἷς ἔφασκον· ταῦτα πάντα ἦλθεν ἐφ’ ἡμᾶς, καὶ οὐκ ἐπελαθόμεθά σου, καὶ οὐκ ἠδικήσαμεν ἐν διαθήκῃ σου · καὶ πάλιν· ὅτι ἕνεκά σου θανατούμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν . μέγα δὲ ἦν ἔργον καὶ τὸ διὰ γλώττης τὰ μέλλοντα προφητεύειν, καὶ τῷ βασιλεῖ διακονεῖσθαι τὴν εὐαγγελικὴν ᾠδήν. ἀντὶ δὲ τοῦ κάλαμος γραμματέως ὀξυγράφου, ὁ μὲν Ἀκύλας· σχοῖνος γραμματέως ταχινοῦ· ὁ δὲ Σύμμαχος· ἡ γλῶσσά μου, φησίν, γραφεῖον γραφέως ταχεινοῦ. σφόδρα δὲ θαυμαστῶς τὴν ἑαυτοῦ γλῶσσαν οὐ χεῖρα γραμματέως ἐπιστήμονος, οὐδὲ γραμματέα φησίν, ἀλλὰ κάλαμον γραμματέως ὀξυγράφου· δηλῶν, ὅτι ὄργανον ἦν ἡ προφητικὴ γλῶσσα ἑτέρου τοῦ χρωμένου αὐτῇ, ἁγίου πνεύματος, ὅπερ ἦν ὁ", + "candidate_score": 0.604601, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_8_10", + "bdc_text": "Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn . wort mitt j.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_577", + "psc_text": "σαρκί μου· ἐπειδὴ γὰρ αἱ ψόαι ψύαι μου ἐπλήσθησαν ἐμπαιγμάτων, διὰ τοῦτο, φησίν, εἰς μετάνοιαν τῶν πεπραγμένων ἐλθὼν τὴν ἐμαυτοῦ σάρκα κολάζω καὶ τιμωροῦμαι, διό φημι· οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου, ὡς ἂν δυνηθείη ποτὲ κατορθώσας εἰπεῖν· εἰ καὶ ὁ ἔξω ἡμῶν ἄνθρωπος φθείρεται, ἀλλ’ ὁ ἔσω ἀνακαινοῦται. Καὶ ἀνωτέρω δὲ ἔλεγεν· οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου, καί· οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου · εἶτα εἶτ’ ἐπάγει ἐπιλέγει · ἐκακώθην καὶ ἐταπεινώθην ἕως σφόδρα· τοῦτο δὲ ἑτέρως ἐν τοῖς ἔμπροσθεν ἐδήλου φήσας· ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους · ἴδιον δὲ ἀνδρῶν συνετῶν τὸ μὴ ἐπαίρεσθαι ἐπὶ τοῖς κατὰ πρόληψιν καὶ συναρπαγὴν ἁμαρτανομένοις, ἀλλ’ αἰδεῖσθαι καὶ ἐρυθριᾶν καὶ τὴν συνείδησιν πλήττεσθαι καὶ ταπεινοῦσθαι. Ὁ μὲν γὰρ Δαυὶδ πρὸς τούτοις ἐπιλέγει· ὠρυόμην ἀπὸ στεναγμοῦ τῆς καρδίας μου ἢ κατὰ τὸν Ἀκύλαν· καὶ ἐβρυχόμην ἀπὸ βρυγμοῦ τῆς καρδίας μου · οὐ γὰρ ἵνα τοῖς πολλοῖς πολοῖς φανερὸς", + "candidate_score": 0.603182, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_8_10", + "bdc_text": "Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn . wort mitt j.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_462", + "psc_text": "ἀποστελῶ ῥομφαίαν ἐπ’ αὐτήν . πάντα δὲ ταῦτα κατὰ τῆς ἐν ἀνθρώποις κακίας ἐπαφίησιν ὡς ἀγαθὸς πρὸς ὠφέλειαν τῶν ὑπ’ αὐτῆς κεκρατημένων· ἐπεὶ καὶ πολέμων σώζει, ὥσπερ ἰατρός, τέμνων καὶ καίων τὰ πεπονθότα τοῦ σώματος πρὸς θεραπείαν παντός· τούτοις ἐπιφέρει λέγων ἑξῆς· εἶπον τῇ ψυχῇ μου· σωτηρία σου ἐγώ εἰμι, πιστεύων καὶ ἀκριβῶς πεπεισμένος, ὅτι τὸ λεγόμενον ὑπὸ τοῦ θεοῦ οὐκ ἀργῶς πρόεισιν, ἀλλ’ εἰς ἔργον ἐκβαίνει πάντως τὸ λεγόμενον. καὶ ἐν τούτῳ δὲ τὴν μὲν ἑαυτοῦ ἠρνεῖτο σωτηρίαν καὶ τὴν ἑαυτοῦ παρῃτεῖτο ζωήν, τὴν δὲ τοῦ κυρίου σωτηρίαν τῇ ἑαυτοῦ ψυχῇ χαρισθῆναι ηὔχετο, ὅπως καὶ αὐτὸς ἔχοι λέγειν· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός . αὐτὸς γάρ ἐστιν ἡ σωτηρία ἡμῶν· τοῦτο γοῦν αὐτὸ σημαίνει καὶ ἡ τοῦ Ἰησοῦ ὀνόματος ἑρμηνεία. Αἰσχυνθήτωσαν καὶ ἐντραπήτωσαν οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου. τούτου γάρ, φησίν, κύριε, ὑπὸ σοῦ γενομένου καὶ ἐπακούσαντός μου τῆς εὐχῆς αἰσχυνθήσονται καὶ ἐντραπήσονται ὡς μάτην", + "candidate_score": 0.602504, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_692", + "psc_text": "ὑποχείριοι γενήσεσθαί φασι· κρείττους δὲ τῶν πολεμίων ὑπάρξαι. τοῦτο γοῦν δηλοῦσι λέγοντες· ἔσωσας ἡμᾶς ἐκ τῶν θλιβόντων ἡμᾶς, καὶ τοὺς μισοῦντας ἡμᾶς κατῄσχυνας. καὶ ἐπειδήπερ οἱ μὲν ἐχθροὶ αἰσχύνην κατεχέαντο, αὐτοὶ δὲ οὐκ οἰκείᾳ δυνάμει, τῇ δὲ τοῦ κέρως αὐτῶν ἐσώθησαν, εἰκότως ἐπισυνάπτουσι λέγοντες· ἐν τῷ θεῷ ἐπαινεθησόμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν, ἢ κατὰ τὸν Ἀκύλαν· ἐν τῷ θεῷ καυχησόμεθα, ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον· τὸν θεὸν ὑμνοῦμεν ὅλην τὴν ἡμέραν, καὶ τῷ ὀνόματί σου ἐξομολογησόμεθα εἰς τὸν αἰῶνα. τὴν δὲ ἐξομολόγησιν ἀντὶ εὐχαριστίας παραλαμβάνειν εἰώθασιν αἱ γραφαὶ ὥστε εἰκότως καὶ καυχᾶσθαι καὶ ὑμνεῖν καὶ ἐπαινεῖν καὶ ἐπαινεῖσθαι εὐχαριστεῖν τε καὶ ἐξομολογεῖσθαι οἱ σεσωσμένοι τῇ τοῦ βασιλέως αὐτῶν ἀρετῇ φασιν. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐκ προσώπου τοῦ χοροῦ τῶν προφητῶν εἴρηται, τὰ δ’ ἑξῆς ἐπιφερόμενα πάλιν οἱ αὐτοὶ ἰδιοποιούμενοι τὰ τῷ πλήθει συμβεβηκότα διεξέρχονται. Νυνὶ δὲ ἀπώσω καὶ κατῄσχυνας ἡμᾶς καὶ οὐκ ἐξελεύσῃ ἐν ταῖς δυνάμεσιν ἡμῶν· ἀπέστρεψας ἡμᾶς ὀπίσω παρὰ τοὺς ἐχθροὺς", + "candidate_score": 0.60228, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_8_10", + "bdc_text": "Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn . wort mitt j.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_573", + "psc_text": "μὴ δύνασθαι σιγᾶν μηδὲ κρύπτειν τὸ ἑαυτοῦ κακόν. Ἐκ περισσεύματος γοῦν οὖν τῆς καρδίας τὸ στόμα λαλεῖ· ὅθεν μὴ φέρων σιωπᾶν ἐξέφηνε τὰ συνέχοντα αὐτὸν λέγων· ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ’ ἐμέ, δῆλον δέ, ὅτι αἱ ἀνομίαι μου, καὶ πάλιν· προσώζεσαν καὶ ἐσάπησαν i.m. οἱ μώλωπές μου ἀπὸ προσώπου τῆς ἀφροσύνης μου. ἀφροσύνην δὲ οἶμαι ὀνομάζει τὴν ἄφρονα πρᾶξιν ἐξ ἀφροσύνης γενομένην· πᾶν γὰρ ἁμάρτημα πᾶν γὰρ ἁμάρτημα κατὰ ἀφροσύνην γίνεται, ἀρετὴ δὲ οὖσα ἡ φρόνησις φρονήσεως πάντα τὰ καθ’ ἑαυτὴν κατ’ αὐτὴν καθ’ αὐτὴν πραττόμενα ἐπαίνου καὶ ἀρετῆς ἄξια ἀποφαίνει. ἀλλὰ καὶ ὑγείας ἐστὶ τῇ ψυχῇ ποιητικὰ τὰ κατὰ φρόνησιν γινόμενα, ἡ δὲ ἀφροσύνη τραύματα καὶ μώλωπας ἀπεργάζεται. οἱ μὲν οὖν ἐπὶ τοῖς ἁμαρτήμασιν ἐπιμένοντες, χαίροντες ἐπ’ αὐτοῖς καὶ ἐνηδόμενοι, χοίροις ἐοίκασιν ἐγκυλιομένοις βορβόρῳ· ὁ δὲ δ’ εἰς ἅπαξ ὀλισθήσας, ἔπειτα ἀναλαβὼν ἑαυτὸν καὶ οὗτος τὴν μιαρὰν ἐκείνην πρᾶξιν ὡς δυσώδη καὶ ἀκάθαρτον βδελύσσεται. τοιοῦτόν τι πεπονθὼς ὁ Δαυὶδ", + "candidate_score": 0.601043, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_8_10", + "bdc_text": "Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn . wort mitt j.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_292", + "psc_text": "με. ἀναπαύσεως γὰρ ὡς ἀληθῶς ἐκεῖνο τὸ ὕδωρ, δι’ οὗ τὸ βαρὺ καὶ ἐπίμοχθον φορτίον τῶν ἁμαρτιῶν τὸ πιεζοῦν τὴν ψυχὴν ἀπορρίψας τις καὶ πάντα ῥύπον καὶ σπίλον καὶ κηλίδα σμηξάμενος δεσμῶν τε ἀνεθεὶς πολυπλόκων συνῃσθημένος τούτων ἁπάντων ἐρεῖ· ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐξέθρεψέ με. εἶθ’ ὥσπερ ἐκλείπων πάλαι τὴν ψυχήν, ἔπειτα διὰ τῆς ἀποδοθείσης χλόης καὶ τοῦ σωτηρίου ὕδατος ἀναλαβὼν ἑαυτὸν καὶ ὥσπερ ἐκ θανάτου παλινδρομήσας φήσει· τὴν ψυχήν μου ἐπέστρεψε. ταῦτα πάντα ὑπάρξει τῷ διὰ τοῦ δηλωθέντος Δαυῒδ ὑπὸ τοῦ κυρίου ποιμαινομένῳ. Ἐἰς τόπον χλόης, ἐκεῖ με κατεσκήνωσεν, ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐξέθρεψέ με, τὴν ψυχήν μου ἐπέστρεψεν. ὡδήγησέ με ἐπὶ τρίβους δικαιοσύνης ἕνεκεν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ. Ταῦτα, φησίν, πράττει, ὡς ἂν μὴ βλασφημῆται αὐτοῦ τὸ ὄνομα τῶν αὐτοῦ προβάτων ἀπολλυμένων ἢ κακῶς ἀγομένων. Ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι σὺ μετ’ ἐμοῦ εἶ. Σκιὰν θανάτου τὸν κοινόν φησι θάνατον καὶ τὴν τῆς ψυχῆς", + "candidate_score": 0.600389, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_692", + "psc_text": "ὑποχείριοι γενήσεσθαί φασι· κρείττους δὲ τῶν πολεμίων ὑπάρξαι. τοῦτο γοῦν δηλοῦσι λέγοντες· ἔσωσας ἡμᾶς ἐκ τῶν θλιβόντων ἡμᾶς, καὶ τοὺς μισοῦντας ἡμᾶς κατῄσχυνας. καὶ ἐπειδήπερ οἱ μὲν ἐχθροὶ αἰσχύνην κατεχέαντο, αὐτοὶ δὲ οὐκ οἰκείᾳ δυνάμει, τῇ δὲ τοῦ κέρως αὐτῶν ἐσώθησαν, εἰκότως ἐπισυνάπτουσι λέγοντες· ἐν τῷ θεῷ ἐπαινεθησόμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν, ἢ κατὰ τὸν Ἀκύλαν· ἐν τῷ θεῷ καυχησόμεθα, ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον· τὸν θεὸν ὑμνοῦμεν ὅλην τὴν ἡμέραν, καὶ τῷ ὀνόματί σου ἐξομολογησόμεθα εἰς τὸν αἰῶνα. τὴν δὲ ἐξομολόγησιν ἀντὶ εὐχαριστίας παραλαμβάνειν εἰώθασιν αἱ γραφαὶ ὥστε εἰκότως καὶ καυχᾶσθαι καὶ ὑμνεῖν καὶ ἐπαινεῖν καὶ ἐπαινεῖσθαι εὐχαριστεῖν τε καὶ ἐξομολογεῖσθαι οἱ σεσωσμένοι τῇ τοῦ βασιλέως αὐτῶν ἀρετῇ φασιν. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐκ προσώπου τοῦ χοροῦ τῶν προφητῶν εἴρηται, τὰ δ’ ἑξῆς ἐπιφερόμενα πάλιν οἱ αὐτοὶ ἰδιοποιούμενοι τὰ τῷ πλήθει συμβεβηκότα διεξέρχονται. Νυνὶ δὲ ἀπώσω καὶ κατῄσχυνας ἡμᾶς καὶ οὐκ ἐξελεύσῃ ἐν ταῖς δυνάμεσιν ἡμῶν· ἀπέστρεψας ἡμᾶς ὀπίσω παρὰ τοὺς ἐχθροὺς", + "candidate_score": 0.598847, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_570", + "psc_text": "βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ’ ἐμέ. προσώζεσαν καὶ ἐσάπησαν οἱ μώλωπές μου ἀπὸ προσώπου τῆς ἀφροσύνης μου· ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους τέλους σφόδρα, ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. Ἐπειδὴ τάδε μοι, φησί, πέπρακται, διὰ τοῦτο ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους καὶ ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. διὰ τούτων δὲ παρίστησιν, ἃ πέπονθε, καὶ ὅπως ἑαυτὸν ἐτιμωρεῖτο, οὐ μίαν ἑαυτῷ ἑαυτὸν κατηγορῶν ἁμαρτίαν, ἀλλ’ ἀλλὰ ἀθρόως πολλάς καὶ τοσαύτας ὡς μηδὲ ἔνδον κρύπτεσθαι ἐν τῇ ἑαυτοῦ οἰκείᾳ ψυχῇ μηδὲ εἴσω τοῦ σώματος λανθάνειν, ἀλλ’ ὑπερβεβηκέναι αὐτοῦ αὐτοῦ αὐτὰς ὥστε καὶ πᾶσιν αὐτὰς γνωρίζεσθαι. αὐτὸς γοῦν ἦν κατήγορος ἑαυτοῦ ἐν πρωτολογίᾳ καὶ παρὰ τοῖς πᾶσιν ἑαυτὸν , ὡς ἂν πληρωθείη ἐπ’ αὐτῷ· δίκαιος ἑαυτοῦ κατήγορος , φθάνων πάντα ἄνθρωπον κατήγορον. αὐτὸς μὲν ἑαυτὸν κατέκρινε, πᾶν δὲ ἐχθρῶν ἀπέφραττε ἀπέσφαττε στόμα, μὴ ἐχόντων ἕτερόν ἑτέραν τι κατ’ αὐτοῦ λέγειν. διδάσκει δὲ καὶ ἡμᾶς ὁ λόγος μὴ κρύπτειν τὰ ἑαυτῶν κακὰ μηδὲ μηδ’ ὥσπερ τινὰ", + "candidate_score": 0.594461, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_175", + "psc_text": "διὰ χειλέων δολίων προσφερομένης, διὰ δὲ γλώττης κεκαθαρμένης καὶ τὰ θεῖα λόγια μελετᾷν εἰθισμένης ἐνωτίζεται ὁ θεός. διὸ ἐπὶ μὲν τῆς δικαιοσύνης εἰσάκουσον ἐλέγετο, ἐπὶ δὲ τῆς δεήσεως πρόσχες· ἐπὶ δὲ τῆς διὰ χειλέων προφερομένης φωνῆς ἐνώτισαι. τρία γοῦν ᾐτήσατο διὰ τῶν προκειμένων προτάξας τῶν δύο τὸ κρεῖττον. Ἐδοκίμασας τὴν καρδίαν μου, ἐπεσκέψω νυκτός· ἐπύρωσάς με, καὶ οὐχ εὑρέθη ἐν ἐμοὶ ἀδικία. Ὡς τὴν ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν ὑπερβαίνει ἡ τῶν προκειμένων διάνοια. τίς γὰρ καυχήσεται ἁγνὴν ἔχειν καρδίαν; καὶ τίς παρρησιάζεται λέγων καθαρὸς εἶναι ἀπὸ ἁμαρτιῶν; μόνῳ τοιγαροῦν ἁρμόζοι αὐτῷ Χριστῷ λέγειν τὰ προκείμενα. μήποτε δὲ τὴν εἰς τὸν ᾅδην κάθοδον καὶ τὸν ἐν τῷ θανάτῳ χῶρον νύκτα κέκληκεν ἐπὶ τοῦ πάροντος; εἰ γὰρ καὶ ἐν νυκτὶ γέγονεν ἐν τῷ καιρῷ τῶν πειρατηρίων καὶ ἐν τῷ σκοτεινῷ καὶ ἀφεγγεῖ τόπῳ τοῦ θανάτου· ἀλλὰ δοκιμασθεὶς ἐπισκοπῆς τῆς παρὰ τοῦ πατρὸς ἠξίωται διὰ τῆς ἀναστάσεως, καὶ ταύτης τετύχηκεν. ἐπειδήπερ, οἷα χρυσὸς ἐν πυρὶ", + "candidate_score": 0.593571, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_575", + "psc_text": "τέλους· καὶ οὐδὲ οὐ πρὸς μίαν ἡμέραν ὥ��αν , οὐδὲ πρὸς βραχεῖαν ὥραν, ἀλλὰ πᾶσαν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην ἢ ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον σκυθρωπὸς περιεπάτουν · οὐκ ἀδιαφορῶν ἐπὶ τῶν πεπραγμένων μοι, οὐδ’ οἷα βασιλεὺς ἐπαιρόμενος διὰ τὸ μηδενὶ κριτῇ ὑποκεῖσθαι· διὰ δὲ τὸν σὸν φόβον καὶ τὴν σὴν ἐμβρίμησιν , ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. Ὅτι αἱ ψόαι ψύαι μου ἐπλήσθησαν ἐμπαιγμάτων, καὶ οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου· ἐκακώθην καὶ ἐταπεινώθην ἕως σφόδρα, ὠρυόμην ἀπὸ στεναγμοῦ τῆς καρδίας μου. κύριε, ἐναντίον σου πᾶσα ἡ ἐπιθυμία μου, καὶ ὁ στεναγμός μου ἀπὸ σοῦ οὐκ ἀπεκρύβη. Ἀντὶ τοῦ αἱ ψόαι ψύαι μου ἐνεπλήσθησαν ἐπλήσθησαν ἐμπαιγμάτων ὁ Ἀκύλας ὅτι ἐπληρώθησαν μου αἱ οἱ λαγόνες ἀτιμίας , ὁ δὲ Σύμμαχος ὅτι αἱ ψόαι ψύαι μου ἐπλήσθησαν ἀτιμίας ἐκδεδώκασιν. Καὶ ὁ διὰ τοῦτο τούτων εἰς ὑπόμνησιν ἀνάμνησιν ἐλθὼν τῆς αἰσχρᾶς καὶ ἀτίμου πράξεως τῷ ἐρρῶσθαι αὐτῷ τὸ τῆς ψυχῆς αἰσθητήριον, ταῦτα ταῦτ’", + "candidate_score": 0.586788, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 7, + "cf_id": "cf046", + "work_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1", + "max_score": 0.695549, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_0_2", + "bdc_text": "pietas und mag ichriben , so er will. Dempellischen prüwen gott will ichs frünseßenn , unnd in sinem bruͦß unverschrockenlich fürfarenn , durch sin gnad , so uns durch Jesum Christum ververbenn . Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_162", + "psc_text": "δὲ ποιήσεις: συντελέσας τὰ γεγραμμένα, ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ᾗ νηστεύεις μηδὲν γεύσῃ εἰ μὴ ἄρτον καὶ ὕδωρ, καὶ ἐκ τῶν ἐδεσμάτων σου ὧν ἔμελλες τρώγειν συμψηφίσας τὴν ποσότητα τῆς δαπάνης ἐκείνης τῆς ἡμέρας ἧς ἔμελλες ποιεῖν, δώσεις αὐτὸ χήρᾳ ἢ ὀρφανῷ ἢ ὑστερουμένῳ, καὶ οὕτω ταπεινοφρονήσεις, ἵν ἐκ τῆς ταπεινοφροσύνης σου ὁ εἰληφὼς ἐμπλήσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν καὶ εὔξηται ὑπὲρ σοῦ πρὸς τὸν κύριον. ἐὰν οὖν οὕτω τελέσῃς τὴν νηστείαν, ὥς σοι ἐνετειλάμην, Ecclus. 32, 9 (*wulg. 35.9); Philipp. 4, 18, cf. Is. 56, 7; etc. ἔσται ἡ θυσία σου δεκτὴ παρὰ τῷ θεῷ, qew=| A Ant., kuri/w| L Ath. καὶ ἔγγραφος ἔσται ἡ νηστεία αὕτη, καὶ ἡ λειτουργία οὕτως ἐργαζομένη καλὴ καὶ ἱλαρά ἐστι καὶ εὐπρόσδεκτος τῷ κυρίῳ. ταῦτα οὕτω τηρήσεις σὺ μετὰ τῶν τέκνων σου καὶ ὅλου τοῦ οἴκου σου: τηρήσας δὲ αὐτὰ μακάριος ἔσῃ: καὶ ὅσοι ἂν ἀκούσαντες αὐτὰ τηρήσωσι, μακάριοι ἔσονται, καὶ ὅσα ἂν αἰτήσωνται", + "candidate_score": 0.695549, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15_17", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ; dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_5", + "psc_text": "αὐτὴν τὰ ῥήματα ταῦτα ἐκλείσθησαν οἱ οὐρανοί: κἀγὼ ὅλος ἤμην πεφρικὼς καὶ λυπούμενος. ἔλεγον δὲ ἐν ἐμαυτῷ: Εἰ αὕτη μοι �� ἁμαρτία ἀναγράφεται, πῶς δυνήσομαι σωθῆναι; ἢ πῶς ἐξιλάσομαι τὸν θεὸν περὶ τῶν ἁμαρτιῶν μου τῶν τελείων; ἢ ποίοις ῥήμασιν ἐρωτήσω τὸν κύριον, ἵνα ἱλατεύσηταί μοι; ταῦτά μου συμβουλευομένου καὶ διακρίνοντος ἐν τῇ κάρδίᾳ μου, βλέπω κατέναντί μου καθέδραν λευκὴν ἐξ ἐρίων χιονίνων γεγονυῖαν μεγάλην: καὶ ἦλθεν γυνὴ πρεσβῦτις ἐν ἱματισμῷ λαμπροτάτῳ, ἔχουσα βιβλίον εἰς τὰς χεῖρας, καὶ ἐκάθισεν μόνη καὶ ἀσπάζεταί με: Ἑρμᾶ, χαῖρε. κἀγὼ λυπούμενος καὶ κλαίων εἶπον: Κυρία, χαῖρε. καὶ εἶπέν μοι: Τί στυγνός, Ἑρμᾶ; ὁ μακρόθυμος καὶ ἀστομάχητος, ὁ πάντοτε γελῶν, τί οὕτω κατηφὴς τῇ ἰδέᾳ καὶ οὐχ ἱλαρός; κἀγὼ εἶπον αὐτῇ: Ὑπὸ γυναικὸς ἀγαθωτάτης λεγούσης, ὅτι ἥμαρτον εἰς αὐτήν. ἡ δὲ ἔφη: Μηδαμῶς ἐπὶ τὸν δοῦλον τοῦ θεοῦ τὸ πρᾶγμα τοῦτο. ἀλλὰ πάντως ἐπὶ τὴν καρδίαν σου ἀνέβη περὶ αὐτῆς. ἔστιν μὲν τοῖς δούλοις τοῦ", + "candidate_score": 0.641345, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15_17", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ; dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_19", + "psc_text": "δὲ ὅρασιν εἶδον ἐν τῷ οἴκῳ μου. ἦλθεν ἡ πρεσβυτέρα καὶ ἠρώτησέν με, εἰ ἤδη τὸ βιβλίον δέδωκα τοῖς πρεσβυτέροις. ἠρνησάμην δεδωκέναι. Καλῶς, φησίν, πεποίηκας: ἔχω γὰρ ῥήματα προσθεῖναι. ὅταν οὖν ἀποτελέσω τὰ ῥήματα πάντα, διὰ σοῦ γνωρισθήσεται τοῖς ἐκλεκτοῖς πᾶσιν. γράψεις οὖν gra/yeis ou)=n Nc AL1, gra/yeis N, kai\\ gra/yeis L2F. δύο βιβλαρίδια καὶ πέμψεις ἓν Κλήμεντι καὶ ἓν Γραπτῇ. πέμψει οὖν Κλήμης εἰς τὰς ἔξω πόλεις, ἐκείνῳ γὰρ ἐπιτέτραπται: Γραπτὴ δὲ νουθετήσει τὰς χήρας καὶ τοὺς ὀρφανούς. σὺ δὲ ἀναγνώσῃ εἰς ταύτην τὴν πόλιν μετὰ τῶν πρεσβυτέρων τῶν προϊσταμένων τῆς ἐκκλησίας. Ὅρασις γ Ἣν εἶδον, ἀδελφοί, τοιαύτη. νηστεύσας πολλάκις καὶ δεηθεὶς τοῦ κυρίου, ἵνα μοι φανερώσῃ τὴν ἀποκάλυψιν, ἥν μοι ἐπηγγείλατο δεῖξαι διὰ τῆς πρεσβυτέρας ἐκείνης, ekeinhs om. N. αὐτῇ τῇ νυκτί μοι ὦπται ἡ πρεσβυτέρα καὶ εἶπέν μοι: Ἐπεὶ οὕτως ἐνδεὴς εἶ καὶ σπουδαῖος εἰς τὸ γνῶναι πάντα, ἐλθὲ εἰς τὸν ἀγρόν, ὅπου χονδρίζεις, καὶ περὶ ὥραν", + "candidate_score": 0.639482, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_17", + "bdc_text": "dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_19", + "psc_text": "δὲ ὅρασιν εἶδον ἐν τῷ οἴκῳ μου. ἦλθεν ἡ πρεσβυτέρα καὶ ἠρώτησέν με, εἰ ἤδη τὸ βιβλίον δέδωκα τοῖς πρεσβυτέροις. ἠρνησάμην δεδωκέναι. Καλῶς, φησίν, πεποίηκας: ἔχω γὰρ ῥήματα προσθεῖναι. ὅταν οὖν ἀποτελέσω τὰ ῥήματα πάντα, διὰ σοῦ γνωρισθήσεται τοῖς ἐκλεκτοῖς πᾶσιν. γράψεις οὖν gra/yeis ou)=n Nc AL1, gra/yeis N, kai\\ gra/yeis L2F. δύο βιβλαρίδια καὶ πέμψεις ἓν Κλήμεντι καὶ ἓν Γραπτῇ. πέμψει οὖν Κλήμης εἰς τὰς ἔξω πόλεις, ἐκείνῳ γὰρ ἐπιτέτραπται: Γραπτὴ δὲ νουθετήσει τὰς χήρας καὶ τοὺς ὀρφανούς. σὺ δὲ ἀναγνώσῃ εἰς ταύτην τὴν πόλιν μετὰ τῶν πρεσβυτέρων τῶν προϊσταμένων τῆς ἐκκλησίας. Ὅρασις γ Ἣν εἶδον, ἀδελφοί, τοιαύτη. νηστεύσας πολλάκις καὶ δεηθεὶς τοῦ κυρίου, ἵνα μοι φανερώσῃ τὴν ἀποκάλυψιν, ἥν μοι ἐπηγγείλατο δεῖξαι διὰ τῆς πρεσβυτέρας ἐκείνης, ekeinhs om. N. αὐτῇ τῇ νυκτί μοι ὦπται ἡ πρεσβυτέρα καὶ εἶπέν μοι: Ἐπεὶ οὕτως ἐνδεὴς εἶ καὶ σπουδαῖος εἰς τὸ γνῶναι πάντα, ἐλθὲ εἰς τὸν ἀγρόν, ὅπου χονδρίζεις, καὶ περὶ ὥραν", + "candidate_score": 0.613285, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_32", + "bdc_text": "Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd .", + "psc_chunk_id": "tlg1419.tlg001.1st1K-grc1_window_133", + "psc_text": "οὖν, φησίν, πάντων ὁ ἄνθρωπος κύριός ἐστι τῶν κτισμάτων τοῦ θεοῦ καὶ πάντων κατακυριεύει, οὐ δύναται καὶ τούτων τῶν ἐντολῶν κατακυριεῦσαι; δύναται, φησί, πάντων καὶ πασῶν τῶν ἐντολῶν τούτων κατακυριεῦσαι ὁ ἄνθρωπος ὁ ἔχων τὸν κύριον ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ. οἱ δὲ ἐπὶ τοῖς χείλεσιν ἔχοντες τὸν κύριον, τὴν δὲ καρδίαν αὐτῶν πεπωρωμένην καὶ μακρὰν ὄντες ἀπὸ τοῦ κυρίου, ἐκείνοις αἱ ἐντολαὶ αὗται σκληραί εἰσι καὶ δύσβατοι. θέσθε οὖν ὑμεῖς, οἱ κενοὶ καὶ ἐλαφροὶ ὄντες ἐν τῇ πίστει, τὸν κύριον ὑμῶν εἰς τὴν καρδίαν, καὶ γνώσεσθε, ὅτι οὐδέν ἐστιν εὐκοπώτερον τῶν ἐντολῶν τούτων οὔτε γλυκύτερον οὔτε ἡμερώτερον. ἐπιστράφητε ὑμεῖς οἱ ταῖς ἐντολαῖς πορευόμενοι τοῦ διαβόλου, ταῖς δυσκόλοις καὶ πικραῖς καὶ ἀγρίαις καὶ ἀσελγέσι, καὶ μὴ φοβήθητε τὸν διάβολον, ὅτι ἐν αὐτῷ δύναμις οὐκ ἔστιν καθ̓ ὑμῶν: ἐγὼ γὰρ ἔσομαι μεθ̓ ὑμῶν, ὁ ἄγγελος τῆς μετανοίας ὁ κατακυριεύων αὐτοῦ. ὁ διάβολος μόνον φόβον ἔχει, ὁ δὲ φόβος αὐτοῦ τόνον οὐκ ἔχει:", + "candidate_score": 0.598848, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 8, + "cf_id": "cf011", + "work_id": "pta0003.pta017.pta-grc1", + "max_score": 0.695521, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_0_2", + "bdc_text": "pietas und mag ichriben , so er will. Dempellischen prüwen gott will ichs frünseßenn , unnd in sinem bruͦß unverschrockenlich fürfarenn , durch sin gnad , so uns durch Jesum Christum ververbenn . Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1387", + "psc_text": "προξενήσουσί σοι, ἐκ περιουσίας δὲ ἡ ἐκ θεοῦ δόξα ὥσπερ στεφάνῳ τὴν σὴν ψυχὴν παντοίοις ἄνωθεν κατακοσμήσει ὡς καὶ παρὰ ἀνθρώποις καὶ παρ’ αὐτῷ τῷ θεῷ δοξάζεσθαι. Πρὸς τούτοις καὶ ταῦτα ἕξεις ἐξαίρετα, ἅμα γὰρ τῷ βοῆσαί σε πρὸς τὸν θεόν, ἕξεις αὐτὸν ἐπήκοον· μόνον γὰρ οὐχὶ φωνὴν ἀφιεὶς ἔτι σοὶ φθεγγομένῳ ἐρεῖ Ἰδοὺ πάρειμι. ταῦτα δὲ πάντα περὶ σὲ ἔσται, ἐὰν τὰ προλελεγμένα φυλάττοις καὶ ἀφέλοις μὲν ἀπὸ σαυτοῦ τοὺς τῶν ἁμαρτημάτων κλοιούς· οὐδὲν γὰρ λυπεῖ καὶ δεύτερον τῶν αὐτῶν μνείαν ποιήσασθαι, εἰ τοίνυν ἀφέλοις ἀπὸ σαυτοῦ σύνδεσμον ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας καὶ τὰς ἀδίκους χειροτονίας καὶ ῥημάτων σου τὰς μομφάς, τούς τε κατὰ θεοῦ γογγυσμούς. Ἔτι μὴν εἰ καθὼς προείρηται δῷς πεινῶντι τὸν ἄρτον σου, σαυτῷ τὰ μεγάλα ἴσθι κεχαρισμένος. ὁμοίως εἰ τὴν δι’ ἔνδειαν τεταπεινωμένην ψυχὴν ἐμπλήσειας τῶν παρὰ σοὶ εὐπορουμένων, πάλιν ὁ λόγος τὰς αὐτὰς ποιήσεταί σοι ἐπαγγελίας· ἀνατελεῖ ἐν τῷ σκότει τὸ φῶς σου, καὶ τὸ", + "candidate_score": 0.695521, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_0_2", + "bdc_text": "pietas und mag ichriben , so er will. Dempellischen prüwen gott will ichs frünseßenn , unnd in sinem bruͦß unverschrockenlich fürfarenn , durch sin gnad , so uns durch Jesum Christum ververbenn . Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_62", + "psc_text": "μέλλοντας οἰκήσειν τὴν χώραν ἀποτεινόμενός φησιν εἰσέρχεσθαι εἰς τὰς πέτρας καὶ κρύπτεσθαι εἰς τὴν γῆν ἀπὸ προσώπου τοῦ φόβου κυρίου καὶ ἀπὸ τῆς δόξης τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, ὅταν ἀναστῇ θραῦσαι τὴν γῆν. οἱ γὰρ ὀφθαλμοὶ κυρίου ὑψηλοί, ὁ δὲ ἄνθρωπος ταπεινός· καὶ ταπεινωθήσεται τὸ ὕψος τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὑψωθήσεται κύριος μόνος ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ· ταῦτα γὰρ ἡγοῦμαι περὶ τῆς ἡμέρας τῆς κρίσεως λέγεσθαι, διὸ οὐ περὶ μόνον Ἰουδαίων ὁ λόγος τὰ παρόντα θεσπίζει, καθολικῶς δὲ περὶ πάντων τῶν τοιῶνδε ἀνθρώπων. ἐπιλέγει δ’ οὖν ἑξῆς· ἡμέρα γὰρ κυρίου σαβαὼθ ἐπὶ πάντα ὑβριστὴν καὶ ὑπερήφανον καὶ ἐπὶ πάντα ὑψηλὸν καὶ μετέωρον, καὶ ταπεινωθήσονται· σαφῶς γὰρ διὰ τούτων καθολικὴν εἰσάγει κατὰ πάντων τῶν ἀσεβῶν κρίσιν. διόπερ οὔτε ἡ Ἑβραϊκὴ ἀνάγνωσις οὔτε οἱ λοιποὶ ἑρμηνευταὶ τὸ καὶ νῦν εἰρήκασιν, ὅπερ ἐν τῇ παρ’ ἡμῖν ἀναγνώσει φέρεται, καθ’ ἣν εἴρηται· καὶ νῦν εἰσέρχεσθε εἰς τὰς πέτρας καὶ κρύπτεσθε, ἐπεὶ μὴ περὶ τοῦ ἐνεστῶτος καιροῦ", + "candidate_score": 0.693583, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14_16", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_926", + "psc_text": "γενόμενος οὐκ ἐξησθένησα οὐδὲ τοῦ θεοῦ μου ἀνεχώρησα ἀναλαβὼν δὲ ἐμαυτὸν πίστει καὶ ἐλπίδι ἀγαθῇ, κλαυθμῷ καὶ γόοις καὶ προσευχῇ παρέδωκα ἐμαυτόν. Εἶθ’ ὡς χελιδὼν ἐφώνουν ἀποδυρόμενος καὶ ὡς περιστερὰ ἐμελέτων ἀποκλαόμενος, εὐχομένου δέ μού φησιν ἐπιμόνως καὶ ἐγκειμένου τῇ πρὸς τὸν θεὸν ἱκετηρίᾳ ἐξέλιπον οἱ ὀφθαλμοί μου τοῦ βλέπειν εἰς τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ πρὸς τὸν κύριον. ὁ δὲ μὴ μελήσας ἐξείλετό με καὶ ἀφείλετό μου τὴν ὀδύνην τῆς ψυχῆς, μονονουχὶ τὸν αὐτὸν λόγον πιστωσάμενος, ὃν ἐπήγγελται τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ εἰπών· ἔτι λαλοῦντός σου ἐρῶ Ἰδοὺ ἐγὼ πάρειμι. Οὕτως οὖν καὶ τὴν ψυχήν μου ἐρρύσατο ἐκ θανάτου. περὶ αὐτῆς γὰρ ἀπήγγελον καὶ ὑπὲρ αὐτῆς διὰ τῆς προσευχῆς παρεκάλουν· μάλιστα γάρ μοι τῆς ψυχῆς ἔμελλεν, ὅπως μὴ ὑπὸ τοῦ θανάτου καταποθῇ, ἀλλ’ εἰσακούσας ἐξήγειράς με, ὦ κύριε, καὶ παρακληθεὶς ἔζησα, κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· ἀνέθαλάς μέ φησι καὶ ἐζώωσάς με καὶ μετέβαλες τὴν πικρίαν μου εἰς εἰρήνην καὶ εἵλου τὴν", + "candidate_score": 0.677215, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14_16", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_629", + "psc_text": "αὐτὰ θεωρῶν τὰ πράγματα ψυχῆς πεφωτισμένοις ὀφθαλμοῖς ἄνω πρὸς τὸν θεὸν ἀποβλέπει καὶ τὸν τοσούτων χορηγὸν ἀγαθῶν ἀνυμνεῖ εὐχὴν ἀναπέμπων καὶ λέγων τὰ προκείμενα. ἄξια γὰρ τῆς ἐλπίδος τὰ παρὰ σοὶ τεθησαυρισμένα καὶ ταῦτα λέγω πρὸς σέ, τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ψυχῆς μου· σὺ γὰρ εἶ κύριε ἡ ἐμὴ ἐπιθυμία καὶ ὁ θεῖος ἔρως τῆς ἐμῆς ψυχῆς. διὸ ἡ ψυχή μου ἐπεθύμησέ σε καὶ αὕτη γὰρ ἡ μνήμη τοῦ ὀνόματός σου ἐξίστησιν ἡμῶν τὴν ψυχὴν καὶ διεγείρει ἐπὶ τὸν σὸν πόθον. διὸ οὔτε καθεύδειν οἷοί τ’ ἐσμὲν τοὺς τῆς νυκτὸς καιρούς, ἀλλὰ καὶ τούτους ἐγρηγορότες τῷ πνεύματι, σὲ τὴν ἐπιθυμίαν ἡμῶν κατὰ νοῦν ἔχομεν. οὕτως οὖν καὶ αἱ νύκτες ἡμῖν ὡς ἡμέραι πεφωτισμέναι τυγχάνουσιν· ἐπειδήπερ τὰ προστάγματά σου καὶ οἱ λόγοι σου ἡμῖν τοῖς ἐπὶ τῆς γῆς ἔτι τὰς διατριβὰς ποιουμένοις καὶ διὰ νυκτὸς καὶ δι’ ἡμέρας ἀντὶ φωτὸς ἐδόθησαν. ταῦθ’ ὑπερβαλλούσῃ διαθέσει πρὸς τὸν θεὸν ἀναφωνήσας ὁ προφήτης μεταβαίνει ἐφ’", + "candidate_score": 0.676101, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14_16", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_927", + "psc_text": "γὰρ ἀπήγγελον καὶ ὑπὲρ αὐτῆς διὰ τῆς προσευχῆς παρεκάλουν· μάλιστα γάρ μοι τῆς ψυχῆς ἔμελλεν, ὅπως μὴ ὑπὸ τοῦ θανάτου καταποθῇ, ἀλλ’ εἰσακούσας ἐξήγειράς με, ὦ κύριε, καὶ παρακληθεὶς ἔζησα, κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· ἀνέθαλάς μέ φησι καὶ ἐζώωσάς με καὶ μετέβαλες τὴν πικρίαν μου εἰς εἰρήνην καὶ εἵλου τὴν ψυχήν μου ἡρπάσας αὐτὴν ἐξ αὐτῶν, ἤδη τῶν τοῦ θανάτου πυλῶν, ἵνα μὴ ἀπόληται τὴν ψυχῆς ἀπώλειαν, καὶ τοῦτ’ ἔπραξας, οὐχ ὅτι τούτω�� ἄξιος ἤμην ἐγώ· πολλῶν γὰρ μεστὸς ἁμαρτιῶν αὐτὸς ὑπῆρχον, ἀλλὰ τῷ σῷ ἐλέῳ καὶ τῇ σῇ φιλανθρωπίᾳ ταῦτα παρέστη. διὸ μακρὰν καὶ ὀπίσω τὰς ἐμὰς ἀπέρριψας ἁμαρτίας καὶ τούτων με κατηξίωσας ἐκ τοῦ τῆς ψυχῆς θανάτου ῥυσάμενός με, ἵνα μὴ ἀπόληται στερηθεῖσα μὲν τῆς παρά σοι χώρας τῶν ζώντων, κατασυρεῖσα δὲ ἐπὶ τὸν τοῦ ᾅδου βυθὸν καὶ ταῖς τῶν ἀσεβῶν ψυχαῖς συγκαταλεγεῖσα. οὐ γὰρ οἱ ἐν ᾅδου αἰνέσουσί σε, οὐδὲ ἐλπιοῦσιν οἱ ἐν ᾅδου τὴν ἐλεημοσύνην σου·", + "candidate_score": 0.675755, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29_31", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_927", + "psc_text": "γὰρ ἀπήγγελον καὶ ὑπὲρ αὐτῆς διὰ τῆς προσευχῆς παρεκάλουν· μάλιστα γάρ μοι τῆς ψυχῆς ἔμελλεν, ὅπως μὴ ὑπὸ τοῦ θανάτου καταποθῇ, ἀλλ’ εἰσακούσας ἐξήγειράς με, ὦ κύριε, καὶ παρακληθεὶς ἔζησα, κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· ἀνέθαλάς μέ φησι καὶ ἐζώωσάς με καὶ μετέβαλες τὴν πικρίαν μου εἰς εἰρήνην καὶ εἵλου τὴν ψυχήν μου ἡρπάσας αὐτὴν ἐξ αὐτῶν, ἤδη τῶν τοῦ θανάτου πυλῶν, ἵνα μὴ ἀπόληται τὴν ψυχῆς ἀπώλειαν, καὶ τοῦτ’ ἔπραξας, οὐχ ὅτι τούτων ἄξιος ἤμην ἐγώ· πολλῶν γὰρ μεστὸς ἁμαρτιῶν αὐτὸς ὑπῆρχον, ἀλλὰ τῷ σῷ ἐλέῳ καὶ τῇ σῇ φιλανθρωπίᾳ ταῦτα παρέστη. διὸ μακρὰν καὶ ὀπίσω τὰς ἐμὰς ἀπέρριψας ἁμαρτίας καὶ τούτων με κατηξίωσας ἐκ τοῦ τῆς ψυχῆς θανάτου ῥυσάμενός με, ἵνα μὴ ἀπόληται στερηθεῖσα μὲν τῆς παρά σοι χώρας τῶν ζώντων, κατασυρεῖσα δὲ ἐπὶ τὸν τοῦ ᾅδου βυθὸν καὶ ταῖς τῶν ἀσεβῶν ψυχαῖς συγκαταλεγεῖσα. οὐ γὰρ οἱ ἐν ᾅδου αἰνέσουσί σε, οὐδὲ ἐλπιοῦσιν οἱ ἐν ᾅδου τὴν ἐλεημοσύνην σου·", + "candidate_score": 0.672506, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27_29", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 . man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_551", + "psc_text": "τῇ τούτων αὐτῶν συγχρησάμενος φωνῇ γράφει λέγων· εἰ νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται, φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν. Ἀλλὰ ταῦτά φησι πάντα οὐκ ἔλαθε τὰ ὦτα κυρίου σαβαώθ. διὸ ὥσπερ δεσμῷ θεοῦ καταδεθείσης αὐτῶν τῆς ἁμαρτίας ἀπόφασις ἐξενήνεκται κατ’ αὐτῶν φήσασα· καὶ οὐκ ἀφεθήσεται αὕτη ἡ ἁμαρτία ὑμῖν, ἕως ἂν ἀποθάνητε. ὅρα δὴ τὸ μέγεθος τῆς κατὰ τὴν ἀπόφασιν ἀπειλῆς καὶ ἐπίστησον ὡς οὐδαμοῦ διέβαλεν ἐν τούτοις τὸν λαὸν ἐπὶ εἰδωλολατρίᾳ, ἀλλ’ ὅτι εἰς δώματα ἀνέβησαν μάταια καὶ ὅτι βοῶν ἐπλήρωσαν τὴν πόλιν καὶ ὕδωρ ἑαυτοῖς ξένον ἐπενόησαν τὴν παλαιὰν κολυμβήθραν ἀποστραφέντες καὶ πρὸς τούτοις, ὅτι τεῖχος ἑαυτοῖς συνεστήσαντο τοὺς οἴκους τῆς πόλεως καθελόντες καὶ ταῦτα πράττοντες ἀναισθήτως εἶχον τῆς ἑαυτῶν ἀπωλείας· ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὁ προφήτης οὕτω διέκειτο ἀποθρηνῶν δὲ αὐτοὺς ἔλεγεν· Ἄφετέ με πικρῶς κλαύσομαι· τὸ δ’ αἴτιον τοῦ πικροῦ κλαυθμοῦ τοῦτ’ ἦν ἄρα τὸ ἐπὶ τέλει κατ’ αὐτῶν ὁρισθὲν καὶ ἡ ἐκ θεοῦ ἐξενεχθεῖσα ἀπόφασις ἡ φήσασα· καὶ", + "candidate_score": 0.671689, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29_31", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1026", + "psc_text": "νοὸς αὐτοῦ ἐπηρμένον τινὰ καὶ τετυφωμένον, ὃν οὐ κωλύσειν οὐδὲ παύσειν ἐλέγετο τοῦ ἐπάρματος ὁ προφητευόμενος. ὃ δὴ καὶ ἔργῳ ἐπλήρου ὁ Χριστὸς τοῦ θεοῦ ἐπιδημῶν τῷ θνητῷ βίῳ· οὔτε οὖν ταπεινόν τινα καὶ ἀσθενῆ ἐν ἀνθρώποις ἐλύπησεν οὔτε τινὰ τῶν ἐπηρμένων καὶ ὑπερηφάνων μετῆλθε· πρὸς ἅπαντας δὲ ἀνθρώπους πρᾶος ἦν καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ. Σὺν ἀληθείᾳ δὲ καὶ παρρησίᾳ τοῖς πᾶσι διεστέλλετο τὰ περὶ τῆς τοῦ θεοῦ κρίσεως καὶ οὐ πρότερόν γε ἐπαύσατο ἢ φωτὸς δίκην ἐκλάμψαι διὰ τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως, ἣν ὁ προφητικὸς λόγος ᾐνίξατο εἰπών· ἀναλάμψει καὶ οὐ θραυσθήσεται· θραῦσαι μὲν γὰρ αὐτὸν καὶ ἀποσβέσαι πεπείρανται οἱ τὸν θάνατον αὐτῷ κατασκευάσαντες· ἐπεὶ καὶ πᾶν τὸ θνητὸν γένος θανάτῳ θραύεσθαι πέφυκεν. ἀλλ’ οὐ καὶ αὐτὸν ἔθραυσαν· μόνος δὲ τῶν ἐξ αἰῶνος εἷς οὗτος θανάτου κρείττων ἀποφανθείς, εἰκότως ἀπὸ τῆς προφητείας μεμαρτύρηται φησάσης· ἀναλάμψει καὶ οὐ θραυσθήσεται. εἶτ’ ἐπιφέρει· ἕως ἂν θῇ ἐπὶ τῆς γῆς κρίσιν· καὶ ἐπὶ", + "candidate_score": 0.670925, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_20_22", + "bdc_text": "hätte ouch gern den anfang unnd mittel gesetzt , alterum unmößen üß gewesenn , ech hatt ouch vermeint wir wellend alltend das wunderklich , so sich den 28ten . januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ; dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_699", + "psc_text": "πρῶτον, εἶτα ἀκούειν καὶ πειθαρχεῖν τοῖς λεγομένοις. διδάσκει δὲ αὐτούς, ὅτι τὰ τῆς τιμωρίας ἐπαξίως αὐτοὺς μετελεύσεται· δυνατοὶ γὰρ δυνατῶς ἐτασθήσονται. καὶ ὁ μὲν ἀσθενὴς καὶ μικρός, κἂν συγγνώμης τύχοι ἢ καὶ κατὰ δύν��μιν τῆς αὐτοῦ σμικρότητος ὑπόσχοι ἂν τὴν κατάλληλον τιμωρίαν, ὁ δὲ τὰ μεγάλα δεδυνημένος κατὰ τὸν τοῦ δικαίου λόγον δυνατῶς ἐτασθήσεται. διὸ καὶ αὐτοὺς ἄρχοντας τοῦ λαοῦ καὶ ἱερεῖς καὶ ἡγουμένους κατὰ τὸ μέγεθος τῆς ἐγχειρισθείσης αὐτοῖς ἀξίας ὑφέξειν τὴν τιμωρίαν. Εἶθ’ ὑποδείγματι κέχρηται φυσικῷ· ὡς γὰρ ἐπὶ τῆς κατὰ τὴν χώραν γεωργίας ἕτερος μέν ἐστιν ὁ καιρὸς τοῦ ἀροῦν τὴν χώραν καὶ ἕτερος τοῦ σπείρειν καὶ σπείρειν σπέρματα τῇ ὑποκειμένῃ κατάλληλα γῇ. ἐν μὲν γὰρ τῷδε τῷ ἀγρῷ μελάνθιον ἐνθήσει ποτέ, ἐν ἑτέρῳ δὲ κύμινον, ἐν ἄλλῳ πυρὸν καὶ αὖθις ἐν ἑτέρῳ κριθὴν καὶ κέγχρον, πάλιν ἐν ἄλλῳ καὶ ἐν ἑτέρῳ ζειάν, εἶτα ἐπειδὰν τελεσφορήσῃ ὁ τούτων ἁπάντων καρπός, ἐν καιρῷ θερισμοῦ συναγαγὼν ἕκαστον ἰδίως καὶ", + "candidate_score": 0.667234, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_21", + "bdc_text": "januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_824", + "psc_text": "ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως, οἱ κολακείαις ἐκτρέφοντες τοὺς μαθητευομένους αὐτοῖς; διό φησιν· ὁ ἀριθμῶν τοὺς τρεφομένους, μικρὸν καὶ μέγαν λαόν, ᾧ οὐ συνεβουλεύσαντο, κολακείαις δὲ αὐτοὺς τρέφοντες διέστρεφον. κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· ὁ ἀριθμῶν φησι τοὺς ἐκτεθραμμένους, τὸν λαὸν τὸν ἀναιδῆ. οὐκ ὄψει λαὸν βαρὺν χείλεσιν, ὥστε μὴ ἀκοῦσαι διάλεκτον γλώσσης· τὸν μὲν οὖν ἀναιδῆ λαόν φησι διαστρέφεις τρέφων κολακείᾳ καὶ ἀπάτῃ, ὦ σὺ γραμματεῦ τοῦ νόμου. οὐχ ὁρᾷς δὲ ὄψει τὸν ἐμὸν λαὸν τὸν βαρὺν τοῖς χείλεσιν; ἀλλ’ οὐδὲ ἀκούσῃ ἀσύνετος ὢν διαλέκτου γλώσσης, περὶ ἧς ἀνωτέρω ἐλέγετο· καὶ αἱ γλῶσσαι αἱ ψελλίζουσαι ταχὺ μαθήσονται λαλεῖν εἰρήνην. ἀλλὰ σὺ ταύτας τὰς γλώσσας οὐκ ἀκούσεις οὐδὲ τὸν βαθύφωνον λαὸν νοήσεις· πῶς γὰρ καὶ οἷόν τε ἦν αὐτοὺς ταῦτα νοεῖν ἀσυνέτους ὄντας ὥστε λέγεσθαι περὶ αὐτῶν· λαὸς πεφαυλισμένος, καὶ οὐκ ἔστι τῷ ἀκούοντι σύνεσις. Ἀντὶ τοῦ· ἰδοὺ Σιὼν ἡ πόλις ὁ μὲν Ἀκύλας ὡραματίσθη Σιὼν πολίχνη, ὁ δὲ Σύμμαχος καὶ ὁ Θεοδοτίων", + "candidate_score": 0.666576, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_20_22", + "bdc_text": "hätte ouch gern den anfang unnd mittel gesetzt , alterum unmößen üß gewesenn , ech hatt ouch vermeint wir wellend alltend das wunderklich , so sich den 28ten . januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ; dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1551", + "psc_text": "προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων καὶ διωκόντων ὑμᾶς, ἵνα γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. οὕτω καὶ ἡ προφητεία παρακελεύεται, ὅπερ καὶ τὸ εὐαγγέλιον διδάσκει. πρὸς μὲν γὰρ τελείωσιν οὐκ ἐπαρκεῖ τὸ τρέμειν τὰ θεῖα λόγια καὶ διακεῖσθαι περὶ αὐτὰ σὺν εὐλαβείᾳ τῇ πάσῃ, πρὸς δὲ ἄκρας ἀρετῆς ἀνάληψιν οὕτω προσήκει ἀνεξικακίας εἰς ἄκρον ἐλαύνειν, ὡς τοὺς ἐχθροὺς μισοῦντας ἡμᾶς ἀδελφοὺς ὀνομάζειν καὶ τοὺς βδελυσσομένους ἡμᾶς μὴ ὡς πολεμίους ὁρᾶν, ἀλλὰ στέργειν καὶ ἀγαπᾶν ὡς γνησίους φίλους. οὕτω γὰρ ἔσεσθε, φησὶν ὁ σωτήρ, υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ὅστις ἀνατέλλει τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους καὶ βρέχει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθούς. ἡ δὲ προφητεία ταῦτά φησι· ποιεῖτε, ἵνα τὸ ὄνομα κυρίου δοξασθῇ καὶ ὀφθῇ ἐν τῇ εὐφροσύνῃ αὐτῶν, ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον· καὶ ὀψόμεθα ἐν τῇ εὐφροσύνῃ ὑμῶν· εἰ γὰρ ταῦτα πράττοιτε, ὑμῶν μὲν κατὰ τὸ τέλος τῶν ἀμοιβῶν εὐφροσύνη ἔκδηλος ἔσται τοῖς", + "candidate_score": 0.666252, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28_30", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_609", + "psc_text": "λαὸς ὁ διὰ σὲ πτωχεύσας κατὰ τὸν πρότερον αἰῶνα καὶ πόλεις τῶν πάλαι ἀδικουμένων ἀνθρώπων, οὓς ἠδίκουν οἱ διῶκται τῆς θεοσεβείας. οὗτοι εὐλογήσουσί σε ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ σου ἐν διαφόροις πολιτεύμασιν ἐξετασθέντες καὶ δικαίως εὐλογήσουσιν, ἐπειδήπερ ἐγένου πάσῃ πόλει ταπεινῇ βοηθὸς καὶ τοῖς ἀθυμήσασι δι’ ἔνδειαν σκέπη. καὶ ὅτε γὰρ ἦσαν ταπεινοὶ καὶ ἐν ἀθυμίᾳ καὶ ἐνδείᾳ πάσης τρυφῆς μεταξὺ τῶν φαύλων ἀναστρεφόμενοι, σὺ αὐτῶν ἦσθα βοηθὸς καὶ σκέπη, ἀλλὰ καὶ διψώντων κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ, ὡς λέγειν· ἐδίψησέ σοι ἡ ψυχή μου, καί· ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρὸς τὸν θεὸν τὸν ἰσχυρὸν τὸν ζῶντα. σὺ πάλιν ἦσθα πηγὴ δροσίζων αὐτοὺς καὶ ποτίζων τῇ τοῦ ἁγίου πνεύματος ἐπιρροῇ καὶ σὺ τῆς ὀλιγοψυχίας αὐτοὺς ἀνεκτῷ ἐνισχύων αὐτοὺς τῇ δυνάμει τοῦ μονογενοῦς σου λόγου. Ἵνα δὲ μὴ περὶ αὐτῶν ταῦτα λέγεσθαι ὑπολάβωσιν Ἰουδαίων παῖδες ἀναγκαίως τὴν εἰς πάντα τὰ ἔθνη χυθεῖσαν τοῦ Χριστοῦ χάριν, ἐπιφέρει λέγων· καὶ ποιήσει κύριος σαβαὼθ πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν", + "candidate_score": 0.664988, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_21", + "bdc_text": "januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1380", + "psc_text": "νηστείαν προΐσχονται καὶ νῦν φασι τῶν ψυχῶν ταπείνωσιν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς νηστείας αὐτῶν γινομένην αὐτὸ δὴ τοῦτο, ὅπως πράξουσιν ἀπέλεγξον ἐξ ἑνὸς τούτου καὶ τῶν λοιπῶν αὐτῶν ἀποδείξας τρόπον. λέγε τοίνυν αὐτοῖς καὶ δείκνυε, ὡς ἐν αὐταῖς ταύταις, ἐν αἷς σεμνύνονται ἡμέραις τῶν νηστειῶν, οὐ τὰ ἐμὰ θελήματα ζητοῦσι, ταῖς δὲ ἑαυτῶν ἡδοναῖς καὶ ταῖς ἑαυτῶν κακοπραγίαις σχολάζουσι, τότε μὲν τοὺς ὑποχειρίους τύπτοντες, τότε δὲ μάχαις καὶ ἀντιλογίαις ταῖς πρὸς ἀλλήλους κατατριβόμενοι ὡς φωνὰς ἀφιέναι κλαυθμοῦ τοὺς ὑπ’ αὐτῶν τυπτομένους καὶ κραυγὰς ἀπρεπεῖς. Φησὶν οὖν· οὐ ταύτην τὴν νηστείαν ἐξελεξάμην, οὐδὲ τοιαύτην ταπεινώσεως ἡμέραν, οὐδ’ εἰ κρίκῳ ὁμοίως κάμψειεν τὸν ἑαυτῶν τράχηλον κάτω νεύοντες καὶ σχηματιζόμενοι ταπεινοφροσύνην, οὐδ’ εἰ περιβάλοιντο σάκκους κατ’ αὐτῆς τῆς ἑαυτῶν σαρκὸς ἐπὶ τὸ πόνους καὶ κάκωσιν αὐτοῖς ἐμποιῆσαι τὴν σάκκου τραχύτητα, οὐδ’ εἰ σποδὸν ὑποστρώσαιντο τὸ ἑαυτῶν τιμωρούμενοι σῶμα. ταῦτα γὰρ πάντα μετὰ τῶν προλεχθέντων ἁμαρτημάτων ματαίαν ἕξει τὴν σπουδήν. εἰ δὲ δὴ ἐθέλοι", + "candidate_score": 0.663311, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31_33", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd . Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_83", + "psc_text": "τοῦ· τοὺς μηνίσκους, ὁ Σύμμαχος· μανιάκας, τὸ κάθεμα ὁ Ἀκύλας· κροκυφάντους, ὁ Σύμμαχος· τὰ χαλαστά, καὶ πάλιν τοὺς χλιδῶνας ὁ Σύμμαχος· τὰ ἐνκομβώματα. ἐπειδὴ περὶ ἀνδρῶν ἔδοξεν ἡ προφητεία διὰ τῶν ἔμπροσθεν πάντα εἰρηκέναι, εἰκὸς δὲ ἦν τὰς γυναῖκας μηδὲν πρὸς αὐτὰς λελέχθαι νομίζειν ἀναγκαίως καὶ τὴν κατ’ αὐτῶν ἀπειλὴν τίθησιν, τὴν παλαιὰν αὐτῶν κατάστασιν ὑπογράφων ὡς ἐντρυφῶσαι καὶ κατασπαταλῶσαι ἐν πλούτῳ· καὶ πολλῇ περιουσίᾳ θεοῦ μνήμην οὐδεμίαν ἐποιοῦντο, διὸ καὶ γυμνώσειν αὐτὰς ἐκείνων ἐν οἷς ἐτρύφων ἀπειλεῖ. Ἀντὶ δὲ τῆς προτέρας τρυφῆς τὴν ἐπὶ τὰ χείρω μεταβολὴν αὐταῖς σημαίνει, δι’ ὧν ἐπιλέγει· ἔσται ἀντὶ ὀσμῆς ἡδείας κονιορτός, καὶ ἀντὶ ζώνης σχοινίῳ ζώσῃ καὶ ἀντὶ τοῦ κόσμου τῆς κεφαλῆς φαλάκρωμα ἕξεις διὰ τὰ ἔργα σου καὶ ἀντὶ τοῦ χιτῶνος τοῦ μεσοπορφύρου περιζώσῃ σάκκον. δύναται δὲ ταῦτα μὴ περὶ μόνων γυναικῶν λέγεσθαι, ἀλλὰ καὶ περὶ ψυχῶν χαύνων καὶ τεθηλυμένων. εἰκὸς δ’ ἦν καὶ ταῦτα μετὰ τὴν εἰς τὸν σωτῆρα καὶ κύριον", + "candidate_score": 0.659508, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_21", + "bdc_text": "januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1440", + "psc_text": "τῇ παιδικῇ ἡλικίᾳ γνώριμά τε καὶ ἥδιστα εἶναι δοκοῦντα ὑπισχνεῖτο εἰς προτροπὴν ὧν ἂν βούλοιτο διδάσκειν τὸν παῖδα· τὸν γὰρ αὐτὸν οἶμαι τρόπον μετὰ τοῦ μυστικὰ καὶ θεῖα νοήματα παραδιδόναι τοῖς τὰς ψυχὰς πεφωτισμένοις συνεσκιασμένως τὸν λόγον ὡς νηπίοις τὰς φρένας τῷ Ἰουδαίων προσομιλῶν λαῷ ταῖς γνωρίμοις καὶ συνήθεσιν αὐτοῖς λέξεσί τε καὶ φωναῖς τὰς ἐπαγγελίας προϊσχόμενον. τάχα δέ που καὶ ταῦτα πάντα σωματικῶς οὕτως ἐπληρώθη ἂν εἰς αὐτούς, εἰ τὸν σωτῆρα καὶ κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν ἦσαν παραδεδεγμένοι, ὡς εἴρηται ἡμῖν ἤδη πρότερον. παρακελευσάμενος γοῦν αὐτοῖς ὁ λόγος φωτίζεσθαι ἐπήγαγε τὰ ἑξῆς συνημμένα, εἰ φωτισθεῖεν τῷ φωτὶ τῆς σωτηρίου χάριτος. ὅτε δὲ τοῦ φωτὸς πρώτοις ἐπιλάμψαντος οὐ μετέσχον, ἀκόλουθον ἦν μηδὲ τῶν ἑξῆς ἐπιφερομένων ἀπολαῦσαι αὐτούς· διόπερ οἱ μὲν τῶν προσδοκηθέντων αὐτοῖς ἐξέπεσον, ὁ δὲ θεὸς τὰς αὐτοῦ πληρῶν ἐπαγγελίας ἀψευδεῖς αὐτὰς παρίστη κατὰ διάνοιαν συνισταμένας θείαις ὑποσχέσεσι πρεπόντως. ὅτι γὰρ πρόβατα οἶδεν ἡ θεία γραφὴ ψυχὰς λογικὰς τὰς", + "candidate_score": 0.658684, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_21", + "bdc_text": "januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_784", + "psc_text": "ὦτα ἀκούειν δώσουσι. καὶ ἡ καρδία τῶν ἀσθενούντων προσέξει τοῦ ἀκούειν, ἀνθ’ οὗ ὁ Σύμμαχός φησι· καρδία δὲ ἀνοήτων συνήσει γνῶναι. ὁρᾷς ὅπως τοῖς πάλαι ἀνοήτοις τὴν σύνεσιν τοῦ δικαίου βασιλέως τοῦ ἀποκρύψαντος αὐτὸν ἀπὸ ἑτέρων ἐπαγγέλλεται. καὶ γλῶσσαι δέ φησιν αἱ ψελλίζουσαι ταχὺ μαθήσονται λαλεῖν εἰρήνην, κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· γλῶσσα δὲ τραυλῶν ταχυνεῖ λαλεῖν τρανά. Σιὼν τοίνυν ἡ καὶ γῆ διψῶσα ἡ πάλαι ἔρημος εἴη ἂν ἡ ἐκκλησία καὶ καρδία ἀσθενούντων καὶ γλῶσσαι τραυλίζουσαι αἱ τῶν πάλαι τὸν θεὸν μὴ νοούντων μηδὲ ὀρθὰ λαλούντων ἐθνῶν, οἷς ἐπαγγέλλεται τὴν ἐπὶ τὰ κρείττω μεταβολήν. Τούτοις ἐπιλέγει· καὶ οὐκέτι οὐ μὴ εἴπωσι τῷ μωρῷ ἄρχειν· ὥσπερ οὖν πρότερον ἐποίουν, ὅτε τοῖς ὡς ἀληθῶς μωροῖς διδασκάλοις αὐτῶν ἐπέτρεπον τὰς ἑαυτῶν ψυχάς, ἦσαν δὲ οὗτοι οἱ σοφοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου ὧν ἐμώρανεν ὁ θεὸς τὴν σοφίαν. ἀλλὰ πάλαι μὲν τούτῳ τῷ διὰ μωρίαν ἀθέῳ καὶ πολυθέῳ διδασκάλῳ ἐπέτρεπον τὴν ἑαυτῶν ἀρχήν, νυνὶ δὲ", + "candidate_score": 0.658571, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_19_21", + "bdc_text": "Derhalber ich aller sach das noch bedencken und fragen von wegen diser geschicht , die ich von anfang an selben will , diewyl mir darum zwüßen ist . hätte ouch gern den anfang unnd mittel gesetzt , alterum unmößen üß gewesenn , ech hatt ouch vermeint wir wellend alltend das wunderklich , so sich den 28ten . januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_699", + "psc_text": "πρῶτον, εἶτα ἀκούειν καὶ πειθαρχεῖν τοῖς λεγομένοις. διδάσκει δὲ αὐτούς, ὅτι τὰ τῆς τιμωρίας ἐπαξίως αὐτοὺς μετελεύσεται· δυνατοὶ γὰρ δυνατῶς ἐτασθήσονται. καὶ ὁ μὲν ἀσθενὴς καὶ μικρός, κἂν συγγνώμης τύχοι ἢ καὶ κατὰ δύναμιν τῆς αὐτοῦ σμικρότητος ὑπόσχοι ἂν τὴν κατάλληλον τιμωρίαν, ὁ δὲ τὰ μεγάλα δεδυνημένος κατὰ τὸν τοῦ δικαίου λόγον δυνατῶς ἐτασθήσεται. διὸ καὶ αὐτοὺς ἄρχοντας τοῦ λαοῦ καὶ ἱερεῖς καὶ ἡγουμένους κατὰ τὸ μέγεθος τῆς ἐγχειρισθείσης αὐτοῖς ἀξίας ὑφέξειν τὴν τιμωρίαν. Εἶθ’ ὑποδείγματι κέχρηται φυσικῷ· ὡς γὰρ ἐπὶ τῆς κατὰ τὴν χώραν γεωργίας ἕτερος μέν ἐστιν ὁ καιρὸς τοῦ ἀροῦν τὴν χώραν καὶ ἕτερος τοῦ σπείρειν καὶ σπείρειν σπέρματα τῇ ὑποκειμένῃ κατάλληλα γῇ. ἐν μὲν γὰρ τῷδε τῷ ἀγρῷ μελάνθιον ἐνθήσει ποτέ, ἐν ἑτέρῳ δὲ κύμινον, ἐν ἄλλῳ πυρὸν καὶ αὖθις ἐν ἑτέρῳ κριθὴν καὶ κέγχρον, πάλιν ἐν ἄλλῳ καὶ ἐν ἑτέρῳ ζειάν, εἶτα ἐπειδὰν τελεσφορήσῃ ὁ τούτων ἁπάντων καρπός, ἐν καιρῷ θερισμοῦ συναγαγὼν ἕκαστον ἰδίως καὶ", + "candidate_score": 0.657319, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_21", + "bdc_text": "januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1551", + "psc_text": "προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων καὶ διωκόντων ὑμᾶς, ἵνα γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. οὕτω καὶ ἡ προφητεία παρακελεύεται, ὅπερ καὶ τὸ εὐαγγέλιον διδάσκει. πρὸς μὲν γὰρ τελείωσιν οὐκ ἐπαρκεῖ τὸ τρέμειν τὰ θεῖα λόγια καὶ διακεῖσθαι περὶ αὐτὰ σὺν εὐλαβείᾳ τῇ πάσῃ, πρὸς δὲ ἄκρας ἀρετῆς ἀνάληψιν οὕτω προσήκει ἀνεξικακίας εἰς ἄκρον ἐλαύνειν, ὡς τοὺς ἐχθροὺς μισοῦντας ἡμᾶς ἀδελφοὺς ὀνομάζειν καὶ τοὺς βδελυσσομένους ἡμᾶς μὴ ὡς πολεμίους ὁρᾶν, ἀλλὰ στέργειν καὶ ἀγαπᾶν ὡς γνησίους φίλους. οὕτω γὰρ ἔσεσ��ε, φησὶν ὁ σωτήρ, υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ὅστις ἀνατέλλει τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους καὶ βρέχει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθούς. ἡ δὲ προφητεία ταῦτά φησι· ποιεῖτε, ἵνα τὸ ὄνομα κυρίου δοξασθῇ καὶ ὀφθῇ ἐν τῇ εὐφροσύνῃ αὐτῶν, ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον· καὶ ὀψόμεθα ἐν τῇ εὐφροσύνῃ ὑμῶν· εἰ γὰρ ταῦτα πράττοιτε, ὑμῶν μὲν κατὰ τὸ τέλος τῶν ἀμοιβῶν εὐφροσύνη ἔκδηλος ἔσται τοῖς", + "candidate_score": 0.656726, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_21", + "bdc_text": "januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ;", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1163", + "psc_text": "προσηγοριῶν, οὕτως καὶ ὀμνύοντες τῷ ὀνόματι κυρίου καὶ μνήμην ποιούμενοι τοῦ θεοῦ Ἰσραὴλ μέχρι χειλέων καὶ στόματος ταῦτ’ ἔπραττον. οὐ μὴν μετὰ ἀληθείας τῇ τῶν ὅρκων ἐχρῶντο παραλήψει, ἀλλὰ καὶ τῆς πόλεως τῆς τῷ θεῷ ἀνακειμένης ἀντεχόμενοι ἐδόκουν ἀντιστηρίζεσθαι ἐπὶ τῷ θεῷ καὶ τοῦτο μεθ’ ὑποκρίσεως πράττοντες. Ταῦτα τῷ Ἰουδαίων προσφωνήσας λαῷ ἑξῆς διαστέλλεται τοῖς αὐτοῖς λέγων Μὴ νομίσητέ με, ὦ οὗτοι, ἀργῶς τὰ μέλλοντα προαγορεύειν· τοῦτο γὰρ ὅλον γίνεται, ὅπως οἱ ἐν ὑμῖν ἄπιστοι ἐκ τῆς τῶν πραγμάτων ἐκβάσεως μάθοιεν, ὅτι οὐκ ἀνθρώπινοι ἦσαν οἱ τῶν ἐμῶν προφητῶν λόγοι· οὐ γὰρ ἀνθρώπου φύσεως τὸ γνῶσιν ἔχειν τῶν μελλόντων. θεὸς δέ εἰμι ὁ ταῦτα θεσπίζων, ἤδη μὲν οὖν καὶ διὰ τῶν ἔμπροσθεν χρόνων, ἀλλά τινα προηγόρευσα καὶ λόγοι τινὲς ἐξῆλθον διὰ στόματος ἑτέρων μου προφητῶν, ὡς εἰς ἀκοὰς ἐλθεῖν πολλῶν τὰ προλελεγμένα, οἷς καὶ τὰ ἔργα ἐπηκολούθησε σύμφωνα ταῖς προαγορεύσεσιν. Ὅμως ἐπειδὴ σὺ ὁ Ἰουδαίων λαὸς τράχηλον ἀκαμπῆ καὶ σιδήρεον", + "candidate_score": 0.656321, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_13_15", + "bdc_text": "Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_927", + "psc_text": "γὰρ ἀπήγγελον καὶ ὑπὲρ αὐτῆς διὰ τῆς προσευχῆς παρεκάλουν· μάλιστα γάρ μοι τῆς ψυχῆς ἔμελλεν, ὅπως μὴ ὑπὸ τοῦ θανάτου καταποθῇ, ἀλλ’ εἰσακούσας ἐξήγειράς με, ὦ κύριε, καὶ παρακληθεὶς ἔζησα, κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· ἀνέθαλάς μέ φησι καὶ ἐζώωσάς με καὶ μετέβαλες τὴν πικρίαν μου εἰς εἰρήνην καὶ εἵλου τὴν ψυχήν μου ἡρπάσας αὐτὴν ἐξ αὐτῶν, ἤδη τῶν τοῦ θανάτου πυλῶν, ἵνα μὴ ἀπόληται τὴν ψυχῆς ἀπώλειαν, καὶ τοῦτ’ ἔπραξας, οὐχ ὅτι τούτων ἄξιος ἤμην ἐγώ· πολλῶν γ��ρ μεστὸς ἁμαρτιῶν αὐτὸς ὑπῆρχον, ἀλλὰ τῷ σῷ ἐλέῳ καὶ τῇ σῇ φιλανθρωπίᾳ ταῦτα παρέστη. διὸ μακρὰν καὶ ὀπίσω τὰς ἐμὰς ἀπέρριψας ἁμαρτίας καὶ τούτων με κατηξίωσας ἐκ τοῦ τῆς ψυχῆς θανάτου ῥυσάμενός με, ἵνα μὴ ἀπόληται στερηθεῖσα μὲν τῆς παρά σοι χώρας τῶν ζώντων, κατασυρεῖσα δὲ ἐπὶ τὸν τοῦ ᾅδου βυθὸν καὶ ταῖς τῶν ἀσεβῶν ψυχαῖς συγκαταλεγεῖσα. οὐ γὰρ οἱ ἐν ᾅδου αἰνέσουσί σε, οὐδὲ ἐλπιοῦσιν οἱ ἐν ᾅδου τὴν ἐλεημοσύνην σου·", + "candidate_score": 0.65075, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31_33", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd . Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_661", + "psc_text": "τίς με θήσει φυλάσσειν καλάμην ἐν ἀγρῷ; εἰ γὰρ καὶ ἀντὶ σταφυλῆς ἀκάνθας ἤνεγκε καὶ γέγονε χέρσος, ὡς μηδὲν πλέον ἔχειν καλάμης, ὅμως δ’ οὖν ἠγάπα καὶ οὕτως ἔχουσαν αὐτὴν φυλάττειν. κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον εἴρηται· τίς δώσει με χέρσον καὶ ἀφειμένον ἐν πολέμῳ; ἰσοδυναμεῖ δὲ καὶ παρ’ αὐτοῖς· ἐγὼ μὲν οὖν φησιν ἐβουλόμην φύλαξ εἶναι τοῦ προλεχθέντος ἀγροῦ ἢ τοῦ δηλωθέντος ἀμπελῶνος ἢ τῆς ποτε ὀχυρᾶς πόλεως. ἡ δὲ πολεμία μοι γενομένη ἐποίησέ με ἀθετῆσαι αὐτήν, καὶ τοσοῦτον ὡς καὶ πυρὶ παραδοῦναι αὐτὴν μετὰ τὴν πολιορκίαν. Εἰκότως οὖν ἐπιλέγει ἡ προφητεία· κατακέκαυμαι, βοήσονται οἱ ἐνοικοῦντες ἐν αὐτῇ· τὸ γὰρ τῆς τοῦ θεοῦ κρίσεως πῦρ καὶ μὴ βουλομένους αὐτοὺς ἐξομολογήσασθαι καταναγκάσει, ἀλλ’ ἐκεῖνοι μὲν πολέμιοι τοῦ θεοῦ γενόμενοι τοιοῦτον ἔσχον τὸ τέλος, ἡμεῖς δὲ ἑτέρου τάγματος ὄντες ὡς ἂν σωφρονισθέντες, ἀφ’ ὧν ἐκεῖνοι πεπόνθασιν, εἰρήνην ποιήσωμεν αὐτῷ. ταῦτα δὲ ὁ προφητικὸς λόγος τοῖς οἰκείοις καὶ τῆς αὐτοῦ μερίδος τυγχάνουσιν προσφωνεῖ", + "candidate_score": 0.650331, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_22_24", + "bdc_text": "dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest. mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf . viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1367", + "psc_text": "τυφλοὺς ὠνόμαζε καὶ υἱοὺς ἀνόμους καὶ σπέρμα μοιχῶν καὶ πόρνης, ἀποτεινόμενος ὁ λόγος τὴν πρὸ τούτου προφητείαν, πρός τε τὸν ὑπὸ τούτοις λαὸν τὰ κατάλληλα θεσπίσας διὰ τῶν προκειμένων πρὸς τοὺς ἐν αὐτοῖς εὐλαβεῖς καὶ φόβον θεοῦ κεκτημένους καὶ μετανοοῦντας, ἐφ’ οἷς ἥμαρτον, οὓς ἡ παροῦσα λέξις συντετριμμένους τὴν καρδίαν καὶ ὀλιγοψύχους ὀνομάζει, παράκλησιν καὶ παραμυθίαν προσάγει. ἦσαν γὰρ ἐν αὐτοῖς, εἰ καὶ βραχεῖς καὶ ἀριθμ�� ληπτοί, πλὴν ὅμως ἦσαν ἄνδρες ἀνακείμενοι τῷ θεῷ· οὐχ οἱ προφῆται μόνον, ἀλλὰ καὶ ἕτεροι τούτων ζηλωταὶ μαθητευόμενοι τοῖς προφήταις καὶ ταῖς διδασκαλίαις αὐτῶν προσανέχοντες. οἱ δὲ ἀποκλαόμενοι τὴν τοῦ πλήθους ἀπώλειαν ἐν ταπεινώσει καὶ κακώσει διῆγον τὸν βίον ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς, καὶ ἄλλοι πάλιν ἦσαν ἀποκλαόμενοι τὰ ἑαυτῶν κακὰ ταπεινοῦντές τε ἑαυτοὺς καὶ κολάζοντες τὸν ἑαυτῶν βίον, ὑπὲρ ὧν ἔτυχον ἡμαρτηκότες. διὸ συντετριμμένους αὐτοὺς τὴν καρδίαν καὶ ὀλιγοψύχους ἢ κατὰ τὸν", + "candidate_score": 0.637766, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_22_24", + "bdc_text": "dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest. mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf . viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_588", + "psc_text": "λέγων· οὗτοι ἐπαροῦσι φωνὴν αὐτῶν. τὸ μὲν οὖν πρῶτον τῇ τῶν προτέρων ἀποδέδοται διανοίᾳ· ὡς γὰρ οἱ τὸν τῆς ἐλαίας καρπὸν ἀναλεγόμενοι καλάμοις εἰώθασι διακρούειν καὶ καταπάλλειν μέχρι καὶ μιᾶς εἴ που περιλειφθείη, καὶ ὡς μετὰ τὸν τρύγητον ἐπανιόντες τινὲς ἀναλέγονται ῥῶγάς τινας βραχεῖς ἢ βότρυς τοὺς περιλειφθέντας, τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ τοὺς ἀσεβεῖς ἀναλέξονται μέχρις ἑνὸς ὡς μηδένα διαφυγεῖν τὴν τοῦ θεοῦ κρίσιν. ἀλλ’ ἐκεῖνοι μὲν ταῦτα πείσονται, οὗτοι δ’ ἐπαροῦσι φωνὴν αὐτῶν· τίνες δ’ οὗτοι ἀλλ’ ἢ οἱ τοῦ κρείττονος τάγματος; εἶεν δ’ ἂν οὗτοι οἱ τῆς παρὰ τῷ θεῷ μακαριότητος ἠξιωμένοι. διὸ ἐπιλέγει ἑξῆς ὁ Σύμμαχος· οὗτοι δὲ ἐπαροῦσι φωνὴν αὐτῶν, ἀγαλλιάσονται ἐν τῷ ἐνδοξασθῆναι κύριον, κατὰ δὲ τὴν τῶν Ἑβδομήκοντα ἑρμηνείαν οἱ μὲν τῇ κολάσει παραδοθησόμενοι τρύγητον ἔσχατον παθόντες καὶ μέχρις ἑνὸς ἀναλεχθέντες φωνὰς ἀποδώσουσι βοῶντες ἐν τῷ κολάζεσθαι, οἱ δὲ τῆς μερίδος γενόμενοι τοῦ θεοῦ εὐφρανθήσονται ἅμα τῇ δόξῃ κυρίου. τότε γὰρ αὐτὸς ὁ κύριος", + "candidate_score": 0.635027, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_22_24", + "bdc_text": "dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest. mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf . viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1585", + "psc_text": "ἦσαν οὗτοι, ἐν ἀρχῇ τῆς προφητείας ἐδήλου λέγων· υἱοὺς ἐγέννησα καὶ ὕψωσα, αὐτοὶ δέ με ἠθέτησαν· ᾐνίξατο τοίνυν τοὺς ἐκ τοῦ Ἰουδαίων ἔθνους τὴν σωτήριον ἀθετήσαντας χάριν. μακρὰν δὲ αὐτῶν ὄντες ὄψονται αὐτοὺς οἱ ἐκ τῆς Ἰερουσαλὴμ ἐξελευσόμενοι καὶ ἐπὶ τὰς οἰκείας μονὰς ἀπερχόμενοι· τοῦτο γὰρ παρίστη φάσκων ὁ λόγος· ἐξελεύσονται καὶ ὄψονται τὰ κῶλα τῶν ἀνθρώπων τῶν ἀθετησάντων ἐν ἐμοί, ὧν ὁ σκώληξ οὐ τελευτήσει, καὶ τὸ πῦρ οὐ σβεσθήσεται, ἀλλ’ ἔσονται εἰς ὅρασιν πάσῃ σαρκί. πάσης οὖν τιμωρίας τὸ χείριστον τοῦτο ἂν εἴη, λέγω δὲ τὸ ἀτελεύτητον ἔχειν ἐν ἑαυτοῖς τὸν ἑαυτῶν σκώληκα· οὕτω δὲ ὀνομάζει τὴν συνείδησιν δίκην σκώληκος κατεσθίουσαν τῶν ἑαυτοῖς οὐκ ἀγαθὰ συνειδότων τὴν ψυχὴν ἐν τῷ μετανοεῖν, ἐφ’ οἷς ἠσέβουν, ὁρᾶν τε ἑαυτοὺς ἀποκλήτους τῶν τοσούτων ἀγαθῶν. ἕκαστος οὖν αὐτῶν ἐν τῷ ἐξομολογεῖσθαι ἑαυτοῦ κατήγορος γενήσεται ἀναπεμπαζόμενος τὰ κατὰ τὸν θνητὸν βίον αὐτῷ πεπραγμένα καὶ ὑπὸ τῆς συνειδήσεως κεντούμενος, καὶ οὕτως αὐτῶν ὁ σκώληξ", + "candidate_score": 0.632534, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_23_25", + "bdc_text": "mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf . viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd . Gott verlych uns allen unsere mißethat .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1395", + "psc_text": "καὶ τοῖς κακοῖς περιπεπτώκασι. φησὶν οὖν πρὸς αὐτούς· Οὐκ ἦν ἀδύνατον ἐμοὶ τῷ θεῷ καὶ ἀπολλυμένους ὑμᾶς ἀνακτήσασθαι οὐδ’ ἠσθένει ἡ ἐμὴ χεὶρ καὶ ἀναξίους ὄντας ὑμᾶς διασῶσαι· καὶ τὸ οὖς δὲ τὸ ἐμὸν τὸ πάντων ἀκουστικὸν οὐχ οὕτως ἦν βαρυήκοον ὡς μὴ δύνασθαι ὑμῶν εἰσακοῦσαι βοώντων. πλὴν εἰ καὶ τὰ παρ’ ἐμοῦ τοιαῦτα ἀλλὰ τὰ ἁμαρτήματα ὑμῶν τυγχάνει ὡς κακῶν σωρὸν ποιεῖσθαι καὶ μεσότοιχον ἐγείρειν μεταξὺ τοῦ θεοῦ καὶ ὑμῶν· τοιούτους δὲ ὄντας σῴζειν οὔτε δίκαιον οὐθ’ ὑμῖν συμφέρον ἐστίν. ὁ δὲ Ἀπόστολος λέγει που περὶ τοῦ σωτῆρος· ὁ ποιήσας τὰ ἀμφότερα ἓν καὶ τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας, τὴν ἔχθραν, ἐν τῇ σαρκὶ αὐτοῦ. ἀλλ’ ὁ μὲν σωτὴρ διὰ τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας λέγεται, ὁ δὲ παρὼν προφήτης διδάσκει, ὡς ἄρα αἱ ἑκάστου ἁμαρτίαι μέσαι παρεμβαλλόμεναι θεοῦ καὶ ἀνθρώπων μακρὰν ἀποσκορακίζουσι τὴν ἁμαρτάνουσαν ψυχὴν τοῦ θεοῦ, ἐπειδὴ τῶν ἀδυνάτων ἐστὶ θεῷ συνάπτεσθαι ἁμαρτίαν.", + "candidate_score": 0.629597, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1464", + "psc_text": "ἀναγέγραπται ἐν τῷ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίῳ πεπληρῶσθαι ἐπ’ αὐτῷ διδάξας τὴν προφητείαν, ὁπηνίκα ἦλθεν εἰς Ναζαρέτ, οὗ ἦν ἀνατεθραμμένος, καὶ εἰσῆλθε κατὰ τὸ εἰωθὸς αὐτῷ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῶν σαββάτων εἰς τὴν συναγωγήν, ἀνέστη τε ἀναγνῶναι. καὶ ἐπεδόθη αὐτῷ βιβλίον Ἠσαΐου τοῦ προφήτου, ὅπερ ἀνοίξας εὗρε τό· Πνεῦμα κυρίου ἐπ’ ἐμέ, οὗ εἵνεκεν ἔχρισέ με εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς, ἀπέσταλκέ με, κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ τυφλοῖς ἀνάβλεψιν, ἀποστεῖλαι τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει, κηρύξαι ἐνιαυτὸν κυρίου δεκτόν. ὅτε πτύξας τὸ βιβλίον καὶ ἀποδοὺς τῷ ὑπηρέτῃ ἐκάθισε· καὶ πάντων οἱ ὀφθαλμοὶ ἦσαν ἐν τῇ συναγωγῇ ἀτενίζοντες αὐτῷ. καὶ ἤρξατο λέγειν πρὸς αὐτοὺς ὅτι σήμερον πεπλήρωται ἡ γραφὴ αὕτη ἐν τοῖς ὠσὶν ὑμῶν. καὶ πάντες ἐμαρτύρουν αὐτῷ καὶ ἐθαύμαζον ἐπὶ τοῖς λόγοις τῆς χάριτος τοῖς ἐκπορευομένοις ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ. ἐπιστήσας δὲ τῷ καιρῷ τῷ δηλουμένῳ ἀπὸ τοῦ· σήμερον πεπλήρωται ἡ γραφὴ αὕτη, εὕροις ἂν ὅτι κατ’ αὐτὸν ἐκεῖνον μετὰ τὸ βαπτισθῆναι ἐν τῷ Ἰορδάνῃ τὸ", + "candidate_score": 0.627106, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_8_10", + "bdc_text": "Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn . wort mitt j.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_927", + "psc_text": "γὰρ ἀπήγγελον καὶ ὑπὲρ αὐτῆς διὰ τῆς προσευχῆς παρεκάλουν· μάλιστα γάρ μοι τῆς ψυχῆς ἔμελλεν, ὅπως μὴ ὑπὸ τοῦ θανάτου καταποθῇ, ἀλλ’ εἰσακούσας ἐξήγειράς με, ὦ κύριε, καὶ παρακληθεὶς ἔζησα, κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· ἀνέθαλάς μέ φησι καὶ ἐζώωσάς με καὶ μετέβαλες τὴν πικρίαν μου εἰς εἰρήνην καὶ εἵλου τὴν ψυχήν μου ἡρπάσας αὐτὴν ἐξ αὐτῶν, ἤδη τῶν τοῦ θανάτου πυλῶν, ἵνα μὴ ἀπόληται τὴν ψυχῆς ἀπώλειαν, καὶ τοῦτ’ ἔπραξας, οὐχ ὅτι τούτων ἄξιος ἤμην ἐγώ· πολλῶν γὰρ μεστὸς ἁμαρτιῶν αὐτὸς ὑπῆρχον, ἀλλὰ τῷ σῷ ἐλέῳ καὶ τῇ σῇ φιλανθρωπίᾳ ταῦτα παρέστη. διὸ μακρὰν καὶ ὀπίσω τὰς ἐμὰς ἀπέρριψας ἁμαρτίας καὶ τούτων με κατηξίωσας ἐκ τοῦ τῆς ψυχῆς θανάτου ῥυσάμενός με, ἵνα μὴ ἀπόληται στερηθεῖσα μὲν τῆς παρά σοι χώρας τῶν ζώντων, κατασυρεῖσα δὲ ἐπὶ τὸν τοῦ ᾅδου βυθὸν καὶ ταῖς τῶν ἀσεβῶν ψυχαῖς συγκαταλεγεῖσα. οὐ γὰρ οἱ ἐν ᾅδου αἰνέσουσί σε, οὐδὲ ἐλπιοῦσιν οἱ ἐν ᾅδου τὴν ἐλεημοσύνην σου·", + "candidate_score": 0.626898, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_699", + "psc_text": "πρῶτον, εἶτα ἀκούειν καὶ πειθαρχεῖν τοῖς λεγομένοις. διδάσκει δὲ αὐτούς, ὅτι τὰ τῆς τιμωρίας ἐπαξίως αὐτοὺς μετελεύσεται· δυνατοὶ γὰρ δυνατῶς ἐτασθήσονται. καὶ ὁ μὲν ἀσθενὴς καὶ μικρός, κἂν συγγνώμης τύχοι ἢ καὶ κατὰ δύναμιν τῆς αὐτοῦ σμικρότητος ὑπόσχοι ἂν τὴν κατάλληλον τιμωρίαν, ὁ δὲ τὰ μεγάλα δεδυνημένος κατὰ τὸν τοῦ δικαίου λόγον δυνατῶς ἐτασθήσεται. διὸ καὶ αὐτοὺς ἄρχοντας τοῦ λαοῦ καὶ ἱερεῖς καὶ ἡγουμένους κατὰ τὸ μέγεθος τῆς ἐγχειρισθείσης αὐτοῖς ἀξίας ὑφέξειν τὴν τιμωρίαν. Εἶθ’ ὑποδείγματι κέχρηται φυσικῷ· ὡς γὰρ ἐπὶ τῆς κατὰ τὴν χώραν γεωργίας ἕτερος μέν ἐστιν ὁ καιρὸς τοῦ ἀροῦν τὴν χώραν καὶ ἕτερος τοῦ σπείρειν καὶ σπείρειν σπέρματα τῇ ὑποκειμένῃ κατάλληλα γῇ. ἐν μὲν γὰρ τῷδε τῷ ἀγρῷ μελάνθιον ἐνθήσει ποτέ, ἐν ἑτέρῳ δὲ κύμινον, ἐν ἄλλῳ πυρὸν καὶ αὖθις ἐν ἑτέρῳ κριθὴν καὶ κέγχρον, πάλιν ἐν ἄλλῳ καὶ ἐν ἑτέρῳ ζειάν, εἶτα ἐπειδὰν τελεσφορήσῃ ὁ τούτων ἁπάντων καρπός, ἐν καιρῷ θερισμοῦ συναγαγὼν ἕκαστον ἰδίως καὶ", + "candidate_score": 0.626429, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_381", + "psc_text": "τὸ χρέων ἀπέδοσαν, σὺ δὲ τῇ τῶν πολεμίων μαχαίρᾳ τὴν ζωὴν ἀφαιρεθείς, νεκρὸς ἄταφος ῥιφήσῃ θηρσὶ βορὰ καὶ οἰωνοῖς ἐκκείμενος. ἰστέον δ’ ὡς μέχρι τούτων Ὠριγένει προῆλθεν ὁ ἑπτακαιδέκατος τῶν εἰς τὸν προφήτην ἐξηγητικῶν τόμος. τὴν δὲ τῶν εἰρημένων διάνοιαν ὁ Σύμμαχος τοῦτον ἡρμήνευσε τὸν τρόπον· καὶ σὺ ἐτρώθης ὡς ἡμεῖς, ἐν ἡμῖν δὲ παρεβλήθης. κατηνέχθη δὲ εἰς ᾅδην ἡ ὑπερηφανία σου, ἐθανατώθη τὸ στόμα σου, ὑποκάτω σου στρωθήσεται ἔξερψις καὶ τὸ περιβόλαιόν σου σκώληξ. πῶς ἔπεσες ἐξ οὐρανοῦ ὁ ἑωσφόρος ὁ ὀρθρινός; ἐξεκόπης εἰς γῆν ὁ τιτρώσκων ἔθνη. σὺ δὲ εἶπας ἐν τῇ καρδίᾳ σου Εἰς τὸν οὐρανὸν ἀναβήσομαι, ἐπάνω τῶν ἀστέρων τοῦ οὐρανοῦ ἐπαρῶ τὸν θρόνον μου καὶ καθιῶ ἐν ὄρει συνταγῆς ἐν μηροῖς βορρᾶ, ἀναβήσομαι ἐπὶ ὑψηλῇ νεφέλῃ, ὁμοιωθήσομαι τῷ ὑψίστῳ. ἀλλ’ εἰς ᾅδην κατενεχθήσῃ, εἰς βάθη λάκκου. οἱ ὁρῶντές σε κατακύψουσι, περὶ σοῦ ἐννοήσουσιν Οὗτος ὁ ἀνὴρ ὁ ταράξας τὴν γῆν καὶ συσσείσας βασιλείας; ὁ τάξας", + "candidate_score": 0.623866, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_24_26", + "bdc_text": "viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd . Gott verlych uns allen unsere mißethat . Es ist ouch gleüß das houptman Baptist von Salis des bapsts Ritter von Bargellens zuͦ Sultz mitt so .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1506", + "psc_text": "ὁ ζῆλός σου ἐκεῖνος καὶ ἡ ἰσχύς σου καὶ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους σου; ἤδη γὰρ καὶ ἄλλοτε πολλάκις ἁμαρτησάντων ἡμῶν ἠνέσχου καὶ οὐδὲν θαυμαστόν, ἐπειδὴ ἅπαξ κατηξίωσας εἰπεῖν· ὁ λαός μου τέκνα καὶ ὁ λαός μου υἱοί εἰσιν. ὡς οὖν πατὴρ τέκνων καὶ πρότερον ἠνέσχου, καὶ νῦν πάλιν ἀνάσχου· οὐ γὰρ Ἀβραὰμ ἦν πατὴρ ἡμῶν, εἰ καὶ διακονεῖσθαι τῇ κατὰ σάρκα ἡμῶν ἔδοξε γενέσει, ἀληθεῖ δὲ λόγῳ σὺ πατὴρ ἡμῶν εἶ ἅτε πατὴρ πάντων πνευμάτων ὑπάρχων καὶ τῶν κατ’ εἰκόνα τὴν σὴν πεποιημένων ψυχῶν. διὸ ῥύσασθαι ἡμᾶς ἀντιβολοῦμεν, ἐπείπερ τὸ ὄνομά σου κοσμεῖ ἡμᾶς. διὸ χαριζόμενος τῷ σαυτοῦ ὀνόματι, ἵνα μὴ βλασφημεῖται παρὰ τοῖς ἔθνεσι, καταξίωσον ἡμᾶς τοῦ σοῦ ἐλέους. Ταῦτα εἰπὼν ὁ προφήτης ἐξ οἰκείου προσώπου καὶ τῶν ἐν τῷ λαῷ εὐλαβεστέρων καὶ ταῦτα προστίθησιν ἐκ προσώπου τῶν ἐν τῷ λαῷ φιλαιτίων καὶ φιλεγκαλημόνων οὐκ ὀκνούντων πολλάκις καὶ αὐτῷ καταμέμφεσθαι τῷ θεῷ. διό φασι· τί ἐπλάνησας ἡμᾶς, κύριε,", + "candidate_score": 0.623459, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_22", + "bdc_text": "dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1397", + "psc_text": "οὐδὲν ἕτερον εἶναι ἐδίδαξεν ἢ τὰς ἁμαρτίας· τὸ δὲ τούτων εἶδος ἑξῆς καταριθμεῖται ��έγων· αἱ χεῖρες ὑμῶν μεμολυμμέναι αἵματι καὶ οἱ δάκτυλοι ὑμῶν ἐν ἁμαρτίαις, τὰ δὲ χείλη ὑμῶν ἐλάλησεν ἀνομίαν. καὶ θέα ὡς οὐκ ἐπιμέμφεται αὐτοῖς ἐν τούτοις εἰδωλολατρίαν οὐδ’ ἑτέραν τινὰ παράνομον πρᾶξιν, ἀλλὰ τὴν διὰ χειρῶν μιαιφονίαν καὶ τὴν διὰ στόματος παρανομίαν, δι’ ὧν ᾐνίξατο τὴν κατὰ τοῦ σωτῆρος ἐπανάστασιν αὐτῶν καὶ τὴν κατὰ τῶν δικαίων ἀνδρῶν ἐπιβουλήν. περὶ ὧν καὶ διὰ τῶν ἔμπροσθεν ἐδήλου φάσκων· Ἴδετε ὡς ὁ δίκαιος αἴρεται, καὶ οὐδεὶς κατανοεῖ, καὶ ἄνδρες δίκαιοι αἴρονται, καὶ οὐδεὶς ἐκδέχεται τῇ καρδίᾳ. ἀπὸ γὰρ προσώπου ἀνομίας ἦρται ὁ δίκαιος· ἔσται ἐν εἰρήνῃ ἡ ταφὴ αὐτοῦ, ἦρται ἐκ τοῦ μέσου. εἰ δὲ καὶ μὴ αὐτόχειρες γεγόνασι τοῦ σωτῆρος, ἀλλὰ τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐπ’ αὐτοὺς καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα αὐτῶν αἰτησάμενοι καὶ βοαῖς ἀθέοις χρησάμενοι ἔργῳ παρέστησαν τὰς χεῖρας ἔχειν μεμολυμμένας αἵματι, τά τε χείλη αὐτῶν λελαληκέναι ἀνομίαν", + "candidate_score": 0.621295, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_6", + "bdc_text": "Alle ding hohend an thüren ettlich mütt kornen von Zweyen jaren hins und ettwas habers , da unnd das von üwer schwöster s. Wegen , die den S. Bartle , Barma gehept hatt , welche diset miner husfrouwenn und wirt schwöster ufgemachet , aber sy habend den kernen ein anderen uns unwüßend wider ufgerichtenn gmech brief ze koufen gebenn unnd miner husfrouwen gelt darfür ordinet , deß wir gar nitt zuͦfriden sünden , unnd weder gelt noch kerind , habend .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_784", + "psc_text": "ὦτα ἀκούειν δώσουσι. καὶ ἡ καρδία τῶν ἀσθενούντων προσέξει τοῦ ἀκούειν, ἀνθ’ οὗ ὁ Σύμμαχός φησι· καρδία δὲ ἀνοήτων συνήσει γνῶναι. ὁρᾷς ὅπως τοῖς πάλαι ἀνοήτοις τὴν σύνεσιν τοῦ δικαίου βασιλέως τοῦ ἀποκρύψαντος αὐτὸν ἀπὸ ἑτέρων ἐπαγγέλλεται. καὶ γλῶσσαι δέ φησιν αἱ ψελλίζουσαι ταχὺ μαθήσονται λαλεῖν εἰρήνην, κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· γλῶσσα δὲ τραυλῶν ταχυνεῖ λαλεῖν τρανά. Σιὼν τοίνυν ἡ καὶ γῆ διψῶσα ἡ πάλαι ἔρημος εἴη ἂν ἡ ἐκκλησία καὶ καρδία ἀσθενούντων καὶ γλῶσσαι τραυλίζουσαι αἱ τῶν πάλαι τὸν θεὸν μὴ νοούντων μηδὲ ὀρθὰ λαλούντων ἐθνῶν, οἷς ἐπαγγέλλεται τὴν ἐπὶ τὰ κρείττω μεταβολήν. Τούτοις ἐπιλέγει· καὶ οὐκέτι οὐ μὴ εἴπωσι τῷ μωρῷ ἄρχειν· ὥσπερ οὖν πρότερον ἐποίουν, ὅτε τοῖς ὡς ἀληθῶς μωροῖς διδασκάλοις αὐτῶν ἐπέτρεπον τὰς ἑαυτῶν ψυχάς, ἦσαν δὲ οὗτοι οἱ σοφοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου ὧν ἐμώρανεν ὁ θεὸς τὴν σοφίαν. ἀλλὰ πάλαι μὲν τούτῳ τῷ διὰ μωρίαν ἀθέῳ καὶ πολυθέῳ διδασκάλῳ ἐπέτρεπον τὴν ἑαυτῶν ἀρχήν, νυνὶ δὲ", + "candidate_score": 0.620743, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1_3", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen lies inen , möchte es glie statt gar nitt verlyedenn , Gedoch , sünd sy , ob sy glich fründen und nich fenden , ir unwillig , dar man die soch zuͦ haltet .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_846", + "psc_text": "ὅτι οὐκ ἐνίσχυσεν· ὁ ἱστός σου ἔκλινεν, οὐ χαλάσει τὰ ἱστία· οὐκ ἀρεῖ σημεῖον, ἕως οὗ παραδοθῇ εἰς προνομήν. εἶθ’ ἑξῆς περὶ τῶν πολιορκησάντων αὐτὴν ἐθνῶν διαλαλήσας καὶ περὶ τῆς καθ’ ὅλου κρίσεως τοῦ θεοῦ τῆς μετελευσομένης τοὺς ἀσεβεῖς πάντας ἐπαναλαμβάνει τὸν περὶ τῆς Σιὼν καὶ τῆς Ἰερουσαλὴμ λόγον διδάσκων, ὅτι ἥξει αὐτῇ ἀνταποδόσεως ἐνιαυτὸς καὶ ἡμέρα κρίσεως. καὶ ἐν τοῖς ἀνωτέρω δὲ ἐλέγετο τό· Γυναῖκες πλούσιαι, ἀνάστητε, ἡμέρας ἐνιαυτοῦ μνείαν ποιήσασθε ἐν ὀδύνῃ μετ’ ἐλπίδος. τίς οὖν ἦν οὗτος ὁ ἐνιαυτός, ἐφ’ ᾧ κόπτεσθαι μετ’ ὀδύνης προστάττει, ἡ παροῦσα προφητεία παρίστησι λέγουσα τὰ προκείμενα. τούτοις δὲ παραθεῖναι ἀναγκαῖον τοῦ αὐτοῦ προφήτου τὸν ἐκ προσώπου τοῦ Χριστοῦ ἐν τοῖς ἑξῆς φάσκοντα λόγον· Πνεῦμα κυρίου ἐπ’ ἐμέ, οὗ εἵνεκεν ἔχρισέ με· εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με, κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ τυφλοῖς ἀνάβλεψιν, καλέσαι ἐνιαυτὸν κυρίου δεκτὸν καὶ ἡμέραν ἀνταποδόσεως τῷ θεῷ ἡμῶν, παρακαλέσαι πάντας τοὺς πενθοῦντας, δοθῆναι τοῖς πενθοῦσι Σιὼν δόξαν. ὁρᾷς", + "candidate_score": 0.615693, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1_3", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen lies inen , möchte es glie statt gar nitt verlyedenn , Gedoch , sünd sy , ob sy glich fründen und nich fenden , ir unwillig , dar man die soch zuͦ haltet .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_435", + "psc_text": "Ἀπόστολος οἶδεν ἐλαίᾳ παραβάλλειν τὴν παρὰ Ἰουδαίοις διαδοχὴν καὶ ῥίζαν ἁγίαν καὶ ἀπαρχὴν καὶ καλλιέλαιον αὐτοὺς καλεῖν. οὗτοι δὴ οὖν οἱ βραχεῖς ῥῶγες τῆς ἐλαίας μόνοι διεσώθησαν εὑρεθέντες ἐν αὐτοῖς. καὶ ὁ ἀποδοθεὶς στάχυς σπάνιός τις καὶ αὐτός. διό φησιν ὁ προφητικὸς λόγος· καὶ ἔσται ὃν τρόπον ἐάν τις συναγάγῃ στάχυν ἐν φάραγγι στερεᾷ ἢ ὡς ῥῶγες ἐλαίας δύο ἢ τρεῖς ἐπ’ ἄκρου μετεώρου. Μετὰ δὲ τὴν τῶν ἀποστόλων μνήμην σφόδρα ἀκολούθως τῶν πάλαι πολυθέων ἐθνῶν τὴν εἰς τὸν τῶν ὅλων θεὸν ἐπιστροφὴν θεσπίζει. διὸ ἑξῆς εἴρηται· τάδε λέγει κύριος ὁ θεὸς Ἰσραήλ Τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ πεποιθὼς ἔσται ὁ ἄνθρωπος ἐπὶ τὸν ποιήσαντα αὐτόν, οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ εἰς τὸν ἅγιον τοῦ Ἰσραὴλ ἐμβλέψονται, καὶ οὐκέτι ἔσονται πεποιθότες ἐπὶ τοῖς βωμοῖς οὐδὲ ἐπὶ τοῖς ἔργοις τῶν χειρῶν αὐτῶν, ἃ ἐποίησαν οἱ δάκτυλοι αὐτῶν, καὶ οὐκ ὄψονται τὰ δένδρα οὐδὲ τὰ βδελύγματα αὐτῶν. οὐκέτι γὰρ τοῖς ἄλσεσιν οὐδὲ τοῖς ὑψηλοῖς τῶν", + "candidate_score": 0.607555, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1_3", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen lies inen , möchte es glie statt gar nitt verlyedenn , Gedoch , sünd sy , ob sy glich fründen und nich fenden , ir unwillig , dar man die soch zuͦ haltet .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1407", + "psc_text": "βάθει τῶν λέξεων ἐναποκεκρυμμένον νοῦν, περὶ δὲ μόνην τὴν λέξιν ἀσχολούμενοι ὥσπερ τινὰ τοῖχον ἐοίκασι ψηλαφᾶν. τούτου χάριν ἑξῆς ἐπιλέγει· ψηλαφήσουσιν ὡς τυφλοὶ τοῖχον καὶ ὡς οὐχ ὑπαρχόντων ὀφθαλμῶν ψηλαφήσουσι, καὶ τούτοις συνάπτει λέγων· πεσοῦνται ἐν μεσημβρίᾳ ὡς ἐν μεσονυκτίῳ καὶ ὡς ἀποθνῄσκοντες· κατὰ γὰρ τὸν καιρὸν τοῦ τῶν ἐθνῶν μεσημβρινοῦ φωτὸς ταῖς σωτηρίοις καὶ εὐαγγελικαῖς αὐγαῖς τῆς ἐκκλησίας τοῦ θεοῦ καταλαμπομένης μόνοι αὐτοὶ ὡς ἂν τὰ πρὸς θάνατον ἡμαρτηκότες πεπτώκασι καὶ ὥσπερ ἐν μεσονυκτίῳ διάγουσι. Καὶ στενάξουσι δέ φησιν ὡς ἄρκος καὶ ὡς περιστερὰ ἅμα πορεύσονται· οἱ γὰρ στεναγμοὶ αὐτῶν, εἰ μὲν κατὰ λόγον ἐγίνοντο ὑπὲρ ὧν τετολμήκασι κατὰ τοῦ σωτῆρος, ἐπωφελεῖς ἐγένοντο ἄν. χρὴ γὰρ αὐτοὺς καὶ πενθεῖν καὶ στενάζειν καὶ ἀποδύρεσθαι καὶ δακρύειν, ὧν ἐξέχεον αἱμάτων ἕνεκα. ἐπεὶ δὲ τοῦτο μὲν οὐ προσποιοῦνται, τὴν δὲ πόλιν τὴν αἰσθητήν, λέγω δὲ τὴν Ἰερουσαλήμ, ἀποκλαίονται καὶ τὴν πτῶσιν αὐτῆς στενάζουσιν ἀλόγως, εἰκότως θηρίῳ ἀγρίῳ παρεβλήθησαν. διὸ λέλεκται· καὶ στενάξουσιν", + "candidate_score": 0.606903, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1_3", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen lies inen , möchte es glie statt gar nitt verlyedenn , Gedoch , sünd sy , ob sy glich fründen und nich fenden , ir unwillig , dar man die soch zuͦ haltet .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_659", + "psc_text": "δὲ ὁ λόγος καὶ ταύτης ἐξάρχειν διδάσκει λέγουσαν αὐτὴν περὶ ἑαυτῆς τὴν ἐν τῷ ἀμπελῶνι πόλιν· ἐγὼ πόλις ὀχυρά, πόλις πολιορκουμένη· καὶ γὰρ ἦν ὡς ἀληθῶς ὀχυρά ποτε πόλις, ὅτε φραγμὸν περιεβέβλητο καὶ κεχαράκωτο ὡς πανταχόθεν αὐτὴν ἠσφαλίσθαι, οὕτω τε ἦν ὀχυρά, ὡς μηδὲν καταβλάπτεσθαι πολιορκουμένην, ἀλλὰ ποτὲ μὲν ἦν τοιαύτη, νυνὶ δὲ ἄκαρπος γενομένη καταλέλειπται, ὥστ’ εἰρῆσθαι περὶ αὐτῆς· καθελῶ τὸν φραγμὸν αὐτοῦ καὶ ἔσται εἰς διαρπαγήν, καὶ καθελῶ τὸν τοῖχον αὐτοῦ καὶ ἔσται εἰς καταπάτημα, καὶ ἀνήσω τὸν ἀμπελῶνά μου καὶ οὐ μὴ σκαφῇ οὐδὲ μὴ τμηθῇ. τὸ δ’ αἴτιον διδάξει λέγων· ὅτι ἔμεινα, ἵνα ποιήσῃ σταφυλήν, ἐποίησε δὲ ἀκάνθας. καὶ ἐν τοῖς μετὰ χεῖρας δὲ τῆς αὐτῆς ἕνεκεν αἰτίας λέγεται· μάτην ποτιῶ αὐτήν· εἰς μάταιον γὰρ ἡ τοσαύτη ὑπῆρξε χορηγία τῇ προειρημένῃ πόλει, διὸ ἁλώσεται νυκτὸς ὑπὸ τῶν πολιορκούντων αὐτήν· καταληφθεῖσα γὰρ ἐν σκότῳ διὰ τὸ ἑαυτὴν μακρύναι τοῦ φωτὸς εὐάλωτος γεγένηται τοῖς πολεμίοις, ὡς καὶ εἰς", + "candidate_score": 0.605494, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_8_10", + "bdc_text": "Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn . wort mitt j.", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1406", + "psc_text": "οὐ μὴ καταλάβῃ αὐτοὺς δικαιοσύνη· κρίσιν δὲ λέγει ἐνταῦθα, περὶ ἧς ἀνωτέρω εἴρηται· ἰδοὺ ὁ παῖς μου ὃν ᾑρέτισα, ὁ ἀγαπητός μου ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου· κρίσιν τοῖς ἔθνεσιν ἐξοίσει. αὕτη τοίνυν ἡ τοῖς ἔθνεσι δοθεῖσα κρίσις ἀπέστη ἐξ αὐτῶν καὶ ἡ δικαιοσύνη δὲ ἡ πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν διὰ τῆς σωτηρίου χάριτος δεδωρημένη καὶ αὕτη καταλιποῦσα αὐτοὺς ἀνεχώρησεν. εἶτ’ ἐπεὶ προσεδόκων τὸν Χριστὸν τοῦ θεοῦ κηρυττόμενον αὐτοῖς διὰ τῶν προφητικῶν λόγων, ἐλθόντα δὲ αὐτὸν οὐ παρεδέξαντο, ἀκολούθως εἴρηται· ὑπομεινάντων αὐτῶν φῶς ἐγένετο αὐτοῖς σκότος, μείναντες αὐγὴν ἐν ἀωρίᾳ περιεπάτησαν. Καὶ ἐπειδὴ ψηλαφῶντες τὰς θείας γραφὰς οὐ συνίεσαν τὸν ἐν βάθει τῶν λέξεων ἐναποκεκρυμμένον νοῦν, περὶ δὲ μόνην τὴν λέξιν ἀσχολούμενοι ὥσπερ τινὰ τοῖχον ἐοίκασι ψηλαφᾶν. τούτου χάριν ἑξῆς ἐπιλέγει· ψηλαφήσουσιν ὡς τυφλοὶ τοῖχον καὶ ὡς οὐχ ὑπαρχόντων ὀφθαλμῶν ψηλαφήσουσι, καὶ τούτοις συνάπτει λέγων· πεσοῦνται ἐν μεσημβρίᾳ ὡς ἐν μεσονυκτίῳ καὶ ὡς ἀποθνῄσκοντες· κατὰ γὰρ τὸν καιρὸν τοῦ τῶν ἐθνῶν", + "candidate_score": 0.603156, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1407", + "psc_text": "βάθει τῶν λέξεων ἐναποκεκρυμμένον νοῦν, περὶ δὲ μόνην τὴν λέξιν ἀσχολούμενοι ὥσπερ τινὰ τοῖχον ἐοίκασι ψηλαφᾶν. τούτου χάριν ἑξῆς ἐπιλέγει· ψηλαφήσουσιν ὡς τυφλοὶ τοῖχον καὶ ὡς οὐχ ὑπαρχόντων ὀφθαλμῶν ψηλαφήσουσι, καὶ τούτοις συνάπτει λέγων· πεσοῦνται ἐν μεσημβρίᾳ ὡς ἐν μεσονυκτίῳ καὶ ὡς ἀποθνῄσκοντες· κατὰ γὰρ τὸν καιρὸν τοῦ τῶν ἐθνῶν μεσημβρινοῦ φωτὸς ταῖς σωτηρίοις καὶ εὐαγγελικαῖς αὐγαῖς τῆς ἐκκλησίας τοῦ θεοῦ καταλαμπομένης μόνοι αὐτοὶ ὡς ἂν τὰ πρὸς θάνατον ἡμαρτηκότες πεπτώκασι καὶ ὥσπερ ἐν μεσονυκτίῳ διάγουσι. Καὶ στενάξουσι δέ φησιν ὡς ἄρκος καὶ ὡς περιστερὰ ἅμα πορεύσονται· οἱ γὰρ στεναγμοὶ αὐτῶν, εἰ μὲν κατὰ λόγον ἐγίνοντο ὑπὲρ ὧν τετολμήκασι κατὰ τοῦ σωτῆρος, ἐπωφελεῖς ἐγένοντο ἄν. χρὴ γὰρ αὐτοὺς καὶ πενθεῖν καὶ στενάζειν καὶ ἀποδύρεσθαι καὶ δακρύειν, ὧν ἐξέχεον αἱμάτων ἕνεκα. ἐπεὶ δὲ τοῦτο μὲν οὐ προσποιοῦνται, τὴν δὲ πόλιν τὴν αἰσθητήν, λέγω δὲ τὴν Ἰερουσαλήμ, ἀποκλαίονται καὶ τὴν πτῶσιν αὐτῆς στενάζουσιν ἀλόγως, εἰκότως θηρίῳ ἀγρίῳ παρεβλήθησαν. διὸ λέλεκται· καὶ στενάξουσιν", + "candidate_score": 0.597751, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_277", + "psc_text": "γάρ φησι τῷ Ἀσσυρίῳ ἀσεβῆ καὶ ὑπέρογκα λογίσασθαι τετολμηκότι ὁ ἅγιος τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ὁ πάλαι φῶς αὐτοῦ γεγονὼς εἰς φλόγα καὶ εἰς πῦρ γενήσεται. βουνοῖς δὲ καὶ ὄρεσι καὶ δρυμοῖς παρεικάζει καλῶς αὐτήν τε τὴν τῶν Ἀσσυρίων πληθὺν καὶ τοὺς ἡγουμένους αὐτῆς καὶ τῶν ἄλλων ὑπερέχοντας, καθάπερ βουνοὺς ἢ ὄρη. ἀλλ’ οὗτοι μὲν ἀποσβεσθήσονται, τοῦτ’ ἔστιν οἱ πάλαι δεινοὶ καὶ θερμοί, καὶ οὐχ ἑκόντες ἀποψυχθήσονται· καταφάγεται γὰρ αὐτοὺς ὁ θάνατος, μονονουχὶ καὶ ψυχὰς δαπανῶ�� καὶ σῶμα. ὅτι μὲν γὰρ οὐ συνανῄρηνται τοῖς σώμασιν αἱ ψυχαί, παντὶ τοῦτο σαφές· ὑπεμφαίνει δὲ διὰ τούτων τῆς ψυχῆς τὸ εὐσθενές. ἀντὶ δὲ τοῦ· καὶ φάγεται ὡσεὶ χόρτον τὴν ὕλην, ὁ Σύμμαχος καὶ καταφάγεται τὰ ἀποκείμενα αὐτοῦ εἴρηκεν καὶ τὰ πεφυλαγμένα αὐτοῦ ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ καὶ ἡ δόξα τοῦ δρυμοῦ αὐτοῦ καὶ τοῦ Καρμήλου αὐτοῦ ἀπὸ ψυχῆς ἕως σαρκὸς ἀναλωθήσεται, καὶ ἔσται ὡς τετηγμένος φεύγων, τὰ δὲ ἐπίλοιπα τῶν ξύλων τοῦ δρυμοῦ αὐτοῦ ἀριθμῷ", + "candidate_score": 0.587475, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_87", + "psc_text": "εὐσεβείας καὶ ἐπὶ πᾶσιν πνεῦμα φόβου θεοῦ. Τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐπιλάμψει ὁ θεός. ὑφ’ ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν χρόνον καὶ τὰ πρῶτα ἔσεσθαι καὶ τὰ προκείμενα διδάσκει, ἀλλ’ ἐκεῖνα μὲν ἦν σκυθρωπά, τὰ δὲ παρόντα χρηστότερα. πῶς οὖν οἷόν τε ἦν καὶ τὰ τῆς χρηστῆς ἐπαγγελίας, ὑφ’ ἕνα χρόνον εἰς τοὺς αὐτοὺς ἀποπληροῦσθαι; τὸ γὰρ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τοῦ αὐτοῦ Χριστοῦ τυγχάνει σημαντικόν, ἐν ᾧ καὶ τὰ προλεχθέντα γενήσεται, ἐπιλάμψει ὁ θεὸς ἐν βουλῇ μετὰ δόξης ἐπὶ τῆς γῆς. ἀνθ’ οὗ ὁ Σύμμαχος πεποίηκεν· ἔσται ἀνατολὴ κύριος εἰς δύναμιν καὶ δόξαν τῆς γῆς καὶ ὑπεροχή. ἀλλ’ εἰ μὲν ἑξῆς ἐπῆγεν τῷ παντὶ λαῷ τὰς χρηστὰς ἐπαγγελίας ἔδοξεν ἐναντιώματα περιέχειν ὁ λόγος, νυνὶ δὲ οὐ παντὶ τῷ ἔθνει, ἀλλὰ μόνῳ τῷ ἐξ αὐτοῦ καταλειφθέντι ἐπάγγελται· ἐπιλάμψει ὁ θεὸς ἐν βουλῇ μετὰ δόξης ἐπὶ τῆς γῆς τοῦ ἀνυψῶσαι καὶ δοξάσαι τὸ καταλειφθὲν ἐν Ἰερουσαλήμ, καὶ ἔσται τὸ ὑπολειφθὲν ἐν Ἰερουσαλὴμ ἅγιοι", + "candidate_score": 0.587019, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_363", + "psc_text": "διαφόρως ἐν τῷ ποτὲ μὲν λέγειν· κύριος καὶ οἱ ὁπλομάχοι αὐτοῦ καταφθεῖραι πᾶσαν τὴν οἰκουμένην, ποτὲ δέ· ἰδοὺ γὰρ ἡμέρα κυρίου ἔρχεται ἀνίατος θυμοῦ καὶ ὀργῆς θεῖναι τὴν οἰκουμένην ἔρημον, καὶ αὖθις· καὶ ἐντελοῦμαι τῇ οἰκουμένῃ ὅλῃ κακά, ἐν οἷς οὐδὲ ἅπαξ τῆς Βαβυλῶνος ἐμνημόνευσε ἡ προφητεία, καθολικὴν δὲ ποιεῖται διδασκαλίαν περὶ τῆς τοῦ θεοῦ δικαιοκρισίας, περὶ ἧς καὶ τὰ ἑξῆς ἐπιφέρει λέγων· καὶ ἀπολῶ ὕβριν ἀνόμων καὶ ὕβριν ὑπερηφάνων ταπεινώσω. τί δήποτε Βαβυλωνίων μόνων ὥσπερ ἀποσκληρωτικῶς μέμνηται, οὐχὶ δὲ καὶ ἑτέρων ἐθνῶν, οἷον Γαλατῶν ἡμιθέων ἢ Σπάνων; ὅτι φησὶν οὐδένες ἄλλοι κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ παρηνώχλουν τὸ Ἰουδαίων ἔθνος ἢ οἱ καταλεχθέντες συνεχῶς αὐτοῖς ἐπανιστάμενοι· καὶ ποτὲ μὲν τὴν Ἰερουσαλὴμ πορθοῦντες, ποτὲ δὲ τὴν χώραν αὐτῶν δῃοῦντες. διόπερ ὁ λόγος τοὺς πολιορκουμένους ἀναγκαίως ἐδίδασκε τὰ συμβησόμενα τοῖς αὐτὸν πολιορκοῦσιν. Τὰ προλεχθέντα περὶ τῆς καθολικῆς τοῦ θεοῦ κρίσεως διελθὼν ἔτι καὶ ταῦτα προστίθησιν ὁ λόγος τὰ συμβησόμενα τοῖς καθ’ ὅλης τῆς", + "candidate_score": 0.583787, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_659", + "psc_text": "δὲ ὁ λόγος καὶ ταύτης ἐξάρχειν διδάσκει λέγουσαν αὐτὴν περὶ ἑαυτῆς τὴν ἐν τῷ ἀμπελῶνι πόλιν· ἐγὼ πόλις ὀχυρά, πόλις πολιορκουμένη· καὶ γὰρ ἦν ὡς ἀληθῶς ὀχυρά ποτε πόλις, ὅτε φραγμὸν περιεβέβλητο καὶ κεχαράκωτο ὡς πανταχόθεν αὐτὴν ἠσφαλίσθαι, οὕτω τε ἦν ὀχυρά, ὡς μηδὲν καταβλάπτεσθαι πολιορκουμένην, ἀλλὰ ποτὲ μὲν ἦν τοιαύτη, νυνὶ δὲ ἄκαρπος γενομένη καταλέλειπται, ὥστ’ εἰρῆσθαι περὶ αὐτῆς· καθελῶ τὸν φραγμὸν αὐτοῦ καὶ ἔσται εἰς διαρπαγήν, καὶ καθελῶ τὸν τοῖχον αὐτοῦ καὶ ἔσται εἰς καταπάτημα, καὶ ἀνήσω τὸν ἀμπελῶνά μου καὶ οὐ μὴ σκαφῇ οὐδὲ μὴ τμηθῇ. τὸ δ’ αἴτιον διδάξει λέγων· ὅτι ἔμεινα, ἵνα ποιήσῃ σταφυλήν, ἐποίησε δὲ ἀκάνθας. καὶ ἐν τοῖς μετὰ χεῖρας δὲ τῆς αὐτῆς ἕνεκεν αἰτίας λέγεται· μάτην ποτιῶ αὐτήν· εἰς μάταιον γὰρ ἡ τοσαύτη ὑπῆρξε χορηγία τῇ προειρημένῃ πόλει, διὸ ἁλώσεται νυκτὸς ὑπὸ τῶν πολιορκούντων αὐτήν· καταληφθεῖσα γὰρ ἐν σκότῳ διὰ τὸ ἑαυτὴν μακρύναι τοῦ φωτὸς εὐάλωτος γεγένηται τοῖς πολεμίοις, ὡς καὶ εἰς", + "candidate_score": 0.58298, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1448", + "psc_text": "τῶν ἐν σοὶ μὴ θεοσεβούντων ἐπάταξα πολεμίοις παραδοὺς καὶ αἰχμαλωσίᾳ ὡς καὶ προφήτας καὶ διδασκάλους ἄνδρας συναπολαῦσαι τῇ κατὰ τῶν ἀσεβῶν ὀργῇ, οὕτως διὰ τοὺς νεωστὶ κατορθοῦντας τῆς ἐμῆς καταξιωθήσῃ ἀγάπης, ἧς καρποὶ ἡ πολλὴ παρρησία καὶ ἡ εἰρήνη. διὸ λέλεκται· καὶ ἀνοιχθήσονται αἱ πύλαι σου διὰ παντός, ἡμέρας καὶ νυκτὸς οὐ κλεισθήσονται· πύλαι δὲ τῆς τοῦ θεοῦ πόλεως τίνες ἂν εἶεν ἢ αἱ στοιχειώδεις καὶ εἰσακτικαὶ διδασκαλίαι, ἃς διὰ νυκτὸς καὶ ἡμέρας φησὶν ἠνεῷχθαι πᾶσιν ἀνθρώποις πρὸς τὸ πάντας εἰσδέχεσθαι τοὺς ἐξ ἁπάντων τῶν ἐθνῶν θεοσεβεῖν προῃρημένους; διὸ εἴρηται· εἰσαγαγεῖν πρὸς σὲ δύναμιν ἐθνῶν, ἀλλὰ καὶ βασιλεῖς τῶν αὐτῶν ἐθνῶν εἰσδεχθήσεσθαι ἐν ταῖς εἰρημέναις πύλαις ἐπαγγέλλεται. δυνάμεις μὲν οὖν τῶν ἐθνῶν εἰσιν οἱ δυνάμενοι λέγειν· πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με, βασιλεῖς δὲ αὐτῶν οἱ ἐξαίρετοι καὶ τῆς ἐπουρανίου βασιλείας ἄξιοι. ἤδη δὲ καὶ σωματικοὺς Ῥωμαίων αὐτοκράτορας καὶ βασιλεῖς ὁρῶντες ὑποτρέχοντας τῆς ἐκκλησίας τοῦ θεοῦ τὰς πύλας καὶ τῶν", + "candidate_score": 0.582909, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_24", + "bdc_text": "viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1389", + "psc_text": "τροφῆς. ἔσται δὲ ἐν σοὶ καὶ πηγὴ ὕδατος ζῶντος καὶ κῆπος ἀειθαλὴς ταῖς ἐξ ἁγίου πνεύματος καρποφορῶν φυτείαις. καὶ τὰ πάλαι δὲ τῆς ψυχῆς ἔρημα οἰκοδομηθήσεται ἐν σοὶ καὶ ἀναπληρωθήσεται διὰ μαθημάτων καὶ λόγων θείων· ὡς καὶ οἰκοδόμον σε γενέσθαι σεαυτοῦ διδασκαλίαις ἐνθέοις οἰκοδομοῦντα τοὺς ἐν τῇ σαυτοῦ διανοίᾳ λογισμούς. ἤδη δὲ καὶ φραγμὸν περιβαλεῖς τῇ σαυτοῦ ψυχῇ περιφράττων αὐτὴν πανταχόθεν καὶ ἀσφαλιζόμενος ἀπὸ τῶν ἔξωθεν ὀχληρῶν. ταῦτα δὲ καὶ πρὸς ἕνα ἕκαστον τῶν ἀκροωμένων εἴρηται εἰς πρόσωπον τοῦ παντὸς λαοῦ· εἰ γὰρ ταῦτα ποιήσειας, ὁ τὰ πρῶτα καταμεμψάμενος λαός, ἔσται σοι τὰ ἐπηγγελμένα· ἀνατελεῖ ἐν τῷ σκότει τὸ φῶς σου, καὶ τὸ σκότος σου ὡς μεσημβρία. καὶ ἔσται ὁ θεός σου μετὰ σοῦ διὰ παντός· καὶ ἐμπλησθήσῃ καθάπερ ἐπιθυμεῖ ἡ ψυχή σου, καὶ τὰ ὀστᾶ σου πιανθήσεται· ὀστᾶ δὲ τοῦ λαοῦ οἱ ἐν αὐτῷ δυνατοὶ εἰκότως ἂν λεχθεῖεν οἱ τὸ πᾶν σῶμα ὑποβαστάζοντες. ἔσται δὲ ἐν σοὶ καὶ ὡς", + "candidate_score": 0.562293, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_24", + "bdc_text": "viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd .", + "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1390", + "psc_text": "σου, καὶ τὸ σκότος σου ὡς μεσημβρία. καὶ ἔσται ὁ θεός σου μετὰ σοῦ διὰ παντός· καὶ ἐμπλησθήσῃ καθάπερ ἐπιθυμεῖ ἡ ψυχή σου, καὶ τὰ ὀστᾶ σου πιανθήσεται· ὀστᾶ δὲ τοῦ λαοῦ οἱ ἐν αὐτῷ δυνατοὶ εἰκότως ἂν λεχθεῖεν οἱ τὸ πᾶν σῶμα ὑποβαστάζοντες. ἔσται δὲ ἐν σοὶ καὶ ὡς κῆπος μεθύων καὶ ὡς πηγὴ ἣν μὴ ἐξέλιπεν ὕδωρ. καὶ οἰκοδομηθήσονταί σοι αἱ ἔρημοι αἰώνιοι· τὰ ἐκ μακροῦ χρόνου δι’ ἁμαρτίαν ἔρημα γεγενημένα, ταῦτα οἰκοδομηθήσεται. καὶ ἔσται τὰ θεμέλιά σου αἰώνια γενεῶν γενεαῖς· νοήσεις δὲ καὶ τὰ θεμέλια ἐπιστήσας τῇ ἀποστολικῇ γραφῇ, δι’ ἧς εἴρηται· ἐποικοδομηθέντες ἐπὶ τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν, ἀλλὰ καὶ κληθήσῃ Οἰκοδόμος φραγμῶν· φραγμοὺς δὲ οἰκοδομεῖ ὁ περιφράττων καὶ περιτειχίζων διαλεκτικαῖς ἀποδείξεσι τὰ ἐκκλησιαστικὰ δόγματα· ὁ δὲ τὰ δοκοῦντα προσκόμματα ἐκ τῶν θείων ἀναγνωσμάτων περιαιρῶν διὰ τοῦ σαφηνίζειν τὰ λεγόμενα, οὗτός ἐστιν ὁ τοὺς ἀνὰ μέσον τῶν τρίβων λίθους περιαιρῶν. Πρὸς τούτοις φησὶν ἅπασιν· ἐὰν", + "candidate_score": 0.561051, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 9, + "cf_id": "cf021", + "work_id": "042_Augustinus-Hipponensis_Contra-Faustum-Manichaeum", + "max_score": 0.690186, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_21_23", + "bdc_text": "januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ; dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest. mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf .", + "psc_chunk_id": "042_Augustinus-Hipponensis_Contra-Faustum-Manichaeum_window_98", + "psc_text": "Dominus autem Jesus in ea crudelis fuit, cum daemones in gregem porcorum, cum id ab eo peterent, ire permisit (Matth. VIII, 32). Qui etiam nondum demonstrato per passionem sacrificio corporis sui, cuidam leproso, quem mundaverat, ait: Vade, ostende te sacerdoti, et offer munus tuum, quod praecepit Moyses, in testimonium illis (Luc. V, 14) . Magis enim, quia et per Prophetas Deus saepe testatur, nullius se talis muneris indigere, et facile est ratione perspicere quod nec ejus rei egeat, qui nullius eget; compellitur animus humanus inquirere quid nos per haec docere voluerit, qui utique non frustra ea, quibus non indiget, sibi juberet offerri, nisi aliquid in eis ostenderet, quod nobis et nosse prodesset, et talibus signis praefigurari oporteret. Vos autem quanto melius et honestius istis, quamvis jam nostro tempori non necessariis, tamen significantibus aliquid et docentibus, sacrificiis subderemini, quam vobis ab Auditoribus vestris vivas escarum victimas offerri juberetis et crederetis? Nam", + "candidate_score": 0.690186, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_35_37", + "bdc_text": "Datum zuͦ Chur 1572 . verbenns , üch lassend gruͤsen unser g. S. consuli , Pat . consulis car. fundamus partes mutuas . praeptenus 29 .", + "psc_chunk_id": "042_Augustinus-Hipponensis_Contra-Faustum-Manichaeum_window_1074", + "psc_text": "Christo [Galat. I, 22]: unde et lapidem angularem in Psalmis appellatum Dominum [Psal. CXVII, 22] sic interpretatur, quod duos parietes in se ipso conjunxerit, circumcisionis videlicet et praeputii, ut duos conderet in se unum novum hominem, faciens pacem, et commutaret utrosque in uno corpore Deo, per crucem interficiens inimicitias in semetipso, et veniens evangelizaret pacem iis qui longe et iis qui prope, id est, Gentibus longe et Judaeis prope; ipse est enim pax nostra, qui fecit utraque unum [Ephes. II, 11-22]; merito et iste propheta, filios Juda ponens pro Judaeis, et filios Israel pro Gentibus, Et congregabuntur, inquit, filii Juda et filii Israel pariter, et ponent sibimet caput unum, et ascendent de terra. Huic itaque prophetiae tam manifeste ipso rerum effectu declaratae, quisquis contradicit, non solum propheticis, verum etiam apostolicis Litteris; nec solum quibuslibet litteris, verum etiam rebus impletis et clarissima luce perfusis, impudentissime contradicit. Aliquid ergo fortassis diligentioris requirebat", + "candidate_score": 0.600477, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 10, + "cf_id": "cf036", + "work_id": "065_Fulgentius-Ruspensis_De-veritate-praedestinationis", + "max_score": 0.690035, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_38", + "bdc_text": "dominationis tuae nihil ad me quaedam nova d. d. divino quae Roma allata , si ad in brectissimo ac observando manus erunt , hisce misuffarii .", + "psc_chunk_id": "065_Fulgentius-Ruspensis_De-veritate-praedestinationis_window_131", + "psc_text": "Alio quoque loco ipsam manum dexterae nostrae divina dicit protectione salvari. Ait enim: Dominus custodit te, Dominus protectio tua super manum dexterae tuae (Psal. CXX, 5) . Ipse denuo orat, ut opera manuum nostrarum, concessa super nos illuminatione, Dominus dirigat. Ideo ait: Sit splendor Domini Dei nostri super nos, et opera manuum nostrarum dirige super nos (Psal. LXXXIX, 17) . CAP. X.--16. His atque hujusmodi testimoniis, quibus tam Novum quam Vetus refertum est Testamentum, tale esse hominis demonstratur arbitrium, ut sive ad inchoanda quae bona sunt nihil possit, nisi ipsum gratia divina praevenerit, sive ad perficienda nullatenus sibi sufficere valeat, nisi gratia qua praevenitur, eadem jugiter adjuvetur. Nec tamen quia indiget juvamine, ideo dicendum est non esse; nec quia est, ideo credi debet ad initium vel profectum boni sibi posse sufficere. Proinde si ad eloquia divina humilis ac mitis accesserit animus (quod tunc potest, si ei humilitatis et mansuetudinis donum", + "candidate_score": 0.690035, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_37_39", + "bdc_text": "praeptenus 29 . dominationis tuae nihil ad me quaedam nova d. d. divino quae Roma allata , si ad in brectissimo ac observando manus erunt , hisce misuffarii . servulus S. I. Scriptum ne remittas , nisi me remittas .", + "psc_chunk_id": "065_Fulgentius-Ruspensis_De-veritate-praedestinationis_window_131", + "psc_text": "Alio quoque loco ipsam manum dexterae nostrae divina dicit protectione salvari. Ait enim: Dominus custodit te, Dominus protectio tua super manum dexterae tuae (Psal. CXX, 5) . Ipse denuo orat, ut opera manuum nostrarum, concessa super nos illuminatione, Dominus dirigat. Ideo ait: Sit splendor Domini Dei nostri super nos, et opera manuum nostrarum dirige super nos (Psal. LXXXIX, 17) . CAP. X.--16. His atque hujusmodi testimoniis, quibus tam Novum quam Vetus refertum est Testamentum, tale esse hominis demonstratur arbitrium, ut sive ad inchoanda quae bona sunt nihil possit, nisi ipsum gratia divina praevenerit, sive ad perficienda nullatenus sibi sufficere valeat, nisi gratia qua praevenitur, eadem jugiter adjuvetur. Nec tamen quia indiget juvamine, ideo dicendum est non esse; nec quia est, ideo credi debet ad initium vel profectum boni sibi posse sufficere. Proinde si ad eloquia divina humilis ac mitis accesserit animus (quod tunc potest, si ei humilitatis et mansuetudinis donum", + "candidate_score": 0.668772, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_0", + "bdc_text": "pietas und mag ichriben , so er will. Dempellischen prüwen gott will ichs frünseßenn , unnd in sinem bruͦß unverschrockenlich fürfarenn , durch sin gnad , so uns durch Jesum Christum ververbenn .", + "psc_chunk_id": "065_Fulgentius-Ruspensis_De-veritate-praedestinationis_window_69", + "psc_text": "bona voluntas datur, ut homo in Deum credat Deumque fideliter diligat, a quo ipsa voluntas jugiter gubernatur et regitur, ut nec fides hominis deficiat, nec caritas refrigescat. Unde Salvator Petro dicit: Ego rogavi pro te, ne deficiat fides tua (Luc. XXII, 32) . 451 Fides autem ipsa est sanctorum, quae per caritatem operatur. Sicut ergo bonae voluntatis initium nemo potest habere, nisi fuerit misericordia Dei praeveniente illuminatus, quia praeparatur voluntas a Domino, et rursum scriptum est: Deus meus, misericordia ejus praeveniet me (Psal. LVIII, 11) : ita eamdem voluntatem bonam nemo usque in finem poterit obtinere nisi fuerit jugiter eadem misericordia subsequente servatus. Dicit enim Deo beatus David: Misericordia tua subsequetur me omnibus diebus vitae meae (Psal. XXII, 6) . Misericordia igitur, quae gratis malum hominem praevenit, ut mutetur in melius, et ipsa quem bonum facit subsequendo regit, ne mutetur in pejus. 35. Omne igitur bonum voluntatis et operis tunc", + "candidate_score": 0.659748, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_38_40", + "bdc_text": "dominationis tuae nihil ad me quaedam nova d. d. divino quae Roma allata , si ad in brectissimo ac observando manus erunt , hisce misuffarii . servulus S. I. Scriptum ne remittas , nisi me remittas . Der herr von h. erbarnet mich von gründ mines hertzens , dan seilig in sin son der pfaff derstich getrolet , dahin gebracht , und wo jenem gleg und weg oder fürbitt möchte funden werden .", + "psc_chunk_id": "065_Fulgentius-Ruspensis_De-veritate-praedestinationis_window_131", + "psc_text": "Alio quoque loco ipsam manum dexterae nostrae divina dicit protectione salvari. Ait enim: Dominus custodit te, Dominus protectio tua super manum dexterae tuae (Psal. CXX, 5) . Ipse denuo orat, ut opera manuum nostrarum, concessa super nos illuminatione, Dominus dirigat. Ideo ait: Sit splendor Domini Dei nostri super nos, et opera manuum nostrarum dirige super nos (Psal. LXXXIX, 17) . CAP. X.--16. His atque hujusmodi testimoniis, quibus tam Novum quam Vetus refertum est Testamentum, tale esse hominis demonstratur arbitrium, ut sive ad inchoanda quae bona sunt nihil possit, nisi ipsum gratia divina praevenerit, sive ad perficienda nullatenus sibi sufficere valeat, nisi gratia qua praevenitur, eadem jugiter adjuvetur. Nec tamen quia indiget juvamine, ideo dicendum est non esse; nec quia est, ideo credi debet ad initium vel profectum boni sibi posse sufficere. Proinde si ad eloquia divina humilis ac mitis accesserit animus (quod tunc potest, si ei humilitatis et mansuetudinis donum", + "candidate_score": 0.639112, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_32", + "bdc_text": "Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd .", + "psc_chunk_id": "065_Fulgentius-Ruspensis_De-veritate-praedestinationis_window_59", + "psc_text": "Deus ergo, cum salvat homines, gratiam tribuit suis operibus bonis; et cum punit pro iniquitatibus peccatores, justitiam retribuit humanis operibus malis: in illis utique reparans quod facti sunt, sed in istis judicans quod fecerunt. Omnes enim peccaverunt, et egent gloria Dei (Ibid., 23) . Quia et ii qui non peccaverunt proprietate operum, originale trahunt ex primi hominis transgressione peccatum. 30. Voluntatis autem divinae secretum, quo unum impium justificat alterumque condemnat, non ideo aestimemus injustum, quia nobis videmus absconditum; sed ideo divinum justumque nemo esse dubitet, quia hoc hominum quisquam investigare non valet. Proinde cordis humilitatem simpliciter exhibentes, misericordiam et judicium Domino cum propheta cantemus (Psal. C, 1): intentionem nostrae scrutationis eatenus temperantes, ut discutere non velimus quod comprehendere non valemus. Admonet enim nos sancta Scriptura dicens: Altiora te ne quaesieris, et fortiora te ne scrutatus fueris; sed quae praecepit tibi Dominus, illa cogita semper, et in plurimis operibus ejus ne", + "candidate_score": 0.602799, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 11, + "cf_id": "cf009", + "work_id": "pta0007.pta007.pta-grc1", + "max_score": 0.686497, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29_31", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0007.pta007.pta-grc1_window_69", + "psc_text": "ἀκοῦσαι τό· ὁ χειμὼν παρῆλθεν , ἐὰν μὴ τὸν παρόντα χειμῶνα ἐῤῥωμένως καὶ εὐτόνως ἀγωνίσησθε. μετὰ δὲ τὸ παρελθεῖν τὸν χειμῶνα καὶ τὸν ὑετὸν ἀπελθεῖν καὶ πορευθῆναι ἑαυτῷ τὰ ἄνθη ὀφθήσεται· πεφυτευμένοι γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ κυρίου ἐν ταῖς αὐλαῖς τοῦ θεοῦ ἡμῶν ἐξανθήσουσι. Καὶ τοῦτο δὲ γινώσκομεν, ὅτι πεισθέντας ἡμᾶς ὑπὸ τοῦ Ἰησοῦ καταλιπεῖν τὰ εἴδωλα καὶ τὴν πολύθεον ἀθεότητα πεῖσαι μὲν ὁ ἐχθρὸς οὐ δύναται πρὸς τὸ εἰδωλολατρεῖν βιάσασθαι δὲ βούλεται· καὶ διὰ τοῦτο καθ’ ὧν λαμβάνει ἐξουσίαν ἐνεργεῖ τοιαῦτα καὶ ἤτοι μάρτυρας ἢ εἰδωλολάτρας ποιήσει τοὺς πειραζομένους. πολλάκις δὲ καὶ νῦν λέγει· ταῦτά σοι πάντα δώσω, ἐὰν πεσὼν προσκυνήσῃς μοι. προσέχωμεν οὖν, μή ποτε εἰδωλολατρήσωμεν καὶ τοῖς δαιμονίοις ἑαυτοὺς ὑποτάξωμεν· τὰ γὰρ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν δαιμόνια. οἷον δέ ἐστι τὸ καταλιπόντα τὸν χρηστὸν Χριστοῦ ζυγὸν καὶ τὸ ἐλαφρὸν αὐτοῦ φορτίον πάλιν ἑαυτὸν ὑποβαλεῖν ζυγῷ δαιμόνων καὶ φορτίον βαστάξαι βαρυτάτης ἁμαρτίας μετὰ τὸ ἐγνωκέναι ἡμᾶς ὅτι σποδὸς", + "candidate_score": 0.686497, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28_30", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben .", + "psc_chunk_id": "pta0007.pta007.pta-grc1_window_69", + "psc_text": "ἀκοῦσαι τό· ὁ χειμὼν παρῆλθεν , ἐὰν μὴ τὸν παρόντα χειμῶνα ἐῤῥωμένως καὶ εὐτόνως ἀγωνίσησθε. μετὰ δὲ τὸ παρελθεῖν τὸν χειμῶνα καὶ τὸν ὑετὸν ἀπελθεῖν καὶ πορευθῆναι ἑαυτῷ τὰ ἄνθη ὀφθήσεται· πεφυτευμένοι γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ κυρίου ἐν ταῖς αὐλαῖς τοῦ θεοῦ ἡμῶν ἐξανθήσουσι. Καὶ τοῦτο δὲ γινώσκομεν, ὅτι πεισθέντας ἡμᾶς ὑπὸ τοῦ Ἰησοῦ καταλιπεῖν τὰ εἴδωλα καὶ τὴν πολύθεον ἀθεότητα πεῖσαι μὲν ὁ ἐχθρὸς οὐ δύναται πρὸς τὸ εἰδωλολατρεῖν βιάσασθαι δὲ βούλεται· καὶ διὰ τοῦτο καθ’ ὧν λαμβάνει ἐξουσίαν ἐνεργεῖ τοιαῦτα καὶ ἤτοι μάρτυρας ἢ εἰδωλολάτρας ποιήσει τοὺς πειραζ��μένους. πολλάκις δὲ καὶ νῦν λέγει· ταῦτά σοι πάντα δώσω, ἐὰν πεσὼν προσκυνήσῃς μοι. προσέχωμεν οὖν, μή ποτε εἰδωλολατρήσωμεν καὶ τοῖς δαιμονίοις ἑαυτοὺς ὑποτάξωμεν· τὰ γὰρ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν δαιμόνια. οἷον δέ ἐστι τὸ καταλιπόντα τὸν χρηστὸν Χριστοῦ ζυγὸν καὶ τὸ ἐλαφρὸν αὐτοῦ φορτίον πάλιν ἑαυτὸν ὑποβαλεῖν ζυγῷ δαιμόνων καὶ φορτίον βαστάξαι βαρυτάτης ἁμαρτίας μετὰ τὸ ἐγνωκέναι ἡμᾶς ὅτι σποδὸς", + "candidate_score": 0.686041, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27_29", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 . man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0007.pta007.pta-grc1_window_69", + "psc_text": "ἀκοῦσαι τό· ὁ χειμὼν παρῆλθεν , ἐὰν μὴ τὸν παρόντα χειμῶνα ἐῤῥωμένως καὶ εὐτόνως ἀγωνίσησθε. μετὰ δὲ τὸ παρελθεῖν τὸν χειμῶνα καὶ τὸν ὑετὸν ἀπελθεῖν καὶ πορευθῆναι ἑαυτῷ τὰ ἄνθη ὀφθήσεται· πεφυτευμένοι γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ κυρίου ἐν ταῖς αὐλαῖς τοῦ θεοῦ ἡμῶν ἐξανθήσουσι. Καὶ τοῦτο δὲ γινώσκομεν, ὅτι πεισθέντας ἡμᾶς ὑπὸ τοῦ Ἰησοῦ καταλιπεῖν τὰ εἴδωλα καὶ τὴν πολύθεον ἀθεότητα πεῖσαι μὲν ὁ ἐχθρὸς οὐ δύναται πρὸς τὸ εἰδωλολατρεῖν βιάσασθαι δὲ βούλεται· καὶ διὰ τοῦτο καθ’ ὧν λαμβάνει ἐξουσίαν ἐνεργεῖ τοιαῦτα καὶ ἤτοι μάρτυρας ἢ εἰδωλολάτρας ποιήσει τοὺς πειραζομένους. πολλάκις δὲ καὶ νῦν λέγει· ταῦτά σοι πάντα δώσω, ἐὰν πεσὼν προσκυνήσῃς μοι. προσέχωμεν οὖν, μή ποτε εἰδωλολατρήσωμεν καὶ τοῖς δαιμονίοις ἑαυτοὺς ὑποτάξωμεν· τὰ γὰρ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν δαιμόνια. οἷον δέ ἐστι τὸ καταλιπόντα τὸν χρηστὸν Χριστοῦ ζυγὸν καὶ τὸ ἐλαφρὸν αὐτοῦ φορτίον πάλιν ἑαυτὸν ὑποβαλεῖν ζυγῷ δαιμόνων καὶ φορτίον βαστάξαι βαρυτάτης ἁμαρτίας μετὰ τὸ ἐγνωκέναι ἡμᾶς ὅτι σποδὸς", + "candidate_score": 0.678219, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_41_43", + "bdc_text": "Aiunt ich imm des lebens woll . Man sagt man bring inn morn zfus an einer kette , unnd vor trwigkeut sye er nitt fast voll by im selbs . Aber ich vermören des beschafftig anß ein et nostri Bullingero , etc. D .", + "psc_chunk_id": "pta0007.pta007.pta-grc1_window_22", + "psc_text": "ὁ μετρήσας τῷ τῆς ἀρνήσεως μέτρῳ καὶ ἀρνησάμενός με τὸ ἀνάλογον τῷ μέτρῳ τῆς ἀρνήσεως ἀπολήψῃ μέτρον τῆς ἀπ’ ἐμοῦ περὶ σοῦ ἀρνήσεως. Πῶς δὲ πληροῦται μέτρον ὁμολογίας ἢ οὐ πληροῦται ἀλλ’ ἐλλείπει, οὕτως ἂν θεωρήσαιμεν. εἰ παρ’ ὅλον τὸν τῆς ἐξετάσεως καὶ τοῦ πειρασμοῦ χρόνον μὴ διδοίημεν τόπον τῷ διαβόλῳ ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, μολύνειν ἡμᾶς διαλογισμοῖς πονηροῖς θέλοντι ἀρνήσεως ἢ διψυχίας ἤ τινος πιθανότητος προκαλουμένης ἐπὶ τὰ ἐχθρὰ τῷ μαρτυρίῳ καὶ τῇ τελειότητι, καὶ πρὸς τούτῳ εἰ μηδὲ λόγῳ ἀλλοτρίῳ τῆς ὁμολογίας ἑαυτοὺς μιαίνοιμεν καὶ εἰ πάντα φέροιμεν τὸν ἀπὸ τῶν ἐναντίων ὀνειδισμὸν καὶ χλεύην καὶ γέλωτα καὶ δυσφημίαν καὶ ἔλεον, ὃν δοκοῦσιν ἡμᾶς ἐλεεῖν, πεπλανημένους καὶ μωροὺς ὑπολαμβάνοντες εἶναι καὶ ἐσφαλμένους ἀποκαλοῦντες, ἔτι δὲ εἰ μὴ περιελκοίμεθα περισπώμενοι καὶ ὑπὸ τῆς περὶ τὰ τέκνα ἢ τὴν τούτων μητέρα ἤ τινα τῶν νομιζομένων εἶναι ἐν τῷ βίῳ φιλτάτων φιλοστοργίας πρὸς τὴν κτῆσιν ἢ πρὸς τὸ ζῆν τοῦτο, ἀλλ’", + "candidate_score": 0.612238, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 12, + "cf_id": "cf010", + "work_id": "004_Cyprianus-Carthaginensis_Epistolae-2", + "max_score": 0.685848, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_25_27", + "bdc_text": "Gott verlych uns allen unsere mißethat . Es ist ouch gleüß das houptman Baptist von Salis des bapsts Ritter von Bargellens zuͦ Sultz mitt so . Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 .", + "psc_chunk_id": "004_Cyprianus-Carthaginensis_Epistolae-2_window_309", + "psc_text": "templa captiva sint, sed quibus possumus viribus elaborare et velociter gerere ut Christum judicem et Dominum et Deum 100 nostrum promereamur obsequiis nostris. Nam, cum dicat Paulus apostolus, Quotquot in Christo baptizati estis, Christum induistis (Gal. III, 27) , in captivis fratribus nostris contemplandus est Christus, et redimendus de periculo captivitatis qui nos redemit de periculo mortis; ut qui nos de diaboli faucibus exuit, nunc ipse qui manet et habitat in nobis, de barbarorum manibus exuatur, et redimatur nummaria quantitate qui nos cruce redemit et sanguine; qui idcirco haec fieri interim patitur ut fides nostra tentetur an faciat unusquisque pro altero quod pro se fieri vellet, si apud barbaros teneretur ipse captivus. Quis enim, non humanitatis memor et mutuae dilectionis admonitus, si pater est, illic esse nunc filios suos computet, si maritus est, uxorem suam illic captivam teneri cum dolore pariter ac pudore vinculi maritalis existimet? Quantus vero communis omnibus", + "candidate_score": 0.685848, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_21_23", + "bdc_text": "januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ; dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest. mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf .", + "psc_chunk_id": "004_Cyprianus-Carthaginensis_Epistolae-2_window_355", + "psc_text": "5) . Quare, si solus Christus audiendus est, non debemus attendere quid alius ante nos faciendum esse putaverit, sed quid qui ante omnes est Christus prior fecerit. Neque enim hominis consuetudinem sequi oportet, sed Dei veritatem, cum per Esaiam prophetam Deus loquatur et dicat: Sine causa autem colunt me, mandata et doctrinas hominum docentes (Isa. XXIX, 13) . Et iterum Dominus in Evangelio hoc idem repetat dicens: 109 Rejicitis mandatum Dei, ut traditionem vestram statuatis (Marc. VII, 13) . Sed et alio in loco ponit et dicit: Qui solverit unum ex mandatis istis minimis, et sic docuerit homines, minimus vocabitur in regno coelorum (Matth. V, 19) . Quod si nec minima de mandatis Dominicis licet solvere, quanto magis tam magna, tam grandia, tam ad ipsum Dominicae passionis et nostrae redemptionis sacramentum pertinentia fas non est infringere, aut in aliud quam quod divinitus institutum sit humana traditione mutare? Nam, si Jesus", + "candidate_score": 0.670774, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_21_23", + "bdc_text": "januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ; dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest. mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf .", + "psc_chunk_id": "004_Cyprianus-Carthaginensis_Epistolae-2_window_90", + "psc_text": "nostra Ecclesia pacem de misericordia Domini prior sumpserit, et nos divina protectio reduces ad ecclesiam suam fecerit, hi, sublato honore quem nobis beati martyres cum confessoribus servant, contempta Domini lege et observatione quam iidem martyres et confessores tenendam mandant, ante extinctum persecutionis metum, ante reditum nostrum, ante ipsum pene martyrum excessum, communicent cum lapsis et offerant et Eucharistiam tradant, quando, etiamsi martyres per calorem gloriae Scripturam minus contemplantes, plus aliquid cuperent, a presbyteris et diaconis suggerentibus admoneri deberent, sicut semper in praeteritum factum est. IV. Castigare nos itaque divina censura nec noctibus desinit nec diebus. Praeter nocturnas enim visiones, per dies quoque impletur apud nos Spiritu sancto puerorum innocens aetas, quae in ecstasi videt oculis et audit et loquitur ea quibus nos Dominus monere et instruere dignatur. Et audietis omnia quando ad vos reducem me Dominus fecerit, qui ut secederem jussit. Interim temerarii et incauti et tumidi quidam inter vos,", + "candidate_score": 0.668866, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_21_23", + "bdc_text": "januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ; dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest. mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf .", + "psc_chunk_id": "004_Cyprianus-Carthaginensis_Epistolae-2_window_101", + "psc_text": "condoleo de fratribus nostris qui, lapsi et persecutionis infestatione prostrati, partem nostrorum viscerum secum trahentes, parem dolorem nobis suis vulneribus intulerunt; quibus potens est divina misericordia medelam dare. Properandum tamen non puto, nec incaute aliquid et festinanter gerendum, ne, dum temere pax usurpatur, divinae indignationis offensa gravius provocetur. Fecerunt ad nos quibusdam beati martyres litteras, petentes examinari desideria sua. Cum, pace nobis omnibus a Domino prius data, ad Ecclesiam regredi coeperimus, tunc examinabuntur singula praesentibus et judicantibus vobis. II. Audio tamen quosdam de presbyteris nec, Evangelii memores, nec quid ad nos martyres scripserint cogitantes, nec episcopo honorem sacerdotii sui et cathedrae reservantes, jam cum lapsis communicare coepisse et offerre pro illis et Eucharistiam dare, quando oporteat ad haec per ordinem perveniri. Nam, cum in minoribus delictis quae non in Deum committuntur poenitentia, agatur justo tempore, et exomologesis fiat inspecta vita ejus qui agit poenitentiam, nec ad communicationem venire quis possit", + "candidate_score": 0.665296, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_19_21", + "bdc_text": "Derhalber ich aller sach das noch bedencken und fragen von wegen diser geschicht , die ich von anfang an selben will , diewyl mir darum zwüßen ist . hätte ouch gern den anfang unnd mittel gesetzt , alterum unmößen üß gewesenn , ech hatt ouch vermeint wir wellend alltend das wunderklich , so sich den 28ten . januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ;", + "psc_chunk_id": "004_Cyprianus-Carthaginensis_Epistolae-2_window_101", + "psc_text": "condoleo de fratribus nostris qui, lapsi et persecutionis infestatione prostrati, partem nostrorum viscerum secum trahentes, parem dolorem nobis suis vulneribus intulerunt; quibus potens est divina misericordia medelam dare. Properandum tamen non puto, nec incaute aliquid et festinanter gerendum, ne, dum temere pax usurpatur, divinae indignationis offensa gravius provocetur. Fecerunt ad nos quibusdam beati martyres litteras, petentes examinari desideria sua. Cum, pace nobis omnibus a Domino prius data, ad Ecclesiam regredi coeperimus, tunc examinabuntur singula praesentibus et judicantibus vobis. II. Audio tamen quosdam de presbyteris nec, Evangelii memores, nec quid ad nos martyres scripserint cogitantes, nec episcopo honorem sacerdotii sui et cathedrae reservantes, jam cum lapsis communicare coepisse et offerre pro illis et Eucharistiam dare, quando oporteat ad haec per ordinem perveniri. Nam, cum in minoribus delictis quae non in Deum committuntur poenitentia, agatur justo tempore, et exomologesis fiat inspecta vita ejus qui agit poenitentiam, nec ad communicationem venire quis possit", + "candidate_score": 0.658706, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "004_Cyprianus-Carthaginensis_Epistolae-2_window_134", + "psc_text": "abs te de carcere ad me esse venturum sciebas, de salute tua vel quid penes te agatur mihi non significaveris. Sed hoc solet contingere servis Dei, maxime eis qui in confessione Christi sunt constituti. Scio enim quoniam unusquisque jam quae sunt saeculi non attendit, quoniam coronam coelestem sperat. Ego enim dixi fortasse oblitum te esse mihi scribere. Nam, ut tibi quoque de infimo tuus vel frater dicar, si fuero dignus Celerinus audire, tamen cum essem et ego in tam florida confessione, fratres meos vetustissimos memorabam, et eos litteris meis memoravi charitatem pristinam eorum penes me meosque nunc esse. Peto tamen, charissime, a Domino ut, si ante cruore illo sancto laveris, si prius passus fueris pro nomine Domini nostri Jesu Christi quam litterae meae te in hoc mundo apprehendant, 29 vel nunc si apprehenderint, mihi ad haec rescribas. Sic coronet te cujus nomen confessus es. Credo enim quoniam, etsi in hoc", + "candidate_score": 0.622547, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_40_42", + "bdc_text": "Der herr von h. erbarnet mich von gründ mines hertzens , dan seilig in sin son der pfaff derstich getrolet , dahin gebracht , und wo jenem gleg und weg oder fürbitt möchte funden werden . Aiunt ich imm des lebens woll . Man sagt man bring inn morn zfus an einer kette , unnd vor trwigkeut sye er nitt fast voll by im selbs .", + "psc_chunk_id": "004_Cyprianus-Carthaginensis_Epistolae-2_window_229", + "psc_text": "concrematam simul cum caeteris, conservatam magis dixerim, laetus aspexit. Ipse semiustulatus et lapidibus obrutus et pro mortuo derelictus, dum postmodum filia sollicito pietatis obsequio cadaver patris inquirit, semianimis inventus et extractus et refocillatus, a comitibus quos ipse praemiserat remansit invictus. Sed remanendi, ut videmus, haec fuit causa ut eum clero nostro Dominus adjungeret et desolatam per lapsum quorumdam presbyterorum nostrorum copiam gloriosis sacerdotibus adornaret. Et promovebitur quidem, cum Deus permiserit, ad ampliorem locum regionis suae, quando in praesentiam protegente Domino venerimus. Interim quod ostenditur fiat, ut cum gratiarum actione suscipiamus hoc Dei munus, sperantes de misericordia Domini ejusmodi ornamenta complura, ut, redintegrato Ecclesiae suae robore, tam mites et humiles faciat in consessus nostri honore florere. Opto vos, fratres charissimi ac desiderantissimi, semper bene valere. EPISTOLA XXXVI.(Erasm., III, 24. Pamel., Rig., Baluz., XXXVI. Paris. XXXV. Oxon., Lips., VII.) AD CLERUM, DE CURA PAUPERUM ET PEREGRINORUM. ARGUMENTUM.-- Monet ne glomeratim martyres visitent,", + "candidate_score": 0.617352, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_30", + "bdc_text": "Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben .", + "psc_chunk_id": "004_Cyprianus-Carthaginensis_Epistolae-2_window_181", + "psc_text": "sim Dominus testis est, qui dignatus est ostendere quid ejusmodi et tales servi de ejus benignitate mereantur. Quas litteras cum nuper acceperim, et nunc aliud scripsisse vos legerim, peto discernatis desideria vestra, et quicumque estis qui has litteras nunc misistis, nomina vestra libello subjiciatis et libellum cum singulorum nominibus ad me transmittatis. Ante est enim scire quibus rescribere habeam. Tunc ad singula quae scripsistis pro loci et actus nostri mediocritate rescribam. Opto vos, fratres charissimi, semper bene valere et secundum Domini disciplinam quiete et tranquille agere. Valete. EPISTOLA XXVIII.(Pamel., Rig., Baluz., XXVIII. Paris., XXVI. Oxon., Lips., XXXIV.) AD PRESBYTEROS ET DIACONOS. ARGUMENTUM.-- Argumentum hujus epistolae satis convenit cum praecedenti, ac puto eam esse de qua in sequenti epistola loquitur; laudat enim clerum suum, quod Gaium Diddensem presbyterum, et diaconum ejus, qui lapsis temere communicabant, communione movissent, et ut de aliis quibusdam idipsum fiat hortatur. I. Cyprianus presbyteris et diaconibus fratribus", + "candidate_score": 0.598792, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_44", + "bdc_text": "Bullingero , suo d. et patri perpetua fideli colendo .", + "psc_chunk_id": "004_Cyprianus-Carthaginensis_Epistolae-2_window_235", + "psc_text": "Toleraverunt, et ad finem usque incorrupta et immaculata virtutum suarum merita pertulerunt. Et iterum scriptum est: Esto fidelis usque ad mortem, et dabo tibi coronam vitae (Apoc. II, 10) . Usque ad mortem fideles et stabiles et inexpugnabiles perseveraverunt. Cum voluntati et confessioni nominis in carcere et in vinculis accedit et moriendi terminus, consummata martyris gloria est. II. Denique et dies eorum quibus excedunt annotate, ut commemorationes eorum inter memorias martyrum celebrare possimus: quamquam Tertullus, fidelissimus et devotissimus frater noster, pro caetera sollicitudine et cura sua quam fratribus in omni obsequio operationis impertit, qui nec illic circa curam corporum deest, scripserit et scribat ac significet mihi dies quibus in carcere beati fratres nostri ad immortalitatem gloriosae mortis exitu transeunt, et celebrentur hic a nobis oblationes et sacrificia ob commemorationes eorum, quae cito vobiscum, Domino protegente, celebrabimus. Pauperibus quoque, ut saepe jam scripsi, cura ac diligentia vestra non desit, iis tamen", + "candidate_score": 0.597777, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte .", + "psc_chunk_id": "004_Cyprianus-Carthaginensis_Epistolae-2_window_311", + "psc_text": "III. Quae omnia istic, secundum litteras vestras, fraternitas nostra cogitans et dolenter examinans, prompte omnes et libenter ac largiter subsidia nummaria fratribus contulerunt, semper quidem secundum fidei suae firmitatem ad opus Dei proni, nunc tamen magis ad opera salutaria contemplatione tanti doloris accensi. Nam, cum Dominus in Evangelio suo dicat, Infirmus fui, et visitastis me, quanto nunc quoque cum majore operis nostri mercede dicturus est: Captivus fui, et redemistis me (Matth. XXV, 36) . Et cum denuo dicat, In carcere fui, et venistis ad me, quanto plus est cum coeperit dicere: « In carcere captivitatis fui, et clausus et vinctus apud barbaros jacui, et de carcere illo servitutis liberastis me, » cum judicii dies venerit praemium de Domino recepturi? Denique maximas vobis gratias agimus quod nos vestrae sollicitudinis et tam bonae ac necessariae operationis participes esse voluistis, ut offerretis nobis agros uberes, in quibus spei nostrae semina mitteremus, expectaturi messem", + "candidate_score": 0.596597, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 13, + "cf_id": "cf011", + "work_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1", + "max_score": 0.680154, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27_29", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 . man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_162", + "psc_text": "τε ἐπιγράψας τὰς πάντων ἡμῶν ἁμαρτίας, καὶ τὴν κατάραν γε αὐτῷ τὴν ἐν τῷ Μώσεως νόμῳ προστετιμημένην περιάψας, ὅτι δὴ Μώσεως ἀνειπόντος “ ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου, ” τοῦτο πέπονθεν αὐτὸς δι’ ἡμᾶς γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα· καὶ δὴ καὶ ἁμαρτίαν αὐτὸν δι’ ἡμὰς ποιήσας. ἐπεὶ τὸν μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησε, πάσας τε αὐτῷ δι’ ἡμᾶς τὰς ἡμῖν ἐπηρτημένας τιμωρίας ἐπιθεὶς, δεσμὰ καὶ ἀτιμίας καὶ ὕβρεις μάστιγάς τε καὶ ἐκτόπους πληγὰς, καὶ ἐπὶ πᾶσιν τὸ τῆς κατάρας τρόπαιον. μετὰ δὴ πάντα οἷόν τι θαυμάσιον θῦμα καὶ σφάγιον ἐξαίρετοντῷ πατρὶ καλλιερησάμενος ὑπὲρ τῆς ἁπάντων ἡμῶν ἀνήνεγκε σωτηρίας, μνήμην καὶ ἡμῖν παραδοὺς ἀντὶ θυσίας τῷ θεῷ διηνεκῶς προσ- φέρειν. τοῦτο καὶ προφητῶν ὁ θαυμάσιος Δαβὶδ θείῳ πνεύματι τὸ μέλλον προλαβὼν ἐθέσπισεν εἰπὼν “ ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν κύριον, καὶ προσέσχεν μοι, καὶ εἰσήκουσε τῆς δεήσεως μου, καὶ ἀνήνεγκέ με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας, καὶ ἀπὸ πηλοῦ ἰλύος. καὶ ἔστησεν", + "candidate_score": 0.680154, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28_30", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_162", + "psc_text": "τε ἐπιγράψας τὰς πάντων ἡμῶν ἁμαρτίας, καὶ τὴν κατάραν γε αὐτῷ τὴν ἐν τῷ Μώσεως νόμῳ προστετιμημένην περιάψας, ὅτι δὴ Μώσεως ἀνειπόντος “ ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου, ” τοῦτο πέπονθεν αὐτὸς δι’ ἡμᾶς γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα· καὶ δὴ καὶ ἁμαρτίαν αὐτὸν δι’ ἡμὰς ποιήσας. ἐπεὶ τὸν μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησε, πάσας τε αὐτῷ δι’ ἡμᾶς τὰς ἡμῖν ἐπηρτημένας τιμωρίας ἐπιθεὶς, δεσμὰ καὶ ἀτιμίας καὶ ὕβρεις μάστιγάς τε καὶ ἐκτόπους πληγὰς, καὶ ἐπὶ πᾶσιν τὸ τῆς κατάρας τρόπαιον. μετὰ δὴ πάντα οἷόν τι θαυμάσιον θῦμα καὶ σφάγιον ἐξαίρετοντῷ πατρὶ καλλιερησάμενος ὑπὲρ τῆς ἁπάντων ἡμῶν ἀνήνεγκε σωτηρίας, μνήμην καὶ ἡμῖν παραδοὺς ἀντὶ θυσίας τῷ θεῷ διηνεκῶς προσ- φέρειν. τοῦτο καὶ προφητῶν ὁ θαυμάσιος Δαβὶδ θείῳ πνεύματι τὸ μέλλον προλαβὼν ἐθέσπισεν εἰπὼν “ ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν κύριον, καὶ προσέσχεν μοι, καὶ εἰσήκουσε τῆς δεήσεως μου, καὶ ἀνήνεγκέ με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας, καὶ ἀπὸ πηλοῦ ἰλύος. καὶ ἔστησεν", + "candidate_score": 0.668748, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28_30", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_163", + "psc_text": "σωτηρίας, μνήμην καὶ ἡμῖν παραδοὺς ἀντὶ θυσίας τῷ θεῷ διηνεκῶς προσ- φέρειν. τοῦτο καὶ προφητῶν ὁ θαυμάσιος Δαβὶδ θείῳ πνεύματι τὸ μέλλον προλαβὼν ἐθέσπισεν εἰπὼν “ ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν κύριον, καὶ προσέσχεν μοι, καὶ εἰσήκουσε τῆς δεήσεως μου, καὶ ἀνήνεγκέ με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας, καὶ ἀπὸ πηλοῦ ἰλύος. καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου, κατεύθυνεν τὰ διαβήματά μου. καὶ ἐνέβαλεν εἰς τὸ στόμα μου ᾆσμα καινὸν, ὕμνον τῷ θεῷ ἡμῶν.’ καὶ τί τὸ καινὸν ᾆσμα τυγχάνει διασαφεῖ λέγων ἑξῆς “ θυσίαν καὶ προσφορὰν οὐκ ἠθέλησας, σῶμα δὲ 9 Gal. 3, 13. 13 2. Cor. 5, 21. 23 Ps. 40. κατηρτίσω μοι. ὁλοκαυτώματα καὶ περὶ ἁμαρτίας οὐκ νὐδόκησας. τότε εἶπον, ἰδοὺ ἥκω, ἐν κεφαλίδι βιβλίον γέγραπται περὶ ἐμοῦ, τοῦ ποιῆσι, ὁ θεὸς, τὸ θέλημά σου ἐβουλήθην.” καὶ έπιλέγει “εὐηγγελισάμην δικαιοσύνην ἐν ἐκκλησίᾳ μεγάλη.” Ἅντικρυς ἀντὶ τῶν πάλαι θυσιῶν καὶ ὁλοκαυτωμάτων τὴν ἕνσαρκον τοῦ Χριστοῦ παρουσίαν καὶ τὸ καταρτισθὲν αὐτου σῶμα", + "candidate_score": 0.663639, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_33_35", + "bdc_text": "Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten . Vergütig gott sehe uns an mitt sine gneden , und tröste alle küm beschte hertzenn , amen . Datum zuͦ Chur 1572 .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_157", + "psc_text": "καὶ ἡμεῖς ἐλογισάμεθα αὐτὸν εἶναι ἐν πόνῳ, καὶ ἐν πληγῇ, καὶ ἐν κακώσει ’ αὐτὸς δὲ ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, καὶ μεμαλάκισται διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν, παιδεία εἰρήνης ἡμῶν ἐπ’ αὐτὸν, τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν, καὶ κύριος παρέδωκεν αὐτὸν ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. αὐτὸς γὰρ ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδ’ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ.” Τὰ ὅμοια τούτοις καὶ Ἱερεμίας ἕτερος Ἑβραίων προφήτης ἐπὶ προσώπου τοῦ Χριστοῦ ἐπιφωνεῖ, λέγων “ ἐγὼ ὡς ἀρνίον ἄκακον ἀγόμενον τοῦ θύεσθαι.” Ἐπισφραγίζεται τὰς τούτων προρρήσεις Ἰωάννης ὁ βαπτιστὴς ἐπὶ τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἐπιφανείας. ἰδὼν γὰρ αὐτὸν, καὶ τοῖς παροῦσιν ἐπιδείξας ὡς ἄρα αὐτὸς εἴη ὁ προφητευόμενος, ἐπεφώνησεν ‘‘ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου. ” ὅτε τοίνυν κατὰ τὰς τῶν προφητῶν μαρτυρίας εὕρηται τὸ μέγα καὶ τίμιον λύτρον Ἰουδαίων ὁμοῦ καὶ Ἑλλήνων, τὸ τοῦ παντὸς κόσμου καθάρσιον, τὸ πάντων ἀνθρώπων ἀντίψυχον, τὸ πάσης κηλῖδος καὶ ἁμαρτίας καθαρὸν ἱερεῖον,", + "candidate_score": 0.649093, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1460", + "psc_text": "δὲ διὰ τὴν ἁπλότητα ἀντέσχου ἀντέσχου, καὶ παραστήσεις με ἔμπροσθέν σου δι’ αἰῶνος.” ἰσοδυναμεῖ δὲ τοῖς τοῦ Συμμάχου καὶ τὰ Ἀκύλου. πρῶτον οὑν περὶ τοῦ δοκεῖν ὑπεμφαίνειν ἐκ προσώπου τοῦ σωτῆρος ἡμῶν τὸ εἰρημένον, τὸ “ ἴασαι τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἥμαρτόν σοι,” τηρήσεις τὸ παρὰ τῷ Συμμάχῳ μὴ οὕτως ἔχον, ἀλλὰ “ ἴασαι τὴν ψυχήν μου, καὶ εἰ ἥμαρτόν σοι.’ καὶ οὕτως δὲ τοῦτό φησιν, ἐπειδὴ τὰς ἡμετέρας κοινοποιεῖ εἰς ἑαυτὸν ἁμαρτίας. διὸ λέλεκται “ καὶ κύριος παρέδωκεν αὐτὸν ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν” καὶ “ αὐτὸς τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει.” γέγονε γοῦν ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα ὁ ἀμνὸς τοῦ θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου· ὃν καὶ μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὁ θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησεν, ἀντίψυχον ὑπὲρ πάντων ἡμῶν προέμενος αὑτὸν, “ ἵνα ἡμεῖς γενώμεθα δικαιοσύνη θεοῦ ἐν αὐτῷ.” ἀλλ’ ἐπεὶ καὶ ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρτίας γενόμενος κατέκρινε τὴν ἁμαρτίαν ἐν τῇ σαρκὶ, εἰκότως προφέρεται τὰ ἐκκείμενα ὅτι δὲ", + "candidate_score": 0.629893, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1560", + "psc_text": "τις κἀνταῦθα τὰ ἡμέτερα παραπτώματα ἐξοικειούμενον ταῦτα αὐτὸν εἰρηκέναι φήσειε. Τούτοις ἑξῆς ἐπιλέγει “ ὁ θεός μου κεκράξομαι ἡμέρας, καὶ οὐκ εἰσακούσῃ, καὶ νυκτὸς, καὶ οὐκ εἰς ἄνοιαν ἐμοί.” ἀνθ’ οὗ πάλιν ὁ Σύμμαχος “ ὁ 11 lo. 10, 18. θεός μου ” φησὶ “βοήσω ἡμέρας, καὶ οὐκ εἰσακούσῃ, καὶ νυκτὸς, καὶ οὐκ ἔστι σιγή.” θαυμάζει δὴ οὖν ἐν τούτοις τὸν πατέρα ὡς μὴ εἰσακούοντα αὐτοῦ, παράζενόν ξένον τι τούτου καὶ παρὰ τὸ σύνηθες θεωρῶν· ὁ δὲ ἐφύλαττεν αὐτῷ τὴν ἀκοὴν εἰς τὸν ἐπιτήδειον τοῦ εἰσακουσθῆναι καιρόν. οὗτος δὲ ἦν ὁ τῆς ἀντιλήψεως τῆς ἑωθινῆς καὶ ὁ τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως, καθ’ ὃν, εἰ καί τινι ἄλλῳ, καὶ αὐτῷ δικαίως ἂν ἐλέχθη “ ἐν καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου, καὶ ἐν ἡμέρᾳ σωτηρίας ἐβοήθησά σοι. ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας.” λέγοιτο δ’ ἂν ταῦτα καὶ ἑτέρως ὑπὸ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν, ὡς εἰωθότος μὲν ἀεὶ καὶ πάντοτε εἰσακούεσθαι ὑπὸ", + "candidate_score": 0.62914, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1521", + "psc_text": "ἀνεξάλειπτον εἶναι διδάσκοντα. τοῦτο γὰρ αἰνίττεσθαί μοι δοκεῖ “ ἁμαρτία Ἰούδα ἐγγέγραπται ἐν γραφείῳ σιδηρῷ, ἐν ὄνυχι ἀδαμαντίνῳ. εἴη δ’ ἂν καὶ ἐπὶ πᾶν τὸ Ἰουδαίων ἔθνος ἀναφερόμενα, οἷς ἑξῆς καὶ ἀκολούθως μετὰ τὴν ἀνεξάλειπτον αὐτῶν ἀσέβειαν τὸν μετελθόντα αὐτοὺς ἔσχατον ὄλεθρον ἀπειλεῖ, ἅπερ κατὰ λέξιν ἑρμηνεύ- ειν οὐ τοῦ παρόντος τυγχάνει καιροῦ. Ἀλλὰ γὰρ τοσούτων περὶ τοῦ προδώσειν μέλλον- 2 Jer. 17, 1. Conf. supra p. 54 b. τος τὸν σωτῆρα καὶ κύριον ἡμῶν τῶν τε ἄλλως ἐπιβεβουλευκότων αὐτῷ προαναφωνηθέντων, καιρὸς ἰδεῖν καὶ τὰ ἀμφὶ τὸ πάθος αὐτοῦ μέλλοντα συμβήσεσθαι θεσπιζόμενα. Ἀπὸ τοῦ Ἀμώς. “ Ὀμνύει κύριος κατὰ ὑπερηφανίας Ἰακὼβ, εἰ ἐπιλησθήσεται εἰς νῖκος πάντα τὰ ἔργα ὑμῶν, καὶ ἐπὶ τούτοις οὐ ταραχθήσεται ἡ γῇ καὶ πενθήσει πᾶς ὁ κατοικῶν ἐν αὐτῇ, καὶ ἀναβήσεται ὡς ποταμὸς ἡ συντέλεια, τέλεια, καὶ καταβήσεται ὡς ποταμὸς Αἰγύπτου καὶ ἔσται ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, λέγει κύριος, δύσεται ὁ ἥλιος μεσημβρίας, καὶ συσκοτάσει ἐπὶ", + "candidate_score": 0.627294, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_39_41", + "bdc_text": "servulus S. I. Scriptum ne remittas , nisi me remittas . Der herr von h. erbarnet mich von gründ mines hertzens , dan seilig in sin son der pfaff derstich getrolet , dahin gebracht , und wo jenem gleg und weg oder fürbitt möchte funden werden . Aiunt ich imm des lebens woll .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1536", + "psc_text": "γαστρὸς μητρός μου θεός μου εἶ σύ. μὴ ἀποστῇς ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι θλῖψις ἐγγὺς, ὅτι οὐκ ἔστιν ὁ βοηθῶν. περιεκύκλωσάν με μόσχοι πολλοὶ, ταῦροι πίονες περιέσχον με. ἤνοιξαν ἐπ’ ἐμὲ τὸ στόμα αὑτῶν, ὡς λέων ἁρπάζων καὶ ὠρυόμενος. ὡσεὶ ὕδωρ ἐξεχύθην, καὶ διεσκορπίσθη πάντα τὰ ὀστᾶ μου. ἐγενήθη ἡ καρδία μου ὡσεὶ κηρὸς τηκόμενος ἐν μέσῳ τῆς κοιλίας μου. ἐξηράνθη ὡς ὄστρακον ἡ ἰσχύς μου, καὶ ἡ γλῶσσά μου κεκόλληται τῷ λάρυγγί μου, καὶ εἰς χοῦν θανάτου κατήγαγές με. ὅτι ἐκύκλωσάν με κύνες πολλοὶ, συναγωγὴ πονηρευομένων περιέσχον με. ὤρυξαν χεῖράς μου καὶ πόδας μου, ἐξηρίθμησαν πάντα τὰ ὀστᾶ μου. αὐτοὶ δὲ κατενόησαν καὶ ἐπεῖδόν με· διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς, καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον. σὺ δὲ, κύριε, μὴ μακρύνῃς τὴν βοήθειάν μου, εἰς τὴν ἀντίληψίν μου πρόσσχες. ῥῦσαι ἀπὸ ῥομφαίας τὴν ψυχήν μου, καὶ ἐκ χειρὸς κυνὸς τὴν μονογενῆ μου. σῶσόν με ἐκ στόματος μάτος λέοντος, καὶ", + "candidate_score": 0.623189, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_11_13", + "bdc_text": "Joachium zuͦ redenn , er welle mich da nitt laßen , da es ich by unns ein sömliche gstalt hatt , das sich einer ein klein versechen muͦs , diewyl niemand wüßen mag , wie lands es werden , und solhon alle ding anfahend in höchriben schleg kommen . Hatt erbarm sich unser . Ich hab im oft darum gesorgbenn ;", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_21", + "psc_text": "πατρῷον καὶ συγγένειαν καὶ ἐνὶ μόνῳ προσεσχηκέναι θεῷ, ὃν καὶ ὁμολογεῖ φάσκων “ ἐκτενῶ πρὸς τὸν θεὸν τὸν ὕψιστον, ὃς ἔκτισε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.” ὅ τε ‘Ιακὼβ άναγέγραπται παρὰ τῷ Μωυσεῖ φήσας τῷ οἴκῳ καὶ πᾶσι τοῖς αὐτοῦ ἄρατε τοὺς θεοὺς τοὺς ἀλλοτρίους ἐκ μέσου ὑμῶν, καὶ ἀναστάντες ἀναβῶμεν εἰς βεθὴλ, καὶ ποιήσομεν ἐκεῖ θυσιαστήριον τῷ κυρίῳ τῷ ἐπακούσαντί μου ἐν ἡμέρᾳ θλίψεως, ὃς ἦν μετ' ἐμοῦ καὶ ἔσωσέ με ἐν τῇ ὁδῷ ἡ ἐπορεύθην. καὶ ἔδωκαν τῷ Ιακὼβ τοὺς θεοὺς τοὺς ἀλλοτρίους, οἳ ἤσαν ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν, καὶ τὰ ἐνώτια τὰ ἐν τοῖς ὠσὶν αὐτῶν, καὶ ἔκρυψεν αὐτὰ Ἰακὼβ ὑπὸ τὴν τερέβινθον τὴν ἐν Σικίμοις, καὶ ἀπώλεσεν αὐτὰ ἴως τῆς σήμερον ἡμέρας.” Εἰ δὴ οὖν καὶ τῆς εἰδωλολάτρου πλάνης ἀλλότριοι καθεστήκεσαν, καὶ Ἰουδαϊσμοῦ δὲ ἐκτὸς γεγονότες ἀπεδείχθησαν, ὅμως γε μὴν οὔτε Ἕλληνες οὔτε Ἰουδαῖοι φύντες θεοφιλεῖς γεγονέναι μεμαρτύρηνται καὶ δίκαιοι καὶ εὐσεβεῖς, εἰ καί τινες ἄλλοι,", + "candidate_score": 0.620192, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_40", + "bdc_text": "Der herr von h. erbarnet mich von gründ mines hertzens , dan seilig in sin son der pfaff derstich getrolet , dahin gebracht , und wo jenem gleg und weg oder fürbitt möchte funden werden .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_984", + "psc_text": "εἰς βάθος ἢ εἰς ὕψος. καὶ εἶπεν Ἄχαζ, οὐ μὴ αἰτήσω, οὐδὲ μὴ πειράσω κύριον. καὶ εἶπεν, ἀκούσατε δὴ οἶκος Δαβὶδ, μὴ μικρὸν ὑμῖν ἀνθρώποις παρέχειν ἀγῶνα καὶ πῶς κυρίῳ παρέχετε ἀγῶνα; διὰ τοῦτο δώσει κύριος αὐτὸς ὑμῖν σημεῖον. ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ λήψεται, καὶ τέξεται υἱὸν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ· βούτυρον καὶ μέλι φάγεται, πρὶν ἢ γνῶναι αὐτὸν ἢ προελέσθαι πονηρὰ, ἐκλέξεται τὸ ἀγαθόν· διότι πρὶν ἢ γνῶναι τὸ παιδίον ἀγαθὸν ἢ κακὸν, ἀπειθεῖ πονηρίᾳ, τοῦ ἐκλέξασθαι τὸ ἀγαθόν. καὶ καταλειφθήσεται ἡ γῆ, ἣν σὺ φοβῇ, ἀπὸ προσώπου τῶν δύο βασιλέων.” Καὶ τὰ μὲν τῆς προφητείας ὧδέ πη εἶχεν. ἐπιστήσαι δὲ ἄξιον τῷ τοῦ λόγου προοιμίῳ μαρτυρα- 14 Es. 7, 9. μένω τοῖς ἐντυγχάνουσιν, ὅτι ’ ἐὰν μὴ πιστεύσωσιν οὐδὲ μὴ συνῶσι. καὶ ἀναγκαίως χρῆν ἐπισημήνα- σθαι, δεικνύντας ὅτι μὴ μόνον συνέσεως, ἀλλὰ καὶ πίστεως δεῖ τοῖς ἐντευξομένοις ^ καὶ οὐ μόνον πί- στεως, ἀλλὰ καὶ", + "candidate_score": 0.616988, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_43", + "bdc_text": "Aber ich vermören des beschafftig anß ein et nostri Bullingero , etc. D .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_15", + "psc_text": "δὲ καὶ τῶν ἀποδείξεων ἄρξομαι. ἐπειδὴ πολὺς ἦν ἐπιρρέων καθ’ ἡμῶν ὁ τῶν συκοφαντῶν ὄχλος, μηδὲν δύνασθαι φάσκων δι’ ἀποδείξεων ἐναργὲς ἀληθείας παρέχειν δεῖγμα,. πίστει δὲ μόνῃ προσέχειν ἀξιοῦν τοὺς ἡμῖν προσιόντας, τούτους δὲ καὶ πείθειν οὐδὲν πλέον ἢ σφὰς αὐτοὺς θρεμμάτων ἀλόγων δίκην μύσαντας εὖ καὶ ἀνδρείως ἕπεσθαι δεῖν ἀνεξετάστως ἅπασι τοῖς παρ’ ἡμῶν λεγομένοις, παρ’ ὃ καὶ πιστοὺς χρηματί- 17 Sir. 32, 9. ζεῖν τῆς ἀλόγου χάριν πίστεως, εἰκότως διελὼν τὰς καθ’ ἡμῶν διαβολὰς ἐν τῇ Προπαρασκευῇ τοῦ παν- τὸς λόγου πρώτην μὲν τὴν τῶν πολυθέων ἐξεθέμην ἐθνῶν, ἐπεγκαλούντων ἡμῖν ὅτι δὴ τῶν πατρίων θεῶν ἀποστάται κατέστημεν, ἐπὶ μέγα φαμένων τε ὅτι τὰ βάρβαρα τῶν Ἑλλήνων προτετιμήκαμεν, τὰ παρ’ Ἑβραίοις ἀσπασάμενοι λόγια ’ δευτέραν δὲ τὴν αὐτῶν Ἰουδαίων κατηγορίαν, δι’ ἧς καὶ αὐτοὶ δόξαιεν ἂν ἡμῖν ἐνδίκως ἐπιμέμφεσθαι, ὅτι δὴ ταῖς αὐτῶν γραφαῖς καταχρώμενοι οὐ τὸν ὅμοιον αὐτοῖς μέτιμεν τοῦ βίου τρόπον. τούτων δ’ οὕτως ἡμῖν διευκρι- νημἐνων", + "candidate_score": 0.609212, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_32", + "bdc_text": "Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_299", + "psc_text": "κυρίου, τοῦ δουλεύειν αὐτῷ ὑπὸ ζυγὸν ἴνα. ἐκ περάτων ποταμῶν Αἰθιοπίας προσδέξομαι τοὺς ἱκετεύοντάς με. υἱοὶ τῶν διεσπαρμένων οἴσουσι θυσίας μοι. ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ οὐ μὴ καταισχυνθῇς ἐκ πάντων τῶν ἐπιτηδευμάτων σου, ὧν ἠσέβησας εἰς ἐμὲ 5 ὅτι τότε περιελῶ ἀπὸ σοῦ ��ὰ φαυλίσματα τῆς ὕβρεως σου, καὶ οὐκ ἔτι οὐ μὴ προστεθῇς τοῦ μεμαλαυχῆσαι ἐπὶ τὸ ὄρος τὸ ἅγιόν μου, καὶ ὑπολείψομαι ἐν σοὶ λαὸν πρᾶον καὶ ταπεινόν. καὶ εὐλαβηθήσονται ἐν τῷ ὀνόματι κυρίου οἶ κατάλοιποι τοῦ Ἰσραὴλ, καὶ οὐ ποιήσουσιν ἀδικίαν, καὶ οὐ λαλήσουσι μάταια. καὶ οὐ μὴ εὑρεθῇ ἐν στόματι αὐτῶν γλῶσσα δολία, διότι αὐτοὶ νεμήσονται καὶ κοιτασθήσονται, καὶ οὐκ ἔσται ὁ ἐκφοβῶν αὐτούς. Καὶ ἐν τούτοις ὑπολείψεσθαι ἑαυτῶ λαὸν πραὺν καὶ ταπεινὸν ὁ κύριος ἐπήγγελται, οὐκ ἄλλον δηλῶν ἢ τὸν ἐκ περιτομῆς εἰς τὸν Χριστὸν αὐτοῦ πεπιστευκότα. καὶ πάλιν τοὺς καταλοίπους τοῦ Ἰσραὴλ μόνους σωθήσεσθαι μετὰ τῆς τῶν λοιπῶν ἐθνῶν κλήσεως, ἣν ἐν τοῖς πρώτοις", + "candidate_score": 0.597173, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1271", + "psc_text": "πάντων παραδοξοτάτου εἰσέτι νῦν αὐτόθι ὁρωμένου, λέγω δὴ τοῦ βδελύγματος τῆς ἐρημώσεως εἰς δεῦρο ἑστῶτος ἐν τῷ πρὶν ἁγίῳ τόπῳ, περὶ οὗ καὶ ὁ σωτὴρ καὶ κύριος ἡμῶν τὰς ἐκτεθείσας προήκατο φωνάς. ὧν σαφῶς ὑπ’ ὀφθαλμοῖς ὁρωμένων ἡμῖν εἰσέτι νῦν θαυμάσαι ἔστι τοὺς ἐκ περιτομῆς οὐχ οὕτως ἀντιβλέπειν τοῖς ἐναργέσι τολμῶντας, ὅσον ἀβλεπτοῦντας καὶ τὴν διάνοιαν ἐσκοτωμένους πρὸς τὸ μὴ ὁρᾶν τὰ οὕτω σαφῆ καὶ ἐναργῆ τῶν θείων γραφῶν ἀποτελέσματα. ὃ καὶ πεπόνθασι κατὰ τὴν εἰς αὐτοὺς πληρωθεῖσαν κἀν τούτῳ τοῦ Ἡσαΐου φωνὴν, δι’ ἦς ἐθέσπισεν αὐτοῖς εἰπὼν ‟ἀκοῇ ἀκούσετε, καὶ οὐ μὴ συνῆτε, καὶ βλέποντες βλέψετε, καὶ οὐ μὴ ἴδητε. ἐπαχύνθη γὰρ ἡ καρδία τοῦ λαοῦ τούτου, καὶ τοῖς ὠσὶν αὑτῶν βαρέως ἤκουσαν, καὶ τοὶς ὀφθαλμοὺς αὑτῶν ἐκάμμυσαν, μήποτε ἴδωσι τοῖς ἀφθαλμοῖς, καὶ τοῖς ὠσὶν ἀκούσωσι, καὶ τῇ καρδίᾳ συνῶσι, καὶ ἐπιστρέψωσι, καὶ ἰάσωμαι αὐτούς.” Ἀλλ᾿ ἐπεὶ καὶ περὶ τῶν πεπιστευκότων ἐθνῶν εἰς τὸν Χριστὸν τοῦ θεοῦ πάλαι πρότερον", + "candidate_score": 0.587279, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_24", + "bdc_text": "viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_945", + "psc_text": "ὕψος τοῦ θεοῦ. ἰσχύσατε χεῖρες ἀνειμέναι, καὶ γόνατα παραλελυμένα παρακαλέσατε οἶ ὀλιγόψυχοι τῇ διανοίᾳ ἰσχύσατε, μὴ φοβεῖσθε, ἰδοὺ ὁ θεὸς ἡμῶν κρίσιν ἀνταποδίδωσι, καὶ ἀνταποδώσει, αὐτὸς ἥξει, καὶ σώσει ἡμὰς. τότε ἀνοιχθήσονται ὀφθαλμοὶ τυφλῶν καὶ ὦτα κωφῶν ἀκούσονται. τότε ἁλεῖται ὡς ἔλαφος ὁ χωλὸς, καὶ τρανῆ ἔσται γλῶσσα μογιλάλων, ὅτε ἐρράγη ἐν τῇ ἐρήμῳ ὕδωρ καὶ φάραγξ ἐν γῇ διψώσῃ· καὶ ἔσται ἡ ἄνυδρος εἰς ἕλη, καὶ εἰς τὴν γῆν πηγὴ ὕδατος ἔσται.” Κἀνταῦθα διαρρήδην θεοῦ ἄφιξις θεσπίζεται σωτήριος καὶ πολλῶν ἀγαθῶν αἰτία· κωφοῖς γοῦν ἴασις καὶ τυφλοῖς ἀνάβλεψις, προσ��τι τε χωλοῖς καὶ 11 Es. 35, 1. τὴν γλῶτταν συνδεδεμένοις θεραπεία ἔσεσθαι προφητεύεται, ἃ καὶ τέλους ἔτυχεν οὐκ ἄλλως ἢ διὰ τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ παρουσίας, ὑφ’ οὗ καὶ τυφλῶν ἀνεῴχθησαν οἶ ὀφθαλμοὶ καὶ κωφοὶ τὴν ἀκοὴν ἀπειλήφασιν. τί δεῖ λέγειν ὅσοι καὶ διὰ τῶν αὐτοῦ μαθητῶν παρειμένοι καὶ κωφοὶ καὶ χωλοὶ τὰς κατὰ φύσιν ἰάσεις ἀπελάμβανον, ἄλλοι", + "candidate_score": 0.563911, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_24", + "bdc_text": "viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1406", + "psc_text": "ἀποστόλοις ἐπιφωνεῖν τὸ πνεῦμα τὸ προφητικὸν τὰ ἀπὸ τοῦ ‟ ἰσχύσατε χεῖρες ἀνειμέναι, καὶ γόνατα παραλελυμένα.’ ἐπεὶ γὰρ τὰς χεῖρας καὶ ἴ’ τὰς πρακτικὰς δυνάμεις οὗτοι τάς τε βάσεις καὶ τὴν πορείαν ἀπὸ τῆς μακρᾶς περιόδου τῆς κατὰ τὸν Μωσέως νόμον λατρείας παρείθησαν, διεγείρων αὐτοὺς ἐπὶ τὴνκατὰ τὸ εὐαγγέλιον πολιτείαν, ‟ ἰσχύσατε φησὶ χεῖρες ἀνειμέναι καὶ γόνατα παραλελυμένα,” εἰς ἑτοιμασίαν δηλαδὴ τοῦ κατὰ τὸ εὐαγγέλιον δρόμου. ἰσχύσατε δὲ καὶ εἰς τὸ παρακαλεῖν ἑτέρους καὶ παρορμᾶν ἔχεσθαι τῆς εὐαγγελικῆς σωτηρίας ὑμεῖς οἶ τὸ πρὶν ὀλιγόψυχοι, καὶ μή τις ὑμᾶς αἱρείτω φόβος τῶν ἔξωθεν ἀνθισταμένων τῷ εὐαγγελικῷ κηρύγματι, ἀλλὰ καὶ πρὸς τούτους ἰσχύσατε, καὶ μὴ φοβεῖσθε. θεὸς γὰρ ἦν καὶ θεοῦ λόγος, ἀλλ’ οὐ Μωσεῖ τις παραπλήσιος, οὐδέ τις τοῖς προφήταις ὅμοιος, οὐ μόνον τῶν παραδόξων ποιητὴς θαυμάτων, ἀλλὰ καὶ ὑμῖν αὐτοῖς τῆς ἰσχύος γεγονὼς αἴτιος. πίστις δ’ ἂν γένοιτο ἐναργεστάτη τῆς τοῦ προφητευομένου σωτῆρος ἡμῶν ἐνθέου δυνάμεως, δι’ ἧς ἀληθῶς χωλοὺς", + "candidate_score": 0.562187, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_24", + "bdc_text": "viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1402", + "psc_text": "δρακόντων λέγεται συντετριφέναι κατὰ τὸ ‘σὺ συνέθλασας τὰς κεφαλὰς Λάς τῶν δρακόντων ἐπὶ τοῦ ὕδατος, καὶ σὺ συνέθλασας τὰς κεφαλὰς τοῦ δράκοντος,” σαφῶς ἑτέρας νοουμένης θαλάσσης, περὶ ἧς αὐτὸς πάλιν Ψαλμῷ φησιν ” ἦλθον εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης.” καὶ πρὸς τὸν Ἰὼβ τὰ περὶ ἑαυτοῦ διεξιὼν ἦλθες δὲ ἐπὶ πηγὴν θαλάσσης, ἐν δὲ ἴχνεσιν ἀβύσσου περιεπάτησας; ἀνοίγονται δέ σοι φόβῳ πύλαι θανάτου, πυλωροὶ δὲ Ἀίδου ἰδόντες σε ἔπτηξαν;’ εἰκότως οὖν κὰν τῷ καθ’ ἡμᾶς βίῳ ἐπιβὰς τῇ θαλάττῃ καὶ τοῖς ἀνέμοις ἐπιτιμήσας καὶ τῷ κλύδωνι τὰ σύμβολα τῶν ἀπορρητοτέρων ἐπιτελεῖ. 1 Phil. 2, 7. 7 Matth. 8, 27. 15 Ps. 74, 13. 19 Ps. 69, 2. 20 Job 38, 16. Ἀπὸ τοῦ Ἠσαίου. ‟ Ἰσχύσατε χεῖρες ἀνειμέναι, καὶ γόνατα παραλελυμένα, παρακαλέσατε οἱ ὀλιγόψυχοι τῇ διανοίᾳ, ἰσχύσατε, μὴ φοβεῖσθε, ἰδοὺ ὁ θεὸς ἡμῶν κρίσιν ἀνταποδίδωσι καὶ ἀνταποδώσει, αὐτὸς ἥξει καὶ σώσει ἡμὰς. τότε ἀνοιχθήσονται ὀφθαλμοὶ τυφλῶν καὶ ὤτα κωφῶν ἀκούσονται,", + "candidate_score": 0.561888, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 14, + "cf_id": "cf044", + "work_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1", + "max_score": 0.679725, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14_16", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ;", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_409", + "psc_text": "προῆξαν, ἐντολὴν ἔχοντες, ἐν τῷ πρώτῳ πανδοχείῳ προσομιλῆσαι τῷ συνοδοιποροῦντι ὄχλῳ, ὅπως σποράδην ἀλλήλων γενόμενοι εἰς τὰς πόλεις εἰσέρχωνται. Πορευθέντων οὖν αὐτῶν ἐγὼ Κλήμης μεγάλως ἔχαιρον, ὅτι σὺν αὑτῷ με ἐκέλευσεν εἶναι. καὶ ἀποκριθεὶς εἶπον· εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ, ὅτι με οὐκ ἐξαπέσταλκας, ὡς τοὺς ἑτέρους, ἐπειδὴ ὀδυνώμενος ἄν διαπεφωνήκειν. ὁ δὲ ἔφη· τί δέ; εἰ καὶ χρεία τις ἔσται πεμφθῆναί σέ που μαθημάτων χάριν, σὺ διὰ τὸ πρὸς ὀλίγον ἀπολιμπάνεσθαί μου συμφερόντως, διὰ τοῦτο τεθνήξῃ; οὐχὶ δὲ προσομιλήσας σεαυτῷ φέρειν τὰ διὰ τὴν ἀνάγκην σοι προσταγέντα εὐθύμως ὑποσταίης; ἢ οὐκ οἶσθα ὅτι σύνεισιν οἱ φίλοι ταῖς μνήμαις, κἄν τοῖς σώμασιν ἀπολιμπάνονται; ὡς ἔνιοι συνόντες τοῖς σώμασιν ἀμνημοσύνης αἰτίᾳ ταῖς ψυχαῖς ἀποδημοῦσιν τοῖς φίλοις. Κᾀγὼ ἀπεκρινάμην· μὴ τοίνυν νομίσῃς, κύριε, ὅτι τὰ λύπης πάσχειν ἤμελλον ἀνοήτως, ἀλλὰ καὶ πάνυ ὀρθῷ τινι λογισμῷ. ἐπεὶ γάρ σε, κύριέ μου, ἀντὶ πάντων ἔχω, πατρός τε καὶ μητρὸς καὶ ἀδελφῶν καὶ συγγενῶν, αἴτιόν μοι γενόμενον", + "candidate_score": 0.679725, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14_16", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt . Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ;", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_424", + "psc_text": "σε, διηγήσομαι. ἐγὼ πάνυ εὐγενὴς ὑπάρχουσα δυνάστου τινὸς προσταγῇ ἀνδρὶ πρὸς γένους αὐτῷ ὑπάρχοντι ἐγενόμην γυνή. καὶ μετὰ δίδυμα τέκνα ἔσχον ἕτερον υἱόν. ὁ δὲ τοῦ ἐμοῦ ἀνδρὸς ἀδελφὸς μανεὶς οὐκ ἔλαττον ἠράσθη μου τῆς ταλαιπώρου, σφόδρα σωφρονεῖν ἀγαπώσης. καὶ βουλομένη μήτε τῷ ἐραστῇ συνθέσθαι, μήτε τῷ ἐμῷ ἀνδρὶ ἀναθέσθαι τὸν τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ πρὸς ἐμὲ ἔρωτα, ἐλογισάμην, ἵνα μήτε μοιχησαμένη ἐμαυτὴν μιανῶ, μήτε τοῦ ἐμοῦ ἀνδρὸς τὴν κοίτην ὑβρίσω, μήτε τῷ ἀδελφῷ τὸν ἀδελφὸν πολέμιον καταστήσω, μήτε ὅλον γένος μέγα ὄν εἰς ὀνειδισμὸν πᾶσιν ὑποβαλῶ· ὡς ἔφην, ἐλογισάμην τὴν πόλιν μετὰ τῶν ἐμῶν διδύμων παίδων ἐκβῆναι ἐπὶ χρόνον τινά, ἕως ἂν καὶ ὁ μιαρὸς ἔρως παύσηται τοῦ ἐπὶ τῇ ἐμῇ ὕβρει κολακεύοντός με. τὸν μέντοι ἕτερον υἱὸν παρὰ τῷ πατρὶ μεῖναι εἰς παραμυθίαν κατέλιπον. Πλὴν ἵνα οὕτως ταῦτα γένηται, ἐπενόησα ὄνειρον πλάσασθαι, ὡς δή τινος νύκτωρ ἐπιστάντος μοι καὶ εἰρηκότος· γύναι, ἐξαυτῆς ἅμα τοῖς διδύμοις σου τέκνοις ἐπὶ χρόνον", + "candidate_score": 0.676304, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_12_14", + "bdc_text": "Hatt erbarm sich unser . Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_318", + "psc_text": "ὡς ὑπὸ μὲν τῶν θεῶν αὐτῶν ταῦτα πάσχοντες διὰ τὴν πρὸς αὐτοὺς ἀμέλειαν, θυσίαις δὲ αὐτοὺς διαλλάσσειν δυνάμενοι, καὶ ὅτι μὴ χρὴ αὐτοὺς ἡμῖν προσιέναι, ἀλλὰ τοὐναντίον φεύγειν καὶ μισεῖν. καὶ ὁμῶς μισοῦσιν καὶ φεύγουσιν τοὺς μᾶλλον ἐλεῶντας καὶ ἐπ᾽ εὐεργεσίᾳ αὐτοὺς διώκοντας. Μισοῦντες οὖν καὶ φεύγοντες ἡμᾶς ἐνεδρεύονται, οὐκ εἰδότες πόθεν αὐτοῖς τὰ ἐναντία τῇ αὐτῶν σωτηρίᾳ φρονεῖν γίνεται· οὔτε γὰρ ἡμεῖς αὐτοὺς μὴ βουλομένους πρὸς σωτηρίαν νεῦσαι βιάσασθαι δυνάμεθα, ἐπεὶ μὴ τοσαύτην νῦν κατ᾽ αὐτῶν ἔχομεν ἐξουσίαν, οὔτε αὐτοὶ ἀφ᾽ ἑαυτῶν τὴν κακὴν τοῦ δαίμονος ἐνθίμησιν νοῆσαι δύνανται, οὐ γὰρ ἴσασιν ὅθεν αὐτοῖς αἱ τῶν κακῶν ἐνθυμήσεις ὑποβάλλονται. εἰσὶν δὲ οὗτοι οἱ δαίμονες καθ᾽ ἃς βούλονται μορφὰς ἐπιφαινόμενοι φοβοῦσιν. ἔσθ᾽ ὅτε δὲ καὶ τοῖς νοσοῦσιν θεραπείας καὶ οὕτως τοῖς προηπατημένοις θεῶν δόξαν ἀποφέρονται. καὶ τὸ δαίμονες εἶναι τοὺς πολλοὺς λανθάνουσιν, ἀλλ᾽ οὐχ ἡμᾶς τοὺς εἰδότας αὐτῶν τὸ μυστήριον, τίνος ἕνεκα τοιαῦτα πράττουσιν, ἑαυτοὺς κατ᾽ ὄναρ καθ᾽ ὧν τὴν", + "candidate_score": 0.645557, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_30_32", + "bdc_text": "Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_273", + "psc_text": "δὲ ὄχλοι ἅμα τῷ ἀκοῦσαι τοῦ κελεύσματος τοῦ συντόμου ξύλα λαβόντες ἐδίωκον αὐτούς, ἕως αὐτοὺς παντελῶς τῆς πόλεως ἐξήλασαν. καὶ εἰσελθόντες οἱ νοσοῦντες αὐτῶν καὶ δαιμονῶντες πρὸς ποσὶν τοῦ Πέτρου ἑαυτοὺς ἐῤῥίπτουν. ὁ δὲ ταῦτα βλέπων καὶ τὴν κατάπληξιν αὐτῶν ἀναλῦσαι θέλων πρὸς αὐτοὺς ἔφη. Ἐγὼ σεισμοὺς καὶ πᾶν ὅ τι βούλομαι ποιεῖν εἰ ἐδυνάμην, Σίμωνα οὐ λέγω ὅτι μετὰ τῶν αὐτοῦ ἑταίρων ἐξωλόθρευον (οὐ γὰρ ἐπὶ φθορᾷ ἀνθρώπων ἀπέσταλμαι), ἀλλὰ φίλον ἐμαυτῷ αὐτὸν ἂν ἐποιησάμην, ἵνα μή μου τὸ ἀληθὲς διαβάλλων κήρυγμα πολλοῖς ἐμποδίζῃ πρὸς σωτηρίαν. εἰ δέ μοι πιστεύετε, αὐτός ἐστιν μάγος, αὐτὸς διάβολος, α���τὸς κακίας ὑπηρέτης κατὰ τῶν ἀγνοούντων τὸ ἀληθές· καὶ διὰ τοῦτο ἁμαρτάνουσι νόσους ἐνεργεῖν δύναται, συνεργοὺς ἔχων τοὺς ἁμαρτάνοντας τῆς κατ᾽ αὐτῶν δυνάμεως. ἐγὼ δὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ πάντα πεποιηκότος εἰμὶ δοῦλος, τοῦ δεξιοῦ αὐτοῦ προφήτου μαθητής. διὸ ἐκείνου ἀπόστολος ὢν ἀληθεύω. ἀγαθῷ γὰρ ὑπηρετῶν, καὶ νόσες ἀπελαύνω· ἐπέμφθην γὰρ δεύτερος· ἐπεὶ προηγεῖται μὲν", + "candidate_score": 0.645066, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_15_17", + "bdc_text": "Bitt erh ein geschriben mit an mich zuͦ zu der ich üch sömlichts zuͦ guͦten dauf , ich beger , es nitt anders , dan das es ouch üwer nun und arbürtt zuͦ gantzen , ett wan imm fürgang . Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ; dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_26", + "psc_text": "σοί τι ἐμποδίζει, συνόδευσον ἡμῖν, μεταλαμβάνων τὸν τῆς ἀληθείας λόγον, ὅν κατὰ πόλιν ποιεῖσθαι μέλλω, μέχρι Ῥώμης αὐτῆς. καὶ σὺ δὲ εἴ τι βούλει λέγε. Ἐγὼ ἐξεθέμην τὴν ἐξ ἀρχῆς μου προαίρεσιν, καὶ ὡς εἰς ζητήσεις ἀπόρους ἐκενώθην, καὶ πάντα ὅσα σοι τὴν ἀρχὴν προεδήλωσα, ὡς ἵνα μὴ τὰ αὐτὰ πάλιν γράφω. ἔλεγον δέ· σοὶ μὲν ἑτοίμως ἔχω συνοδεύειν· τοῦτο γὰρ οὐκ οἶδ᾽ ὅπως χαίρων θέλω· πλὴν περὶ ἀληθείας πρῶτον πληροφορηθῆναι θέλω, ἵνα γνῶ, εἰ ψυχὴ θνητὴ τυγχάνει, εἰ ἀθάνατός ἐστιν, καὶ ἀΐδιος οὐσα περὶ ὧν ἔπραξεν ἐνταῦθα ἔχει κριθῆναι· καὶ εἰ, τί ποτέ ἐστι δίκαιον ἢ ἀρέσκον Θεῷ· καὶ εἰ γέγονε κόσμος, καὶ διὰ τί γέγονε· καὶ εἰ οὐ λυθήσεται, καὶ εἰ λυθήσεται· καὶ εἰ κρείττων ἔσται, ἢ οὐδὲ ἔσται· καὶ ἵνα μὴ τὸ κατ᾽ εἶδος λέγω, ταῦτα καὶ τὰ τούτοις οὑπόμενα μαθεῖν εἶπον θέλειν. ὁ δὲ πρὸς ταῦτα ἀπεκρίνατο συντόμως σοι, ὦ Κλήμης, τὴν τῶν ὄντων γνῶσιν παρέξομαι·", + "candidate_score": 0.642244, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_22_24", + "bdc_text": "dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest. mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf . viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_594", + "psc_text": "μαθεῖν λέγει, ἀλλ᾽ ἀποκαλύψει μόνον. ἀποκάλυψίς ἐστιν τὸ ἐν πάσαις καρδίαις ἀνθρώπων ἀποῤῥήτως κείμενον κεκαλυμμένον, ἄνευ φωνῆς ταῖς αὐτοῦ βουλαῖς ἀποκαλυπτόμενον. καὶ οὕτως γίνεται γνῶναι, οὐ διδαχθέντα, ἀλλὰ συνέντα. τῷ μέντοι συνέντι οὐκ ἔξεστιν, ἄλλῳ τοῦτο ἀποδεῖξαι, ἐπεὶ μηδ᾽ αὐτὸς ἐδιδάχθη, οὔτε ἀποκαλύψαι δύναται, ἐπεὶ μὴ αὐτός ἐστιν ὁ υἱός, ἐκτὸς εἰ μὴ ἑαυτὸν λέγει εἶναι τὸν υἱόν. σὺ δὲ οὐκ εἶ ὁ ἑστὼς υἱός. εἰ γὰρ υἱὸς ἦς, πάντως ἄν ᾔδης τῆς τοιαύτης ἀποκαλύψεως τοὺς ἀξίους. σὺ δὲ οὐκ οἶδας. εἰ γὰρ ἠπίστασο, τὰ τῶν ἐπισταμένων ἄν ἐποίεις. Καὶ ὁ Σίμων ἔφη· ὁμολογῶ, οὐ συνῆκα πῶς λέγεις, τὰ τῶν ἐπισταμένων ἂν ἐποίεις. καὶ ὁ Πέτρος· εἰ οὐ συνῆκας, οὐδὲ τὸν ἑκάστου νοῦν εἰδέναι δύνῃ, καὶ εἰ ἀγνοεῖς, οὐ��ὲ τοὺς ἀξίους τῆς ἀποκαλύψεως ἐπίστασαι, εἰ δὲ οὐκ ἐπίστασαι, οὐκ εἶ υἱός· ὁ δὲ υἱὸς οἶδεν· διὸ οἷς βούλεται ὡς ἀξίοις οὐσιν ἀποκαλύπτει. καὶ ὁ Σίμων ἔφη· μὴ ἀπατῶ, οἶδα τοὺς", + "candidate_score": 0.63212, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_7", + "bdc_text": "Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_34", + "psc_text": "τοῦ δοθέντος μοι, διὰ τὸ τάχος, ἀσυγκρίτου καὶ μόνου ἀσφαλοῦς. Ταῦτά μου εἰπόντος ὁ Πέτρος ἔφη χάριν ὁμολογῶ τῷ Θεῷ καὶ περὶ τῆς σῆς σωτηρίας καὶ περὶ τῆς ἐμῆς ἀπολαύσεως. ἀληθῶς γὰρ ἥδομαι εἰδὼς ὅτι ἐπέγνως τί ποτ᾽ ἔστιν προφητείας μέγεθος. ἐπεὶ οὖν, ὡς ἔφης, οὐδ᾽ ἄν αὐτὸς ἐγὼ θελήσω ποτέ, ὅπερ ἀπείη, εἰς ἕτερόν σε μεταστῆσαι δόγμα, οὐχ ἱκανὸς ἔσομαι πεῖσαί σε, ἄρξαι τοῦ λοιποῦ ἀπὸ τῆς αὔριον παρεῖναί μοι ἐν ταῖς τῶν ἀντικειμένων ζητήσεσιν. ἔστι δέ μοι ἡ αὔριον πρὸς Σίμωνα μάγον. καὶ ταῦτα εἰπὼν καὶ τροφῆς αὐτὸς μεταλαβὼν ἰδίᾳ κᾀμὲ μεταλαβεῖν ἐκέλευσεν. εὐλογήσας δὲ ἐπὶ τῆς τροφῆς καὶ εὐχαριστήσας, μετὰ τὸ κορεσθῆναι καὶ αὐτοῦ τούτου τὸν λόγον μοι ἀποδοὺς ἐπήγαγεν λέγων· δῴη σοι ὁ Θεὸς κατὰ πάντα ἐξομοιωθῆναί μοι, καὶ βαπτισθέντα τῆς αὐτῆς μοι μεταλαβεῖν τραπέζης. ταῦτα εἰπὼν ἡσυχάζειν μοι προσέταξεν. ἤδη γάρ που καὶ τὸν ὕπνον ἀπῄτει ἡ τοῦ σώματος φύσις. Τῇ μὲν οὖν ἐπιούσῃ ἡμέρᾳ", + "candidate_score": 0.630472, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_7_9", + "bdc_text": "Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken . Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_490", + "psc_text": "αὐτῆς ἔρωτα, καὶ ὡς σεμνὸς ὢν, ἅτε δὴ ὁ ἀδελφὸς, οὐκ ἐβουλήθη μιᾶναι κοίτην, καὶ πῶς βουλομένη καὶ αἰδουμένη αὐτὸν καὶ τὸν ψόγον ἡ κλαινα (οὐκ ἔστιν γὰρ αὐτὴν μέμψασθαι, ὅτι ἐκ γενέσεως ταῦτα ποιεῖν καὶ πάσχειν ἠναγκάζετο) ὄνειρον εἴτε ἀληθῆ εἴτε ψευδῆ ἐπλάσατο οὐκ ἔχω λέγειν· ἔλεγεν γὰρ αὐτὴν εἰρηκέναι, ὡς ὅτι ἐν ὁράματι ἐπιστάς τις ἐκέλευσέν μοι ἅμα τέκνοις ἐξαυτῆς τὴν Ῥωμαίων ἐκβῆναι πόλιν. ὁ δὲ ἀνὴρ σώζεσθαι αὐτὴν σὺν τοῖς υἱοῖς σπεύδων αὐτίκα αὐτοὺς παιδευθησομένους εἰς τὰς Ἀθήνας ἐξέπεμψεν σὺν τῇ μητρὶ καὶ δούλοις, τρίτον δὲ νεώτερον υἱὸν ἔχων ἔσχεν παρ᾽ αὑτῷ, ὡς δὴ τοῦ χρηματίσαντος κατ᾽ ὄναρ συνεῖναι αὐτὸν αὐτῷ ἐπιτρέψαντος. πολλοῦ δὲ χρόνου διελθόντος οὐκ ἔλαβεν γράμματα παρ᾽ αὐτῆς. αὐτὸς πολλάκις πέμψας εἰς Ἀθήνας, ἐμὲ παραλαβὼν ὡς πάντων αὐτῷ γνησιώτερον ὄντα, ἐπὶ τὴν ζήτησιν ἐπορεύθη. πολλὰ μὲν οὖν αὐτῷ καὶ κατὰ τὴν ἀποδημίαν συνέκαμον προθύμως, μεμνημένος ὅτι τῆς πάλαι αὐτοῦ εὐδαιμονίας κοινωνόν με πάντων εἶχεν,", + "candidate_score": 0.627305, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_22", + "bdc_text": "dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest.", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_594", + "psc_text": "μαθεῖν λέγει, ἀλλ᾽ ἀποκαλύψει μόνον. ἀποκάλυψίς ἐστιν τὸ ἐν πάσαις καρδίαις ἀνθρώπων ἀποῤῥήτως κείμενον κεκαλυμμένον, ἄνευ φωνῆς ταῖς αὐτοῦ βουλαῖς ἀποκαλυπτόμενον. καὶ οὕτως γίνεται γνῶναι, οὐ διδαχθέντα, ἀλλὰ συνέντα. τῷ μέντοι συνέντι οὐκ ἔξεστιν, ἄλλῳ τοῦτο ἀποδεῖξαι, ἐπεὶ μηδ᾽ αὐτὸς ἐδιδάχθη, οὔτε ἀποκαλύψαι δύναται, ἐπεὶ μὴ αὐτός ἐστιν ὁ υἱός, ἐκτὸς εἰ μὴ ἑαυτὸν λέγει εἶναι τὸν υἱόν. σὺ δὲ οὐκ εἶ ὁ ἑστὼς υἱός. εἰ γὰρ υἱὸς ἦς, πάντως ἄν ᾔδης τῆς τοιαύτης ἀποκαλύψεως τοὺς ἀξίους. σὺ δὲ οὐκ οἶδας. εἰ γὰρ ἠπίστασο, τὰ τῶν ἐπισταμένων ἄν ἐποίεις. Καὶ ὁ Σίμων ἔφη· ὁμολογῶ, οὐ συνῆκα πῶς λέγεις, τὰ τῶν ἐπισταμένων ἂν ἐποίεις. καὶ ὁ Πέτρος· εἰ οὐ συνῆκας, οὐδὲ τὸν ἑκάστου νοῦν εἰδέναι δύνῃ, καὶ εἰ ἀγνοεῖς, οὐδὲ τοὺς ἀξίους τῆς ἀποκαλύψεως ἐπίστασαι, εἰ δὲ οὐκ ἐπίστασαι, οὐκ εἶ υἱός· ὁ δὲ υἱὸς οἶδεν· διὸ οἷς βούλεται ὡς ἀξίοις οὐσιν ἀποκαλύπτει. καὶ ὁ Σίμων ἔφη· μὴ ἀπατῶ, οἶδα τοὺς", + "candidate_score": 0.626226, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_24_26", + "bdc_text": "viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd . Gott verlych uns allen unsere mißethat . Es ist ouch gleüß das houptman Baptist von Salis des bapsts Ritter von Bargellens zuͦ Sultz mitt so .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_88", + "psc_text": "τολμῶμεν, σοῦ κελεύσαντος, εἴ τις βουληθείη, φίλτατε Πέτρε, λέγειν ἡμῖν· ἀληθῆ ἐστιν τὰ γεγραμμένα, κἄν σοι ψευδῆ δοκῇ τὰ κατὰ τοῦ Θεοῦ ῥηθέντα· πῶς ἀποκριθῶμεν αὐτῷ; Καὶ ὁ Πέτρος ἀπεκρίνατο· εὗ εἶπας πυθόμενος, εἰς γὰρ σὴν ἀσφάλειαν ἔσται· πλὴν ἄκουσον. ἐπειδὴ πολλά ἐστιν τὰ ὑπὸ τῶν γραφῶν εἰρημένα κατὰ τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὸ ἐπεῖγον τῆς ὥρας διὰ τὴν ἑσπέραν, ἕνα ὅν βούλῃ λόγον πύθου καὶ ἐπιλύσομαι, δείξας αὐτὸν ψευδῆ· οὐχ ὅτι μόνον κατὰ τοῦ Θεοῦ εἴρηται, ἀλλ᾽ ὅτι ὄντως ψευδής ἐστιν. κᾀγὼ ἀπεκρινάμην· μαθεῖν θέλω πῶς τῶν γραφῶν ἀγνοεῖν λεγουσῶν τὸν Θεὸν σὺ γινώσκοντα αὐτὸν ἀποδεῖξαι δύνασαι. Καὶ ὁ Πέτρος ἀπεκρίνατο· εὐκόπως ἐλεγχθῆναι δυνάμενον προέτεινας ἡμῖν· πλὴν ἄκουσον, πῶς οὐδὲν ἀγνοεῖ Θεὸς, ἀλλὰ καὶ προγινώσκει. ὅ δὲ πυνθάνομαί σου, πρῶτον ἀπόκριναί μοι ὁ τὰς βίβλους γράψας καὶ εἰπὼν πῶς ὁ κόσμος ἐκτίσθη καὶ ὅτι οὐ προγινώσκει ὁ Θεός, ἄνθρωπος ἦν, ἢ οὔ; κᾀγὼ ἔφην· ἄνθρωπος. καὶ ὁ Πέτρος ἀπεκρίνατο· ἀνθρώπῳ", + "candidate_score": 0.625667, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_7", + "bdc_text": "Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_490", + "psc_text": "αὐτῆς ἔρωτα, καὶ ὡς σεμνὸς ὢν, ἅτε δὴ ὁ ἀδελφὸς, οὐκ ἐβουλήθη μιᾶναι κοίτην, καὶ πῶς βουλομένη καὶ αἰδουμένη αὐτὸν καὶ τὸν ψόγον ἡ κλαινα (οὐκ ἔστιν γὰρ αὐτὴν μέμψασθαι, ὅτι ἐκ γενέσεως ταῦτα ποιεῖν καὶ πάσχειν ἠναγκάζετο) ὄνειρον εἴτε ἀληθῆ εἴτε ψευδῆ ἐπλάσατο οὐκ ἔχω λέγειν· ἔλεγεν γὰρ αὐτὴν εἰρηκέναι, ὡς ὅτι ἐν ὁράματι ἐπιστάς τις ἐκέλευσέν μοι ἅμα τέκνοις ἐξαυτῆς τὴν Ῥωμαίων ἐκβῆναι πόλιν. ὁ δὲ ἀνὴρ σώζεσθαι αὐτὴν σὺν τοῖς υἱοῖς σπεύδων αὐτίκα αὐτοὺς παιδευθησομένους εἰς τὰς Ἀθήνας ἐξέπεμψεν σὺν τῇ μητρὶ καὶ δούλοις, τρίτον δὲ νεώτερον υἱὸν ἔχων ἔσχεν παρ᾽ αὑτῷ, ὡς δὴ τοῦ χρηματίσαντος κατ᾽ ὄναρ συνεῖναι αὐτὸν αὐτῷ ἐπιτρέψαντος. πολλοῦ δὲ χρόνου διελθόντος οὐκ ἔλαβεν γράμματα παρ᾽ αὐτῆς. αὐτὸς πολλάκις πέμψας εἰς Ἀθήνας, ἐμὲ παραλαβὼν ὡς πάντων αὐτῷ γνησιώτερον ὄντα, ἐπὶ τὴν ζήτησιν ἐπορεύθη. πολλὰ μὲν οὖν αὐτῷ καὶ κατὰ τὴν ἀποδημίαν συνέκαμον προθύμως, μεμνημένος ὅτι τῆς πάλαι αὐτοῦ εὐδαιμονίας κοινωνόν με πάντων εἶχεν,", + "candidate_score": 0.623842, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_22", + "bdc_text": "dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest.", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_595", + "psc_text": "ἐπισταμένων ἂν ἐποίεις. καὶ ὁ Πέτρος· εἰ οὐ συνῆκας, οὐδὲ τὸν ἑκάστου νοῦν εἰδέναι δύνῃ, καὶ εἰ ἀγνοεῖς, οὐδὲ τοὺς ἀξίους τῆς ἀποκαλύψεως ἐπίστασαι, εἰ δὲ οὐκ ἐπίστασαι, οὐκ εἶ υἱός· ὁ δὲ υἱὸς οἶδεν· διὸ οἷς βούλεται ὡς ἀξίοις οὐσιν ἀποκαλύπτει. καὶ ὁ Σίμων ἔφη· μὴ ἀπατῶ, οἶδα τοὺς ἀξίους, καὶ υἱὸς οὐκ εἰμί. τοῦτο μέντοι, τί ποτ᾽ ἔστιν, οἷς βούλεται ἀποκαλύπτει, οὐ συνῆκα ὡς λέγεις· τὸ δὲ μὴ συνιέναι οὐχ ὡς μὴ εἰδὼς εἶπον, ἀλλ᾽ ὡς εἰδὼς ὅτι οἱ παρεστῶτες οὐ συνῆκαν, ἵνα αὐτὸ σαφέστερον εἴπῃς, ὅπως νοήσωσιν ὧν ἕνεκεν καὶ τὴν ζήτησιν ποιούμεθα. καὶ ὁ Πέτρος· ἐγὼ σαφέστερον αὐτὸ εἰπεῖν οὐ δύναμαι, σὺ αὐτὸς ὡς νοήσας φράσον. καὶ ὁ Σίμων· ἐγὼ τὰ σὰ οὐκ ἀνάγκην ἔχω λέγειν. καὶ ὁ Πέτρος· φαίνῃ μοι, Σίμων, μὴ συνιεὶς αὐτὸ, καὶ ὁμολογεῖν μὴ θέλων, ἵνα μὴ ἐν ἀγνοίᾳ φωραθεὶς ἐλεγχθῇς μὴ ὤν σὺ ὁ ἑστὼς υἱός. τοῦτο γὰρ αἰνίσσῃ, κἄν σαφῶς", + "candidate_score": 0.623628, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_22", + "bdc_text": "dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest.", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_515", + "psc_text": "τοὺς ὄχλους. καὶ εἶθ’ οὕτως εἰσιὼν τῶν συνηθεστέρων ἁλῶν μεταλαβὼν ὕπνωσιν. Ὄρθρου δὲ ἐξ��ὼν ὁ Πέτρος καὶ ἐπιστὰς ἐπὶ τὸν συνήθη τοῦ διαλέγεσθαι τόπον ὄχλον πολὺν συνεστῶτα εἶδεν. καὶ ἅμα τῷ μέλλειν διαλέγεσθαι αὐτὸν εἰσῄει τις τῶν αὐτοῦ διακόνων λέγων· Σίμων ἀπὸ Ἀντιοχείας ἐληλυθὼς ἐπ᾽ αὐτῆς ἑσπέρας, μαθὼν ὑποσχόμενόν σε τὸν περὶ μοναρχίας ποιεῖσθαι λόγον, ἕτοιμός ἐστιν μετά γε Ἀθηνοδώρου τοῦ Ἐπικουρείου διαλεγομένῳ σοι ἐπελθεῖν, πρὸς τὸ ἀντιλέγειν δημοσίᾳ πᾶσιν τοῖς ὑπὸ σοῦ ὁπώσποτε ὑπὲρ μοναρχίας λεγομένοις λόγοις. ταῦτα τοῦ διακόνου λέγοντος, ἰδοὺ αὐτὸς εἰσῄει Σίμων μετὰ Ἀθηνοδώρου καὶ ἄλλων τινῶν τῶν ἑταίρων. καὶ πρὸ τοῦ τι τὸν Πέτρον φθέγξασθαι αὐτὸς προλαβὼν ἔφη. Ἔμαθον ὡς ὑπέσχου ἐχθὲς τῷ αύστῶ, εἰς τὴν σήμερον δεῖξαι τῇ τάξει τὸν λόγον ποιούμενος, καὶ ἀπ᾽ αὐτοῦ ἀρχόμενος τοῦ τῶν ὅλων δεσπότου, ὅτι αὐτὸν μόνον δεῖ λέγειν, ἄλλους δὲ μήτε λέγειν μήτε νομίζειν, ὅτι ὁ παρὰ τοῦτο ποιῶν αἰωνίως κολασθῆναι ἔχει. πρὸ πάντων δὲ ἀληθῶς καταπέπληγμαί", + "candidate_score": 0.623354, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_16_18", + "bdc_text": "Der Wyter , wunder Win ich schwernn , lieber es mir vorgegen herr , bitt ich üch , ir wellend die bygelegt , sscheift uch selbs halten ; dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben . Es möchte villicht ein und der ander brürten sich ettwas anderer gstalt ( doch zugetragen habenn .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_409", + "psc_text": "προῆξαν, ἐντολὴν ἔχοντες, ἐν τῷ πρώτῳ πανδοχείῳ προσομιλῆσαι τῷ συνοδοιποροῦντι ὄχλῳ, ὅπως σποράδην ἀλλήλων γενόμενοι εἰς τὰς πόλεις εἰσέρχωνται. Πορευθέντων οὖν αὐτῶν ἐγὼ Κλήμης μεγάλως ἔχαιρον, ὅτι σὺν αὑτῷ με ἐκέλευσεν εἶναι. καὶ ἀποκριθεὶς εἶπον· εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ, ὅτι με οὐκ ἐξαπέσταλκας, ὡς τοὺς ἑτέρους, ἐπειδὴ ὀδυνώμενος ἄν διαπεφωνήκειν. ὁ δὲ ἔφη· τί δέ; εἰ καὶ χρεία τις ἔσται πεμφθῆναί σέ που μαθημάτων χάριν, σὺ διὰ τὸ πρὸς ὀλίγον ἀπολιμπάνεσθαί μου συμφερόντως, διὰ τοῦτο τεθνήξῃ; οὐχὶ δὲ προσομιλήσας σεαυτῷ φέρειν τὰ διὰ τὴν ἀνάγκην σοι προσταγέντα εὐθύμως ὑποσταίης; ἢ οὐκ οἶσθα ὅτι σύνεισιν οἱ φίλοι ταῖς μνήμαις, κἄν τοῖς σώμασιν ἀπολιμπάνονται; ὡς ἔνιοι συνόντες τοῖς σώμασιν ἀμνημοσύνης αἰτίᾳ ταῖς ψυχαῖς ἀποδημοῦσιν τοῖς φίλοις. Κᾀγὼ ἀπεκρινάμην· μὴ τοίνυν νομίσῃς, κύριε, ὅτι τὰ λύπης πάσχειν ἤμελλον ἀνοήτως, ἀλλὰ καὶ πάνυ ὀρθῷ τινι λογισμῷ. ἐπεὶ γάρ σε, κύριέ μου, ἀντὶ πάντων ἔχω, πατρός τε καὶ μητρὸς καὶ ἀδελφῶν καὶ συγγενῶν, αἴτιόν μοι γενόμενον", + "candidate_score": 0.613056, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_18_20", + "bdc_text": "Es möchte villicht ein und der ander brürten sich ettwas anderer gstalt ( doch zugetragen habenn . Derhalber ich aller sach das noch bedencken und fragen von wegen diser geschicht , die ich von anfang an selben will , diewyl mir darum zwüßen ist . hätte ouch gern den anfang unnd mittel gesetzt , alterum unmößen üß gewesenn , ech hatt ouch vermeint wir wellend alltend das wunderklich , so sich den 28ten .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_485", + "psc_text": "σε θέλω. Κἀγὼ ἔφην· εἰ γενέσει τὰ πάντα ὑπόκειται, καὶ τοῦτο οὕτως ἔχον πεπληροφόρησαι, σεαυτῷ ἐναντία νοῶν συμβο��λεύεις. εἰ μὲν παρὰ γένεσιν οὐ δυνατὸν οὐδὲ τὸ φρονεῖν, τί ματαιοπονεῖς, συμβουλεύων γενέσθαι ὅ γενέσθαι ἀδύνατόν ἐστιν; ἀλλ᾽ ἔτι μὴν εἰ γένεσις ὑφέστηκεν, μὴ σπεῦδε πείθειν ἐμὲ μὴ σέβειν τὸν καὶ τῶν ἄστρων δεσπότην, οὗ θέλοντος καὶ μὴ γενέσθαι τι, γενέσθαι δυνατόν. αἰεὶ γὰρ τὸ ὑποκείμενον τῷ ἡγουμένῳ πείθεσθαι ἀνάγκην ἔχει. τὸ μέντοι τοὺς νομιζομένους θεοὺς σέβειν, γενέσεως ἐπικρατούσης, περιττόν ἐστιν. οὔτε γὰρ παρὰ τὸ δοκοῦν τῇ πεπρωμένῃ τι γίνεται, οὔτε αὐτοί τι ποιεῖν δύνανται, τῇ καθόλου αὐτῶν ὑποκείμενοι γενέσει. εἰ γένεσις ἔστιν, ἀντίκειται τὸ μὴ πρῶτον ἄρχειν, ἢ ὑποκεῖσθαι οὐ δύναται, τὸ ἀγένητον ὡς ἀγένητον ἑαυτοῦ πρεσβύτερον μηδὲν ἔχον. Τοιαῦτα πρὸς ἀλλήλους λεγόντων ἡμῶν, πολὺς παρέστη ὄχλος. καὶ τότε ἐγὼ εἰς τὸν ὄχλον ἀποβλέπων ἔφην· ἐγὼ καὶ τὸ ἐμὸν φῦλον ἐκ προγόνων Θεὸν σέβειν παρειληφὼς καὶ παράγγελμα ἔχων γενέσει μὴ προσανέχειν,", + "candidate_score": 0.611867, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_18_20", + "bdc_text": "Es möchte villicht ein und der ander brürten sich ettwas anderer gstalt ( doch zugetragen habenn . Derhalber ich aller sach das noch bedencken und fragen von wegen diser geschicht , die ich von anfang an selben will , diewyl mir darum zwüßen ist . hätte ouch gern den anfang unnd mittel gesetzt , alterum unmößen üß gewesenn , ech hatt ouch vermeint wir wellend alltend das wunderklich , so sich den 28ten .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_487", + "psc_text": "τεύξεται, εἴτε νῦν εἴτε αὖθις, οὐθέν μοι διαφέρει, πλὴν ὅτι πάντως ἀπολαύσει ἕκαστος ὧν ἔπραξεν. ἡ δὲ ἀπόδειξις τοῦ μὴ εἶναι γένεσιν, ἔστιν αὕτη. τῶν παρεστώτων εἴ τις ὀφθαλμῶν ἐστέρηται, ἢ κυλλὴν ἔχει τὴν χεῖρα, ἢ χωλὸν τὸν πόδα, ἢ ἕτερόν τι περὶ σῶμα, ὃ ὑποστροφὴν πρὸς ἴασιν πάλιν οὐκ ἔχει, καὶ παντὸς ἰατικοῦ ἐπαγγέλματος ἐκτός ἐστιν· ὃν οὐδὲ ἀστρολόγοι ἰᾶσθαι ἐπαγγέλλονται, ὅτι μὴ ἀπὸ τοῦ μακροῦ αἰῶνος τοιοῦτόν τι γέγονεν· ἐγὼ δὲ Θεοῦ δεηθεὶς τὴν ἴασιν παρασχῶ, ὁπότε ἐκ γενέσεως κατόρθωσιν τὸ τοιοῦτο οὐδέποτε λαβεῖν ἠδυνήθη. τούτου οὕτως γενομένου οὐχ ἁμαρτάνουσιν οἱ τὸν πάντα δημιουργήσαντα Θεὸν βλασφημοῦντες; καὶ ὁ γέρων ἀπεκρίνατο βλασφημεῖν γάρ ἐστιν τὸ λέγειν γενέσει ὑποκεῖσθαι τὰ πάντα; κἀγὼ ἀπεκρινάμην· καὶ πάνυ. εἰ γὰρ πᾶσαι αἱ τῶν ἀνθρώπων ἁμαρτίαι καὶ ἀσέβειαι καὶ ἀσέλγειαι ἐξ ἀστέρων γίνονται, οἱ δὲ ἀστέρες ταῦτα ποιεῖν ὑπὸ Θεοῦ ἐτάγησαν, ἵνα πάντων χαλεπῶν ἀποτελεστικοὶ γένωνται, αἱ πάντων ἁμαρτίαι εἰς αὐτὸν ἀναφέρονται, τὸν τὴν", + "candidate_score": 0.611287, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_17", + "bdc_text": "dan mir grohe gfar darus erwüchse , wenn man wüßte , das ich us den zünsten schriben .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_491", + "psc_text": "ὄναρ συνεῖναι αὐτὸν αὐτῷ ἐπιτρέψαντος. πολλοῦ δὲ χρόνου διελθόντος οὐκ ἔλαβεν γράμματα παρ᾽ αὐτῆς. αὐτὸς πολλάκις πέμψας εἰς Ἀθήνας, ἐμὲ παραλαβὼν ὡς πάντων αὐτῷ γνησιώτερον ὄντα, ἐπὶ τὴν ζήτησιν ἐπορεύθη. πολλὰ μὲν οὖν αὐτῷ καὶ κατὰ τὴν ἀποδημίαν συνέκαμον προθύμως, μεμνημέν��ς ὅτι τῆς πάλαι αὐτοῦ εὐδαιμονίας κοινωνόν με πάντων εἶχεν, ὑπὲρ αὐτοῦ με τοὺς φίλους ἀγαπῶν καὶ δὴ ἀπεπλεύσαμεν αὐτῆς καὶ οὕτως εἰς τὰ ἐνταῦθα τῆς Συρίας μέρη ἐγενόμεθα, εἰς Σελεύκειαν παρεβάλομεν, καὶ οὕτως ἐκβάντων ἡμῶν τοῦ πλοίου μετ᾽ οὐ πολλὰς ἡμέρας ἀθυμῶν ἐτελεύτησεν. ἐγὼ δὲ ἐνταῦθα ἐλθών, ἑαυτὸν ἀποδοὺς τὰς διὰ τῶν χειρῶν ἔκτοτε μέχρι τοῦ δεῦρο πορίζω τροφάς. Ταῦτα τοῦ γέροντος εἰπόντος σύνοιδα, ὅτι ὅν ἔλεγεν τεθνάναι γέροντα, αὐτὸς ἦν, ἐξ ὧν ἔλεγεν, ὁ ὑμέτερος πατήρ. οὐκ ἐβουλήθην οὖν τὸ καθ᾽ ὑμᾶς αὐτῷ συναντιβαλεῖν, μέχρις ἄν ὑμῖν προσανάθωμαι. πλὴν τὰ κατὰ τὴν ξενίαν αὐτοῦ καταμαθὼν καὶ τὴν ἐμὴν μηνύσας, ἀκριβείας ἕνεκα, τοῦτο μόνον ἐπυθόμην, τί ὄνομα τῷ γέροντι;", + "candidate_score": 0.609105, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_1_3", + "bdc_text": "Diß zyt aber kann ich wenig usrichtenn , diewyl ich leger allenthalten mitt Yschrey , wirten worten , frommals und pfysen tag und rächst ungeben sin unnd alle ouchtenbald überfallen wird . Wo die einrich nitt proviant selbs hervorh bringen lies inen , möchte es glie statt gar nitt verlyedenn , Gedoch , sünd sy , ob sy glich fründen und nich fenden , ir unwillig , dar man die soch zuͦ haltet .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_299", + "psc_text": "βλαβῆναι οὐδέν, ὡς μαθεῖν. Τῷ γὰρ τῆς εὐσεβείας ἡμῶν βασιλεῖ προσῆλθέν ποτε ὁ πρόσκαιρος βασιλεύς, οὐ βίαν ποιῶν, οὐ γὰρ ἐξῆν, ἀλλὰ προτρέπων καὶ ἀναπείθων, ὅτι τὸ πεισθῆναι ἐπὶ τῇ ἑκάστου κεῖται ἐξουσίᾳ. προσελθὼν οὖν, ὡς τῶν παρόντων ὤν βασιλεύς, τῷ τῶν μελλόντων βασιλεῖ ἔφη· πᾶσαι αἱ τοῦ νῦν κόσμου βασιλεῖαι ὑπόκεινται ἐμοί, ἔτι τε ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος καὶ πᾶσα ἡ τρυφὴ τοῦ κόσμου τούτου ὑπὸ ταῖς ἐμαῖς ἐστιν ἐξουσίαις· διὸ πεσὼν προσκύνησόν μοι, καὶ δώσω σοι πάντα ταῦτα. ταῦτα δὲ ἔλεγεν εἰδώς, ὅτι μετὰ τὸ προσκυνῆσαι καὶ τὴν κατ᾽ αὐτοῦ εἶχεν ἐξουσίαν, καὶ οὕτως τῆς μελλούσης δόξης καὶ βασιλείας αὐτὸν ἀφῄρει. καὶ πάντα εἰδὼς οὐ μόνον αὐτὸν οὐ προσεκύνησεν, ἀλλ᾽ οὐδὲ τῶν ὑπ᾽ αὐτοῦ λαβεῖν τι ἠθέλησεν· ἑαυτὸν γὰρ σὺν τοῖς ἑαυτοῦ κατενεχύραζεν, ὅπερ ἐστίν, μὴ ἐξεῖναι τοῦ λοιποῦ τῶν αὐτῷ ἀποδοθέντων μηδὲ ψαῦσαι ἔτι. ἀποκρινάμενος οὖν ἔφη· Γέγραπται, κύριον τὸν Θεόν σου φοβηθήσῃ, καὶ αὐτῷ λατρεύσεις", + "candidate_score": 0.604853, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_24", + "bdc_text": "viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_424", + "psc_text": "σε, διηγήσομαι. ἐγὼ πάνυ εὐγενὴς ὑπάρχουσα δυνάστου τινὸς προσταγῇ ἀνδρὶ πρὸς γένους αὐτῷ ὑπάρχοντι ἐγενόμην γυνή. καὶ μετὰ δίδυμα τέκνα ἔσχον ἕτερον υἱόν. ὁ δὲ τοῦ ἐμοῦ ἀνδρὸς ἀδελφὸς μανεὶς οὐκ ἔλαττον ἠράσθη μου τῆς ταλαιπώρου, σφόδρα σωφρονεῖν ἀγαπώσης. καὶ βουλομένη μήτε τῷ ἐραστῇ συνθέσθαι, μήτε τῷ ἐμῷ ἀνδρὶ ἀναθέσθαι τὸν τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ πρὸς ἐμὲ ἔρωτα, ἐλογισάμην, ἵνα μήτε μοιχησαμένη ἐμαυτὴν μιανῶ, μήτε τοῦ ἐμοῦ ἀνδρὸς τὴν κοίτην ὑβρίσω, μήτε τῷ ἀδελφῷ τὸν ἀδελφὸν πολέμιον καταστήσω, μήτε ὅλο�� γένος μέγα ὄν εἰς ὀνειδισμὸν πᾶσιν ὑποβαλῶ· ὡς ἔφην, ἐλογισάμην τὴν πόλιν μετὰ τῶν ἐμῶν διδύμων παίδων ἐκβῆναι ἐπὶ χρόνον τινά, ἕως ἂν καὶ ὁ μιαρὸς ἔρως παύσηται τοῦ ἐπὶ τῇ ἐμῇ ὕβρει κολακεύοντός με. τὸν μέντοι ἕτερον υἱὸν παρὰ τῷ πατρὶ μεῖναι εἰς παραμυθίαν κατέλιπον. Πλὴν ἵνα οὕτως ταῦτα γένηται, ἐπενόησα ὄνειρον πλάσασθαι, ὡς δή τινος νύκτωρ ἐπιστάντος μοι καὶ εἰρηκότος· γύναι, ἐξαυτῆς ἅμα τοῖς διδύμοις σου τέκνοις ἐπὶ χρόνον", + "candidate_score": 0.567464, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 15, + "cf_id": "cf021", + "work_id": "034_Augustinus-Hipponensis_Annotationes-in-Job", + "max_score": 0.679506, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_33", + "bdc_text": "Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten .", + "psc_chunk_id": "034_Augustinus-Hipponensis_Annotationes-in-Job_window_258", + "psc_text": "Aliud est enim minari, quod longe futura sunt supplicia peccatorum, quod est tanquam arcu tela intendere; aliud tanquam manu ad manum gladio verbi praesentes debellare cupiditates. Lanceae hastaeque tremore. Quid est quod lanceae hastaeque tremore super ipsum gaudet arcus et gladius? An quia nisi et ipse tremat, hoc est, timeat futuram mortem, quam jaculatur divina justitia, non potest praesentem contemnere, quam persecutor minatur, ut intrepidam habeat confessionem, et praedicet cum fiducia veritatem, cui non possint inimici resistere: atque ita super eum gaudeat, hoc est, per ipsum libere asseratur doctrina Dei, per quam minatur impiis futurum interitum, et interficit praesentem iniquitatem? Nisi enim gaudium spei nostrae cum tremore damnationis esset, in nobis negligens esset ipsa securitas et superba praesumptio; neque in Psalmo nobis diceretur, Exsultate ei cum tremore (Psal. II, 11) . Et iracundia evertit terram. Apud semetipsum irascens, ad evertendas in se terrenas concupiscentias et timores carnales, quibus quisque a", + "candidate_score": 0.679506, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 16, + "cf_id": "cf016", + "work_id": "stoa0022.stoa032.opp-lat1", + "max_score": 0.679179, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_37_39", + "bdc_text": "praeptenus 29 . dominationis tuae nihil ad me quaedam nova d. d. divino quae Roma allata , si ad in brectissimo ac observando manus erunt , hisce misuffarii . servulus S. I. Scriptum ne remittas , nisi me remittas .", + "psc_chunk_id": "stoa0022.stoa032.opp-lat1_window_189", + "psc_text": "uidit dominus DP' 23 manum (s. dexteram) suam D manum dexteram suam P' 24 intrepito P aliut P 25 nisi P ni 9. u.) propbeticos hos B manu B dexteram meam, et in uoluntate tua deduxisti me et cum gloria adsumpsisti me? quae est dextera nisi F actuosa animae uirtus? quae si uoluntate domini dirigatur, nihil aliud desiderat, nil requirit, nullas mundi huius opes, nulla adiumenta deposcit. § 28 Ideo dicit sanctus: quid enim mihi restat in caelo? et a te quid uolui super terram? id est: tu portio 672 A mea es, abundas mihi ad omnia, nihil quaesiui aliud nisi ut te partem haberem, nulli me caelesti, ut gentiles faciunt, subdidi creaturae, nullas saeculi huius diuitias et uoluptatum inlecebras concupiui. nullius egeo, qui. a te adsumptus sum, nec superest in caelestibus quod amplius quaeram. nihil habens omnia habeo, quia Christum habeo, cui pater altissimus non pepercit, sed pro nobis", + "candidate_score": 0.679179, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_38", + "bdc_text": "dominationis tuae nihil ad me quaedam nova d. d. divino quae Roma allata , si ad in brectissimo ac observando manus erunt , hisce misuffarii .", + "psc_chunk_id": "stoa0022.stoa032.opp-lat1_window_189", + "psc_text": "uidit dominus DP' 23 manum (s. dexteram) suam D manum dexteram suam P' 24 intrepito P aliut P 25 nisi P ni 9. u.) propbeticos hos B manu B dexteram meam, et in uoluntate tua deduxisti me et cum gloria adsumpsisti me? quae est dextera nisi F actuosa animae uirtus? quae si uoluntate domini dirigatur, nihil aliud desiderat, nil requirit, nullas mundi huius opes, nulla adiumenta deposcit. § 28 Ideo dicit sanctus: quid enim mihi restat in caelo? et a te quid uolui super terram? id est: tu portio 672 A mea es, abundas mihi ad omnia, nihil quaesiui aliud nisi ut te partem haberem, nulli me caelesti, ut gentiles faciunt, subdidi creaturae, nullas saeculi huius diuitias et uoluptatum inlecebras concupiui. nullius egeo, qui. a te adsumptus sum, nec superest in caelestibus quod amplius quaeram. nihil habens omnia habeo, quia Christum habeo, cui pater altissimus non pepercit, sed pro nobis", + "candidate_score": 0.672547, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_38_40", + "bdc_text": "dominationis tuae nihil ad me quaedam nova d. d. divino quae Roma allata , si ad in brectissimo ac observando manus erunt , hisce misuffarii . servulus S. I. Scriptum ne remittas , nisi me remittas . Der herr von h. erbarnet mich von gründ mines hertzens , dan seilig in sin son der pfaff derstich getrolet , dahin gebracht , und wo jenem gleg und weg oder fürbitt möchte funden werden .", + "psc_chunk_id": "stoa0022.stoa032.opp-lat1_window_189", + "psc_text": "uidit dominus DP' 23 manum (s. dexteram) suam D manum dexteram suam P' 24 intrepito P aliut P 25 nisi P ni 9. u.) propbeticos hos B manu B dexteram meam, et in uoluntate tua deduxisti me et cum gloria adsumpsisti me? quae est dextera nisi F actuosa animae uirtus? quae si uoluntate domini dirigatur, nihil aliud desiderat, nil requirit, nullas mundi huius opes, nulla adiumenta deposcit. § 28 Ideo dicit sanctus: quid enim mihi restat in caelo? et a te quid uolui super terram? id est: tu portio 672 A mea es, abundas mihi ad omnia, nihil quaesiui aliud nisi ut te partem haberem, nulli me caelesti, ut gentiles faciunt, subdidi creaturae, nullas saeculi huius diuitias et uoluptatum inlecebras concupiui. nullius egeo, qui. a te adsumptus sum, nec superest in caelestibus quod amplius quaeram. nihil habens omnia habeo, quia Christum habeo, cui pater altissimus non pepercit, sed pro nobis", + "candidate_score": 0.652912, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_36_38", + "bdc_text": "verbenns , üch lassend gruͤsen unser g. S. consuli , Pat . consulis car. fundamus partes mutuas . praeptenus 29 . dominationis tuae nihil ad me quaedam nova d. d. divino quae Roma allata , si ad in brectissimo ac observando manus erunt , hisce misuffarii .", + "psc_chunk_id": "stoa0022.stoa032.opp-lat1_window_185", + "psc_text": "non DP' 15 alt. esse om. B 16 enim est D (enim 8. u.) P1 20 suscepisti B accipimus DP' 21 EkpaTHCaTTHCXipOC libri, corr. Erasmus 22 id ... manum om. C ΤΗΟΔΕξΙCMOy PB et magis corrupta C THO et deinde spatium 10 fere litt. D, om. haec et uerba deiteram meam spatio relicto P', corr. Gelenius 25 suis om. B habere om. DP' a serpente deceptus. sed quia oblitus est mandatum dei et uoluntatem serpentis impleuit, manum eius diabolus tenuit C et ad lignum scientiae mali et boni fecit extendi, ut interdicta decerperet. praeiudicatum est in illo omnibus et coepit uniuersis aduersarius ad dexteram stare. unde et illa in Iudan maledicti forma processit: et diabolus stet a dextris eius. si illud maledictum graue, maxima est ista benedictio, qua maledictionis durae uincla laxantur. ideo dominus Iesus ad dexteram sibi diabolum statuit, sicut in Zacchariae legimus libro; hominis enim causam locumque susceperat.", + "candidate_score": 0.644322, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_36_38", + "bdc_text": "verbenns , üch lassend gruͤsen unser g. S. consuli , Pat . consulis car. fundamus partes mutuas . praeptenus 29 . dominationis tuae nihil ad me quaedam nova d. d. divino quae Roma allata , si ad in brectissimo ac observando manus erunt , hisce misuffarii .", + "psc_chunk_id": "stoa0022.stoa032.opp-lat1_window_189", + "psc_text": "uidit dominus DP' 23 manum (s. dexteram) suam D manum dexteram suam P' 24 intrepito P aliut P 25 nisi P ni 9. u.) propbeticos hos B manu B dexteram meam, et in uoluntate tua deduxisti me et cum gloria adsumpsisti me? quae est dextera nisi F actuosa animae uirtus? quae si uoluntate domini dirigatur, nihil aliud desiderat, nil requirit, nullas mundi huius opes, nulla adiumenta deposcit. § 28 Ideo dicit sanctus: quid enim mihi restat in caelo? et a te quid uolui super terram? id est: tu portio 672 A mea es, abundas mihi ad omnia, nihil quaesiui aliud nisi ut te partem haberem, nulli me caelesti, ut gentiles faciunt, subdidi creaturae, nullas saeculi huius diuitias et uoluptatum inlecebras concupiui. nullius egeo, qui. a te adsumptus sum, nec superest in caelestibus quod amplius quaeram. nihil habens omnia habeo, quia Christum habeo, cui pater altissimus non pepercit, sed pro nobis", + "candidate_score": 0.640724, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_8", + "bdc_text": "Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g .", + "psc_chunk_id": "stoa0022.stoa032.opp-lat1_window_278", + "psc_text": "suis fragilia et caduca populetur aut securibus suis ianuas tui cordis excidat. sit igitur in nobis non silua, sed uinea: sit porta nostri oris et cordis clausa diligentius, ne hostis introeat. cito diffindit ianuam, si patentem inuenerit; at uero Christus pulsat, B non deicit, . qui confortauit, o Hierusalem, seras portarum tuarum. Christus manu pulsat, ut aperias, aduersarius securibus concidit, et ideo scriptum est, ne securis et malleus in domum dei intret. foris debet esse superbia ac fallacia, non intus; foris enim pugnae, pax intus, quae supra omnem intellectum est. non scindatur ferro anima tua, sed ut anima Ioseph ita anima tua ferrum pertranseat, ne principale tuum uelut quoddam tabernaculum uerbi in ipso fidei C 2 Psalm. LXVII 22 3 Eccl. 10, 4 5 Gen. 1, 26 sq. 11 Psalm. LXXIII5 sq. 15 Cant. 5, 2 Luc. 12, 36 16 Psalm. CXXXXVII1 sq. (12 sq.) 18 Reg. III 6, 11", + "candidate_score": 0.603874, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_8", + "bdc_text": "Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g .", + "psc_chunk_id": "stoa0022.stoa032.opp-lat1_window_8", + "psc_text": "in somniis et in uisionibus me percellis. § 6 Quam misera hominis condicio, quae quasi mercennana D aliis laborat, sibi indiget et nisi aliena misericordia sustentare se nequit! cottidie sub formidine, sub timore grauem tolerans seruitutem et, ne deprehendatur a domino, erratica atque E fugitiua sub umbra quadam saeculi huius putat se posse 1 Iob 2, 7 2 Iob 6, 4 5 Iob 6, 9 et 11-14 11 Iob 7, 1—6 et 13 sq. 3 a quibus B (a in mg. m2) D 6 me om. DP' quią B (Õtt LXX) qui cet. 7 susteneo P 9 aereae sunt B 12 iij B super terrA DP1 19 usque ad D 20 pudridine P 21 glebus B (in mg. m2) cet. 22 fabula PB fauilla P in mg. m2 B in mg. m2 cet. 23 lectulus B (lu 8. u. m2) D 27 cottidine P (n del.) 29 futigitiua P (ti", + "candidate_score": 0.59726, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 17, + "cf_id": "cf007", + "work_id": "pta0037.pta001.pta-grc1", + "max_score": 0.678785, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_20_22", + "bdc_text": "hätte ouch gern den anfang unnd mittel gesetzt , alterum unmößen üß gewesenn , ech hatt ouch vermeint wir wellend alltend das wunderklich , so sich den 28ten . januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ; dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest.", + "psc_chunk_id": "pta0037.pta001.pta-grc1_window_264", + "psc_text": "ἡμέρᾳ ᾗ οὐ προσδοκᾷ καὶ ἐν ὥρᾳ ᾗ οὐ γινώσκει καὶ διχοτομήσει αὐτὸν καὶ τὸ μέρος αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀπίστων θήσει· ἐκεῖ γὰρ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν· γρηγορεῖτε. ταῦτα μὲν οὖν ἐν τῷ εὐαγγελίῳ αὐτὸς ὁ κύριος ἡμῶν διδάσκων τοὺς μαθητὰς ἀπεφήνατο. ὁμοίως δὲ καὶ μετὰ τὴν ἀνάστασιν αὐτοῦ τὰ αὐτὰ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ; ὁ δὲ εἶπεν πρὸς αὐτούς· οὐχ ὑμῶν ἐστιν γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ, ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου πνεύματος ἐφ’ ὑμᾶς καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ καὶ πάσῃ χώρᾳ τῆς Σαμαρείας καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. Ἐπεὶ οὖν ἀπέκρυψεν ἀπ’ αὐτῶν τὴν ἡμέραν, διὰ δὲ τῶν σημείων τῶν γινομένων, δι’ ὧν εὐκόλως ἐπιγνώσεται ὁ ἄνθρωπος, ἐξεῖπεν, νοεῖν ὀφείλομεν τὰ κατὰ", + "candidate_score": 0.678785, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27_29", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 . man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0037.pta001.pta-grc1_window_220", + "psc_text": "τεράστιον θέαμα, θῆρας ἀγρίους ὑπὸ ἀνδρὸς ἡμερωμένους καὶ ἐν ταῖς τούτου χερσὶν θαλπομένους. ἀναχθέντος τοίνυν τοῦ Δανιήλ ἐκ τοῦ λάκκου, πᾶσα διαφθορὰ οὐχ εὑρέθη ἐν αὐτῷ, ὅτι ἐπίστευσεν ἐν τῷ θεῷ αὐτοῦ. Τότε εἶπεν ὁ βασιλεύς, καὶ ἤγαγον τοὺς ἄνδρας τοὺς ἐνδιαβαλόντας τὸν Δανιήλ καὶ εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων ἐνεβλήθησαν αὐτοὶ καὶ οἱ υἱοὶ αὐτῶν καὶ αἱ γυναῖκες αὐτῶν, καὶ οὐκ ἔφθασαν εἰς τὸ ἔδαφος τοῦ λάκκου, ἕως οὗ ἐκυρίευσαν αὐτῶν οἱ λέοντες καὶ πάντα τὰ ὀστᾶ αὐτῶν ἐλέπτυναν. οἱ οὖν πεποιθότες ἐπὶ ἀνθρώπῳ βασιλεῖ καὶ τῷ πλησίον βόθρον ὀρύξαντες αὐτοὶ εἰς αὐτὸν ἐμπεσοῦνται εἰς ἀπώλειαν. ὡς καὶ τότε ἐπὶ τοῖς τρισὶν παισὶν συνέβη· τῶν μὲν ἐν τῇ καμίνῳ ὄντων πῦρ οὐκ ἐκυρίευσεν, τοὺς δὲ ἔξω τῶν Χαλδαίων διοδεῦσαν κατέφλεξεν. δικαίως γὰρ οἱ τοῦ θεοῦ ὀφθαλμοὶ ἀξίαν τὴν κρίσιν τοῖς ἀνθρώποις ἀπονέμουσιν. ὡς καὶ τῷ Ἀμὰν μεταξὺ συνέβη, βουληθέντι τὸν Μαρδοχαῖον καὶ τὸ τούτου γένος μιᾷ ἡμέρᾳ διολέσαι· πεντήκοντα", + "candidate_score": 0.67493, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27_29", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 . man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0037.pta001.pta-grc1_window_348", + "psc_text": "τῷ Δανιήλ εἴρηκεν· καὶ διαθήσει διαθήκην πολλοῖς ἑβδομὰς μία, καὶ ἔσται ἐν τῷ ἡμίσει τῆς ἑβδομάδος ἀρθήσεταί μου θυσία καὶ σπονδή· ἵνα δειχθῇ ἡ μία ἑβδομὰς εἰς δύο μεριζομένη, τῶν μὲν δύο μαρτύρων τρία ἥμισυ ἔτη κηρυσσόντων, τοῦ δὲ ἀντιχρίστου τὸ ἐπίλοιπον τῆς ἑβδομάδος τοὺς ἁγίους πολεμοῦντος καὶ πάντα τὸν κόσμον ἐρημοῦντος, ἵνα πληρωθῇ τὸ εἰρημένον· καὶ δώσουσιν βδέλυγμα ἐρημώσεως ἡμέρας χιλίας διακοσίας ἐνενήκοντα· μακάριος ὁ ὑπομείνας εἰς Χριστὸν καὶ φθάσας εἰς ἡμέρας χιλίας τριακοσίας τριάκοντα πέντε. τότε γὰρ ἔσται θλῖψις μεγάλη, οἵα οὐ γέγονεν τοιαύτη ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, ἄλλων ἀλλαχῇ κατὰ πᾶσαν πόλιν καὶ χώραν εἰς τὸ ἀναιρεῖν τοὺς πιστοὺς πεμπομένων, καὶ τῶν μὲν Ἰουδαίων ἐπὶ τῇ τούτων ἀπωλείᾳ εὐφραινομένων, καὶ τῶν ἐθνῶν ἐπιχαιρομένων καὶ τῶν ἀπίστων αὐτοῖς συναιρομένων, τῶν δὲ ἁγίων ἀπὸ δύσεως εἰς ἀνατολὴν πορευομένων, καὶ ἑτέρων ἀπὸ ἀνατολῶν εἰς μεσημβρίαν διωκομένων, ἄλλων δὲ ἐν τοῖς ὄρεσιν καὶ ἐν τοῖς σπηλαίοις κρυπτομένων, πανταχοῦ αὐτοὺς τοῦ βδελύγματος πολεμοῦντος", + "candidate_score": 0.674808, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27_29", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 . man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0037.pta001.pta-grc1_window_253", + "psc_text": "ζωὴν ὁδηγούμενοι, ὑπὸ δὲ τῶν προφητῶν διδασκόμενοι καὶ ὑπὸ τοῦ πνεύματος φωτιζόμενοι, ἵνα διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ σοφισθέντες ἐπιγνῶμεν τὰ πάλαι μὲν προκεκηρυγμένα κατὰ καιροὺς δὲ συμβάντα καὶ συμβησόμενα· τήν τε κρίσιν τοῦ θεοῦ πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχοντες φυλάξωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς κακοῦ, ἵνα ἐκφύγωμεν τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον καὶ τὴν κόλασιν τὴν ἀκατάπαυστον. εἰ γὰρ καὶ νῦν ἐφ’ ἡμῶν οὐ συμβαίνει ταῦτα διὰ τὸ μήπω τοὺς χρόνους πεπληρῶσθαι, ἀλλὰ γοῦν εὔχεσθαι δεῖ μηδὲ εὑρεθῆναι ἡμᾶς ἐν τοῖς τοιούτοις καιροῖς, ἐν οἷς ταῦτα συμβήσεται, μήποτε ἀτονήσας τις ἀπὸ τῆς θλίψεως τῆς μεγάλης τῆς ἐπερχομένης τῷ κόσμῳ ἐκπέσῃ τῆς αἰωνίου ζωῆς. ἐνορᾶν γὰρ χρὴ τί λέγει ὁ προφήτης· καὶ ἐζήτουν ἀκριβῶς περὶ τοῦ θηρίου τοῦ τετάρτου, ὅτι ἦν διαφέρον παρὰ πᾶν θηρίον, φοβερὸν περισσῶς· οἱ ὀδόντες αὐτοῦ σιδηροῖ καὶ οἱ ὄνυχες αὐτοῦ χαλκοῖ, ἐσθίον καὶ λεπτῦνον, καὶ τὰ ἐπίλοιπα τοῖς ποσὶν αὐτοῦ συνεπάτει· καὶ περὶ τῶν κεράτων αὐτοῦ τῶν δέκα τῶν ἐν", + "candidate_score": 0.674674, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27_29", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 . man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0037.pta001.pta-grc1_window_23", + "psc_text": "τοῦ Μελγὰδ ἐχόμενον λόγου· ἀγνοῶν γὰρ τὸ δι’ αὐτῶν οἰκονομούμενον, εὐλαβεῖτο μήποτε ὁραθῶσιν αἱ ἰδέαι αὐτῶν σκυθρωπαὶ παρὰ τὰ παιδάρια τὰ ἐσθίοντα τὴν τράπεζαν τοῦ βασιλέως καὶ ἐν τούτῳ αἴτιος εὑρεθεὶς θανάτῳ αὐτὸς παραδοθῇ. οἱ δὲ ἀποδεῖξαι αὐτῷ βουλόμενοι ὅτι μὴ βρώματα ἐπίγεια εἴη τὰ παρέχοντα ἀνθρώποις κάλλος καὶ ἰσχύν, ἀλλὰ χάρις θεοῦ διὰ λόγου δωρουμένη, εἶπον πρὸς αὐτόν· πείρασον δὴ τοὺς παῖδάς σου ἡμέρας δέκα καὶ δότωσαν ἡμῖν ἀπὸ τῶν σπερμάτων καὶ φαγόμεθα καὶ ὕδωρ πιόμεθα καὶ ὀφθήτωσαν αἱ ἰδέαι ἡμῶν καὶ αἱ ἰδέαι τῶν παιδαρίων τῶν ἐσθιόντων τὴν τράπεζαν τοῦ βασιλέως καὶ καθὼς ἂν ἴδῃς, οὕτως ποίησον μεθ’ ἡμῶν. εἶδες πίστιν παίδων ἀπαράβατον καὶ φόβον θεοῦ ἀμετάθετον; δέκα ἡμερῶν χρόνου διάστημα ᾐτήσαντο, ἵνα ἐν τούτῳ ἐπιδείξωσιν μὴ δύνασθαι ἑτέρως ἀνθρώπους χάριν παρὰ θεοῦ κτήσασθαι, εἰ μὴ τῷ διὰ Ἰησοῦ κηρυττομένῳ λόγῳ πιστεύουσιν. Λέγει οὖν ἡ γραφή· καὶ εἰσήκουσεν αὐτῶν ὁ ἀρχιευνοῦχος καὶ ἐπείρασεν αὐτοὺς ἡμέρας δέκα καὶ μετὰ", + "candidate_score": 0.671943, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27_29", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 . man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0037.pta001.pta-grc1_window_217", + "psc_text": "πόθεν οὖν κινηθεὶς τοῦτο τὸ ῥῆμα ἐφθέγξατο ὁ βασιλεύς, εἰ μὴ ὅτι ἠκηκόει τὰ ἐπὶ τῶν παίδων συμβάντα, οἳ μὴ θελήσαντες τῷ προστάγματι τοῦ βασιλέως ὑποταγῆναι ἐκ καμίνου πυρὸς διεσώθησαν; ... τὸ ὅμοιον ἐπ’ αὐτῷ συμβήσεται, ἀνθ’ ὧν τὸν μὲν θεὸν ἐφοβήθη, τὸ δὲ δόγμα Μήδων καὶ Περσῶν ἐξουδένωσεν. Καὶ εἶπεν Δανιήλ τῷ βασιλεῖ· ὁ θεός μου ἀπέστειλεν τὸν ἄγγελον αὐτοῦ καὶ ἐνέφραξεν τὰ στόματα τῶν λεόντων καὶ οὐκ ἐλυμήναντό με, ὅτι κατενώπιον αὐτοῦ εὐθύτης εὑρέθη μοι καὶ ἐνώπιον δὲ σοῦ, βασιλεῦ, παράπτωμα οὐκ ἐποίησα. — πόσον ποιεῖ πεποίθησιν πρὸς θεὸν ἔχειν μᾶλλον ἢ πρὸς ἀνθρώπους. ἄνθρωποι μὲν γὰρ ἀφελπίζουσιν καὶ θανάτῳ παραδιδόασιν, ὁ δὲ θεὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ οὐκ ἐγκαταλείπει. διὰ τοῦτο ὁ ψαλμῳδὸς διδάσκει λέγων· ἀγαθὸν πεποιθέναι ἐπὶ κύριον ἢ πεποιθέναι ἐπ’ ἄνθρωπον· ἀγαθὸν ἐλπίζειν ἐπὶ κύριον ἢ ἐλπίζειν ἐπ’ ἄρχουσιν. τότε τοίνυν τοῦ ἀγγέλου ἐν τῷ λάκκῳ φανέντος τὰ μὲν θηρία τὰ ἄγρια ἡμερώθη καὶ τούτῳ τὰς", + "candidate_score": 0.671773, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27_29", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 . man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "pta0037.pta001.pta-grc1_window_226", + "psc_text": "θηρία τὰ ἔμπροσθεν αὐτοῦ, καὶ κέρατα δέκα αὐτῷ. προσενόουν τοῖς κέρασιν αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ κέρας ἕτερον μικρὸν ἀνέβη ἐν μέσῳ αὐτῶν, καὶ τρία κέρατα τῶν ἔμπροσθεν αὐτοῦ ἐξερριζώθη ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ· καὶ ἰδοὺ ὀφθαλμοὶ ὡσεὶ ὀφθαλμοὶ ἀνθρώπου ἐν τῷ κέρατι τούτῳ καὶ στόμα λαλοῦν μεγάλα. ἐθεώρουν ἕως ὅτε θρόνοι ἐτέθησαν, καὶ ὁ παλαιὸς τῶν ἡμερῶν ἐκάθισεν, καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιὼν καὶ ἡ θρὶξ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ ὡσεὶ ἔριον καθαρόν. ὁ θρόνος αὐτοῦ φλὸξ πυρός, οἱ τροχοὶ αὐτοῦ πῦρ φλέγον· ποταμὸς πυρὸς εἷλκεν ἔμπροσθεν αὐτοῦ. χίλιαι χιλιάδες ἐλειτούργουν αὐτῷ καὶ μύριαι μυριάδες παρειστήκεισαν αὐτῷ. κριτήριον ἐκάθισεν καὶ βίβλοι ἠνεῴχθησαν. ἐθεώρουν τότε ἀπὸ φωνῆς τῶν λόγων τῶν μεγάλων, ὧν τὸ κέρας ἐκεῖνο ἐλάλει, ἕως ἀνῃρέθη τὸ θηρίον καὶ ἀπώλετο καὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ ἐδόθη εἰς καῦσιν πυρός· καὶ τῶν λοιπῶν θηρίων ἡ ἀρχὴ μετεστάθη, καὶ μακρότης ζωῆς ��δόθη αὐτοῖς ἕως καιροῦ. Ἐπεὶ οὖν διάφορα θηρία ἐπεδείχθη τῷ μακαρίῳ Δανιήλ", + "candidate_score": 0.67165, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_21", + "bdc_text": "januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ;", + "psc_chunk_id": "pta0037.pta001.pta-grc1_window_264", + "psc_text": "ἡμέρᾳ ᾗ οὐ προσδοκᾷ καὶ ἐν ὥρᾳ ᾗ οὐ γινώσκει καὶ διχοτομήσει αὐτὸν καὶ τὸ μέρος αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀπίστων θήσει· ἐκεῖ γὰρ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν· γρηγορεῖτε. ταῦτα μὲν οὖν ἐν τῷ εὐαγγελίῳ αὐτὸς ὁ κύριος ἡμῶν διδάσκων τοὺς μαθητὰς ἀπεφήνατο. ὁμοίως δὲ καὶ μετὰ τὴν ἀνάστασιν αὐτοῦ τὰ αὐτὰ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ; ὁ δὲ εἶπεν πρὸς αὐτούς· οὐχ ὑμῶν ἐστιν γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ, ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου πνεύματος ἐφ’ ὑμᾶς καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ καὶ πάσῃ χώρᾳ τῆς Σαμαρείας καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. Ἐπεὶ οὖν ἀπέκρυψεν ἀπ’ αὐτῶν τὴν ἡμέραν, διὰ δὲ τῶν σημείων τῶν γινομένων, δι’ ὧν εὐκόλως ἐπιγνώσεται ὁ ἄνθρωπος, ἐξεῖπεν, νοεῖν ὀφείλομεν τὰ κατὰ", + "candidate_score": 0.668758, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_20_22", + "bdc_text": "hätte ouch gern den anfang unnd mittel gesetzt , alterum unmößen üß gewesenn , ech hatt ouch vermeint wir wellend alltend das wunderklich , so sich den 28ten . januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ; dann es kompt alles uf ein boͤgen , unnd werden der sönnen enderunten in die 8 oder 9 verzenn , da sy einett nitt abenn ich , hör ich ein dassen und , man gesin , wie anderest.", + "psc_chunk_id": "pta0037.pta001.pta-grc1_window_307", + "psc_text": "ὅθεν προορῶν ὁ ἄγγελος, ὅτι οὐ πάντες μέλλουσι πιστεύειν αὐτῷ, ἔφη· τοῦ συντελέσαι ἁμαρτίας καὶ τοῦ σφραγίσαι ἁμαρτίας. ὅσοι γὰρ ἕως τέλους ἠπείθησαν αὐτῷ, τούτων συνετελέσθησαν αἱ ἁμαρτίαι καὶ ἐσφραγίσθησαν εἰς κρίσιν τηρούμεναι· ὅσοι δὲ ἤμελλον πιστεύειν αὐτῷ καὶ ἐξομολογεῖσθαι αὐτῷ ὡς δυναμένῳ ἀφιέναι ἁμαρτίας, τούτων ἀπηλείφοντο αἱ ἁμαρτίαι. Καὶ διὰ τοῦτο λέγει· καὶ τοῦ σφραγίσαι ὅρασιν καὶ προφήτην. ἐπειδὴ γὰρ πλήρωμα νόμου καὶ προφητῶν αὐτὸς παρῆν, ὁ νόμος γὰρ καὶ οἱ προφῆται ἕως Ἰωάννου , ἔδει τὰ ὑπ’ ἐκείνων λαλούμενα σφραγίζεσθαι, ἵνα ἐν τῇ τοῦ κυρίου παρουσίᾳ πάντα λυθέντα φωτισθῇ καὶ τὰ ἐσφρα��ισμένα καὶ γνωσθῆναι μὴ δυνάμενα εὐκόλως ἐπιγνωσθῇ, καὶ τὰ πάλαι δεδεμένα νῦν ὑπ’ αὐτοῦ λυθῇ. ὡς αὐτὸς ὁ κύριος εἴρηκεν πρὸς τοὺς ἄρχοντας τοῦ λαοῦ, οἳ ἡνίκα εἶδον αὐτὸν δυνάμεις ἐπιτελοῦντα ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου καὶ θεραπεύοντα πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἠγανάκτουν· ὁ δὲ πρὸς αὐτοὺς ἔφη· ὑποκριταί, ἕκαστος ὑμῶν τὸν βοῦν καὶ τὸν ὄνον", + "candidate_score": 0.662482, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_21", + "bdc_text": "januarij als die korten mitt willen handlen willen , ander sönnen zwissen , 8ten als zuͦs min gebeßen am morgen zuͦ gefragen , mit schuͤder und damel , sy doch getruckenn hinab geschir habenn , damitt er vorhinderend uns seinerden gmeinen man yngebilden hett , so verschindtigen uns dem nüwe gescheft , aber wir wildends , wils gott , die wochen mögen , unns in kurtzem hin abfertigenn , des sonderlich gemeinen zuͦgant , an iren wenn es ze thuͦn sye , unnd das es sonderlich gemeiner , si kaint an iren zeüpteren betreffen will , wer es truckenn wurde oder wiebte möchten will , wüß ein ;", + "psc_chunk_id": "pta0037.pta001.pta-grc1_window_263", + "psc_text": "νυμφίον, μή ποτε διὰ τὴν μακροημερίαν ἀμελήσαντες τῶν ὑπ’ αὐτοῦ προστεταγμένων, χρονίζοντος αὐτοῦ ἀπονυστάξαντες οἱ ἄνθρωποι ἐκπέσωσιν τῆς ἐπουρανίου ζωῆς. γρηγορεῖτε γὰρ λέγει οὐ γὰρ οἴδατε ποίᾳ ἡμέρᾳ ἢ ὥρᾳ ὁ κύριος ὑμῶν ἔρχεται, ἢ ὀψέ, ἢ μεσονυκτίῳ, ἢ πρωί. διὰ τοῦτο λέγει· μακάριος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ὃν ἐλθὼν ὁ κύριος αὐτοῦ εὑρήσει γρηγοροῦντα· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι ἐπὶ πᾶσιν τοῖς ὑπάρχουσιν αὐτοῦ καταστήσει αὐτόν. ἐὰν δὲ εἴπῃ ὁ κακὸς δοῦλος ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, χρονίζει ὁ κύριός μου ἔρχεσθαι, καὶ ἄρξηται τύπτειν τοὺς παῖδας καὶ τὰς παιδίσκας, ἐσθίειν τε καὶ πίνειν μετὰ τῶν μεθυόντων, ἥξει ὁ κύριος αὐτοῦ ἐν ἡμέρᾳ ᾗ οὐ προσδοκᾷ καὶ ἐν ὥρᾳ ᾗ οὐ γινώσκει καὶ διχοτομήσει αὐτὸν καὶ τὸ μέρος αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀπίστων θήσει· ἐκεῖ γὰρ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν· γρηγορεῖτε. ταῦτα μὲν οὖν ἐν τῷ εὐαγγελίῳ αὐτὸς ὁ κύριος ἡμῶν διδάσκων τοὺς μαθητὰς ἀπεφήνατο.", + "candidate_score": 0.655866, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "pta0037.pta001.pta-grc1_window_139", + "psc_text": "ὁ θεὸς ἐξαπέστειλεν τὸν ἄγγελον αὐτοῦ καὶ ἐνέφραξεν τὰ στόματα τῶν λεόντων καὶ οὐκ ἐλυμήναντό με. καὶ γὰρ οἱ τακτικοὶ καὶ οἱ σατράπαι πάντες ἐμηχανήσαντο ἀφορμήν, ἵνα ἀποκτείνωσιν τὸν Δανιήλ τοῖς θηρίοις παραδόντες· ὁ δὲ θεὸς εἰδὼς τὴν ἐκείνων κακομηχανίαν καὶ τὴν τοῦ μακαρίου Δανιήλ ἁπλότητα ἐρρύσατο αὐτὸν ἐκ στόματος τῶν λεόντων, ὥστε οὓς μὲν θέλει ῥύεται, οὓς δὲ θέλει παραλαμβάνει. εὑρίσκομεν γὰρ καὶ τοὺς ἑπτὰ μάρτυρας ἐπὶ Ἀντιόχου δεινὰς κολάσεις ὑπομείναντας καὶ ἐκ τοῦ κόσμου παραληφθέντας. τί οὖν; οὐκ ἠδύνατο ὁ θεὸς πατάξαι τὸν βασιλέα Ἀντίοχον καὶ ῥύσασθαι τοὺς ἑπτὰ ἀδελφούς; ἠδύνατο· ἀλλ’ ‹οὐκ ἠθέλησεν,› ἵνα ἡμέτερος τοῦτο γένηται ὑπογραμμός. εἰ γὰρ πάντας ἐρρύετο, τίς ἤμελλεν μαρτυρεῖν; εἰ δὲ πάντες ἐμαρτύρουν ἀποθνήσκοντες, ἐλέγετο ἂν ὑπό τινων ἀπίστων ὡς ἀδυνατοῦντος τοῦ θεοῦ τοῦτο γίνεται. Δεῖ οὖν τὸν ἄνθρωπον τῇ βουλῇ τοῦ θεοῦ μὴ ἀντιπίπτειν. ἐάν τε γὰρ ζῶμεν, τῷ κυρίῳ ζῶμεν· ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τῷ κυρίῳ ἀποθνήσκομεν· ἐάν τε ζῶμεν,", + "candidate_score": 0.632284, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte .", + "psc_chunk_id": "pta0037.pta001.pta-grc1_window_23", + "psc_text": "τοῦ Μελγὰδ ἐχόμενον λόγου· ἀγνοῶν γὰρ τὸ δι’ αὐτῶν οἰκονομούμενον, εὐλαβεῖτο μήποτε ὁραθῶσιν αἱ ἰδέαι αὐτῶν σκυθρωπαὶ παρὰ τὰ παιδάρια τὰ ἐσθίοντα τὴν τράπεζαν τοῦ βασιλέως καὶ ἐν τούτῳ αἴτιος εὑρεθεὶς θανάτῳ αὐτὸς παραδοθῇ. οἱ δὲ ἀποδεῖξαι αὐτῷ βουλόμενοι ὅτι μὴ βρώματα ἐπίγεια εἴη τὰ παρέχοντα ἀνθρώποις κάλλος καὶ ἰσχύν, ἀλλὰ χάρις θεοῦ διὰ λόγου δωρουμένη, εἶπον πρὸς αὐτόν· πείρασον δὴ τοὺς παῖδάς σου ἡμέρας δέκα καὶ δότωσαν ἡμῖν ἀπὸ τῶν σπερμάτων καὶ φαγόμεθα καὶ ὕδωρ πιόμεθα καὶ ὀφθήτωσαν αἱ ἰδέαι ἡμῶν καὶ αἱ ἰδέαι τῶν παιδαρίων τῶν ἐσθιόντων τὴν τράπεζαν τοῦ βασιλέως καὶ καθὼς ἂν ἴδῃς, οὕτως ποίησον μεθ’ ἡμῶν. εἶδες πίστιν παίδων ἀπαράβατον καὶ φόβον θεοῦ ἀμετάθετον; δέκα ἡμερῶν χρόνου διάστημα ᾐτήσαντο, ἵνα ἐν τούτῳ ἐπιδείξωσιν μὴ δύνασθαι ἑτέρως ἀνθρώπους χάριν παρὰ θεοῦ κτήσασθαι, εἰ μὴ τῷ διὰ Ἰησοῦ κηρυττομένῳ λόγῳ πιστεύουσιν. Λέγει οὖν ἡ γραφή· καὶ εἰσήκουσεν αὐτῶν ὁ ἀρχιευνοῦχος καὶ ἐπείρασεν αὐτοὺς ἡμέρας δέκα καὶ μετὰ", + "candidate_score": 0.603395, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 18, + "cf_id": "cf044", + "work_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1", + "max_score": 0.678151, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_25_27", + "bdc_text": "Gott verlych uns allen unsere mißethat . Es ist ouch gleüß das houptman Baptist von Salis des bapsts Ritter von Bargellens zuͦ Sultz mitt so . Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_204", + "psc_text": "ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ, τὴν ὀφειλομένην ὡς πατρὶ τιμὴν καὶ εὐπείθειαν διὰ παντὸς ἀποδιδόναι τῷ ὑμῶν πατρὶ μὴ ἐλλίποιτε. οὕτω γὰρ καὶ ὑμεῖς ποιμαίνεσθαι καλῶς ἕξετε, καὶ ποιμὴν οὗτος ἔσται, καὶ οὐ μισθωτὸς, τοῦ ποιμνίου ἐπιμελούμενος. ἔσεσθε γὰρ εἰδότες, ὡς ὁ τὸν ποιμένα τε καὶ διδάσκαλον ἐν τοῖς κατὰ θεὸν λυπῶν τὸ τοῦ θεοῦ πνεῦμα λυπεῖ, οὗ τὴν καθέδραν οὗτος καὶ τὸν τόπον ἐπέχει, καὶ ὁ τοὺς αὐτοῦ λόγους ἀθετῶν Χριστὸν ἀθετεῖ καὶ παραβάτης νόμου εὑρίσκεται. πρὸ πάντων δὲ τὰ τῆς πίστεως ὑμῖν ὑγιῶς ἐχέτωσαν καὶ βεβαίως, κινδύνῳ μηδενὶ σαλευόμενα· ἔπειτα καὶ ὁ βίος ὑμῶν καθαρὸς ἔστω, ἢ καθαιρέσθω, καὶ προηγουμένως ὁ τοῦ σώματος ἁγιασμὸς σπουδαζέσθω· οὐδεὶς γὰρ τούτου χωρὶς τὸν κύριον ὄψεται. τὸ εἰρηνικόν τε καὶ ἥμερον ἀλλήλοις παντὶ τρόπῳ περιποιείσθω. εἰ δὲ καὶ συμβαίη ποτὲ ἀλλήλων μεταξὺ σκάνδαλον, μὴ ἐπιδυέτω ὑμῖν ὁ ἥλιος οὕτως ἔχουσι. τοῦ κρίνειν τὸν πλησίον εὐλαβεῖσθε· Φαρισαϊκὸν γὰρ τοῦτο καὶ κρίσεως ἔνοχον. τῆς φιλοξενίας καὶ εὐποιίας", + "candidate_score": 0.678151, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_29_31", + "bdc_text": "O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_0", + "psc_text": "Κλήμεντος των Πέτρου επιδημιών κηρυγμάτων επιτομή Κλήμης Ἰακώβῳ τῷ κυρίῳ καὶ ἐπισκόπῳ καὶ ἐπισκόπων ἐπισκόπῳ τῷ τὴν ἐν Ἱερουσαλὴμ ἁγίαν τῶν Χριστιανῶν ἐκκλησίαν διέποντι καὶ τὰς πανταχῆ θεοῦ προνοίᾳ ἱδρυθείσας καλῶς Χριστοῦ τοῦ θεοῦ ἡμῶν ἐκκλησίας σύν τε πρεσβυτέροις καὶ διακόνοις καὶ τοῖς λοιποῖς ἅπασιν ἀδελφοῖς εἰρήνη εἴη πάντοτε. Γνώριμον ἔστω σοι κύριέ μου, ὅτι ἐγὼ Κλήμης Ῥωμαίων πολίτης ὢν καὶ τὴν πρώτην ἡλικίαν δυνηθεὶς ζῆσαι σωφρόνως λογισμόν τε δεξάμενος οὐκ οἶδα πόθεν ἐπεισελθόντα μοι καὶ περὶ θανάτου πυκνὰς ποιούμενον ὑπομνήσεις πόνοις τὸ λοιπὸν καὶ ἀθυμίαις συνέζων. ἇρα γὰρ, ἐλογιζόμην, ὅτι θανὼν οὐκ εἰμί; καὶ οὐδεὶς ἔσται μού ποτε μνήμων· ποιούμενος, τοῦ χρόνου πάντα τῇ λήθῃ παραδιδόντος; ἆρα δὲ μὴ ὢν πῶς ἔσομαι τοὺς οὐκ ὄντας εἰδὼς, οὐ γινώσκων, οὐ γινωσκόμενος, οὐ γεγονὼς, οὐ γινόμενος; καὶ ἀρά ποτε γέγονεν ὁ κόσμος καὶ πρὸ τοῦ γενέσθαι, τί ἄρα καὶ ἦν; εἰ γὰρ ἦν ἀεὶ, καὶ ἔσται· εἰ δὲ γέγονε, καὶ λυθήσεται", + "candidate_score": 0.67527, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_27_29", + "bdc_text": "Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 . man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_107", + "psc_text": "Πέτρος δὲ μόνος οὐκ ἀναγκαῖον ἡγήσατο ἐπὶ τὴν ἱστορίαν τῶν ἐκεῖ γενέσθαι· γυναικὶ δέ τινι ἔξω πρὸ τῶν θυρῶν καθεζομένῃ καὶ τροφῆς χάριν μεταιτούσῃ προσχὼν ἔφη· γύναι, τί σοι τῶν οἰκείων ἐλλείπει μελῶν, ὅτι τοσαύτην ὕβριν ἀνεδέξω, λέγω δὴ τὸ προσαιτεῖν, καὶ μὴ μᾶλλον ταῖς ὑπὸ τοῦ θεοῦ σοι δεδωρημέναις χερσὶν ἐργαζομένη τὰς ἐφημέρους πορίζῃ τροφάς; ἡ δὲ βύθιόν τι στενάξασα καὶ περιπαθὲς ἀπεκρίνατο· εἴθε γὰρ ἠσάν μοι χεῖρες ὑπουργεῖν ὅλως δυνάμεναι. νῦν δέ μοι σχῆμα μόνον χειρῶν ἀποσώζουσι νεκραὶ καὶ αὗται τυγχάνουσαι. καὶ ὁ Πέτρος· τίς δὲ ἡ αἰτία, ἤρετο, τοῦ τοῦτό σε τὸ χαλεπώτατον πεπονθέναι; ἡ δὲ πρὸς αὐτὸν· ψυχῆς ἀσθένεια, καὶ πλέον οὐδέν. εἰ γὰρ ἀνδρεῖον εἶχον φρόνημα, ἦν κρημνὸς ἢ βυθὸς, ὅθεν ἐμαυτὴν ῥίψασα τῶν ὀδυνώντων ��ε παύσασθαι ἠδυνάμην κακῶν. Καὶ ὁ Πέτρος ἔφη· τί οὖν, οἴει, γύναι, ὅτι πάντες οἱ ἀναιροῦντες ἑαυτοὺς κολάσεως ἀπαλλάσσονται, ἢ μὴ τῇ χείρονι κολάσει ἐν ᾅδου αἱ τῶν οὕτως θνησκόντων", + "candidate_score": 0.673042, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28_30", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte . O. herr Iesu Müsson Davids erbarm dich unser aller und kom dinem zuͦ hilff. jetz hab ich vil lang gnuͦg ertenden . Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_235", + "psc_text": "καὶ αὐτὸν ἔρωτι θερμῷ τοῦ ἀνδρὸς ληφθέντα τὸν Μαρμεντῖνον, πολλά τε τῇ ἀποδημίᾳ ἐπιστενάξαι, καὶ δάκρυα τῷ πατριάρχῃ ἐπιβαλεῖν ὁ θεὸς, εἰπόντα, ᾧ σὺ εἰλικρινῶς λατρεύεις, αὐτός σοι βοηθὸς ἐπὶ τῇ συμφορᾷ παρασταίη· καὶ αὐτίκα πλοῖον εὐτρεπίσαι, διαρκῆ τε αὐτῷ τὰ πρὸς τὴν χρείαν ἐνθέσθαι, καὶ δεξιώσασθαι αὐτὸν, καὶ περιβαλεῖν, καὶ οὕτω μετὰ τῶν προσηκόντων ἀσπασμῶν ἀπολῦσαι. πολλοὶ δὲ αὐτῷ καὶ τῶν εὐλαβῶν ἠκολούθησαν, καὶ εἰς τὴν ὑπερορίαν γενόμενοι καταλαμβάνουσιν ἐν τῇ τῶν μαρμάρων λατομίᾳ Χριστιανοὺς, περί που τοὺς χιλίους ἢ καὶ πλείονας, πολὺν διὰ τὴν εὐσέβειαν ἐκεῖ χρόνον κατεχομένους. οἳ καὶ περὶ τοῦ πατριάρχου πρότερον ἀκούσαντες, καὶ ὅτι τῆς πόλεως ἀπελαθεὶς ὑπερόριος πρὸς ἐκείνους καὶ αὐτὸς ἄγεται, παραμυθίαν ἔσχον οὐ τὴν τυχοῦσαν τὴν ἐκείνου ἐπιδημίαν. Ὅτε γοῦν πρὸς αὐτοὺς κατελάμβανε, τοῦ τῶν χειρῶν ἔργου ἀφέμενοι καὶ τούτῳ προσελθόντες μετὰ δακρύων καὶ τῶν ἁγίων ἐκείνου ποδῶν ἁψάμενοι καὶ τὰς καθαρὰς περιπτυξάμενοι χεῖρας τὰς καταλαβούσας αὐτοὺς ἀνεκλαίοντο συμφορὰς, τὴν τῆς πατρίδος", + "candidate_score": 0.659966, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_31_33", + "bdc_text": "Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd . Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_178", + "psc_text": "μακάριοι οἱ πτωχοὶ, ἔφη, τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. καὶ ὁ πατήρ· ἀληθῶς πάνυ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ὀρθῶς ἔχειν τὰ πράγματα φαίνεται· διὸ καὶ προαιρέσεως ἔχω τῇ τάξει παντὸς ἐπακοῦσαι τοῦ λόγου. Καὶ ὁ Πέτρος· οὐκοῦν τοῦ λοιποῦ σπεύδοντί σοι τὰ κατὰ τὴν ἡμετέραν πίστιν μαθεῖν, προϊόντα τὸν λόγον ἐκθήσομαι ἀπ’ αὐτοῦ πρῶτον ἀρχόμενος τοῦ θεοῦ καὶ δεικνὺς, αὐτὸν μόνον δεῖν λέγειν θεὸν, ἑτέρους δὲ μήτε λέγειν, μήτε νομίζειν, καὶ ὅτι ὁ παρὰ τοῦτο ποιῶν αἰώνια κολασθήσεται ὡς εἰς αὐτὸν τὸν τῶν ὅλων ἀσεβήσας θεόν. καὶ τοῦτο εἰπὼν καὶ τοῖς ὑπὸ παθῶν ὀχλουμένοις καὶ νοσοῦσι καὶ δαιμον��σι τὰς χεῖρας ἐπιθεὶς καὶ τούτους εὐχῇ θεραπεύσας, τὴν ἐκκλησίαν διέλυσεν· εἶθ’ οὕτως εἰσελθὼν καὶ τῶν συνήθων ἁλῶν μεταλαβὼν ὕπνωσεν. Ὄρθρου δὲ πάλιν ὁ Πέτρος ἐξιὼν καὶ ἐπὶ τὸν συνήθη τοῦ διαλέγεσθαι τόπον στὰς, ἅτε καὶ πολλῶν συνδεδραμηκότων ὄχλων, ἅμα τῷ μέλλειν διαλέγεσθαι αὐτὸν εἰσῄει τις τῶν αὐτοῦ διακόνων λέγων·", + "candidate_score": 0.658625, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_33_35", + "bdc_text": "Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten . Vergütig gott sehe uns an mitt sine gneden , und tröste alle küm beschte hertzenn , amen . Datum zuͦ Chur 1572 .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_178", + "psc_text": "μακάριοι οἱ πτωχοὶ, ἔφη, τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. καὶ ὁ πατήρ· ἀληθῶς πάνυ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ὀρθῶς ἔχειν τὰ πράγματα φαίνεται· διὸ καὶ προαιρέσεως ἔχω τῇ τάξει παντὸς ἐπακοῦσαι τοῦ λόγου. Καὶ ὁ Πέτρος· οὐκοῦν τοῦ λοιποῦ σπεύδοντί σοι τὰ κατὰ τὴν ἡμετέραν πίστιν μαθεῖν, προϊόντα τὸν λόγον ἐκθήσομαι ἀπ’ αὐτοῦ πρῶτον ἀρχόμενος τοῦ θεοῦ καὶ δεικνὺς, αὐτὸν μόνον δεῖν λέγειν θεὸν, ἑτέρους δὲ μήτε λέγειν, μήτε νομίζειν, καὶ ὅτι ὁ παρὰ τοῦτο ποιῶν αἰώνια κολασθήσεται ὡς εἰς αὐτὸν τὸν τῶν ὅλων ἀσεβήσας θεόν. καὶ τοῦτο εἰπὼν καὶ τοῖς ὑπὸ παθῶν ὀχλουμένοις καὶ νοσοῦσι καὶ δαιμονῶσι τὰς χεῖρας ἐπιθεὶς καὶ τούτους εὐχῇ θεραπεύσας, τὴν ἐκκλησίαν διέλυσεν· εἶθ’ οὕτως εἰσελθὼν καὶ τῶν συνήθων ἁλῶν μεταλαβὼν ὕπνωσεν. Ὄρθρου δὲ πάλιν ὁ Πέτρος ἐξιὼν καὶ ἐπὶ τὸν συνήθη τοῦ διαλέγεσθαι τόπον στὰς, ἅτε καὶ πολλῶν συνδεδραμηκότων ὄχλων, ἅμα τῷ μέλλειν διαλέγεσθαι αὐτὸν εἰσῄει τις τῶν αὐτοῦ διακόνων λέγων·", + "candidate_score": 0.653858, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_30_32", + "bdc_text": "Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_61", + "psc_text": "καὶ οὐ μετὰ πολλὰς ἡμέρας ἀφίκοντό τινες ἐκεῖθεν ἐπαγγέλλοντες τῷ Πέτρῳ, ὅτι Σίμων μεγάλα θαυμάσια ἐν Τύρῳ ποιῶν πολλοὺς τῶν ἐκεῖ κατέπληξε, καί σε πολλαῖς διαβολαῖς μισητὸν ἐποίησε. ταῦτα ἀκούσας ὁ Πέτρος, τῇ ἐπιούσῃ νυκτὶ πάντα τὸν λαὸν συναθροίσας ἐπειδὴ, φησὶν, ὁρμῶντός μου εἰς τὰ ἔθνη τὰ πολλοὺς θεοὺς λέγοντα κηρύξαι καὶ διδάξαι, ὅτι εἷς ἐστιν ὁ θεὸς ἐν τρισὶν ὑποστάσεσιν, ὃς οὐρανὸν ἔκτισε καὶ τὴν γῆν καὶ τὰ ἐν αὐτοῖς πάντα, ὅπως ἀγαπήσαντες αὐτὸν οἱ ἄνθρωποι σωθῆναι δυνηθῶσι, προλαβὼν ὁ διάβολος Σίμωνα προαπέστειλεν, ἵνα πείσῃ πάντα ἄνθρωπον λατρεύειν τοῖς μὴ οὖσι θεοῖς, καὶ ἀρνήσωντ��ι πιστεύειν εἰς ἕνα θεὸν τὸν ποιήσαντα πάντα, τά τε ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα. καὶ χρή με ταχέως αὐτὸν καταλαβεῖν, ἵνα μὴ ἡ διδασκαλία τοῦ Σίμωνος ἐγχρονίσασα παντελῶς πάντων ἐπικρατήσῃ. Δεῖ οὖν ἀντ’ ἐμοῦ τινα τὸν ἐμὸν ἀναπληρῶσαι τόπον. καὶ πάντες τοῦ θεοῦ ἐκτενῶς δεηθῶμεν, ὅπως τὸν ὄντα ἄξιον ὁ θεὸς ἀναδείξῃ. καὶ ταῦτα εἰπὼν ἐπέθηκε", + "candidate_score": 0.644038, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_30_32", + "bdc_text": "Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben . Danck im ouch sines gantz fründtlichen schrybens , unnd were alles gerüst , was imm hört , ein schön kleinot , wenn mich nun der krieg nitt ufhielt unnd mich gott reißen , vorh einmal hinab liehe kommen . Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_54", + "psc_text": "δεῦτε, λέγει, καὶ καταβάντες ἴδωμεν, εἰ κατὰ τὴν κραυγὴν αὐτῶν τὴν ἐρχομένην πρός με συντελοῦνται, εἰ δὲ μὴ ἵνα γνῶ· καὶ ἀγνοοῦντα ἑαυτὸν δείκνυσι. τῷ δὲ εἰπεῖν περὶ τοῦ Ἀδάμ· ἐκβάλωμεν αὐτὸν, μή πως ἐκτείνας τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἅψηται τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς καὶ φάγῃ, καὶ ζήσει εἰς τὸν αἰῶνα· καὶ φθονεῖ. καὶ τῷ γεγράφθαι, ὅτι ἐνεθυμήθη ὁ θεὸς, ὅτι ἐποίησε τὸν ἄνθρωπον· καὶ μετανοεῖ καὶ ἀγνοεῖ. τὸ γὰρ ἐνεθυμήθη, σκέψις ἐστὶν, ᾗ τις δι’ ἄγνοιαν, ὧν βούλεται, τὸ τέλος ἀκριβῶσαι θέλει· ἢ ἐπὶ τῷ παρὰ γνώμην ἀποβάντι μεταμελουμένου. καὶ τὸ γεγράφθαι, καὶ ὠσφράνθη κύριος ὀσμὴν εὐωδίας, ἐνδεοῦς ἐστὶ, καὶ τὸ ἐπὶ κνίσῃ σαρκῶν ἡσθῆναι, οὐκ ἀγαθοῦ. τὸ δὲ πειράζειν ὡς γέγραπται, καὶ ἐπείραζε κύριος τὸν Ἀβραὰμ, κακοῦ καὶ τὸ τέλος τῆς ὑπομονῆς ἀγνοοῦντος. Ὅμως ὁ Σίμων πολλὰ τῆς γραφῆς κακῶς ἐκλαμβάνων δεικνύειν ἔσπευδε παντὶ πάθει τοῖς ἀνθρώποις ὁμοίως τὸν θεὸν ὑποκείμενον. καὶ ὁ Πέτρος εἰ μηδὲν ἀγαπᾷ, φησὶν, ὁ", + "candidate_score": 0.642879, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_7_9", + "bdc_text": "Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken . Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_202", + "psc_text": "λαβόμενος, στὰς ἐν μέσῃ τῇ ἐκκλησίᾳ ἀκοῦσατέ μου, ἔφη, τέκνα καὶ ἀδελφοί· τοῦ μὲν ἐμοῦ δρόμου τὸ τέλος ἐγγὺς· τοῦτο γὰρ καὶ ἤδη μοί ἔγνωσται· Κλήμεντα δὲ τοῦτον ἐπίσκοπον ὑμῖν χειροτονῶ σήμερον, ᾧ καὶ τὴν ἐμὴν τῶν λόγων πιστεύω καθέδραν, ὡς ἀπαρχῆς μοι καὶ μέχρι νῦν συνοδεύσαντα, καὶ οὕτως πασῶν μου τῶν ὁμιλιῶν ἐπακούσαντα, ὃς ἐν πᾶσί μοι τῶν πειρασμῶν κοινωνήσας τῇ πίστει προσκαρτερῶν εὑρέθη, ὃν ἐγὼ ἀκριβέστατα πάντων οἶδα θεοσεβῆ καὶ φιλάνθρωπον, ἁγνόν τε καὶ σώφρονα, ἀγαθὸν, δίκαιον, μακρόθυμον καὶ γενναίως εἰδότα φέρειν τὰς ἐνίων τῶν κατηχουμένων ἀχαριστίας. διὸ αὐτῷ μεταδίδωμι τῆς ἐξουσίας τοῦ δεσμεῖν τε καὶ λύειν. δήσει γὰρ, ὃ δεῖ δεθῆναι, καὶ λύσει πάντως, ὃ δεῖ λυθῆναι, ὡς τὸν τῆς ἐκκλησίας κανόνα καλῶς εἰδώς. αὐτοῦ οὖν ἀκούσατε εἰδότες, ὅτι ὁ τὸν ἀληθείας προκαθεζόμενον λυπῶν εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνει, καὶ τὸν πατέρα τῶν ὅλων παροργίζει θεόν, οὑ εἵνεκεν οὐ ζήσεται. καὶ αὐτὸν οὖν δεῖ τὸν προκαθεζόμενον ἰατροῦ τόπον ἐπέχειν,", + "candidate_score": 0.634588, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_7_9", + "bdc_text": "Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken . Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_23", + "psc_text": "ἐγὼ δὲ ταῦτα ἀκούσας ἐδεήθην τὴν τούτου μοι μηνυθῆναι μονήν. καὶ ὅμως ἔμαθον, καὶ τῷ πυλῶνι ἐπέστην. θεασάμενοι δέ με οἱ ἐν τῷ οἴκῳ ἀντιβάλλοντες ἦσαν, τίς τέ εἰμι καὶ πόθεν ἥκω. καὶ ἰδεῖν πάντες συνῄεσαν. καὶ ἐν τῷ τούτους με ἀνιστορεῖν καὶ πυνθά‐ νεσθαι, ἰδοῦ καὶ Βαρνάβας ἅμα τῷ ἰδεῖν περιεπλάκη μοι πολὺ χαίρων καὶ δακρύων, καὶ λαβόμενός μου τῆς χειρὸς εἰσῆγεν εἰς τὴν οἰκίαν. εἶτα καὶ τὸν Πέτρον ὑποδεικνὺς οὗτός ἐστιν, ἔλεγε, Πέτρος, ὅν μέγιστον ἐπὶ τῇ τοῦ θεοῦ σοφίᾳ ἐπηγγελλόμην σοι, Κλήμη, ᾧ πάντα τε τὰ κατά σε καλὰ καὶ τὴν προαίρεσιν ἀεὶ διηγούμην, ὡς ἐντεῦθεν γλίχεσθαι καὶ αὐτὸν ἰδεῖν σε καὶ τὴν σὴν ἐπιποθεῖν συντυχίαν. μέγα οὖν αὐτῷ δῶρόν σε διὰ τῶν ἐμῶν προσφέρω χειρῶν. καὶ τοῦτο εἰπὼν προσαγαγὼν ἔφη· οὑτός ἐστι Κλήμης, Πέτρε. Ὁ δὲ ἡνίκα τοῦ ὀνόματος ἥκουσεν εἰς μνήμην ἐλθὼν τῶν τοῦ Βαρνάβα διηγημάτων ἐξήλα τότε ὡς εἶχεν εὐθὺς, καὶ προσηνῶς με καὶ", + "candidate_score": 0.633237, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_7", + "bdc_text": "Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_32", + "psc_text": "περὶ ἐμοῦ τὸ λοιπὸν ἄφροντις ἕσο. οὐδέ ποτε γὰρ ἐνδοιάσω πρός τι τῶν ὑπὸ σοῦ λαληθέντων. ὥστε κύριέ μου Πέτρε μὴ ἀθύμει, ὡς ἀναισθήτῳ τὰ μέγιστα δωρούμενος ἀγαθά. οἶδα γὰρ, ὅτι τοιοῦτόν ἐστι καὶ οὕτω μέγιστον, οἷον ἄν τις καὶ ταχέως λαβεῖν βούλοιτο. αἰσθάνομαι γὰρ τοῦ δοθέντος μοι διὰ τάχους χαρίσματος. ταῦτά μου εἰπόντος ὁ Πέτρος ἔφη· χάριν ὁμολογῶ τῷ θεῷ καὶ περὶ τῆς σῆς σωτηρίας τῆς καὶ περὶ ἐμῆς ἀπολαύσεως. πλὴν νήστευσον τριῶν μηνῶν ἡμέρας, καὶ λαμβάνεις τὸ βάπτισμα. ἄρξαι τοίνυν ἀπὸ τῆς αὔριον. ἔστι δέ μοι ἡ αὔριον πρὸς Σίμωνα τὸν μάγον διάλεξις. καὶ μὴ ὀκλάσῃς παρεῖναί μοι ἐν ταῖς τῶν ἀντικειμένων ζητήσεσι. ταῦτα εἰπὼν καὶ τροφῆς αὐτὸς μεταλαβὼν, ἰδίᾳ κἀμὲ μεταλαβεῖν ἐκέλευσεν. εὐλογήσας δὲ ἐπὶ τῆς τροφῆς καὶ εὐχαριστήσας ἐπήγαγε λέγων· δώῃ σοι ὁ θεὸς κατὰ πάντα ἐξομοιωθῆναί μοι, καὶ βαπτισθέντι τῆς αὐτῆς μοι κοινωνῆσαι τραπέζης. οὕτως εἰπὼν ἡσυχάζειν μοι προσέταξεν· ἤδη γάρ που καὶ ὁ καιρὸς", + "candidate_score": 0.632274, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_7", + "bdc_text": "Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_23", + "psc_text": "ἐγὼ δὲ ταῦτα ἀκούσας ἐδεήθην τὴν τούτου μοι μηνυθῆναι μονήν. καὶ ὅμως ἔμαθον, καὶ τῷ πυλῶνι ἐπέστην. θεασάμενοι δέ με οἱ ἐν τῷ οἴκῳ ἀντιβάλλοντες ἦσαν, τίς τέ εἰμι καὶ πόθεν ἥκω. καὶ ἰδεῖν πάντες συνῄεσαν. καὶ ἐν τῷ τούτους με ἀνιστορεῖν καὶ πυνθά‐ νεσθαι, ἰδοῦ καὶ Βαρνάβας ἅμα τῷ ἰδεῖν περιεπλάκη μοι πολὺ χαίρων καὶ δακρύων, καὶ λαβόμενός μου τῆς χειρὸς εἰσῆγεν εἰς τὴν οἰκίαν. εἶτα καὶ τὸν Πέτρον ὑποδεικνὺς οὗτός ἐστιν, ἔλεγε, Πέτρος, ὅν μέγιστον ἐπὶ τῇ τοῦ θεοῦ σοφίᾳ ἐπηγγελλόμην σοι, Κλήμη, ᾧ πάντα τε τὰ κατά σε καλὰ καὶ τὴν προαίρεσιν ἀεὶ διηγούμην, ὡς ἐντεῦθεν γλίχεσθαι καὶ αὐτὸν ἰδεῖν σε καὶ τὴν σὴν ἐπιποθεῖν συντυχίαν. μέγα οὖν αὐτῷ δῶρόν σε διὰ τῶν ἐμῶν προσφέρω χειρῶν. καὶ τοῦτο εἰπὼν προσαγαγὼν ἔφη· οὑτός ἐστι Κλήμης, Πέτρε. Ὁ δὲ ἡνίκα τοῦ ὀνόματος ἥκουσεν εἰς μνήμην ἐλθὼν τῶν τοῦ Βαρνάβα διηγημάτων ἐξήλα τότε ὡς εἶχεν εὐθὺς, καὶ προσηνῶς με καὶ", + "candidate_score": 0.629047, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_7_9", + "bdc_text": "Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken . Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g . Blas sein mitt inen läbenn .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_32", + "psc_text": "περὶ ἐμοῦ τὸ λοιπὸν ἄφροντις ἕσο. οὐδέ ποτε γὰρ ἐνδοιάσω πρός τι τῶν ὑπὸ σοῦ λαληθέντων. ὥστε κύριέ μου Πέτρε μὴ ἀθύμει, ὡς ἀναισθήτῳ τὰ μέγιστα δωρούμενος ἀγαθά. οἶδα γὰρ, ὅτι τοιοῦτόν ἐστι καὶ οὕτω μέγιστον, οἷον ἄν τις καὶ ταχέως λαβεῖν βούλοιτο. αἰσθάνομαι γὰρ τοῦ δοθέντος μοι διὰ τάχους χαρίσματος. ταῦτά μου εἰπόντος ὁ Πέτρος ἔφη· χάριν ὁμολογῶ τῷ θεῷ καὶ περὶ τῆς σῆς σωτηρίας τῆς καὶ περὶ ἐμῆς ἀπολαύσεως. πλὴν νήστευσον τριῶν μη��ῶν ἡμέρας, καὶ λαμβάνεις τὸ βάπτισμα. ἄρξαι τοίνυν ἀπὸ τῆς αὔριον. ἔστι δέ μοι ἡ αὔριον πρὸς Σίμωνα τὸν μάγον διάλεξις. καὶ μὴ ὀκλάσῃς παρεῖναί μοι ἐν ταῖς τῶν ἀντικειμένων ζητήσεσι. ταῦτα εἰπὼν καὶ τροφῆς αὐτὸς μεταλαβὼν, ἰδίᾳ κἀμὲ μεταλαβεῖν ἐκέλευσεν. εὐλογήσας δὲ ἐπὶ τῆς τροφῆς καὶ εὐχαριστήσας ἐπήγαγε λέγων· δώῃ σοι ὁ θεὸς κατὰ πάντα ἐξομοιωθῆναί μοι, καὶ βαπτισθέντι τῆς αὐτῆς μοι κοινωνῆσαι τραπέζης. οὕτως εἰπὼν ἡσυχάζειν μοι προσέταξεν· ἤδη γάρ που καὶ ὁ καιρὸς", + "candidate_score": 0.626778, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_7", + "bdc_text": "Ich habitten ein vogst geben , namlich m. Felix Keller , der den keinen mitt böhe , yn zuͦhen und rechten muͦs , will ich inn haben , das ich zwar nitt gern thuͦn , sonder möcht lyden , sy trucktend uns nitt und unnd schicktend mir by jetzigen unseren liebend es bym gemecht blybenn , kouflüten was esatz , dann ich des hochlich bedörbte unnd an brot Itatt uskommen , ouch nüt hie zuͦ kommen ist von den unseren und die gern grochen gleim hatt unnd sonst vil uf mich dancken .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_147", + "psc_text": "πῦρ περιμένειν τοὺς τὸν θεὸν μὴ σέβοντας, οὐκ ἂν ἐπαύσαντο νουθετοῦντες, ἢ καὶ ἀπειθοῦντας ὁρῶντες, δακρύοντες ἐπ’ αὐτοῖς καὶ χαλεπῶς ὀδυνώμενοι. καὶ τὰ νῦν τὴν ξενοδόχον πέμψας ἀνακρινῶ, εἰ τὸν νόμον ἡμῶν ἀγαπᾶν αἱρεῖται, καὶ οὕτως ἀκολούθως ἃ δεῖ πράξομεν. ἡ δὲ μήτηρ ὑμῶν, ἐπειδὴ πιστῶς διάκειται περὶ τοῦ βαπτίσματος, νηστευσάτω ἡμέραν πρὸ τοῦ βαπτίσματος. Ἡ δὲ ὤμνυε, δύο τῶν διελθουσῶν ἡμερῶν τῇ γυναικὶ διηγουμένη τὰ κατὰ τὸν ἀναγνωρισμὸν ὑπὸ πολλῆς χαρᾶς τροφῆς μὴ μεταλαβεῖν, ἢ χθὲς μόνον βραχέος ὕδατος μαρτυρήσει τε τῷ ὅρκῳ καὶ ἡ γυνὴ Πέτρου λέγουσα, ὡς ἀληθῶς οὐκ ἐγεύσατο. καὶ ὁ Ἀκύλας ἔφη· οὐκοῦν οὐδὲν κωλύει αὐτὴν, ὦ κύριέ μου, τὴν σήμερον βαπτισθῆναι. καὶ ὁ Πέτρος· ἀλλ’ οὐκ ἔστι τοῦτο νηστεία βαπτίσματος, ἐπεὶ μηδὲ δἰ αυτὸ γέγονε. καὶ ὁ Φαυστινιανὸς· ἴσως οὖν ὁ θεὸς βουλόμενος ἡμῶν τὴν μητέρα μη δεμίαν μετὰ τὸν ἀναγνωρισμὸν ἡμέραν τῆς ἡμετέρας χωρίσαι τραπέζης, προῳκονόμησε τὴν νηστείαν. ὡς γὰρ ἐσωφρόνησεν ἐν ἀγνοίᾳ", + "candidate_score": 0.625179, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_18_20", + "bdc_text": "Es möchte villicht ein und der ander brürten sich ettwas anderer gstalt ( doch zugetragen habenn . Derhalber ich aller sach das noch bedencken und fragen von wegen diser geschicht , die ich von anfang an selben will , diewyl mir darum zwüßen ist . hätte ouch gern den anfang unnd mittel gesetzt , alterum unmößen üß gewesenn , ech hatt ouch vermeint wir wellend alltend das wunderklich , so sich den 28ten .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_244", + "psc_text": "οὐδενὶ γὰρ τῶν ὑπό τινος ἀνηκέστου κακοῦ πιεζομένων τῆς τοῦ ὕδατος ἐκείνου μεταλήψεως καὶ τοῦ ῥαντισμοῦ πλέον ἐδέησε πρὸς τὴν τοῦ κατέχοντος αὐτὸν πάθους ἀπαλλαγήν. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν δὴ τοιαῦτα καὶ οὕτως ἔχοντα· ἐκεῖνο δὲ καὶ λίαν πολλῷ μεῖζον καὶ ἱκανὸν τὰ προλαβόντα πιστώσασθαι. ἐπειδὴ γὰρ, ὡς ὁ λόγος φθάσας ἐδήλωσεν, εἰς πέλαγος ὁ μάρτυς ἠφίετο, καὶ εἰς ὑδάτων μυχοὺς ἔῤῥιπτο, ἥ τε θάλασσα ὑπέβαινε ποῤῥωτέρω, καθάπερ ὑπὸ πόδα χωροῦσα, καὶ μηνυτὴς τοῦ λειψάνου παραδόξως γιν��μένη, καὶ βυθὸν πεζεύειν τῷ βουλομένῳ παρέχουσα, πολὺ μέντοι πλῆθος τηνικαῦτα Χριστιανῶν πρὸς τὴν τοῦ λειψάνου θέαν ἠπείγοντο. μετὰ δὲ ταῦτα καὶ ἡ μεγίστη ἑορτὴ τὸ θαῦμα ἤγετο, ἐκεῖνο δὲ μᾶλλον ἐποίει τὴν ἑορτὴν, οὐ γεγονὸς ἅπαξ, εἶτα παυσάμενον, ἀλλὰ καθ’ ἑκάστην ἐνιαυτοῦ περίοδον ὁμοίως τελούμενον, καὶ τὰς εὐσεβεῖς ψυχὰς συγκαλοῦν εἰς ἑστίασιν. ἐπεὶ τοίνυν οὕτω ταῦτα καὶ οἱ κατὰ Χερσῶνα πάντες Χριστιανοὶ πρὸς τὴν τοῦ θαύματος πανήγυριν ἐτησίως συνέτρεχον, θαυματουργεῖ τι κἀνταῦθα θεὸς τῶν", + "candidate_score": 0.621745, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_28", + "bdc_text": "man umb in geschickt , die inn holetind also gfangen , unnd ettlich 1000 kronen mitt imm brächte .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_122", + "psc_text": "ὁ μὲν οὖν ταῦτα εἶπε· καὶ ἡ γυνὴ εὐθὺς ὑγιὴς ἀναστᾶσα τῆς κλίνης τῷ Πέτρῳ προσέπεσεν. εἶτα καὶ τὴν συνήθη καὶ φίλην καταφιλήσασα ἐπυνθάνετο, τί εἴη τοῦτο. ἡ δὲ ὅλον αὐτῇ τὸ πρᾶγμα τοῦ ἀναγνωρισμοῦ διηγήσατο, καὶ οἱ ἀκούσαντες κατεπλάγησαν. τότε ἡ μήτηρ τὴν ξενοδόχον ἰαθεῖσαν παραδόξως ἰδοῦσα παρεκάλει καὶ αὐτὴ θεραπείας τυχεῖν. ὁ Πέτρος δὲ τὴν χεῖρα ἐπιθεὶς καὶ αὐτὴν ἐθεράπευσεν. Εἶτα περὶ εὐσεβείας διαλεχθεὶς ἐπὶ τῷ τέλει δὲ καὶ προσθεὶς, ὡς εἴ τις βούλεται ταῦτα μαθεῖν ἀκριβῶς, εἰς Ἀντιόχειαν ἀφικόμενος, ὅπου πλείους ἡμέρας ἔκρινα παραμένειν, ἐκεῖ ταῦτα καὶ μανθανέτω. εἰ γὰρ ἐμπορίας ἕνεκεν ἢ στρατείας οἰκίας καταλιμπάνειν οἴδατε καὶ εἰς μακροὺς ἀπιέναι τόπους, αἰωνίας δὲ χάριν ζωῆς οὐδὲ τριῶν ἡμερῶν ὁδὸν οἴχεσθαι προθυμήσεσθε; οὕτως εἰπὼν, τὸν λόγον κατέπαυσε. μετὰ δὲ ταῦτα ἐγὼ τῇ ὑγιασθείσῃ γυναικὶ ἐπὶ παντὸς τοῦ ὄχλου χιλίας δραχμὰς εἰς τροφὰς δωρησάμενος, εἶτα καὶ παραθέμενος αὐτὴν ἀγαθῷ τινι ἀνδρὶ πρώτῳ τῆς πόλεως ὄντι, φύσει μετὰ χαρᾶς", + "candidate_score": 0.610835, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_32", + "bdc_text": "Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_107", + "psc_text": "Πέτρος δὲ μόνος οὐκ ἀναγκαῖον ἡγήσατο ἐπὶ τὴν ἱστορίαν τῶν ἐκεῖ γενέσθαι· γυναικὶ δέ τινι ἔξω πρὸ τῶν θυρῶν καθεζομένῃ καὶ τροφῆς χάριν μεταιτούσῃ προσχὼν ἔφη· γύναι, τί σοι τῶν οἰκείων ἐλλείπει μελῶν, ὅτι τοσαύτην ὕβριν ἀνεδέξω, λέγω δὴ τὸ προσαιτεῖν, καὶ μὴ μᾶλλον ταῖς ὑπὸ τοῦ θεοῦ σοι δεδωρημέναις χερσὶν ἐργαζομένη τὰς ἐφημέρους πορίζῃ τροφάς; ἡ δὲ βύθιόν τι στενάξασα καὶ περιπαθὲς ἀπεκρίνατο· εἴθε γὰρ ἠσάν μοι χεῖρες ὑπουργεῖν ὅλως δυνάμεναι. νῦν δέ μοι σχῆμα μόνον χειρῶν ἀποσώζουσι νεκραὶ καὶ αὗται τυγχάνουσαι. καὶ ὁ Πέτρος· τίς δὲ ἡ αἰτία, ἤρετο, τοῦ τοῦτό σε τὸ χαλεπώτατον πεπονθέναι; ἡ δὲ πρὸς αὐτὸν· ψυχῆς ἀσθένεια, καὶ πλέον οὐδέν. εἰ γὰρ ἀνδρεῖον εἶχον φρόνημα, ἦν κρημνὸς ἢ βυθὸς, ὅθεν ἐμαυτὴν ῥίψασα τῶν ὀδυνώντων με παύσασθαι ἠδυνάμην κακῶν. Καὶ ὁ Πέτρος ἔφη· τί οὖν, οἴει, γύναι, ὅτι πάντες οἱ ἀναιροῦντες ἑαυτοὺς κολάσεως ἀπαλλάσσονται, ἢ μὴ τῇ χείρονι κολάσει ἐν ᾅδου αἱ τῶν οὕτως θνησκόντων", + "candidate_score": 0.603498, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_24", + "bdc_text": "viler ungerempten starken halbenn ouch in der fäderen , so dich habinnd .", + "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_113", + "psc_text": "ἐνέδυσαν. εἶτα καὶ τὸν βυθὸν ἀνηρεύνων τὰ ἐμὰ τέκνα ζητοῦντες. ἐπεὶ δὲ μὴ εὕρισκον, παραμυθίας χάριν τινὲς τῶν φιλοξένων γυναικῶν προσελθοῦσαι διηγοῦντο ἑκάστη τὰ ἑαυτῆς κακὰ, ἵνα τῇ τῶν ὁμοίων συμφορᾷ παραμυθίας μέρος ἐν τοῖς ἐμοῖς εὕροιμι· ὃ δή με καὶ μᾶλλον ἐλύπει, καὶ τὴν ψυχὴν ἐπὶ πλεῖον κατήσθιε, γυναικῶν καὶ ἄλλων ἀκούουσαν συμφοράς. καὶ δὴ καὶ εἰς ξενίαν πολλῶν με ἄγειν ἀξιουσῶν μία τις τῶν ἐνταῦθα πενιχρὰ πολλὰ βιασαμένη εἰς τὸ ἑαυτῆς ἐλθεῖν ἀνέπεισε καταγώγιον θάρσει, λέγουσα· καὶ γὰρ ὁ ἐμὸς ἀνὴρ, ναύτης δὲ οὗτος ἦν, κατὰ θάλασσαν τέθνηκε πάνυ νεώτερος ὤν. καὶ ἐξ ἐκείνου πολλῶν με ἀξιούντων εἰς γάμον ἐλθεῖν ἐγὼ χηρεύειν εἱλόμην τὸν ἐμὸν ἄνδρα ποθοῦσα. ἔσται δὲ κοινὰ ἡμῖν, ἃ διὰ χειρῶν ἀμφότεραι πορίζειν δυνάμεθα. καὶ ταῦτα μὲν ἐκείνη. Ἐγὼ δὲ ἵνα μή σοι μηκύνω τοὺς ὑπὲρ τούτου λόγους, συνῴκησα ταύτῃ διὰ τὴν φιλανδρίαν. οὐ πολὺ τὸ ἐν μέσῳ, καὶ τῆς ταλαιπώρου μὲν αἱ χεῖρες ἐμοῦ", + "candidate_score": 0.560537, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 19, + "cf_id": "cf012", + "work_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1", + "max_score": 0.677943, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_0", + "bdc_text": "pietas und mag ichriben , so er will. Dempellischen prüwen gott will ichs frünseßenn , unnd in sinem bruͦß unverschrockenlich fürfarenn , durch sin gnad , so uns durch Jesum Christum ververbenn .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_2142", + "psc_text": "GRe, om. Pb qae G 24 defetigetur G cf. Georges Jrorif. 197 defatigetur RPE usque GRP usque ad E. § 9 Et idcirco propheta pertinaciam spei suae usque ad finem accipiendae misericordiae demonstrat dicens: ita oculi nostri ad dominum deum nostrum, donec misereatur nobis. non decidit, non absistit. tardet licet ad temptationem fidei misericordiam suam dominus, quia fides constantem debet praestare fiducisefiduciae suae expectationem et desperatio omnis diffidentiae confessio est. sed propheta non incertus est misericordiae dei; nam oculi eius in eum, quoad usque misereatur. intenti sunt, intenti autem adeo, ut intentioni eorum oranloratio) geminata subiecta sit. ait enim posthaec: miserere nobis. domine, miserere nobis. et intentus est et intentus orat: ea scilicet perseuerantia, qua uitioramuitiorum seroiserui in dominantibus sibi uitiis demorantur, ille certissima bonorum seternorumaeternorum spe et perfectae in se misericordieBmisericordiae fiducia perseuerat. § 10 Sequitur uero, ut saepenumero cognouimus, hanc fidelium spem grauis iniquorum obtrectatio et molesta malignorum", + "candidate_score": 0.677943, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_0", + "bdc_text": "pietas und mag ichriben , so er will. Dempellischen prüwen gott will ichs frünseßenn , unnd in sinem bruͦß unverschrockenlich fürfarenn , durch sin gnad , so uns durch Jesum Christum ververbenn .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_3139", + "psc_text": "querella iam beneplaciti in eos adfectus ostenditur. reconciliati enim sumus per corpus et sanguinem Christi ex inimicis in filios deo, cum nobis aeterni sacerdotis placationem inpsenitenti sacramento spopondisset propheta dicente: iurauit dominus, non psenitebitpaenitebit eum: tu es sacerdos in aeternum secundum ordinem Melchisedech. complacitum ergo est, quod inpsenitensinpaenitens esse iuratum est ei, quo regnante secundum ordinem Melchisedech, id est gentium et rege et sacerdote primum mansuetis salus, deinde splendor est sanctis exultantibus super regem suum. § 4 Sed post sanctorum gloriam intellegendum est, quid ad cantici noui plenitudinem consequatur: lsetabunturlaetabuntur in cubilibus suis. exultationes dei in gutture eorum, et gladii bis acuti in manibus ipsorum. iam non lacrimis stratum rigabitur, nec in hoc mortis corpore degentium ob peccati necessitatem ac dolorem noctibus singulis lectus lauabitur. in cubilibus enim iam suis sancti lsetabunturlaetabuntur in gloria, et ob id dei exultationes semper in gutture. per significationem gutturis internae conscientiseconscientia protestatur adfectomadfectum. sed", + "candidate_score": 0.672004, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_37_39", + "bdc_text": "praeptenus 29 . dominationis tuae nihil ad me quaedam nova d. d. divino quae Roma allata , si ad in brectissimo ac observando manus erunt , hisce misuffarii . servulus S. I. Scriptum ne remittas , nisi me remittas .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_2708", + "psc_text": "semper operatur, manus domini extenditur, et sperantes in se saluos facit dextera eius. uirtus significatur in dextera; et ideo dominus, qui dei uirtus et dei sapientia est, nonnunquam dei dextera nuncupatur et cognominatur, per quem aduersus omnes inimicos in omni tribulationum bello protegemur. § 16 Seruauit autem euangelicae mansuetudinis propheta rationem, qua iniuriam reddere bishis, qui nos persecuntur, inhibemur, dicens: dominus retribuet pro me. illi enim uindicta seruanda est, qui in calumnia uestis dimitti et pallium iussit, qui post iniuriam alapae unius praeberi et maxillam alteram uoluit, qui uetuit malum pro malo reddi: plus uindictae adepturis his, qui aeterno iudici ultionem prsesentispraesentis iniuriae reseruassent. § 17 Concludit deinde fidelissimae spei uoce: domine, misericordia tua in saeculum. opera manuum tuarum non omittas: ut, quia dei misericordia in saeculum est extendens super iram inimicorum manum suam et fideles suos protegens dextera sua et pro his retribuens, opera manuum suarum non omittat, hominem", + "candidate_score": 0.664375, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_0", + "bdc_text": "pietas und mag ichriben , so er will. Dempellischen prüwen gott will ichs frünseßenn , unnd in sinem bruͦß unverschrockenlich fürfarenn , durch sin gnad , so uns durch Jesum Christum ververbenn .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_2728", + "psc_text": "PTE 19 in gloria di G in gloria est dei RPTE hoc ? C 21 et in nomine RPTE in homine G adque (atque TE) honore inmdrtalitatis GTEadque honorem mortalitatis P atque naturae honorem inmortalitatis R 24 non alius est R 25 gloriae est paternae R ut orn. P 27 suscepta G. cnias antea manebat in forma. sed hsec apostolus iam de perfectis locutus est: demonstrandum autem in euangeliis est, ubi et probatus et cognitus est. § 6 Humilitas itaque eius probatio est. unigenitus namque deus, peccatorum remissor, aeterni regni dominus baptizari se tamquam peccatorem exposcit. officium istud baptista renuit agnoscens eum, qui sibi potius peccata- donaret. ille autem suscepti in se hominis iustitiam etiam sacramento baptismi expleuit: peccati nostri, peccati ipse nescius, particeps fieri non recusat et omnem in se humilitatem caducae carnis adsumens {ordanem turbis peccatorum mixtus ingreditur. probatur in istis omnibus, dum geruntur; sed uideamus, an probatus", + "candidate_score": 0.663613, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_0", + "bdc_text": "pietas und mag ichriben , so er will. Dempellischen prüwen gott will ichs frünseßenn , unnd in sinem bruͦß unverschrockenlich fürfarenn , durch sin gnad , so uns durch Jesum Christum ververbenn .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_936", + "psc_text": "R cf. Acad. p. 5j flectatur PTE caelestium in marg. add. m. 1 R. et omnis lingua confiteatur, quia dominus Iesus in gloria dei patris est. et haec non de diuinitatis suae dicta sunt potestate. illa enim, ut semper est dominans, ita et dominabitur semper: sed in aeternam gloriam eius adsumptse ex uirgine carnis natura transfertur. Iesus enim eius hominis, qui ex Maria natus est, nuncupatio est; et Iesu nomen, quod snpersuper omne nomen est, donatur. non enim hic, ut in ceteris, Iesu Christo, sed Iesu tantum. ei enim a cselestibuscaelestibus et terrestribus et infernis adorato et per omnem linguam in dei patris gloria esse confesso aeterni regni donatur arbitrium. sed ut in pluribus, nunc quoque latinitas nostra non satis proprie significationem dicti graeci elocuta est. quod enim nobiscum scribitur: quidominabitur in uirtutesuainaeternum, in graecis ita legitur: zm δεσπόξοντι ἐν rrj δυναστεία avrov TOV αἰω̃νος. quod nobiscum in aeternum, id", + "candidate_score": 0.661047, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_33", + "bdc_text": "Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_709", + "psc_text": "maledicta terra in operibus tuis, nunc autem per unum in omnes donum uitseuitae et iustificationis gratia abundauit, ut quorum terra maledicta est, horum nunc conformia deo corpora sint, et quae commota metu et ignoratione turbata et labore contrita est et ipso illo laetificantis uini conpuncta potu. nunc susceptae sigoificationissignificationis secura uirtute futurae irae defngiatdefugiat potestatem. in arcu enim, ut frequenter tractauimus, praeparatae ad pcBnampoenam impiis irseirae terror ostenditur secundum illud: numquid irascetur per singulos dies? arcum suum tetendit et parauit eum et in eo parauit nasauasa mortis, sagittas suas arsuris operatus est. metuentibus igitur significationem dedit uel signi in frontibus, uel fidei in cordibus, uel testimonii in operibus, uel glorisegloriae in confessionibus, uel uictoriseuictoriae in martjribusmartyribus. ut a facie arcus irsequeiraeque fugiatur, 1 Dent. XXXII, 39. 11 Gen. III, 17. 19 Ps. VII, 13 sq. 1 et sanabo R 2 reppulit P et deatruit uiros corr. m. 2 V digtruiit", + "candidate_score": 0.659772, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_0", + "bdc_text": "pietas und mag ichriben , so er will. Dempellischen prüwen gott will ichs frünseßenn , unnd in sinem bruͦß unverschrockenlich fürfarenn , durch sin gnad , so uns durch Jesum Christum ververbenn .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_754", + "psc_text": "replentur V. prophetise: miserieordiam et ueritatem eius quis requiret eorum? non inopes iam misericordisemisericordiae ueritatisque eius biB scilicet generationes erunt, quas in se ex mortuismortui regeneraoitregenerauit ad uitam qusequequaeque in spe gloriae dei manserint, tum cum in regnum traditae deo patri suscipientur in reges consammataconsummata in omnes eius misericordia ac ueritate, per quem redemptas se gratulentur ad uitam, sitque omnibus accessus ad patrem. post quod nihil misericordieemisericordiae ac ueritatis requiratur a domino, cum in dei plenitudinem inpleantur. simile autem huic prophetae dictum est id, quod ad apostolos dominus locutus est: nunc quidem tristitiamhabetis; rursum autem nidebouidebo nosuos et Isetabiturlaetabitur cor uestrum et gaudium uestrum nemo auferet a uobis. in illa die me non rogabitis quicquam, quia iam gaudium nemo ablaturus ab his sit. § 7 In hanc igitur seternitatisaeternitatis spem sese propheta confirmat dicens: siesic psallam nomini tuo, deus, in sseculumsaeculum ssculisaeculi. ut reddam uota mea de die in diem.", + "candidate_score": 0.65952, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_0", + "bdc_text": "pietas und mag ichriben , so er will. Dempellischen prüwen gott will ichs frünseßenn , unnd in sinem bruͦß unverschrockenlich fürfarenn , durch sin gnad , so uns durch Jesum Christum ververbenn .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_2637", + "psc_text": "R) 21 tantum RPe tupo tantum Tb 22 legit RPT elegit E 26 abeorpait RE absorbsit T in marg. absorbuit P assfipsit T m text. 88 cohercentur RPT nos RTE om. P. dedit, redemit nos per sanguinem suum, per passionem suam, per mortem suam, per resurrectionem suam. hsec magna uitae nostrae pretia sunt. magno enim, ait apostolus, redempti estis, et redempti ab inimicis, a diabolo, ab angelis eius, a filio perdilionisperditionis, a principibus rorisseris, a mundi potentibus, ab inimica morte. et redemit dando escam omni carni: qui dat escam omni carni. omni carni, id est quse redemptnredempta est, dat escam incorruptam, aeternam, panis uiui, panis cselestis. et in his singulis, quod humilitatis nostrae memor est, quod redempti sumus, quod omnis redemptorum caro escam accipit, ea causa est: quoniam in saeculum est misericordia eius; obquodeiconfitendum: confitemini deo cselicaeli, quoniam in sseculum misericordia eius. quod caelum, quod terra, quod cetera sunt, et", + "candidate_score": 0.659421, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_38", + "bdc_text": "dominationis tuae nihil ad me quaedam nova d. d. divino quae Roma allata , si ad in brectissimo ac observando manus erunt , hisce misuffarii .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_2132", + "psc_text": "seruorum in manus dominorum suorum et sicut oculi ancillae in manus dominsedominae suae: sic oculi nostri ad dominum deum nostrum, donec misereatur nobis. exempla et conparationem propheta proposuit, ut, sicut in manus dominorum oculi seruorum sunt, ita ad deum fidei suae oculi intenti sint: quia fidelis seruus ad omnem obcedientiamoboedientiam uoluntatis dominicae sollicitus sit indefiexosque oculos semper intendat. sed si de seruis ac dominis corporalibus sermo esset, dictum ita fuerat, oculos seruorum in oculis uel in lingua uel in conspectu esse dominorum; aut nutu enim bishis iubetur aut ore. sed manus pro operibus frequenter scriptura significat. sunt autem, qui neque hominum neque dei serui sunt, sed serui sunt peccati domino dicente: omnis, qui peccatum facit, 26 Ioh. VIII. 34. 2 ueri GRT uera P 4 capti (?) G 6 corpora (?) G corpore P dm GRP dfft ex d5 T 6 qui ut GR quia ut P7' 7 ita ita", + "candidate_score": 0.659004, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_38", + "bdc_text": "dominationis tuae nihil ad me quaedam nova d. d. divino quae Roma allata , si ad in brectissimo ac observando manus erunt , hisce misuffarii .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_2708", + "psc_text": "semper operatur, manus domini extenditur, et sperantes in se saluos facit dextera eius. uirtus significatur in dextera; et ideo dominus, qui dei uirtus et dei sapientia est, nonnunquam dei dextera nuncupatur et cognominatur, per quem aduersus omnes inimicos in omni tribulationum bello protegemur. § 16 Seruauit autem euangelicae mansuetudinis propheta rationem, qua iniuriam reddere bishis, qui nos persecuntur, inhibemur, dicens: dominus retribuet pro me. illi enim uindicta seruanda est, qui in calumnia uestis dimitti et pallium iussit, qui post iniuriam alapae unius praeberi et maxillam alteram uoluit, qui uetuit malum pro malo reddi: plus uindictae adepturis his, qui aeterno iudici ultionem prsesentispraesentis iniuriae reseruassent. § 17 Concludit deinde fidelissimae spei uoce: domine, misericordia tua in saeculum. opera manuum tuarum non omittas: ut, quia dei misericordia in saeculum est extendens super iram inimicorum manum suam et fideles suos protegens dextera sua et pro his retribuens, opera manuum suarum non omittat, hominem", + "candidate_score": 0.658976, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_0", + "bdc_text": "pietas und mag ichriben , so er will. Dempellischen prüwen gott will ichs frünseßenn , unnd in sinem bruͦß unverschrockenlich fürfarenn , durch sin gnad , so uns durch Jesum Christum ververbenn .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_2936", + "psc_text": "imbre perfunditur, ut mortua et ieiuna ariditate naturae in uberes fructus praeceptorum dei cognitione reuirescat. § 8 Iam in his, quae secuntur, humanae fidei et conscientiseconscientiae eonfessioconfessio est, per diapsalmi intercessionem inpatientia prophetici desiderii monstrata. uelociter exaudi rae, domine, 91 Deut. XXXII, 2. 1 ab om. p paradysi R 4 manuum dei Re dei manuum pb meditatur R meditabitur pE 7 quia non mortuus saeculo R 8 sed tamquam mortuus saeculi om. p 12 memor (om. et) R antiquorum dierum pE 18 inrigari se semper R irrigari sese semper pb irrigari semper e 19 consciae R 21 spectetur p 22 ut pluuia ex aut pluuia R 24 imbrae R 25 ieiun = a p 27 secuntur Rp sequuntur E . 28 diapsalmi Rp diapsalmatis (diapsalmiatis a) e diapsalmae b. defecit spiritus meus. moras corporis sui propheta non patitur et secundum illud apostoli: dissolui me melius est et cum GhristoChristo esse", + "candidate_score": 0.65886, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_37_39", + "bdc_text": "praeptenus 29 . dominationis tuae nihil ad me quaedam nova d. d. divino quae Roma allata , si ad in brectissimo ac observando manus erunt , hisce misuffarii . servulus S. I. Scriptum ne remittas , nisi me remittas .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_2132", + "psc_text": "seruorum in manus dominorum suorum et sicut oculi ancillae in manus dominsedominae suae: sic oculi nostri ad dominum deum nostrum, donec misereatur nobis. exempla et conparationem propheta proposuit, ut, sicut in manus dominorum oculi seruorum sunt, ita ad deum fidei suae oculi intenti sint: quia fidelis seruus ad omnem obcedientiamoboedientiam uoluntatis dominicae sollicitus sit indefiexosque oculos semper intendat. sed si de seruis ac dominis corporalibus sermo esset, dictum ita fuerat, oculos seruorum in oculis uel in lingua uel in conspectu esse dominorum; aut nutu enim bishis iubetur aut ore. sed manus pro operibus frequenter scriptura significat. sunt autem, qui neque hominum neque dei serui sunt, sed serui sunt peccati domino dicente: omnis, qui peccatum facit, 26 Ioh. VIII. 34. 2 ueri GRT uera P 4 capti (?) G 6 corpora (?) G corpore P dm GRP dfft ex d5 T 6 qui ut GR quia ut P7' 7 ita ita", + "candidate_score": 0.656397, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_38", + "bdc_text": "dominationis tuae nihil ad me quaedam nova d. d. divino quae Roma allata , si ad in brectissimo ac observando manus erunt , hisce misuffarii .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_2533", + "psc_text": "in consummationem saeculi, quod est uespertinum, non in tauris et in hircishirci, sed in operibus bonis deo hostia est. Moyses nos docuit exemplo, qui, cum eleuatis constitisset manibus, uincebat, summissis uero in terram uincendum populum ab hoste praebebat, ostendens per hanc formam, hostem nostrum, si terrena opera nostra sint, uincere, si excelsa uero sint, esse uincendum. eleuandae igitur manus nostra sunt in noctibus, ut plantemur in domo, ut in atriis floreamus. et benedicendus est dominus, id est cum dei benedictione semper operandum est, ne, cum panem ioopiinopi praebeas, metu famis tristis sis; ne, cum sumptum indigenti offorasofferas, damnum putes; ne, cum nudum ueste induas, exui te existimes. hilarem enim datorem amat deus § 6 Quid autem laeta. et benedicentia eleuatarum manuum opera inereanturmereantur, ostendit dicens: benedicat te dominus ex Sion, dominus scilicet ecclesiae et sanctae Hierusales et ciuitatis uiuis lapidibus gemmarum extructae. et ut in deo uero et aeterno spem", + "candidate_score": 0.655081, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_38", + "bdc_text": "dominationis tuae nihil ad me quaedam nova d. d. divino quae Roma allata , si ad in brectissimo ac observando manus erunt , hisce misuffarii .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_2878", + "psc_text": "his fratribus minimis, mihi fecistis. hoc sacrificium uespertinum, id est temporum nouissimorum est. in hoc manus eleuandae sunt, quia istius modi orationibus iam ab initio mundi benedictis dei regni caelestis praeparata possessio est. § 5 Sed meminit propheta, praeter clamorem fidei, praeter orationem, qusequae dirigenda sit ut incensum, et praeter eleuationem manuum, in qua sacrificium uespertinum est, et aliud sibi adhuc opus consummandae in se iustificationis optandum. dicti 6 I Tim. 2, 8. 9 Esai. I, 15. 17 Matth. XXV, 84 sq. 2 manum R 4 dimiasione Ra 6 et contentione E cf. Sabalier 111, 869 10 extendatis manus, quia E 20 infirmua — liberaatie me om. R 80 dirigenda est E eleaationes R 81 in quas R. scilicet huius euangelici memor: ex uerbis tuis iustificaberis, aut ex uerbis tuis condemnaberis, recolens quoque ex omni se uerbo otioso rationem in die iudicii redditurum necessario deprecatus est dicens: pone. domine, custodiam", + "candidate_score": 0.654893, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_33", + "bdc_text": "Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_182", + "psc_text": "quid me persequeris? ait autem: quis es, domine? dominus uero: ego sum Iesus Nazareus, quem tu persequeris. at ille tremensetpauens in eo, quod sibi acciderat, dixit: domine, quid me uis facere? sic loquitur iratus. sic in indignatione conturbat, cum, quibus ob meritum impietatis poena decreta est, ipsis per admonitionem desinendi metus et terror adfertur. § 22 Sed ne ipsam quidem principalem et maximam loquendi in ira et in indignatione conturbandi praedicationem praetermisit propheta. namque post idquodait: tunc loquetur ad eos in ira sua et in furore suo conturbabiteos, ut ostenderet, qui ille irae sermo esset et quae ex eo conturbatio gigneretur, adiecit: ego autem constitutus sum rex ab eo superSion montem sanctum eius, adnuntians praeeeptum eius. dominus dixit ad me: filius meus es tu, ego hodie genui te. posce a me, et dabo tibi gentes hereditatem tuam et possessionem tuam terminos terrae. reges eos in uirga ferrea, tamquam uas figuli", + "candidate_score": 0.654558, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_12_14", + "bdc_text": "Hatt erbarm sich unser . Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_2939", + "psc_text": "tempore quidem ipse antenoranterior, sed in spiritu apostolici gaudii particeps, qui resurrectionem domini contuentes seternitateinaeternitatem caducorum corporum crediderunt. id enim consequenti ait: auditam fac mihi mane misericordiam tuam: quia in te speraui, domine. matutinae autem huius misericorduemisericordiae gaudium locis plurimis demonstratur, uel tum cum ait: ad uesperam demorabitur fletus, et 2 Phil. I, 23. 8 Rom. VII, 24. 5 II Cor. 6, 2. 14 Ps. XXIX, 4. 26 Pa. XXIX, 6.' 2 me om. p 3 ego om. R 4 liberauit R 6 congemesoimus R cf. Stolz L. 366, Sittl Arch. It 492 congemiscimus pE 6 taedia & ipse R taedium et ipse e taedium ipse pb 10 excedat GRE recedat p corpore G e corpore RpE 14 ab infero GR ab inferis p ab inferno E ' 15 seruasti GE saluasti Rp a descendentibl G a descendibus p 18 ex uita scripsi et uita G e uita Rpb cf.", + "candidate_score": 0.651294, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_37_39", + "bdc_text": "praeptenus 29 . dominationis tuae nihil ad me quaedam nova d. d. divino quae Roma allata , si ad in brectissimo ac observando manus erunt , hisce misuffarii . servulus S. I. Scriptum ne remittas , nisi me remittas .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_2617", + "psc_text": "peccatum, seruus est peccati. dominandum ergo peccato est, non seruiendum. domini autem sunt, qui haec peccati corpora dominationi suae per subiectionem uitiorum suorum peccatorumque subdunt. nouit se esse apostolus corporis sui dominum, cum ait: subicio enim mihi corpus meum et in seruitutem redigo. qui in seruitutem redigit, domini necesse est iure in seruitutem eum, qui seruiturus est, redigit. horum ergo talium dominorum deus dominus est, uocans eos per spem reternitatis, ut domini sint, ut his dominis deus dominus sit: et hoc non ob aliam causam nisi 1 I Cor. 8, 5. 5 1 Tim. 6, 16. 9 Pe. LXXXI, 1. 11 I Cor. 4, 8. 15 Ioh. VIII, 84. 20 I Cor. 9, 27. 4 diJi dominum dominorum significat cum R deum dominum dominorum esBe significat cum e dominum dominorum esse significat oum Tb dfio dfiorum esse significatum P 6 dominantium PTE dominorum R cf. Sabatier lII, 879 in niles", + "candidate_score": 0.649828, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_12_14", + "bdc_text": "Hatt erbarm sich unser . Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_3194", + "psc_text": "adhucauteinetsicut in nocte erudierunt me renes mei. quid eum erudierunt renes sui? scilicet, ait, intelligere eum fecerunt, melius esse sperare in domino, quam in suo opere iustificari. nam et ipsum dominum nonne renes sui quasi in nocte erudierunt sperare in deum ? . 10 dapnanit ' 31 itaq; nam et contristata est anima eius usque ad mortem. didieitdidicit sperare in deum; et hoc est, quod ait in hunc se intellectum eruditum esse a renibus quasi in nocte. et sequentia enim ostendunt de passione eum sua dicere, cum subiungit: 10. Prouidebam dominum in conspectu meumeo semper. quiaadextris est mihi, utnoncommouear. propter hoc iucundatum est cor meum, et exultauit lingua mea, insuper et caro mea habitabit in spe: quia non derelinques animam meam in infernum neque dabis sanctum tuum uidere corruptionem. et textus quidem hic et ordo manifestus est; sed quod renes nominauit, et quasi in nocte, ait, erudierunt me, ne obscuriora", + "candidate_score": 0.648083, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_36_38", + "bdc_text": "verbenns , üch lassend gruͤsen unser g. S. consuli , Pat . consulis car. fundamus partes mutuas . praeptenus 29 . dominationis tuae nihil ad me quaedam nova d. d. divino quae Roma allata , si ad in brectissimo ac observando manus erunt , hisce misuffarii .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_2533", + "psc_text": "in consummationem saeculi, quod est uespertinum, non in tauris et in hircishirci, sed in operibus bonis deo hostia est. Moyses nos docuit exemplo, qui, cum eleuatis constitisset manibus, uincebat, summissis uero in terram uincendum populum ab hoste praebebat, ostendens per hanc formam, hostem nostrum, si terrena opera nostra sint, uincere, si excelsa uero sint, esse uincendum. eleuandae igitur manus nostra sunt in noctibus, ut plantemur in domo, ut in atriis floreamus. et benedicendus est dominus, id est cum dei benedictione semper operandum est, ne, cum panem ioopiinopi praebeas, metu famis tristis sis; ne, cum sumptum indigenti offorasofferas, damnum putes; ne, cum nudum ueste induas, exui te existimes. hilarem enim datorem amat deus § 6 Quid autem laeta. et benedicentia eleuatarum manuum opera inereanturmereantur, ostendit dicens: benedicat te dominus ex Sion, dominus scilicet ecclesiae et sanctae Hierusales et ciuitatis uiuis lapidibus gemmarum extructae. et ut in deo uero et aeterno spem", + "candidate_score": 0.647711, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_32_34", + "bdc_text": "Wöllend mir ouch sampt den anderen allen min h. schwager häller trülich gruͤsen , welchen ich mitt miner zuͦ kindt und angstlichen hendlen übel unnd und anckbarlich ußzüch , aber ich danck gott und vil und inn , das ir so vil gnadt und möltigkeitt mir unverdienten keinerder bewysennd . Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten . Vergütig gott sehe uns an mitt sine gneden , und tröste alle küm beschte hertzenn , amen .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_289", + "psc_text": "enimEsaias: et reuelauit dominus brachium suum sanctum in conspectu omnium gentium, et cognoscent omnes fines terrre salutare dei nostri. omnibus igitur gentibus reuelatum est et ab omnibus cognitum est. et rursum in psalmis spiritus sanctus exclamat: cantate domino canticum nouum, quia mirabilia fecit. ostendit dominus salutare suum, in conspectu gentium reuelauit iustitiam suam. et rursum: adnuntiate in gentibus gloriam eius et in omnibus populis salutare eius. et rursum: ostende nobis, domine, misericordiam tuam et salutare tuum d-a nobis. cuius spei desiderium dominus in euangelio ostendit, dicens: multi prophetaeprophetas et iusti concupierunt uidere, quae uos uidetis, et audire, qusequas auditis. hoc salutare Simeon et exspectauit diu et, cum in manibus accepisset, agnouit et inter uagitus infantiseinfantiae, inter cunarum sordes per fidem deum uidit. in talibus et agnoscens adorauit, dicens: nunc dimitte seruum 1 Philipp. ITI, 8. 10 Esai. LII, 10. 14 Ps. XCVll, 1. 17 Ps. XCV, 3. 19 PB. LXXXIV,", + "candidate_score": 0.646532, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_12_14", + "bdc_text": "Hatt erbarm sich unser . Ich hab im oft darum gesorgbenn ; aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_3198", + "psc_text": "perturbatione, qui infirmitatem et tristitiam fatebatur. nam si alibi Dauid ait: m eto s mortis cecidit super me, timor et tremor occupauerunt me et operuit me tenebtenebra ra, recte hsechaec tenebra ex timore mortis ueniens, quam minimam fuisse in filio dei conuenit, non nox, sed quasi nox appellatur. itaque significanter dicitur: adhuc autem quasi in nocte erudierunt me renes mei. quid autem erudierunt? scilicet quod sequitur infra, ut prouideret deum in conspectu suo semper, quia a dextris eius est, ut non commoueatur. 11. Pro hoc, ait, iucundatum est cor meum, et exsultauit lingua mea, adhuc autem et caro mea habitabit in spe: quoniam non derelinques animam meam in inferno neque dabis sanctum tuum uidere corruptionem. notas fecisti mihi uias uitae: implebis me laetitia cum uultu tuo: delectationes in dextera tua. ergo et iucunditates in dextera dei, quibus cunctis repletus est filius. in dextris enim habebat deum. prouidebam dominum, inquit, in", + "candidate_score": 0.644514, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_36_38", + "bdc_text": "verbenns , üch lassend gruͤsen unser g. S. consuli , Pat . consulis car. fundamus partes mutuas . praeptenus 29 . dominationis tuae nihil ad me quaedam nova d. d. divino quae Roma allata , si ad in brectissimo ac observando manus erunt , hisce misuffarii .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_2878", + "psc_text": "his fratribus minimis, mihi fecistis. hoc sacrificium uespertinum, id est temporum nouissimorum est. in hoc manus eleuandae sunt, quia istius modi orationibus iam ab initio mundi benedictis dei regni caelestis praeparata possessio est. § 5 Sed meminit propheta, praeter clamorem fidei, praeter orationem, qusequae dirigenda sit ut incensum, et praeter eleuationem manuum, in qua sacrificium uespertinum est, et aliud sibi adhuc opus consummandae in se iustificationis optandum. dicti 6 I Tim. 2, 8. 9 Esai. I, 15. 17 Matth. XXV, 84 sq. 2 manum R 4 dimiasione Ra 6 et contentione E cf. Sabalier 111, 869 10 extendatis manus, quia E 20 infirmua — liberaatie me om. R 80 dirigenda est E eleaationes R 81 in quas R. scilicet huius euangelici memor: ex uerbis tuis iustificaberis, aut ex uerbis tuis condemnaberis, recolens quoque ex omni se uerbo otioso rationem in die iudicii redditurum necessario deprecatus est dicens: pone. domine, custodiam", + "candidate_score": 0.641241, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_3194", + "psc_text": "adhucauteinetsicut in nocte erudierunt me renes mei. quid eum erudierunt renes sui? scilicet, ait, intelligere eum fecerunt, melius esse sperare in domino, quam in suo opere iustificari. nam et ipsum dominum nonne renes sui quasi in nocte erudierunt sperare in deum ? . 10 dapnanit ' 31 itaq; nam et contristata est anima eius usque ad mortem. didieitdidicit sperare in deum; et hoc est, quod ait in hunc se intellectum eruditum esse a renibus quasi in nocte. et sequentia enim ostendunt de passione eum sua dicere, cum subiungit: 10. Prouidebam dominum in conspectu meumeo semper. quiaadextris est mihi, utnoncommouear. propter hoc iucundatum est cor meum, et exultauit lingua mea, insuper et caro mea habitabit in spe: quia non derelinques animam meam in infernum neque dabis sanctum tuum uidere corruptionem. et textus quidem hic et ordo manifestus est; sed quod renes nominauit, et quasi in nocte, ait, erudierunt me, ne obscuriora", + "candidate_score": 0.640083, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_3198", + "psc_text": "perturbatione, qui infirmitatem et tristitiam fatebatur. nam si alibi Dauid ait: m eto s mortis cecidit super me, timor et tremor occupauerunt me et operuit me tenebtenebra ra, recte hsechaec tenebra ex timore mortis ueniens, quam minimam fuisse in filio dei conuenit, non nox, sed quasi nox appellatur. itaque significanter dicitur: adhuc autem quasi in nocte erudierunt me renes mei. quid autem erudierunt? scilicet quod sequitur infra, ut prouideret deum in conspectu suo semper, quia a dextris eius est, ut non commoueatur. 11. Pro hoc, ait, iucundatum est cor meum, et exsultauit lingua mea, adhuc autem et caro mea habitabit in spe: quoniam non derelinques animam meam in inferno neque dabis sanctum tuum uidere corruptionem. notas fecisti mihi uias uitae: implebis me laetitia cum uultu tuo: delectationes in dextera tua. ergo et iucunditates in dextera dei, quibus cunctis repletus est filius. in dextris enim habebat deum. prouidebam dominum, inquit, in", + "candidate_score": 0.631259, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_2939", + "psc_text": "tempore quidem ipse antenoranterior, sed in spiritu apostolici gaudii particeps, qui resurrectionem domini contuentes seternitateinaeternitatem caducorum corporum crediderunt. id enim consequenti ait: auditam fac mihi mane misericordiam tuam: quia in te speraui, domine. matutinae autem huius misericorduemisericordiae gaudium locis plurimis demonstratur, uel tum cum ait: ad uesperam demorabitur fletus, et 2 Phil. I, 23. 8 Rom. VII, 24. 5 II Cor. 6, 2. 14 Ps. XXIX, 4. 26 Pa. XXIX, 6.' 2 me om. p 3 ego om. R 4 liberauit R 6 congemesoimus R cf. Stolz L. 366, Sittl Arch. It 492 congemiscimus pE 6 taedia & ipse R taedium et ipse e taedium ipse pb 10 excedat GRE recedat p corpore G e corpore RpE 14 ab infero GR ab inferis p ab inferno E ' 15 seruasti GE saluasti Rp a descendentibl G a descendibus p 18 ex uita scripsi et uita G e uita Rpb cf.", + "candidate_score": 0.629144, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_14", + "bdc_text": "aber nun erligen gast inen nüt zuͦchertzenn und lieben mich allein mitt der Züncken so er nüt thuͦt , und mir gott abhin hilst , so söllend sy wüssen , das ich leiden gar nüt schonen wirdt , mit wer , aber lieber frid unnd einigkeitt .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_576", + "psc_text": "talis autem temporum ordo non nisi ex prophetica scientia distributus est, ut uespere et maneetmeridie nuntiet, quia secundum legem et obseruantiam legis a uespere dies caepta eadem ipsa usque ad meridiem deputatur, cum inchoationem diei non mane luslux reddita, sed uespere nox facta perficiat. narrat ergo et renuntiat ea, quae psalmo continentur, quod uocem eius audiet et in pace animam suam liberet — pacificauit enim omnia in caelo et in terra — et liberet ab adpropiantibus sibi. superior enim querella de proximis, cum etiam unianimus et dux et notus hffic ageret cum apostolis ceteris et ipse electus in apostolum. deus ergo, qui est ante ssecula, id est, per quem omnia sunt. quia ante omnia sit, exaadietexaudiet eum et humiliauit eos, cum indigni gloria aeternae resurrectionis effecti sint. e e 1 spιs ≡R praecatio V R ad deum PTE 2 me om. T ueaper corr. m. 2 V3 narrabo supr. scr.", + "candidate_score": 0.628398, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_10_12", + "bdc_text": "wort mitt j. Joachium zuͦ redenn , er welle mich da nitt laßen , da es ich by unns ein sömliche gstalt hatt , das sich einer ein klein versechen muͦs , diewyl niemand wüßen mag , wie lands es werden , und solhon alle ding anfahend in höchriben schleg kommen . Hatt erbarm sich unser .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_2431", + "psc_text": "quem locum homo deo inueniet et inconprehensibilem infinitamque naturam quali tabernaculo continebit? cum de se ipse per prophetam deus locotuslocutus sit dicens : caelum mihi thronus est, terra autem scamellum pedum meorum: quam domum tedificabitis mihi aut quis locus requietionis mesemeae? omnia enim haec fecit manus mea, et mea sunt omnia htec. non ignarus autem huius diuinae uocis propheta est et scit humanae et terrenae operationis domum deo esse non posse, idipsum psalmo anteriore contestans, cum ait: nisi dominus sedificauerit domum, in uanum laborauerunt, qui gedificant eam. ergo si neque natura hominis condicionem uoti istius recipit, neque locum et tabernaculum deo humana requirit operatio, cognoscenduincognoscendum est per scripturarum caelestium auctoritatem. quod sit 18 Esai. LXVI, 1 sq. 20 Ps. CXXVI, 1. 1 nocte dieque RTE noctu dieque P nootu diuquae V et numquam e.r sub numquam m. 2 V in requiem VRP in requie TE 8 ipaia RPTE ipsii r", + "candidate_score": 0.624565, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_23", + "bdc_text": "mürdigen und gefangenn , ich habe , hominiam Conradum wei ß ich aber , das die Bergeler imm sich aber noch nüt daruf .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_2656", + "psc_text": "extorres se factos esse cselestiscaelestis Hierusales meminerunt, qui et captos se esse in Babylonia sentiunt, hi sedentes et flentes corpora sua in formam sanctoromsanctorum uirorum habitumque suspendunt ab terrenis se desideriis erigentes.- § 8 Sed licet per continentisecontinentiae studium in salices illas suspensa nostra sint corpora, tamen ea, quae captiuos nos efficiunt, non quiescunt. sequitur enim: quia illic interrogauerunt nos, qui captiuos duxerunt nos, uerba cantionum: et qui abduxerunt nos: hymnum cantate nobis de canticis Sion. si quis humanae naturae consuetudinem recolit, sensum omnem absolutum habebit, namque qui laborant a uitiis desinere et eorum, quae impie gesserint, obliuisci uoIuntuolunt. 1 aquae om. R 2 quisquis GR quisque PT E 4 nunc aeloquio R «oncelo quia G reuiuescit RPl reuiuiscit JdT E (cf. Neue Formenl. II, 505, Orelli ad Cic. Fam. VI, 10,5) 5 scaenophegiorum RP scenophegiorum T iudeis G 6 frondium ex frondeum P frondium T 10 scribtora G om.", + "candidate_score": 0.615965, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_41_43", + "bdc_text": "Aiunt ich imm des lebens woll . Man sagt man bring inn morn zfus an einer kette , unnd vor trwigkeut sye er nitt fast voll by im selbs . Aber ich vermören des beschafftig anß ein et nostri Bullingero , etc. D .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_1198", + "psc_text": "et fel ingestum ei, et aceto potatum euangelia testantur. oblatum quidem secundum Matthaeum fel renuens, sed secundum Iohannem, ut acetum potaret, sitiuit. locus autem ipse his uerbis est dictus: post hseclesus sciens, quoniam omnia consummata sunt, ut impleretur scriptura, ait: sitio; et erat concha posita aceto plena. spongiam igiturplenamacetohysopoadmiscentes obtulerunt ori eius. cum ergo accepisset Iesus acetum, dixit: consummatum est. uenerat ad onesoues perditas domus Israhel et expectans consolantem commserentemque non habuit: non quod consolatione eguerit nolensuolens pati atque mori, sed qui secum super totius populi impietate maereret et qui se ipsum ipsa mserentismaerentis secum salute consolaretur, ut omnibus tanto scelere perfunctis solacium in his saltim, qui salui fierent, acciperet secundum illud: et in seruis suis consolabitur; quia non credente Israhel gentes ei essent 5 Coloss. 1,24. 6 Ibid. II, 12. 15 Ioh. XIX, 28 sq. 26 Deut. XXXH, 86. 1 commerentem V conmerentem R consolantem E 2 commerentes (coum.", + "candidate_score": 0.615021, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_44", + "bdc_text": "Bullingero , suo d. et patri perpetua fideli colendo .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_1283", + "psc_text": "a perfecto est, quia, ut apostolus ait, omnia ipsi constant, et sicut de se ipse testatus est: sicut habet pater uitam in semetipso, ita et filio dedit habere uitam in semetipso; et rursum apostolus ait: quia in ipso inhabitat omnis plenitudo diuinitatis corporaliter. itaque quod in eo est uel quod ipso perfectum est, neque iam, quod subsistit ac manet, eget atque expectat aliunde, sed caritate patris atque uirtute. ita et in filio uita est, ut, licet sit natus ex patre, tamen in ea uita, in qua et pater uiuit, existat. nam et in eo uniuersorum, qute deinceps crearentur, principia constiterantconstiterunt; et in eo uniuersa contemplans consummatis per eum 17 Coloss. I, 17. 18 Ioh. V, 26. 20 Coloss. II, 9. 4 requiee ex quies m. 2 V 5 ita ex ut ita rra. 2 V 6 alterum operatur add. m. 2 V 7 quia ex eo est b omnia haec", + "candidate_score": 0.612829, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_19", + "bdc_text": "Derhalber ich aller sach das noch bedencken und fragen von wegen diser geschicht , die ich von anfang an selben will , diewyl mir darum zwüßen ist .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_2714", + "psc_text": "est, cum legimus PTb 15 cum ait si inquid dauid R cum ait de se si inquit dauid PT cum de se loquens ait: si Dauid E 18 in hoc loeo eodem R in hoc eodem loco PTE 19 ait ab eo R ab eo ait PTE. inpieri, quae scripta sunt in lege,Moysi et in prophetis et psalmis de me. non est ergo ambiguum, quod in psalmis de eo scriptum sit. nam tametsi pleraque in his talia sint, ut ad personam patriarcharum, prophetarum, martyrum, apostolorum generationis quoque primae et generationis sequentis referri oporteant, tamen, quia omnia in Christo et per Christum sunt, quidquid illud in psalmis est sub diuersorum personis prophetatum, omne de ipso est: quia doctrina omnis, diuersis licet praeceptorum generibus multiformis, hoc per diuersos praestat, ut ipse noscatur. haec nobis propter praesentem psalmum commemoranda necessario fuerunt, ne forte sine probabili auctoritate praesumpsisse existimaremur, ut ad personam Christi omnem", + "candidate_score": 0.610252, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_30", + "bdc_text": "Ich bitt gott , das er her h. Ruͦdolphen Gvalther , leiderumb vom kalten were erledigen unnd bitt ouch h. Simler , er welle mir verlychen , das ich imm jetz nitt geschryben .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_3070", + "psc_text": "R(G?) et omnibus his nomina E 26 praeferantur R proferuntur E cf. p. 848, 9 81 ***cernit G discreuit BE. suis uocentur, audiamus eum, qui uocaturus est. dicit in euangelio: nolite mirari ista; quia uenit hora, in qua omnes, qui sunt in monumentis, audient uocem eius et prodient. uocantur ergo et prodient. adeo autem enumerantur per deum, ut capilli quoque, qui in singulis nobis innumerabiles esse existimantur, in numero sint eodem domino dicente: nonne et capilli capitis uestri numerati sunt? hoc domino potius dignum, hoc in misericordia eius prseferendumpraeferendum, ut eos, quos contritos corde sanauerit, quorum alligauerit contritiones, nominibus uocet, proprietate numeret, csBlcsticaelesti luce clarificet. § 6 Ob quae mirabilia eius praedicauit: magnus dominus noster et magna uirtus eius et sapientiae eius non est numerus. suscipit enim mansuetos dominus, humiliat autem peccatores usque ad terram. hoc enim mansuetorum proprium est, quia secundum euangelia mansueti possidebunt terram, ut digni apud deum", + "candidate_score": 0.60242, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_5", + "bdc_text": "Ich förcht , üdigen wenn sy sich gnuͦg gesterke , sy werdend dann einmal wellen , das man mer es sollend mir minen schwager hinyn neme .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_553", + "psc_text": "se tenebris metuque mortis pinnsepinnae non aliunde sumendae sunt. cum enim dicit: quis dabit mihi?, non poscentis ab aliquo. sed non aliunde sperantis est. euolare autem ut columba festinat, id est in spiritalem redire naturam. nam et in columbae specie spiritus in eum uolando requieuit habitatione aliquando in eo homine, qui tum de Iordanis aquis ascendebat, inuenta. et haec quidem precationis est causa, quia infirmitate corporis adgrauatus hoc, quod nobis est mortale, susceperat, ut caro factus in spiritum euolaret. et harum quidem pinnarum suarum in psalmo alio ita meminit: si sumpsero pinnas meas ante lucem et habitauero in postremis maris. etenim illic manus tua deducet me. suas itaque sumet, ut intellegatur eas ex his euacuatus adsumere. § 8 Sed sumptis pinnis, ut uolando requiescat, quo sit quieturus, ostendit dicens: ecce elongaui fugiens et mansi in deserto. ceciderunt quidem super lucem tenebrae, sed tenebrae eam non conprehenderunt. elongauit enim fugiens. qui", + "candidate_score": 0.600623, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_44", + "bdc_text": "Bullingero , suo d. et patri perpetua fideli colendo .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_2123", + "psc_text": "consuetudini Ed. Bas. 1550, Par. 1572 consuetudine Rs conguetudine P ad consuetudinem T 23 praeparatus RP est reparatus 7' praeparatur e. Iaetificauit auditu. sed nunc iam oculis mentis per fidei fiduciam contemplandus est habitans in caelo. § 2 Sed caelum hoc, quod uisibus nostris per materiem sui subiacet, quod tamquam fumus solidatus firmamenti et naturam et nomen accepit, praeteribit et non erit; sedis autem domini manet in aeternum. necesse est uero, ut habitatio habitatore suo digna sit: et corruptibili loco id, quod infinitum et incorruptibile est, concludimus, si deum in caelo hoc habitare crediranscredimus. quseramusquaeramus ergo, quae habitatio dei sit, nempe eius, quidixit: pater enim in me, et egoinpatre; etrursutn: ego et pater unum sumus; et de quo dictum est: deus in Christo erat mundum reconcilians sibi: digno et sufficiente filio, in quo pater per eandem naturae habitet uirtutem; patre autem filium, quem ex se genuit, non separante a se", + "candidate_score": 0.59958, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_20", + "bdc_text": "hätte ouch gern den anfang unnd mittel gesetzt , alterum unmößen üß gewesenn , ech hatt ouch vermeint wir wellend alltend das wunderklich , so sich den 28ten .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_2564", + "psc_text": "G 26 et incertae a se (?) G. 7 commoueri. totiens negotiosus ad haec deus ipsos istos, ut demutentur, ut dissideant, ex secreto diuitiarum suarum producit? § 13 Sed haec a me uolenti uirtutem et rationem dictorum ostendere ita commemorata sint, ut nihilominus inuisibilis et omnipotentis uirtutis esse intellegatur, amari, quod est ab extremo terrae, nubes educi et inter pluuias fulgura coruscare et uentos ex occultis spiratuum suorum sedibus flare. uerum quia non in his tantum omnipotentia dei est, neque in his solum, quae uoluit, fecit in caelo et in terra, in mari et in abyssis, et in his, quae corporaliter gesta esse memorantur, spiritalia significari meminimus: demonstrandum est nunc. quid sub his dictis per uirtutem prophetiae intellegere debeamus. § 14 In eo, quod omnia, quae uoluit, fecit in caelo et in terra, in marietin abyssis, quantum cognitioninostrae permissum est, nihil amabilius deo homine est. et subest causa, ut peculiare", + "candidate_score": 0.599391, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_44", + "bdc_text": "Bullingero , suo d. et patri perpetua fideli colendo .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_1783", + "psc_text": "ratio ex ipsis euangeliis noscenda est. nam dominus, qui inimicos diligi iussit et maledicentes patrem aut matrem reos mortis esse constituit, rursum alio in loco praecepit dicens: si quis uenit ad me et non oderit patrem suum et matrem suam et uxorem et filios et fratres et sorores, adhuc etiam et animam suam, non potest meus discipulus esse. ergo haec uidentur 29 Luc. XIV, 26. 1 et om. R 3 tempore — uitae suae in marg. infer. add. C 5 aoilicA (ca in ras.) R se ad fidei meritum V 6 in om. R 7 asceuderunt pe 8 diligent V cui e gloria p 9 nunc (oni. et) et semper V et in saecula saeculorum E et in omnia saeoula saeculorum V Explicit littera quarta decima incipit littera quinta decima feliciter r Finit R Finit litt. XlIII inc. Samech lit. XV Cp 10 samh V 13 praeceptum euangelicae doctrinae est", + "candidate_score": 0.599176, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_44", + "bdc_text": "Bullingero , suo d. et patri perpetua fideli colendo .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_420", + "psc_text": "26 gerens (g et r in ras.) R aeterna Y. confessioiiis autem causam addidit dicens: quia fecisti; aoetoremauctorem scilicet llniuersitatisuniuersitatis huius dominum esse confessus, nulli alii docens confitendum, quam qui fecit oliuam fructiferfcmfructiferam spei misericordia in saeculum sseeulisaeculi. § 24 Et quis hic sit, qui fecit ista, demonstrat dicens: et exapectaboexspectabo nomen tuum, quoniam bonum est in conspectu sanctorum tuorum. exspectabit ergo dei nomen, cui confitetur, per quem facta sunt omnia: unus enim deuddeus pater, ex quo omnia, et nos in ipso: et unus dominus noster Iesus ObristusChristus, per quem omnia, et nos per ipsum. huius ergo nomen exspectat, Iesum - scilicet Ilidereuidere, id est saluatorem suum nosse, angelo dicente: et cognominabis nomen eius Iesum; ipse enim saluum faciet populum suum a peccatis eorum. Christum conspieereconspicere, ut per professionem generosae . familiae sit christianus, exspectat. bonum autem hoc nomen est, quod archangeli atque angeli adorant, quod daemones tremunt et ferre", + "candidate_score": 0.598365, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_44", + "bdc_text": "Bullingero , suo d. et patri perpetua fideli colendo .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_936", + "psc_text": "R cf. Acad. p. 5j flectatur PTE caelestium in marg. add. m. 1 R. et omnis lingua confiteatur, quia dominus Iesus in gloria dei patris est. et haec non de diuinitatis suae dicta sunt potestate. illa enim, ut semper est dominans, ita et dominabitur semper: sed in aeternam gloriam eius adsumptse ex uirgine carnis natura transfertur. Iesus enim eius hominis, qui ex Maria natus est, nuncupatio est; et Iesu nomen, quod snpersuper omne nomen est, donatur. non enim hic, ut in ceteris, Iesu Christo, sed Iesu tantum. ei enim a cselestibuscaelestibus et terrestribus et infernis adorato et per omnem linguam in dei patris gloria esse confesso aeterni regni donatur arbitrium. sed ut in pluribus, nunc quoque latinitas nostra non satis proprie significationem dicti graeci elocuta est. quod enim nobiscum scribitur: quidominabitur in uirtutesuainaeternum, in graecis ita legitur: zm δεσπόξοντι ἐν rrj δυναστεία avrov TOV αἰω̃νος. quod nobiscum in aeternum, id", + "candidate_score": 0.597232, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_35_37", + "bdc_text": "Datum zuͦ Chur 1572 . verbenns , üch lassend gruͤsen unser g. S. consuli , Pat . consulis car. fundamus partes mutuas . praeptenus 29 .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_1287", + "psc_text": "et rursum: omnia autem detrimenta esse duxi et arbitror stercora, ut Christum lucrifaciam, et rursum: benedictus pater domini nostri Iesu CliristiChristi, qui benedixit nos in omni benedictione spiritali in caelestibus in Christo, in quo elegit nos ante mundi constitutionem in ipso. ut simus sancti et inmaculati inconspectu eius in caritate: qui ante prmdestinauit nos in adoptionadoptionem em perlesuminipso: quia uerbum caro factum estquia. cum aliquando essemus alienati et inimici sensus eius in factis malis, nunc autem reconciliati sumus corpore carnis eius. ergo 8 Prov. VIII, 27. 4 Ibid. 30. 17 Phil. III, 12. 18 Ibid. 8. 20 Ephes. I, 8 sqq. 26 Ioh. I, 14. 27 cf. Coloss. I, 21 sq. illi V cf. Sabatier //, 310 illic rb 5 orbe V Sabat. 311 opere rb m n 6 confirmatione corr. m. 2 V 7 ifcs xpo V 8 dominationes rb 11 quiestatur F1 13 qua V 14 negata est", + "candidate_score": 0.594236, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_44", + "bdc_text": "Bullingero , suo d. et patri perpetua fideli colendo .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_1683", + "psc_text": "sed in generationem et generationem ueritas tua. utramque generationem simplici significatione conmemorat. duas igitur generationes in duobus populis cognonimoscognouimus, quorum unus est legis et prophetarum, alius est euangeliorum et apostolorum. ueritas ergo dei in solis his duabus generationibus manet. sed cum prior generatio ueritatem dei intra se haberet, nulla alia tum habuit. erant enim plures generationes gentium atque populorum. et nunc cum haec eadem generatio indigna exstitit, in qua ueritas dei esset, hanc eandem dei ueritatem praeter eam, qucequae euangeliis credidit, non habet alia ulla generatio. § 7 Sequitur uero: fundasti terram, et permanebit. conuenerat ordini, ut post caelum dehinc terra nuncuparetur: sed hoc, quod medium est, id est in generationem et generationem ueritas tua, ob eam causam interuenisse existimo. ut duplex illa de caelo, in quo uerbum dei manet. intellegentia confirmaretur. nunc ergo tamquam integer ordo seruatus est. cum post caelum, in quo permanet dei uerbum. fundata terra mansura", + "candidate_score": 0.592457, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_8", + "bdc_text": "Möcht derhalten lydenn , sy zuͦgend mich nitt leüber uf und ließend , mich in friden bitt derhalben underthenig etc. g .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_2963", + "psc_text": "palmis: uetus scilicet chirographum secundum apostolum delens et adfigens illud croci etiam eas partes manuum commemorat in praelio, cum quibus omnia ueterum criminum peccata confixa sunt. § 5 Dehinc sequitur: misericordia mea et refugium meum, susceptor meus et liberator meus es t U, protector ineusmeus et in ipso speraui. carent ista difficultate. omnia enim in euangeliis ista gesta ab eo atque dicta sunt, ut honorem maiestatis paternsepaternae per humilitatis nostrsenostrae confessionem, quorum habitum adsumpserat, prsedicaretpraedicaret § 6 Illud autem, quod ait: subiciens populum meum • sub me, non ex persona unius Iudaici populi dictum exisiimandumexistimandum est, cum uniuersitatem ecclesiae unum populum in psaimopsalmo alio nuncupauerit dicens: populus, quem non cognoui, seruiuit mihi. quod autem etiam hic, qui eum * 2 Ioh. XVI, 33. 6 Coloas. II, 16. 8 Coloss. I, 20. 29 Ps. XVII, 45. 3 passionibus R introitar (?) G? 4 braccia(?) G 5 trophaeo RE tropea G 6", + "candidate_score": 0.592202, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_5", + "bdc_text": "Ich förcht , üdigen wenn sy sich gnuͦg gesterke , sy werdend dann einmal wellen , das man mer es sollend mir minen schwager hinyn neme .", + "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa001.opp-lat1_window_2772", + "psc_text": "naturam euolandi in caelum in resarrectionisresurrectionis demutatione sumpturi. sed hic pinnas sumit uolaturus non alienas, non nouas, sed proprietatis usurpatione prsesumptas: quia post passionis uoluntarise sacramentum et naturae et potestatis pinnas ad caelum se habuerit efferendi. § 25 Sequitur etiam idem ordo dictorum et ex utriusque natursenaturae intellegentia, hominis scilicet et dei, sermo decurrit. ait enim: et dixi: forsitan tenebrfetenebrae conculcabunt me. uox, ista hominis esse existimatur; quia uidetur quibusdam aut inreligiosis aut inperitis sub illa passionis timiditate trepidare: quasi uero nunc sermo iste timoris alicuius habeat professionem et non magis susceptae mortis significauerit uoluntatem nullo eius metu ac terrore praelato. non enim ait: tenebrae eonculcabuntconculcabunt me; sed ait: forsitan tenebrae conculcabunt me. quod fortuitu adiecit, incertum humanae de se opinionis, qua timere inferos creditus est, inrisit errorem. nemo enim conculcari se certus idem rursum, an conculcetur, mcertnpincertus est. § 26 Ut autem hoc, quod ait: forsitan tenebrsetenebrae concule 8", + "candidate_score": 0.590242, + "ce_score": null + } + ] + }, + { + "rank": 20, + "cf_id": "cf011", + "work_id": "tlg2018.tlg022.1st1K-grc1", + "max_score": 0.677527, + "ce_confirmed": false, + "evidence": [ + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_25_27", + "bdc_text": "Gott verlych uns allen unsere mißethat . Es ist ouch gleüß das houptman Baptist von Salis des bapsts Ritter von Bargellens zuͦ Sultz mitt so . Männen verhuͦter wirdt unnd on ettlich 100 kronen , so sy inn gestraft , hat er ein eyd thuͦn muͤsen , so bald man umb mer gelt schicke zuͦ imm , das er thühe , unnd das er kom uß strafgricht , welcher stund man inn holerumb Rado , von alch anni , man hat Bester zeigt mir 5 .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg022.1st1K-grc1_window_226", + "psc_text": "ἡμῶν ὀδυνᾶται. καὶ ἡμεῖς ἐλογισάμεθα αὐτὸν εἶναι ἐν πόνῳ καὶ ἐν πληγῇ καὶ ἐν κακώσει, αὐτὸς δὲ ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, καὶ ἐμαλακίσθη διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν· παιδεία εἰρήνης ἡμῶν ἐπ᾿ αὐτόν. τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν· παιδεία εἰρήνης ἡμῶν ἐπ᾿ αὐτόν. τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἐπλανήθη. καὶ κύριος παρέδωκεν αὐτὸν ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν.“ τὸ μὲν οὖν ὄργανον τὸ ἀνθρώπειον τοῦ θείου λόγου διὰ ταύτας καθιεροῦτο ροῦτο τὰς αἐτίας, οὗτος δὲ ὁ μέγας ἀρχιερεὺς ὁ τῷ πανηγεμόνι καὶ παμβασιλεῖ θεῷ ἱερωμένος, ἕτερος ὢν παρὰ τὸ ἱερεῖον, θεοῦ λόγος, θεοῦ δύναμις καὶ θεοῦ σοφία, τὸ θνητὸν οὐκ εἰς μακρὸν ἀνεκαλεῖτο τοῦ θανάτου, καὶ τοῦτο τῷ πατρὶ τῆς κοινῆς ἡμῶν σωτηρίας τὴν ἀπαρχὴν παρίστη, τρόπαιον ἐπινίκιον κατὰ τοῦ θανάτου καὶ τῆς δαιμονικῆς παρατάξεως τῶν τε πάλαι συντελουμένων ἀνθρωποθυσιῶν ἀποτρόπαιον τοῦτο ὑπὲρ πάντων ἀνθρώπων ἀνεγείρας. Ἀλλὰ γὰρ τοῦτων ὧδε ἐχόντων, ὥρα καὶ ἐπὶ τὰς ἀπο- δείξεις ἐλθεῖν, εἰͅ δὴ ἀποδείξεως δεῖ τῆς", + "candidate_score": 0.677527, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_33_35", + "bdc_text": "Min husfroule ist gar groß schwänter und nächig , die sach aber diser kriegs rüstung und minen gefaren , der möhen bekümberet , das ich übel förcht iren und was uns gott bereaten . Vergütig gott sehe uns an mitt sine gneden , und tröste alle küm beschte hertzenn , amen . Datum zuͦ Chur 1572 .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg022.1st1K-grc1_window_226", + "psc_text": "ἡμῶν ὀδυνᾶται. καὶ ἡμεῖς ἐλογισάμεθα αὐτὸν εἶναι ἐν πόνῳ καὶ ἐν πληγῇ καὶ ἐν κακώσει, αὐτὸς δὲ ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, καὶ ἐμαλακίσθη διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν· παιδεία εἰρήνης ἡμῶν ἐπ᾿ αὐτόν. τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν· παιδεία εἰρήνης ἡμῶν ἐπ᾿ αὐτόν. τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἐπλανήθη. καὶ κύριος παρέδωκεν αὐτὸν ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν.“ τὸ μὲν οὖν ὄργανον τὸ ἀνθρώπειον τοῦ θείου λόγου διὰ ταύτας καθιεροῦτο ροῦτο τὰς αἐτίας, οὗτος δὲ ὁ μέγας ἀρχιερεὺς ὁ τῷ πανηγεμόνι καὶ παμβασιλεῖ θεῷ ἱερωμένος, ἕτερος ὢν παρὰ τὸ ἱερεῖον, θεοῦ λόγος, θεοῦ δύναμις καὶ θεοῦ σοφία, τὸ θνητὸν οὐκ εἰς μακρὸν ἀνεκαλεῖτο τοῦ θανάτου, καὶ τοῦτο τῷ πατρὶ τῆς κοινῆς ἡμῶν σωτηρίας τὴν ἀπαρχὴν παρίστη, τρόπαιον ἐπινίκιον κατὰ τοῦ θανάτου καὶ τῆς δαιμονικῆς παρατάξεως τῶν τε πάλαι συντελουμένων ἀνθρωποθυσιῶν ἀποτρόπαιον τοῦτο ὑπὲρ πάντων ἀνθρώπων ἀνεγείρας. Ἀλλὰ γὰρ τοῦτων ὧδε ἐχόντων, ὥρα καὶ ἐπὶ τὰς ἀπο- δείξεις ἐλθεῖν, εἰͅ δὴ ἀποδείξεως δεῖ τῆς", + "candidate_score": 0.656415, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_20", + "bdc_text": "hätte ouch gern den anfang unnd mittel gesetzt , alterum unmößen üß gewesenn , ech hatt ouch vermeint wir wellend alltend das wunderklich , so sich den 28ten .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg022.1st1K-grc1_window_135", + "psc_text": "Η Ι 26 τὰ < H Ι 28 ἢ + τιθηνὸν N. ἡ τῶν ἐναντίων ἐπὶ ταὐτὸ συνδρομή; τίς τὸ βαρὺ τῆς γῆς στοιχεῖον ἐφ' ὑγρᾶς οὐσίας ὀχεῖσθαι παρεκελεύσατο; τίς τὴν τῶν ὑδάτων φύσιν κάτω ῥέουσαν ἀναστρέψας εἰς τοὐπίσω μετέωρον διὰ νεφῶν ἤγαγεν; τίς τὴν τοῦ πυρὸς δύναμιν πεδήσας ξύλοις φωλεύειν καὶ τοῖς ἐναντίοις τῇ φύσει συνεκεράσατο; τίς τὸν ψυχρὸν ἀέρα θερμῇ δυνάμει καταμίξας, τῆς πρὸς ἄλληλα μάχης αὐτὰ διαλύσας εἰς φιλίαν κατήλλαξεν ; λαξεν; τίς τὸ θνητὸν γένος τῷ τῆς διαδοχῆς τρόπῳ μηχανησάμενος εἰς μακρὸν αἰῶνα ζωῆς ἀθανάτου βίον διεήγαγεν; τίς ὧδε τὸ μὲν μορφώσας τὸ δὲ θῆλυ σχηματίσας ἄμφω τε εἰς ἁρμονίαν μίαν, γενέσεως ἀρχὴν ἅπασι ζώοις ἐξεύρατο; τὴν τὴν ῥοώδη καὶ σπερματικὴν γένεσιν τῆς φθαρτῆς καὶ ἀναισθήτου μεταβαλὼν ῥοῆς ζωογόνον ἀπέδειξεν; τίς ταῦτα πάντα καὶ μυρία τούτων ἐπέκεινα θαύματος καὶ ἐκπλήξεως κρείττονα εἰσέτι καὶ νῦν ἐνεργεῖ; τίς ἐφ ἑκάστης ἡμέρας καὶ ὥρας τὰς τούτων γενέσεις καὶ φθορὰς", + "candidate_score": 0.594431, + "ce_score": null + }, + { + "bdc_chunk_id": "8820_sent_20", + "bdc_text": "hätte ouch gern den anfang unnd mittel gesetzt , alterum unmößen üß gewesenn , ech hatt ouch vermeint wir wellend alltend das wunderklich , so sich den 28ten .", + "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg022.1st1K-grc1_window_136", + "psc_text": "ἄμφω τε εἰς ἁρμονίαν μίαν, γενέσεως ἀρχὴν ἅπασι ζώοις ἐξεύρατο; τὴν τὴν ῥοώδη καὶ σπερματικὴν γένεσιν τῆς φθαρτῆς καὶ ἀναισθήτου μεταβαλὼν ῥοῆς ζωογόνον ἀπέδειξεν; τίς ταῦτα πάντα καὶ μυρία τούτων ἐπέκεινα θαύματος καὶ ἐκπλήξεως κρείττονα εἰσέτι καὶ νῦν ἐνεργεῖ; τίς ἐφ ἑκάστης ἡμέρας καὶ ὥρας τὰς τούτων γενέσεις καὶ φθορὰς ἀφανεῖ καὶ ἀοράῳ δυνάμει κατεργάζεται; ἀλλὰ γὰρ τούτων ἁπάντων ὁ παραδοξοποιὸς τοῦ θεοῦ λόγος αἴτιός ἄν ἐνδίκως ἀποφανθείη· λόγος γὰρ ὡς ἀληθῶς θεοῦ παντοδύναμος διὰ πάντων ἑαυτὸν ἁπλώσας, καὶ ἄνω τε πρὸς ὕψος καὶ κάτω πρὸς βάθος ἑαυτὸν ἀσωμάτως ἐκτείνας, πλάτη τε καὶ μήκη τοῦ παντὸς πλατείαις ὥσπερ ταῖς χερσὶ περιλαβών, συνήγαγεν τόδε τὸ πᾶν καὶ συνέσφιγξεν, ὄργανον τε τοῦτο παναρμόνιον αὐτὸς ἑαυτῷ συμπηξάμενος τὴν ἄλογον καὶ ἄμορφον καὶ ἀνείδεον τῶν σωμάτων οὐσίαν πανσόφῳ καὶ λογικῇ δυνάμει, εὖ μάλα τοῖς διατόνοις τὰ διεζευγμένα συνάπτων, ἀνακρούεται, ἥλιόν τε αὐτὸν καὶ σελήνην καὶ τὰ κατ' οὐρανὸν φωσφόρα λόγοις διακυβερνῶν ἀρρήτοις ἐς τὸ", + "candidate_score": 0.593828, + "ce_score": null + } + ] + } + ], + "biblical_hits": [] +} \ No newline at end of file