{ "letter_id": "8042", "bd_url": "https://www.bullinger-digital.ch/letter/8042", "dominant_topic": 5, "topic_dist": [ 0.046281, 0.048789, 0.044129, 0.03818, 0.043627, 0.082989, 0.043328, 0.057063, 0.049489, 0.045842, 0.04165, 0.042569, 0.065202, 0.048833, 0.071358, 0.071788, 0.042469, 0.039385, 0.042388, 0.034641 ], "citations": [ { "rank": 1, "cf_id": "cf011", "work_id": "pta0003.pta017.pta-grc1", "max_score": 0.68003, "ce_confirmed": false, "evidence": [ { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3_5", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1551", "psc_text": "προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων καὶ διωκόντων ὑμᾶς, ἵνα γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. οὕτω καὶ ἡ προφητεία παρακελεύεται, ὅπερ καὶ τὸ εὐαγγέλιον διδάσκει. πρὸς μὲν γὰρ τελείωσιν οὐκ ἐπαρκεῖ τὸ τρέμειν τὰ θεῖα λόγια καὶ διακεῖσθαι περὶ αὐτὰ σὺν εὐλαβείᾳ τῇ πάσῃ, πρὸς δὲ ἄκρας ἀρετῆς ἀνάληψιν οὕτω προσήκει ἀνεξικακίας εἰς ἄκρον ἐλαύνειν, ὡς τοὺς ἐχθροὺς μισοῦντας ἡμᾶς ἀδελφοὺς ὀνομάζειν καὶ τοὺς βδελυσσομένους ἡμᾶς μὴ ὡς πολεμίους ὁρᾶν, ἀλλὰ στέργειν καὶ ἀγαπᾶν ὡς γνησίους φίλους. οὕτω γὰρ ἔσεσθε, φησὶν ὁ σωτήρ, υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ὅστις ἀνατέλλει τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους καὶ βρέχει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθούς. ἡ δὲ προφητεία ταῦτά φησι· ποιεῖτε, ἵνα τὸ ὄνομα κυρίου δοξασθῇ καὶ ὀφθῇ ἐν τῇ εὐφροσύνῃ αὐτῶν, ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον· καὶ ὀψόμεθα ἐν τῇ εὐφροσύνῃ ὑμῶν· εἰ γὰρ ταῦτα πράττοιτε, ὑμῶν μὲν κατὰ τὸ τέλος τῶν ἀμοιβῶν εὐφροσύνη ἔκδηλος ἔσται τοῖς", "candidate_score": 0.68003, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3_5", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1391", "psc_text": "ἀποστόλων καὶ προφητῶν, ἀλλὰ καὶ κληθήσῃ Οἰκοδόμος φραγμῶν· φραγμοὺς δὲ οἰκοδομεῖ ὁ περιφράττων καὶ περιτειχίζων διαλεκτικαῖς ἀποδείξεσι τὰ ἐκκλησιαστικὰ δόγματα· ὁ δὲ τὰ δοκοῦντα προσκόμματα ἐκ τῶν θείων ἀναγνωσμάτων περιαιρῶν διὰ τοῦ σαφηνίζειν τὰ λεγόμενα, οὗτός ἐστιν ὁ τοὺς ἀνὰ μέσον τῶν τρίβων λίθους περιαιρῶν. Πρὸς τούτοις φησὶν ἅπασιν· ἐὰν ἀποστρέψῃς ἀπὸ τῶν σαββάτων τὸν πόδα σου τοῦ μὴ ποιεῖν τὰ θελήματά σου ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἁγίᾳ καὶ καλέσῃς τὰ σάββατα τρυφερά, ἅγια τῷ θεῷ, οὐκ ἀρεῖς τὸν πόδα σου ἐπ’ ἔργῳ οὐδὲ λαλήσεις λόγον ἐν ὀργῇ ἐκ τοῦ στόματός σου, καὶ ἔσῃ πεποιθὼς ἐπὶ κύριον. εἰ γὰρ μετὰ πάντων ἐκείνων καὶ τὰ σάββατα φυλάττοις, οὕτως ὡς ὁ λόγος ὑπαγορεύει, τότε σοὶ ἔσται καὶ αὐτὰ ἀναγκαῖα. ὑποβάλλει δὲ ὁ λόγος μὴ τὰ θελήματα πράττειν ἑαυτῶν μέθαις καὶ κραιπάλῃ σχολάζοντας, ἐν ἁγιασμῷ δὲ καὶ καθαρότητι διάγοντας, οὕτω καὶ τὴν ἡμέραν ἁγιάζειν, τρυφεράν τε αὐτὴν καὶ ἄλυπον διὰ τῆς ἐν αὐτῇ", "candidate_score": 0.679411, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3_5", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_953", "psc_text": "θεοῦ δικαίοις τε καὶ προφήταις ἀνδράσι. διόπερ ἡ φωνὴ παρακελεύεται ὁδὸν εὐτρεπίζειν τῷ τοῦ θεοῦ λόγῳ καὶ τὴν ἄβατον καὶ τραχεῖαν ὁμαλὴν ποιεῖν, ἵνα ἐπιβῇ ἐπιδημήσας ὁ θεὸς ἡμῶν μετὰ προσθήκης τῆς ἡμῶν· εὐθείας γάρ φησι ποιεῖτε τὰς τρίβους τοῦ θεοῦ ἡμῶν· ὡς γὰρ ἑτέροις προσφωνῶν ταῦτα φάσκει ὁ ἐν τῇ ἐρήμῳ βοῶν· ἦσαν γὰρ μυρίοι καὶ ἐξ ἀλλοφύλων ἐθνῶν οἱ προσιόντες τῷ τοῦ Ἰωάννου βαπτίσματι, ἀλλὰ καὶ ὁ εὐαγγελικὸς λόγος ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ταῦτα τοῖς καθ’ ὅλης τῆς οἰκουμένης ἔθνεσι προσφωνεῖ. Εἶτα διεγείρει τὰς ἐν βάθει κακίας τεταπεινωμένας ψυχὰς ἐπιλέγων· πᾶσα φάραγξ πληρωθήσεται, καὶ τὰς ὑπερηφάνους τε καὶ ἐπαιρομένας κατὰ τῆς γνώσεως τοῦ θεοῦ τὸ ἐναντίον πείσεσθαι διδάσκει λέγων· καὶ πᾶν ὄρος καὶ βουνὸς ταπεινωθήσεται, ἀλλὰ καὶ ἔσται τὰ σκολιά φησιν εἰς εὐθεῖαν καὶ τὴν τραχεῖαν δὲ ψυχὴν ὁμαλὴν γίγνεσθαι προστάττει, ὡς ἂν δεκτικὴ γένοιτο τῆς ἐπιβάσεως τοῦ θεοῦ. ταῦτα πάντα ἀναγκαίως παρεκελεύσατο ποιεῖν διὰ τὴν ἐπιφερομένην αἰτίαν, ἣν", "candidate_score": 0.679043, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3_5", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1198", "psc_text": "προτέρων δεσμῶν καὶ τοῦ προτέρου σκότους ἠλευθερωμένους λέγων· ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς βοσκηθήσονται, καὶ ἐν πάσαις ταῖς τρίβοις ἡ νομὴ αὐτῶν. ὁδοὶ δὲ καὶ τρίβοι, ἃς διώδευσαν οἱ πάλαι τοῦ θεοῦ ἄνδρες, αἱ θεόπνευστοί εἰσι γραφαί, ἐν αἷς βοσκόμενοι οἱ τῆς ἐπαγγελίας τυχόντες τῆς ἐνθέου καὶ λογικῆς τρυφῆς ἀπολαύουσιν ἀγαθὴν νομὴν ταύτην εὑρόμενοι, ὥστε λέγειν· κύριος ποιμαίνει με, καὶ οὐδέν με ὑστερήσει. εἰς τόπον χλόης, ἐκεῖ με κατεσκήνωσεν, ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐξέθρεψέ με. Οὕτω δὴ λογικῶς τρεφόμενοι οὐ πεινάσουσιν οὐδὲ διψήσουσιν, οὐδὲ πατάξει αὐτοὺς καύσων οὐδὲ ὁ ἥλιος. καύσωνα δὲ καὶ ἥλιον τὸν φλογμὸν τοῦ θνητοῦ βίου ἀποκαλεῖ καὶ τοῦ νομιζομένου ἐν ἀνθρώποις φωτὸς τὴν πρόσκαιρον ἀπόλαυσιν. ἀλλ’ οὐδὲ ταῦτά φησι καθάψονται αὐτῶν, ἀλλ’ ὁ ἐλεῶν αὐτοὺς παρακαλέσει καὶ διὰ πηγῶν ὑδάτων ἄξει αὐτούς· πολλαὶ δὲ πηγαὶ Ἰσραὴλ καὶ πηγαὶ σωτηρίου, αἱ μὲν τῆς παλαιᾶς διαθήκης, αἱ δὲ τῆς καινῆς. Καὶ θήσω δέ φησι πᾶν ὄρος εἰς ὁδόν, ἵνα μηδὲν", "candidate_score": 0.675508, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3_5", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_550", "psc_text": "κύριος σαβαὼθ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ κλαυθμὸν καὶ κοπετὸν καὶ ξύρησιν καὶ ζῶσιν σάκκων, αὐτοὶ δὲ ἐποιήσαντο εὐφροσύνην καὶ ἀγαλλίαμα σφάζοντες μόσχους καὶ θύοντες πρόβατα ὥστε φαγεῖν κρέα καὶ πιεῖν οἶνον λέγοντες Φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν. ὁ μὲν οὖν θεὸς ὡς ἐπὶ μεγάλοις τολμήμασι μὴ βουλόμενος τὸν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ ὡς τὴν μετάνοιαν αὐτοῦ, θρηνεῖν αὐτοὺς καὶ ἀποκλάεσθαι τὴν ἑαυτῶν ἀπώλειαν παρεκελεύετο, οἱ δ’ ἐν τοιούτοις κακοῖς ἐξεταζόμενοι, ὡς ἂν ἀπεγνωκότες ἑαυτῶν τὴν σωτηρίαν εἰς ἀπόνοιαν ἐξώκειλαν, μέθῃ καὶ τρυφῇ ἑαυτοὺς ἐκδόντες ὡς οὐ διαδεξομένης αὐτοὺς θεοῦ κρίσεως μετὰ τὴν τοῦ θνητοῦ βίου τελευτήν. ἐντεῦθεν ὁ θεῖος Ἀπόστολος τῇ τούτων αὐτῶν συγχρησάμενος φωνῇ γράφει λέγων· εἰ νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται, φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν. Ἀλλὰ ταῦτά φησι πάντα οὐκ ἔλαθε τὰ ὦτα κυρίου σαβαώθ. διὸ ὥσπερ δεσμῷ θεοῦ καταδεθείσης αὐτῶν τῆς ἁμαρτίας ἀπόφασις ἐξενήνεκται κατ’ αὐτῶν φήσασα· καὶ οὐκ ἀφεθήσεται αὕτη ἡ ἁμαρτία ὑμῖν, ἕως ἂν ἀποθάνητε.", "candidate_score": 0.674502, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3_5", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1395", "psc_text": "καὶ τοῖς κακοῖς περιπεπτώκασι. φησὶν οὖν πρὸς αὐτούς· Οὐκ ἦν ἀδύνατον ἐμοὶ τῷ θεῷ καὶ ἀπολλυμένους ὑμᾶς ἀνακτήσασθαι οὐδ’ ἠσθένει ἡ ἐμὴ χεὶρ καὶ ἀναξίους ὄντας ὑμᾶς διασῶσαι· καὶ τὸ οὖς δὲ τὸ ἐμὸν τὸ πάντων ἀκουστικὸν οὐχ οὕτως ἦν βαρυήκοον ὡς μὴ δύνασθαι ὑμῶν εἰσακοῦσαι βοώντων. πλὴν εἰ καὶ τὰ παρ’ ἐμοῦ τοιαῦτα ἀλλὰ τὰ ἁμαρτήματα ὑμῶν τυγχάνει ὡς κακῶν σωρὸν ποιεῖσθαι καὶ μεσότοιχον ἐγείρειν μεταξὺ τοῦ θεοῦ καὶ ὑμῶν· τοιούτους δὲ ὄντας σῴζειν οὔτε δίκαιον οὐθ’ ὑμῖν συμφέρον ἐστίν. ὁ δὲ Ἀπόστολος λέγει που περὶ τοῦ σωτῆρος· ὁ ποιήσας τὰ ἀμφότερα ἓν καὶ τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας, τὴν ἔχθραν, ἐν τῇ σαρκὶ αὐτοῦ. ἀλλ’ ὁ μὲν σωτὴρ διὰ τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας λέγεται, ὁ δὲ παρὼν προφήτης διδάσκει, ὡς ἄρα αἱ ἑκάστου ἁμαρτίαι μέσαι παρεμβαλλόμεναι θεοῦ καὶ ἀνθρώπων μακρὰν ἀποσκορακίζουσι τὴν ἁμαρτάνουσαν ψυχὴν τοῦ θεοῦ, ἐπειδὴ τῶν ἀδυνάτων ἐστὶ θεῷ συνάπτεσθαι ἁμαρτίαν.", "candidate_score": 0.673498, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_6_8", "bdc_text": "Hoff jes was von euch zu habend . Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 . octobris ain 1569 .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1387", "psc_text": "προξενήσουσί σοι, ἐκ περιουσίας δὲ ἡ ἐκ θεοῦ δόξα ὥσπερ στεφάνῳ τὴν σὴν ψυχὴν παντοίοις ἄνωθεν κατακοσμήσει ὡς καὶ παρὰ ἀνθρώποις καὶ παρ’ αὐτῷ τῷ θεῷ δοξάζεσθαι. Πρὸς τούτοις καὶ ταῦτα ἕξεις ἐξαίρετα, ἅμα γὰρ τῷ βοῆσαί σε πρὸς τὸν θεόν, ἕξεις αὐτὸν ἐπήκοον· μόνον γὰρ οὐχὶ φωνὴν ἀφιεὶς ἔτι σοὶ φθεγγομένῳ ἐρεῖ Ἰδοὺ πάρειμι. ταῦτα δὲ πάντα περὶ σὲ ἔσται, ἐὰν τὰ προλελεγμένα φυλάττοις καὶ ἀφέλοις μὲν ἀπὸ σαυτοῦ τοὺς τῶν ἁμαρτημάτων κλοιούς· οὐδὲν γὰρ λυπεῖ καὶ δεύτερον τῶν αὐτῶν μνείαν ποιήσασθαι, εἰ τοίνυν ἀφέλοις ἀπὸ σαυτοῦ σύνδεσμον ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας καὶ τὰς ἀδίκους χειροτονίας καὶ ῥημάτων σου τὰς μομφάς, τούς τε κατὰ θεοῦ γογγυσμούς. Ἔτι μὴν εἰ καθὼς προείρηται δῷς πεινῶντι τὸν ἄρτον σου, σαυτῷ τὰ μεγάλα ἴσθι κεχαρισμένος. ὁμοίως εἰ τὴν δι’ ἔνδειαν τεταπεινωμένην ψυχὴν ἐμπλήσειας τῶν παρὰ σοὶ εὐπορουμένων, πάλιν ὁ λόγος τὰς αὐτὰς ποιήσεταί σοι ἐπαγγελίας· ἀνατελεῖ ἐν τῷ σκότει τὸ φῶς σου, καὶ τὸ", "candidate_score": 0.640161, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_5_7", "bdc_text": "Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß . Hoff jes was von euch zu habend . Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_989", "psc_text": "θεούς· ἀλλὰ νῦν ἔγνωμεν τὸ μηθὲν ὄντας ἐκείνους καὶ τῆς πατρικῆς κατέγνωμεν πλάνης, ὃ δὴ καὶ ὑμᾶς προσήκει μανθάνοντας ὠφελεῖσθαι. δεῖγμα δὲ τῆς ἀδρανείας τῶν πάλαι νομισθέντων ἡμῖν θεῶν τὸ μηδὲ ἑστάναι δύνασθαι, εἰ μὴ γόμφοις τισὶ καὶ ἥλοις ἐμπαρεῖεν. ἐπειδὰν δὲ δι’ ἑτέρων ἱδρυθέντα στῇ, ἄλλος ἔλεγχος αὐτῶν τῆς ἀζωΐας γίνεται τὸ μηκέτι κινεῖσθαι αὐτὰ δύνασθαι· ὅτε τοίνυν οὔτε ἑαυτοῖς ἑστάναι οὔτε ὑπὸ ἑτέρων ἑδρασθέντα κινεῖσθαι οἷά τέ ἐστι. πῶς ἂν εἶεν θεοὶ ταῦτα πρὸς τοὺς πέλας φησί ποτε τὰ ἔθνη ὁ λόγος θεσπίζει, καὶ ἐπειδήπερ ἀνωτέρω προστέτακτο τὰ αὐτὰ ἔθνη μὴ μόνον ἐγγίζειν τῷ θεῷ ἀλλὰ καὶ λαλεῖν· ἐλέγετο γάρ· ἐγγισάτωσαν καὶ λαλησάτωσαν ἅμα. εἰκότως ὅτε ἤγγισαν διὰ τῶν προκειμένων καὶ ἐλθόντα τινά ποτε καὶ ὁποῖα τοῖς γνωρίμοις αὐτῶν διείλεκται, εἴρηται διὰ τῆς προφητείας. Ἐν μὲν τοῖς ἀνωτέρω τῷ Ἰακὼβ καὶ Ἰσραὴλ ἐμέμφετο ὁ θεὸς διὰ τὸ λέγειν· Ἀπεκρύβη ἡ ὁδός μου ἀπὸ τοῦ θεοῦ, καὶ ὁ θεὸς", "candidate_score": 0.637129, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_7", "bdc_text": "Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_761", "psc_text": "τὰ προκείμενα ἠρτημένα τῆς καθολικῆς τοῦ θεοῦ κρίσεως. διό φησιν· Ἰδοὺ τὸ ὄνομα κυρίου ἔρχεται διὰ χρόνου πολλοῦ. ἀντὶ τοῦ· διὰ πολλοῦ χρόνου, οἱ λοιποὶ ἑρμηνευταὶ μακρόθεν εἰρήκασι. καὶ τήρει, ὅπως οὐκ αὐτὸν τὸν κύριόν φησιν ἔρχεσθαι, ἀλλὰ τὸ ὄνομα κυρίου τὸν Χριστὸν τοῦ θεοῦ αἰνιττόμενος, περὶ οὗ εἴρηται· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι κυρίου· θεὸς κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν. ἐρχομένου δὲ καὶ τὴν δευτέραν καὶ ἔνδοξον αὐτοῦ παρουσίαν ποιουμένου ἐπακολουθήσουσιν τιμωρητικαὶ δυνάμεις, δι’ ὧν αἱ κολάσεις τοῖς ἀσεβέσιν ἐπαχθήσονται, ἃς ἡ παροῦσα γραφὴ θυμὸν καὶ ὀργὴν ὀνομάζει. ἀντὶ δὲ τοῦ· καιόμενος θυμός, μετὰ δόξης καὶ τῶν ἑξῆς, ὁ Σύμμαχος τοῦτον ἡρμήνευσε τὸν τρόπον· φλεγόμενος θυμὸς αὐτοῦ καὶ βαρὺς ὑπενεγκεῖν τὰ χείλη αὐτοῦ ὡς χειμάρρους ἐπικλύζων ἕως τραχήλου φθάνων ἀφορίσαι ἔθνη ἀφορισμῷ ματαιότητος. κατὰ δὲ τοὺς Ἑβδομήκοντα ἀκολουθήσει τῇ δόξῃ τοῦ κυρίου καιόμενος θυμὸς ἢ ἀντικειμένη δύναμις· πλὴν οὐδὲν ποιήσει δίχα τοῦ προστάγματος τοῦ κριτοῦ. διὸ ἐπιλέγεται· τὸ τέλειον τῶν", "candidate_score": 0.623327, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta017.pta-grc1_window_1391", "psc_text": "ἀποστόλων καὶ προφητῶν, ἀλλὰ καὶ κληθήσῃ Οἰκοδόμος φραγμῶν· φραγμοὺς δὲ οἰκοδομεῖ ὁ περιφράττων καὶ περιτειχίζων διαλεκτικαῖς ἀποδείξεσι τὰ ἐκκλησιαστικὰ δόγματα· ὁ δὲ τὰ δοκοῦντα προσκόμματα ἐκ τῶν θείων ἀναγνωσμάτων περιαιρῶν διὰ τοῦ σαφηνίζειν τὰ λεγόμενα, οὗτός ἐστιν ὁ τοὺς ἀνὰ μέσον τῶν τρίβων λίθους περιαιρῶν. Πρὸς τούτοις φησὶν ἅπασιν· ἐὰν ἀποστρέψῃς ἀπὸ τῶν σαββάτων τὸν πόδα σου τοῦ μὴ ποιεῖν τὰ θελήματά σου ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἁγίᾳ καὶ καλέσῃς τὰ σάββατα τρυφερά, ἅγια τῷ θεῷ, οὐκ ἀρεῖς τὸν πόδα σου ἐπ’ ἔργῳ οὐδὲ λαλήσεις λόγον ἐν ὀργῇ ἐκ τοῦ στόματός σου, καὶ ἔσῃ πεποιθὼς ἐπὶ κύριον. εἰ γὰρ μετὰ πάντων ἐκείνων καὶ τὰ σάββατα φυλάττοις, οὕτως ὡς ὁ λόγος ὑπαγορεύει, τότε σοὶ ἔσται καὶ αὐτὰ ἀναγκαῖα. ὑποβάλλει δὲ ὁ λόγος μὴ τὰ θελήματα πράττειν ἑαυτῶν μέθαις καὶ κραιπάλῃ σχολάζοντας, ἐν ἁγιασμῷ δὲ καὶ καθαρότητι διάγοντας, οὕτω καὶ τὴν ἡμέραν ἁγιάζειν, τρυφεράν τε αὐτὴν καὶ ἄλυπον διὰ τῆς ἐν αὐτῇ", "candidate_score": 0.62273, "ce_score": null } ] }, { "rank": 2, "cf_id": "cf011", "work_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1", "max_score": 0.679825, "ce_confirmed": false, "evidence": [ { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3_5", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_145", "psc_text": "σώματι εἰς πᾶσαν ἐκδεδομένοι φθορὰν ὡς καὶ ἄρρενας ἄρρεσιν ἐπιμαίνεσθαι καὶ πάσαις ἀθεμιτουργίαις καὶ ἀρρητοποιίαις καταφθείρειν ἑαυτούς βδελυκτούς τε εἶναι δι’ αὐτά, πῶς οὐκ ἂν εἶεν πρόδηλοι, ὅτι κἂν μυρίους ἐπιγράφωνται θεοὺς τῷ λόγῳ, κἂν αὐτοὶ εἰδέναι καὶ ὁμολογεῖν τὸν ἐπὶ πάντων θεὸν τοῖς χείλεσι φάσκοιεν, ἀλλ’ ἐν τῇ καρδίᾳ ἑαυτῶν, τουτέστιν ἐν τῇ διανοίᾳ οὐδεμία τις ἀληθὴς περὶ θεοῦ ὑπῆρχεν ἔννοια· τοιοῦτος μὲν οὖν ἐτύγχανεν πᾶς ὁ πρὸ τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν παρουσίας βίος· ἄφρων δὲ ἀληθέστατα καὶ φυσικώτατα ὁ ἀρνησίθεος ὠνόμασται. εἰ γὰρ σοφίας ἀρχὴ φόβος θεοῦ, ἀφοβία καὶ ἀθέτησις τοὐναντίον ἂν γένοιτο τῆς σοφίας. Κύρ ιος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψεν ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἰδεῖν, εἰ ἔστιν συνίων ἢ ἐκζητῶν τὸν θεόν. Δοκεῖ δέ μοι τὰ προκείμενα καὶ αὐτοῦ τοῦ Ἰουδαίων ἔθνους λεληθυῖαν κατηγορίαν περιέχειν· εἰ γὰρδιακύψας ἐκ τοῦ οὐρανοῦ κύριος καὶ ἐπισκοπήσας τοὺς ἐπὶ γῆς πάντας, εὗρεν ἐκκλίναντας καὶ ἀχριωθέντας, ὡς μηδένα μηδαμῶς εὑρίσκεσθαι", "candidate_score": 0.679825, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_2_4", "bdc_text": "und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend.", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_713", "psc_text": "θεὸς ὁ θεός σου ἔλαιον ἀγαλλιάσεως· οὐ γὰρ εἶπεν· ἔχρισά σε ἐγὼ ὁ θεός, ἀλλ’ ἔχρισέ σε, ὥστε ἐκ τούτου παρίστασθαι ἕτερον εἶναι τὸ διαλεγόμενον πρόσωπον. ποῖον οὖν ἐστι τοῦτο ἢ ὁ προφήτης ὁ χωρήσας τὴν τοῦ ἁγίου πνεύματος εἰς ἑαυτὸν γενομένην ἐνέργειαν; Ἡ γλῶσσά μου κάλαμος γραμματέως ὀξυγράφου. Ἀντὶ δὲ τοῦ ἐξερεύξατο ἡ καρδία μου, ὁ Σύμμαχος ἐκινήθη, φησίν, ἡ καρδία μου λόγῳ ἀγαθῷ· ὡς γὰρ ἑτέρου ἀπαγγείλαντος τὸν λόγον αὐτὸς κεκινῆσθαί φησι διὰ τῆς ἀκοῆς. ἐν δὲ τῷ φάσκειν· λέγω ἐγὼ τὰ ἔργα μου τῷ βασιλεῖ, οὐδέτερον δηλοῦσι βασιλέα ἢ τὸν ἀγαπητὸν αὐτόν, ᾧ καὶ τὰ ἑξῆς προσπεφώνηται. τούτῳ γάρ, φησίν, τὰ ἔργα μου διηγήσομαι· ἢ κατὰ τὸν Ἀκύλαν καὶ τὸν Σύμμαχον· τὰ δικαιώματά μου ἐξαγγέλλω. πολλῆς δὲ γέμων παρρησίας ἐπ’ ἀγαθοῖς ἔργοις ὁ τῶν προφητῶν χορὸς ταῦτα λέγειν τεθάρσηκεν. εἰ δὲ καὶ γνῶναι ποθείς, τίνα ἦν τῶν προφητῶν τὰ ἔργα, μάθοις ἂν διὰ τῶν ἔμπροσθεν, ἐν οἷς", "candidate_score": 0.661523, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_2_4", "bdc_text": "und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend.", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_672", "psc_text": "ἐσχάτην ἀποβολὴν καὶ τὴν ἀπόπτωσιν τοῦ παντὸς ἔθνους τὴν γενομένην μετὰ τὴν εἰς τὸν σωτῆρα καὶ κύριον ἡμῶν ἀπιστίαν αὐτῶν ἐμφαίνειν μοι διὰ τούτων δοκεῖ. εἶπε δ’ ἂν αὐτῷ ἐρωτήσαντι καὶ φάντι· διὰ τί μου ἐπελάθου; τὸ ἐν εὐαγγελίῳ λεχθέν· ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τὰ τέκνα σου, ὃν τρόπον ὄρνις ἐπισυνάγει τὰ νοσσία ὑπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε; ἐπεὶ τοίνυν διὰ τὴν αὐτῶν κακίαν ἐπελήσθησαν, εἰκότως ὁ χορὸς ὁ προφητικός, ἐπεὶ φυσικοῖς λόγοις πάσχοντος ἑνὸς μέλους, συμπάσχει πάντα τὰ μέλη , ὡς ὑπὲρ οἰκείου σώματος ἀλγῶν ἐπιλέγει κατὰ τὸν Σύμμαχον· ἵνα τί σκυθρωπὸς περιπατῶ, θλίβοντος ἐχθροῦ; καὶ ὡς σφαγὴν διὰ τῶν ὀστῶν μου ὠνείδιζον οἱ ἐναντίοι μου, ἢ· ἐν τῷ καταθλᾶσθαι τὰ ὀστᾶ μου ὠνείδιζόν με οἱ θλίβοντές με. τῶν γὰρ ὀστέων τῶν προφητικῶν διὰ τοῦ κλαυθμοῦ καὶ τῶν ὀδυρμῶν καταθλωμένων, τουτέστι τῶν τῆς ψυχῆς δυνάμεων, οἱ ἐν τῷ λαῷ ἐχθροὶ τοῦ θεοῦ ὡς μηδενὸς ἐπαμύνοντος ἐπανέβαινον ὀνειδίζοντες καὶ λέγοντες·", "candidate_score": 0.659094, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_2_4", "bdc_text": "und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend.", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_671", "psc_text": "Σύμμαχον· πέτρα μου· ἐφ’ ὃν ἑστὼς οὐ διατραπήσομαι· διὰ τί μου ἐπελάθου; ἐγὼ μὲν γάρ σου οὐκ ἐπιλέλησμαι, ἀλλ’ οἶδά σου τὰ ἐλέη καὶ τοὺς οἰκτιρμούς, οἶδα δὲ καὶ τὰς ἀποκειμένας μοι ἐλπίδας. διὸ καὶ τὴν ᾠδήν σου παρ’ ἐμαυτῷ ἀδιαλείπτως φυλάττω. σὺ δέ μου ἐπελάθου· διὰ τί; τὴν αἰτίαν μαθεῖν βούλομαι, δι’ ἣν πάντες οἱ μετεωρισμοί σου καὶ τὰ κύματά σου, οἱ πειρασμοὶ δηλαδὴ καὶ τοσαῦται περιστάσεις ἐπ’ ἐμὲ διῆλθον σοῦ συγχωροῦντος· μέγα γάρ τι ὀφείλει τυγχάνειν τὸ αἴτιον τῆς περὶ ἐμοῦ λήθης. Λέγων δὲ ταῦτα ὁ χορὸς ὁ προφητικὸς ἰδιοποιεῖται, ὡς ἔφην, τὴν τοῦ λαοῦ κατάστασιν· τὴν γὰρ ἐσχάτην ἀποβολὴν καὶ τὴν ἀπόπτωσιν τοῦ παντὸς ἔθνους τὴν γενομένην μετὰ τὴν εἰς τὸν σωτῆρα καὶ κύριον ἡμῶν ἀπιστίαν αὐτῶν ἐμφαίνειν μοι διὰ τούτων δοκεῖ. εἶπε δ’ ἂν αὐτῷ ἐρωτήσαντι καὶ φάντι· διὰ τί μου ἐπελάθου; τὸ ἐν εὐαγγελίῳ λεχθέν· ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τὰ τέκνα σου, ὃν τρόπον ὄρνις ἐπισυνάγει", "candidate_score": 0.658696, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_2_4", "bdc_text": "und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend.", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_718", "psc_text": "σου ἕτερον, δῆλον δέ, ὅτι τῷ κατὰ τὴν ἀρετήν· οὕτω γὰρ οὔτε δόξειεν ἐναντία τούτοις Ἡσαΐας λέγειν φήσας· καὶ ἴδομεν αὐτόν, καὶ οὐκ εἶχεν εἶδος οὐδὲ κάλλος· ἀλλὰ τὸ εἶδος αὐτοῦ ἄτιμον ἐκλεῖπον παρὰ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων . ἐκεῖνα γὰρ τὸν σταυρὸν καὶ τὸ πάθος προανεφώνει, ἃ παροινίας καὶ ὕβρεως ὑπῆρχε μεστά. διὸ δὴ καὶ ἐπήγαγεν ὁ προφήτης· ἄνθρωπος ἐν πληγῇ ὢν καὶ εἰδὼς φέρειν μαλακίαν ἠτιμάσθη καὶ οὐκ ἐλογίσθη . ὁ δὲ ψαλμὸς κάλλος αὐτοῦ καλεῖ, καθ’ ἃ εἴρηται, οὐ τὸ τοῦ σώματος, ἀλλὰ τὸ τῆς ἀρετῆς τὸ ἁμαρτίας οὐ δεξάμενον σπῖλον. Τούτοις ἑξῆς εἴρηται· ἐξεχύθη ἡ χάρις ἐν χείλεσί σου· διὰ τοῦτο εὐλόγησέ σε ὁ θεὸς εἰς τὸν αἰῶνα. Μωϋσῆς μὲν οὖν εὗρε μίαν τινὰ χάριν, καὶ Νῶε πάλιν εὗρέ τινα χάριν ἐνώπιον τοῦ θεοῦ, καὶ ἕκαστος τῶν δικαίων χάριτος μετέσχεν. ἐπὶ δὲ τοῦ ἀγαπητοῦ πᾶσα ἡ πατρικὴ εἰς αὐτὸν ἐκενώθη χάρις· ἦν γὰρ ὁ πατὴρ λαλῶν", "candidate_score": 0.657, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_0_2", "bdc_text": "1543 . Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan.", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_671", "psc_text": "Σύμμαχον· πέτρα μου· ἐφ’ ὃν ἑστὼς οὐ διατραπήσομαι· διὰ τί μου ἐπελάθου; ἐγὼ μὲν γάρ σου οὐκ ἐπιλέλησμαι, ἀλλ’ οἶδά σου τὰ ἐλέη καὶ τοὺς οἰκτιρμούς, οἶδα δὲ καὶ τὰς ἀποκειμένας μοι ἐλπίδας. διὸ καὶ τὴν ᾠδήν σου παρ’ ἐμαυτῷ ἀδιαλείπτως φυλάττω. σὺ δέ μου ἐπελάθου· διὰ τί; τὴν αἰτίαν μαθεῖν βούλομαι, δι’ ἣν πάντες οἱ μετεωρισμοί σου καὶ τὰ κύματά σου, οἱ πειρασμοὶ δηλαδὴ καὶ τοσαῦται περιστάσεις ἐπ’ ἐμὲ διῆλθον σοῦ συγχωροῦντος· μέγα γάρ τι ὀφείλει τυγχάνειν τὸ αἴτιον τῆς περὶ ἐμοῦ λήθης. Λέγων δὲ ταῦτα ὁ χορὸς ὁ προφητικὸς ἰδιοποιεῖται, ὡς ἔφην, τὴν τοῦ λαοῦ κατάστασιν· τὴν γὰρ ἐσχάτην ἀποβολὴν καὶ τὴν ἀπόπτωσιν τοῦ παντὸς ἔθνους τὴν γενομένην μετὰ τὴν εἰς τὸν σωτῆρα καὶ κύριον ἡμῶν ἀπιστίαν αὐτῶν ἐμφαίνειν μοι διὰ τούτων δοκεῖ. εἶπε δ’ ἂν αὐτῷ ἐρωτήσαντι καὶ φάντι· διὰ τί μου ἐπελάθου; τὸ ἐν εὐαγγελίῳ λεχθέν· ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τὰ τέκνα σου, ὃν τρόπον ὄρνις ἐπισυνάγει", "candidate_score": 0.642064, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_5_7", "bdc_text": "Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß . Hoff jes was von euch zu habend . Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_383", "psc_text": "τῷ θεῷ χάριν ὑπὲρ τῆς στάσεως. ὁ δὲ οὐκ ὀρθῶς λογισάμενος παρὰ τὴν αὐτοῦ ἀρετὴν ἐν τοῖς καλλίστοις ἑστάναι ἐνόμιζεν ἀπέφαινέ τε ἑαυτὸν καὶ ἄτρεπτον καὶ ἀμετάβλητον. κύριε, ἐν τῷ θελήματί σου παρέσχου τῷ κάλλει μου δύναμιν. ἐπεὶ ταῦτα τὰ προειρημένα οὐκ ὀρθῶς ἐλογίζετο, ἔγνω, ὅτι ἡ στάσις αὐτοῦ ἐκείνη καὶ ἡ εὐθηνία καὶ τὸ προσὸν αὐτῷ τότε κάλλος οὐκ ἦν ἐξ αὐτοῦ οὐδὲ παρὰ τὴν ἑαυτοῦ αἰτίαν ὑπῆρχεν αὐτῷ. διὸ ἐξομολογούμενος ταῦτά φησιν ἔργῳ τὴν πεῖραν παραλαβὼν τῆς ἑαυτοῦ ἀσθενείας· ἀπέστρεψας δέ σου τὸ πρόσωπον, καὶ ἐγενήθην τεταραγμένος. σὺ μὲν γὰρ οὐδὲν πλέον ἔπραξας οὔτε ὦσας οὔτε κατέβαλες· αὐτὸ δὲ τοῦτο διὰ τὴν ἐμὴν μεγαλαυχίαν μεμονωμένον με εἴασας καὶ τῆς παρὰ σοῦ βοηθείας ἔρημον. ἀπέστρεψας τὸ πρόσωπόν σου· ἐγὼ δὲ παραχρῆμα ἠλεγχόμην καὶ ἐγινόμην τεταραγμένος ὑποπίπτων τοῖς ἐμοῖς ἁμαρτήμασι καὶ τοῖς ἐμοῖς ἐχθροῖς. Πρὸς σέ, κύριε, κεκράξομαι, καὶ πρὸς τὸν θεόν μου δεηθήσομαι. τίς ὠφέλεια ἐν τῷ αἵματί μου,", "candidate_score": 0.63784, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_9_11", "bdc_text": "S. D . Ulrich Philipp , Frychen von der hoffen bey 1554 . Ies . Eberren , er würdigen Heinrich , und Bullinger , herren meister Heinrich Bullinger , diener der kirchen Zürich , minem verschruwten lieben herrn und fründ .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_330", "psc_text": "εὐλογεῖ τὸν κύριον. Τοῦ Δαυιδ, πρὸ τοῦ χρισθῆναι. κύριος φωτισμός μου καὶ σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι; κύριος ὑπερασπιστὴς τῆς ζωῆς μου, ἀπὸ τίνος δειλιάσω; ἐν τῷ ἐγγίζειν ἐπ’ ἐμὲ κακοῦντας εἰς τοῦ φαγεῖν τὰς σάρκας μου οἱ θλίβοντές με καὶ οἱ ἐχθροὶ μου αὐτοὶ ἠσθένησαν καὶ ἔπεσαν. Καὶ διὰ τοῦτο τί διδάσκει τὸ πνεῦμα τὸ προφητικόν; ὅπως προσήκει τὸν τῷ θεῷ ἀνακείμενον εὐχαριστεῖν αὐτῷ καὶ ὁποῖα παρὰ τοῦ θεοῦ αἰτεῖν. περιέχει δὲ ὁ λόγος εὐχαριστίαν. εἰκότως τοίνυν οὔτε ψαλμὸς οὔτε ᾠδὴ οὔτε τι τῶν παραπλησίων ἐπιγέγραπται· κύριος φωτισμός μου καὶ σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι; ὁ μὲν τὴν ψυχὴν ἐν νυκτὶ καὶ σκότῳ καλινδούμενος οὐκ εἰδώς, ὅποι φέρεται καὶ ὅπως προσκόπτει, μυρία κακὰ φοβηθήσεται, ὡς ἂν παντελῶς ἐπισπώμενος· ὅθεν πάντα φόβον ὑπιδόμενος καταπτήσσει καὶ τῆς εἰς τὸν θεὸν ὁμολογίας ἔξαρνος γίνεται. ὁ δὲ τῆς ψυχῆς τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑπὸ τῆς κυρίου ἐλλάμψεως φωτισθεὶς πρῶτον μὲν ἁπάντων αὐτὸν τὸν αὐτοῦ πρόμαχον καὶ σωτῆρα,", "candidate_score": 0.626788, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_9_11", "bdc_text": "S. D . Ulrich Philipp , Frychen von der hoffen bey 1554 . Ies . Eberren , er würdigen Heinrich , und Bullinger , herren meister Heinrich Bullinger , diener der kirchen Zürich , minem verschruwten lieben herrn und fründ .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_634", "psc_text": "δὲ ἀναγέγραπται ὁ σωτὴρ καὶ κύριος ἡμῶν ἐν τῷ κατὰ Ἰωάννην εὐαγγελίῳ ὡς ἐξ οἰκείου προσώπου εἰρηκὼς ἐν τῇ πρὸς τοὺς μαθητὰς ὁμιλίᾳ, δι’ ὧν ἔφασκεν· ἀμήν, ἀμήν, λέγω ὑμῖν· οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ, οὐδὲ ἀπόστολος μείζων τοῦ πέμψαντος αὐτόν. εἰ ταῦτα οἴδατε, μακάριοί ἐστε ὅταν ποιῆτε αὐτά. οὐ περὶ πάντων ὑμῶν λέγω· ἐγὼ οἶδα οὓς ἐξελεξάμην· ἀλλ’ ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ· ὁ τρώγων μου τὸν ἄρτον ἐπῆρεν ἐπ’ ἐμὲ πτέρναν αὐτοῦ . ἄλλη δὲ γραφὴ τοῦτο φήσασα οὐχ εὑρίσκεται, μόνη δὲ ἡ παροῦσα, δι’ ἧς εἴρηται· ὁ ἐσθίων ἄρτον μου ἐμεγάλυνεν ἐπ’ ἐμὲ πτερνισμόν. ὥρα τοιγαροῦν εἰς τὸ αὐτοῦ πρόσωπον τὰ ἐμφερόμενα τῷ ψαλμῷ ὡς ἂν προφητικῶς εἰρημένα ἐκλαβεῖν. διὸ καὶ εἰς τὸ τέλος ἐπιγέγραπται ἀναπέμποντα ἡμᾶς ἤτοι ἐπὶ τὴν συντέλειαν τοῦ αἰῶνος, καθ’ ἣν ἐπληροῦτο τὰ ἀναγεγραμμένα ἢ ἐπὶ τὰ τελευταῖα τῶν διὰ τοῦ ψαλμοῦ δηλουμένων. Εἰ μὲν οὖν ἐπὶ τὸ τοῦ σωτῆρος ἀναφέροιτο τὰ", "candidate_score": 0.624228, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_2", "bdc_text": "und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan.", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex1_window_718", "psc_text": "σου ἕτερον, δῆλον δέ, ὅτι τῷ κατὰ τὴν ἀρετήν· οὕτω γὰρ οὔτε δόξειεν ἐναντία τούτοις Ἡσαΐας λέγειν φήσας· καὶ ἴδομεν αὐτόν, καὶ οὐκ εἶχεν εἶδος οὐδὲ κάλλος· ἀλλὰ τὸ εἶδος αὐτοῦ ἄτιμον ἐκλεῖπον παρὰ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων . ἐκεῖνα γὰρ τὸν σταυρὸν καὶ τὸ πάθος προανεφώνει, ἃ παροινίας καὶ ὕβρεως ὑπῆρχε μεστά. διὸ δὴ καὶ ἐπήγαγεν ὁ προφήτης· ἄνθρωπος ἐν πληγῇ ὢν καὶ εἰδὼς φέρειν μαλακίαν ἠτιμάσθη καὶ οὐκ ἐλογίσθη . ὁ δὲ ψαλμὸς κάλλος αὐτοῦ καλεῖ, καθ’ ἃ εἴρηται, οὐ τὸ τοῦ σώματος, ἀλλὰ τὸ τῆς ἀρετῆς τὸ ἁμαρτίας οὐ δεξάμενον σπῖλον. Τούτοις ἑξῆς εἴρηται· ἐξεχύθη ἡ χάρις ἐν χείλεσί σου· διὰ τοῦτο εὐλόγησέ σε ὁ θεὸς εἰς τὸν αἰῶνα. Μωϋσῆς μὲν οὖν εὗρε μίαν τινὰ χάριν, καὶ Νῶε πάλιν εὗρέ τινα χάριν ἐνώπιον τοῦ θεοῦ, καὶ ἕκαστος τῶν δικαίων χάριτος μετέσχεν. ἐπὶ δὲ τοῦ ἀγαπητοῦ πᾶσα ἡ πατρικὴ εἰς αὐτὸν ἐκενώθη χάρις· ἦν γὰρ ὁ πατὴρ λαλῶν", "candidate_score": 0.608773, "ce_score": null } ] }, { "rank": 3, "cf_id": "cf011", "work_id": "tlg2018.tlg001.1st1K-grc1", "max_score": 0.679005, "ce_confirmed": false, "evidence": [ { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3_5", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg001.1st1K-grc1_window_858", "psc_text": "ὃ καὶ κατ’ εἰκόνα θεοῦ γεγονέναι ἀνωμολόγηται. ἀναγκαῖα δὲ ταῦτα εἶναι ᾤετο Προπαιδεύεσθαι τοὺς μέλλοντας ἱεροῖς προσανέχειν νόμοις, μνημονεύειν τε τί τὸ ἀπὸ γῆς ληφθὲν αὐτοῖς καὶ εἰς γῆν αὖθις ἀναλυθησόμενον, καὶ τί τὸ ἐν ἡμῖν κρεῖττον καὶ θεῷ ἐμφερὲς, ὅπως τε χρῆν ἑκατέρῳ τῶν εἰρημένων d προσφέρεσθαι, μηδὲ ἐνυβρίζειν καὶ ἀσεβεῖν εἰς τὸν κατ’ εἰκόνα τοῦ θεοῦ ἄνθρωπον, μηδέ γε αύτὸν ῥυπαίνειν αἰσχραῖς καὶ παρανόμοις πράξεσι, φέρειν δὲ διὰ παντὸς τῆς πρώτης καὶ τρισμακαρίας ἐκείνης διατριβῆς τε καὶ ζωῆς τὸν πόθον, καὶ σπεύδειν παλινδρομεῖν παλινδρομεῖν, εὐχὴν ποιουμένους τῆς πρώτης καὶ τρισμακαρίου ζωῆς τε καὶ ἀξίας τυχεῖν· ἀλλὰ καὶ παρασκευάζεσθαι ἐνθένδε ἤδη ἐπὶ τὴν ἐκεῖσε ἀποδημίαν, ὅτι μηδὲ ἄλλως δυνατὸν βεβήλοις καὶ μὴ κεκαθαρμένοις τῶν ἱερῶν ἐκείνων ἐπιβαίνειν, ὧν καὶ ὁ πρῶτος δι’ ἀπροσεξίαν, θείας καταφρονήσας ἐντολῆς, ἀποπέπτωκεν. ἐπὶ τούτοις ὁ ἱεροφάντης προστίθησιν ἄλλο συνεκτικώτατον δόγμα, μὴ ἀμφιγνοεῖν διδάσκων ὅτι δὴ πάρεστί τις ἑκάστῳ πονηρὸς δαίμων ἔφεδρος, βάσκανος καὶ μισόκαλος", "candidate_score": 0.679005, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_0_2", "bdc_text": "1543 . Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan.", "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg001.1st1K-grc1_window_789", "psc_text": "ἀνῆκε μὲν ἡμᾶςἀπὸ τοῦ ἀθλεῖν κατὰτῆς κακίας, ἐπέτρεψε δ’ ἂν δόξασα κατειλῆφθαι , πρὸς τὸ μὴ ἀντι- παλαίσαντας ἡμᾶς τῇ ἁμαρτίᾳ τάχιον αὐτῇ ὑποχειρίους γενέσθαι. ἅμα δὲ καὶ μαχόμενον ἐγίνετο τῷ καλὸν καὶ ἀγαθὸνγενέσθαιτινὰτὸ τὴν πρόγνωσιν ἐληλυθέναι εἰς τόνδε τινὰ, ὅτι πάντως ἔσται ἀγαθός. πρὸς οἶς γὰρ ἔχομενκαὶ σφοδρότητος καὶ τάσεως πλείονος χρεία πρὸς τὸ καλὸν καὶ καὶ ἀγαθὸν γενέσθαι · προκαταληφθεῖσα δὲ ἡ γνῶσις τοῦ πάντως καλὸν καὶ ἀγαθὸν ἔσεσθαι ὑπεκλύει τὴν ἄσκησιν. διόπερ συμφερόντως οὐκ ἴσμεν οὔτε εἰ ἀγαθοὶ οὔτε εἰ πονηροὶ ἐσόμεθα.’ ‘‘Ἐπεὶ δὲ εἰρήκαμεν ὅτι ἀπετύφλωσεν ἡμᾶς πρὸς τὰ μέλλοντα ὁ θεὸς, ζητούμενόν τι ῥητὸν ἀπὸ τῆς Ἐξόδου ὅρα εἰ δυνάμεθα οὕτω σαφηνίσαι τις ἐποίησε δύσκωφον καὶ κωφὸν , καὶ βλέποντα καὶ τυφλόν; οὐκ ἐγὼ κύριος ὁ θεός; ἵνα τὸν αὐτὸν καὶ τυφλὸν καὶ βλέποντα πεποιηκὼς ᾐ· βλέποντα μὲν πρὸς τὰ ἐνεστηκότα, τυφλὸν δὲ πρὸς τὰ μέλλοντα. τὸ γὰρ περὶ τοῦ δυσκώφου καὶ κωφοῦ οὐ τοῦ", "candidate_score": 0.641947, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_4_6", "bdc_text": "Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß . Hoff jes was von euch zu habend .", "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg001.1st1K-grc1_window_669", "psc_text": "ἐπιστατεῖν τε πᾶσι καὶ πανσόφῳ λόγῳ διοικεῖν ὁμολογήσει, οὐδ’ οὕτω τοῦ δυσσεβοῦς ἐκπέφευγε τὴν ἀτοπίαν, ἐπειδὴ τῶν ἐν ἀνθρώποις ἁμαρτανομένων τοὺς μὲν πλημμελοῦντας ἀπολύει, ὡς μηδὲν τῶν ἀτόπων ἐξ οἰκείας γνώμης διαπεπραγμένους , ἀνάγει δὲ τὴν αἰτίαν τῶν κακῶν ἐπὶ τὴν καθόλου πρόνοιαν, ἀνάγκην αὐτὴν καὶ εἱμαρμένην ἀποκαλῶν, καὶ πάσης τῆς ἐν ἀνθρώποις αἰσχρουργίας καὶ ἀρρητοποιίας ὠμότητός τε καὶ μιαιφονίας αἰτίαν εἶναι λέγων. καὶ τίς ἂν εἴη τούτου δυσσεβὴς ἄλλος, τὸν τῶν ὅλων θεὸν, αὐτὸν δὴ τὸν ποιητὴν καὶ δημιουργὸν τοῦδε τοῦ παντὸς, εἰσάγων ἐπάναγκες ἐκβιαζόμενον τόνδε μὲν οὐκ ἐθέλοντα ἀσεβεῖν τοῦτο πράττειν, καὶ ἄθεον εἶναι κατ’ ἀνάγκην, καὶ εἰς ἑαυτὸν βλάσφημον, τόνδε δὲ, ὃν αὐτὸς τὴν φύσιν ἄρρενα συνεστήσατο, πάσχειν παρὰ φύσιν τὰ θηλειῶν οὐ κατὰ προαίρεσιν, κατηναγκασμένον δὲ πρὸς αὐτοῦ, καὶ ἄλλον ἀνδροφόνον γίνεσθαι μὴ παρὰ τὴν οἰκείαν γνώμην, ὑπ’ ἀνάγκης δὲ ἐλαυνόμενον τοῦ θεοῦ, ὡς μηδ’ εὐλόγως ἐπιμέμφεσθαι τοῖς πλημμελοῦσιν, ἀλλ’ ἤτοι μηδὲ ἁμαρτήματα ταῦτ’ εἶναι ἡγεῖσθαι,", "candidate_score": 0.63477, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_4_6", "bdc_text": "Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß . Hoff jes was von euch zu habend .", "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg001.1st1K-grc1_window_1735", "psc_text": "αὐτοὺς, τῶν δ’ ἀνθρωπίνων καταφρονεῖν καὶ ἀμελεῖν πραγμάτων. ἵνα οὖν μὴ ἐπὶ μεῖζον ἔλθῃ σοι πάθος πρὸς ἀσέβειαν τὸ νῦν παρὸν δόγμα, ἀλλ’ ἐάν πως οἶον ἀποδιοπομπήσασθαι λόγοις αὐτὸ προσιὸν γενώμεθα δυνατοὶ, πειρώμεθα, συνάψαντες τὸν ἐξῆς λόγον, ᾧ πρὸς τὸν παράπαν οὐχ ἡγούμενον θεοὺς ἐξ ἀρχῆς διεπερανάμεθα, τούτῳ τανῦν προσχρήσασθαι. σὺ δ’, ὦ Κλεινία τε καὶ Μέγιλλε, ὑπὲρ τοῦ νέου, καθάπερ ἐν τοῖς ἔμπροσθεν, ἀποκρινόμενοι διαδέχεσθε· ἐὰν δέ τι δύσκολον ἐγγίγνηται τοῖς λόγοις, ἐγὼ σφῶν, ὥσπερ νῦν δὴ, δεξάμενος διαβιβῶ τὸν ποταμόν. Ὀρθῶς λέγεις· καὶ σύ τε οὕτω ταῦτα δρᾶ ποιήσομέν τε ἡμεῖς εἰς τὸ δυνατὸν ἃ λέγεις. Ἀλλ’ οὐδὲν τάχ’ ἂν ἴσως εἴη χαλεπὸν ἐνδείξασθαι τοῦτό γε, ὡς ἐπιμελεῖς σμικρῶν εἰσὶ θεοὶ οὐχ ἧττον, μᾶλλον δὲ, ἢ τῷ μεγέθει διαφερόντων. ἤκουε γάρ που καὶ παρῆν τοῖς νῦν δὴ λεγομένοις ὡς ἀγα- θοῖ γε ὄντες πᾶσαν ἀρετὴν τὴν τῶν πάντων ἐπιμέλειαν οἰκειοτάτην αὑτῶν οὖσαν κέκτηνται. Καὶ σφόδρα γε ἐπήκουε. Τὸ", "candidate_score": 0.634371, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_5", "bdc_text": "Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg001.1st1K-grc1_window_946", "psc_text": "τὸν θεὸν φύσει ἀσθενῆ ὄντα τολμήσεις εἰπεῖν, περὶ τῆς σωτηρίας αὐτῆς κινδυνεύειν μοι δοκεῖς· εἰ δὲ τῷ νικᾶσθαι φόβῳ πρός του μείζονος, μείζονα ἔσται τοῦ θεοῦ τὰ κακὰ, νικῶντα τῆς προαιρέσεως αὐτοῦ τὴν ὁρμήν· ὅπερ ἄτοπον εἶναί μοι λέγειν περὶ θεοῦ δοκεῖ. διὰ τί γὰρ οὐχὶ μᾶλλον ταῦτ’ ἔσονται θεοὶ, νικὰν κατὰ τὸν λόγον τὸν σὸν δυνάμενα τὸν θεὸν, εἴπερ θεὸν ἐκεῖνό φαμεν ὃ τὴν ἁπάντων ἐξου- σίαν ἔχει; Βραχέα δέ σου καὶ περὶ τῆς ὕλης αὐτῆς πυ- θέσθαι βούλομαι· καί μοι φέρων λέγε, πότερον ἁπλῆ τις ἢν ἡ ὕλη, ἢ σύνθετος γὰρ διαφορὰ τῶν γε- γονότων εἰς τοιαύτην με περιίστησιν ἐξέτασιν τοῦδε τοῦ λόγου. εἰ γὰρ ἁπλῆ τις ἐτύγχανεν ἡ ὕλη καὶ μονοειδὴς, σύνθετος δὲ ὁ κόσμος, καὶ ἐκ διαφόρων οὐσιῶν τε καὶ κράσεων τὴν σύστασιν ἔχει * * * τὸ γὰρ σύνθετον ἁπλῶν τινων μίξιν μηνύει. εἰ δ’ αὖ πάλιν τὴν ὕλην σύνθετον λέγειν ἐθέλοις, πάντως ἐξ ἁπλῶν", "candidate_score": 0.606172, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_5", "bdc_text": "Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg001.1st1K-grc1_window_780", "psc_text": "μηδαμῶς σώζεσθαι εἰ ὁ θεὸς προγινώσκει τὰ μέλλοντα, ἀσεβὲς δόγμα ἐτόλμησαν ἀναδέξασθαι μαλλον ἢ προσέσθαι τὸ, ὥς φασιν ἐκεῖνοι, ἔνδοξον μὲν περὶ θεοῦ, ἀναιροῦν δὲ τὸ ἐφ’ ἡμῖν, καὶ διὰ τοῦτο ἔπαινον καὶ ψόγον , καὶ τὸ τῶν ἀρετῶν ἀποδεκτὸν τῶν τε κακιῶν ψεκτόν. καί φασιν, εἰ ἐξ αἰῶνος ἔγνω ὁ θεὸς τόνδε τινὰ ἀδικήσειν καὶ τάδε ποιῆσαι τὰ ἀδικήματα, ἀψευδὴς δὲ ἡ γνῶσις τοῦ θεοῦ, καὶ πάντως ἔσται ἄδικος ποιήσων τάδε τὰ ἀδικήματα ὁ τοιοῦτος εἶναι προεωραμένος, καὶ ἀμήχανον μὴ ἀδικήσειν αὐτόν· εἰ δὲ ἀμήχανον μὴ ἀδικήσειν αὐτὸν, κατηνάγκασται τὸ ἀδικήσειν αὐτὸν, καὶ ἀδύνατον ἔσται ἄλλο τι πρᾶξαι αὐτὸν ἢ ὅπερ ὁ θεὸς ἔγνω. εἰ δὲ ἀδύνατον ἄλλο τι πρᾶξαι αὐτὸν, οὐδεὶς δὲ ἀδύνατον μὴ ποιήσας ψεκτός ἐστι, μάτην αἰτιώμεθα τοὺς ἀδίκους ἀπὸ δὲ τοῦ ἀδίκου καὶ τῶν ἀδικημάτων ἐπέρχονται καὶ ἐπὶ τὰ ἄλλα ἁμαρτήματα, εἶτα ἐκ τοῦ ἐναντίου καὶ τὰ νομιζόμενα κατορθώματα· καί φασιν ἀκολουθεῖν τῷ τὸν θεὸν", "candidate_score": 0.605704, "ce_score": null } ] }, { "rank": 4, "cf_id": "cf044", "work_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1", "max_score": 0.678909, "ce_confirmed": false, "evidence": [ { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3_5", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_145", "psc_text": "τοίνυν, πῶς ὑμᾶς διακρίνειν τὰς γραφὰς ἐδίδαξεν; Καὶ ὁ Πέτρος· ὅτι μέμικται τὰ ἀληθῆ τοῖς ψευδέσιν, μέμνημαί που αὐτὸν αἰτιώμενον τοὺς Σαδδουκαίους εἰπεῖν· διὰ τοῦτο πλανᾶσθε, μὴ εἰδότες τὰ ἀληθῆ τῶν γραφῶν, τοῦ εἵνεκεν ἀγνοεῖτε τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ. εἰ δὲ τὰ ἀληθῆ τῶν γραφῶν ἀγνοεῖν αὐτοὺς ὑπέβαλεν, δῆλον ὡς ὄντων ψευδῶν. ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ φῆναι· γίνεσθε τραπεζῖται δόκιμοι, ὡς δοκίμων καὶ κιβδήλων λόγων ὄντων. καὶ τῷ εἰπεῖν· διὰ τί οὐ νοεῖτε τὸ εὔλογον τῶν γραφῶν; βεβαιότερον τοῦ αὐθαιρέτως εὐγνωμονοῦντος τίθησιν τὸν νοῦν. Τὸ δὲ καὶ τῶν γραφῶν προκειμένων ἐπὶ γραμματεῖς καὶ διδασκάλους πέμπειν, ὡς τοῦ ὄντος νόμου εἰδότας τὰ ἀληθῆ, δῆλόν ἐστιν. τὸ δὲ καὶ εἰπεῖν αὐτόν· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον, καὶ φαίνεσθαι αὐτὸν καταλύοντα, σημαίνοντος ἦν, ὅτι, ἅ κατέλυσεν, οὐκ ἦν τοῦ νόμου. τὸ δὲ καὶ εἰπεῖν· ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, ἰῶτα ἕν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου· τὰ πρὸ", "candidate_score": 0.678909, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_5_7", "bdc_text": "Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß . Hoff jes was von euch zu habend . Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 .", "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_530", "psc_text": "αὐτοὺς λέγουσιν, καὶ πρὸς τούτοις ἔδειξας, ὅτι μὴ δεῖ αὐτῶν ὀνόματα φθέγγεσθαι, τῷ τὴν αὐτὴν γραφὴν εἰπεῖν, ὀνόματα θεῶν ἑτέρων μὴ φθέγγεσθαι. ἐπεὶ οὖν αὐταὶ αἱ γραφαὶ πολλοὺς λέγουσιν εἶναι θεοὺς, καὶ ἄλλοτε ἕνα μόνον εἶναι, καὶ ὁτὲ μὲν μὴ κακολογεῖσθαι, ὁτὲ δὲ κακολογεῖσθαι, πρὸς τοῦτο τί δεῖ λογίσασθαι, ἢ ὅτι αὐταὶ ἡμᾶς αἱ γραφαὶ πλανῶσιν ; Καὶ ὁ Πέτρος ἔφη· οὐ πλανῶσιν, ἀλλ᾽ ἐλέγχουσιν, καὶ εἰς φανερὸν ἄγουσιν τὴν ἐν ἑκάστῳ κατὰ τοῦ Θεοῦ ἐνδομυχοῦσαν ὥσπερ ὄφεως κακὴν προαίρεσιν. πολλοῖς γὰρ καὶ διαφόροις τύποις ἐοικυῖαι πρόκεινται. ἕκαστος οὖν κηρῷ ἐοικυῖαν τὴν αὑτοῦ προαίρεσιν ἔχων, περιβλεψάμενος αὐτὰς καὶ πάντα εὑρὼν ἐν αὐταῖς, ὁποῖον Θεὸν εἶναι λέγει, τὴν ὡς ἔφην κηρῷ ἐοικυῖαν προαίρεσιν ἐπιβαλὼν ἀπομάσσεται. ἐπεὶ οὖν ὅ τι ἄν βούλεταί τις περὶ Θεοῦ φρονεῖν, ἐν αὐταῖς εὑρίσκει, τούτου χάριν ὁ μὲν πολλῶν θεῶν εἰδέας ἀπομάσσεται ἀπ᾽ αὐτῶν, καὶ ἡμεῖς τὴν τοῦ ὄντος ἀπεμαξάμεθα εἰδέαν, ἐκ τῆς ἡμετέρας μορφῆς τὸν ἀληθῆ", "candidate_score": 0.642736, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_5_7", "bdc_text": "Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß . Hoff jes was von euch zu habend . Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 .", "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_130", "psc_text": "τὸ διαμένειν ἐχόντων. καὶ νῦν δὲ γενέσθαι δύνασαι ἄφθαρτος, ἐὰν ἐπιγνῷς ὅν ἔλαθες, ἐὰν ἀγαπήσῃς ὅν κατέλειπες, ἐὰν αὐτῷ μόνῳ προσεύχῃ, τὸ σῶμά σου καὶ ψυχὴν κολάσαι καὶ σῶσαι δυναμένῳ. διὸ πρὸ πάντων ἐννοοῦ, ὅτι οὐδεὶς αὐτῷ συνάρχει, οὐδεὶς τῆς αὐτοῦ κοινωνεῖ ὀνομασίας, τοῦτο ὅ δὴ λέγεται Θεός. μόνος γὰρ αὐτὸς καὶ λέγεται καὶ ἔστιν· ἄλλον δὲ οὔτε νομίσαι, οὔτε εἰπεῖν ἔξεστιν· εἰ δέ τις τολμήσειεν, ἀϊδίως τὴν ψυχὴν κολασθῆναι ἔχει. Τοῦ Πέτρου ταῦτα εἰπόντος, ὁ Σίμων ἔξω τοῦ ὄχλου βοῇ μεγάλῃ ἔφη· τί ψευδόμενος ἀπατᾶν θέλεις τὸν παρεστῶτά σοι ἰδιώτην ὄχλον, πείθων αὐτὸν θεοὺς μήτε νομίζειν, μήτε λέγειν ἐξὸν εἶναι, τῶν παρὰ Ἰουδαίοις δημοσίων βίβλων πολλοὺς θεοὺς εἶναι λεγουσῶν; καὶ νῦν δὲ μετὰ πάντων ἀπ᾽ αὐτῶν σοι τῶν βίβλων περὶ τοῦ δεῖν θεοὺς νομίζειν καὶ συζητῆσαι θέλω· πρότερον περὶ οὗ ἔφης Θεοῦ, δείξας μὴ αὐτὸν εἶναι τὴν ἀνωτάτω καὶ πάντα δυναμένην, καθ᾽ ὅ ἀπρόγνωστός ἐστιν, ἀτελὴς, ἐνδεὴς, οὐκ ἀγαθὸς,", "candidate_score": 0.642224, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_6_8", "bdc_text": "Hoff jes was von euch zu habend . Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 . octobris ain 1569 .", "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_351", "psc_text": "ἦν παρόντα με ὑμῖν τὴν ἴασιν τοῦ ἐν ὑμῖν πάθους παρέχειν. Ὁ Θεὸν σέβειν αἰρούμενος πρὸ πάντων εἰδέναι ὀφείλει, τί μόνον τῆς Θεοῦ φύσεως ἴδιόν ἐστιν, ὅ ἄλλῳ προσεῖναι ἀδύνατον, ἵνα εἰς τὸ ἰδίωμα αὐτοῦ ἀποβλέπων καὶ παρ᾽ ἑτέρῳ αὐτὸ μὴ εὑρίσκων, ἑτέρῳ τῳ θεῷ εἶναι μὴ ἀπατηθῇ δοῦναί ποτε. ἔστιν δὲ ἴδιον Θεοῦ, τοῦτον μόνον εἶναι, ὡς πάντων ποιητὴν, οὕτως καὶ κρείττονα. κρείττων ἐστὶν μὲν δυνάμει τοῦ ποιεῖν τοῦ λοιποῦ, πρὸς μέγεθος τὸ ἄπειρον τοῦ περαινομένου πρὸς εἶδος τὸ εὐμορφότατον, πρὸς εὐδαιμονίαν τὸ μακαριώτατον, πρὸς νοῦν τὸ τελειώτατον. ὁμοίως δὲ καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις αὐτὸ ἀπαραβλήτως τὴν ὑπεροχὴν ἔχει. ἐπεὶ οὖν, ὡς ἔφην, ἴδιον Θεοῦ τὸ αὐτὸν εἶναι τῶν ὅλων κρείττονα, ὑπ᾽ αὐτοῦ δὲ ὁ πάντα περιέχων γέγονε κόσμος, ἀνάγκη πᾶσα λέγειν, μηδὲν ὑπ᾽ αὐτοῦ γεγονότων αὐτῷ δύνασθαι τὴν ἴσην ἔχειν σύγκρισιν. Ὁ δὲ μὴ ἔχων τὸ ἀπαράβλητον καὶ ἀνυπέρβλητον καὶ πάντῃ πάντοθεν ἀνενδεὲς θεὸς εἶναι οὐ δύναται, καθ᾽", "candidate_score": 0.640696, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_4_6", "bdc_text": "Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß . Hoff jes was von euch zu habend .", "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_626", "psc_text": "οὐ δεδύ[νητ]αι, ἢ δυνατὸς ὤν οὐκ ἀναιρεῖ αὐ[τὸν], ἄδικον κρίνας ἀρχὴν μὴ εἰληφότι τέλος ἐπιθεῖναι, καὶ κακῷ πεφυκότι συγγνῶναι, διὰ τὸ ἄλλο τι γενέσθαι μὴ δύνασθαι, καὶ εἰ τοῦ γενέσθαι τὸ ἐπιθυμεῖν ἔχοι. εἰ δὲ ἀγαθὸν ποιῆσαι θέλων μὴ δύναιτο, καὶ οὕτως ἀγαθός ἐστιν, ὅτι θέλει μὲν, οὐ δύναται δέ· καὶ ἐν ᾧ ἀδυνατεῖ πάντων ἐστὶ δυνατώτατος, ὅτι μὴ ἑτέρῳ τὸ δυνατὸν καταλείπεται. εἰ δέ ἐστίν τις ἕτερος δυνατὸς, καὶ μὴ κατορθῶν, ἐν ᾧ δυνατὸς ὤν μὴ κατορθοῖ, πονηρὸς ὤν ὡμολόγηται, μὴ παύων αὐτὸν, ὡς τοῖς ὑπ᾽ αὐτοῦ γινομένοις ἡδόμενος. εἰ δὲ οὐδ᾽ αὐτὸς δύναται, κρείττων ὁ πρὸς τὸ ἀδυνατεῖν κατὰ τὸ δυνατὸν ἡμᾶς εὐεργετεῖν οὐκ ὀκνῶν. Καὶ ὁ Σίμων· ὅτ᾽ ἂν εἰς ἕκαστον ὧν προέτεινα διαλεχθῇς, σοὶ τῆς κακίας τὸν αἴτιον δείξω. τότε σοι καὶ πρὸς ἅ εἴρηκας ἀποκρινοῦμαι, καὶ ὅν φῂς Θεὸν ἄμεμπτον, ὑπὸ μέμψιν εἶναι ἀποδείξω. καὶ ὁ Πέτρος· ἐπειδὴ ἀφ᾽ ὧν ἀπ᾽ ἀρχῆς φθέγγῃ συννοῶ σε", "candidate_score": 0.638012, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_5_7", "bdc_text": "Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß . Hoff jes was von euch zu habend . Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 .", "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_318", "psc_text": "ὡς ὑπὸ μὲν τῶν θεῶν αὐτῶν ταῦτα πάσχοντες διὰ τὴν πρὸς αὐτοὺς ἀμέλειαν, θυσίαις δὲ αὐτοὺς διαλλάσσειν δυνάμενοι, καὶ ὅτι μὴ χρὴ αὐτοὺς ἡμῖν προσιέναι, ἀλλὰ τοὐναντίον φεύγειν καὶ μισεῖν. καὶ ὁμῶς μισοῦσιν καὶ φεύγουσιν τοὺς μᾶλλον ἐλεῶντας καὶ ἐπ᾽ εὐεργεσίᾳ αὐτοὺς διώκοντας. Μισοῦντες οὖν καὶ φεύγοντες ἡμᾶς ἐνεδρεύονται, οὐκ εἰδότες πόθεν αὐτοῖς τὰ ἐναντία τῇ αὐτῶν σωτηρίᾳ φρονεῖν γίνεται· οὔτε γὰρ ἡμεῖς αὐτοὺς μὴ βουλομένους πρὸς σωτηρίαν νεῦσαι βιάσασθαι δυνάμεθα, ἐπεὶ μὴ τοσαύτην νῦν κατ᾽ αὐτῶν ἔχομεν ἐξουσίαν, οὔτε αὐτοὶ ἀφ᾽ ἑαυτῶν τὴν κακὴν τοῦ δαίμονος ἐνθίμησιν νοῆσαι δύνανται, οὐ γὰρ ἴσασιν ὅθεν αὐτοῖς αἱ τῶν κακῶν ἐνθυμήσεις ὑποβάλλονται. εἰσὶν δὲ οὗτοι οἱ δαίμονες καθ᾽ ἃς βούλονται μορφὰς ἐπιφαινόμενοι φοβοῦσιν. ἔσθ᾽ ὅτε δὲ καὶ τοῖς νοσοῦσιν θεραπείας καὶ οὕτως τοῖς προηπατημένοις θεῶν δόξαν ἀποφέρονται. καὶ τὸ δαίμονες εἶναι τοὺς πολλοὺς λανθάνουσιν, ἀλλ᾽ οὐχ ἡμᾶς τοὺς εἰδότας αὐτῶν τὸ μυστήριον, τίνος ἕνεκα τοιαῦτα πράττουσιν, ἑαυτοὺς κατ᾽ ὄναρ καθ᾽ ὧν τὴν", "candidate_score": 0.635577, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_4_6", "bdc_text": "Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß . Hoff jes was von euch zu habend .", "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_530", "psc_text": "αὐτοὺς λέγουσιν, καὶ πρὸς τούτοις ἔδειξας, ὅτι μὴ δεῖ αὐτῶν ὀνόματα φθέγγεσθαι, τῷ τὴν αὐτὴν γραφὴν εἰπεῖν, ὀνόματα θεῶν ἑτέρων μὴ φθέγγεσθαι. ἐπεὶ οὖν αὐταὶ αἱ γραφαὶ πολλοὺς λέγουσιν εἶναι θεοὺς, καὶ ἄλλοτε ἕνα μόνον εἶναι, καὶ ὁτὲ μὲν μὴ κακολογεῖσθαι, ὁτὲ δὲ κακολογεῖσθαι, πρὸς τοῦτο τί δεῖ λογίσασθαι, ἢ ὅτι αὐταὶ ἡμᾶς αἱ γραφαὶ πλανῶσιν ; Καὶ ὁ Πέτρος ἔφη· οὐ πλανῶσιν, ἀλλ᾽ ἐλέγχουσιν, καὶ εἰς φανερὸν ἄγουσιν τὴν ἐν ἑκάστῳ κατὰ τοῦ Θεοῦ ἐνδομυχοῦσαν ὥσπερ ὄφεως κακὴν προαίρεσιν. πολλοῖς γὰρ καὶ διαφόροις τύποις ἐοικυῖαι πρόκεινται. ἕκαστος οὖν κηρῷ ἐοικυῖαν τὴν αὑτοῦ προαίρεσιν ἔχων, περιβλεψάμενος αὐτὰς καὶ πάντα εὑρὼν ἐν αὐταῖς, ὁποῖον Θεὸν εἶναι λέγει, τὴν ὡς ἔφην κηρῷ ἐοικυῖαν προαίρεσιν ἐπιβαλὼν ἀπομάσσεται. ἐπεὶ οὖν ὅ τι ἄν βούλεταί τις περὶ Θεοῦ φρονεῖν, ἐν αὐταῖς εὑρίσκει, τούτου χάριν ὁ μὲν πολλῶν θεῶν εἰδέας ἀπομάσσεται ἀπ᾽ αὐτῶν, καὶ ἡμεῖς τὴν τοῦ ὄντος ἀπεμαξάμεθα εἰδέαν, ἐκ τῆς ἡμετέρας μορφῆς τὸν ἀληθῆ", "candidate_score": 0.634842, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_5_7", "bdc_text": "Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß . Hoff jes was von euch zu habend . Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 .", "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_262", "psc_text": "Θεῷ τῷ κτίσαντι τὸν οὐρανὸν καὶ τὸ σύμπαν οὐ λείπει πρόφασις πρὸς σωτηρίαν τῶν σώζεσθαι θελόντων. ὅθεν μηδ᾽ ἐπὶ τοῖς δοκοῦσιν φαύλοις ὑπὸ προπετείας τις αὐτὸν ὡς μὴ φιλάνθρωπον αἰτιάσθω. τῶν γὰρ συμβαινόντων ἀνθρώποις τὰ τέλη ἀνθρώποις μὲν ἄγνωστα, ὡς ἐπὶ κακῷ ὑποπτευόμενα, Θεῷ δὲ ὡς ἀποβησόμενα εὐτυχῶς γνώριμα. αὐτίκα γοῦν Σίμων ἀριστερὰ τοῦ Θεοῦ δύναμις ὤν καὶ τῶν τὸν Θεὸν οὐκ εἰδότων ἐπὶ κακοποιΐᾳ τὴν ἐξουσίαν ἔχων νόσοις ὑμᾶς περιβαλεῖν ἠδυνήθη, αἵτινες διὰ τὴν τοῦ Θεοῦ ἀγαθὴν πρόνοιαν γενέσθαι συγχωρηθεῖσαι ἠνάγκασαν ὑμᾶς, τὸν ἰᾶσθαι δυνάμενον περιβλεψαμένους καὶ εὑρόντας, προφάσει τῆς τοῦ σώματος θεραπείας τὰ Θεῷ δοκοῦντα ἀναδεξαμένους, πεισθῆναι φρονεῖν, ἵνα οὕτως ἅμα τοῖς σώμασι σωθησομένοις καὶ τὰς ψυχὰς σώας ἔχητε. Μανθάνω οὖν, ὡς βουθυτήσας ἑστίασεν ὑμᾶς ἐν μέσῃ τῇ ἀγορᾷ, καὶ οὕτως ὑμεῖς οἴνῳ πολλῷ παρενεχθέντες ἅμα τοῖς πονηροῖς δαίμοσιν τὸν ἄρχοντα αὐτῶν ἐφιλοφρονεῖσθε, καὶ οὕτως ὑμῶν οἱ πλεῖστοι ὑπὸ τῶν παθῶν κατελήφθησαν, ἀγνοίας αἰτίᾳ καθ᾽ ἑαυτῶν ἰδίαις χερσὶν", "candidate_score": 0.632228, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_144", "psc_text": "ἡμῖν. Καὶ ὁ Πέτρος ἔφη· αὐτίκα ἐρῶ. γέγραπται ἐν τῷ πρώτῳ τοῦ νόμου βιβλίῳ πρὸς τοῖς τελευταίοις· οὐκ ἐκλείψει ἄρχων ἐξ Ἰούδα, οὐδὲ ἡγούμενος ἐκ τῶν μηρῶν αὐτοῦ, ἕως ἄν ἔλθῃ οὗ ἐστιν· καὶ αὐτὸς προσδοκία ἐθνῶν. ἐάν τις οὖν τὸν, μετὰ ἐξ Ἰούδα ἐκλεῖψαι ἄρχοντα καὶ ἡγούμενον, ἐληλυθότα καὶ ὑπὸ ἐθνῶν προσδοκᾶσθαι μέλλοντα νοῆσαι δυνηθῇ, οὗτος τὴν περικοπὴν ἐκ τῶν ἀποτελεσθέντων ἀληθῆ τὸν ἐληλυθότα ἐπιγνῶναι· οὗ τῇ διδασκαλίᾳ πειθόμενος γνώσεται τίνα ἐστὶν τῶν γραφῶν τὰ ἀληθῆ, τίνα δὲ τὰ ψευδῆ. καὶ ὁ Σίμων· συνίημι ὅτι Ἰησοῦν ὑμῶν λέγεις, ὡς αὐτὸν ὑπὸ τῆς γραφῆς προφητευθέντα· δεδόσθω τοιγαροῦν οὕτως ἔχειν. λέγε τοίνυν, πῶς ὑμᾶς διακρίνειν τὰς γραφὰς ἐδίδαξεν; Καὶ ὁ Πέτρος· ὅτι μέμικται τὰ ἀληθῆ τοῖς ψευδέσιν, μέμνημαί που αὐτὸν αἰτιώμενον τοὺς Σαδδουκαίους εἰπεῖν· διὰ τοῦτο πλανᾶσθε, μὴ εἰδότες τὰ ἀληθῆ τῶν γραφῶν, τοῦ εἵνεκεν ἀγνοεῖτε τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ. εἰ δὲ τὰ ἀληθῆ τῶν γραφῶν ἀγνοεῖν αὐτοὺς ὑπέβαλεν, δῆλον ὡς", "candidate_score": 0.628263, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_145", "psc_text": "τοίνυν, πῶς ὑμᾶς διακρίνειν τὰς γραφὰς ἐδίδαξεν; Καὶ ὁ Πέτρος· ὅτι μέμικται τὰ ἀληθῆ τοῖς ψευδέσιν, μέμνημαί που αὐτὸν αἰτιώμενον τοὺς Σαδδουκαίους εἰπεῖν· διὰ τοῦτο πλανᾶσθε, μὴ εἰδότες τὰ ἀληθῆ τῶν γραφῶν, τοῦ εἵνεκεν ἀγνοεῖτε τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ. εἰ δὲ τὰ ἀληθῆ τῶν γραφῶν ἀγνοεῖν αὐτοὺς ὑπέβαλεν, δῆλον ὡς ὄντων ψευδῶν. ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ φῆναι· γίνεσθε τραπεζῖται δόκιμοι, ὡς δοκίμων καὶ κιβδήλων λόγων ὄντων. καὶ τῷ εἰπεῖν· διὰ τί οὐ νοεῖτε τὸ εὔλογον τῶν γραφῶν; βεβαιότερον τοῦ αὐθαιρέτως εὐγνωμονοῦντος τίθησιν τὸν νοῦν. Τὸ δὲ καὶ τῶν γραφῶν προκειμένων ἐπὶ γραμματεῖς καὶ διδασκάλους πέμπειν, ὡς τοῦ ὄντος νόμου εἰδότας τὰ ἀληθῆ, δῆλόν ἐστιν. τὸ δὲ καὶ εἰπεῖν αὐτόν· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον, καὶ φαίνεσθαι αὐτὸν καταλύοντα, σημαίνοντος ἦν, ὅτι, ἅ κατέλυσεν, οὐκ ἦν τοῦ νόμου. τὸ δὲ καὶ εἰπεῖν· ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, ἰῶτα ἕν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου· τὰ πρὸ", "candidate_score": 0.622609, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_514", "psc_text": "ὁ πατήρ· ἀληθῶς πάνυ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ὀρθῶς ἔχειν τὰ πράγματα φαίνεται, διὸ καὶ προαιρέσεως ἐγενόμην τῇ τάξει παντὸς ἐπακοῦσαι τοῦ λόγου. Καὶ ὁ Πέτρος· οὐκοῦν τοῦ λοιποῦ σπεύδοντί σοι τὰ κατὰ τὴν ἡμετέραν θρησκείαν μαθεῖν, ὀφείλω τῇ τάξει τὸν λόγον ἐκθεῖναι ἀπ᾽ αὐτοῦ ἀρχόμενος τοῦ Θεοῦ, καὶ δεικνὺς ὅτι αὐτὸν μόνον δεῖ λέγειν Θεόν, ἑτέρους δὲ μήτε λέγειν μήτε νομίζειν, καὶ ὅτι ὁ παρὰ τοῦτο ποιῶν αἰωνίως ἔχει κολασθῆναι, ὡς εἰς αὐτὸν τὸν τῶν ὅλων δεσπότην ἀσεβήσας τὰ μέγιστα. καὶ ταῦτα εἰπὼν καὶ τοῖς ὑπὸ παθῶν ὀχλουμένοις καὶ νοσοῦσι καὶ δαιμονιῶσι τὰς χεῖρας ἐπιθεὶς καὶ εὐξάμενος καὶ ἰασάμενος ἀπέλυσε τοὺς ὄχλους. καὶ εἶθ’ οὕτως εἰσιὼν τῶν συνηθεστέρων ἁλῶν μεταλαβὼν ὕπνωσιν. Ὄρθρου δὲ ἐξιὼν ὁ Πέτρος καὶ ἐπιστὰς ἐπὶ τὸν συνήθη τοῦ διαλέγεσθαι τόπον ὄχλον πολὺν συνεστῶτα εἶδεν. καὶ ἅμα τῷ μέλλειν διαλέγεσθαι αὐτὸν εἰσῄει τις τῶν αὐτοῦ διακόνων λέγων· Σίμων ἀπὸ Ἀντιοχείας ἐληλυθὼς ἐπ᾽ αὐτῆς ἑσπέρας, μαθὼν ὑποσχόμενόν σε", "candidate_score": 0.620226, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_7", "bdc_text": "Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 .", "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_404", "psc_text": "ἡ κακία ἡ τῷ κυρίῳ προδιαλεχθεῖσα ἡμέρας τεσσαράκοντα, μηδὲν δυνηθεῖσα, ὕστερον ὡς ἀστραπὴ ἐξ οὐρανοῦ ἐπὶ γῆς πεσοῦσα καθ᾽ ὑμῶν ἐκπέμψῃ κήρυκα, ὡς οὖν ἡμῖν τὸν Σίμωνα ὑπέβαλεν προφάσει ἀληθείας ἐπ᾽ ὀνόματι τοῦ κυρίου ὑμῶν κηρύσσοντα, πλάνην τε ἐνσπείροντα ὑποβάλλῃ. οὗ χάριν ὁ ἀποστείλας ἡμᾶς ἔφη· πολλοὶ ἐλεύσονται πρός με ἐν ἐνδύματι προβάτων, ἔσωθεν δὲ λύκοι ἅρπαγες ἀπὸ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγινώσκετε αὐτούς. Καὶ ταῦτα εἰπὼν τοὺς μὲν προπόμπους ἐξέπεμψεν εἰς Ἀντιόχειαν τῆς Συρίας, ἐκεῖ τὴν ἑπομένην ἐπιμένειν εἰπών. τῶν οὖν πορευθέντων ὁ Πέτρος πολλῶν πεπεισμένων ὄχλων νόσους, πάθη, δαίμονας ἀπελάσας, καὶ εἰς τὰς ἐν τῇ θαλάσσῃ πλησίον οὔσας πηγὰς βαπτίσας, καὶ εὐχαριστίαν κλάσας, Μαροόνην τὸν ἀποδεξάμενον αὐτόν, ἤδη λοιπὸν τέλειον ὄντα, ἐπίσκοπον καταστήσας καὶ πρεσβυτέρους δώδεκα ὁρίσας καὶ διακόνους δείξας καὶ χηρικὰ συστησάμενος, ὑπέρ τε τοῦ κοινοῦ καὶ συμφέροντος τῆς ἐκκλησίας τῇ τάξει προσομιλήσας, καὶ τῷ ἐπισκόπῳ Μαροόνῃ πείθεσθαι συμβουλεύσας, ἤδη τριῶν μηνῶν πληρωθέντων τοῖς ἐν Τριπόλει τῆς Φοινίκης", "candidate_score": 0.61966, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_333", "psc_text": "λέγειν· πολλοὶ ὄχλοι, κύριου μου Πέτρε, πρὸ τῶν θυρῶν ἑστήκασιν. ἐπιτρέψαντος οὖν αὐτοῦ πολὺς ἐπεισῆλθεν ὄχλος. ὁ δὲ ἐγερθεὶς καὶ τῇ ἐχθὲς βάσει ἐπιστάς, τῷ τῆς θεοσεβείας ἔθει προςαγορεύσας ἔφη· Θεοῦ τοῦ τὸν οὐρανὸν κτίσαντος καὶ τὴν γῆν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς πεποιηκότος, ὡς ἀληθὴς εἴρηκεν ἡμῖν προφήτης, ὁ ἄνθρωπος κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁμοίωσιν γεγονὼς ἄρχειν τε καὶ κυριεύειν κατεστάθη, λέγω δὲ τῶν ἐν ἀέρι καὶ γῇ καὶ ὕδασιν, ὡς ἐξ αὐτοῦ τοῦ πράγματος ἔστιν συνιδεῖν, ὅτι τῇ ἑαυτοῦ συνέσει τὰ μὲν ἐν ἀέρι φέρει κάτω, τὰ ἐν βυθῷ ἀνάγει ἄνω, τὰ ἐν γῇ ἀγρεύει, καί τοι γε κατ᾽ ἀλκὴν αὐτοῦ πολλῷ μείζονα ὄντα, λέγω δὲ ἐλέφαντας καὶ λέοντας καὶ τὰ τούτοις παραπλήσια. Ὅτε μέν τοι δίκαιος ἐτύγχανεν , καὶ πάντων παθημάτων ἀνώτατος ἦν, ὡς ἀθανάτῳ σώματι τοῦ ἀλγεῖν πεῖραν λαβεῖν μὴ δυνάμενος, ὅτε δὲ ἥμαρτεν, ὡς ἐχθὲς καὶ τῇ πρὸ αὐτῆς ἐδείξαμεν, ὡς δοῦλος γεγονὼς τῆς ἁμαρτίας", "candidate_score": 0.619042, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_5", "bdc_text": "Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_530", "psc_text": "αὐτοὺς λέγουσιν, καὶ πρὸς τούτοις ἔδειξας, ὅτι μὴ δεῖ αὐτῶν ὀνόματα φθέγγεσθαι, τῷ τὴν αὐτὴν γραφὴν εἰπεῖν, ὀνόματα θεῶν ἑτέρων μὴ φθέγγεσθαι. ἐπεὶ οὖν αὐταὶ αἱ γραφαὶ πολλοὺς λέγουσιν εἶναι θεοὺς, καὶ ἄλλοτε ἕνα μόνον εἶναι, καὶ ὁτὲ μὲν μὴ κακολογεῖσθαι, ὁτὲ δὲ κακολογεῖσθαι, πρὸς τοῦτο τί δεῖ λογίσασθαι, ἢ ὅτι αὐταὶ ἡμᾶς αἱ γραφαὶ πλανῶσιν ; Καὶ ὁ Πέτρος ἔφη· οὐ πλανῶσιν, ἀλλ᾽ ἐλέγχουσιν, καὶ εἰς φανερὸν ἄγουσιν τὴν ἐν ἑκάστῳ κατὰ τοῦ Θεοῦ ἐνδομυχοῦσαν ὥσπερ ὄφεως κακὴν προαίρεσιν. πολλοῖς γὰρ καὶ διαφόροις τύποις ἐοικυῖαι πρόκεινται. ἕκαστος οὖν κηρῷ ἐοικυῖαν τὴν αὑτοῦ προαίρεσιν ἔχων, περιβλεψάμενος αὐτὰς καὶ πάντα εὑρὼν ἐν αὐταῖς, ὁποῖον Θεὸν εἶναι λέγει, τὴν ὡς ἔφην κηρῷ ἐοικυῖαν προαίρεσιν ἐπιβαλὼν ἀπομάσσεται. ἐπεὶ οὖν ὅ τι ἄν βούλεταί τις περὶ Θεοῦ φρονεῖν, ἐν αὐταῖς εὑρίσκει, τούτου χάριν ὁ μὲν πολλῶν θεῶν εἰδέας ἀπομάσσεται ἀπ᾽ αὐτῶν, καὶ ἡμεῖς τὴν τοῦ ὄντος ἀπεμαξάμεθα εἰδέαν, ἐκ τῆς ἡμετέρας μορφῆς τὸν ἀληθῆ", "candidate_score": 0.617546, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_503", "psc_text": "σὺν μητρὶ ἡ ἀποδημία καὶ ναυφράγιον καὶ θανάτου ὑπόνοια καὶ ἀπρασίαι ἔτι τε καὶ ἐκπαιδευθῆναι αὐτοὺς τὰ Ἐλλήνων καὶ ἄθεα δόγματα, ἵνα μᾶλλον ὡς εἰδότες ταῦτα ἀνασκευάζειν δυνατοὶ ὦσιν· ἐπὶ τούτοις τὸ φιλῆσαι τὸν τῆς θεοσεβείας λόγον, καὶ ἐμοὶ ἑνωθῆναι δυνηθῆναι, συλλαβέσθαι μου τῷ κηρύγματι· ἀλλ᾽ ἔτι μὴν συνελθεῖν ἀδελφὸν Κλήμεντα, καὶ οὕτως τὴν μητέρα ἐπιγνωσθῆναι, θεραπείας τῆς θεότητος πληροφορηθῆναι, καὶ μετ᾽ οὐ πολὺ εὐθὺ τὰ δίδυμα τέκνα ἐπιγνωσθέντα καὶ ἐπιγνόντα καὶ τῆς ἄλλης ἡμέρας σοι συντυχεῖν , καὶ τοὺς σοὺς ἀπολαβεῖν. τοσαύτην οὖν ταχεῖαν ἁρμονίαν πανταχόθεν συνδραμοῦσαν εἰς ἕνα γνώμης σκοπὸν οὐκ οἶμαι ἀπρονόητον εἶναι. Καὶ ὁ πατὴρ τῷ Πέτρῳ ἤρξατο λέγειν· μὴ νομίζε, φίλτατέ μοι Πέτρε, ἐν ἐννοίᾳ μὴ ἔχειν περὶ τοῦ ὑπὸ σοῦ κηρυσσομένου λόγου. πέρας γοῦν ταύτης τῆς παρωχηκυίας νυκτὸς πολλὰ τοῦ Κλήμεντος προτρεπομένου με τῇ ὑπὸ σοῦ κηρυσσομένῃ ἀληθείᾳ, ἀπεκρινάμην· τί γὰρ καινότερον ἐντέλλεσθαι δύναταί τις παῤ ὅ οἱ ἀρχαῖοι παρῄνεσαν; ὁ δὲ ἠρέμα γελάσας", "candidate_score": 0.616615, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_5", "bdc_text": "Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg006.1st1K-grc1_window_531", "psc_text": "ἐν αὐταῖς, ὁποῖον Θεὸν εἶναι λέγει, τὴν ὡς ἔφην κηρῷ ἐοικυῖαν προαίρεσιν ἐπιβαλὼν ἀπομάσσεται. ἐπεὶ οὖν ὅ τι ἄν βούλεταί τις περὶ Θεοῦ φρονεῖν, ἐν αὐταῖς εὑρίσκει, τούτου χάριν ὁ μὲν πολλῶν θεῶν εἰδέας ἀπομάσσεται ἀπ᾽ αὐτῶν, καὶ ἡμεῖς τὴν τοῦ ὄντος ἀπεμαξάμεθα εἰδέαν, ἐκ τῆς ἡμετέρας μορφῆς τὸν ἀληθῆ ἐπιγνόντες τύπον. ἀλλὰ καὶ ἡ ἔνδοθεν ἡμῶν ψυχὴ τὴν αὐτοῦ εἰκόνα πρὸς ἀθανασίαν ἠμφίεσται. ταύτης τὸν γεννήτορα ἐὰν καταλίπω, δικαίᾳ κρίσει καὶ αὐτή με καταλιπεῖν ἔχει, αὐτῷ τολμήματι γνωρίσασα ἄδικον, καὶ ὡς ἀπὸ δικαίου δικαίως καταλείψει με καὶ οὕτως τὴν ψυχὴν μετὰ κόλασιν, τῆς ἀπ᾽ αὐτῆς ἀπολειφθεὶς βοηθείας, φθαρήσομαι· εἰ δὲ ἔστιν ἕτερος, πρῶτον ἐνδυσάτω ἑτέραν εἰδέαν, ἑτέραν μορφήν, διὰ τῆς τοῦ σώματος καινῆς μορφῆς τὸν καινὸν ἐπιγνῶν Θεόν. εἰ δὲ καὶ τὴν μορφὴν ἀλλάξῃ, μή τι καὶ τῆς ψηχῆς τὴν οὐσίαν; εἰ δὲ καὶ ἀλλάξῃ, οὐκ ἔτι ἐγώ εἰμι, ἄλλος γενόμενος καὶ μορφῇ καὶ οὐσίᾳ. ἄλλους οὖν πλαττέτω, εἰ", "candidate_score": 0.608207, "ce_score": null } ] }, { "rank": 5, "cf_id": "cf034", "work_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1", "max_score": 0.677753, "ce_confirmed": false, "evidence": [ { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3_5", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_107", "psc_text": "γὰρ αὐτὸς οὗτος παιδαγωγὸς τότε μὲν »φοβηθήσῃ κύριον τὸν θεὸν« ἔλεγεν, ἡμῖν δὲ» ἀγαπήσεις κύριον τὸν θεόν σου« παρῄνεσεν. διὰ τοῦτο καὶ ἐντέλλεται ἡμῖν »παύσασθε ἀπὸ τῶν ἔργων ὑμῶν«, τῶν παλαιῶν ἁμαρτιῶν, »μάθετε καλὸν ποιεῖν· ἔκκλινον ἀπὸ κακοῦ καὶ ποίησον ἀγαθόν· ἠγάπησας δικαιοσύνην, ἐμίσησας ἀνομίαν.« αὕτη μου ἡ νέα διαθήκη παλαιῷ κεχαραγμένη γράμματι. οὐκ ἄρα ἡ νεότης τοῦ λόγου ὀνειδιστέα. ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ Ἱερεμίᾳ ὁ κύριος λέγει· »μὴ λέγε ὅτι νεώτερός εἰμι· πρὸ τοῦ με πλάσαι σε ἐν κοιλίᾳ ἐπίσταμαί σε, καὶ πρὸ τοῦ σε ἐξελθεῖν ἐκ μήτρας ἡγίακά σε.« ταῦτα δύναται πρὸς ἡμᾶς ἡ προφητεία αἰνίττεσθαι τοὺς πρὸ καταβολῆς κόσμου εἰς πίστιν ἐγνωσμένους θεῷ, νυνὶ δὲ νηπίους διὰ τὴν ἔναγχος πεπληρωμένην βούλησιν τοῦ θεοῦ, καθὸ εἰς κλῆσιν καὶ σωτηρίαν νεογνοὶ γεγόναμεν. διὸ καὶ ἐπιφέρει »προφήτην εἰς ἔθνη τέθεικά σε«, προφητεῦσαι λέγων αὐτὸν δεῖν μηδὲ ὄνειδος εἶναι δοκεῖν τοῦ νεωτέρου τὴν προσηγορίαν τοῖς νηπίοις καλουμένοις. ὁ δὲ νόμος χάρις", "candidate_score": 0.677753, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3_5", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_268", "psc_text": "κυμβάλῳ· ἑνὶ δὲ ἄρα ὀργάνῳ, τῷ λόγῳ μόνῳ τῷ εἰρηνικῷ, ἡμεῖς κεχρήμεθα, ᾧ γεραίρομεν τὸν θεόν, οὐκέτι τῷ ψαλτηρίῳ τῷ παλαιῷ καὶ τῇ σάλπιγγι καὶ τυμπάνῳ καὶ αὐλῷ, οἷς ἔθος ἦν τοὺς ἐν πολέμῳ ἀσκητὰς καὶ τοῦ θείου καταπεφρονηκότας φόβου ἀνὰ τὰς πανηγύρεις [χορδαῖς] συγχρῆσθαι, ὡς δὴ τὸ ἔκλυτον αὐτῶν τοῦ φρονήματος διὰ τῶν τοιούτων ἐπανίστασθαι ῥυθμῶν. Ἔστω δὲ ἡμῶν ἡ παρὰ πότον φιλοφροσύνη διττὴ κατὰ τὸν νόμον· εἰ γὰρ »ἀγαπήσεις κύριον τὸν θεόν σου«, ἔπειτα »τὸν πλησίον σου«, προτέρα μὲν ἡ εἰς θεὸν δι᾿ εὐχαριστίας καὶ ψαλμῳδίας γενέσθω φιλοφροσύνη, δευτέρα δὲ εἰς τὸν πλησίον διὰ τῆς ὁμιλίας τῆς σεμνῆς· »ὁ γὰρ λόγος ὁ τοῦ κυρίου ἐνοικείτω ἐν ὑμῖν πλουσίως«, ὁ ἀπόστολός φησιν. ὁ δὲ λόγος οὗτος συναρμόζεται καὶ συσχηματίζεται καιροῖς, προσώποις, τόποις, συμποτικὸς δέ ἐστι νῦν· ἐπιφέρει γὰρ ὁ ἀπόστολος πάλιν· »ἐν πάσῃ σοφίᾳ διδάσκοντες καὶ νουθετοῦντες ἑαυτοὺς ψαλμοῖς, ὕμνοις, ᾠδαῖς πνευματικαῖς ἐν τῇ χάριτι, ᾄδοντες ἐν τῇ καρδίᾳ", "candidate_score": 0.674145, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_2_4", "bdc_text": "und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend.", "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_269", "psc_text": "»ὁ γὰρ λόγος ὁ τοῦ κυρίου ἐνοικείτω ἐν ὑμῖν πλουσίως«, ὁ ἀπόστολός φησιν. ὁ δὲ λόγος οὗτος συναρμόζεται καὶ συσχηματίζεται καιροῖς, προσώποις, τόποις, συμποτικὸς δέ ἐστι νῦν· ἐπιφέρει γὰρ ὁ ἀπόστολος πάλιν· »ἐν πάσῃ σοφίᾳ διδάσκοντες καὶ νουθετοῦντες ἑαυτοὺς ψαλμοῖς, ὕμνοις, ᾠδαῖς πνευματικαῖς ἐν τῇ χάριτι, ᾄδοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ θεῷ· καὶ πᾶν ὅ τι ἂν ποιῆτε ἢ ἐν λόγῳ ἢ ἐν ἔργῳ, πάντα ἐν ὀνόματι κυρίου Ἰησοῦ, εὐχαριστοῦντες τῷ θεῷ καὶ πατρὶ αὐτοῦ.« οὗτος ἡμῶν ὁ κῶμος ὁ εὐχάριστος, κἂν πρὸς κιθάραν ἐθελήσῃς ἢ λύραν ᾄδειν τε καὶ ψάλλειν, μῶμος οὐκ ἔστιν, Ἑβραῖον μιμήσῃ δίκαιον βασιλέα εὐχάριστον τῷ θεῷ. »ἀγαλλιᾶσθε, δίκαιοι, ἐν τῷ κυρίῳ, τοῖς εὐθέσι πρέπει αἴνεσις«, φησὶν ἡ προφητεία, »ἐξομολογεῖσθε τῷ κυρίῳ ἐν κιθάρᾳ, ἐν ψαλτηρίῳ δεκαχόρδῳ ψάλατε αὐτῷ, ᾄσατε αὐτῷ ᾆσμα καινόν.« καὶ μή τι τὸ δεκάχορδον ψαλτήριον τὸν λόγον τὸν Ἰησοῦν μηνύει, τῷ στοιχείῳ τῆς δεκάδος φανερούμενον. ὡς δὲ ἁρμόδιον πρὶν ἡμᾶς μεταλαβεῖν", "candidate_score": 0.658028, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_2_4", "bdc_text": "und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend.", "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_268", "psc_text": "κυμβάλῳ· ἑνὶ δὲ ἄρα ὀργάνῳ, τῷ λόγῳ μόνῳ τῷ εἰρηνικῷ, ἡμεῖς κεχρήμεθα, ᾧ γεραίρομεν τὸν θεόν, οὐκέτι τῷ ψαλτηρίῳ τῷ παλαιῷ καὶ τῇ σάλπιγγι καὶ τυμπάνῳ καὶ αὐλῷ, οἷς ἔθος ἦν τοὺς ἐν πολέμῳ ἀσκητὰς καὶ τοῦ θείου καταπεφρονηκότας φόβου ἀνὰ τὰς πανηγύρεις [χορδαῖς] συγχρῆσθαι, ὡς δὴ τὸ ἔκλυτον αὐτῶν τοῦ φρονήματος διὰ τῶν τοιούτων ἐπανίστασθαι ῥυθμῶν. Ἔστω δὲ ἡμῶν ἡ παρὰ πότον φιλοφροσύνη διττὴ κατὰ τὸν νόμον· εἰ γὰρ »ἀγαπήσεις κύριον τὸν θεόν σου«, ἔπειτα »τὸν πλησίον σου«, προτέρα μὲν ἡ εἰς θεὸν δι᾿ εὐχαριστίας καὶ ψαλμῳδίας γενέσθω φιλοφροσύνη, δευτέρα δὲ εἰς τὸν πλησίον διὰ τῆς ὁμιλίας τῆς σεμνῆς· »ὁ γὰρ λόγος ὁ τοῦ κυρίου ἐνοικείτω ἐν ὑμῖν πλουσίως«, ὁ ἀπόστολός φησιν. ὁ δὲ λόγος οὗτος συναρμόζεται καὶ συσχηματίζεται καιροῖς, προσώποις, τόποις, συμποτικὸς δέ ἐστι νῦν· ἐπιφέρει γὰρ ὁ ἀπόστολος πάλιν· »ἐν πάσῃ σοφίᾳ διδάσκοντες καὶ νουθετοῦντες ἑαυτοὺς ψαλμοῖς, ὕμνοις, ᾠδαῖς πνευματικαῖς ἐν τῇ χάριτι, ᾄδοντες ἐν τῇ καρδίᾳ", "candidate_score": 0.657196, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_0_2", "bdc_text": "1543 . Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan.", "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_268", "psc_text": "κυμβάλῳ· ἑνὶ δὲ ἄρα ὀργάνῳ, τῷ λόγῳ μόνῳ τῷ εἰρηνικῷ, ἡμεῖς κεχρήμεθα, ᾧ γεραίρομεν τὸν θεόν, οὐκέτι τῷ ψαλτηρίῳ τῷ παλαιῷ καὶ τῇ σάλπιγγι καὶ τυμπάνῳ καὶ αὐλῷ, οἷς ἔθος ἦν τοὺς ἐν πολέμῳ ἀσκητὰς καὶ τοῦ θείου καταπεφρονηκότας φόβου ἀνὰ τὰς πανηγύρεις [χορδαῖς] συγχρῆσθαι, ὡς δὴ τὸ ἔκλυτον αὐτῶν τοῦ φρονήματος διὰ τῶν τοιούτων ἐπανίστασθαι ῥυθμῶν. Ἔστω δὲ ἡμῶν ἡ παρὰ πότον φιλοφροσύνη διττὴ κατὰ τὸν νόμον· εἰ γὰρ »ἀγαπήσεις κύριον τὸν θεόν σου«, ἔπειτα »τὸν πλησίον σου«, προτέρα μὲν ἡ εἰς θεὸν δι᾿ εὐχαριστίας καὶ ψαλμῳδίας γενέσθω φιλοφροσύνη, δευτέρα δὲ εἰς τὸν πλησίον διὰ τῆς ὁμιλίας τῆς σεμνῆς· »ὁ γὰρ λόγος ὁ τοῦ κυρίου ἐνοικείτω ἐν ὑμῖν πλουσίως«, ὁ ἀπόστολός φησιν. ὁ δὲ λόγος οὗτος συναρμόζεται καὶ συσχηματίζεται καιροῖς, προσώποις, τόποις, συμποτικὸς δέ ἐστι νῦν· ἐπιφέρει γὰρ ὁ ἀπόστολος πάλιν· »ἐν πάσῃ σοφίᾳ διδάσκοντες καὶ νουθετοῦντες ἑαυτοὺς ψαλμοῖς, ὕμνοις, ᾠδαῖς πνευματικαῖς ἐν τῇ χάριτι, ᾄδοντες ἐν τῇ καρδίᾳ", "candidate_score": 0.638389, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_9_11", "bdc_text": "S. D . Ulrich Philipp , Frychen von der hoffen bey 1554 . Ies . Eberren , er würdigen Heinrich , und Bullinger , herren meister Heinrich Bullinger , diener der kirchen Zürich , minem verschruwten lieben herrn und fründ .", "psc_chunk_id": "tlg0555.tlg002.1st1K-grc1_window_300", "psc_text": "κηρυσσόμενος ἐπὶ τὰ πέρατα ἧκεν τῆς γῆς. δάκρυα δὲ ἡ μετάνοιά ἐστι, καὶ λελυμέναι τρίχες φιλοκοσμίας ἐκήρυσσον ἀπαλλαγὴν καὶ τὴν μετὰ τοῦ κηρύγματος διὰ τὸν κύριον θλίψιν ἐν ὑπομοναῖς, τῆς παλαιᾶς ἐκείνης διὰ τὴν πίστιν τὴν νέαν λελυμένης κενοδοξίας. ἀλλὰ καὶ πάθος ἐμφαίνει δεσποτικὸν μυστικῶς ταύτῃ νοοῦσι· τὸ ἔλαιον αὐτός ἐστιν ὁ κύριος, ἀφ᾿ οὗ τὸ ἔλεος τὸ ἐφ᾿ ἡμᾶς· τὸ δὲ μύρον, δεδολωμένον ἔλαιον, ἐστὶν ὁ Ἰούδας ὁ προδότης, ᾧ τοὺς πόδας ἐχρίσθη κύριος τῆς ἐν κόσμῳ ἀναστροφῆς ἀπαλλαττόμενος· μυρίζονται γὰρ οἱ νεκροί· δάκρυα δέ ἐσμεν οἱ ἁμαρτωλοὶ μετανενοηκότες, οἱ εἰς αὐτὸν πεπιστευκότες, οἷς ἀφῆκεν τὰς ἁμαρτίας, καὶ αἱ τρίχες αἱ λελυμέναι πενθοῦσα Ἱερουσαλὴμ ἡ καταλελειμμένη, δι᾿ ἣν οἱ θρῆνοι οἱ προφητικοί. διδάξει δὲ ἡμᾶς αὐτὸς ὁ κύριος, ὅτι δεδολωμένος ὁ Ἰούδας ἐστίν, »ὃς ἂν ἐμβάψηται μετ᾿ ἐμοῦ« λέγων »εἰς τὸ τρύβλιον, οὗτός με παραδώσει«. ὁρᾷς τὸν συμπότην τὸν δόλιον; καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ Ἰούδας φιλήματι προὔδωκε τὸν διδάσκαλον·", "candidate_score": 0.615498, "ce_score": null } ] }, { "rank": 6, "cf_id": "cf011", "work_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2", "max_score": 0.677084, "ce_confirmed": false, "evidence": [ { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3_5", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1893", "psc_text": "εἰς τὸ μηδὲν αὐτὰς ἀπὸ τὸ πυρὸς παθεῖν, μηδὲ μὴ δὲ ταῖς τῶν ἁμαρτωλῶν χερσί, τουτέστι πράξεσι, συμπεριληφθῆναι. Φῶς ἀνέτειλεν τῷ δικαίῳ καὶ τοῖς εὐθέσι τῇ καρδίᾳ εὐφροσύνη. Ὁ λόγος ἀπαγγελτικὸς τυγχάνει τοῦ τῶν δικαίων τέλους· καλῇ δὲ τάξει τάξη κέχρηται τὰ μὲν σκυθρωπὰ προτάξας, φυλάξας δὲ τὰ φαιδρότερα εἰς τὸ τέλος τῶν λογῶν. Εὐφράνθητε, δίκαιοι, ἐπὶ τῷ κυρίῳ καὶ ἐξομολογεῖσθε τῇ μνήμῃ τῆς ἁγιωσύνης αὐτοῦ. Μαθόντες, φησίν, ὑμεῖς οἱ τὸ δίκαιον ἀγαπήσαντες καὶ παντὸς τοῦ παρόντος βίου τὸν πρὸς eine nicht entzifferbare Rasur von drei Buchstaben θεὸν προτιμήσαντες τὰ ἐπηγγελμένα ὑμῖν ἀγαθὰ ἤδη ἐντεῦθεν κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν ζωὴν ἐπὶ τῷ ἡμετέρῳ βασιλεῖ καὶ κυρίῳ εὐφραίνεσθε· καὶ μηδὲν μὲν ἄλλο τοῦ θνητοῦ βίου θαυμάζονζες, χαίροντες δ’ ἐπὶ μόνῳ τῷ κυρίῳ, οὗ τὴν μνήμην τῆς ἁγιωσύνης ἀναπεμπαζόμενοι, ἐντεῦθεν ἤδη ἐξομολογεῖσθε κατὰ τοὺς δύο τῆς ἐξομολογήσεως τρόπους, ὡς ἂν τυχεῖν δυνηθείητε τῶν ἐπηγγελμένων τοῖς ἁγίοις ἀγαθῶν ὑπὸ τοῦ κυρίου. Κλῆσις ἐθνῶν καὶ", "candidate_score": 0.677084, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3_5", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1830", "psc_text": "Ἡ κατὰ τὸ διάψαλμα διαστολὴ πλείστην καὶ τῆς διανοίας ἐποιήσατο μεταβολήν. ὡς γὰρ συμπληρωθέντος τοῦ προτέρου λόγου ἀφ’ ἑτέρας ἀρχῆς φησιν· τίς ἀναστήσεταί μοι ἐπὶ πονηρευομένους; Μεμαθήκαμεν γάρ, φησίν, ἀπὸ τῆς τοῦ θείου πνεύματος διδασκαλίας, ὅτι θεὸς ἐκδικήσεών ἐστι κύριος, καὶ ὅτι ἀποδώσει ἀνταπόδοσιν τοῖς ὑπερηφάνοις, καὶ ὅτι ὀρυγήσεται τῷ ἁμαρτωλῷ βόθρος, καὶ ὅτι οὐκ ἀπώσεται τὸν λαὸν αὐτοῦ οὐδὲ τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ καταλείψει· ἀλλ’ ἐπὶ τέλει τῶν πραγμάτων, ἐπὰν ἐπιστρέψῃ ὁ λαὸς εἰς κρίσιν, ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ, καὶ ὡς δεξιοὶ στήσονται πλησίον τῆς αὐτοῦ δικαιοσύνης πάντες οἱ εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ σὺν αὐτῷ τῷ κυρίῳ τὰς διατριβὰς ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν ποιησόμενοι καὶ πᾶσαν αὐτῶν τὴν ζωὴν αὐτῷ παραστησόμενοι. Τούτοις μὲν οὖν ἐπίστευσα, καὶ πιστεύσας παρεκλήθην. ἀλλὰ τέως κατὰ τὸν ἐνεστῶτα καιρόν· τίς ὑπὲρ ἐμοῦ στήσεται κατὰ τῶν πονηρευομένων; ἢ τίς ἔκδικος συμπαραστήσεταί μοι ἐπὶ τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν; ἀλλὰ γὰρ εἴποιμ’ ἂν ὁμολογῶν τἀληθῆ μηδένα", "candidate_score": 0.675618, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3_5", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_567", "psc_text": "λεχθέντα τάγματα ἄλλοι τινὲς ταπεινότεροι καὶ οὐκ ἀπόβλητοι μὲν τῆς βασιλείας, πλὴν ὡς ἐν παραθέσει τῶν προλεχθέντων σμικροὶ καὶ βραχεῖς πάντων τε, ὡς ἂν εἴποι τις, ἔσχατοι, ἀναγκαίως οὐδὲ τούτων παρῆλθε τὴν μνήμην ὁ λόγος, ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς καρπὸν οἴσειν τὸν ἐπιβάλλοντα διδάσκει λέγων· καὶ αἱ κοιλάδες πληθυνοῦσι σῖτον. Αὕται δὲ αἱ κοιλάδες σῖτον προφέρουσαι, ἢ τὴν τροφὴν κατὰ τὸν Σύμμαχον, κεκράξονται. τί δὲ κεκράξονται, ἑρμηνεύει ἑξῆς λέγων· καὶ γὰρ ὑμνήσουσιν, ὡσεὶ σαφέστερον εἰρήκει· εἰ καὶ κοιλάδες τυγχάνουσιν, ὅμως δ’ οὖν ὑμνήσουσι τὸν καὶ αὐταῖς τῶν ἀγαθῶν πάροχον· ὑμνοῦσαι δὲ κεκράξονται, παρρησίᾳ χρώμεναι καὶ βοῇ μεγάλῃ. βοῶσαι δὲ κραυγῇ καὶ ὑμνοῦσαι ποίας προήσονται φωνὰς ἢ τὰς ἐν ἀρχῇ παντὸς ψαλμοῦ φερομένας· σοὶ πρέπει ὕμνος, ὁ θεός, ἐν Σιών, λέγουσαι; Ἀναγκαίως δὲ πρόσκειται τό· κεκράξονται, καὶ γὰρ ὑμνήσουσι, περὶ τῶν κοιλάδων ἢ καὶ περὶ τῶν προλεχθέντων ἁπάντων, ὡς ἂν μάθοιμεν, ὅτι μὴ περὶ αἰσθητῶν καὶ σωματικῶν τόπων ὁ λόγος ταῦτα διδάσκει·", "candidate_score": 0.673619, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_6_8", "bdc_text": "Hoff jes was von euch zu habend . Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 . octobris ain 1569 .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1071", "psc_text": "παρώξυνεν ), τούτου χάριν ἀνάστηθι, ὁ θεός, καὶ δίκασον τὴν δίκην σου. κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· στῆθι, ὁ θεός, προμάχησον τῆς μάχης σου, καὶ μνημόνευσον τοῦ ὀνείδους σου παρὰ ἄφρονος τοῦ διὰ πάσης ἡμέρας. μὴ ἐπιλάθῃ τῆς φωνῆς τῶν πολεμίων σου, ἤχου τῶν ἀνθεστηκότων σοι μέχρι σοῦ ἀναβαίνοντος ἀδιαλείπτως; Καὶ μέχρι τούτων ἵσταται ὁ λόγος παρακαλῶν τὸν θεὸν διαναστῆναι καὶ δικάσαι τὴν δίκην αὐτοῦ μνησθῆναί τε τοῦ ὀνειδισμοῦ τῶν ἀφρόνων, μηδὲ λήθῃ παραδοῦναι τὰς φωνὰς τῶν ἐχθρῶν καὶ τὰς ὑπερηφανίας τῶν διὰ παντὸς ἐπαιρομένων. οὐ μὴν ἐπισυνῆπται τούτοις ἑξῆς χρηστοτέρα τις ἀπόκρισις οὐδὲ ἀγαθῶν ἐπαγγελία τοῖς δεηθεῖσιν, ὅπερ ἔστιν ἐφ’ ἑτέρων εὑρεῖν, διόπερ ἀρχόμενος ὁ λόγος ἀπωσμὸν εἰς τέλος ἐθέσπισεν τοῖς δηλουμένοις καὶ δι’ ὅλου τὸ εἰς τέλος ἐπῆγεν τῇ τῶν σκυθρωπῶν προρρήσει· ἔνθεν ὁρμώμενος καὶ ὁ θεῖος ἀπόστολος γράφων περὶ αὐτῶν ἔλεγεν τό· ἔφθασεν δὲ εἰς αὐτοὺς ἡ ὀργὴ εἰς τέλος . οδ Χριστοῦ θεολογία καὶ ὕμνησις τοῦ θείου", "candidate_score": 0.652365, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_4_6", "bdc_text": "Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß . Hoff jes was von euch zu habend .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_282", "psc_text": "ἐπεὶ τοίνυν καὶ ὁ παλαιὸς ὄφις ὁ τὴν Εὔαν ἀπατήσας προσεποιεῖτο μὲν γλυκείᾳ καὶ φιλικῇ κεχρῆσθαι ὁμιλίᾳ μνήμην τε θεοῦ ποιεῖσθαι καί τινα ἐπιδείκνυσθαι εὐλάβειαν λέγων τῇ γυναικί· τί ὅτι εἶπεν ὁ θεός· οὐ μὴ φάγητε ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ; καὶ πάλιν· ᾔδει γὰρ ὁ θεός, ὅτι ᾗ δ’ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ’ αὐτοῦ, διανοιχθήσονται ὑμῶν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἔσεσθε ὡς θεοὶ γινώσκοντες καλὸν καὶ πονηρόν . καὶ τοιαῦτα μὲν ὑποκρινόμενος καὶ τὸν θεὸν εἰδέναι προσποιούμενος ὡμίλει τῇ γυναικί, ἐν καρδίᾳ δὲ ἀνομίας εἰργάζετο καὶ τοῖς ἔργοις ἀδικίαν συνέπλεκεν , εἰκότως καὶ οἵδε λέγονται θυμὸν ἔχειν καὶ ψυχὴν ὁμοίαν τῷ προλεχθέντι ὄφει. ὃ δὴ καὶ αὐτὸ προείληφεν ὁ θεὸς τῇ προγνώσει· τῶν γὰρ θείων εἰσακούοντες λόγων καὶ τοῖς ἱεροῖς μαθη τευόμενοι ῥήμασιν οὐδὲν τικτήσονται πρὸς ὠφελείας διὰ τὸ βύειν τὰ ὦτα καὶ μὴ καταδέχεσθαι τῶν θείων ἐπῳδῶν τὰς δυνάμεις, ἀφομοιοῦσθαι δὲ ἀσπίδι κωφῇ καὶ βυούσῃ τὰ ὦτα", "candidate_score": 0.643143, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_4_6", "bdc_text": "Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß . Hoff jes was von euch zu habend .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1124", "psc_text": "οἱ θεῖοι λόγοι· ὡς δὲ θλιβόμενοι κρείττους ἑαυτῶν ἐγίγνοντο δοκιμὴν τῆς ἑαυτῶν παρέχοντες ὑπομονῆς οὐ μὴν συγχεόμενοι ὡς εἰλιγγιᾶν καὶ θορυβεῖσθαι, διδάσκει ὁ εἰπών· ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς με , καὶ ὁ θεῖος ἀπόστολος λέγων· θλιβόμενοι, ἀλλ’ οὐ στενοχωρούμενοι· καταβαλλόμενοι, ἀλλ’ οὐκ ἀπολλύμενοι· διωκόμενοι, ἀλλ’ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι . οὕτως οὖν καὶ ἐνταῦθά φησιν· ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς μου τὸν θεὸν ἐξεζήτησα· οὐ γὰρ ἀπέβλεπον ἐπὶ τοὺς θλίβοντας οὐδ’ ἐπὶ τοὺς ἐπαιρομένους, ἐπιστρέφων δὲ ἐμαυτοῦ τὸ τῆς ψυχῆς ὄμμα πρὸς τὸν θεὸν κατ’ αὐτὸν τὸν τῆς θλίψεως καιρὸν αὐτὸν ἐξεζήτουν. Ἐζήτουν δὲ αὐτὸν ταῖς χερσί μου δεδιδαγμένος ἐπαίρειν ὁσίους χεῖρας κατὰ τὸν φάσκοντα λόγον· βούλομαι δὲ τοὺς ἄνδρας προσεύχεσθαι ἐπαίροντας ὁσίους χεῖρας . καὶ τοῦτ’ ἔπραττον οὐ δι’ ἡμέρας μόνον ἀλλὰ καὶ διὰ νυκτὸς τὰς χεῖράς μου ἐπαίρων ἐναντίον αὐτοῦ καὶ διὰ τῆς προσευχῆς καὶ διὰ τῶν πρὸς αὐτὸν φωνῶν ἐπιζητῶν αὐτόν. διὸ ταῦτα πράττων οὐκ ἠπατήθην· εὑρίσκετο γάρ μοι ζητούμενος· διὸ προσέσχεν", "candidate_score": 0.639266, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_6_8", "bdc_text": "Hoff jes was von euch zu habend . Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 . octobris ain 1569 .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1270", "psc_text": "Προφητεία τῆς ὑπὸ Ἀσσυρίων πολιορκίας καὶ δέησις περὶ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐπιφανείας Κύριε ὁ θεὸς τῶν δυνάμεων, ἕως πότε ὀργίζῃ ἐπὶ τὴν προσευχὴν τῶν δούλων σοῦ ψωμιεῖς ἡμᾶς ἄρτον δακρύων καὶ ποτιεῖς ἡμᾶς ἐν δάκρυσιν ἐν μέτρῳ; ἔθου ἡμᾶς εἰς ἀντιλογίαν τοῖς γείτοσιν ἡμῶν, καὶ οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν ἐμυκτήρισαν ἡμᾶς. ὁ θεὸς τῶν δυνάμεων, ἐπίφανον τὸ πρόσωπόν σου, καὶ σωθησόμεθα. Ὁ λεγόμενος ἐπὶ τοῦ παρόντος κύριος καὶ θεὸς τῶν δυνάμεων αὐτὸς ἦν ἐκεῖνος ὁ ποιμαίνων τὸν ἀληθινὸν Ἰσραὴλ καὶ ὁδηγήσας ὡσεὶ πρόβατον τὸν Ἰωσὴφ καὶ ὁ καθήμενος ἐπὶ τῶν Χερουβίμ προοδεύων τε ἐναντίον Ἐφραῒμ καὶ Βενιαμὶν καὶ Μανασσῆ . κύριος δὲ καὶ θεὸς τῶν δυνάμεων εἴρηται ὡς ἐν ἑτέροις ἀρχιστράτηγος δυνάμεως κυρίου καὶ μεγάλης βουλῆς ἄγγελος · τῷ μὲν οὖν διαδόχῳ Μωσέως Ἰησοῦ ἐν σχήματι ἀνδρὸς φανεὶς ἑαυτὸν ὡμολόγει ὅστις ἦν λέγων· ἐγώ εἰμι ἀρχιστράτηγος δυνάμεως κυρίου · ἐν δὲ τῷ Ἡσαΐᾳ λέλεκται· ὅτι παιδίον ἐγενήθη ἡμῖν, υἱὸς καὶ ἐδόθη", "candidate_score": 0.637763, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_4_6", "bdc_text": "Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß . Hoff jes was von euch zu habend .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_997", "psc_text": "ἀσεβῶν τὴν καταστροφήν, τῶν δ’ εὐσεβῶν τὸ παρὰ τῷ θεῷ τεταμιευμένον ἀγαθὸν τέλος· ἃ δὴ παρίστη λέγων· ὅτι ἰδοὺ οἱ μακρύνοντες ἑαυτοὺς ἀπὸ σοῦ ἀπολοῦνται, ἐξωλόθρευσας πάντα τὸν πορνεύοντα ἀπὸ σοῦ· ἐμοὶ δὲ τὸ προσκολλᾶσθαι τῷ θεῷ ἀγαθόν ἐστιν. Ἄρχεται δ’ ἀπὸ δογματικῆς διδασκαλίας, δι’ ἧς αἰτίαν ἀποδίδωσι τῆς τῶν ἀσεβῶν κατά τινας καιροὺς εὐπραγίας· τὸ γὰρ ἀγαθὸν εἶναι καὶ μακρόθυμον τὸν θεόν, τούτου φησὶν ὑπάρχειν αἴτιον· ὃ δὴ διδάσκει καὶ ὁ θεῖος ἀπόστολος λέγων· ἢ τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος αὐτοῦ καὶ τῆς μακροθυμίας καταφρονεῖς ἀγνοῶν, ὅτι τὸ χρηστὸν τοῦ θεοῦ εἰς μετάνοιάν σε ἄγει; καὶ ἀλλαχοῦ δὲ εἴρηται· ὁ θεὸς κριτὴς δίκαιος καὶ ἀγαθὸς καὶ μακρόθυμος μὴ ὀργὴν ἐπάγων καθ’ ἑκάστην ἡμέραν. Ὡς ἀγαθὸς γοῦν ἀνατέλλει τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους, καὶ βρέχει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθούς · ἔνθεν καὶ ὁ σωτὴρ ὅρον περὶ τοῦ πατρὸς ἐξήνεγκεν εἰπών· οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ θεός. κἂν ἐξετάζῃς", "candidate_score": 0.636981, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_5_7", "bdc_text": "Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß . Hoff jes was von euch zu habend . Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1071", "psc_text": "παρώξυνεν ), τούτου χάριν ἀνάστηθι, ὁ θεός, καὶ δίκασον τὴν δίκην σου. κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον· στῆθι, ὁ θεός, προμάχησον τῆς μάχης σου, καὶ μνημόνευσον τοῦ ὀνείδους σου παρὰ ἄφρονος τοῦ διὰ πάσης ἡμέρας. μὴ ἐπιλάθῃ τῆς φωνῆς τῶν πολεμίων σου, ἤχου τῶν ἀνθεστηκότων σοι μέχρι σοῦ ἀναβαίνοντος ἀδιαλείπτως; Καὶ μέχρι τούτων ἵσταται ὁ λόγος παρακαλῶν τὸν θεὸν διαναστῆναι καὶ δικάσαι τὴν δίκην αὐτοῦ μνησθῆναί τε τοῦ ὀνειδισμοῦ τῶν ἀφρόνων, μηδὲ λήθῃ παραδοῦναι τὰς φωνὰς τῶν ἐχθρῶν καὶ τὰς ὑπερηφανίας τῶν διὰ παντὸς ἐπαιρομένων. οὐ μὴν ἐπισυνῆπται τούτοις ἑξῆς χρηστοτέρα τις ἀπόκρισις οὐδὲ ἀγαθῶν ἐπαγγελία τοῖς δεηθεῖσιν, ὅπερ ἔστιν ἐφ’ ἑτέρων εὑρεῖν, διόπερ ἀρχόμενος ὁ λόγος ἀπωσμὸν εἰς τέλος ἐθέσπισεν τοῖς δηλουμένοις καὶ δι’ ὅλου τὸ εἰς τέλος ἐπῆγεν τῇ τῶν σκυθρωπῶν προρρήσει· ἔνθεν ὁρμώμενος καὶ ὁ θεῖος ἀπόστολος γράφων περὶ αὐτῶν ἔλεγεν τό· ἔφθασεν δὲ εἰς αὐτοὺς ἡ ὀργὴ εἰς τέλος . οδ Χριστοῦ θεολογία καὶ ὕμνησις τοῦ θείου", "candidate_score": 0.635042, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_5_7", "bdc_text": "Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß . Hoff jes was von euch zu habend . Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1128", "psc_text": "καὶ ἐνενόουν πρὸς ἐμαυτόν, εἰ ἀθεράπευτον αὐτοῖς ἔσται τὸ κακόν. τὸ μὲν γὰρ ἀποβληθῆναι αὐτοὺς καιρῷ τινι καὶ εἰς τέλος αὐτοὺς τοῦτο παθεῖν ἐπίστευον τῇ προφητείᾳ λεγούσῃ· ἵνα τί, ὁ θεός, ἀπώσω εἰς τέλος, ὠργίσθη ὁ θυμός σου ἐπὶ πρόβατα νομῆς σου; Ἐνηπόρουν δὲ πρὸς ἐμαυτὸν διανοούμενος ταῦτα· μὴ εἰς τοὺς αἰῶνας ἀπώσεται κύριος ἢ οὐ προσθήσει τοῦ εὐδοκῆσαι ἔτι ἢ εἰς τέλος τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἀποκόψει ἢ ἐπιλήσεται τοῦ οἰκτειρῆσαι ὁ θεὸς ἢ συνέξει ἐν τῇ ὀργῇ αὐτοῦ τοὺς οἰκτιρμοὺς αὐτοῦ; Ταῦτα λογιζόμενος ἐταραττόμην. Ἀλλ’ ἔφερόν τε τῇ μνήμῃ τὰς παλαιὰς ἡμέρας καὶ τὰ ἐξ αἰῶνος ἔτη ἀπὸ τῶν παλαιῶν γραμμάτων ἀναλεγόμενος, ὁσάκις ἁμαρτήσαντας αὐτοὺς ἀποβαλὼν ἐπανήγαγεν καὶ πολεμίοις παραδοὺς ἀσεβοῦντας αὖθις ἀνεκτήσατο. τί οὖν πάλαι μὲν αὐτοὺς καὶ μετὰ δεινὰς πλημμηλείας ἀνεκαλεῖτο μὴ εἰς τέλος ἀπωθούμενος μηδὲ ἀποκόπτων τὸ ἔλεος αὐτοῦ, νῦν δὲ οὐδὲν τούτων ποιήσει, λήθην δὲ ἕξει τῆς αὐτοῦ φιλανθρωπίας καὶ ἐπιλήσεται τοῦ οἰκτειρῆσαι ὁ μακρόθυμος", "candidate_score": 0.631583, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_5_7", "bdc_text": "Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß . Hoff jes was von euch zu habend . Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1350", "psc_text": "καταπραΰνῃς, ὁ θεός. σιγᾷν δὲ λέγεται ὁ θεός, ἐπειδὰν ἐπαιρομένων τῶν ἀθέων καὶ δυσσεβῶν ἀνδρῶν ἀπροσποίητος μένει, μὴ ἐπάγων παραχρῆμα τὴν κατ’ αὐτῶν ὀργὴν μηδὲ ταῖς κατ’ αὐτῶν τιμωρίαις χρώμενος. διὸ καὶ τοῖς ἁμαρτάνουσιν ὁ αὐτὸς Ἀσὰφ ἐν τῷ μ καὶ θ τὸν θεὸν εἰσάγει λέγοντα· ταῦτα ἐποίησας, καὶ ἐσίγησα· ὑπέλαβες ἀνομίαν, ὅτι ἔσομαί σοι ὅμοιος. Τὰ δὲ αἴτια τῆς σιγῆς τοῦ θεοῦ καὶ τῆς ἀνοχῆς καὶ τῆς μακροθυμίας παιδεύει ὁ ἀπόστολος γράφων· ἢ τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος αὐτοῦ καὶ τῆς ἀνοχῆς καὶ τῆς μακροθυμίας καταφρονεῖς ἀγνοῶν, ὅτι τὸ χρηστὸν τοῦ θεοῦ εἰς μετάνοιάν σε ἄγει; ἀλλὰ σὺ μέν, φησίν, ὡς θεὸς πάντων ἀνεχόμενος πάντας φέρεις πρᾴως καὶ ἐπὶ τοῖς ἀσεβῆ καὶ ἄθεα ἐξαμαρτάνουσιν καὶ κατὰ σοῦ τοῦ θεοῦ βλασφημοῦσιν σιωπᾷς, ἐγὼ δὲ μὴ δυνάμενος ταῦτα ὁρᾶν δέομαι καὶ ἱκετεύω συγγνώμης τυχεῖν ἐπὶ τῷ μὴ δύνασθαι φέρειν σοι τῷ θεῷ παραπλησίως· τίς γάρ σοι ὁμοιωθήσεται; διὸ ὡς ἄνθρωπος ζῆλον ἔχων", "candidate_score": 0.631309, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_5_7", "bdc_text": "Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß . Hoff jes was von euch zu habend . Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_847", "psc_text": "θεὸς, ἀντελάβετό μου· ὡσαύτως δὲ καὶ ἐν τῷ μετὰ χεῖρας προϊὼν φάσκει· Ἐγὼ δὲ πτωχὸς καὶ πένης, ὁ θεός, βοήθησόν μοι. Ὥστε καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκαίως ἐπιγράφειν εἰς τὸ τέλος. ἐὰν μὲν οὖν ἐκ προσώπου τοῦ Δαυὶδ λέγοιτο, εἴποις ἂν ὅτι μεγάλου βασιλεύων ἔθνους, σφόδρα πλουσιώτατος ὢν, οὐκ ἠγνόει τὸ φάσκον λόγιον· ὅσῳ μέγας εἶ, τοσούτῳ ταπεινοῦ σεαυτόν, καὶ ἐνώπιον κυρίου εὑρήσεις χάριν. διὸ μετριοφρονῶν καὶ ταπεινοφρονῶν καὶ ἀληθῶς σμικρύνων ἑαυτὸν, καὶ πρὸς τὸ μέγεθος ἀφορῶν τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος τοῦ θεοῦ, πτωχὸν καὶ πένητα ἑαυτὸν διὰ τῶν προκειμένων ὠνόμαζεν· καὶ ἀρχόμενος δὲ τοῦ λόγου, ὡς μηδὲν αὐτῷ συμβαλλομένου, μήτε πλούτου, μήτε βασιλείας, μήτε τῆς τοῦ παντὸς ἔθνους βοηθείας, μήτε τῆς ἐξ ἀσκήσεως πορισθείσης αὐτῷ δικαιοσύνης, τὴν παρὰ μόνου τοῦ θεοῦ βοήθειαν ἐξῄτει λέγων· Ὁ θεός, εἰς τὴν βοήθειάν μου πρόσχες. κύριε, εἰς τὸ βοηθῆσαί μοι σπεῦσον. Ὁρῶν δὲ πολλοὺς διαφθονουμένους τῇ κατὰ θεὸν αὐτοῦ προκοπῇ καὶ βασκαίνοντας αὐτοῦ τῇ", "candidate_score": 0.630576, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_5_7", "bdc_text": "Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß . Hoff jes was von euch zu habend . Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_848", "psc_text": "πλούτου, μήτε βασιλείας, μήτε τῆς τοῦ παντὸς ἔθνους βοηθείας, μήτε τῆς ἐξ ἀσκήσεως πορισθείσης αὐτῷ δικαιοσύνης, τὴν παρὰ μόνου τοῦ θεοῦ βοήθειαν ἐξῄτει λέγων· Ὁ θεός, εἰς τὴν βοήθειάν μου πρόσχες. κύριε, εἰς τὸ βοηθῆσαί μοι σπεῦσον. Ὁρῶν δὲ πολλοὺς διαφθονουμένους τῇ κατὰ θεὸν αὐτοῦ προκοπῇ καὶ βασκαίνοντας αὐτοῦ τῇ σωτηρίᾳ τῆς ψυχῆς, προσετίθει τό· αἰσχυνθήτωσαν καὶ ἐντραπήτωσαν οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου. ἀποστραφήτωσαν εἰς τὰ ὀπίσω καὶ καταισχυνθήτωσαν οἱ βουλόμενοί μοι κακά. ἀποστραφήτωσαν παραυτίκα αἰσχυνόμενοι οἱ λέγοντές μοι, εὖγε, εὖγε. Διὰ τούτων γὰρ ὁμολογεῖ αὐτὸς μὲν ἑαυτῷ μὴ δύνασθαι ἐπαρκεῖν, δεῖσθαι δὲ τῆς παρὰ τοῦ κρείττονος βοηθείας· ὡς, εἰ μὴ τύχοι ταύτης, ἔρημος ἐσόμενος καὶ ἐλεγχθησόμενος ἀσθενὴς καὶ πλέον οὐδὲν ἢ θνητὸς ἄνθρωπος· καὶ ὡς οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ ἐπιχαιρεσίκακοί τινες ὄντες πεσόντι αὐτῷ ἐπαναβήσονται. εἰ δὲ βοηθοῦ τύχοι τοῦ θεοῦ, αὐτὸς μὲν ἔσται ἀνώτερος· αἰσχύνην δὲ καταχεοῦνται οἱ τῆς αὐτοῦ ψυχῆς ἐπίβουλοι· οἵτινες ἐφ’ ἑκάστῃ πράξει κατὰ πόδας αὐτοῦ", "candidate_score": 0.630202, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1528", "psc_text": "λαλῶ καὶ φθέγγομαι, τὰ ἐλέη τοῦ κυρίου ᾄσομαι, ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς σκυθρωποτέροις καιροῖς καὶ ἐν αὐτοῖς ἐκείνοις, δι’ οὓς μέλλω λέγειν· ποῦ εἰσι τὰ ἐλέη σου τὰ ἀρχαῖα, κύριε; Καὶ τότε γὰρ καὶ εἰς τὸν μετὰ ταῦτα χρόνον καὶ διὰ παντὸς τοῦ αἰῶνος οὐ παύσομαι ἀνυμνῶν τὰ ἐλέη σου, κύριε, ἀκριβῶς εἰδώς, ὅτι ἅπαξ ἐπαγγειλάμενος τὰς ἐν τῷ ψαλμῷ προφητείας οὐ διαψεύσεις, ἅτε θεὸς ὢν ἀληθής. διόπερ οὐ μόνον τὰ ἐλέη σου, κύριε, εἰς τὸν αἰῶνα ᾄσομαι, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀλήθειάν σου καθ’ ἑκάστην γενεὰν ἀπαγγελῶ. εἰ γὰρ καὶ τὰ μάλιστα τοιαῦτά τινα μεταξὺ γενήσεται, ὡς δοκεῖν ἐναντία ταῖς σαῖς πρὸς τὸν Δαυὶδ ἐπαγγελίαις συμβαίνειν, ἀλλὰ καὶ οὕτως ἐγὼ πεπίστευκα καὶ ἀληθῶς ἐμαυτὸν πέπεικα, ὅτι τῶν λόγων σου, ὦ κύριε, ἡ ἀλήθεια οὐδέποτε διαπεσεῖται. διόπερ τὸν πάντα μου χρόνον τῆς ζωῆς οὐ παύσομαι ἐν τῷ στόματί μου τὴν ἀλήθειάν σου ἀπαγγέλλων. ἀλλὰ καὶ παραδιδοὺς τῇ ἐμαυτοῦ γραφῇ ταύτην καταλείψω", "candidate_score": 0.624057, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_7", "bdc_text": "Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_695", "psc_text": "τούτων πλῆθος καὶ Δανιὴλ ὁ προφήτης ἐν τῇ θεοπτίᾳ παρίστησι λέγων· μύριαι μυριάδες ἐλειτούργουν αὐτῷ καὶ χίλιαι χιλιάδες παρειστήκεισαν ἔμπροσθεν αὐτοῦ· ᾧ συμφώνως καὶ νῦν λέλεκται· τὸ ἅρμα τοῦ θεοῦ μυριοπλάσιον, χιλιάδες εὐθηνούντων. Ἀνθ’ οὗ ὁ Σύμμαχος ἡρμήνευσεν· Ὄχησις τοῦ θεοῦ μυριάδων, χιλιάδες ἠχούντων. Τί δὲ ἠχούντων ἢ πάντως που φωνὰς πλήρεις δοξολογίας καὶ θεολογίας; οἷα καὶ τὰ Σεραφεὶμ ἀναγέγραπται παρὰ τῷ Ἡσαΐᾳ βοῶντα καὶ λέγοντα· ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος κύριος Σαβαώθ, πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τῆς δόξης αὐτοῦ. ἐν ταύταις δὲ ταῖς χιλιάσι καὶ ταῖς μυριάσι ταῖς ὑπεζευγμέναις τῷ ἅρματι τοῦ θεοῦ καὶ αὐτὸς ὁ κύριος μέσος ἐμπολιτεύεται, ὥσπερ ἡνιοχῶν αὐτὰς καὶ τῷ πατρὶ παρασκευάζων. διὸ ἐπιλέγεται· κύριος ἐν αὐτοῖς. Ποῖος δὲ κύριος, σημαίνει προϊὼν καὶ φάσκων· ἐν Σιναῒ ἐν τῷ ἁγίῳ. αὐτὸς γὰρ ἐκεῖνος, φησίν, ὁ κύριος ὁ ἐν Σιναῒ τῷ ἁγίῳ ὄρει ὀφθείς· ἦν δὲ οὗτος ὁ τοῦ θεοῦ λόγος, δηλαδὴ τοῖς ὑπὸ τὸ ἅρμα τοῦ θεοῦ ἐζευγμένοις.", "candidate_score": 0.621285, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_9_11", "bdc_text": "S. D . Ulrich Philipp , Frychen von der hoffen bey 1554 . Ies . Eberren , er würdigen Heinrich , und Bullinger , herren meister Heinrich Bullinger , diener der kirchen Zürich , minem verschruwten lieben herrn und fründ .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_522", "psc_text": "ἀπὸ τῶν σημείων σου. Τὸ γὰρ φοβηθῆναι πάντας τοὺς κατοικοῦντας τὰ πέρατα ἀπὸ τῶν σημείων τοῦ θεοῦ ἀγαθὸν ἦν καὶ σοφίας ἀρχή, ἐπείπερ ἀρχὴ σοφίας φόβος κυρίου. διὰ δὴ ταῦτα εἰς τὸ τέλος προγέγραπται ὁ ψαλμὸς καὶ ἔστιν ᾠδῆς ψαλμὸς ἐπινίκιον ὕμνον εἰς τὸν σωτῆρα τῶν ἐθνῶν περιέχων, ἐφ’ οἷς τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον τὸν ἐπὶ πάντων θεὸν ἀνυμνεῖ φάσκον· σοὶ πρέπει ὕμνος, ὁ θεός, ἐν Σιών. Τίνα γὰρ ἐχρῆν ἄλλον ἐπὶ τῇ πάντων ἀνθρώπων σωτηρίᾳ ὑμνεῖσθαι ἢ τὸν παντὸς αἴτιον ἀγαθοῦ; διδάσκει δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τοὺς προσιόντας ἐξ ἐθνῶν μόνῳ τῷ θεῷ λέγειν· σοὶ πρέπει ὕμνος , ὡς ἂν κατεγνωκότας ἑαυτῶν, ὅτε μὴ πρέποντας ὕμνους ἀνέπεμπον τῇ πολυθέῳ πλάνῃ. Πρέπει δὲ ὕμνος τῷ θεῷ οὐ πᾶς, ἀλλ’ ὁ ἐν Σιὼν ἀναπεμπόμενος, δηλαδὴ ὁ ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ αὐτοῦ. Σιὼν μὲν γάρ ἐστιν ἀληθινὴ ἡ ἐπουράνιος Ἱερουσαλὴμ καὶ τὸ ἐπουράνιον ὄρος τοῦ θεοῦ, περὶ οὗ διδάσκων ὁ ἀπόστολος ἔλεγε· προσεληλύθατε", "candidate_score": 0.619996, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_9_11", "bdc_text": "S. D . Ulrich Philipp , Frychen von der hoffen bey 1554 . Ies . Eberren , er würdigen Heinrich , und Bullinger , herren meister Heinrich Bullinger , diener der kirchen Zürich , minem verschruwten lieben herrn und fründ .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1838", "psc_text": "Διὸ καὶ θεὸς ἐκδική σεων κατ’ ἀρχὰς εἴρηται τοῦ ψαλμοῦ. Κλῆσις Ἰουδαίων καὶ ἀπόγνωσις τῶν αὐτῶν ψαλμὸς ϙδ Δεῦτε ἀγαλλιασώμεθα τῷ κυρίῳ, ἀλαλάξωμεν τῷ θεῷ τῷ σωτῆρι ἡμῶν. Οὐ φέρεται παρ’ Ἑβραίοις ἡ προγραφή, καὶ εἰκότως· οὔτε γὰρ ψαλμὸν οὔτε ὕμνον οὔτε ᾠδὴν εὔλογον ἦν ἐπιγράφειν τὸν καλοῦντα μὲν τὸν Ἰουδαίων λαὸν ἐπὶ ἀγαλλίασιν, ἀπειλοῦντα δὲ αὐτοῖς ὀργὴν καὶ τὰ τέλη τῶν παραγγελμάτων ἐπὶ σκυθρωποῖς περιγράφοντα. Σημειώσῃ δέ, εἴ που καὶ ἀλλαχοῦ τῆς γραφῆς τό· δεῦτε, εἴρηται, καὶ τίνα τρόπον ὡς ἀφεστῶτας καὶ μακρὰν γεγονότας πλησιάζειν αὐτῷ καλεῖ· τηρήσεις καὶ ὅτι πάντοτε τὴν κλῆσιν ἐπ’ ἀγαθῷ ποιεῖται ὡς ἐν τῷ· δεῦτε τέκνα, ἀκούσατέ μου, καί· δεῦτε ἀναβῶμεν εἰς τὸ ὄρος κυρίου, καί· δεῦτε πρὸς μὲ πάντες οἱ κοπιῶντες, καί· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου. ἐν δὲ τῷ μετὰ χεῖρας ψαλμῷ σαφῶς ἐπ’ ἀγαλλίασιν ἥκειν παρακαλεῖ. διὸ σημειώσῃ, ὅτι μὴ καλῶς ἡγοῦνται οἱ σκυθρωπὸν καὶ ἐπίλυπον νομίζοντες εἶναι τὸν τῆς", "candidate_score": 0.618164, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_5", "bdc_text": "Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_282", "psc_text": "ἐπεὶ τοίνυν καὶ ὁ παλαιὸς ὄφις ὁ τὴν Εὔαν ἀπατήσας προσεποιεῖτο μὲν γλυκείᾳ καὶ φιλικῇ κεχρῆσθαι ὁμιλίᾳ μνήμην τε θεοῦ ποιεῖσθαι καί τινα ἐπιδείκνυσθαι εὐλάβειαν λέγων τῇ γυναικί· τί ὅτι εἶπεν ὁ θεός· οὐ μὴ φάγητε ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ; καὶ πάλιν· ᾔδει γὰρ ὁ θεός, ὅτι ᾗ δ’ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ’ αὐτοῦ, διανοιχθήσονται ὑμῶν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἔσεσθε ὡς θεοὶ γινώσκοντες καλὸν καὶ πονηρόν . καὶ τοιαῦτα μὲν ὑποκρινόμενος καὶ τὸν θεὸν εἰδέναι προσποιούμενος ὡμίλει τῇ γυναικί, ἐν καρδίᾳ δὲ ἀνομίας εἰργάζετο καὶ τοῖς ἔργοις ἀδικίαν συνέπλεκεν , εἰκότως καὶ οἵδε λέγονται θυμὸν ἔχειν καὶ ψυχὴν ὁμοίαν τῷ προλεχθέντι ὄφει. ὃ δὴ καὶ αὐτὸ προείληφεν ὁ θεὸς τῇ προγνώσει· τῶν γὰρ θείων εἰσακούοντες λόγων καὶ τοῖς ἱεροῖς μαθη τευόμενοι ῥήμασιν οὐδὲν τικτήσονται πρὸς ὠφελείας διὰ τὸ βύειν τὰ ὦτα καὶ μὴ καταδέχεσθαι τῶν θείων ἐπῳδῶν τὰς δυνάμεις, ἀφομοιοῦσθαι δὲ ἀσπίδι κωφῇ καὶ βυούσῃ τὰ ὦτα", "candidate_score": 0.617736, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_9_11", "bdc_text": "S. D . Ulrich Philipp , Frychen von der hoffen bey 1554 . Ies . Eberren , er würdigen Heinrich , und Bullinger , herren meister Heinrich Bullinger , diener der kirchen Zürich , minem verschruwten lieben herrn und fründ .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_203", "psc_text": "εἰ ἐχθρὸς ὠνείδισέν με, ὑπήνεγκα ἄν. Καὶ ἐνταῦθα κανταῦθα τοίνυν , ἐπειδὴ προσῄεσαν τῷ σωτῆρι μεθ’ ὑποκρίσεως καὶ κολακείας οἱ ἄρχοντες τοῦ Ἰουδαίων ἔθνους , ποτὲ μὲν αὐτὸν διδάσκαλον ἀποκαλοῦντες οὐ σὺν καθαρᾷ καρδίᾳ, ποτὲ δὲ λέγοντες αὐτῷ · οἴδαμεν, ὅτι ἀληθὴς εἶ καὶ τὸν λόγον τοῦ θεοῦ ἐν ἀληθείᾳ διδάσκεις, καὶ οὐ μέλει σοι περὶ οὐδενός· οὐ γὰρ βλέπεις εἰς πρόσωπον ἀνθρώπου καὶ τὰ ὅμοια , εἰκότως περὶ αὐτῶν φησιν ἐνταῦθα ὁ λόγος· λειότερα βουτύρου τὰ στόματα αὐτῶν, πολεμεῖ δὲ ἡ καρδία ἑκάστου αὐτῶν. Ἰδίως δὲ πάλιν περὶ τοῦ προδότου, ἐπειδὴ καὶ Ῥαββεὶν ῥαββὶ αὐτὸν καὶ διδάσκαλον ἀποκαλεῖ σύμβολά σύμβολόν τε διαθέσεως καὶ φιλίας παρεῖχεν τὴν προδοσίαν ποιούμενος, εἰκότως περὶ αὐτοῦ λέλεκται· ἁπαλώτεροι οἱ λόγοι αὐτοῦ ἐλαίου ὄντες ἀνατμητικοί, ἢ κατὰ τοὺς ο· ἡπαλύνθησαν οἱ λόγοι αὐτοῦ ὑπὲρ ἔλαιον, καὶ αὐτοί εἰσι βολίδες. Ἐπίρριψον ἐπὶ κύριον τὴν μέριμνάν σου, καὶ αὐτός σε διαθρέψει· οὐ δώσει εἰς τὸν αἰῶνα σάλον", "candidate_score": 0.6172, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_7", "bdc_text": "Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1270", "psc_text": "Προφητεία τῆς ὑπὸ Ἀσσυρίων πολιορκίας καὶ δέησις περὶ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐπιφανείας Κύριε ὁ θεὸς τῶν δυνάμεων, ἕως πότε ὀργίζῃ ἐπὶ τὴν προσευχὴν τῶν δούλων σοῦ ψωμιεῖς ἡμᾶς ἄρτον δακρύων καὶ ποτιεῖς ἡμᾶς ἐν δάκρυσιν ἐν μέτρῳ; ἔθου ἡμᾶς εἰς ἀντιλογίαν τοῖς γείτοσιν ἡμῶν, καὶ οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν ἐμυκτήρισαν ἡμᾶς. ὁ θεὸς τῶν δυνάμεων, ἐπίφανον τὸ πρόσωπόν σου, καὶ σωθησόμεθα. Ὁ λεγόμενος ἐπὶ τοῦ παρόντος κύριος καὶ θεὸς τῶν δυνάμεων αὐτὸς ἦν ἐκεῖνος ὁ ποιμαίνων τὸν ἀληθινὸν Ἰσραὴλ καὶ ὁδηγήσας ὡσεὶ πρόβατον τὸν Ἰωσὴφ καὶ ὁ καθήμενος ἐπὶ τῶν Χερουβίμ προοδεύων τε ἐναντίον Ἐφραῒμ καὶ Βενιαμὶν καὶ Μανασσῆ . κύριος δὲ καὶ θεὸς τῶν δυνάμεων εἴρηται ὡς ἐν ἑτέροις ἀρχιστράτηγος δυνάμεως κυρίου καὶ μεγάλης βουλῆς ἄγγελος · τῷ μὲν οὖν διαδόχῳ Μωσέως Ἰησοῦ ἐν σχήματι ἀνδρὸς φανεὶς ἑαυτὸν ὡμολόγει ὅστις ἦν λέγων· ἐγώ εἰμι ἀρχιστράτηγος δυνάμεως κυρίου · ἐν δὲ τῷ Ἡσαΐᾳ λέλεκται· ὅτι παιδίον ἐγενήθη ἡμῖν, υἱὸς καὶ ἐδόθη", "candidate_score": 0.616395, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_9_11", "bdc_text": "S. D . Ulrich Philipp , Frychen von der hoffen bey 1554 . Ies . Eberren , er würdigen Heinrich , und Bullinger , herren meister Heinrich Bullinger , diener der kirchen Zürich , minem verschruwten lieben herrn und fründ .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1381", "psc_text": "ἃ ὑμεῖς βλέπετε, καὶ οὐκ ἴδον. Τὴν σάρκα δέ φησιν ἅμα τῇ καρδίᾳ ἀγαλλιᾶσθαι ἐπὶ θεὸν ζῶντα, αἰνιτ τόμενος ὡς οἶμαι καὶ τοῦ σωτῆρος τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν. ἐπειδὴ γὰρ οἱ τῶν ἐθνῶν νομιζόμενοι θεοὶ νεκροὶ καὶ ἄψυχοι τυγχάνουσι· τὰ γὰρ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν ἀργύριον καὶ χρυσίον, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων. Ταῦτα δὲ ἔσεβον οἱ τότε ἄνθρωποι· ἐγώ, φησίν, οὐ τοιοῦτόν τινα θεόν, ἀλλὰ ζῶντα θεὸν προθεωρῶν τῇ καρδίᾳ εὐφραίνομαι καὶ αὕτη δέ μου ἡ σὰρξ ἐπὶ τούτῳ τῷ θεῷ ἠγαλλιάσατο, ὡς ἐπὶ θεῷ ἀληθῶς ζῶντι καὶ ζωοποιοῦντι τοὺς νεκρούς, ὃς καὶ αὐτήν μου ζωοποιήσει τὴν σάρκα διὰ τῆς ἑαυτοῦ ἀναστάσεως. διὸ πρὸς τῇ ψυχῇ καὶ ἡ σάρξ μου ἠγαλλιάσατο. Καὶ γὰρ στρουθίον εὗρεν ἑαυτῷ οἰκίαν καὶ τρυγὼν νοσσιὰν ἑαυτῇ, οὗ θήσει τὰ νοσσία αὐτῆς, τὰ θυσιαστήριά σου, κύριε τῶν δυνάμεων. Καὶ πῶς γὰρ οὐ δίκαιον, φησί, προσφιλῆ καὶ ἀγαπητὰ ὁμολογεῖν εἶναι τὰ σκηνώματά σου, ὦ κύριε, ὁπότε καταφυγὴ γέγονε παντὶ", "candidate_score": 0.616041, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_9_11", "bdc_text": "S. D . Ulrich Philipp , Frychen von der hoffen bey 1554 . Ies . Eberren , er würdigen Heinrich , und Bullinger , herren meister Heinrich Bullinger , diener der kirchen Zürich , minem verschruwten lieben herrn und fründ .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1904", "psc_text": "Κύριος ἐν Σιὼν μέγας καὶ ὑψηλός ἐστιν ἐπὶ πάντας τοὺς λαούς. Σιὼν ἑρμηνεύεται σκοπευτήριον· οὕτω δὲ ὀνομάζειν ἔθος τῇ ἱερᾷ γραφῇ πᾶν τὸ θεοσεβὲς πολίτευμα· τῶν τὰ ἐπουράνια σκοπούντων τοῦτον δηλουμένων τὸν τρόπον, ὁποῖος ἦν λέγων ὁ ἀπόστολος· σκοπούντων ἡμῶν οὐ τὰ ἐπίγεια, ἀλλὰ τὰ ἐπουράνια. παρὰ τούτοις οὖν μέγας ἐστὶν ὁ κύριος. Εἰ δὲ καὶ ἔστι Σιὼν ἐπουράνιος καὶ Ἱερουσαλὴμ κατὰ τὸν ἀπόστολον, πολλῷ μᾶλλον εἴποι τις ἂν ἐν τῇ ἐπουράνιῳ Σιὼν μέγαν εἶναι τὸν κύριον τῆς οἰκείας αὐτοῦ βασιλείας ἐν οὐρανοῖς ὑπαρχούσης. Εἰκότως οὖν ὑψηλός ἐστιν ἐπὶ πάντας τοὺς λαούς, οὐ μόνον τοὺς εἰς αὐτὸν πεπιστευκότας καὶ οἰκείους αὐτοῦ γενομένους, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὀργιζομένους ἐπὶ τῷ βασιλεύειν αὐτόν. Ἐξομολογησάσθωσαν τῷ ὀνόματί σου τῷ μεγάλῳ, ὅτι φοβερὸν καὶ ἅγιόν ἐστιν. καὶ τιμὴ βασιλέως κρίσιν ἀγαπᾷ. Νῦν μὲν ὀργίζονται λαοὶ ἐπὶ τῇ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν βασιλείᾳ, ἔσται δέ τις καιρὸς ἐν ᾧ καὶ αὐτοὶ ἐξομολογήσονται τῷ ὀνόματι αὐτοῦ τῷ μεγάλῳ,", "candidate_score": 0.615899, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_8_10", "bdc_text": "octobris ain 1569 . S. D . Ulrich Philipp , Frychen von der hoffen bey 1554 . Ies .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1164", "psc_text": "γένεσιν ἱστορεῖ τὸ εὐαγγέλιον φάσκον· βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ υἱοῦ Δαυὶδ, υἱοῦ Ἀβραάμ . διόπερ συμπαραλαμβάνων τοὺς κατὰ σάρκα ὁμογενεῖς αὐτοῦ γενομένους μαθητὰς καὶ ἀποστόλους πληθυντικῶς διεξέρχεται τὰ μετὰ χεῖρας λέγων· ὅσα ἠκούσαμεν καὶ ἔγνωμεν αὐτά· ὃτε μὲν γὰρ τὸν λαὸν ἑαυτοῦ ἀνεκαλεῖτο καὶ οἰκεῖον νόμον αὐτοῖς προὐβάλλετο παρῄνει τε κλίνειν τὸ οὖς τοῖς αὐτοῦ ῥήμασιν , σὺν αὐθεντείᾳ βασιλικῇ ἐξ ἑνὸς προσώπου προεφέρετο τὴν παραγγελίαν, νῦν δέ, ὅτε τῶν παλαιῶν ἀναγνωσμάτων ἐπιτέμνεται τὴν διήγησιν, κοινοποιεῖ τὸν λόγον ὑπομιμνῄσκων τὰ πάλαι πεπραγμένα καὶ ὡς ἂν τοῖς πᾶσι γνώριμα ἐπαναλαμβάνων τὰ ἀπὸ τῆς ἱστορικῆς γραφῆς δηλούμενα. διό φησιν· ὅσα ἠκούσαμεν καὶ ἔγνωμεν αὐτά. οὐ πάντων δέ ἐστι τὸ ἀκούειν καὶ γινώσκειν, ἀλλ’ ἢ μόνων τῶν συνιέντων τοὺς λόγους. διὸ καὶ ὁ Φίλιππος τῷ εὐνούχῳ ἔλεγεν· ἆρα γινώσκεις ἃ ἀναγινώσκεις; ἀλλ’ οὐδὲ πᾶσιν οἱ πατέρες διηγήσαντο. οὐκ ἔχομεν γοῦν ἡμεῖς οἱ ἐξ ἐθνῶν τῷ θείῳ λόγῳ προσελθόντες διδασκάλους ἐπιγράψασθαι τῶν θείων μαθημάτων", "candidate_score": 0.613172, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_8_10", "bdc_text": "octobris ain 1569 . S. D . Ulrich Philipp , Frychen von der hoffen bey 1554 . Ies .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1165", "psc_text": "ἔγνωμεν αὐτά. οὐ πάντων δέ ἐστι τὸ ἀκούειν καὶ γινώσκειν, ἀλλ’ ἢ μόνων τῶν συνιέντων τοὺς λόγους. διὸ καὶ ὁ Φίλιππος τῷ εὐνούχῳ ἔλεγεν· ἆρα γινώσκεις ἃ ἀναγινώσκεις; ἀλλ’ οὐδὲ πᾶσιν οἱ πατέρες διηγήσαντο. οὐκ ἔχομεν γοῦν ἡμεῖς οἱ ἐξ ἐθνῶν τῷ θείῳ λόγῳ προσελθόντες διδασκάλους ἐπιγράψασθαι τῶν θείων μαθημάτων τοὺς κατὰ σάρκα πατέρας· ἀλλ’ ὅ γε σωτὴρ ἐξ αὐτοῦ προσώπου καὶ τῶν κατὰ σάρκα ἐκ τῶν αὐτῶν πατέρων γενομένων ἀποστόλων αὐτοῦ καὶ μαθητῶν καὶ εὐαγγελιστῶν ταύτας προφέρεται τὰς φωνὰς λέγων· ὅσα ἠκούσαμεν καὶ ἔγνωμεν αὐτά, καὶ οἱ πατέρες ἡμῶν διηγησάντο ἡμῖν· ταῦτα γὰρ ἐκ πατέρων αὐτοὶ παρειληφότες ἡμῖν τοῖς ἐξ ἐθνῶν ὡς μὴ ἐπισταμένοις ἀπαγγελοῦσιν διδάσκοντες ἡμᾶς τὰ τοῖς παλαιοῖς συμβεβηκότα· ἃ δὴ κατὰ διαδοχὴν ἐκ πατέρων ἠκούσθη τοῖς παισὶν καὶ πάλιν ἐξ ἐκείνων εἰς τοὺς μεταγενεστέρους ἐλήλυθεν ἐκ τούτων τε αὖθις εἰς παῖδας παίδων τῇ μνήμῃ παρεδόθη. διὸ λέλεκται· οὐκ ἐκρύβη ἀπὸ τῶν τέκνων αὐτῶν εἰς γενεὰν ἑτέραν,", "candidate_score": 0.613053, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_5", "bdc_text": "Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_126", "psc_text": "αὐτοὺς ὁ τῶν ἁπάντων ἐξουδενώσει κριτής. Ἀντὶ δὲ τοῦ· ὅτι ὁ θεὸς διεσκόρπισεν ὀστᾶ ἀνθρωπαρέσκων , ὁ δὲ Σύμμαχος τοῦτον ἡρμήνευσε τὸν τρόπον· ὁ γὰρ θεὸς διασκορπίσει ὀστᾶ τῶν παρεμβαλλόντων περὶ σέ· καταισχυνθήσῃ κατῃσχύνθησαν , ὅτι ὁ θεὸς ἀπεδοκίμασεν αὐτούς, καὶ ὁ Ἀκύλας δὲ τῆς αὐτῆς ἔχεται διανοίας λέγων· ὅτι ὁ θεὸς ἐσκόρπισεν ὀστᾶ παρεμβεβληκότων σου· ᾔσχυνας, ὅτι ὁ θεὸς ἐσκόρπισεν ἐσκόρπισεν ἀπέρριψεν αὐτούς. Ἡ δὲ τοῦ λόγου διάνοια τῇ δὲ τοῦ λόγου διανοίᾳ παρίστησι τῶν προλεχθέντων ἐπιβούλων τοῦ λαοῦ, δηλαδὴ τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν καὶ τῶν ἀφανῶν πολεμίων, τὰς δυνάμεις καθαιρεθήσεσθαι. ὀστᾶ aber wohl eher kein Augensprung γὰρ διασκορπιζόμενα τῶν ἐχθρῶν εἶεν ἂν αἱ τῆς κακίας αὐτῶν δυνάμεις, ἃς >διασκορπίζειν διασκορπίσειν κατὰ τὸν σημαινόμενον καιρὸν ὁ λόγος ἀπειλεῖ. τὰς τῆς κακίας δυνάμεις τῶν ἀφανῶν δυναμέων τότε τέλος δὲ καὶ καταισχυνθήσονται, ἐπειδὰν ἀποδοκιμάσῃ ἀποδοκιμάσει αὐτοὺς ὁ θεὸς ἢ ἐξουθενήσῃ ἐξουθενώσῃ ἐξουθενώσει τὸ μηθὲν οὐθὲν αὐτοὺς εἶναι ἀποδείξας. ταῦτα εἰκότως ἠπείλησεν ὁ", "candidate_score": 0.611558, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_2", "bdc_text": "und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan.", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_422", "psc_text": "ἔδωκας κληρονομίαν τοῖς φοβουμένοις τὸ ὄνομά σου· ἐμοῦ μὲν γὰρ τέως εἰσήκουσας· ἔγνων δὲ ὑπὸ τοῦ σοῦ πνεύματος φωτισθείς, ὅτι οὐκ ἐμοὶ μόνῳ, ἀλλὰ καὶ πᾶσι τοῖς φοβουμένοις τὸ ὄνομά σου καρπὸν ἄξιον τοῦ σοῦ φόβου δώσεις τὴν κληρονομίαν, ἣν ἐπηγγείλω αὐτοῖς. Ἀορίστως δὲ εἰπών· τοῖς φοβουμένοις τὸ ὄνομά σου, ἥπλωσεν τὴν χάριν ἐπὶ πάντας ἀνθρώπους· οὐ γὰρ τῷ Ἰσραὴλ ἐπήγγελται τὴν κληρονομίαν οὐδὲ τῷ Ἰουδαίων ἔθνει μόνον, ἀλλὰ καὶ πᾶσιν τοῖς φοβουμένοις τὸ ὄνομα αὐτοῦ. Ἰουδαίῳ τε πρῶτον, φησὶν ὁ ἀπόστολος, καὶ Ἕλληνι . πολλάκις δὲ ἡμῖν ἀποδέδεικται, ὡς πάντας τοὺς ἐξ ἐθνῶν τῷ θεῷ προσιόντας φοβουμένους τὸν κύριον ἀποκαλεῖν εἴωθεν ὁ λόγος. τούτοις οὖν αὐτοῖς, φησίν, ἔδωκας κληρονομίαν. Καὶ ποίαν οὐκ εἶπεν, ἡμῖν δὲ καταλέλοιπεν ζητεῖν. τῷ μὲν οὖν Ἰσραὴλ γῆν ῥέουσαν μέλι καὶ γάλα ἐπήγγελται διὰ Μωσέως· τοῖς δὲ φοβουμένοις, ὁποίαν ἔδωκε κληρονομίαν, εἴασεν ζητεῖσθαι. εὑρήσεις δὲ ἐν τοῖς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν μακαρισμοῖς ταύτην, ἐν οἷς εἴρηται·", "candidate_score": 0.610153, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_5", "bdc_text": "Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_1125", "psc_text": "λόγον· βούλομαι δὲ τοὺς ἄνδρας προσεύχεσθαι ἐπαίροντας ὁσίους χεῖρας . καὶ τοῦτ’ ἔπραττον οὐ δι’ ἡμέρας μόνον ἀλλὰ καὶ διὰ νυκτὸς τὰς χεῖράς μου ἐπαίρων ἐναντίον αὐτοῦ καὶ διὰ τῆς προσευχῆς καὶ διὰ τῶν πρὸς αὐτὸν φωνῶν ἐπιζητῶν αὐτόν. διὸ ταῦτα πράττων οὐκ ἠπατήθην· εὑρίσκετο γάρ μοι ζητούμενος· διὸ προσέσχεν μοι καὶ τὰς ἑαυτοῦ ἀκοὰς ἐμοὶ παρέσχεν. Ἀντὶ δὲ τοῦ· ταῖς χερσί μου νυκτὸς ἐναντίον αὐτοῦ καὶ οὐκ ἠπατήθην, ὁ Σύμμαχος τοῦτον ἡρμήνευσεν τὸν τρόπον· ἡ χείρ μου νυκτὸς ἐκτέτατο διηνεκῶς. Ταύτην μὲν οὖν εἶχον μεγίστην καὶ μόνην παραμυθίαν· ἄλλως δὲ οὐδενὸς ἠνειχόμην παρακαλεῖν με καὶ θεραπεύειν ἐθέλοντος ἀνθρώπου ἐν τῷ τῆς θλίψεώς μου καιρῷ. διὸ ἐπιλέγει· ἀπηνήνατο παρακληθῆναι ἡ ψυχή μου, ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον· οὐκ ἐπείθετο παρηγορεῖσθαι ἡ ψυχή μου. Ἀλλ’ ἀνθρώποις μὲν οὐκ ἐπειθόμην τοῖς ἄλλως με παρηγορεῖν καὶ παρακαλεῖν, ἐμνήσθην δὲ τοῦ θεοῦ καὶ ηὐφράνθην· ἀπήρκει γάρ μοι ἡ τοῦ θεοῦ μνήμη πρὸς εὐφροσύνην. Ἀλλὰ καὶ", "candidate_score": 0.60782, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_9", "bdc_text": "S. D . Ulrich Philipp , Frychen von der hoffen bey 1554 .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex2_window_221", "psc_text": "ἐν τῷ θεῷ ὑμνήσω τὰ ῥήματα αὐτοῦ, καὶ ἡ ε ἔκδοσις ἐν τῷ θεῷ ἐπαινέσω τὸν λόγον μου, ἐκδεδώκασιν. εἴ ποτε, δὲ φησί, φόβος ἐκ τῆς τῶν πολεμούντων με ταραχῆς ἐνέπιπτέν μοι, διεκρουόμην αὐτὸν ἐλπίζων ἐπὶ σέ · καὶ ἀντὶ ἀντ’ ἐπῳδῆς καὶ φυλακτηρίων ὕμνους διεξῄειν· ὑμνῶν γὰρ τὸν λόγον σου ἐβοηθούμην ὡς ὥστε μηδένα τῶν διωκόντων ἐπιστρέφεσθαι. Οὕτως ἐπὶ τῷ θεῷ ἐλπίζων καὶ τοὺς λόγους αὐτοῦ φέρων ἐν τῷ στόματί μου πάσης τῆς ἐξ ἀνθρώπων ἐπιβουλῆς κατεφρόνουν οὐ φοβούμενος, τί ποιήσει μοι σάρξ· τί τίς γὰρ ἂν καὶ δύναιτο δύναται σὰρξ καὶ αἷμα πρὸς θεὸν βοηθόν; εἰ γὰρ ὁ θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν, τίς καθ’ ἡμῶν; φησὶν ὁ ἀπόστολος. σὰρξ δὲ ἦν ὁ Σαοὺλ τὰ τῆς σαρκὸς σαρκικὰ φρονῶν· ὃ δὴ παρίστησιν ὁ ἀπόστολος γράφων Κορινθίοις · ὅπου γὰρ ἐν ὑμῖν ζῆλος καὶ ἔρις ἔρεις , οὐχὶ σάρκινοί σαρκικοὶ ἐστε ἔσται καὶ κατὰ ἄνθρωπον περιπατεῖτε; ὁ δὴ καὶ τὸν Σαοὺλ", "candidate_score": 0.606295, "ce_score": null } ] }, { "rank": 7, "cf_id": "cf048", "work_id": "tlg2959.tlg001.opp-grc1", "max_score": 0.676964, "ce_confirmed": false, "evidence": [ { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3_5", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "tlg2959.tlg001.opp-grc1_window_246", "psc_text": "ὥρας . . πεινῶν 22 σοφούς richtig Jh Ι τῷ < P 23 ἀποσείσ. wie S. 56, 5] ἀποστήσ(ομαι M Ausgg. | ἀπὸ P 181 24 τῷ vor θεῷ + O θεῷ. ἐὰν ἀφέφω τὸ πορευτικὸν διεστραμμἐνας ὁδοὺς πορεύεσθαι, ἀνατέθεικα καὶ τοὺς πόδας, οὐκ εἰς δικαστήρια κοὶ θιάσους παρερχομένη, ὅθι τ΄ ἄνδρες άλιτροδίκαι τελέθουσιν, ἀλλ6 εἰς τὸ κατορθῶσαι πλήρώσασά τι τῶν ἐντολῶν. τί μοι λοιπόν, ἐὰν διαγνεύω καὶ τὴν καρδίαν, πάσας τὰς διανοήσεις αὐτῆς ἀναθεῖσα κυρίῳ; φλαῦρον οὐδὲν ἐνθυμοῦμαι, κοσμικὸν οὐδὲν διαλογίζομαι, τῦφος οὐκ ἐμπολιτεύεται καὶ ὀργὴ παρ’ ἐμοί, τὸν νόμον καὶ ἐν ἡμέρᾳ μελετῶ κυρίου καὶ ἐν νυκτί· καὶ τοῦτ΄ ἐστί »ὰγνείαν ὰγνεῦσαι, μεγάλην εύξάμενον εύχήν«. Πειράσομαι γὰρ καὶ τὰ ἑξῆς ὑμῖν τούτων, ὠ παρθένοι, φράσαι τῶν διατάξεων, ἐπειδήπερ τῶν σφετέρων ἐξήρτηται καὶ αὐτὰ κατορθωμάτων, θεσμοὶ περὶ παρθενίας ὄντα καὶ χρησμοὶ διδάσκοντες ὧν ἀπέχεσθαι προσήκει καὶ ἀναγωγὸν εἶναι τὴν παρθένον. γὰρ οὕτως· καὶ ἐλάλησε κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων· λάλησον", "candidate_score": 0.676964, "ce_score": null } ] }, { "rank": 8, "cf_id": "cf014", "work_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1", "max_score": 0.676468, "ce_confirmed": false, "evidence": [ { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3_5", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1091", "psc_text": "δεδιδαγμένους. κεφάλαιον δὲ τοῦ κακοῦ· οἱ λαοὶ τοὺς τῶν προσευχῶν καταλιπόντες οἴκους, ἐν ταῖς ἐρήμοις συνάγονται, θέαμα ἐλεεινόν· γυναῖκες, καὶ παιδία, καὶ γέροντες, καὶ οἱ ἄλλως ἀσθενεῖς, ἐν ὄμβροις λαβροτάτοις, καὶ νιφετοῖς καὶ ἀνέμοις καὶ παγετῷ τοῦ χειμῶνος, ὁμοίως δὲ καὶ ἐν θέρει ὑπὸ τὴν φλόγα τοῦ ἡλίου ἐν τῷ ὑπαίθρῳ ταλαιπωροῦντες. καὶ ταῦτα πάσχουσι διὰ τὸ τῆς πονηρᾶς ζύμης Ἀρείου γενέσθαι μὴ καταδέχεσθαι. Πῶς ἂν ὑμῖν ταῦτα λόγος ἐναργῶς παραστήσειεν, εἰ μὴ αὐτὴ ἡ πεῖρα καὶ ἡ διὰ τῶν ὀφθαλμῶν θέα κινήσειειν ὑμᾶς πρὸς συμπάθειαν; ὥστε παρακαλοῦμεν ὑμᾶς νῦν γοῦν χεῖρα ὀρέξαι ταῖς κατὰ τὴν ἀνατολὴν ἐκκλησίαις εἰς γόνυ κλιθείσαις ἤδη, καὶ ἀποστεῖλαί τινας τοὺς τῶν μισθῶν ὑπομιμνήσκοντας τῶν ἀποκειμένων ἐπὶ τῇ ὑπομονῇ τῶν ὑπὲρ Χριστοῦ παθημάτων. οὐ γὰρ τοσοῦτον ὁ συνήθης λόγος ἐνεργεῖν πέφυκεν, ὅσον ἡ ξένη φωνὴ ἐμποιεῖν τὴν παράκλησιν, καὶ ταῦτα παρὰ ἀνδρῶν γινομένη πανταχοῦ ἐπὶ τοῖς καλλίστοις τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι γνωριζομένων, ὁποίους ὑμᾶς ἡ", "candidate_score": 0.676468, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3_5", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_95", "psc_text": "ἡμῶν καὶ ὄντως τελείαν ἑορτὴν ἑορτάσαντες τῷ Κυρίῳ διὰ τὴν ὑπερβάλλουσαν αὐτῶν περὶ τὸν Θεὸν ἀγάπην, προεπέμψαμεν μεθʼ ὑγείας πρὸς τὴν σὴν εὐγένειαν, εὐχόμενοι τῷ φιλανθρώπῳ Θεῷ καὶ αὐτοῖς δοθῆναι εἰρηνικὸν ἄγγελον βοηθὸν καὶ σύμπορον καὶ σὲ παρʼ αὐτῶν καταληφθῆναι ἐν ὑγείᾳ καὶ πάσῃ εἰρηνικῇ καταστάσει, ἵνα, ὅπουπερ ἂν ἦτε δουλεύοντες τῷ Κυρίῳ καὶ εὐχαριστοῦντες αὐτῷ, εὐφραίνητεεὐφραίνηται C. ἡμᾶς, ἕως ἐσμὲν ἐν τῷ κόσμῳ, ἀκούοντας τὰ παρʼ ὑμῶν. ἐὰν δὲ παράσχῃ ὁ ἅγιος ΘεὸςΘεὸςom. C, D. θᾶττόν σε τῶν φροντίδων τούτων ἀπαλλαγῆναι, παρακαλοῦμέν σε μηδὲν προτιμῆσαι τῆς μεθʼ ἡμῶνπαρʼ ἡμῖν C, D. διαγωγῆς. οἶμαι γὰρ μὴ εὑρεῖν σε τοὺς οὕτως ἀγαπῶντας καὶ ἀντιποιουμένους τῆς παρʼ ὑμῖν φιλίας. ἕως οὖν ἂν οἰκονομῇ ὁ ἅγιος τὸν χωρισμὸν τοῦτον, διὰ πάσης προφάσεως παραμυθεῖσθαι ἡμᾶς γράμμασι καταξίου. Ὀλυμπίῳ Ἔγραφες ἡμῖν πρότερον μὲν ὀλίγα, νῦν δὲ οὐδὲ ὀλίγα· καὶ ἔοικεν ἡ βραχυλογία προϊοῦσα τῷ χρόνῳ παντελὴς γίνεσθαι ἀφωνία. ἐπάνελθε τοίνυν ἐπὶ τὸ ἔθος, ὡς οὐκ", "candidate_score": 0.676399, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_2_4", "bdc_text": "und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend.", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1243", "psc_text": "οἷς ἐπιθυμῶ, διὰ τοῦ γράμματος ἀναπαύω τὸν πόθον ὃν ἔχω ἐπὶ τῇ ἀπολαύσει τῶν ἐν σοὶ καλῶν, καὶ παρακαλῶ τὴν ἀνυπέρβλητόν σου εὐλάβειαν εὔχεσθαι ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἵνα ὁ Κύριος δῷ ἡμῖν ἀπροσκόπως παρελθεῖν τὰς λυπουμένας ἡμέρας ἢ ὥρας τῆς παρεπιδημίας ἡμῶν· παράσχοι δὲ ἡμῖν καὶ ἰδεῖν τὴν εἰρήνην τῶν ἐκκλησιῶν αὐτοῦ καὶ ἀκοῦσαι περί τε τῶν λοιπῶν συλλειτουργῶν σου καὶ τῶν συναθλητῶνἀθλητῶν E. ἃ εὐχόμεθα, καὶ περὶ σοῦ αὐτοῦ, ἃκαὶ add. E. νυκτὸς καὶ ἡμέρας οἱ ὑπὸ σὲ λαοὶ ζητοῦσι παρὰ τοῦ Κυρίου τῆς δικαιοσύνης. Γίνωσκε δὲ ὅτι πολλάκις μὲν οὐκ ἐπεστείλαμεν,ἀπεστείλαμεν E. οὐδὲ ὁσάκις ὀφειλόμενον ἦν, ἐπεστείλαμεν δὲ ὅμως τῇ θεοσεβείᾳ σου. καὶ τάχα οὐκ ἠδυνήθησαν διασῶσαι τὰς προσηγορίας ἡμῶν οἱ πιστευθέντες τὴν διακονίαν τῶν γραμμάτων ἀδελφοί. ἀλλὰ νῦν, ἐπειδὴ ἐπετύχομεν ἡμετέρων τῶν ὁδοιπορούντων πρὸς τὴν σὴν τιμιότητα, καὶ τὰ γράμματα αὐτοῖς ἐνεχειρίσαμεν προθύμως, καὶ ἀπεστείλαμένἐπεστείλαμεν E. alii MSS.; ἐστείλαμεν quatuor MSS. τινα, ἃ καταξίωσον ὑποδέξασθαιδέξασθαι", "candidate_score": 0.657579, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_2_4", "bdc_text": "und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend.", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_735", "psc_text": "ἐρημίαν ἐπάγειν τῶν προεστώτων. ὅθεν λογίζομαι καὶ τὴν σὴν εὐλάβειαν ἐπιστυγνάζουσαν τοῖς συμβεβηκόσι μὴ ἐπιστέλλειν ἡμῖν, καὶ ὁμοῦ ἐν πλείονι εἶναι νῦν ἀσχολίᾳ, περιτρέχεινπεριέπειν E. Med. τὰ τοῦ Χριστοῦ ποίμνια διὰ τὴν πανταχόθεν τῶν ἐχθρῶν ἐπανάστασιν. ἀλλʼ ἐπειδὴ πάσης λύπης παρηγορία ἡ πρὸς τοὺς ὁμοψύχους ἐστὶν ὁμιλία, καταξίου ὁσάκις ἂν δυνατόν σοι ἐπιστέλλειν ἡμῖν, καὶ αὐτός τε ἀναπαύεσθαι ἐν τῷ φθέγγεσθαι πρὸς ἡμᾶς, καὶ ἡμᾶς παρηγορεῖν ἐν τῷ μεταδιδόναι ἡμῖν τῶν σεαυτοῦ ῥημάτων. τοῦτο δὲ καὶ ἡμεῖς σπουδάσομεν ποιῆσαι ὁσάκις ἂν ἡμῖν ἐνδιδῷ τὰ πράγματα. εὔχου δὲ καὶ αὐτὸς καὶ πᾶσαν τὴν ἀδελφότητα παρακάλεσον σπουδαίως δυσωπεῖν τὸν Κύριον, ἵνα δείξῃ ποτὲ ἡμῖν λύσιν τῆς περιεχούσης ἡμᾶς κατηφείας. Θεοδότῳ, ἐπισκόπῳ Βεροίας Οἶδα ὅτι, εἰ καὶ μὴ ἐπιστέλλεις ἡμῖν, ἀλλʼ ἐν τῇ καρδίᾳ σου ὑπάρχει ἡ μνήμη ἡμῶν. καὶ τοῦτο τεκμαίρομαι, οὐχ ὅτι αὐτὸς ἄξιός εἰμι μνήμης τινὸς δεξιᾶς, ἀλλʼ ὅτι ἡ σὴ ψυχὴ πλουτεῖ ἐν τῇ τῆς ἀγάπης περιουσίᾳ. πλὴν ἀλλʼ", "candidate_score": 0.6555, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_0_2", "bdc_text": "1543 . Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan.", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_479", "psc_text": "ὑπὲρ ὧν ἔδοξεν ἡμῖν ἐγκαλεῖν, ἀπελυόμεθα, κἀκείνους εἰς τὴνὑπέρ add. E. τῶν ἐπιζητουμένων ὑφʼ ἡμῶν συγκατάθεσιν προηγάγομεν,προσηγάγομεν editi antiqi. ὥστε χάριτι τοῦ Κυρίου εὑρεθῆναι ἡμᾶς μηδὲ εἰς τὸ σμικρότατον πρὸς ἀλλήλους διαφερομένους. οὕτω τοίνυν περὶ ἐννάτην που ὥραν ἀνέστημεν ἐπὶ τὰς προσευχάς, εὐχαριστήσαντες τῷ Κυρίῳ τῷ δόντι ἡμῖν τὸ αὐτὸ φρονεῖν καὶ τὸ αὐτὸ λέγειν. ἐπὶ τούτοις ἔδει με καὶ ἔγραφόν τινα παρὰ τοῦ ἀνδρὸς ὁμολογίαν λαβεῖν, ὥστε καὶ τοῖς ἐναντιουμένοις αὐτῷ φανερὰν γενέσθαι τὴν συγκατάθεσιν, καὶ τοῖς λοιποῖς ἱκανὴν εἶναι τοῦ ἀνδρὸς τῆς προαιρέσεως τὴν ἀπόδειξιν. ἀλλʼ ἐβουλήθην αὐτὸς ὑπὲρὑπέρ R.J.D., ὑπό MSS. et editi. πολλῆς ἀκριβείας, τοῖς ἀδελφοῖς συντυχὼν τοῖς περὶ Θεόδοτον, παρʼ αὐτῶν λαβεῖν γραμματεῖον πίστεως, καὶ αὐτὸοὗτοι E. προτεῖναι τῷ προειρημένῳ· ἵνα ἀμφότερα γένηται, ἥ τε ὀρθὴ πίστις παρʼ αὐτοῦ ὁμολογηθῇ,ὁμολογῆται tres MSS. recen. καὶ αὐτοὶ πληροφορηθῶσι, μηδεμίαν ἔχοντες ἀντιλογίας ὑπόθεσιν ἐκ τοῦ τὰς παρʼ αὐτῶν προτάσεις παραδεχθῆναι. ἀλλὰ πρὶν μαθεῖν τίνος ἕνεκεν συνετύχομεν, καὶ τί", "candidate_score": 0.653866, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_1_3", "bdc_text": "Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_402", "psc_text": "σου σπουδὴ περὶ τὸν αἰδεσιμώτατον ἑταῖρον ἡμῶν Ἐλπίδιον, ὅπως τῇ συνήθει σεαυτοῦ συνέσει ἔδωκας καιρὸν φιλανθρωπίας τῷ ἄρχοντι. ταύτην οὖν τὴν χάριν νῦν σε τελειῶσαι παρακαλοῦμενπαρακαλῶ μέν editi antiqi. διὰ τοῦ γράμματος, καὶ ὑπομνῆσαι τὸν ἄρχοντα οἰκείῳ προστάγματι ἐπὶ τῆς πατρίδος ἡμῶν καταστῆναι τὸν ἄνδρα πᾶσαν σχεδὸν τὴν φροντίδα τῶν δημοσίων ἐξηρτημένον. ὥστε πολλὰς ἕξεις καὶ εὐπροσώπους ὑποβάλλειν προφάσεις τῷ ἄρχοντι, ἐξ ὧν ἀναγκαίως ἐπιμένειν αὐτὸν τῇ πατρίδι ἡμῶν προστάξει. οἷα δὲ τὰ ἐνταῦθα, καὶ ὅσου ἄξιος τοῖς πράγμασιν ὁ ἀνήρ, πάντως οὐδὲν δεήσῃ παρʼ ἡμῶν διδαχθῆναι, αὐτὸς τῇ ἑαυτοῦ συνέσει ἀκριβῶς ἐπιστάμενος. Εὐσταθίῳ,Ἐὐσταθίῳ tantum habent E et Harl. ἐπισκόπῳ Σεβαστείας Καὶ πρὸ τοῦ δέχεσθαι τὰ γράμματα, ᾔδειν τὸν πόνον ὃν ἔχεις ὑπὲρ πάσης ψυχῆς, ἐξαιρέτως δὲ ὑπὲρ τῆς ἡμετέρας ταπεινώσεως, διὰ τὸ προβεβλῆσθαι ἐν τῷ ἀγῶνι τούτῳ· καὶ δεξάμενοςδέ add. E. editi antiqi. παρὰ τοῦ αἰδεσιμωτάτου Ἐλευσινίου τὰ γράμματα, καὶ αὐτὴν αὐτοῦ τὴν παρουσίαν θεασάμενος, ἐδόξασα τὸ θεῖοντὸ θεῖον", "candidate_score": 0.648472, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_1_3", "bdc_text": "Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_479", "psc_text": "ὑπὲρ ὧν ἔδοξεν ἡμῖν ἐγκαλεῖν, ἀπελυόμεθα, κἀκείνους εἰς τὴνὑπέρ add. E. τῶν ἐπιζητουμένων ὑφʼ ἡμῶν συγκατάθεσιν προηγάγομεν,προσηγάγομεν editi antiqi. ὥστε χάριτι τοῦ Κυρίου εὑρεθῆναι ἡμᾶς μηδὲ εἰς τὸ σμικρότατον πρὸς ἀλλήλους διαφερομένους. οὕτω τοίνυν περὶ ἐννάτην που ὥραν ἀνέστημεν ἐπὶ τὰς προσευχάς, εὐχαριστήσαντες τῷ Κυρίῳ τῷ δόντι ἡμῖν τὸ αὐτὸ φρονεῖν καὶ τὸ αὐτὸ λέγειν. ἐπὶ τούτοις ἔδει με καὶ ἔγραφόν τινα παρὰ τοῦ ἀνδρὸς ὁμολογίαν λαβεῖν, ὥστε καὶ τοῖς ἐναντιουμένοις αὐτῷ φανερὰν γενέσθαι τὴν συγκατάθεσιν, καὶ τοῖς λοιποῖς ἱκανὴν εἶναι τοῦ ἀνδρὸς τῆς προαιρέσεως τὴν ἀπόδειξιν. ἀλλʼ ἐβουλήθην αὐτὸς ὑπὲρὑπέρ R.J.D., ὑπό MSS. et editi. πολλῆς ἀκριβείας, τοῖς ἀδελφοῖς συντυχὼν τοῖς περὶ Θεόδοτον, παρʼ αὐτῶν λαβεῖν γραμματεῖον πίστεως, καὶ αὐτὸοὗτοι E. προτεῖναι τῷ προειρημένῳ· ἵνα ἀμφότερα γένηται, ἥ τε ὀρθὴ πίστις παρʼ αὐτοῦ ὁμολογηθῇ,ὁμολογῆται tres MSS. recen. καὶ αὐτοὶ πληροφορηθῶσι, μηδεμίαν ἔχοντες ἀντιλογίας ὑπόθεσιν ἐκ τοῦ τὰς παρʼ αὐτῶν προτάσεις παραδεχθῆναι. ἀλλὰ πρὶν μαθεῖν τίνος ἕνεκεν συνετύχομεν, καὶ τί", "candidate_score": 0.646727, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_6_8", "bdc_text": "Hoff jes was von euch zu habend . Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 . octobris ain 1569 .", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_963", "psc_text": "ὥσπερ κεφαλὴν ἀκέραιον ἐπὶ τοῦ ὕψους κειμένην, καὶ τὴν ἀφʼ ἑαυτῆς προμήθειαν τοῖς ὑποκειμένοις τοῦ σώματος μέλεσι παρεχομένην. ὀφθαλμῶν γὰρ τὰ καθʼ ἑαυτοὺς ἐνεργούντων, ἔντεχνοι μὲν τῶν χειρῶν αἱ ἐργασίαι, ἀπρόσκοποι δὲ τῶν ποδῶν αἱ κινήσεις, οὐδὲν δὲ μέρος τοῦ σώματος τῆς προσηκούσης προνοίας ἀποστερεῖται. ὥστε παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, ὃ ποεῖτε καὶ ποιήσετε, ἀντέχεσθαι ἀλλήλων, καὶ ὑμᾶς μὲν τοὺς τὴν τῶν ψυχῶν ἐπιμέλειαν πεπιστευμένους συνέχειν τοὺς καθʼ ἕκαστον, καὶ θάλπειν ὡς τέκνα ἀγαπητά, τὸν δὲ λαὸν τὴν πατράσιν ὀφειλομένην αἰδὼ καὶ τιμὴν ὑμῖν ἀποσώζειν, ἵνα ἐν τῇ εὐσχημοσύνῃ τῆς ἐκκλησίας σώζηται μὲν ὑμῶν ἡ ἰσχύς, καὶ τὸ στερέωμα τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως, δοξάζηται δὲ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, πλεονάζῃ δὲ καὶ πληθύνῃ τὸ τῆς ἀγάπης καλόν. ἀκούοντες δὲ ἡμεῖς εὐφραινώμεθα ἐπὶ τῇ προκοπῇ ὑμῶν τῇ κατὰ Θεόν· καὶ εἰ μὲν ἔτι διὰ σαρκὸς ἐπιδημεῖν τῷ κόσμῳ τούτῳ κελευόμεθα, καὶ ἴδοιμέν ποτε ὑμᾶς ἐν τῇ εἰρήνῃ τοῦ Θεοῦ· ἐὰν δὲ κελευσθῶμεν λοιπὸν", "candidate_score": 0.645584, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_1_3", "bdc_text": "Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_461", "psc_text": "εὐθὺς τοῖς προλαβοῦσιν ἀπάγεσθαι, ἀλλὰ τὸ ἥμισυ τῆς ἀκροάσεως ἀκέραιον διασώζειν πρὸς ἀπολογίαν τῷ μὴ παρόντι. Εὐσεβίῳ, ἐπισκόπῳ Σαμοσατωι Πάλαι ἐπιστείλας τῇ θεοσεβείᾳ σου ἄλλων τέ τινων ἕνεκεν καὶ τοῦ συντυχεῖν ἡμᾶς ἀλλήλοις, διήμαρτον τῆς ἐλπίδος, οὐκ ἀφικομένων τῶν γραμμάτων εἰς τὰς χεῖρας τῆς σῆς τιμιότητος, τοῦ μακαρίου διακόνου Θεοφράστου δεξαμένου μὲν τὰ γράμματα ἡμῶν ἐπί τινα περιοδείαν ἀναγκαίως ἀποδημούντων,ἀποδημοῦντος editi antiqi. μὴ διαπεμψαμένου δὲ τῇ θεοσεβείᾳ, σου, τῷ προκαταληφθῆναι τῇ ἀρρωστίᾳ ὑφʼ ἧς ἐτελεύτησεν. ὅθεν τοσοῦτον ὕστερος ἦλθον τοῦ καιροῦ πρὸς τὸ γράφειν, ὥστε μηδὲ ὄφελός τι ἐλπίζειν ἐκ τῆς ἐπιστολῆς ἔσεσθαι ταύτης, εἰς στενὸν παντελῶς κατακλεισθέντος τοῦ χρόνου. ὁ γάρ τοι θεοφιλέστατος ἐπίσκοπος Μελέτιος καὶ Θεόδοτος ἐπέταξαν ἡμῖν πρὸς αὐτοὺς διαβῆναι, ἀγάπης τε ἐπίδειγμα τὴνσήν add. E. συντυχίαν ποιούμενοι, καί τινα καὶ διόρθωσιν γενέσθαι τῶν νῦν παραλυπούντων βουλόμενοι. ἀπέδειξάν τε ἡμῖν χρόνον μὲν τῆς συντυχίας τὰ μέσα τοῦ προσιόντος μηνὸς Ἰουνίου, τόπον δὲ ΦαργαμοῦνΦαρμαγοῦν E. τὸ χωρίον, ἐπίσημον", "candidate_score": 0.645327, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_1_3", "bdc_text": "Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_735", "psc_text": "ἐρημίαν ἐπάγειν τῶν προεστώτων. ὅθεν λογίζομαι καὶ τὴν σὴν εὐλάβειαν ἐπιστυγνάζουσαν τοῖς συμβεβηκόσι μὴ ἐπιστέλλειν ἡμῖν, καὶ ὁμοῦ ἐν πλείονι εἶναι νῦν ἀσχολίᾳ, περιτρέχεινπεριέπειν E. Med. τὰ τοῦ Χριστοῦ ποίμνια διὰ τὴν πανταχόθεν τῶν ἐχθρῶν ἐπανάστασιν. ἀλλʼ ἐπειδὴ πάσης λύπης παρηγορία ἡ πρὸς τοὺς ὁμοψύχους ἐστὶν ὁμιλία, καταξίου ὁσάκις ἂν δυνατόν σοι ἐπιστέλλειν ἡμῖν, καὶ αὐτός τε ἀναπαύεσθαι ἐν τῷ φθέγγεσθαι πρὸς ἡμᾶς, καὶ ἡμᾶς παρηγορεῖν ἐν τῷ μεταδιδόναι ἡμῖν τῶν σεαυτοῦ ῥημάτων. τοῦτο δὲ καὶ ἡμεῖς σπουδάσομεν ποιῆσαι ὁσάκις ἂν ἡμῖν ἐνδιδῷ τὰ πράγματα. εὔχου δὲ καὶ αὐτὸς καὶ πᾶσαν τὴν ἀδελφότητα παρακάλεσον σπουδαίως δυσωπεῖν τὸν Κύριον, ἵνα δείξῃ ποτὲ ἡμῖν λύσιν τῆς περιεχούσης ἡμᾶς κατηφείας. Θεοδότῳ, ἐπισκόπῳ Βεροίας Οἶδα ὅτι, εἰ καὶ μὴ ἐπιστέλλεις ἡμῖν, ἀλλʼ ἐν τῇ καρδίᾳ σου ὑπάρχει ἡ μνήμη ἡμῶν. καὶ τοῦτο τεκμαίρομαι, οὐχ ὅτι αὐτὸς ἄξιός εἰμι μνήμης τινὸς δεξιᾶς, ἀλλʼ ὅτι ἡ σὴ ψυχὴ πλουτεῖ ἐν τῇ τῆς ἀγάπης περιουσίᾳ. πλὴν ἀλλʼ", "candidate_score": 0.645024, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_1_3", "bdc_text": "Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_931", "psc_text": "ὃς οὖν ἐκ τῶν γραμμάτων οὕτως ἐγενόμην ἡδίων, εἰκάζειν ὀφείλεις πόσου ἀξίαν ποιοῦμαι τὴν συντυχίαν σου, ἣν οἰκονομήσειεν ὁ ἅγιος γενέσθαι, ὅπου ἀνεπαχθὲς ᾖ καὶ αὐτὸς ἡμᾶς προσκαλέσῃ. καὶ γὰρ οὐ χαλεπόν μοι, εἰ καταλάβοις τὸν οἶκον τὸν ἐπὶ τῆς Εὐφημιάδος, γενέσθαι ὁμοῦ, τά τε ὧδε ὀχληρὰ διαφεύγοντι, καὶ πρὸς τὴν ἀνυπόκριτόν σου ἀγάπην ἐπειγομένῳ. τάχα δέ μοι καὶ ἄλλως ἀναγκαίαν ποιεῖ τὴν μέχρι Ναζιανζοῦ ὁδὸν ἡ ἀθρόα τοῦ θεοφιλεστάτου ἐπισκόπου Γρηγορίου ἀναχώρησις, μετὰ ποίας αἰτίας γενομένη ἀγνοουμένη μέχρι τοῦ νῦν. ὁ δὲ ἄνθρωπος, περὶ οὗ κἀγὼ ἤμην διαλεχθεὶς τῇ τελειότητί σου, καὶ αὐτὸς νῦν ἤλπισας ἕτοιμον εἶναι, γίνωσκε ὅτι μακρᾷ ἀρρωστίᾳ περιπεσών, καὶ κάμνων λοιπὸν περὶ αὐτὰς τὰς ὄψεις ἐκ τοῦ παλαιοῦ πάθους καὶ τῆς ἔναγχος αὐτῷ ἐπισυμβάσης νόσου, παντελῶς ἄχρηστος πρὸς τὰς τυχούσας ἐνεργείας ἀπέμεινεν. ἄλλος δὲ οὐκ ἔστι παρʼ ἡμῖν. ὥστε βέλτιον, εἰ καὶ ἡμῖν ἐπέτρεψαν τὸ πρᾶγμα, ἀλλʼ οὖν ἐξ αὐτῶν ἐκείνων τινὰ προβληθῆναι. καὶ γὰρ", "candidate_score": 0.643741, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_0_2", "bdc_text": "1543 . Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan.", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1269", "psc_text": "ἀρετὴν βίου οἰκειωθῆναι Θεῷ. δυσωπήσει μὲν οὖν σε καὶ αὐτὴ ἡ φύσις καὶ τὸ τοῦ τρόπου πρᾶον περὶ πάνταπάντας quinque MSS. καὶ ἥμερον οὐδὲ πρὸς ὀλίγον ἐπιτρέψαι σοι τὴν ἐπʼ αὐτῷ λύπην· πάντως δὲ οὐδὲ τὴν ἡμετέραν ἀτιμάσειςἀτιμάσῃς Reg. primus et Bigot.; ἀτιμάσοις editi antiqui. πρεσβείαν, μᾶλλον δὲ τὴν τῆς σῆς πόλεως δι’ ἡμῶν πληρουμένην, οἳ τῷ περὶ σὲ φίλτρῳ καὶ τῷ πάντα σοι εὔχεσθαι τὰ καλά, καὶ σὲ αὐτὸν οἴονταιοἳ... οἴονται ἢ... οἴεται editi antiqui. Χριστιανὸν ὑποδέξασθαι. οὕτως αὐτοὺς περιχαρεῖςπεριχαρὴς E. διέθηκε φήμη ἀθρόως ἐμπεσοῦσα τῇ πόλει. Μαξίμῳ σχολαστικῷ Ἀνήγγειλέ μοι ὁ καλὸς καὶ ἀγαθὸς Θεότεκνος τὰ περὶ τῆς σεμνότητός σου, καὶ ἐνεποίησέ μοι πόθον τῆς σῆς συντυχίας, ἐναργῶςσαφῶς editi antiqui. ὑπογράφων τῷ λόγῳ τῆς ψυχῆς σου τὸν χαρακτῆρα· καὶ τοσοῦτον ἐξέκαυσέ μοι τὸ περὶ σὲ φίλτρον, ὥστʼ, εἰ μὴ καὶ τῷ γήρᾳ ἐβαρυνόμην, καὶ τῇ συντρόφῳ κατειχόμην ἀσθενείᾳ, καὶ μυρίαις ταῖς κατὰ τὴν Ἐκκλησίαν φροντίσιν ἤμην πεπεδημένος, οὐδὲν", "candidate_score": 0.642617, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_1_3", "bdc_text": "Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1269", "psc_text": "ἀρετὴν βίου οἰκειωθῆναι Θεῷ. δυσωπήσει μὲν οὖν σε καὶ αὐτὴ ἡ φύσις καὶ τὸ τοῦ τρόπου πρᾶον περὶ πάνταπάντας quinque MSS. καὶ ἥμερον οὐδὲ πρὸς ὀλίγον ἐπιτρέψαι σοι τὴν ἐπʼ αὐτῷ λύπην· πάντως δὲ οὐδὲ τὴν ἡμετέραν ἀτιμάσειςἀτιμάσῃς Reg. primus et Bigot.; ἀτιμάσοις editi antiqui. πρεσβείαν, μᾶλλον δὲ τὴν τῆς σῆς πόλεως δι’ ἡμῶν πληρουμένην, οἳ τῷ περὶ σὲ φίλτρῳ καὶ τῷ πάντα σοι εὔχεσθαι τὰ καλά, καὶ σὲ αὐτὸν οἴονταιοἳ... οἴονται ἢ... οἴεται editi antiqui. Χριστιανὸν ὑποδέξασθαι. οὕτως αὐτοὺς περιχαρεῖςπεριχαρὴς E. διέθηκε φήμη ἀθρόως ἐμπεσοῦσα τῇ πόλει. Μαξίμῳ σχολαστικῷ Ἀνήγγειλέ μοι ὁ καλὸς καὶ ἀγαθὸς Θεότεκνος τὰ περὶ τῆς σεμνότητός σου, καὶ ἐνεποίησέ μοι πόθον τῆς σῆς συντυχίας, ἐναργῶςσαφῶς editi antiqui. ὑπογράφων τῷ λόγῳ τῆς ψυχῆς σου τὸν χαρακτῆρα· καὶ τοσοῦτον ἐξέκαυσέ μοι τὸ περὶ σὲ φίλτρον, ὥστʼ, εἰ μὴ καὶ τῷ γήρᾳ ἐβαρυνόμην, καὶ τῇ συντρόφῳ κατειχόμην ἀσθενείᾳ, καὶ μυρίαις ταῖς κατὰ τὴν Ἐκκλησίαν φροντίσιν ἤμην πεπεδημένος, οὐδὲν", "candidate_score": 0.642549, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_1_3", "bdc_text": "Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1173", "psc_text": "οἶδα γὰρ ὅτι ἄνδρες τὸν πεπονημένον προελόμενοι βίον, καὶ ἀεὶ διὰ τῶν χειρῶν ἑαυτοῖς τὰ ἀναγκαῖα συμποριζόμενοι, πολὺν ἀποδημεῖν χρόνον τῶν ἰδίων οὐ δύνανται. ἀλλʼ ὅπουπερ ἂν ἦτε, μέμνησθε ἡμῶν. καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ ἡμῶν,ὑπὲρ ἡμῶν om. Vat., Coisl. sec., Reg. sec. ἵνα αὐτοὶ γοῦν πρὸς ἑαυτοὺς εἰρήνην ἔχωμεν καὶ πρὸς τὸν Θεόν, μηδεμιᾶς τοῖς λογισμοῖς ἡμῶν ταραχῆς ἐνοικούσης. Ὀπτίμῳ ἐπισκόπῳ Καὶ ἄλλως μὲνom. E. ἡδέως ὁρῶν τοὺς ἀγαθοὺς παῖδας διά τε τὸ ὑπὲρ τὴν ἡλικίαν τῶν ἠθῶν εὐσταθὲς καὶ διὰ τὸ πρὸς τὴν σὴν εὐλάβειαν οἰκεῖον, ἀφʼ οὗ τι καὶ μέγα προσδοκᾷν ἔστιν ἐπʼ αὐτοῖς, ἐπειδὴ καὶ μετὰ γραμμάτων σῶν εἶδον αὐτοὺς προσιόντας μοι, ἐδιπλασίασα τὸ ἐπʼ αὐτοῖς φίλτρον. ὅτε δὲ ἀνέγνων τὴν ἐπιστολὴν καὶ εἶδον ἐν αὐτῇ ὁμοῦ μὲν τὸ περὶ τὰςτῆς editi antiqui. ἐκκλησίας προνοητικὸν τῆς σῆς διαθέσεως, ὁμοῦ δὲ τὸ περὶ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν θείων γραφῶν ἐπιμελές, ηὐχαρίστησα τῷ Κυρίῳ, καὶ ἐπηυξάμην τὰ ἀγαθὰ τοῖς τὰ τοιαῦτα", "candidate_score": 0.641689, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_0_2", "bdc_text": "1543 . Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan.", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_461", "psc_text": "εὐθὺς τοῖς προλαβοῦσιν ἀπάγεσθαι, ἀλλὰ τὸ ἥμισυ τῆς ἀκροάσεως ἀκέραιον διασώζειν πρὸς ἀπολογίαν τῷ μὴ παρόντι. Εὐσεβίῳ, ἐπισκόπῳ Σαμοσατωι Πάλαι ἐπιστείλας τῇ θεοσεβείᾳ σου ἄλλων τέ τινων ἕνεκεν καὶ τοῦ συντυχεῖν ἡμᾶς ἀλλήλοις, διήμαρτον τῆς ἐλπίδος, οὐκ ἀφικομένων τῶν γραμμάτων εἰς τὰς χεῖρας τῆς σῆς τιμιότητος, τοῦ μακαρίου διακόνου Θεοφράστου δεξαμένου μὲν τὰ γράμματα ἡμῶν ἐπί τινα περιοδείαν ἀναγκαίως ἀποδημούντων,ἀποδημοῦντος editi antiqi. μὴ διαπεμψαμένου δὲ τῇ θεοσεβείᾳ, σου, τῷ προκαταληφθῆναι τῇ ἀρρωστίᾳ ὑφʼ ἧς ἐτελεύτησεν. ὅθεν τοσοῦτον ὕστερος ἦλθον τοῦ καιροῦ πρὸς τὸ γράφειν, ὥστε μηδὲ ὄφελός τι ἐλπίζειν ἐκ τῆς ἐπιστολῆς ἔσεσθαι ταύτης, εἰς στενὸν παντελῶς κατακλεισθέντος τοῦ χρόνου. ὁ γάρ τοι θεοφιλέστατος ἐπίσκοπος Μελέτιος καὶ Θεόδοτος ἐπέταξαν ἡμῖν πρὸς αὐτοὺς διαβῆναι, ἀγάπης τε ἐπίδειγμα τὴνσήν add. E. συντυχίαν ποιούμενοι, καί τινα καὶ διόρθωσιν γενέσθαι τῶν νῦν παραλυπούντων βουλόμενοι. ἀπέδειξάν τε ἡμῖν χρόνον μὲν τῆς συντυχίας τὰ μέσα τοῦ προσιόντος μηνὸς Ἰουνίου, τόπον δὲ ΦαργαμοῦνΦαρμαγοῦν E. τὸ χωρίον, ἐπίσημον", "candidate_score": 0.641599, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_1_3", "bdc_text": "Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1243", "psc_text": "οἷς ἐπιθυμῶ, διὰ τοῦ γράμματος ἀναπαύω τὸν πόθον ὃν ἔχω ἐπὶ τῇ ἀπολαύσει τῶν ἐν σοὶ καλῶν, καὶ παρακαλῶ τὴν ἀνυπέρβλητόν σου εὐλάβειαν εὔχεσθαι ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἵνα ὁ Κύριος δῷ ἡμῖν ἀπροσκόπως παρελθεῖν τὰς λυπουμένας ἡμέρας ἢ ὥρας τῆς παρεπιδημίας ἡμῶν· παράσχοι δὲ ἡμῖν καὶ ἰδεῖν τὴν εἰρήνην τῶν ἐκκλησιῶν αὐτοῦ καὶ ἀκοῦσαι περί τε τῶν λοιπῶν συλλειτουργῶν σου καὶ τῶν συναθλητῶνἀθλητῶν E. ἃ εὐχόμεθα, καὶ περὶ σοῦ αὐτοῦ, ἃκαὶ add. E. νυκτὸς καὶ ἡμέρας οἱ ὑπὸ σὲ λαοὶ ζητοῦσι παρὰ τοῦ Κυρίου τῆς δικαιοσύνης. Γίνωσκε δὲ ὅτι πολλάκις μὲν οὐκ ἐπεστείλαμεν,ἀπεστείλαμεν E. οὐδὲ ὁσάκις ὀφειλόμενον ἦν, ἐπεστείλαμεν δὲ ὅμως τῇ θεοσεβείᾳ σου. καὶ τάχα οὐκ ἠδυνήθησαν διασῶσαι τὰς προσηγορίας ἡμῶν οἱ πιστευθέντες τὴν διακονίαν τῶν γραμμάτων ἀδελφοί. ἀλλὰ νῦν, ἐπειδὴ ἐπετύχομεν ἡμετέρων τῶν ὁδοιπορούντων πρὸς τὴν σὴν τιμιότητα, καὶ τὰ γράμματα αὐτοῖς ἐνεχειρίσαμεν προθύμως, καὶ ἀπεστείλαμένἐπεστείλαμεν E. alii MSS.; ἐστείλαμεν quatuor MSS. τινα, ἃ καταξίωσον ὑποδέξασθαιδέξασθαι", "candidate_score": 0.640176, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_0_2", "bdc_text": "1543 . Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan.", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_852", "psc_text": "ἐκ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἀναπληρῶσαι. λέγομεν δὲ τὸν ποθεινότατον ἡμῖν καὶ εὐλαβέστατον ἀδελφὸν Πέτρον τὸν συμπρεσβύτερον, ὃν καὶ δέξασθε ἐν ἀγάπῃ καὶ προπέμψατε πρὸς ἡμᾶς εἰρηνικῶς, ἵνα γένηται ἡμῖν ἀγαθῶν ἄγγελος. Τοῖς Νεοκαισαρεῦσιν. Πολὺν χρόνον ἀπεσιωπήσαμεν πρὸς ἀλλήλους, ἀδελφοὶ τιμιώτατοι ἡμῖν καὶ περιπόθητοι, ὥσπερ οἱ πρὸς ὀργὴν διαναστάντες. καίτοι τίς οὕτω βαρύμηνις καὶ δυσδιάλλακτος τῷ λελυπηκότι, ὥστε ὅλῃ σχεδὸν ἀνθρώπου γενεᾷ τὴν ἐκ τοῦ μίσους ὀργὴν συμπαρεκτεῖναι; ὃ περὶ ἡμᾶς ἐστιν ἰδεῖν γινόμενον, οὐδεμιᾶς τοῦ διεζεῦχθαι δικαίας ἀφορμῆς ὑπαρχούσης, οὐκοῦν ὅσα γε ἴσμεν αὐτοί, ἀλλὰ τὸ ἐναντίον, πολλῶν καὶ μεγάλων πρὸς τὴν ἄκραν ἡμῖν φιλίαν καὶ ἕνωσιν ἐνυπαρχόντων τὸ ἐξ ἀρχῆς· ἑνὸς μὲν τοῦ μεγίστου καὶ πρώτου, τῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου διαρρήδην εἰπόντος, ὅτι Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες, ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγαπᾶτε ἀλλήλους· καὶ πάλιν τοῦ Ἀποστόλου σαφῶς τὸ τῆς ἀγάπης καλὸν παριστῶντος ἡμῖν, τοῦτο μὲν ἐν οἷς ἀποφαίνεται πλήρωμα νόμου εἶναι τὴν ἀγάπην, τοῦτο δὲ ὅταν", "candidate_score": 0.639899, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_1_3", "bdc_text": "Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1156", "psc_text": "γραμμάτων εἰς προτροπὴνπροκόπην Harl. et Med. τῆς ἀγαθῆς ὑμῶν ἀθλήσεως ἐνεβόησα. ἐγένετο δὲ ἡμῖν οὐδὲ τοῦτο ῥᾴδιον διὰ δύο προφάσεις· μίαν μέν, ὅτι οὐκ ᾔδειμεν ὅπου διάγετε, ἑτέραν δέ, ὅτι οὐδὲ πολλοί εἰσιν οἱ παρʼ ἡμῶν πρὸς ὑμᾶς ἀπαίροντες. Ἀλλὰ νῦν ὁ Κύριος ἤγαγεν ἡμῖν τὸν ποθεινότατον καὶ εὐλαβέστατον ἀδελφὸν Σαγκτίσσιμον τὸν συμπρεσβύτερον,πρεσβύτερον E. δι’ οὗ καὶ προσφθεγγόμεθα ὑμῶν τὴν ἀγάπην καὶκαὶ om. E παρακαλοῦμεν προσεύχεσθαι ὑμᾶςκαὶ add. E. ὑπὲρ ἡμῶν, χαίροντας καὶ ἀγαλλιωμένους ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς, καὶ ὡς ἔχοντας παρρησίαν πρὸς τὸν Κύριον μὴ ἀνεῖναι νυκτὸς καὶ ἡμέρας βοῶντας πρὸς αὐτόν, ὑπὲρ τοῦ παύσασθαι μὲν τὸν σάλον τῶν ἐκκλησιῶν τοῦτον,τούτων E. Reg. sec. ἀποδοθῆναι δὲ τοῖς λαοῖς τοὺς ποιμένας, ἐπανελθεῖν δὲ τὴν Ἐκκλησίαν εἰς τὸ οἰκεῖον αὐτῆς ἀξίωμα. πέπεισμαι γὰρ ὅτι, ἐὰν εὑρεθῇ φωνὴ δυσωποῦσα τὸν ἀγαθόν, οὐκ εἰς μακρὰν ποιήσει τὰ ἐλέη αὐτοῦ, ἀλλὰ παρέξει ἡμῖν λοιπὸν σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν ἔκβασιν,", "candidate_score": 0.639824, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_1_3", "bdc_text": "Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_685", "psc_text": "ἐγειρομένης ὑψηλότερος γενόμενος τῇ γνώμῃ, ἀβάπτιστον τοῖς ἁλμυροῖς καὶ πικροῖς τῆς κακοδοξίας κύμασι διαφύλασσεδιαφύλαξαι editi antiqi. τὴν ὁλκάδα, ἀναμένων τὴν γαλήνην, ἣν ποιήσει ὁ Κύριος, ἐπειδὰν εὑρεθῇ φωνὴ ἀξία τοῦ διαναστῆσαι αὐτὸν πρὸς τὴν ἐπιτίμησιν τῶν πνευμάτων καὶ τῆς θαλάσσης. εἰ δὲ βούλει ἡμᾶς λοιπὸν ὑπὸ τῆς μακρᾶς ἀρρωστίας ἐπειγομένουςἀπαγομένους E. πρὸς τὴν ἀναγκαίαν ἔξοδον ἐπισκέψασθαι, μήτε καιρὸν ἀναμείνῃς, μήτε τὸ παρʼ ἡμῶν σύνθημα, εἰδὼς ὅτι πατρικοῖς σπλάγχνοις πᾶσα εὐκαιρία ἐστὶ περιπτύσσεσθαι τέκνον ἀγαπητὸν καὶ λόγου παντὸς κρείττων ἡ κατὰ ψυχὴν διάθεσις. Βάρος δὲ ὑπερβαῖνον τὴν δύναμιν μὴ ὀδύρου. εἰ μὲν γὰρ αὐτὸς ἦς ὁ μέλλων φέρειν τὸ βάσταγμα τοῦτο, οὐδὲ οὕτως ἂν ἦν βαρύ, ἀλλʼ ἀφορητὸν παντελῶς. εἰ δὲ Κύριος ὁ συνδιαφέρων, Ἐπίρριψον ἐπὶ Κύριον τὴν μέριμνάν σου, καὶ αὐτὸς ποιήσει. μόνον ἐκεῖνο παραφυλάσσειν ἐν πᾶσι παρακλήθητι, μὴ αὐτὸς τοῖς μοχθηροῖς ἔθεσι συμπεριφέρεσθαι, ἀλλὰ τὰ κακῶς προειλημμένα διὰ τῆς δεδομένης σοι παρὰ Θεοῦ σοφίας μετατιθέναι πρὸς τὸ χρήσιμον. καὶ", "candidate_score": 0.639774, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_0_2", "bdc_text": "1543 . Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan.", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_931", "psc_text": "ὃς οὖν ἐκ τῶν γραμμάτων οὕτως ἐγενόμην ἡδίων, εἰκάζειν ὀφείλεις πόσου ἀξίαν ποιοῦμαι τὴν συντυχίαν σου, ἣν οἰκονομήσειεν ὁ ἅγιος γενέσθαι, ὅπου ἀνεπαχθὲς ᾖ καὶ αὐτὸς ἡμᾶς προσκαλέσῃ. καὶ γὰρ οὐ χαλεπόν μοι, εἰ καταλάβοις τὸν οἶκον τὸν ἐπὶ τῆς Εὐφημιάδος, γενέσθαι ὁμοῦ, τά τε ὧδε ὀχληρὰ διαφεύγοντι, καὶ πρὸς τὴν ἀνυπόκριτόν σου ἀγάπην ἐπειγομένῳ. τάχα δέ μοι καὶ ἄλλως ἀναγκαίαν ποιεῖ τὴν μέχρι Ναζιανζοῦ ὁδὸν ἡ ἀθρόα τοῦ θεοφιλεστάτου ἐπισκόπου Γρηγορίου ἀναχώρησις, μετὰ ποίας αἰτίας γενομένη ἀγνοουμένη μέχρι τοῦ νῦν. ὁ δὲ ἄνθρωπος, περὶ οὗ κἀγὼ ἤμην διαλεχθεὶς τῇ τελειότητί σου, καὶ αὐτὸς νῦν ἤλπισας ἕτοιμον εἶναι, γίνωσκε ὅτι μακρᾷ ἀρρωστίᾳ περιπεσών, καὶ κάμνων λοιπὸν περὶ αὐτὰς τὰς ὄψεις ἐκ τοῦ παλαιοῦ πάθους καὶ τῆς ἔναγχος αὐτῷ ἐπισυμβάσης νόσου, παντελῶς ἄχρηστος πρὸς τὰς τυχούσας ἐνεργείας ἀπέμεινεν. ἄλλος δὲ οὐκ ἔστι παρʼ ἡμῖν. ὥστε βέλτιον, εἰ καὶ ἡμῖν ἐπέτρεψαν τὸ πρᾶγμα, ἀλλʼ οὖν ἐξ αὐτῶν ἐκείνων τινὰ προβληθῆναι. καὶ γὰρ", "candidate_score": 0.639669, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_0_2", "bdc_text": "1543 . Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan.", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1243", "psc_text": "οἷς ἐπιθυμῶ, διὰ τοῦ γράμματος ἀναπαύω τὸν πόθον ὃν ἔχω ἐπὶ τῇ ἀπολαύσει τῶν ἐν σοὶ καλῶν, καὶ παρακαλῶ τὴν ἀνυπέρβλητόν σου εὐλάβειαν εὔχεσθαι ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἵνα ὁ Κύριος δῷ ἡμῖν ἀπροσκόπως παρελθεῖν τὰς λυπουμένας ἡμέρας ἢ ὥρας τῆς παρεπιδημίας ἡμῶν· παράσχοι δὲ ἡμῖν καὶ ἰδεῖν τὴν εἰρήνην τῶν ἐκκλησιῶν αὐτοῦ καὶ ἀκοῦσαι περί τε τῶν λοιπῶν συλλειτουργῶν σου καὶ τῶν συναθλητῶνἀθλητῶν E. ἃ εὐχόμεθα, καὶ περὶ σοῦ αὐτοῦ, ἃκαὶ add. E. νυκτὸς καὶ ἡμέρας οἱ ὑπὸ σὲ λαοὶ ζητοῦσι παρὰ τοῦ Κυρίου τῆς δικαιοσύνης. Γίνωσκε δὲ ὅτι πολλάκις μὲν οὐκ ἐπεστείλαμεν,ἀπεστείλαμεν E. οὐδὲ ὁσάκις ὀφειλόμενον ἦν, ἐπεστείλαμεν δὲ ὅμως τῇ θεοσεβείᾳ σου. καὶ τάχα οὐκ ἠδυνήθησαν διασῶσαι τὰς προσηγορίας ἡμῶν οἱ πιστευθέντες τὴν διακονίαν τῶν γραμμάτων ἀδελφοί. ἀλλὰ νῦν, ἐπειδὴ ἐπετύχομεν ἡμετέρων τῶν ὁδοιπορούντων πρὸς τὴν σὴν τιμιότητα, καὶ τὰ γράμματα αὐτοῖς ἐνεχειρίσαμεν προθύμως, καὶ ἀπεστείλαμένἐπεστείλαμεν E. alii MSS.; ἐστείλαμεν quatuor MSS. τινα, ἃ καταξίωσον ὑποδέξασθαιδέξασθαι", "candidate_score": 0.639456, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_0_2", "bdc_text": "1543 . Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan.", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_402", "psc_text": "σου σπουδὴ περὶ τὸν αἰδεσιμώτατον ἑταῖρον ἡμῶν Ἐλπίδιον, ὅπως τῇ συνήθει σεαυτοῦ συνέσει ἔδωκας καιρὸν φιλανθρωπίας τῷ ἄρχοντι. ταύτην οὖν τὴν χάριν νῦν σε τελειῶσαι παρακαλοῦμενπαρακαλῶ μέν editi antiqi. διὰ τοῦ γράμματος, καὶ ὑπομνῆσαι τὸν ἄρχοντα οἰκείῳ προστάγματι ἐπὶ τῆς πατρίδος ἡμῶν καταστῆναι τὸν ἄνδρα πᾶσαν σχεδὸν τὴν φροντίδα τῶν δημοσίων ἐξηρτημένον. ὥστε πολλὰς ἕξεις καὶ εὐπροσώπους ὑποβάλλειν προφάσεις τῷ ἄρχοντι, ἐξ ὧν ἀναγκαίως ἐπιμένειν αὐτὸν τῇ πατρίδι ἡμῶν προστάξει. οἷα δὲ τὰ ἐνταῦθα, καὶ ὅσου ἄξιος τοῖς πράγμασιν ὁ ἀνήρ, πάντως οὐδὲν δεήσῃ παρʼ ἡμῶν διδαχθῆναι, αὐτὸς τῇ ἑαυτοῦ συνέσει ἀκριβῶς ἐπιστάμενος. Εὐσταθίῳ,Ἐὐσταθίῳ tantum habent E et Harl. ἐπισκόπῳ Σεβαστείας Καὶ πρὸ τοῦ δέχεσθαι τὰ γράμματα, ᾔδειν τὸν πόνον ὃν ἔχεις ὑπὲρ πάσης ψυχῆς, ἐξαιρέτως δὲ ὑπὲρ τῆς ἡμετέρας ταπεινώσεως, διὰ τὸ προβεβλῆσθαι ἐν τῷ ἀγῶνι τούτῳ· καὶ δεξάμενοςδέ add. E. editi antiqi. παρὰ τοῦ αἰδεσιμωτάτου Ἐλευσινίου τὰ γράμματα, καὶ αὐτὴν αὐτοῦ τὴν παρουσίαν θεασάμενος, ἐδόξασα τὸ θεῖοντὸ θεῖον", "candidate_score": 0.639164, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_0_2", "bdc_text": "1543 . Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan.", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_654", "psc_text": "ἐξ ἁγίου· καὶ σὲ συνεύχεσθαι ἡμῖν παρακαλῶ, ὅπως ἂν ἀπολάβοιμεν αὐτὸν ἐν τάχει μετὰ τῆς κοσμιωτάτης ὁμόζυγοςσυζύγου editi antiqi. αὐτοῦ, θυγατρὸς δὲ ἡμῶν ἐν Κυρίῳ. παρακλήθητι δὲ καὶ αὐτὸς μὴ ἐν προοιμίοις ἡμῖν στῆσαι τὴν εὐφροσύνην, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀεὶ παραπιπτούσης προφάσεως ἐπιστέλλειν καὶ τὴν πρὸς ἡμᾶς διάθεσιν τῷ πυκνῷ τῆς ὁμιλίας αὔξειν, καὶ τὰ περὶ τῶν αὐτοῦσαυτοῦ editi antiqi. ἐκκλησιῶν, ὅπως ἔχει κατὰ τὴν συμφωνίαν, σημαίνειν· περὶ δὲτε E. τῶν ἐνταῦθα προσεύχεσθαι, ὥστε γενέσθαι καὶ παρʼ ἡμῖν γαλήνην μεγάλην, ἐπιτιμήσαντος τοῦ Κυρίου ἡμῶν τῷ ἀνέμῳ καὶ τῇ θαλάσσῃ. Ἀνεπίγραφος ἐπὶ ἀλείπτῃ Πρὸς πολλὰς τὰς διὰ τῆς ἐπιστολῆς ἣν πρώτην καὶ μόνην κατηξίωσεν ἡμῖν ἡ εὐγένειά σου διαπέμψασθαι ἐγγεγραμμένας κατηγορίας ἀπορῶἀπορῶν E. ἀπολογήσασθαι, οὐ διὰ τὴν τοῦ δικαίου ἔνδειαν, ἀλλὰ διὰ τὸ ἐν πλήθει τῶν ἐπιφερομένων δύσκολον εἶναι τῶν καιριωτέρων τὴν προτίμησιν, καὶ ὅθεν δεῖ πρῶτον ἡμᾶς ἄρξασθαι τῆς θεραπείας. ἢ τάχα δεῖ αὐτῇδεῖ αὐτῇ δι’ αὐτήν E. τῇ τάξει", "candidate_score": 0.639077, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_1_3", "bdc_text": "Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_652", "psc_text": "ὥστε ἐκεῖθεν ἀρχὴν τῆς συνηθείας γενέσθαι, οἱ δὲ πνευματικῶς ἀγαπᾷν εἰδότες οὐ τῇ σαρκὶ προξένῳ κέχρηνται τῆς φιλίας, ἀλλὰ τῇ τῆς πίστεως κοινωνίᾳ πρὸς τὴν πνευματικὴν συνάφειαν ἄγονται. χάρις οὖν τῷ Κυρίῳ τῷ παρακαλέσαντι ἡμῶν τὰς καρδίας ἐν τῷ δεῖξαιἐκ τοῦ δεῖξαι editi antiqi. ὅτι οὐκ ἐν πᾶσι κατέψυκται ἡ ἀγάπη, ἀλλʼ εἰσί που τῆς οἰκουμένης οἱ τῆς Χριστοῦ μαθητείας τὸν χαρακτῆρα δεικνύντες. καὶ τοίνυν ἔδοξέ μοι τὸ καθʼ ὑμᾶς ἐοικέναι πρᾶγμα ἄστροις ἐν νυκτερινῇ συναφείᾳ·συννεφείᾳ E. ἄλλοις κατʼ ἄλλα μέρη τοῦ οὐρανοῦ διαλάμπουσιν, ὧν χαρίεσσα μὲν ἡ λαμπρότης, χαριέστερον δὲ δήπου τὸ ἀπροσδόκητον. τοιοῦτοι δὲ καὶ ὑμεῖς οἱ τῶν ἐκκλησιῶν φωστῆρες, ὀλίγοι παντελῶς καὶ εὐαρίθμητοι ἐν τῇ σκυθρωπῇ ταύτῃ καταστάσει, οἷον ἐν σκοτομήνῃ διαφαινόμενοι, πρὸς τῷ ἐκ τῆς ἀρετῆς χαρίεντι, ἔτι καὶ τῷ σπανίῳ τῆς εὑρέσεως τὸ περιπόθητον ἔχοντες. Ἐγνώρισε δέ σου τὴν διάθεσιν ἡμῖν τὸ γράμμα αὐτάρκως. εἰ γὰρ καὶ μικρὸν ἦν τῷ πλήθει τῶν συλλαβῶν, ἀλλὰ τῇ", "candidate_score": 0.639022, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_0_2", "bdc_text": "1543 . Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan.", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_597", "psc_text": "τε προεξανέστης, καὶ τοὺς λοιποὺς συνεπήγειρας, ἐπιστέλλων, αὐτὸς παραγινόμενος, τί οὐ ποιῶν, τίνα φωνὴν οὐκ ἀφιείς ϲ ὧν μεμνήμεθα μὲνμέν om. E ἐφʼ ἑκάστῳ τῶν ἐκβαινόντων, ὠφελούμεθα δὲ ἀπʼ αὐτῶν οὐκέτι. καὶ νῦν εἰ μὴ αἱ ἁμαρτίαι ἀντέστησάν μοι, καὶ τὸ μὲν πρῶτον ὁ εὐλαβέστατος καὶ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς ἡμῶν Εὐστάθιος ὁ συνδιάκονος, εἰς νόσον χαλεπὴν καταπεσών, εἰς ὅλους με δύο παρέτεινε μῆνας, ἡμέραν ἐξ ἡμέρας τὴν σωτηρίαν αὐτοῦ περιμένοντα· ἔπειτα δὲ οἱ σὺν ἐμοὶ πάντες ἠσθένησαν, ὧν τὰ μὲν καταλείμματαἐγκαταλείμματα E. ἐξαριθμήσεταιἐξαριθμηθήσεται E. ὁ ἀδελφὸς Ἰσαάκης· τὸ δὲ τελευταῖον αὐτὸς ἐγὼ τῇ νόσῳ κατεσχέθην ταύτῃ· ἐπεὶ πάλαι ἂν ἤμην παρὰπρός E. τὴν σὴν τιμιότητα, οὐκ ὄφελός τι τοῖς κοινοῖς παρεχόμενος, ἀλλʼ ἐμαυτῷ μέγα κέρδος ἐκ τῆς συντυχίας σουσου om. E κτώμενος. καὶ γὰρ ἐγνώκειν ἔξω τῶν ἐκκλησιαστικῶν γενέσθαι βελῶν διὰ τὸ ἀφύλακτον ἡμῶν πρὸς τὰ σκευωρούμενασκαιωρούμενα Harl., Paris., Clarom. παρὰ τῶν ἐναντίων. σώζοι σε τῷ βίῳ παντὶ ἡ μεγάλη τοῦ", "candidate_score": 0.638918, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_0_2", "bdc_text": "1543 . Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan.", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1156", "psc_text": "γραμμάτων εἰς προτροπὴνπροκόπην Harl. et Med. τῆς ἀγαθῆς ὑμῶν ἀθλήσεως ἐνεβόησα. ἐγένετο δὲ ἡμῖν οὐδὲ τοῦτο ῥᾴδιον διὰ δύο προφάσεις· μίαν μέν, ὅτι οὐκ ᾔδειμεν ὅπου διάγετε, ἑτέραν δέ, ὅτι οὐδὲ πολλοί εἰσιν οἱ παρʼ ἡμῶν πρὸς ὑμᾶς ἀπαίροντες. Ἀλλὰ νῦν ὁ Κύριος ἤγαγεν ἡμῖν τὸν ποθεινότατον καὶ εὐλαβέστατον ἀδελφὸν Σαγκτίσσιμον τὸν συμπρεσβύτερον,πρεσβύτερον E. δι’ οὗ καὶ προσφθεγγόμεθα ὑμῶν τὴν ἀγάπην καὶκαὶ om. E παρακαλοῦμεν προσεύχεσθαι ὑμᾶςκαὶ add. E. ὑπὲρ ἡμῶν, χαίροντας καὶ ἀγαλλιωμένους ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς, καὶ ὡς ἔχοντας παρρησίαν πρὸς τὸν Κύριον μὴ ἀνεῖναι νυκτὸς καὶ ἡμέρας βοῶντας πρὸς αὐτόν, ὑπὲρ τοῦ παύσασθαι μὲν τὸν σάλον τῶν ἐκκλησιῶν τοῦτον,τούτων E. Reg. sec. ἀποδοθῆναι δὲ τοῖς λαοῖς τοὺς ποιμένας, ἐπανελθεῖν δὲ τὴν Ἐκκλησίαν εἰς τὸ οἰκεῖον αὐτῆς ἀξίωμα. πέπεισμαι γὰρ ὅτι, ἐὰν εὑρεθῇ φωνὴ δυσωποῦσα τὸν ἀγαθόν, οὐκ εἰς μακρὰν ποιήσει τὰ ἐλέη αὐτοῦ, ἀλλὰ παρέξει ἡμῖν λοιπὸν σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν ἔκβασιν,", "candidate_score": 0.638864, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_6_8", "bdc_text": "Hoff jes was von euch zu habend . Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 . octobris ain 1569 .", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_840", "psc_text": "τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι καὶ κοινωνήσω τῶν φροντίδων. ἐὰν δὲ ἐπείγῃ τὰ σπουδαζόμενα, πράξατε μὲν τῇ τοῦ Θεοῦ συνεργίᾳ τὰ χερσί, συναριθμήσατε δέ με ἑαυτοῖς ὡς παρόντα καὶ τῶν καλῶς γινομένων συνεφαπτόμενον. ἐρρωμένος καὶ εὔθυμος ἐν Κυρίῳ ὑπερευχόμενός μου, φυλαχθείης τῇ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ χάριτι τοῦ ἁγίου. Τοῖς παραλιώταις ἐπισκόποις. Ἐγένετό μοι πολλὴ ὁρμὴ τῆς συντυχίας ὑμῶν, καὶ ἀεί τι ἐπεγένετο κώλυμα, ἐμποδίζον μου τῇ προθυμίᾳ. ἢ γὰρ ἡ τοῦ σώματος ἀσθένεια συνεπόδισέ με (ἣν οὐκ ἀγνοεῖτε πάντως, ὅση μοι πάρεστιν ἐκ τῆς πρώτης ἡλικίας μέχρι τοῦ γήρως τούτου, συντραφεῖσά μοι καὶ παιδεύουσά με, κατὰ τὴν δικαίαν κρίσιν τοῦ πάντα ἐν σοφίᾳ οἰκονομοῦντος Θεοῦ), ἢ αἱ τῶν ἐκκλησιῶν ἐπιμέλειαι, ἢ οἱ πρὸς τοὺς ἐπανισταμένους τῷ λόγῳ τῆς ἀληθείας ἀγῶνες. διὸ μέχρι τοῦ παρόντος ἐν θλίψει πολλῇ καὶ λύπῃ διάγω, συνειδὼς ὅτι τὸ καθʼ ὑμᾶς ἐλλέλειπταί μοι. ἐγὼ γὰρ ἀκούσας παρὰ τοῦ Θεοῦ τοῦ διὰ τοῦτο τὴν διὰ σαρκὸς ἐπιδημίαν καταδεξαμένου,", "candidate_score": 0.638453, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_95", "psc_text": "ἡμῶν καὶ ὄντως τελείαν ἑορτὴν ἑορτάσαντες τῷ Κυρίῳ διὰ τὴν ὑπερβάλλουσαν αὐτῶν περὶ τὸν Θεὸν ἀγάπην, προεπέμψαμεν μεθʼ ὑγείας πρὸς τὴν σὴν εὐγένειαν, εὐχόμενοι τῷ φιλανθρώπῳ Θεῷ καὶ αὐτοῖς δοθῆναι εἰρηνικὸν ἄγγελον βοηθὸν καὶ σύμπορον καὶ σὲ παρʼ αὐτῶν καταληφθῆναι ἐν ὑγείᾳ καὶ πάσῃ εἰρηνικῇ καταστάσει, ἵνα, ὅπουπερ ἂν ἦτε δουλεύοντες τῷ Κυρίῳ καὶ εὐχαριστοῦντες αὐτῷ, εὐφραίνητεεὐφραίνηται C. ἡμᾶς, ἕως ἐσμὲν ἐν τῷ κόσμῳ, ἀκούοντας τὰ παρʼ ὑμῶν. ἐὰν δὲ παράσχῃ ὁ ἅγιος ΘεὸςΘεὸςom. C, D. θᾶττόν σε τῶν φροντίδων τούτων ἀπαλλαγῆναι, παρακαλοῦμέν σε μηδὲν προτιμῆσαι τῆς μεθʼ ἡμῶνπαρʼ ἡμῖν C, D. διαγωγῆς. οἶμαι γὰρ μὴ εὑρεῖν σε τοὺς οὕτως ἀγαπῶντας καὶ ἀντιποιουμένους τῆς παρʼ ὑμῖν φιλίας. ἕως οὖν ἂν οἰκονομῇ ὁ ἅγιος τὸν χωρισμὸν τοῦτον, διὰ πάσης προφάσεως παραμυθεῖσθαι ἡμᾶς γράμμασι καταξίου. Ὀλυμπίῳ Ἔγραφες ἡμῖν πρότερον μὲν ὀλίγα, νῦν δὲ οὐδὲ ὀλίγα· καὶ ἔοικεν ἡ βραχυλογία προϊοῦσα τῷ χρόνῳ παντελὴς γίνεσθαι ἀφωνία. ἐπάνελθε τοίνυν ἐπὶ τὸ ἔθος, ὡς οὐκ", "candidate_score": 0.625447, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_979", "psc_text": "πάντα τὸν χρόνον οἱ σοὶ ταχυγράφοι παρῆσαν ἐμοὶ ὑπαγορεύοντι τὰ πρὸς τὴν αἵρεσιν; οὐ τῶν σῶν μαθητῶν οἱ γνησιώτατοι πάντα μοι τὸν χρόνον παρῆσαν; οὐ τὰς ἀδελφότητας ἐπισκεπτόμενος, καὶ συνδιανυκτερεύων αὐταῖς ἐν ταῖς προσευχαῖς, λέγων καὶ ἀκούων ἀεὶ τὰ περὶ Θεοῦ ἀφιλονείκως, οὐκ ἀκριβεῖς παρεῖχον τῆς ἐννοίας ἐμαυτοῦ τὰς ἀποδείξεις; πῶς οὖν ἡ ἐν τοσούτῳ χρόνῳ πεῖρα ἐλάττων ἐφάνη τῆς οὕτω σαθρᾶς καὶ ἀδρανοῦς ὑπονοίας; τίνα δὲ ἔδει πρὸ σοῦ μάρτυρα εἶναι τῆς ἐμῆς διαθέσεως; τὰ ἐπὶ Χαλκηδόνος λαληθέντα ἡμῖν περὶ πίστεως, τὰ ἐν Ἡρακλείᾳ πολλάκις, τὰ πρότερον ἐπὶ τῆς Καισαρείας ἐν τῷ προαστείῳ, εἰ μὴ πάντα σύμφωνα παρʼ ἡμῶν; εἰ μὴ πάντα ἀλλήλοις συμβαίνοντα; ἐκτὸς τοῦ, ὅπερ εἶπον, ἐκ προκοπῆς τινα αὔξησιν ἐπιθεωρεῖσθαι τοῖς λεγομένοις, ὅπερ οὐχὶ μεταβολή ἐστιν ἐκ τοῦ χείρονος πρὸς τὸ βέλτιον, ἀλλὰ συμπλήρωσις τοῦ λείποντος κατὰ τὴν προσθήκην τῆς γνώσεως. πῶς δὲ κἀκεῖνο οὐκ ἐνθυμῇ, ὅτι πατὴρ οὐ λήψεται ἁμαρτίαν παιδός, οὐδὲ υἱὸς λήψεται ἁμαρτίαν", "candidate_score": 0.619648, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_735", "psc_text": "ἐρημίαν ἐπάγειν τῶν προεστώτων. ὅθεν λογίζομαι καὶ τὴν σὴν εὐλάβειαν ἐπιστυγνάζουσαν τοῖς συμβεβηκόσι μὴ ἐπιστέλλειν ἡμῖν, καὶ ὁμοῦ ἐν πλείονι εἶναι νῦν ἀσχολίᾳ, περιτρέχεινπεριέπειν E. Med. τὰ τοῦ Χριστοῦ ποίμνια διὰ τὴν πανταχόθεν τῶν ἐχθρῶν ἐπανάστασιν. ἀλλʼ ἐπειδὴ πάσης λύπης παρηγορία ἡ πρὸς τοὺς ὁμοψύχους ἐστὶν ὁμιλία, καταξίου ὁσάκις ἂν δυνατόν σοι ἐπιστέλλειν ἡμῖν, καὶ αὐτός τε ἀναπαύεσθαι ἐν τῷ φθέγγεσθαι πρὸς ἡμᾶς, καὶ ἡμᾶς παρηγορεῖν ἐν τῷ μεταδιδόναι ἡμῖν τῶν σεαυτοῦ ῥημάτων. τοῦτο δὲ καὶ ἡμεῖς σπουδάσομεν ποιῆσαι ὁσάκις ἂν ἡμῖν ἐνδιδῷ τὰ πράγματα. εὔχου δὲ καὶ αὐτὸς καὶ πᾶσαν τὴν ἀδελφότητα παρακάλεσον σπουδαίως δυσωπεῖν τὸν Κύριον, ἵνα δείξῃ ποτὲ ἡμῖν λύσιν τῆς περιεχούσης ἡμᾶς κατηφείας. Θεοδότῳ, ἐπισκόπῳ Βεροίας Οἶδα ὅτι, εἰ καὶ μὴ ἐπιστέλλεις ἡμῖν, ἀλλʼ ἐν τῇ καρδίᾳ σου ὑπάρχει ἡ μνήμη ἡμῶν. καὶ τοῦτο τεκμαίρομαι, οὐχ ὅτι αὐτὸς ἄξιός εἰμι μνήμης τινὸς δεξιᾶς, ἀλλʼ ὅτι ἡ σὴ ψυχὴ πλουτεῖ ἐν τῇ τῆς ἀγάπης περιουσίᾳ. πλὴν ἀλλʼ", "candidate_score": 0.619263, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_2", "bdc_text": "und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan.", "psc_chunk_id": "tlg2040.tlg004.perseus-grc1_window_1243", "psc_text": "οἷς ἐπιθυμῶ, διὰ τοῦ γράμματος ἀναπαύω τὸν πόθον ὃν ἔχω ἐπὶ τῇ ἀπολαύσει τῶν ἐν σοὶ καλῶν, καὶ παρακαλῶ τὴν ἀνυπέρβλητόν σου εὐλάβειαν εὔχεσθαι ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἵνα ὁ Κύριος δῷ ἡμῖν ἀπροσκόπως παρελθεῖν τὰς λυπουμένας ἡμέρας ἢ ὥρας τῆς παρεπιδημίας ἡμῶν· παράσχοι δὲ ἡμῖν καὶ ἰδεῖν τὴν εἰρήνην τῶν ἐκκλησιῶν αὐτοῦ καὶ ἀκοῦσαι περί τε τῶν λοιπῶν συλλειτουργῶν σου καὶ τῶν συναθλητῶνἀθλητῶν E. ἃ εὐχόμεθα, καὶ περὶ σοῦ αὐτοῦ, ἃκαὶ add. E. νυκτὸς καὶ ἡμέρας οἱ ὑπὸ σὲ λαοὶ ζητοῦσι παρὰ τοῦ Κυρίου τῆς δικαιοσύνης. Γίνωσκε δὲ ὅτι πολλάκις μὲν οὐκ ἐπεστείλαμεν,ἀπεστείλαμεν E. οὐδὲ ὁσάκις ὀφειλόμενον ἦν, ἐπεστείλαμεν δὲ ὅμως τῇ θεοσεβείᾳ σου. καὶ τάχα οὐκ ἠδυνήθησαν διασῶσαι τὰς προσηγορίας ἡμῶν οἱ πιστευθέντες τὴν διακονίαν τῶν γραμμάτων ἀδελφοί. ἀλλὰ νῦν, ἐπειδὴ ἐπετύχομεν ἡμετέρων τῶν ὁδοιπορούντων πρὸς τὴν σὴν τιμιότητα, καὶ τὰ γράμματα αὐτοῖς ἐνεχειρίσαμεν προθύμως, καὶ ἀπεστείλαμένἐπεστείλαμεν E. alii MSS.; ἐστείλαμεν quatuor MSS. τινα, ἃ καταξίωσον ὑποδέξασθαιδέξασθαι", "candidate_score": 0.611143, "ce_score": null } ] }, { "rank": 9, "cf_id": "cf011", "work_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex3", "max_score": 0.676075, "ce_confirmed": false, "evidence": [ { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3_5", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex3_window_922", "psc_text": "περὶ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν πρόρρησιν, δι’ ἧς φησίν· ἰδού, τέθεικά σε εἰς διαθήκην γένους, εἰς φῶς ἐθνῶν, ἀνοῖξαι ὀφθαλμοὺς τυφλῶν, ἐξαγαγεῖν ἐκ δεσμῶν δεδεμένους · οὕτω γὰρ καὶ ἐνταῦθα ὁ κύριος λύειν λύει πεπεδημένους εἴρηται εἴρηται δὲ καὶ τὸ κύριος κύριος ὁ σοφοῖ τυφλούς. Θαυμάσαι δ’ ἔστιν, ὅπως καὶ τοῖς τὰ σώματα πηροῖς πονηροῖς πλεῖόν τι συνέσεως πάρεστι τοῦ θεοῦ σοφίσαντος σοφήσαντος σοφίζοντος αὐτοὺς ἀντὶ τῆς τῶν ὀφθαλμῶν στερήσεως. ἀληθῶς δὲ ἦσαν τυφλοὶ πάντες οἱ πρὸ τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἐπιδημίας πολύθεον πλάνην τυφλώττοντες. τίνες δὲ οἱ κατερραγμένοι ἢ οἱ τὰς βάσεις τῆς ψυχῆς παρεμποδισμένοι παραπεποδισμένοι πεποδισμένοι ὡς μὴ τὴν εὐθείαν ὁδὸν βαδίζειν τὴν ἐπὶ θεὸν ἄγουσαν. Τήρει δέ, ὡς οὐδὲν περὶ τοῦ Ἰσραὴλ ὁ λόγος ἐνταῦθά φησιν, ἀλλὰ καθολικῶς ἀποφαίνεται περὶ πάντων προφητικῶς, οἶμαι, θεσπίζων ταῦτα περὶ τῆς ἐξ ἐθνῶν κλήσεως. ρμϛʹ Ὕμνος σὺν θεολογίᾳ Αἰνεῖτε τὸν κύριον, ὅτι ἀγαθὸν ψαλμός. τῷ θεῷ ἡμῶν ἡδυνθείη αἴνεσις. Ἀντὶ … καρπόν]", "candidate_score": 0.676075, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_4_6", "bdc_text": "Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß . Hoff jes was von euch zu habend .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex3_window_911", "psc_text": "ἀπολοῦνται] PG 24 (61 A13–B7)Εἶτα ἐπειδὴ … ἀφέστηκεν] Nd 238v: anonym; Nh 631v: anonymἐπειδὴ ὀλίγων ἐστὶ τὸ δύνασθαι ἐπιστημόνως αὐτὸν ἐπικαλεῖσθαι καὶ καταξιοῦσθαι αὐτοῦ τῆς ἀκοῆς θέας , ἐπιφέρει ἀναγκαίως ἐπαναλαβὼν τὸν λόγον καί φησιν, ὅτι οὐ οὐχ ἁπλῶς πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν, ἀλλὰ μόνοις τοῖς ἐν ἀληθείᾳ τοῦτο τοῦτο γὰρ πράττουσιν πράττειν ἐπιτυγχάνει ἐγγὺς τυγχάνει · τῶν γὰρ μὴ τοιούτων μακρὰν ἀφέστηκεν, οἷς καὶ φησίν· αἱ ἀμαρτίαι ὑμῶν διιστῶσιν ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν . περὶ τούτων δὲ καὶ ἀλλαχοῦ λέλεκται· διότι οἱ μακρύνοντες ἑαυτοὺς ἀπὸ σοῦ ἀπολοῦνται. Θέλημα τῶν φοβουμένων αὐτὸν ποιήσει καὶ τῆς δεήσεως αὐτῶν ἐπακούσεται καὶ σώσει αὐτούς. φυλάσσει κύριος πάντας τοὺς ἀγαπῶντας αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἐξολεθρεύσει. Ἀναγκαίως … προκοπήν] Nd 238v: Theodoret fortgesetzt; Nh 632r: Chrysostomus fortgesetzt Ἀναγκαίως … παραδίδωσιν] A 392r: Eusebius; P 333v: EusebiusἈναγκαίως καὶ ταῦτα εἰς τὸν ὕμνον τοῦ θεοῦ παραλαμβάνεται προτρέποντα τοὺς ὑμοῦντας ἐπὶ τὴν ἐν θεῷ προκοπήν. διὸ", "candidate_score": 0.637527, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_9_11", "bdc_text": "S. D . Ulrich Philipp , Frychen von der hoffen bey 1554 . Ies . Eberren , er würdigen Heinrich , und Bullinger , herren meister Heinrich Bullinger , diener der kirchen Zürich , minem verschruwten lieben herrn und fründ .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex3_window_520", "psc_text": "τοὺς φοβουμένους τὸν κύριον καὶ ἓν σῶμα ἀπεργαζόμενος ἀπεργασάμενος ἀπεργασόμενος καὶ λαὸν ἕνα διδάσκει τοῦτον παρασκευάζεσθαι εἰς θλίψεις μετὰ τοῦ ἀκριβῶς εἰδέναι, ὅτι ἡ θλίψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα. ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει ἡ δὲ ἐλπίδα διὰ τῆς δοκιμῆς τὴν μὴ καταισχύνουσαν . διόπερ λέγειν διδάσκεται ἔλεγεν ὁ Χριστοῦ χριστὸς λαός· ἐκ θλίψεως ἐπεκαλεσάμην τὸν κύριον, καὶ ἐγένετό μοι ἐπήκουσέ μου εἰς πλατυσμόν· εἰ γὰρ καὶ τὰ μάλιστα τὴν στενὴν καὶ τεθλιμμένην ὥδευεν ὁδεύει , ἀλλ’ ἐπιρρίψας ἑαυτὸν ταῖς πρὸς τὸν κύριον καὶ ἐπήκουσέ μου εὐχαῖς αὐτὸν εὗρε τὸν κύριον τὸν κύριον εὑρίσκει εὑρίσκει τὸν κύριον πλατυσμὸν αὐτῷ γενόμενον γινόμενον , ὡς ἐξ ἑτέρου μὲν μέρους τοῦ κατὰ τὸν ἀνθρώπινον βίον αὐτοῦ βίου τὴν στενὴν αὐτὸν ὁδεύειν καὶ τεθλιμμένην καὶ διὰ τοῦτο λέγειν· ἐκ θλίψεως ἐπεκαλεσάμην τὸν κύριον, ἐκ δὲ θατέρου μέρους πλατυσμὸν ἔχειν καὶ εὐρυχωρίαν αὐτὸν τὸν κύριον. διό φησιν ὁ Σύμμαχος·", "candidate_score": 0.627445, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_9_11", "bdc_text": "S. D . Ulrich Philipp , Frychen von der hoffen bey 1554 . Ies . Eberren , er würdigen Heinrich , und Bullinger , herren meister Heinrich Bullinger , diener der kirchen Zürich , minem verschruwten lieben herrn und fründ .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex3_window_924", "psc_text": "αἰνεῖτε τὸν κύριον. ὁμοίως δὲ καὶ ἡ πέμπτη ἔκδοσις αἰνεῖτε τὸν Ἴα ἰὰ ἐξέδωκεν. ὁ … κύριον] vgl. Nd 241v ὁ μὲν πρὸ…εὐηργέτησεν: anonym; vgl. Nh 634v: anonym ὁ μὲν οὖν πρὸ τούτου ψαλμὸς μιᾷ ψυχῇ αἰνεῖν αἰνεῖτε τὸν κύριον παρεκελεύετο παρακελεύεται , ἐνταῦθα δὲ πλήθεσι λέγεται τὸ αἰνεῖτε τὸν κύριον κύριον. παρεκελεύετο mit π auf κ . ἐπειδὴ οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ θεός, εἰκότως πᾶν τὸ εἰς αὐτοῦ δόξαν ἀναφερόμενον καὶ εἰς αὐτοῦ τιμὴν πραττόμενον ἀγαθὸν ἂν εἴη, ὥσπερ οὖν καὶ νῦν ἀγαθὸν ὁ ψαλμὸς ὡς ἂν εἰς ἀγαθὸν θεὸν ἀναπεμπόμενος. ἀνθ’ οὗ ὁ μὲν Ἀκύλας ἀγαθὸν ἐγκώμιον ἡρμήνευσεν, ὁ δὲ Σύμμαχος ἀγαθὸν ᾠδή . Οὐ … καρπόν] vgl. Nd 241v καὶ παντὸς…ἀποδέχεται: Chrysostomus fortgesetzt; vgl. Nh 634v: Chrysostomus fortgesetztΟὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἡ αἴνεσις ἡ εἰς θεὸν ἀναπεμπομένη παντός τε εὐώδους θυμιάματος καὶ πάσης ἡδονῆς ἡδίων αὐτῷ τυγχάνει. καὶ ἀλλαχοῦ δὲ εἴρηται· ἡδυνθείη αὐτῷ t.r. (s.", "candidate_score": 0.623404, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_7", "bdc_text": "Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 .", "psc_chunk_id": "pta0003.pta020.pta-grcBibex3_window_483", "psc_text": "τοῦ θεοῦ δυνάμεως πᾶσαν τὴν κτίσιν, ὡς καὶ αὐτὰ τὰ νομιζόμενα ἡμῖν ἄψυχα ὄρη καὶ τοὺς βουνοὺς μὴ ἀνεπαίσθητα γεγονέναι τῆς ἐπιβάσεως τοῦ θεοῦ τῆς ἐν αὐτῷ γενομένης κατὰ τὸν καιρὸν τῆς ἐξ Αἰγύπτου πορείας· ἡ μὲν γὰρ Μωυσέως μωυσέος γραφὴ διδάσκει λέγουσα· κύριος ἐκ Σινᾷ ὤφθῃ καὶ ἐπέφανεν ἐξ ὄρους Χωρὴβ καὶ ἄγγελοι μετ’ αὐτοῦ. καὶ ἀνέβη, φησίν, Μωυσῆς εἰς τὸ ὄρος καὶ εἶδε τὰ ἴχνη, ἔνθα εἱστήκεσαν εἱστήκησαν οἱ πόδες αὐτοῦ. καὶ ὡς ὅλοις τεσσαράκοντα ἔτεσι τοῦ λαοῦ κυκλοῦντος τὴν ἔρημον συνῆν αὐτοῖς τὸ θεῖον ἐπιβαῖνον τοῖς ὄρεσι καὶ τοῖς βουνοῖς. ὁ δὲ παρὼν λόγος προστίθησι τῇ ἱστορίᾳ διδάσκων, ὅτι χαίροντα τὰ ὄρη τῇ εἰς αὐτὰ ἐπιβάσει τοῦ θεοῦ κριῶν δίκην ἐσκίρτων καὶ ὠρχοῦντο δι’ ὑπερβολὴν χαρᾶς. τὸ δ’ αὐτὸ ἔπασχον καὶ οἱ βουνοὶ ὡς ἀρνία σκιρτῶντες καὶ δυνάμει φθεγγόμενοι καὶ ἀνθρωπίνῃ φωνῇ λαλοῦντες, ὡς, εἰ ὡσεὶ καθ’ ὑπόθεσίν τις εἴρετο ἤρετο τὰ ὄρη καὶ τοὺς βουνοὺς τὴν", "candidate_score": 0.619543, "ce_score": null } ] }, { "rank": 10, "cf_id": "cf011", "work_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1", "max_score": 0.674603, "ce_confirmed": false, "evidence": [ { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3_5", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_310", "psc_text": "περὶ τὰ ἐκείνων λόγια εὐλόγου σπουδῆς. συνέστη δέ μοι διὰ τοῦ πρὸ τούτου συγγράμματος καὶ τὸ αἴτιον τοῦ μὴ Ἰουδαίζειν ἡμὰς, καὶ ταῦτα ταῖς αὐτῶν χαίροντας προφητικαῖς γραφαῖς. ἀλλὰ καὶ ὁποῖος ὁ βίος τυγχάνει ὁ διὰ τοῦ Χριστοῦ πᾶσι τοῖς ἔθνεσι κεκηρυγμένος, ἥ τε ἀρχαιότης τοῦ τρόπου τῆς εὐαγγελικῆς πολιτείας, ὡς οἶόν τε ἦν, ἐν αὐτῷ διελήλυθα. τούτων δ’ ἡμῖν προηνυσμένων, ἤδη ποτὲ καιρὸς ἀπορρητοτέρων ἅψασθαι λόγων, τῶν περὶ τῆς κατὰ τὸν σωτῆρα καὶ κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν τὸν Χριστὸν τοῦ θεοῦ μυστικῆς οἰκονομίας, καὶ ὡς ἂν μάθοιμεν διὰ τί νῦν, ἀλλ’ οὐ πρὸ τούτου, τὴν εἰς ἅπαντας ἀνθρώπους ἐπιφάνειαν αὐτοῦ πεποίητο, καὶ τί τὸ αἴτιον ἦν τοῦ μὴ πάλαι πρότερον, ἔναγχος δὲ καὶ μετὰ τὸν μακρὸν αἰῶνα τῆς τῶν ἐθνῶν ἀπάρξασθαι αὐτὸν κλήσεως, τά τε ἄλλα ὃσα δήποτε τῆςπ κατ’ αὐτὸν ἀπορρήτου θεολογίας οἰκεῖα τυγχάνει· ἔτι μὴν καὶ τὰ περὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως αὐτοῦ, ἃ καὶ πρῶτα ἐξ ἑτέρας λόγου ἀρχῆς,", "candidate_score": 0.674603, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_2_4", "bdc_text": "und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend.", "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1215", "psc_text": "κύριος ἡμῶν, ὅς γε καὶ πάλαι οὔσας ἀσαφεῖς καὶ κατεσφραγισμένας ὥσπερ ἐπικειμένας περιελὼν σφραγῖδας, ἀνέῳξέ τε καὶ ἀνή- πλωσε, τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς τὸν νοῦν τῶν θείων παραδιδοὺς γραμμάτων. ὅθεν ἰδοὺ ‟ φησὶν, ἐνίκησεν ὁ λέων ὁ ἐκ φυλῆς Ἰούδα, καἰ αὐτὸς ἤνοιξε τὰς σφραγῖδας τὰς ἐπικειμένας τῷ βιβλίῳ,” κατὰ τὴν Ἀποκάλυψιν Ἰωάννου. ποίας δὲ σφραγῖδας ἢ τῶν προφητῶν τὰς ἀσαφείας; ἃς εὖ μάλα ἐπιστάμενος ἀκριβῶς καὶ ὁ Ἡσαΐας ἔλεγε ‘καὶ ἔσονται οἱ λόγοι οὗτοι ὡς οἶ λόγοι τοῦ βιβλίου τοῦ ἐσφραγισμένου.” οὐκ ἄρα τοῦ ἀποκλεῖσαι ὅρασιν καὶ προφήτην ἐλήλυθεν ὁ Χριστὸς τοῦ θεοῦ, μᾶλλον δὲ ἀναπετάσαι καὶ εἰς φῶς ἀγαγεῖν. ὅθεν δοκεῖ μοι κυριώτερον ὁ Ἀκύλας φάναι ‟τοῦ τελέσαι ὁραματισμὸν καὶ προφήτην.\" ὃ καὶ συνᾴδει τῷ ‘οὐκ ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας, ἀλλὰ πληρῶσαι, πρὸς αὐτοῦ τοῦ σωτῆρος εἰρημένῳ. ‟ τέλος γὰρ νόμου Χριστὸς, καὶ πᾶσαί γε αἶ περὶ αὐτοῦ προφητεῖαι ἀπλήρωτοι καὶ ἀτελεῖς ἔμενον εἰς ὅτ’ αὐτὸς", "candidate_score": 0.661094, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_2_4", "bdc_text": "und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend.", "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1386", "psc_text": "ἀνατεθραμμένος, εἰσῆλθεν κατὰ τὸ εἰωθὸς αὐτῷ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῶν σαββάτων εἰς τὴν συναγωγὴν, ἀναστάντι δὲ αὐτῷ ἐπεδόθη Ἡσαΐας ὁ προφήτης, οὑ καὶ ἀναπτύξας τὴν βίβλον, ἀνέγνω τὸ ἐγγεγραμμένον, πνεῦμα κυρίου ἐπ’ ἐμὲ, οὐ εἵνεκεν ἔχρισέ με, εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με, κηρῦξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ τυφλοῖς ἀνάβλεψιν, ἀποστεῖλαι τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει, καλέσαι ἐνιαυ- 3 Rom. 3, 2. 14 Es. 61, 1. τὸν κυρίου δεκτόν. καὶ πτύξας τὸ βιβλίον ἀποδοὺς τῷ ὑπηρέτῃ ἐκάθισεν. καὶ πάντων οἷ ὀφθαλμοὶ ἐν τῇ συναγωγῇ ἦσαν ἀτενίζοντες αὐτῷ. ἤρξατο δὲ λέ- γειν πρὸς αὐτοὺς ὅτι σήμερον πεπλήρωται ἡ γραφὴ αὕτη ἐν τοῖς ὠσὶν ὑμῶν. ” ὁ μὲν οὖν σωτὴρ καὶ κύριος ἡμῶν διὰ ταύτης φαίνεται σαφῶς τῆς γραφῆς διαφερόντως καὶ κρειττόνως παρὰ τοὺς πάλαι σωματικώτερον χριομένους ἱερέας, οὐκ ἐλαίῳ σκευαστῷ,, οὐδὲ ὑπ’ ἀνθρώπων, ὁμοίως τοῖς ἄλλοις, ἀλλ’ ἐνθέῳ πνεύματι αὐτοῦ δὴ τοῦ θεοῦ καὶ πατρὸς αὑτοῦ κεχρισμένος, παρ’ οὑ καὶ τῆς ἀγεννήτου θεότητος μετασχὼν θεὸς καὶ", "candidate_score": 0.65856, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_6_8", "bdc_text": "Hoff jes was von euch zu habend . Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 . octobris ain 1569 .", "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_828", "psc_text": "ἀναφέροιτο ἄν. Ἀπὸ Ψαλμοῦ πγ΄. ‟Ὀφθήσεται ὁ θεὸς τῶν θεῶν ἐν Σιῶν. ὁ θεὸς τῶν δυνάμεων εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου 5 ἐνώτισαι ὁ θεὸς Ἰακώβ· ὑπερασπιστὰ ἡμῶν ὁ θεὸς, καὶ ἐπίβλεψον ἐπὶ τὸ πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ σου. Τὸν θεὸν τῶν θεῶν ὀφθήσεσθαι προειπὼν εὔχεται τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ ᾗ τάχος ἐπιστῆναι, καθ’ ὃν ὀφθήσεται τρόπον διδάσκων διὰ ‟ἐπίβλεψον ἐπὶ τὸ πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ σου·’ ὡσεὶ σαφέστερον εἰρήκει, διὰ τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ σου ἐπιφάνηθι. ἐπεὶ γὰρ ὁ ἑωρακὼς τὸν υἱὸν ἑώρακε τὸν πατέρα τὸν πέμψαντα αὐτὸν, εἰκότως διὰ τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ ἐπιφανήσεσθαι τὸν ἐν τῷ Χριστῷ κατοικοῦντα θεὸν τῶν θεῶν ἐπαγγέλλει. Ἀπὸ Ψαλμοῦ ABBREV ‟Ἄισατε τῷ κυρίῳ ᾆσμα καινὸν, ᾄσατε κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ. ᾄσατε τῷ κυρίῳ, εὐλογήσατε τὸ ὄνομα αὐτοῦ. εὐαγγελίσασθε ἡμέραν ἐξ ἡμέρας τὸ σωτήριον αὐτοῦ. ἀναγγείλατε ἐν τοῖς ἔθνεσι τὴν δόξαν αὐτοῦ, ἐν πᾶσι τοῖς λαοῖς τὰ θαυμάσια αὐτοῦ, ὅτι μέγας κύριος καὶ αἰνετὸς σφόδρα, φοβερός ἐστιν", "candidate_score": 0.644734, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_6_8", "bdc_text": "Hoff jes was von euch zu habend . Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 . octobris ain 1569 .", "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_969", "psc_text": "τὴν εἰς άνθρώπους αὐτοῦ πάροδον ὁ παρὼν λόγος θεσπίζειν τὴν ἔνθεον αὐτοῦ προθεωρεῖ βασιλείαν, δι’ ἧς φησιν ἑωρακέναι αὐτὸν καθήμενον ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπηρμένου. οὗτος δ’ ἂν εἴη ὁ θρόνος αὐτοῦ ἐκεῖνος ὁ καὶ ἐν τῷ περὶ τοῦ ἀγαπητοῦ Ψαλμῷ δεδηλωμένος, κατὰ τὸ ‟ὁ θρόνος σου ὁ θεὸς εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος, ἐφ’ ὃν καὶ ὁ ἀνωτάτω τῶν ὅλων ποιητὴς θεὸς πατήρ τε αὐτοῦ ὡς ἂν μονογενεῖ καὶ ἀγαπητῷ καθέζεσθαι παρεκελεύετο λέγων ‟κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἴως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου.” συνίστησι δὲ ταύτην ἡμῶν τὴν εἰς τοὺς τόπους ἑρμηνείαν Ἰωάννης ὁ εὐαγγελιστὴς, ὃς παραθέμενος τὰς προκειμένας τοῦ Ἡσαΐου φωνὰς, ἐν αἷς εἴρητο ‟ἐπαχύνθη γὰρ ἡ καρδία τοῦ λαοῦ τούτου, καὶ τοῖς ὠσὶν αὑτόν βαρέως ἤκουσαν, καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὑτῶν ἐκάμμυσαν” ἐπιφέρει περὶ τοῦ Χρι.στοῦ λέγων ‟ταῦτα εἶπεν Ἡσαΐας, ὅτε εἶδε τὴν δόξαν αὐτοῦ, καὶ ἐμαρτύρησε περὶ αὐτοῦ.” ἰδὼν δὴ οὖν ὁ προφήτης", "candidate_score": 0.642104, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_6_8", "bdc_text": "Hoff jes was von euch zu habend . Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 . octobris ain 1569 .", "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_708", "psc_text": "σου. ῥάβδον δυνάμεως ἐξαποστελεῖ σοι κύριος ἐκ Σιῶν, καὶ κατακυριεύσεις ἐν μέσῳ τῶν ἐχθρῶν σου. μετὰ σοῦ ἡ ἀρχὴ ἐν ἡμέρᾳ τῆς δυνάμεώς σου, ἐν ταῖς λαμπρότησι τῶν ἁγίων σου. ἐκ γαστρὸς πρὸ ἑωσφόρου γεγέννηκά σε. ὤμοσε κύριος καὶ οὐ μεταμεληθήσεται, σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ.” Κύριος ἐκ δεξιῶν σου. τὸν σωτῆρα καὶ κύριον ἡμῶν, τὸν πρωτότοκον πάσης κτίσεως θεοῦ λόγον, τὴν πρὸ αἰῶνος σοφίαν, τὴν ἀρχὴν τῶν ὁδῶν τοῦ θεοῦ, τὸ πρωτότοκον καὶ μονογενὲς τοῦ πατρὸς γέννημα, τὸν τῇ τοῦ Χριστοῦ τιμώμενον προσηγορίᾳ, καὶ ὁ παρὼν Ψαλμὸς κύριον ἀποκαλεῖ, διδάσκων αὐτὸν εἶναι σύνθρονον ὁμοῦ καὶ υἱὸν τοῦ ἐπὶ πάντων θεοῦ τε καὶ κυρίου τῶν ὅλων, αἰώνιόν τε τοῦ πατρὸς ἱερέα. πρῶτον δὴ οὑν ἐπίστησον ὡς ἤδη τοῦτο δεύτερον γέννημα θεοῦ προσηγόρευται. καὶ ἐπεὶ θεοῦ γε πνεύματι τὰ τῆς προφητείας ἡμῖν εἰρῆσθαι πεπίστευται, ὅρα εἰ μὴ αὐτὸ δὴ τὸ ἐν τῷ προφήτῃ πνεῦμα ἅγιον ἑαυτοῦ κύριον", "candidate_score": 0.639989, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_6_8", "bdc_text": "Hoff jes was von euch zu habend . Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 . octobris ain 1569 .", "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1221", "psc_text": "‟ ἠγάπησας δικαιοσύνην καὶ ἐμίσησας ἀνομίαν, διὰ τοῦτο ἔχρισέ σε ὁ θεὸς ὁ θεός σου ἔλαιον ἀγαλλιά- σεως παρὰ τοὺς μετόχους σου.” ᾧ χρισθεὶς ἐξ ἰδίου προσώπου καὶ αὐτός φησιν ἐν Ἠσαίᾳ ‘πνεῦμα κυρίου ἐπ’ ἐμὲ, οὑ εἵνεκεν ἔχρισέ με.” ἐπεὶ καὶ πνευματικῷ, μᾶλλον δὲ θεότητος χρίσματι μόνος παρὰ τοὺς πώποτε ὁ ἡμέτερος σωτὴρ κεχρῖσθαι μεμαρτύρηται, εἰκότως ἅγιος ἁγίων, ὡς ἄν τις εἴποι, ἀρχιερεὺς ἀρχιερέων ὠνόμασται καὶ ἡγιασμένος ἡγια- 15 Levit. 19, 2. 22 Heb. 1, 9. 25 Es. 61, 1. σμένων κατὰ τὸν τοῦ Γαβριὴλ χρησμόν. ταῦτα δὲ πάντα συμπεραιουμένων τῶν ἑβδομήκοντα ἑβδομάδων τέλος ἐλάμβανεν οὐκ ἄλλοτε ἢ ἐπὶ τῶν χρόνων τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἐπιφανείας. ἐπειδὴ τοίνυν ταῦθ’ οὕτως ἔσεσθαι ὁ προδηλωθεὶς ἄγγελος κεφαλαιωδῶς ἐθέσπιζε τῷ προφήτῃ, αὖθις ἐπαναλαμβάνει τὸν περὶ τῶν ἑβδομήκοντα ἑβδομάδων λόγον, διδάσκων κατὰ μέρος ἕκαστα ἀκριβῶς ὅθεν ἀπάρχεσθαι δεῖ τῆς τῶν χρόνων ἀπαριθμήσεως, καὶ τίνα κατὰ τοὺς δηλουμένους καιροὺς ἀπαντήσεται. λέγει δ’ οὖν ‟", "candidate_score": 0.637836, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_5_7", "bdc_text": "Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß . Hoff jes was von euch zu habend . Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 .", "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_41", "psc_text": "οὗ ἂν ἐπιθυμῇ ἡ ψυχή σου, καὶ φαγῇ ἐκεῖ ἐναντίον κυρίου τοῦ θεοῦ σου.” Καὶ αὖθις τὸν τόπον ἐπισφραγίζεται ὧδέ πως φάσκων “ πᾶν πρωτότοκον ὃ ἐὰν τεχθῇ ἐν τοῖς βουσί σου, καὶ ἐν τοῖς προβάτοις σου, τὰ ἀρσενικὰ ἀποίσεις c κυρίῳ τῷ θεῷ σου. οὐκ ἐργᾷ ἐν τῷ πρωτοτόκῳ μόσχῳ σου, καὶ μὴ κείρῃς τὸ πρωτότοκον τῶν προβάτων σου· ἐναντίον κυρίου τοῦθεοῦσου φαγῇ αὐτὸ ἐνιαυτὸν ἐξ ἐνιαυτοῦ, ἐν τῷ τόπῳ ᾧ ἂν ἐκλέξηται κύριος ὁ θεός σου, σὺ καὶ ὁ οἶκός σου.” Μετὰ ταῦτα πάλιν θέα τίνα τρόπον καὶ τὰ | περὶ τῶν ἑορτῶν διαστέλλει οὐκ ἄλλοθι γῆς ἀλλ’ ἢ ἐν μόνῳ τῷ δηλουμένῳ τόπῳ πανηγυρίζειν. λέγει δ’ οὖν “ φύλαξαι τὸν μῆνα τῶν νέων, καὶ ποιήσεις τὸ πάσχα κυρίῳ τῷ θεῷ σου, πρόβατα καὶ βόας ἐν τῷ τόπῳ ᾧ ἂν ἐκλέξηται κύριος ὁ θεός σου αὐτόν.” καὶπάλιν ὑπομιμνήσκει λέγων “ οὐ δυνήσῃ θῦσαιτὸ 4 Deut. 14, 24. 17", "candidate_score": 0.636549, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_7", "bdc_text": "Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 .", "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_828", "psc_text": "ἀναφέροιτο ἄν. Ἀπὸ Ψαλμοῦ πγ΄. ‟Ὀφθήσεται ὁ θεὸς τῶν θεῶν ἐν Σιῶν. ὁ θεὸς τῶν δυνάμεων εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου 5 ἐνώτισαι ὁ θεὸς Ἰακώβ· ὑπερασπιστὰ ἡμῶν ὁ θεὸς, καὶ ἐπίβλεψον ἐπὶ τὸ πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ σου. Τὸν θεὸν τῶν θεῶν ὀφθήσεσθαι προειπὼν εὔχεται τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ ᾗ τάχος ἐπιστῆναι, καθ’ ὃν ὀφθήσεται τρόπον διδάσκων διὰ ‟ἐπίβλεψον ἐπὶ τὸ πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ σου·’ ὡσεὶ σαφέστερον εἰρήκει, διὰ τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ σου ἐπιφάνηθι. ἐπεὶ γὰρ ὁ ἑωρακὼς τὸν υἱὸν ἑώρακε τὸν πατέρα τὸν πέμψαντα αὐτὸν, εἰκότως διὰ τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ ἐπιφανήσεσθαι τὸν ἐν τῷ Χριστῷ κατοικοῦντα θεὸν τῶν θεῶν ἐπαγγέλλει. Ἀπὸ Ψαλμοῦ ABBREV ‟Ἄισατε τῷ κυρίῳ ᾆσμα καινὸν, ᾄσατε κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ. ᾄσατε τῷ κυρίῳ, εὐλογήσατε τὸ ὄνομα αὐτοῦ. εὐαγγελίσασθε ἡμέραν ἐξ ἡμέρας τὸ σωτήριον αὐτοῦ. ἀναγγείλατε ἐν τοῖς ἔθνεσι τὴν δόξαν αὐτοῦ, ἐν πᾶσι τοῖς λαοῖς τὰ θαυμάσια αὐτοῦ, ὅτι μέγας κύριος καὶ αἰνετὸς σφόδρα, φοβερός ἐστιν", "candidate_score": 0.622981, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_7", "bdc_text": "Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 .", "psc_chunk_id": "tlg2018.tlg005.1st1K-grc1_window_1418", "psc_text": "θεὸς, ὁ ποιήσας τὸν οὐρανὸν καὶ πήξας αὐτὸν, ὁ στερεώσας τὴν γῆν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ, καὶ διδοὺς πνοὴν τῷ λαῷ τῷ ἐπ’ αὐτῆς, καὶ πνεῦμα τοῖς πατοῦσιν αὐτήν. ἐγὼ κύριος ὁ θεός σου ἐκάλεσά σε ἐν δικαιοσύνῃ, καὶ κρατήσω τῆς χειρός σου, καὶ ἐνισχύσω σε, καὶ ἔδωκά σε εἰς διαθήκην γένους, εἰς φῶς ἐθνῶν, ἀνοῖξαι ὀφθαλμοὺς τυφλῶν, καὶ ἐξαγαγεῖν ἐκ δεσμῶν δεδεμένους, καὶ ἐξ οἴκου φυλακῆς καθημένους ἐν σκότει.” Καὶ ταύτης ὁ εὐαγγελιστὴς μνημονεύει τῆς λέξεως, ὅτε ἐξελθόντες οἶ Φαρισαῖοι συμβούλιον ἔλαβον κατὰ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ὅπως αὐτὸν ἀπολέσωσιν, ἐπειδὴ τοῖς σάββασιν τοὺς κάμνοντας ἐθεράπευε. τὸ τηνικαῦτα γὰρ, ὥς φησι, γνοὺς ὁ Ἰησοῦς τὴν. κατ’ αὐτοῦ συσκευὴν ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν, καὶ ἠκολούθησαν αὐτῷ ὄχλοι πολλοὶ, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτοὺς πάντας, καὶ ἐπέπληξεν αὐτοῖς ἵνα μὴ φανερὸν αὐτὸν 4 Es. 42, 1. 26 Matth. 12, 14. ποιήσωσιν.” οἷς ἐπιφέρει λέγων \"xal ταῦτα πάντα γέγονε,” τουτέστι τὸ ἀναχωρεῖν αὐτὸν καὶ τὸ ἐκκλί- νεῖν", "candidate_score": 0.622286, "ce_score": null } ] }, { "rank": 11, "cf_id": "cf001", "work_id": "tlg1443.tlg002.1st1K-grc1", "max_score": 0.673416, "ce_confirmed": false, "evidence": [ { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3_5", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "tlg1443.tlg002.1st1K-grc1_window_78", "psc_text": "τολμᾷς λέγειν τῷ κυρίῳ· Βάλε σεαυτὸν ἐντεῦθεν κάτω, ᾧ τὰ ἐνόντα λελόγισται ὡς μὴ ὄντα, καὶ εἰς κενοδοξίαν προκαλεῖσθαι τὸν οὐκ ἐπιδεικτιῶντα; 2. καὶ προσποιῇ τὴν γραφὴν ἀναγινώσκειν περὶ αὐτοῦ· Ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περί σου, καὶ ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσί σε, τοῦ μὴ προσκόψαι πρὸς λίθον τὸν πόδα σου; καὶ τὰ λοιπὰ προσποιῇ ἀγνοεῖν κλέπτων, ἃ περί σου καὶ τῶν σῶν προπόλων προεφήτευσεν· Ἐπὶ ἀσπίδα καὶ βασιλίσκον ἐπιβήσῃ, καὶ καταπατήσεις λέοντα καὶ δράκοντα; XI. Εἰ τοίνυν σὺ πάτημα τῶν ποδῶν τοῦ κυρίου, πῶς πειράζεις τὸν ἀπείραστον, ἐπιλαθόμενος τοῦ νομοθέτου παρακελευομένου, ὅτι οὐκ ἐκπειράσεις κύριον τὸν θεόν σου, ἀλλὰ καὶ τολμᾷς, ἐναγέστατε, τὰ τοῦ θεοῦ ἔργα οἰκειοῦσθαι καί σοι παραδεδόσθαι λέγειν τὴν τούτων ἀρχήν· καὶ τὴν σὴν πτῶσιν προτείνεις τῷ κυρίῳ καὶ διδόναι τὰ αὐτοῦ αὐτῷ ἐπαγγέλλῃ, ἐὰν πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς προσκυνήσῃ σοι; 2. καὶ πῶς οὐκ ἔφριξας τοιαύτην φωνὴν κατὰ τοῦ δεσπότου προήκασθαι, ὦ πάντων πονηρῶν πνευμάτων πονηρότερον", "candidate_score": 0.673416, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_5_7", "bdc_text": "Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß . Hoff jes was von euch zu habend . Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 .", "psc_chunk_id": "tlg1443.tlg002.1st1K-grc1_window_125", "psc_text": "θεὸν αὐτοῖς γενομένην εὐδίαν, καὶ ὅτι λιμένος εὐόρμου τετύχηκα Χριστοῦ διὰ τῶν προσευχῶν ὑμῶν. τέλειοι ὄντες τέλεια καὶ φρονεῖτε· θέλουσι γὰρ ὑμῖν εὖ πράττειν καὶ θεὸς ἕτοιμος εἰς τὸ παρασχεῖν. XII. Ἀσπάζεται ὑμᾶς ἡ ἀγάπη τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν τῶν ἐν Τρωάδι, ὅθεν καὶ γράφω ὑμῖν διὰ Βούργου, ὃν ἀπεστείλατε μετ’ ἐμοῦ ἅμα Ἐφεσίοις τοῖς συναδέλφοις ὑμῶν, ὃς κατὰ πάντα με ἀνέπαυσεν. καὶ ὄφελον πάντες αὐτὸν ἐμιμοῦντο, ὄντα ἐξεμπλάριον θεοῦ διακονίας. ἀμείψεται αὐτὸν ἡ χάρις τοῦ κυρίου κατὰ πάντα. 2. ἀσπάζομαι τὸν ἀξιόθεον ἐπίσκοπον ὑμῶν Πολύκαρπον καὶ τὸ θεοπρεπὲς πρεσβυτέριον καὶ τοὺς χριστοφόρους διακόνους τοὺς συνδούλους μου καὶ τοὺς κατὰ ἄνδρα καὶ κοινῇ πάντας ἐν ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῇ σαρκὶ αὐτοῦ καὶ τῷ αἵματι, πάθει τε καὶ ἀναστάσει, σαρκικῇ τε καὶ πνευματικῇ ἐν ἑνότητι θεοῦ καὶ ὑμῶν. χάρις ὑμῖν, ἔλεος, εἰρήνη, ὑπομονὴ διὰ παντὸς ἐν Χριστῷ. XIII. Ἀσπάζομαι τοὺς οἴκους τῶν ἀδελφῶν μου σὺν γυναιξὶν καὶ τέκνοις καὶ ἀειπαρθένοις καὶ", "candidate_score": 0.630466, "ce_score": null } ] }, { "rank": 12, "cf_id": "cf012", "work_id": "stoa0149b.stoa009.opp-lat1", "max_score": 0.670066, "ce_confirmed": false, "evidence": [ { "bdc_chunk_id": "8042_sent_1_3", "bdc_text": "Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa009.opp-lat1_window_101", "psc_text": "prepauerat (ra s. 1.)A repturus A 17 campum IAn campo A Gam 19 ante a Lin antea A Gam 21 mannae Pit magne AGum iubetur Lin iubemur AGam 24 reseruare Gam 26 crrdendum Gam 27 conspectu (lit/erae cons uix legi possunt) A suo tamquam uase aureo mannam roscruaturus esset, ostendit deo suscepti huius a nobis spiritalis cibi incontaminatam custodiam contuente. LIBER SECUNDUS. cap. 1 DE OSEE. Et in libro prophetarum ad Osee et alius domini sermo legitur: uade, aecipe tibi uxorem fornicationis, § 2 quoniam fornicando fornicabitur terra a domino. et post multa, quae media sunt plena nialedictionismaledictionis in eam, et post partum Israhel et Non-dilectae et Non-populi-mei haec cognoscuntur: disponam autem illis ea die testanientumtestamentum cum bestiis agri et uolatilibus caeli et serpentibus terrae et arcum et frameam et bellum conteram de terra et conlocabo te in spe (et sponsabo te mihi) ipsi in aeternum. sponsabo te mihi in", "candidate_score": 0.670066, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_1_3", "bdc_text": "Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "stoa0149b.stoa009.opp-lat1_window_71", "psc_text": "prior populus benedictionem populi iunioris posset 30 sperare, si crederet. § 4 omnibus enim patet aditus ad salutem et iter 1 Gen. 27, 21 5 Gen. 27, 22 11 Gen. 27,37 15 Gen. 27, 39 sq. 1 si tu si tu tduae priorcs uoces eras.)A 3 esset del. Lin 8 et] add. offerens Gam ut benedicatur (benedicat sibi uel se Fed) ingerente Lin ut benedie ∗∗∗∗∗∗ (c. 6 litleTae eras.) in gentem A ut benedicat in gentem Gam ut benedicatur gerente Pit; cj. injra 14: ut se benediceret (Uulg. Gen. 28, 38: mihi-benedieas) ei Hilar. in ps. 118 Satnech 6 p. 491, 3: his-se ingerentibus J6 desusum (r s. alt. s m3)A 20 dissentita se A 27 hystoriaA uitae non molestiis suis, quae utique nullae sunt, sed arbitrii nostri iure difficile est. ad consequendam enim dei misericordiam humanae uoluntatis est mora, quod ex hoc ipso, quia de Esau est, sermone", "candidate_score": 0.646841, "ce_score": null } ] }, { "rank": 13, "cf_id": "cf007", "work_id": "pta0037.pta001.pta-grc1", "max_score": 0.662055, "ce_confirmed": false, "evidence": [ { "bdc_chunk_id": "8042_sent_2_4", "bdc_text": "und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend.", "psc_chunk_id": "pta0037.pta001.pta-grc1_window_253", "psc_text": "ζωὴν ὁδηγούμενοι, ὑπὸ δὲ τῶν προφητῶν διδασκόμενοι καὶ ὑπὸ τοῦ πνεύματος φωτιζόμενοι, ἵνα διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ σοφισθέντες ἐπιγνῶμεν τὰ πάλαι μὲν προκεκηρυγμένα κατὰ καιροὺς δὲ συμβάντα καὶ συμβησόμενα· τήν τε κρίσιν τοῦ θεοῦ πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχοντες φυλάξωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς κακοῦ, ἵνα ἐκφύγωμεν τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον καὶ τὴν κόλασιν τὴν ἀκατάπαυστον. εἰ γὰρ καὶ νῦν ἐφ’ ἡμῶν οὐ συμβαίνει ταῦτα διὰ τὸ μήπω τοὺς χρόνους πεπληρῶσθαι, ἀλλὰ γοῦν εὔχεσθαι δεῖ μηδὲ εὑρεθῆναι ἡμᾶς ἐν τοῖς τοιούτοις καιροῖς, ἐν οἷς ταῦτα συμβήσεται, μήποτε ἀτονήσας τις ἀπὸ τῆς θλίψεως τῆς μεγάλης τῆς ἐπερχομένης τῷ κόσμῳ ἐκπέσῃ τῆς αἰωνίου ζωῆς. ἐνορᾶν γὰρ χρὴ τί λέγει ὁ προφήτης· καὶ ἐζήτουν ἀκριβῶς περὶ τοῦ θηρίου τοῦ τετάρτου, ὅτι ἦν διαφέρον παρὰ πᾶν θηρίον, φοβερὸν περισσῶς· οἱ ὀδόντες αὐτοῦ σιδηροῖ καὶ οἱ ὄνυχες αὐτοῦ χαλκοῖ, ἐσθίον καὶ λεπτῦνον, καὶ τὰ ἐπίλοιπα τοῖς ποσὶν αὐτοῦ συνεπάτει· καὶ περὶ τῶν κεράτων αὐτοῦ τῶν δέκα τῶν ἐν", "candidate_score": 0.662055, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_9_11", "bdc_text": "S. D . Ulrich Philipp , Frychen von der hoffen bey 1554 . Ies . Eberren , er würdigen Heinrich , und Bullinger , herren meister Heinrich Bullinger , diener der kirchen Zürich , minem verschruwten lieben herrn und fründ .", "psc_chunk_id": "pta0037.pta001.pta-grc1_window_316", "psc_text": "τὸν παῖδα δείκνυσθαι, ὅπου καὶ ἁμαρτίας ἀφίειν ἔμελλεν. καὶ ἦρα, φησίν, τοὺς ὀφθαλμούς μου καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ εἷς ἐνδεδυμένος βαδδίν. ἐν μὲν οὖν τῇ πρώτῃ ὀπτασίᾳ φησίν· ἰδού, ἄγγελος Γαβριὴλ πετόμενος, ἐνταῦθα δὲ οὐχ οὕτως, ἀλλ’ αὐτὸν τὸν κύριον ὁρᾷ, οὔπω μὲν τελείως ἄνθρωπον, ἐν δὲ σχήματι ἀνθρώπου φαινόμενον καθὼς λέγει καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ εἷς ἐνδεδυμένος βαδδίν. τὸ γὰρ ποικίλον τῆς κλήσεως τῶν χαρισμάτων ἐνδεδυμένος ὁ Χριστὸς ποικίλον χιτῶνα μυστηρίων ἐπεδείκνυεν· ὅτι ἐκ διαφόρων χρωμάτων ἦν κατηρτισμένος ὁ ἱερατικὸς χιτὼν εἰς ἔνδειξιν τῶν ποικίλων ἐθνῶν τὴν παρουσίαν Χριστοῦ προσδεχομένων, ἵνα ποικίλοις χαρίσμασιν καταρτισθῆναι δυνηθῶμεν. Καὶ ἡ ὀσφὺς αὐτοῦ περιεζωσμένη ἐν χρυσίῳ Ὠφάζ . τὸ δὲ Ὠφὰζ χρυσίον καθαρὸν σημαίνει ἐκ τῆς ἑβραΐδος εἰς τὴν ἑλληνίδα μετατιθέμενον. καθαρὰν οὖν ἦν περιεζωσμένος περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ ζώνην· πάντας γὰρ ἡμᾶς ἤμελλεν ὁ λόγος περὶ τὸ ἑαυτοῦ σῶμα τῇ ἰδίᾳ ἀγάπῃ, ὡς ζώνην σφίγξας, βαστάζειν· τὸ γὰρ σῶμα [αὐτοῦ] τὸ τέλειον", "candidate_score": 0.62068, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_7", "bdc_text": "Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 .", "psc_chunk_id": "pta0037.pta001.pta-grc1_window_311", "psc_text": "λέγει μοι· μὴ κλαῖε· ἰδοὺ ἐνίκησεν ὁ λέων ὁ ἐκ τῆς φυλῆς Ἰούδα, ἡ ῥίζα καὶ τὸ γένος Δαυΐδ, ἀνοῖξαι τὸ βιβλίον καὶ λῦσαι τὰς ἑπτὰ σφραγῖδας αὐτοῦ. καὶ εἶδον ἐν μέσῳ τοῦ θρόνου καὶ ἐν μέσῳ τῶν πρεσβυτέρων ἀρνίον ἑστηκὸς ἐσφαγμένον, ἔχον κέρατα ἑπτὰ καὶ ὀφθαλμοὺς ἑπτά, ἅ ἐστιν τὰ ἑπτὰ πνεύματα τοῦ θεοῦ τὰ ἀπεσταλμένα εἰς πᾶσαν τὴν γῆν. καὶ ἦλθεν καὶ ἔλαβεν τὸ βιβλίον ἐκ τῆς δεξιᾶς τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ θρόνου· καὶ ὅτε ἔλαβεν τὸ βιβλίον, τὰ τέσσαρα ζῷα καὶ οἱ εἰκοσιτέσσαρες πρεσβύτεροι ἔπεσον ἐνώπιον τοῦ ἀρνίου, ἔχοντες ἕκαστος κιθάραν καὶ φιάλας χρυσᾶς γεμούσας θυμιαμάτων, ἅ εἰσιν προσευχαὶ τῶν ἁγίων, καὶ ᾄδουσιν ᾠδὴν καινὴν λέγοντες· ἄξιος εἶ λαβεῖν τὸ βιβλίον καὶ ἀνοῖξαι τὰς σφραγῖδας αὐτοῦ, ὅτι ἐσφάγης καὶ ἠγόρασας ἡμᾶς τῷ θεῷ ἐν τῷ αἵματί σου ἐκ πάσης φυλῆς καὶ γλώσσης καὶ λαοῦ καὶ ἔθνους καὶ ἐποίησας τῷ θεῷ ἡμῶν βασιλείαν καὶ ἱερεῖς καὶ βασιλεύσουσιν ἐπὶ", "candidate_score": 0.615783, "ce_score": null } ] }, { "rank": 14, "cf_id": "cf044", "work_id": "tlg1271.tlg012.1st1K-grc1", "max_score": 0.658109, "ce_confirmed": false, "evidence": [ { "bdc_chunk_id": "8042_sent_2_4", "bdc_text": "und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend.", "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg012.1st1K-grc1_window_236", "psc_text": "οὐ συνεχώρει δημοσίαν ἀπαίτησιν ὑπελθεῖν. τῷ δὲ καθ’ ἡμέραν κηρύγματι τούς τε μετρίους καὶ πλουσίους ἐνουτέθει τοῦ μὴ ἀνέχεσθαι τοὺς πεφωτισμένους πένητας παρὰ Ἰουδαίων ἢ Ἑλλήνων δημοσίᾳ ὄψα λαμβάνειν καὶ βίον τῇ τοῦ βαπτίσματος καθιερώσει κεκαθαρμένον χαρίσμασιν Ἑλλήνων χραίνεσθαι. Τούτοις καὶ τούτων πλείοσιν ἀνδραγαθίας ἄνθεσιν τῷ τε θεῷ καὶ πᾶσιν ἀνθρώποις ἐχέφροσιν εὐηρέστει· τοῖς γὰρ ἀλογίστοις ἀρέσκειν ἀδύνατον, ὅπερ τῷ θεῶ εὐάρεστον ἀποδείκνυται. τούτου οὖν ἕνεκεν οὐκ ἐφόβησαν τὰς ὕβρεις τῶν ἀλογίστων ἀνθρώπων ἐκεῖνοι, οἷς ἡ γνώμη ἐτύγχανεν τοὺς ἀπαρεσκομένους πλείστους ὄντας μὴ δειλιᾶν. ὅτου χάριν περιῆν τῷ μακαριωτάτῳ Κλήμεντι τῷ τοῦ θρόνου Ῥωμαίων ἐπισκόπῳ Σισίννιον τὸν φίλον τοῦ βασιλέως Νέρουα μὴ φοβεῖσθαι. Ἐπειδὴ τοίνυν τῇ αὐτοῦ διδασκαλίᾳ ἡ γυνὴ Σισιννίου Θεοδῶρα πιστεύσασα πρὸς θεὸν σπουδαίαν ἐτέλει τὴν λειτουργίαν, ταύτην ὁ ἀνὴρ ζηλοτυπήσας παγιδεῦσαι κατηγωνίζετο πρὸς τὴν ἐκκλησίαν ἀπιοῦσαν. καὶ δὴ εἰσελθούσης ἐκεῖνος δι’ ἑτέρας εἰσόδου καταφθάσας ἤρξατο πολυπραγμονεῖν· ἡνίκα δὲ παρὰ τοῦ ἁγίου Κλήμεντος εὐχὴ γέγονεν, τοῦ λαοῦ εἰρηκότος", "candidate_score": 0.658109, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_4_6", "bdc_text": "Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß . Hoff jes was von euch zu habend .", "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg012.1st1K-grc1_window_163", "psc_text": "προαιρέσει τὸ δοκοῦν σοι καλὸν εἰπεῖν ἠθέλησας. Καὶ ὁ γέρων τοῦ λέγειν ἤρξατο οὕτως· θαλάσσῃ ὑμᾶς λελουμένους εἰς τὸν ἀπόκρυφον τόπον ὑποχωρήσαντας ἰδὼν, προσελθὼν λάθρα κατεσκόπουν τὸ τί ἂν ἐν κρυφαίῳ εἰσιόντες πράττοιτε, καὶ ἐπειδὴ εὐχομένους εἶδον, ὑπεχώρησα· ἐλεήσας δὲ ὑμᾶς ἀνέμεινα, ὅπως ἐξιοῦσιν προσομιλήσας πείσω μὴ ἀπατᾶσθαι. οὔτε γὰρ θεός ἐστιν, οὔτε πρόνοια, ἀλλὰ γενέσει τὰ πάντα ὑπόκειται, ὡς ἐγὼ ἐφ’ οἷς πέπονθα πεπληροφόρημαι ἐκ πολλοῦ ἀκριβῶν τὸ μάθημα. μὴ οὖν ἀπατῶ. εἴτε γὰρ εὔχῃ, εἴτε μὴ, τὰ ἐκ τῆς γενέσεως παθεῖν ἀνάγκην ἔχεις αἱ γὰρ εὐχαὶ εἰ ἐδύναντό τι ἢ τὸ εὐποιεῖν, αὐτὸς ἂν ἐν τοῖς κρείττοσιν ἤμην· καὶ νῦν, εἰ μή σε ἀπατᾷ ἡ πενιχρά μου αὕτη ἐσθὴς, οὐκ ἀπιστήσεις οἷς λέγω. ἐν πολλῇ βίου ποτὲ ὢν περιουσίᾳ πολλὰ καὶ θεοῖς ἔθυον, καὶ δεομένοις παρεῖχον, καὶ ὅμως εὐχόμενός τε καὶ εὐσεβῶν τὴν πεπρωμένην ἐκφυγεῖν οὐκ ἠδυνήθην. κἀγὼ ἔφην· τίνα ἐστιν, ἃ πέπονθας; ὁ δὲ ἀπεκρίνατο· οὐκ ἀνάγκη", "candidate_score": 0.635499, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg012.1st1K-grc1_window_23", "psc_text": "ἅπερ ἔλεγεν σημεῖα τῶν οἰκήσεων, ἔφην αὐτῷ· εἰ μὴ ὅτι αὔριον τι ἀπαιτῶ ὀφειλόμενόν μοι, ἐξαυτῆς ἂν συνέπλεον σοι· πλὴν τάχιόν σε καταλήψομαι. καὶ ταῦτα εἰπὼν καὶ παραθέμενος αὐτὸν τοῖς τοῦ πλοίου ἠγουμένοις, ὑπέστρεφον λυπούμενος, μεμνημένος τοῦ καλοῦ καὶ συνήθους φίλου. Ἡμερῶν δὲ διατρίψας καὶ τὸ χρέος οὐχ ὅλον λαβεῖν δυνηθεὶς, τάχους ἕνεκα ἀμελήσας τοῦ περιλειφθέντος ὡς ἐμποδίου ὄντος, καὶ αὐτὸς εἰς Ἰουδαίαν ἀπέπλευσα, καὶ διὰ δεκαπέντε ἡμερῶν εἰς Καισάρειαν κατήντησα τὴν Στράτωνος. ἐπίβαντος δέ μου τῆς γῆς καὶ ξενίαν θηρωμένου ἔμαθον, ὅτι Πέτρος τις λεγόμενος, τοῦ ἐν Ἰουδαίᾳ φανέντος Ἰησοῦ Χριστοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ, τοῦ σημεῖα καὶ τέρατα πεποιηκότος, ὁ δοκιμώτατος ὑπάρχων μαθητὴς, αὔριον Σίμωνι τῷ ἀπὸ Γιτθῶν Σαμαρεῖ ζήτησιν ποιεῖται λόγων. ἐγὼ δὲ ταῦτα ἀκούσας ἐδεήθην τὴν τούτου μοι μηνυθῆναι μονήν· καὶ ὅμως ἕμαθον, καὶ τῷ πυλῶνι ἐπέστην· οἱ δὲ ἐν τῷ οἴκῳ ἀντέβαλλον, τίς τε ὢν καὶ πόθεν ἥκω. καὶ ἰδοὺ Βαρνάβας ἐκβὰς ἅμα τοῦ ἰδεῖν περιεπλάκη", "candidate_score": 0.621543, "ce_score": null } ] }, { "rank": 15, "cf_id": "cf045", "work_id": "tlg1216.tlg001.opp-grc1", "max_score": 0.656789, "ce_confirmed": false, "evidence": [ { "bdc_chunk_id": "8042_sent_1_3", "bdc_text": "Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "tlg1216.tlg001.opp-grc1_window_7", "psc_text": "οἶκον σου, καὶ ἐὰν ἴδῃς ταπεινόν, οὐχ ὑπερόψῃ αὐτόν, οὐδὲ ἀπὸ τῶν οἰκείων τοῦ σπέρματός σου. τότε ῥαγήσεται πρώϊμον τὸ φῶς σου, καὶ τὰ ἱμάτιά i(ma/tia S CL, i(a/mata S Corr. (healings) (LXX). This correction, shich Lightfoot accepts, is no donbt shat Barnabas meant, but the MSS. evidence suggests that it is not shat he srote. σου ταχέως ἀνατελεῖ, καὶ προπορεύσεται ἔμπροσθέν σου ἡ δικαιοσύνη, καὶ ἡ δόξα τοῦ θεοῦ περιστελεῖ σε. τότε βοήσεις, καὶ ὁ θεὸς ἐπακούσεταί σου, ἔτι λαλοῦντός σου ἐρεῖ: Ἰδοὺ πάρειμι: ἐὰν ἀφέλῃς ἀπὸ σοῦ σύνδεσμον καὶ χειροτονίαν καὶ ῥῆμα γογγυσμοῦ, καὶ δῷς πεινῶντι τὸν ἄρτον σου ἐκ ψυχῆς σου καὶ ψυχὴν τεταπεινωμένην ἐλεήσῃς. εἰς τοῦτο οὖν, ἀδελφοί, ὁ μακρόθυμος προβλέψας, ὡς ἐν ἀκεραιοσύνῃ πιστεύσει ὁ λαός, ὃν ἡτοίμασεν ἐν τῷ ἠγαπημένῳ αὐτοῦ, προεφανέρωσεν ἡμῖν περὶ πάντων, ἵνα μὴ προσρησσώμεθα ὡς ἐπήλυτοι e)ph/lutoi S, prosh/lutoi C, proselytae L; the use of the sords in Philo suggests", "candidate_score": 0.656789, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_1_3", "bdc_text": "Erwürdig sach und wolgelertt , erend , lieber herr und verschrü wff fründ , euch seye min und der minen früntlich gruͦtz und alles gutz zuͦvor , Erender herr , es kompt hiebty , der gethuͦ w und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "tlg1216.tlg001.opp-grc1_window_6", "psc_text": "Λέγει οὖν πάλιν περὶ τούτων πρὸς αὐτούς: Ἱνατί μοι νηστεύετε, λέγει κύριος, ὡς σήμερον ἀκουσθῆναι ἐν κραυγῇ τὴν φωνὴν ὑμῶν; οὐ ταύτην τὴν νηστείαν ἐγὼ ἐξελεξάμην, λέγει κύριος, οὐκ ἄνθρωπον ταπεινοῦντα τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, οὐδ̓ ἂν κάμψητε ὡς κρίκον τὸν τράχηλον ὑμῶν καὶ σάκκον ἐνδύσησθε καὶ σποδὸν ὑποστρώσητε, οὐδ̓ οὕτως καλέσετε νηστείαν δεκτήν. πρὸς ἡμᾶς Is. 59, 6-10 δὲ λέγει: Ἰδοὺ αὕτη ἡ νηστεία, ἣν ἐγὼ ἐξελεξάμην, λέγει κύριος: λύε πάντα σύνδεσμον ἀδικίας, διάλυε στραγγαλιὰς βιαίων συναλλαγμάτων, ἀπόστελλε τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει καὶ πᾶσαν ἄδικον συγγραφὴν διάσπα. διάθρυπτε πεινῶσιν τὸν ἄρτον σου, καὶ γυμνὸν ἐὰν ἴδῃς περίβαλε: ἀστέγους εἴσαγε εἰς τὸν οἶκον σου, καὶ ἐὰν ἴδῃς ταπεινόν, οὐχ ὑπερόψῃ αὐτόν, οὐδὲ ἀπὸ τῶν οἰκείων τοῦ σπέρματός σου. τότε ῥαγήσεται πρώϊμον τὸ φῶς σου, καὶ τὰ ἱμάτιά i(ma/tia S CL, i(a/mata S Corr. (healings) (LXX). This correction, shich Lightfoot accepts, is no donbt shat Barnabas meant, but the MSS. evidence suggests that", "candidate_score": 0.643612, "ce_score": null } ] }, { "rank": 16, "cf_id": "cf004", "work_id": "tlg1725.tlg001.perseus-grc1", "max_score": 0.656174, "ce_confirmed": false, "evidence": [ { "bdc_chunk_id": "8042_sent_2_4", "bdc_text": "und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend.", "psc_chunk_id": "tlg1725.tlg001.perseus-grc1_window_17", "psc_text": "τέχνην ἢ ἐπιστήμην δύναταί τις μαθεῖν, ἐὰν μὴ πρῶτον ἐπιδῷ ἑαυτὸν καὶ πιστεύσῃ τῷ διδασκάλῳ; εἰ οὖν γεωργὸς πιστεύει τῇ γῇ, καὶ ὁ πλέων τῷ πλοίῳ, καὶ ὁ κάμνων τῷ ἰατρῷ, σὺ οὐ βούλει σεαυτὸν πιστεῦσαι τῷ Θεῷ, τοσούτους ἀῤῥαβῶνας ἔχων παρ᾿ αὐτοῦ; πρῶτον μὲν γὰρ ὅτι ἐποίησέ σε ἐξ οὐκ ὄντος εἰς τὸ εἶναι. εἰ γὰρ ὁ πατήρ σου οὐκ ἦν, οὐδὲ ἡ μητὴρ, πολὺ μᾶλλον οὐδὲ σὺ ἦς ποτε. καὶ ἔπλασέ σε ἐξ ὑγρᾶς οὐσίας μικρᾶς, καὶ ἐλαχίστης ῥανίδος, ἥτις οὐδὲ αὐτὴ ἦν ποτε. καὶ προήγαγέ σε ὁ Θεὸς εἰς τόνδε τὸν βίον. εἶτα πιστεύεις τὰ ὑπὸ ἀνθρώπων γινόμενα ἀγάλματα θεοὺς εἶναι, καὶ ἀρετὰς ποιεῖν, τῷ δὲ ποιήσαντί σε Θεῷ ἀπιστεῖς δύνασθαί σε καὶ μεταξὺ ποιῆσαι; Καὶ τὰ μὲν ὀνόματα ὧν φῂς σέβεσθαι θεῶν, ὀνόματά ἐστι νεκρῶν ἀνθρώπων· καὶ τούτων τίνων καὶ ποταπῶν; οὐχὶ Κρόνος μὲν τεκνοφάγος εὑρίσκεται, καὶ τὰ ἑαυτοῦ τέκνα ἀναλίσκων; εἰ δὲ καὶ Δία τὸν", "candidate_score": 0.656174, "ce_score": null } ] }, { "rank": 17, "cf_id": "cf001", "work_id": "tlg1443.tlg001.1st1K-grc1", "max_score": 0.65584, "ce_confirmed": false, "evidence": [ { "bdc_chunk_id": "8042_sent_2_4", "bdc_text": "und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend.", "psc_chunk_id": "tlg1443.tlg001.1st1K-grc1_window_80", "psc_text": "θέλουσιν γὰρ ὑμῖν εὖ πράσσειν θεὸς ἕτοιμος εἰς τὸ παρέχειν. pare/xein B, parasxei=n Gg. Ἀσπάζεται ὑμᾶς ἡ ἀγάπη τῶν ἀδελφῶν τῶν ἐν Τρωάδι, ὅθεν καὶ γράφω ὑμῖν διὰ Βούρρου, *bo/rrou *b; the spelling of this varies considerably both here and in Eph. ii, 1, and Philad. xi, 2. It is possiblo that *bo/rros, shich has some support in L is really right. ὅν ἀπεστείλατε μετ̓ ἐμοῦ ἅμα Ἐφεσίοις, τοῖς ἀδελφοῖς ὑμῶν, ὃς κατὰ πάντα με ἀνέπαυσεν. καὶ ὄφελον πάντες αὐτὸν ἐμιμοῦντο, ὄντα ἐξεμπλάριον θεοῦ διακονίας. ἀμείψεται αὐτὸν ἡ χάρις κατὰ πάντα. ἀσπάζομαι τὸν ἀξιόθεον ἐπίσκοπον καὶ θεοπρεπὲς πρεσβυτέριον καὶ τοὺς συνδούλους μου διακόνους καὶ τοὺς κατ̓ ἄνδρα καὶ κοινῇ πάντας ἐν ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῇ σαρκὶ αὐτοῦ καὶ τῷ αἵματι, πάθει τε καὶ ἀναστάσει σαρκικῇ τε καὶ πνευματικῇ, ἐν ἑνότητι θεοῦ καὶ ὑμῶν. χάρις ὑμῖν, ἕλεος, εἰρήνη, ὑπομονὴ διὰ παντός. Ἀσπάζομαι τοὺς οἴκους τῶν ἀδελφῶν μου σὺν γυναιξὶ καὶ", "candidate_score": 0.65584, "ce_score": null } ] }, { "rank": 18, "cf_id": "cf044", "work_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1", "max_score": 0.655259, "ce_confirmed": false, "evidence": [ { "bdc_chunk_id": "8042_sent_2_4", "bdc_text": "und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend.", "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_202", "psc_text": "λαβόμενος, στὰς ἐν μέσῃ τῇ ἐκκλησίᾳ ἀκοῦσατέ μου, ἔφη, τέκνα καὶ ἀδελφοί· τοῦ μὲν ἐμοῦ δρόμου τὸ τέλος ἐγγὺς· τοῦτο γὰρ καὶ ἤδη μοί ἔγνωσται· Κλήμεντα δὲ τοῦτον ἐπίσκοπον ὑμῖν χειροτονῶ σήμερον, ᾧ καὶ τὴν ἐμὴν τῶν λόγων πιστεύω καθέδραν, ὡς ἀπαρχῆς μοι καὶ μέχρι νῦν συνοδεύσαντα, καὶ οὕτως πασῶν μου τῶν ὁμιλιῶν ἐπακούσαντα, ὃς ἐν πᾶσί μοι τῶν πειρασμῶν κοινωνήσας τῇ πίστει προσκαρτερῶν εὑρέθη, ὃν ἐγὼ ἀκριβέστατα πάντων οἶδα θεοσεβῆ καὶ φιλάνθρωπον, ἁγνόν τε καὶ σώφρονα, ἀγαθὸν, δίκαιον, μακρόθυμον καὶ γενναίως εἰδότα φέρειν τὰς ἐνίων τῶν κατηχουμένων ἀχαριστίας. διὸ αὐτῷ μεταδίδωμι τῆς ἐξουσίας τοῦ δεσμεῖν τε καὶ λύειν. δήσει γὰρ, ὃ δεῖ δεθῆναι, καὶ λύσει πάντως, ὃ δεῖ λυθῆναι, ὡς τὸν τῆς ἐκκλησίας κανόνα καλῶς εἰδώς. αὐτοῦ οὖν ἀκούσατε εἰδότες, ὅτι ὁ τὸν ἀληθείας προκαθεζόμενον λυπῶν εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνει, καὶ τὸν πατέρα τῶν ὅλων παροργίζει θεόν, οὑ εἵνεκεν οὐ ζήσεται. καὶ αὐτὸν οὖν δεῖ τὸν προκαθεζόμενον ἰατροῦ τόπον ἐπέχειν,", "candidate_score": 0.655259, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_2_4", "bdc_text": "und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend.", "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_221", "psc_text": "ὀφθαλμοὺς τοῦ ἀνδρὸς τοῦδε καὶ τὰ ὦτα διάνοιξον, ὅτι σὸν καὶ τοῦτο τὸ ῥῆμα τὸ ἅπερ ἂν αἰτήσητε πιστεύοντες, λήψεσθε, καὶ αὕτη σου ἡ ἐπαγγελία διαμένει εἰς τὸν αἰῶνα. ταῦτα τοῦ πατριάρχου προσευξαμένου καὶ τῶν παρόντων τὸ ἀμὴν ἐπειπόντων, εὐθέως ἡ τῶν ὀφθαλμῶν καὶ τῶν ὤτων πήρωσις διελέλυτο. καὶ ὁ Σισίννιος καθάπερ ἐξ ὕπνου διαναστὰς καὶ τὸν μακάριον Κλήμεντα μετὰ τῆς γυναικὸς ἑστῶτα ἰδὼν κακὰς ὁ ἀνόητος τῷ ἁγίῳ χάριτας ἀπεδίδου. καὶ κατασχεῖν εὐθέως τὸν πατριάρχην τοῖς οἰκέταις παρεκελεύετο τοῦ δίκας ὑποσχεῖν αὐτὸν τῆς πηρώσεως. ᾤετο γάρ τινα γοητείαν εἶναι, ὅτι καὶ πηρωθῆναι πρότερον αὐτὸν, καὶ ἀναβλέψαι καὶ ἀκοῦσαι πάλιν ἐποίησεν. Οἱ μὲν οὖν οἰκέται σπουδαίως τὰ προστεταγμένα ποιεῖν εἰς αὐτὸν ἐπειρῶντο. ἐλάνθανον δὲ ἄρα τῶν παρακειμένων λίθων καὶ ξύλων ἁπτόμενοι, καὶ σύροντες αὐτὰ καὶ δεσμοῦντες, καὶ τῇδε κἀκεῖσε μανικῶς περιάγοντες. τοῦτο δὲ καὶ τῷ Σισιννίῳ ἐδόκει, καὶ δεσμώτην ὑπὸ τῶν οἰκετῶν γεγενῆσθαι τὸν πατριάρχην καὶ αὐτὸς ᾤετο. ἐκεῖνος δὲ", "candidate_score": 0.654926, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_4_6", "bdc_text": "Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend. Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß . Hoff jes was von euch zu habend .", "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_152", "psc_text": "προαιρέσει τὸ δοκοῦν σοι καλὸν εἰπεῖν ἠθέλησας. Καὶ ὁ γέρων τοῦ λέγειν ἤρξατο οὕτως· θαλάσσῃ ὑμᾶς λελουμένους εἰς τὸν ἀπόκρυφον τόπον ὑποχωρήσαντας ἰδὼν, προσελθὼν λάθρα κατεσκόπουν τὸ τί ἂν ἐν κρυφῇ πράττοιτε· καὶ ἐπειδὴ εὐχομένους εἶδον, ὑπεχώρησα, καὶ ἐλεήσας ὑμᾶς ἀνέμεινα ὅπως ἐξιοῦσι προσομιλήσας πείσω μὴ ἀπατᾶσθαι. οὔτε γὰρ θεός ἐστιν, οὔτε πρόνοια, ἀλλὰ γενέσει τὰ πάντα ὑπόκειται, ὡς ἐγὼ ἐφ’ οἷς πέπονθα πεπληροφόρημαι ἀκριβῶν ἐκ πολλοῦ τὸ μάθημα. μὴ οὖν ἀπατῶ. εἴτε γὰρ εὔχη, εἴτε καὶ μὴ τὰ ἐκ τῆς γενέσεως παθεῖν ἂν ἔχοις. αἱ γὰρ εὐχαὶ εἰ ἐδύναντό τι ἢ τὸ εὖ ποιεῖν, αὐτὸς ἂν ἐν τοῖς κρείττοσιν ἤμην. καὶ νῦν εἰ μή σε ἀπατᾷ ἡ πενιχρά μου αὕτη ἐσθὴς, οὐκ ἀπιστήσεις οἷς λέγω. ἐν πολλῇ βίου ποτὲ ὢν εὐθηνίᾳ πολλὰ καὶ θεοῖς ἔθυον καὶ δεομένοις παρεῖχον, καὶ ὅμως εὐχόμενός τε καὶ εὐσεβῶν τὴν πεπρωμένην ἐκφυγεῖν οὐ δεδύνημαι. κἀγὼ πρὸς αὐτόν· καὶ τίνα ἐστὶν, ἃ πέπονθας; ὁ δὲ", "candidate_score": 0.63895, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_152", "psc_text": "προαιρέσει τὸ δοκοῦν σοι καλὸν εἰπεῖν ἠθέλησας. Καὶ ὁ γέρων τοῦ λέγειν ἤρξατο οὕτως· θαλάσσῃ ὑμᾶς λελουμένους εἰς τὸν ἀπόκρυφον τόπον ὑποχωρήσαντας ἰδὼν, προσελθὼν λάθρα κατεσκόπουν τὸ τί ἂν ἐν κρυφῇ πράττοιτε· καὶ ἐπειδὴ εὐχομένους εἶδον, ὑπεχώρησα, καὶ ἐλεήσας ὑμᾶς ἀνέμεινα ὅπως ἐξιοῦσι προσομιλήσας πείσω μὴ ἀπατᾶσθαι. οὔτε γὰρ θεός ἐστιν, οὔτε πρόνοια, ἀλλὰ γενέσει τὰ πάντα ὑπόκειται, ὡς ἐγὼ ἐφ’ οἷς πέπονθα πεπληροφόρημαι ἀκριβῶν ἐκ πολλοῦ τὸ μάθημα. μὴ οὖν ἀπατῶ. εἴτε γὰρ εὔχη, εἴτε καὶ μὴ τὰ ἐκ τῆς γενέσεως παθεῖν ἂν ἔχοις. αἱ γὰρ εὐχαὶ εἰ ἐδύναντό τι ἢ τὸ εὖ ποιεῖν, αὐτὸς ἂν ἐν τοῖς κρείττοσιν ἤμην. καὶ νῦν εἰ μή σε ἀπατᾷ ἡ πενιχρά μου αὕτη ἐσθὴς, οὐκ ἀπιστήσεις οἷς λέγω. ἐν πολλῇ βίου ποτὲ ὢν εὐθηνίᾳ πολλὰ καὶ θεοῖς ἔθυον καὶ δεομένοις παρεῖχον, καὶ ὅμως εὐχόμενός τε καὶ εὐσεβῶν τὴν πεπρωμένην ἐκφυγεῖν οὐ δεδύνημαι. κἀγὼ πρὸς αὐτόν· καὶ τίνα ἐστὶν, ἃ πέπονθας; ὁ δὲ", "candidate_score": 0.620066, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_3", "bdc_text": "pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen .", "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_97", "psc_text": "εἴ τίς μοι βούλεται συνοδεῦσαι, εὐσεβῶς καὶ συνοδευέτω. εὐσεβῶς δὲ ἔφης τὸ μηδένα λυπῆσαι κατὰ θεὸν, οἷον ἀπολιπόντα γονεῖς, γυναῖκα, πρὸς δὲ καὶ ἑτέρους τινὰς τῶν εὐσεβεῖν ἑλομένων. ὅθεν ἐγὼ κατὰ πάντα ἐπιτήδειός εἰμί σοι συνοδοιπόρος, ᾧ καὶ τὰ μέγιστα χαρίζῃ, εἰ μοι τὰς τῶν δούλων ὑπηρεσίας ἐπιτρέποις ποιεῖν. Καὶ ὁ Πέτρος ἀκούσας μετά τινός φησι μειδιάματος· τί οὖν οἴει, Κλήμη, μὴ ὑπ’ αὐτῆς ἀνάγκης εἰς δούλων σε ταγῆναι τὀπον; ἐπεὶ τίς τὰς καλάς μοι καὶ πολλὰς σινδόνας μετὰ τῶν ἑπομένων δακτυλίων καὶ τῶν ὑποδημάτων φυλάξει; τίς δὲ καὶ τὰ ἡδέα καὶ πολυτελῆ ὄψα προετομάσει, ἅ τινα ποικίλα ὄντα πολλῶν καὶ τεχνικῶν δεῖται μαγείρων, καὶ πάντα ἐκεῖνα, ὅσα ὡς θηρίῳ μεγάλῳ, τῇ ἐπιθυμίᾳ προευτρεπίζεται; πλὴν ἡ τοιαύτη σε προαίρεσις ὑπεισῆλθεν, ἴσως μὴ συνιέντα καὶ τὸν ἐμὸν ἀγνοοῦντα βίον, ὅτι ἄρτῳ μόνῳ καὶ ἐλαίαις χρώμαι καὶ σπανίως λαχάνοις· καὶ ὅτι ἱμάτιόν μοι καὶ τριβώνιον ἕν ἐστι τούτο αὐτὸ, ὃ περιβέβλημαι, καὶ", "candidate_score": 0.619379, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_5", "bdc_text": "Waiß Darhalb nitt , wie o sach zu helffen wär. Ich züg an gott , das ich gern mitt den götzen ab weg wölte hinuff wüst , ir euch wol nitt herren Oßwalden ze ersgrachen und zu beratschlagen nüws hab ich gantz nütt gwüß .", "psc_chunk_id": "tlg1271.tlg011.1st1K-grc1_window_152", "psc_text": "προαιρέσει τὸ δοκοῦν σοι καλὸν εἰπεῖν ἠθέλησας. Καὶ ὁ γέρων τοῦ λέγειν ἤρξατο οὕτως· θαλάσσῃ ὑμᾶς λελουμένους εἰς τὸν ἀπόκρυφον τόπον ὑποχωρήσαντας ἰδὼν, προσελθὼν λάθρα κατεσκόπουν τὸ τί ἂν ἐν κρυφῇ πράττοιτε· καὶ ἐπειδὴ εὐχομένους εἶδον, ὑπεχώρησα, καὶ ἐλεήσας ὑμᾶς ἀνέμεινα ὅπως ἐξιοῦσι προσομιλήσας πείσω μὴ ἀπατᾶσθαι. οὔτε γὰρ θεός ἐστιν, οὔτε πρόνοια, ἀλλὰ γενέσει τὰ πάντα ὑπόκειται, ὡς ἐγὼ ἐφ’ οἷς πέπονθα πεπληροφόρημαι ἀκριβῶν ἐκ πολλοῦ τὸ μάθημα. μὴ οὖν ἀπατῶ. εἴτε γὰρ εὔχη, εἴτε καὶ μὴ τὰ ἐκ τῆς γενέσεως παθεῖν ἂν ἔχοις. αἱ γὰρ εὐχαὶ εἰ ἐδύναντό τι ἢ τὸ εὖ ποιεῖν, αὐτὸς ἂν ἐν τοῖς κρείττοσιν ἤμην. καὶ νῦν εἰ μή σε ἀπατᾷ ἡ πενιχρά μου αὕτη ἐσθὴς, οὐκ ἀπιστήσεις οἷς λέγω. ἐν πολλῇ βίου ποτὲ ὢν εὐθηνίᾳ πολλὰ καὶ θεοῖς ἔθυον καὶ δεομένοις παρεῖχον, καὶ ὅμως εὐχόμενός τε καὶ εὐσεβῶν τὴν πεπρωμένην ἐκφυγεῖν οὐ δεδύνημαι. κἀγὼ πρὸς αὐτόν· καὶ τίνα ἐστὶν, ἃ πέπονθας; ὁ δὲ", "candidate_score": 0.608786, "ce_score": null } ] }, { "rank": 19, "cf_id": "cf013", "work_id": "pta0022.pta003.pta-grc1", "max_score": 0.654997, "ce_confirmed": false, "evidence": [ { "bdc_chunk_id": "8042_sent_2_4", "bdc_text": "und Kristlich herr Oßwald , fäsy pfaher zuͦ Sax , Da den ich euch sin und heren Hannsen , wonlichs erber und wolhalten nit gnuͦg koͤmen kan. pitt euch derhalben gantz früntlich , ir wellenn buch dise baid befollen lassen sin ich Demnach gelieptter herr , so hab ich und hern Oßwaldt nit wenig beduͤren , das mir die götzen und altär also in der kilchen liden muͤssend , da ritt ich euch ewern thruwen ratt zuͦ geben , den so man mit der bredig anhaltten will und man liß fartt , so will es nitt beschißen . Soll man dan zuͦ Ruͦch dran , so sind die puren unwillig , soll den ich es mitt gwalt ton , so möchten sich die puren kragen , darob den min gnädig lieb herren ouch kain gefallen haben möchtend.", "psc_chunk_id": "pta0022.pta003.pta-grc1_window_177", "psc_text": "σῶν φρενῶν, ὃς οὐδὲ τὴν νόσον καὶ τὴν ἀμηχανίαν τῆς σεαυτοῦ ψυχῆς ἀναστένεις· ὦ ἀνόσιε, ὃς τὴν ἀλήθειαν ποικίλοις διορύττεις λόγοις καὶ τοιοῦτος ὢν οὐκ αἰσχύνῃ ἡμᾶς ψέγων καὶ νῦν μὲν ἐλέγχων, ὥς γε οἴει, νῦν δ’ αὖ πάλιν νουθετῶν· ὦ πίστει καὶ λόγοις ὑπερφέρων, παρ’ οἵου δῆτα οἱ ἄθλιοι ἐπικουρίαν ἑαυτοῖς πορίζεσθαι γλίχονται. καίτοι οὐδὲ συγγίνεσθαι τῷ τοιούτῳ ἐχρῆν, οὐδὲ ὅλως αὐτὸν προσφθέγγεσθαι, πλὴν εἰ μή τις ἐν τοῖς ὑπούλοις τούτου ῥήμασι τὴν τοῦ ὀρθῶς βιοῦν ἐλπίδα τοῖς μετρίοις ἀποκεῖσθαι οἴεται. ἀλλ’ οὐκ ἔστι τοῦτο, πολλοῦ γε δεῖ, τὸ δ’ ἀληθές, ὢ τῆς ὑμετέρας ἀνοίας, ὅσοι τούτῳ συναναμίγνυσθε. τίς ἄρα οἶστρος τῆς χαλεπῆς τούτου γλώττης καὶ τῆς ὄψεως ἀνασχέσθαι κατηνάγκασεν; Εἶεν· ἀλλ’ ἐπ’ αὐτὸν ἤδη σὲ βαδιοῦμαι τῷ λόγῳ· ὦ τὴν μὲν ψυχὴν ἄφρον σύ, τὴν δὲ γλῶτταν στωμύλε, ἄπιστε δὲ τὰς φρένας, δὸς δή μοι τοῦ λόγου οὐκ ἀμφιλαφές τι λέγω καὶ ἱππήλατον πεδίον, ἀλλ’ οὖν κύκλον γε", "candidate_score": 0.654997, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_7", "bdc_text": "Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 .", "psc_chunk_id": "pta0022.pta003.pta-grc1_window_60", "psc_text": "ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος, καὶ ὁ λόγος ἦν πρὸς τὸν θεόν, καὶ θεὸς ἦν ὁ λόγος. οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν θεόν. πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδέν. ὁ δὲ ἀπόστολος βλέπων τὴν χεῖρα, τὴν σοφίαν, τὸν λόγον αὐτὸν ὄντα τὸν υἱόν φησι· πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως πάλαι ὁ θεὸς λαλήσας τοῖς πατράσιν ἐν τοῖς προφήταις ἐπ’ ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν τούτων ἐλάλησεν ἡμῖν ἐν υἱῷ, ὃν ἔθηκεν κληρονόμον πάντων· δι’ οὗ καὶ ἐποίησε τοὺς αἰῶνας , καὶ πάλιν· εἷς κύριος Ἰησοῦς Χριστός, δι’ οὗ τὰ πάντα καὶ ἡμεῖς δι’ αὐτοῦ. εἰδὼς δὲ πάλιν τὸν λόγον, τὴν σοφίαν, τὸν υἱὸν αὐτὸν ὄντα τὴν εἰκόνα τοῦ πατρός φησιν ἐν τῇ πρὸς Κολασσαεῖς ἐπιστολῇ· εὐχαριστοῦντες τῷ θεῷ καὶ πατρὶ τῷ ἱκανώσαντι ἡμᾶς εἰς τὴν μερίδα τοῦ κλήρου τῶν ἁγίων ἐν τῷ φωτί· ὃς ἐρρύσατο ἡμᾶς ἐκ τῆς ἐξουσίας τοῦ σκότους καὶ μετέστησεν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ υἱοῦ τῆς ἀγάπης", "candidate_score": 0.615944, "ce_score": null } ] }, { "rank": 20, "cf_id": "cf025", "work_id": "078_Gregorius-I_Liber-sacramentorum", "max_score": 0.650973, "ce_confirmed": false, "evidence": [ { "bdc_chunk_id": "8042_sent_7_9", "bdc_text": "Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 . octobris ain 1569 . S. D . Ulrich Philipp , Frychen von der hoffen bey 1554 .", "psc_chunk_id": "078_Gregorius-I_Liber-sacramentorum_window_507", "psc_text": "XIV POST PENTECOSTEN. Omnipotens sempiterne Deus, per quem coepit esse quod non erat, et (627) factum est visibile quod latebat, stultitiam nostri cordis emunda, et quae in nobis sunt vitiorum secreta purifica, ut possimus tibi Domino pura mente servire. Per Dominum. Super oblata. --Offerimus tibi, Domine, Hostiam placationis et laudis, humiliter implorantes, ut et eam placabili pietate respicias, et offerentium preces clementi largitate exaudias. Per. Praefatio. --Vere dignum et justum est, aequum et salutare, nos tibi semper et ubique gratias agere, Domine sancte, Pater omnipotens, aeterne Deus: quia tu in nostra semper faciens infirmitate virtutem, (628) Ecclesiam tuam inter adversa crescere tribuisti, ut cum putaretur oppressa, tunc potius praevaleret exaltata, dum simul et experientiam fidei declarat afflictio, et victoriosissima semper perseveret, te adjuvante, devotio. Per Christum. Benedictio. --Det vobis Dominus munus suae benedictionis, et repleat vos spiritu veritatis et pacis. Amen. Quatenus sic per viam salutis devota mente curratis ut", "candidate_score": 0.650973, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_7_9", "bdc_text": "Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 . octobris ain 1569 . S. D . Ulrich Philipp , Frychen von der hoffen bey 1554 .", "psc_chunk_id": "078_Gregorius-I_Liber-sacramentorum_window_377", "psc_text": "et ubique gratias agere, Domine sancte, Pater omnipotens, aeterne Deus; et te in tuorum sanctorum meritis gloriosis collaudare, benedicere et praedicare, qui eos dimicantes contra antiqui serpentis machinamenta, et proprii corporis blandimenta, inexpugnabili virtute, Rex gloriae, roborasti. Ex quibus beatus Lucas evangelista tuus, (491) assumpto scuto fidei, et galea salutis, et gladio Spiritus sancti, et viriliter contra vitiorum incentiva pugnavit, et evangelicae nobis dulcedinis fluenta (492) manavit. Unde petimus immensam, Domine, pietatem tuam, ut qui eum tot meritorum donasti praerogativis, nos ejus et informes exemplis, et adjuves meritis. Per Christum. Benedictionem require, in natali (Vide notam 508). Ad Complendum. --Praesta, quaesumus omnipotens aeterne Deus, ut id quod de sancto altari tuo accepimus precibus beati evangelistae tui Lucae sanctificet animas nostras, per quod tuti esse possimus. Per. VI KALENDAS NOVEMBRIS--VIGILIA APOSTOLORUM SIMONIS ET JUDAE. Concede, quaesumus, omnipotens Deus, ut sicut apostolorum tuorum Simonis et Judae gloriosa natalitia praevenimus, sic ad tua", "candidate_score": 0.64194, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_7_9", "bdc_text": "Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 . octobris ain 1569 . S. D . Ulrich Philipp , Frychen von der hoffen bey 1554 .", "psc_chunk_id": "078_Gregorius-I_Liber-sacramentorum_window_378", "psc_text": "quaesumus omnipotens aeterne Deus, ut id quod de sancto altari tuo accepimus precibus beati evangelistae tui Lucae sanctificet animas nostras, per quod tuti esse possimus. Per. VI KALENDAS NOVEMBRIS--VIGILIA APOSTOLORUM SIMONIS ET JUDAE. Concede, quaesumus, omnipotens Deus, ut sicut apostolorum tuorum Simonis et Judae gloriosa natalitia praevenimus, sic ad tua beneficia promerenda majestatem tuam pro nobis ipsi praeveniant. Super oblata. --Muneribus nostris, Domine, apostolorum Simonis et Judae festa praecedimus, humiliter postulantes ut quae conscientiae nostrae praepediuntur obstaculis illorum meritis grata reddantur. Per. Praefatio. --Vere dignum et justum est, aequum et salutare, nos tibi semper et ubique gratias agere, Domine sancte, Pater omnipotens, aeterne Deus, quia tu es mirabilis in omnibus sanctis tuis, quos et nominis tui confessione praeclaros, et suscepta pro te fecisti passione gloriosos. Unde sicut illi jejunando orandoque certaverunt, ut hanc possent obtinere victoriam, ita nos (493) eorum exemplis informemur ut ad celebranda praesentia festa idonei inveniamur, et", "candidate_score": 0.637221, "ce_score": null }, { "bdc_chunk_id": "8042_sent_7_9", "bdc_text": "Der almächtig ewig gott , well euch in langwurigen wölsend zuͦ sinen lob erhalten , datten vorstegk den 14 . octobris ain 1569 . S. D . Ulrich Philipp , Frychen von der hoffen bey 1554 .", "psc_chunk_id": "078_Gregorius-I_Liber-sacramentorum_window_379", "psc_text": "Pater omnipotens, aeterne Deus, quia tu es mirabilis in omnibus sanctis tuis, quos et nominis tui confessione praeclaros, et suscepta pro te fecisti passione gloriosos. Unde sicut illi jejunando orandoque certaverunt, ut hanc possent obtinere victoriam, ita nos (493) eorum exemplis informemur ut ad celebranda praesentia festa idonei inveniamur, et ad aeterna percipienda eorum interventu digni judicemur. Per Christum. Ad Complendum. --Sumpto, Domine, sacramento, suppliciter deprecamur 137 ut, intercedentibus beatis apostolis, quod temporaliter gerimus, ad vitam capiamus aeternam. Per. Ad Vesperos. --Omnipotens sempiterne Deus, mundi Creator et rector, qui beatos apostolos nominis tui gloria sublimasti, exaudi, quaesumus, Domine, populum tuum cum sanctorum tuorum tibi patrociniis supplicantem, ut nobis et pacis donum tribuas, et continuatum proficiat ad fidei et charitatis augmentum. Per Dominum nostrum. V KALENDAS NOVEMBRIS.--NATALIS SANCTORUM APOSTOLORUM SIMONIS ET JUDAE. Deus, qui nos per beatos apostolos tuos ad agnitionem tui nominis venire tribuisti, da nobis gloriam sempiternam proficiendo celebrare,", "candidate_score": 0.626444, "ce_score": null } ] } ], "biblical_hits": [] }